Language of document : ECLI:EU:C:2020:120

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE

της 27ης Φεβρουαρίου 2020 (1)

Υπόθεση C778/18

Association française des usagers de banques

κατά

Ministre de l’Économie et des Finances,

[αίτηση του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας, Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία – Λογαριασμός πληρωμών ή ταμιευτηρίου – Υποχρέωση του δανειολήπτη να δώσει πάγια εντολή κατάθεσης των εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών για περίοδο οριζόμενη με τη σύμβαση πιστώσεως – Εξατομικευμένο πλεονέκτημα – Οδηγία 2007/64/ΕΚ – Άρθρο 45, παράγραφος 2 – Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 – Άρθρο 55, παράγραφος 2 – Οδηγία 2014/17/ΕΕ – Άρθρο 4, σημεία 26 και 27 – Πρακτική δέσμευσης – Πρακτική ομαδοποίησης – Άρθρο 12, παράγραφος 1 – Άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ – Άρθρο 12, παράγραφος 3 – Οδηγία 2014/92/ΕΕ»






I.      Εισαγωγή

1.        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17/ΕΕ (2), του άρθρου 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (3), του άρθρου 55, παράγραφος 2, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 (4), καθώς και του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/92/ΕΕ (5). Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι, κατ’ ουσίαν, να διευκολύνουν την κινητικότητα στον τραπεζικό τομέα.

2.        Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Association française des usagers de banques (γαλλικής ένωσης πελατών τραπεζών, στο εξής: AFUB) και του Ministre de l’Économie et des Finances (Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, Γαλλία), στην οποία η AFUB ζήτησε την ακύρωση εθνικής κανονιστικής ρύθμισης η οποία επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να εξαρτά την προσφορά στεγαστικού δανείου από την πάγια εντολή κατάθεσης, εκ μέρους του δανειολήπτη, για διάστημα δέκα ετών ή, εάν η διάρκεια της σύμβασης δανείου είναι βραχύτερη, για το σχετικό διάστημα, του συνόλου των αποδοχών ή των εξομοιούμενων προς αυτές εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών τηρούμενο στον πιστωτικό φορέα, υπό την προϋπόθεση ότι ο πιστωτικός φορέας θα χορηγήσει στον δανειολήπτη, ως αντιπαροχή για την εντολή αυτή, εξατομικευμένο πλεονέκτημα.

3.        Κατά την AFUB, η κανονιστική αυτή ρύθμιση αντιβαίνει στον σκοπό της διευκόλυνσης της κινητικότητας στον τραπεζικό τομέα τον οποίο επιδιώκουν οι προμνησθείσες οδηγίες. Στο πλαίσιο αυτό, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η κανονιστική αυτή ρύθμιση συνάδει προς τις παρατιθέμενες κατωτέρω διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.

4.        Στις παρούσες προτάσεις, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι, εάν υποτεθεί ότι κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης επιτρέπει πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια της οδηγίας 2014/17, κάτι το οποίο απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οδηγία αυτή δεν επιτρέπει τέτοια πρακτική δέσμευσης, ούτε δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ούτε δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 3, αυτής. Αντιθέτως, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση αφορά πρακτική ομαδοποίησης κατά την έννοια της οδηγίας 2014/17, η ρύθμιση αυτή δεν αντιβαίνει στο άρθρο 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64, στο άρθρο 55, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2366, καθώς και στο άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/92.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Η οδηγία 2007/64

5.        Το άρθρο 45 της οδηγίας 2007/64, με τίτλο «Λύση», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα ακόλουθα:

«Η λύση σύμβασης-πλαισίου διάρκειας άνω των δώδεκα μηνών ή αορίστου χρόνου δεν συνεπάγεται επιβάρυνση για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών μετά το πέρας δωδεκαμήνου. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η χρέωση για τη λήξη πρέπει να είναι εύλογη και σύμφωνη με το κόστος.»

2.      Η οδηγία 2015/2366

6.        Η οδηγία 2007/64 καταργήθηκε από τις 13 Ιανουαρίου 2018 με την οδηγία 2015/2366, το άρθρο 55 της οποίας περιέχει, στην παράγραφο 2, διάταξη κατ’ ουσίαν ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64, με μόνη διαφορά ότι το σχετικό χρονικό διάστημα μειώθηκε από δώδεκα σε έξι μήνες.

3.      Η οδηγία 2014/17

7.        Οι αιτιολογικές σκέψεις 24 και 25 της οδηγίας 2014/17 έχουν ως εξής:

«(24)      Δεδομένων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των συμβάσεων πίστωσης όσον αφορά ακίνητα που προορίζονται για κατοικία, αποτελεί κοινή πρακτική για τους πιστωτικούς φορείς να προσφέρουν στους καταναλωτές ένα σύνολο προϊόντων ή υπηρεσιών που μπορούν να αγοραστούν ταυτόχρονα με τη σύμβαση πίστωσης. Κατά συνέπεια, δεδομένης της σημασίας τέτοιων συμβάσεων για τους καταναλωτές, είναι σκόπιμο να καθοριστούν συγκεκριμένοι κανόνες για τις πρακτικές δέσμευσης. Ο συνδυασμός μιας σύμβασης πίστωσης με μία ή περισσότερες άλλες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή προϊόντα σε δέσμες δίνει την ευκαιρία στους πιστωτικούς φορείς να διαφοροποιήσουν την προσφορά τους και να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλο, υπό τον όρο ότι τα στοιχεία της δέσμης μπορούν επίσης να αγοραστούν ξεχωριστά. Ενώ ο συνδυασμός συμβάσεων πίστωσης με μία ή περισσότερες άλλες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή προϊόντα σε δέσμες μπορεί να ωφελήσει τους καταναλωτές, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την κινητικότητα των καταναλωτών και την ικανότητά τους να πραγματοποιούν τεκμηριωμένες επιλογές, εκτός αν τα στοιχεία της δέσμης μπορούν να αγοραστούν ξεχωριστά. Είναι σημαντικό να εμποδιστούν πρακτικές όπως η σύνδεση ορισμένων προϊόντων που μπορεί να οδηγήσει τους καταναλωτές στη σύναψη συμβάσεων πίστωσης οι οποίες δεν είναι προς το συμφέρον τους, χωρίς ωστόσο να περιορίζεται η ομαδοποίηση προϊόντων που μπορεί να φανεί ωφέλιμη για τους καταναλωτές. Τα κράτη μέλη οφείλουν ωστόσο να συνεχίσουν να παρακολουθούν στενά τις αγορές χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής ώστε να εξασφαλίσουν ότι οι πρακτικές ομαδοποίησης δεν στρεβλώνουν τις επιλογές των καταναλωτών και τον ανταγωνισμό στην αγορά.

(25)      Γενικώς, δεν θα πρέπει να επιτρέπονται οι πρακτικές δέσμευσης εκτός αν η χρηματοπιστωτική υπηρεσία ή το προϊόν που προσφέρεται μαζί με τη σύμβαση πίστωσης δεν θα μπορούσε να προσφερθεί ξεχωριστά καθώς αποτελεί πλήρως ενσωματωμένο μέρος της πίστωσης, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση ασφαλισμένης υπερανάληψης. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί ωστόσο να δικαιολογηθεί για πιστωτικούς φορείς η προσφορά ή η πώληση μιας σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με λογαριασμό πληρωμών, λογαριασμό ταμιευτηρίου, επενδυτικό προϊόν ή συνταξιοδοτικό προϊόν, για παράδειγμα όταν το κεφάλαιο του λογαριασμού χρησιμοποιείται για την εξόφληση της πίστωσης ή ως προϋπόθεση για κοινή συγκέντρωση πόρων με σκοπό την απόκτηση πίστωσης ή σε περιπτώσεις όπου, για παράδειγμα, ένα επενδυτικό προϊόν ή ένα ιδιωτικό συνταξιοδοτικό προϊόν χρησιμεύει ως συμπληρωματική εγγύηση για την πίστωση. […]»

8.        Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας ορίζει:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

26.      “Πρακτική δέσμευσης”: η προσφορά ή η πώληση σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες όταν η σύμβαση πίστωσης δεν διατίθεται χωριστά στον καταναλωτή.

27.      “Πρακτική ομαδοποίησης”: η προσφορά ή η πώληση μιας σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες, όταν η σύμβαση πίστωσης διατίθεται και χωριστά στον καταναλωτή αλλά όχι κατ’ ανάγκη με τους ίδιους όρους ή προϋποθέσεις όπως όταν προσφέρεται ομαδοποιημένη με τις συμπληρωματικές υπηρεσίες·

[…]».

9.        Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τις πρακτικές ομαδοποίησης αλλά απαγορεύουν τις πρακτικές δέσμευσης.

2.      Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι πιστωτικοί φορείς έχουν τη δυνατότητα να ζητούν από τον καταναλωτή ή ένα μέλος της οικογενείας του ή έναν στενό συγγενή του:

α)      να ανοίξει ή να τηρήσει λογαριασμό πληρωμών ή ταμιευτηρίου, όταν μοναδικός σκοπός του εν λόγω λογαριασμού είναι να σωρευθεί κεφάλαιο για να αποπληρωθεί η πίστωση, να εξυπηρετηθεί η πίστωση, να συγκεντρωθούν από κοινού πόροι για τη χορήγηση της πίστωσης ή να παρασχεθεί πρόσθετη ασφάλεια στον πιστωτικό φορέα στην περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης,

[…]

3.      Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τις δεσμευτικές πρακτικές όταν ο πιστωτικός φορέας μπορεί να αποδείξει στην αρμόδια αρχή του ότι τα δεσμευμένα προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων που προσφέρονται, με όρους και προϋποθέσεις παρόμοιες μεταξύ τους, τα οποία δεν διατίθενται ξεχωριστά, έχουν ως αποτέλεσμα σαφές πλεονέκτημα για τους καταναλωτές λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη διαθεσιμότητα και τις τιμές των σχετικών προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά. Η παρούσα παράγραφος ισχύει μόνο για προϊόντα που διατίθενται στην αγορά μετά τις 20 Μαρτίου 2014.

[…]»

4.      Η οδηγία 2014/92

10.      Η αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2014/92 έχει ως εξής:

«[…] Όλες οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αφορούν λογαριασμούς πληρωμών μέσω των οποίων οι καταναλωτές είναι σε θέση να φέρουν εις πέρας τις ακόλουθες συναλλαγές: κατάθεση χρηματικών ποσών, ανάληψη μετρητών και εκτέλεση και λήψη πράξεων πληρωμής προς και από τρίτους, περιλαμβανομένης της εκτέλεσης μεταφορών πιστώσεων. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να αποκλείονται οι λογαριασμοί με πλέον περιορισμένες λειτουργίες. Για παράδειγμα, λογαριασμοί όπως οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου, οι λογαριασμοί πιστωτικών καρτών όπου συνήθως καταβάλλονται χρηματικά ποσά αποκλειστικά για την εξόφληση χρέους από πιστωτική κάρτα, οι τρεχούμενοι λογαριασμοί στεγαστικών δανείων ή οι λογαριασμοί ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να αποκλείονται καταρχήν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, εάν οι εν λόγω λογαριασμοί χρησιμοποιούνται για πράξεις καθημερινών πληρωμών και εμπεριέχουν όλες τις προαναφερόμενες λειτουργίες, θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. […]»

11.      Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφο 6 τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους λογαριασμούς πληρωμών μέσω των οποίων οι καταναλωτές είναι τουλάχιστον σε θέση:

α)      να καταθέτουν χρηματικά ποσά σε λογαριασμό πληρωμών·

β)      να αναλαμβάνουν μετρητά από λογαριασμό πληρωμών·

γ)      να εκτελούν και να λαμβάνουν πράξεις πληρωμής, περιλαμβανομένων των μεταφορών πιστώσεων, προς και από τρίτο μέρος.

[…]»

12.      Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τέλη που συνδέονται με την υπηρεσία αλλαγής λογαριασμού», προβλέπει στη παράγραφο 3 τα εξής:

«3.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα τέλη, εάν ισχύουν, που χρεώνει ο αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών στον καταναλωτή για το κλείσιμο του λογαριασμού πληρωμής πληρωμών που τηρείται σε αυτό καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφοι 2, 4 και 6 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (6).»

2.      Το γαλλικό δίκαιο

1.      Ο loi relative à la transparence, à la lutte contre la corruption et à la modernisation de la vie économique

13.      Το άρθρο 67, σημείο ΙΙ, του loi n° 2016-1691, du 9 décembre 2016, relative à la transparence, à la lutte contre la corruption et à la modernisation de la vie économique (νόμου 2016-1691, της 9ης Δεκεμβρίου 2016, περί διαφάνειας, καταπολέμησης της διαφθοράς και εκσυγχρονισμού της οικονομικής ζωής, στο εξής: νόμος 2016-1691), έχει ως εξής:

«Υπό τους όρους του άρθρου 38 του Συντάγματος, η Κυβέρνηση μπορεί να λάβει με διάταγμα, εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε μέτρο το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου για τη θέσπιση, τηρουμένου του άρθρου L. 312-1-2 του νομισματικού και χρηματοπιστωτικού κώδικα, των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η σύναψη σύμβασης ενυπόθηκης πίστωσης από καταναλωτή καθώς και το ύψος του σχετικού επιτοκίου μπορούν να συνδέονται με το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων και την πάγια εντολή κατάθεσης των εισοδημάτων του καταναλωτή στον ως άνω λογαριασμό, ανεξαρτήτως της φύσης και της προέλευσής τους, κατά τη διάρκεια της πίστωσης […]».

2.      Ο code monétaire et financier

14.      Το άρθρο L. 312-1-2 του code monétaire et financier (νομισματικού και χρηματοπιστωτικού κώδικα) ορίζει τα εξής:

«I.-l. Απαγορεύεται η πώληση ή η προσφορά προς πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών υπό μορφή δέσμης, εκτός εάν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που περιέχονται στη δέσμη μπορούν να αγοραστούν χωριστά ή δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν.

2.      Απαγορεύεται κάθε πώληση ή προσφορά πώλησης προϊόντων ή υπηρεσιών στον πελάτη η οποία παρέχει χαριστικώς δικαίωμα, αμέσως ή στο μέλλον, σε όφελος, σε χρήμα ή σε είδος υπό μορφή προϊόντων, αγαθών ή υπηρεσιών, του οποίου η αξία υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται, λαμβανομένου υπόψη του είδους του προϊόντος ή της υπηρεσίας που προσφέρεται στον πελάτη, με κανονισμό που εκδίδεται με απόφαση του υπουργού Οικονομίας, κατόπιν γνωμοδότησης της συμβουλευτικής επιτροπής του άρθρου L. 614-1.

Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επίσης στις υπηρεσίες πληρωμών που μνημονεύονται στο άρθρο L. 314-1, σημείο ΙΙ.»

3.      Ο code de la consommation

15.      Το άρθρο L. 313-25 του code de la consommation (κώδικα καταναλωτή), όπως τροποποιήθηκε με το ordonnance no 2017‑1090, du 1er juin 2017, relative aux offres de prêt immobilier conditionnées à la domiciliation des salaires ou revenus assimilés de l’emprunteur sur un compte de paiement (διάταγμα κατ’ εξουσιοδότηση 2017-1090, της 1ης Ιουνίου 2017, περί προσφορών ενυπόθηκων δανείων εξαρτώμενων από την υποχρέωση κατάθεσης, με πάγια εντολή, των αποδοχών ή των εξομοιούμενων προς αυτές εισοδημάτων του δανειολήπτη σε λογαριασμό πληρωμών), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής:

«Στην προσφορά που μνημονεύεται στο άρθρο L. 313-24:

[…]

10      Διευκρινίζεται αν το δάνειο εξαρτάται από την προϋπόθεση της κατάθεσης, με πάγια εντολή, εισοδημάτων που μνημονεύεται στο άρθρο L. 313-25-1. Σε τέτοια περίπτωση, μνημονεύονται η διάρκεια της κατάθεσης, ενδεχομένως τα έξοδα ανοίγματος και τήρησης λογαριασμού στον οποίο κατατίθενται οι αποδοχές ή τα εξομοιούμενα προς αυτές εισοδήματα, καθώς και η φύση του εξατομικευμένου πλεονεκτήματος που χορηγεί ο πιστωτικός φορέας ως αντιπαροχή. Η προσφορά πρέπει να καθιστά εφικτό τον σαφή προσδιορισμό του πλεονεκτήματος αυτού μνημονεύοντας τις σχετικές με το επιτόκιο ή άλλες προϋποθέσεις ως προς τις οποίες διατυπώνεται και τις οποίες θα εφαρμόσει ο πιστωτικός φορέας εάν ο δανειολήπτης παραβεί την ως άνω υποχρέωση κατάθεσης των εισοδημάτων του.

[…]»

16.      Το άρθρο L. 313-25-1 του κώδικα αυτού, το οποίο προστέθηκε με το προμνησθέν διάταγμα κατ’ εξουσιοδότηση 2017-1090, της 1ης Ιουνίου 2017, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης, προβλέπει τα εξής:

«O πιστωτικός φορέας δύναται να εξαρτήσει την κατά το άρθρο L. 313-24 προσφορά δανείου από την υποχρέωση κατάθεσης, με πάγια εντολή, των αποδοχών ή των εξομοιούμενων προς αυτές εισοδημάτων του δανειολήπτη σε λογαριασμό πληρωμών, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο L. 314-1 του νομισματικού και χρηματοπιστωτικού κώδικα, υπό την προϋπόθεση ότι ο πιστωτικός φορέας χορηγεί ως αντιπαροχή στον δανειολήπτη εξατομικευμένο πλεονέκτημα.

Η προϋπόθεση αυτή δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί στον δανειολήπτη πέραν της μέγιστης διάρκειας που καθορίζεται με διάταγμα το οποίο εκδίδεται κατόπιν γνωμοδότησης του Conseil d’Etat (Συμβουλίου της Επικρατείας). Στο πέρας του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στη σύμβαση πίστωσης, ο δανειολήπτης αποκτά το εξατομικευμένο πλεονέκτημα έως τη λήξη του δανείου.

Εάν, πριν από το πέρας του χρονικού αυτού διαστήματος, ο δανειολήπτης δεν πληροί πλέον την προμνησθείσα προϋπόθεση περί κατάθεσης εισοδημάτων με πάγια εντολή, ο πιστωτικός φορέας δύναται, για τις δόσεις που απομένουν έως τη λήξη του δανείου, να άρει το μνημονευόμενο στο πρώτο εδάφιο εξατομικευμένο πλεονέκτημα και να εφαρμόσει τις σχετικές με το επιτόκιο ή άλλες προϋποθέσεις που μνημονεύονται στο άρθρο L. 313-25, σημείο 10. […]»

17.      Το άρθρο R. 313-21-1, το οποίο προστέθηκε στον εν λόγω κώδικα με το διάταγμα 2017-1099, της 14ης Ιουνίου 2017, ορίζει τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία ο πιστωτικός φορέας δύναται να επιβάλει στον δανειολήπτη την υποχρέωση περί πάγιας εντολής κατάθεσης των αποδοχών ή των εξομοιούμενων προς αυτές εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών ως εξής:

«Η μέγιστη διάρκεια της προβλεπόμενης κατά το άρθρο L. 313-25-1 υποχρέωσης κατάθεσης αποδοχών ή εξομοιούμενων προς αυτές εισοδημάτων ορίζεται σε δέκα έτη με αφετηρία τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης ή, κατά περίπτωση, την τροποποίηση της αρχικής σύμβασης πίστωσης.

Η διάρκεια αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβεί εκείνη της σύμβασης πίστωσης.»

III. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

18.      Με τον νόμο 2016-1691, ο Γάλλος νομοθέτης προέβλεψε ότι η κυβέρνηση του κράτους μέλους αυτού μπορεί να λάβει με διάταγμα κατ’ εξουσιοδότηση κάθε μέτρο το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου για τη θέσπιση, τηρουμένου του άρθρου L. 312-1-2 του νομισματικού και χρηματοπιστωτικού κώδικα (7), των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η σύναψη σύμβασης ενυπόθηκης πίστωσης από καταναλωτή καθώς και το ύψος του σχετικού επιτοκίου μπορούν να συνδέονται με το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων και την πάγια εντολή κατάθεσης των εισοδημάτων του καταναλωτή σε αυτόν.

19.      Συνέπεια της δυνατότητας αυτής υπήρξε η έκδοση του διατάγματος κατ’ εξουσιοδότηση 2017-1090, της 1ης Ιουνίου 2017, περί προσφορών ενυπόθηκων δανείων εξαρτώμενων από την πάγια εντολή κατάθεσης των αποδοχών ή των εξομοιούμενων με αυτές εισοδημάτων του δανειολήπτη σε λογαριασμό πληρωμών.

20.      Με αυτό το διάταγμα κατ’ εξουσιοδότηση προστέθηκε στον κώδικα καταναλωτή το νέο άρθρο L. 313-25-1, το οποίο ορίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο πιστωτικός φορέας δύναται να εξαρτήσει την προσφορά δανείου από την πάγια εντολή κατάθεσης, εκ μέρους του δανειολήπτη, των αποδοχών ή των εξομοιούμενων με αυτές εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών, υπό την προϋπόθεση ότι ο πιστωτικός φορέας χορηγεί ως αντιπαροχή στον δανειολήπτη εξατομικευμένο πλεονέκτημα. Επιπλέον, η προϋπόθεση περί πάγιας εντολής κατάθεσης στον πιστωτικό φορέα μπορεί να επιβληθεί στον δανειολήπτη μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα στο πέρας του οποίου ο δανειολήπτης αποκτά το εξατομικευμένο πλεονέκτημα έως τη λήξη του δανείου.

21.      Απαντώντας σε αίτημα παροχής διευκρινίσεων του Δικαστηρίου (8), το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι η έννοια του λογαριασμού πληρωμών κατά το άρθρο L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς πληρωμών που προορίζονται αποκλειστικά για την αποπληρωμή ενυπόθηκης πίστωσης, ή γενικότερα στεγαστικού δανείου, αλλά περιλαμβάνει τους λογαριασμούς που χρησιμοποιούν οι δανειολήπτες για την εκτέλεση πράξεων καθημερινών πληρωμών, όπως κατάθεση, μεταφορά και ανάληψη κεφαλαίων.

22.      Το décret n° 2017-1099, du 14 juin 2017 (διάταγμα 2017-1099, της 14ης Ιουνίου 2017), το οποίο εκδόθηκε βάσει του προμνησθέντος στο σημείο 19 των παρουσών προτάσεων διατάγματος κατ’ εξουσιοδότηση, πρόσθεσε στον κώδικα καταναλωτή το νέο άρθρο R‑313-21-1, το οποίο εφαρμόζεται στις προσφορές δανείων από την 1η Ιανουαρίου 2018 και προβλέπει ότι η προϋπόθεση περί πάγιας εντολής κατάθεσης στον πιστωτικό φορέα δεν πρέπει να υπερβαίνει τη διάρκεια των δέκα ετών ή τη διάρκεια του δανείου εάν αυτή είναι κατώτερη των δέκα ετών.

23.      Ενώπιον του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας), η AFUB ζητεί την ακύρωση του διατάγματος αυτού λόγω υπέρβασης εξουσίας.

24.      Συναφώς, η AFUB υποστηρίζει, αφενός, ότι το διάταγμα κατ’ εξουσιοδότηση 2017-1090, της 1ης Ιουνίου 2017, κατ’ εφαρμογήν του οποίου εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα, αντιβαίνει στον σκοπό της διευκόλυνσης της κινητικότητας στον τραπεζικό τομέα τον οποίο επιδιώκουν οι οδηγίες 2007/64, 2015/2366, 2014/92 και 2014/17. Συγκεκριμένα, επιτρέπει στα πιστωτικά ιδρύματα να συνδυάζουν την πάγια εντολή κατάθεσης με τη χορήγηση πλεονεκτημάτων, σε περίπτωση δε άρνησης των πλεονεκτημάτων αυτών, το κόστος των δανείων καθίσταται απαγορευτικό για τους δανειολήπτες, πράγμα που έχει επιπτώσεις στην κινητικότητα στον τραπεζικό τομέα. Αφετέρου, η AFUB υποστηρίζει ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα αντιβαίνει στον ίδιο αυτό σκοπό καθόσον ορίζει σε δέκα έτη το μέγιστο χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να εξαρτούν τη χορήγηση των πλεονεκτημάτων από την πάγια εντολή κατάθεσης σε αυτά των αποδοχών ή των εξομοιούμενων με αυτές εισοδημάτων των δανειοληπτών.

25.      Ο Ministre de l’Économie et des Finances (Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών) εκτιμά ότι οι ως άνω λόγοι ακύρωσης είναι αβάσιμοι.

26.      Εξετάζοντας το αίτημα ακυρώσεως του διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε βάσει του διατάγματος κατ’ εξουσιοδότηση 2017-1090, της 1ης Ιουνίου 2017, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) τρέφει αμφιβολίες ως προς το αν οι διατάξεις των δύο αυτών πράξεων συνάδουν προς εκείνες των προμνησθεισών οδηγιών (9).

27.      Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η απάντηση στους λόγους ακυρώσεως που προβάλλει η AFUB εξαρτάται, κατά πρώτον, από το κατά πόσον οι διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17, λαμβανομένου υπόψη ιδίως του σκοπού που αναγνωρίζουν στον λογαριασμό πληρωμών ή ταμιευτηρίου του οποίου επιτρέπουν το άνοιγμα και την τήρηση, ή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, επιτρέπουν, αφενός, στον πιστωτικό φορέα να επιβάλει στον δανειολήπτη, έναντι εξατομικευμένου πλεονεκτήματος, την υποχρέωση να δώσει πάγια εντολή κατάθεσης του συνόλου των μισθολογικών ή των εξομοιούμενων προς αυτά εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών για περίοδο οριζόμενη με τη σύμβαση πίστωσης, ανεξαρτήτως του ύψους, των δόσεων και της διάρκειας του δανείου και, αφετέρου, η περίοδος που ορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο να διαρκεί έως δέκα έτη ή να είναι ίση με τη διάρκεια της σύμβασης, εφόσον αυτή είναι συντομότερη.

28.      Κατά δεύτερον, η εν λόγω απάντηση εξαρτάται από το κατά πόσον το άρθρο 45 της οδηγίας 2007/64, το οποίο ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και επαναλαμβάνεται πλέον με το άρθρο 55 της οδηγίας 2015/2366, και τα άρθρα 9 έως 14 της οδηγίας 2014/92, σχετικά με τη διευκόλυνση της κινητικότητας στον τραπεζικό τομέα και με τις χρεώσεις για το κλείσιμο λογαριασμού πληρωμών, αντιτίθενται αφενός στο ότι το κλείσιμο λογαριασμού που έχει ανοίξει δανειολήπτης στον πιστωτικό φορέα για την κατάθεση των εισοδημάτων του έναντι εξατομικευμένου πλεονεκτήματος στο πλαίσιο συμβάσεως πίστωσης έχει ως συνέπεια την απώλεια αυτού του πλεονεκτήματος, εφόσον το κλείσιμο πραγματοποιείται πριν από τη λήξη της οριζόμενης στη σύμβαση αυτή περιόδου, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης που το κλείσιμο πραγματοποιείται πέραν ενός έτους από το άνοιγμα του λογαριασμού, και, αφετέρου, στο ότι η περίοδος αυτή διαρκεί έως δέκα έτη ή είναι ίση με τη συνολική διάρκεια της πίστωσης, εφόσον αυτή είναι συντομότερη των δέκα ετών.

29.      Στο πλαίσιο αυτό, με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Δεκεμβρίου 2018, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και έθεσε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Επιτρέπουν οι διατάξεις του [άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ[, της οδηγίας [2014/17], λαμβανομένου υπόψη ιδίως του σκοπού που αναγνωρίζουν στον λογαριασμό πληρωμών ή ταμιευτηρίου του οποίου επιτρέπουν το άνοιγμα και την τήρηση, ή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, αφενός, στον πιστωτικό φορέα να επιβάλει στον δανειολήπτη, έναντι εξατομικευμένου πλεονεκτήματος, την υποχρέωση να δώσει πάγια εντολή κατάθεσης του συνόλου των μισθολογικών ή των εξομοιούμενων προς αυτά εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών για περίοδο οριζόμενη με τη σύμβαση πίστωσης, ανεξαρτήτως του ύψους, των δόσεων και της διάρκειας του δανείου και, αφετέρου, να διαρκεί η περίοδος που ορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο έως δέκα έτη ή να είναι ίση με τη διάρκεια της σύμβασης, εφόσον αυτή είναι συντομότερη;

2)      Αντιτίθενται το άρθρο 45 της οδηγίας [2007/64], το οποίο ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και επαναλαμβάνεται πλέον με το άρθρο 55 της οδηγίας [2015/2366], και τα άρθρα 9 έως 14 της οδηγίας [2014/92], σχετικά με τη διευκόλυνση της κινητικότητας στον τραπεζικό τομέα και με τις χρεώσεις για το κλείσιμο λογαριασμού πληρωμών, αφενός, στο ότι το κλείσιμο λογαριασμού που έχει ανοίξει δανειολήπτης στον πιστωτικό φορέα για την κατάθεση των εισοδημάτων του έναντι εξατομικευμένου πλεονεκτήματος στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης έχει ως συνέπεια την απώλεια αυτού του πλεονεκτήματος, εφόσον το κλείσιμο πραγματοποιείται πριν από τη λήξη της οριζόμενης στη σύμβαση αυτή περιόδου, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης που το κλείσιμο πραγματοποιείται πέραν ενός έτους από το άνοιγμα του λογαριασμού, και, αφετέρου, στο ότι η περίοδος αυτή διαρκεί έως δέκα έτη ή είναι ίση με τη συνολική διάρκεια της πίστωσης;»

30.      Η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

IV.    Ανάλυση

1.      Επί της ερμηνείας του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17 (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)

31.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17, ή το άρθρο 12, παράγραφος 3, της ίδιας αυτής οδηγίας, δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να επιβάλει στον δανειολήπτη, έναντι χορήγησης εξατομικευμένου πλεονεκτήματος, να δώσει πάγια εντολή κατάθεσης του συνόλου των αποδοχών ή των εξομοιούμενων με αυτές εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών για περίοδο που καθορίζεται με τη σύμβαση δανείου, ανεξαρτήτως του ποσού, των δόσεων και της διάρκειας του δανείου, και η οποία επιτρέπει η περίοδος που ορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο να διαρκεί έως δέκα έτη ή να είναι ίση με τη διάρκεια της σύμβασης, εφόσον αυτή είναι συντομότερη.

32.      Η οδηγία 2014/17 θεσπίζει κοινό πλαίσιο για ορισμένες πτυχές των νομοθετικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τις συμβάσεις που καλύπτουν τις πιστώσεις σε καταναλωτές οι οποίες εξασφαλίζονται με υποθήκη ή με άλλο τρόπο και αφορούν ακίνητα που προορίζονται για κατοικία (10), και σκοπός της είναι η διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας για τους καταναλωτές που συνάπτουν συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα (11).

33.      Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/17 ορίζει ότι τα κράτη μέλη επιτρέπουν τις πρακτικές ομαδοποίησης αλλά απαγορεύουν τις πρακτικές δέσμευσης (12).

34.      Μολονότι απαγορεύεται η πρακτική δέσμευσης, το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17, την επιτρέπει υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις δύο αυτές εξαιρέσεις.

35.      Συναφώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι η οδηγία 2014/17 εφαρμόζεται στις καταστάσεις που αφορούν κανονιστική ρύθμιση σχετική με ενυπόθηκα δάνεια, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας, αυτή εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή η διατήρηση δικαιωμάτων κυριότητας επί εγγείου ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου.

36.      Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι το προδικαστικό ερώτημα στηρίζεται στην παραδοχή ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει την πρακτική δέσμευσης, δεδομένου ότι οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17 αφορούν μόνον την πρακτική δέσμευσης.

37.      Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, πάντως, ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση αφορά την πρακτική ομαδοποίησης κατά την έννοια της οδηγίας 2014/17, και όχι την πρακτική δέσμευσης, και ότι, επομένως, η εθνική αυτή κανονιστική ρύθμιση επιτρέπεται δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, ο πιστωτικός φορέας υποχρεούται να προτείνει στον καταναλωτή τόσο ενυπόθηκα δάνεια με ρήτρα πάγιας εντολής κατάθεσης των εισοδημάτων, έναντι χορήγησης εξατομικευμένου πλεονεκτήματος, το οποίο μπορεί να συνίσταται, για παράδειγμα, σε προνομιακό επιτόκιο, μείωση των εξόδων που σχετίζονται με τη διαχείριση του λογαριασμού πληρωμών ή των εξόδων τραπεζικής κάρτας, όσο και ενυπόθηκα δάνεια άνευ ρήτρας πάγιας εντολής κατάθεσης. Με άλλα λόγια, ο καταναλωτής μπορεί ξεχωριστά να συνάψει σύμβαση ενυπόθηκου δανείου και να ανοίξει λογαριασμό πληρωμών (13).

38.      Συναφώς, απαντώντας στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων του Δικαστηρίου (14), το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) επισήμανε ότι το αν η προβλεπόμενη στο άρθρο L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή δυνατότητα εξάρτησης του δανείου από την προϋπόθεση περί πάγιας εντολής κατάθεσης των εισοδημάτων σε λογαριασμό που ανοίγεται στον πιστωτικό φορέα έχει την έννοια ότι επιτρέπει πρακτική δέσμευσης ή πρακτική ομαδοποίησης κατά την έννοια της οδηγίας 2014/17 είναι ζήτημα «επί του οποίου θα πρέπει να αποφανθεί το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) κατόπιν της απαντήσεως του Δικαστηρίου στο προδικαστικό ερώτημα» και ότι «πρόκειται για δύσκολο ζήτημα, στο μέτρο που δεν έχει εξεταστεί ποτέ έως σήμερα από τη νομολογία, περιλαμβανομένης αυτής του Δικαστηρίου σχετικά με το περιεχόμενο των εννοιών της πρακτικής δέσμευσης και της πρακτικής ομαδοποίησης κατά το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και λαμβανομένου υπόψη του πραγματικού πλαισίου των παρατηρούμενων πρακτικών, το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου».

39.      Επομένως, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά το περιεχόμενο της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστικής ρύθμισης (15).

40.      Συναφώς, υπογραμμίζεται ο αντίκτυπος του περιεχομένου της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστικής ρύθμισης στην απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα.

41.      Συγκεκριμένα, εάν υποτεθεί ότι το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει την πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια της οδηγίας 2014/17, η κανονιστική αυτή ρύθμιση θα επιτρέπεται, δυνάμει της οδηγίας αυτής, μόνον εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που η οδηγία αυτή προβλέπει είτε στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, είτε στο άρθρο 12, παράγραφος 3. Σε τέτοια περίπτωση, πρέπει ασφαλώς να εξακριβωθεί η δυνατότητα εφαρμογής των δύο αυτών διατάξεων στην υπόθεση της κύριας δίκης. Εάν, αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση αφορά πρακτική ομαδοποίησης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 27, της εν λόγω οδηγίας, η κανονιστική αυτή ρύθμιση επιτρέπεται ως έχει δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, της ίδιας αυτής οδηγίας (16) το οποίο –υπενθυμίζεται– επιτρέπει την πρακτική ομαδοποίησης (17).

42.      Θα εξετάσω εν συνεχεία τη δυνατότητα εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17 (ενότητα 1) και στο άρθρο 12, παράγραφος 3, της ίδιας αυτής οδηγίας (ενότητα 2), υποθέτοντας ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 26, της εν λόγω οδηγίας (18).

1.      Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17

43.      Εξ όσων γνωρίζω το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17 δεν έχει αναλυθεί ακόμη από το Δικαστήριο (19).

44.      Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους πιστωτικούς φορείς να ζητούν από τους καταναλωτές να ανοίξουν ή να τηρήσουν λογαριασμό πληρωμών ή ταμιευτηρίου, όταν μοναδικός σκοπός του εν λόγω λογαριασμού είναι να σωρευθεί κεφάλαιο για να αποπληρωθεί η πίστωση, να εξυπηρετηθεί η πίστωση, να συγκεντρωθούν από κοινού πόροι για τη χορήγηση της πίστωσης ή να παρασχεθεί πρόσθετη ασφάλεια στον πιστωτικό φορέα στην περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης.

45.      Εν προκειμένω, πρέπει, επομένως, να εξακριβωθεί αν ο προβλεπόμενος στο άρθρο L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή λογαριασμός πληρωμών έχει οποιονδήποτε από τους τρεις αυτούς εναλλακτικούς σκοπούς και, ενδεχομένως, αν αυτός είναι επίσης ο μοναδικός σκοπός του κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17.

46.      Όπως θα εκθέσω, εκτιμώ ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση: αφενός, διατηρώ αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του σκοπού του προβλεπόμενου στο άρθρο L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή λογαριασμού πληρωμών προς τους επιτρεπόμενους από το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17 σκοπούς (υπό αʹ). Αφετέρου, από τη δικογραφία προκύπτει, εν πάση περιπτώσει, ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο L. 313-25-1 του κώδικα κατανάλωσης λογαριασμός πληρωμών έχει σκοπούς διαφορετικούς από τους επιτρεπόμενους από το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής και τούτο εμποδίζει, κατ’ εμέ, τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης αυτής (υπό βʹ).

1)      Επί του σκοπού του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης λογαριασμού πληρωμών

47.      Όσον αφορά τον σκοπό του λογαριασμού πληρωμών κατά την έννοια του άρθρου L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι οι απόψεις των ενδιαφερομένων αποκλίνουν.

48.      Συγκεκριμένα, διαπιστώνω, καταρχάς, ότι η Γαλλική Κυβέρνηση επισήμανε επικουρικώς (20), κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, καθόσον επιτρέπεται να επιβάλει στον καταναλωτή ρήτρας πάγιας εντολής κατάθεσης των εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών που ανοίγεται στον πιστωτικό φορέα, η εθνική κανονιστική ρύθμιση παρέχει απλώς στον πιστωτικό φορέα τη δυνατότητα να ζητήσει το άνοιγμα λογαριασμού του οποίου μοναδικός σκοπός είναι να του παράσχει πρόσθετη ασφάλεια σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης. Με άλλα λόγια, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση έχει τον τελευταίο από τους τρεις σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17.

49.      Εν συνεχεία, υπενθυμίζεται ότι το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι η έννοια του λογαριασμού πληρωμών κατά το άρθρο L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς πληρωμών που προορίζονται αποκλειστικά για την αποπληρωμή ενυπόθηκης πίστωσης, αλλά περιλαμβάνει και τους λογαριασμούς που χρησιμοποιούν οι δανειολήπτες για την εκτέλεση καθημερινών πράξεων πληρωμών, όπως κατάθεση, μεταφορά και ανάληψη κεφαλαίων (21).

50.      Επομένως, η διευκρίνιση αυτή από το αιτούν δικαστήριο υποδηλώνει ότι ο λογαριασμός πληρωμών κατά την έννοια του άρθρου L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή επιδιώκει πλείονες σκοπούς, εκ των οποίων μόνο ένας προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17, ήτοι η σώρευση κεφαλαίου προς αποπληρωμή της πίστωσης.

51.      Τέλος, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή υπογράμμισε ότι σκοπός του άρθρου L. 313-25-1 του code de la consommation (κώδικα καταναλωτή) και της εξάρτησης της προσφοράς του δανείου από την πάγια εντολή κατάθεσης των εισοδημάτων του δανειολήπτη είναι η προστασία του δανειολήπτη κατά των καταχρηστικών ρητρών περί εντολής κατάθεσης των εισοδημάτων στον τομέα της ενυπόθηκης πίστωσης, σύμφωνα με τη σύσταση εθνικής επιτροπής για τις καταχρηστικές ρήτρες η οποία εκτίμησε ότι οι ρήτρες αυτές μπορεί να έχουν δυσανάλογο χαρακτήρα, εάν η υποχρέωση κατάθεσης δεν συνοδεύεται από καμία εξατομικευμένη αντιπαροχή.

52.      Επομένως, με την παρατήρηση αυτή, η Επιτροπή υποδηλώνει ότι ο λογαριασμός πληρωμών κατά την έννοια του άρθρου L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή έχει σκοπό διαφορετικό από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17 (22).

53.      Τούτου λεχθέντος, διερωτώμαι, εν πάση περιπτώσει, αν ο λογαριασμός πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή, μπορεί να έχει οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17 σκοπούς και να χρησιμοποιείται ταυτοχρόνως από τους δανειολήπτες για την εκτέλεση πράξεων πληρωμών, περιλαμβανομένης της ανάληψης κεφαλαίων, όπως διευκρίνισε το αιτούν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που οι δανειολήπτες κάνουν ελεύθερα χρήση του λογαριασμού πληρωμών, ήτοι χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς, η πάγια εντολή κατάθεσης των εισοδημάτων τους σε έναν τέτοιο λογαριασμό δεν παρέχει καμία ασφάλεια στους πιστωτικούς φορείς όσον αφορά την αποπληρωμή του δανείου που συνδέεται με τον λογαριασμό αυτό.

54.      Η παρατήρηση αυτή με οδηγεί στην απαίτηση να έχει ο λογαριασμός «μοναδικό σκοπό» κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17.

2)      Επί της απαίτησης περί «μοναδικού σκοπού» του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17

55.      Μήπως η περίσταση ότι οι δανειολήπτες μπορούν να χρησιμοποιούν τον λογαριασμό πληρωμών κατά την έννοια του άρθρου L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή για την εκτέλεση πράξεων πληρωμών εμποδίζει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17, το οποίο επιτάσσει να έχει ο λογαριασμός αυτός οποιονδήποτε από τους τρεις σκοπούς που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή ως μοναδικό σκοπό;

56.      Η γραμματική, η τελολογική και η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17 με οδηγούν, όπως και την Επιτροπή, στο συμπέρασμα ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική.

57.      Συγκεκριμένα, καταρχάς, το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής επιτάσσει να έχει ο λογαριασμός ως μοναδικό σκοπό οποιονδήποτε από τους τρεις σκοπούς που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή.

58.      Συναφώς, προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση των δύο πρώτων σκοπών ότι ο λογαριασμός πληρωμών μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τη σώρευση ή τη συγκέντρωση από κοινού πόρων, και τούτο αποκλείει την ανάληψη κεφαλαίων και την εκτέλεση πράξεων. Ο τελευταίος σκοπός ο οποίος μνημονεύεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17 συνεπάγεται έναν ανάλογο αποκλεισμό, στο μέτρο που αφορά την «ασφάλεια […] στην περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης» για τους πιστωτικούς φορείς. Εξ ορισμού, λογαριασμός ο οποίος χρησιμεύει ως ασφάλεια σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί από τους δανειολήπτες για άλλους σκοπούς.

59.      Εν συνεχεία, όπως εκτέθηκε στο σημείο 53 των παρουσών προτάσεων, η χρήση του λογαριασμού πληρωμών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμών θα μπορούσε να υπονομεύσει τους προβλεπόμενους στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17 σκοπούς του λογαριασμού πληρωμών, οι οποίοι δικαιολογούν την εξαίρεση από την απαγόρευση της πρακτικής δέσμευσης.

60.      Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 24 και 25 της οδηγίας 2014/17, η πρακτική δέσμευσης μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την κινητικότητα των καταναλωτών και την ικανότητά τους να πραγματοποιούν τεκμηριωμένες επιλογές. Για τον λόγο αυτό, η οδηγία αυτή απαγορεύει γενικώς την πρακτική δέσμευσης και την επιτρέπει μόνο σε ορισμένες σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις στις οποίες ο Ευρωπαίος νομοθέτης εκτίμησε ότι δεν υφίσταται τέτοιος κίνδυνος. Εάν επιτραπούν, όμως, άλλες χρήσεις του λογαριασμού πληρωμών, όπως οι προβλεπόμενες από την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση, ενδέχεται να υπονομευθεί ο σκοπός του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17.

61.      Επομένως, δεν μπορώ να συνταχθώ με την άποψη της Γαλλικής Κυβέρνησης η οποία επισήμανε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ο αποκλεισμός ορισμένων από τις χρήσεις του λογαριασμού, όπως εκείνων που προβλέπονται από την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση, θα ισοδυναμούσε με αδικαιολόγητο περιορισμό, εκ μέρους του πιστωτικού φορέα, της χρήσης από τον καταναλωτή του λογαριασμού πληρωμών του κατά τρόπο αντίθετο προς τα συμφέροντά του.

62.      Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι από την ερμηνεία που προτείνω προκύπτει στην πράξη ότι οι πιστωτικοί φορείς υποχρεούνται να περιορίζουν τα εισοδήματα ως προς τα οποία πρέπει να δοθεί πάγια εντολή κατάθεσης στον λογαριασμό πληρωμών σε μέρος των εισοδημάτων το οποίο αντιστοιχεί στα ποσά που είναι αναγκαία για την αποπληρωμή της πίστωσης, για τη λήψη της πίστωσης ή για την παροχή πρόσθετης ασφάλειας στον πιστωτικό φορέα σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης. Ο περιορισμός αυτός είναι επωφελής για την κινητικότητα των καταναλωτών στον τραπεζικό τομέα, δεδομένου ότι τους παρέχει τη δυνατότητα να τοποθετήσουν τα υπόλοιπα εισοδήματά τους σε πιστωτικά ιδρύματα διαφορετικά από τον πιστωτικό φορέα που χορηγεί την ενυπόθηκη πίστωση.

63.      Τέλος, η ερμηνεία που προτείνω υποστηρίζεται από τη συστηματική ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17.

64.      Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής συνιστά εξαίρεση από την απαγόρευση της προβλεπόμενης στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας πρακτικής δέσμευσης και ότι, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς (23).

65.      Αφετέρου, η ερμηνεία που προτείνω υποστηρίζεται από τον τρόπο με τον οποίο η οδηγία 2014/17 συνδέεται με την οδηγία 2014/92 για τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά.

66.      Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στο μέτρο που ο λογαριασμός πληρωμών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάληψη κεφαλαίων, ο λογαριασμός αυτός υπόκειται στους κανόνες της οδηγίας 2014/92 σχετικά με την αλλαγή λογαριασμού. Αντιθέτως, λογαριασμός ο οποίος προορίζεται αποκλειστικά για την αποπληρωμή της πίστωσης αποκλείεται ρητώς από το πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης αυτής (24), για τον λόγο –υποθέτω– ότι τέτοιος λογαριασμός μπορεί να επιτρέπεται ως πρακτική δέσμευσης δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17.

67.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθόσον η κανονιστική αυτή ρύθμιση επιτρέπει πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 26, της ίδιας αυτής οδηγίας, κάτι το οποίο απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει στην υπόθεση της κύριας δίκης.

2.      Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17

68.      Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17 επιβάλλει να μπορεί ο πιστωτικός φορέας να αποδείξει στην αρμόδια αρχή ότι οι πρακτικές δέσμευσης έχουν ως αποτέλεσμα σαφές πλεονέκτημα για τους καταναλωτές. Επιπλέον, η διάταξη καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξακριβώνεται αν συμβαίνει κάτι τέτοιο: κατά την εκτίμηση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη η διαθεσιμότητα και οι τιμές των σχετικών προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά.

69.      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για τη μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτείται, κατ’ ανάγκην, η κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της σε ρητό και ειδικό νομικό κανόνα και μπορεί να αρκεί ένα γενικό νομικό πλαίσιο. Ωστόσο, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή. Συγκεκριμένα, κάθε κράτος μέλος οφείλει να εκτελεί τις οδηγίες κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της σαφήνειας και της ασφάλειας της εννόμου καταστάσεως που επιβάλλει ο κοινοτικός νομοθέτης προς το συμφέρον των εγκατεστημένων στα κράτη μέλη προσώπων. Προς τούτο, οι διατάξεις μιας οδηγίας πρέπει να εφαρμόζονται μέσω κανόνων αναμφισβήτητης δεσμευτικότητας, καθώς και με την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια (25).

70.      Όσον αφορά την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση, διαπιστώνω ότι δεν προκύπτει από αυτήν ότι το εξατομικευμένο πλεονέκτημα πρέπει να εκτιμηθεί ως προς τη διαθεσιμότητα και την τιμή των άλλων προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά. Εξάλλου, από τις παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβέρνησης προκύπτει ότι η ρήτρα περί πάγιας εντολής κατάθεσης των εισοδημάτων στον πιστωτικό φορέα η οποία περιέχεται στη σύμβαση ενυπόθηκης πίστωσης είναι αποτέλεσμα ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ του πιστωτικού φορέα και του καταναλωτή.

71.      Από την άποψη αυτή, εκτιμώ, όπως παρατήρησε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι αυτή η κανονιστική ρύθμιση δεν εγγυάται με την απαιτούμενη ειδικότητα, ακρίβεια και σαφήνεια ότι το εξατομικευμένο πλεονέκτημα έχει ως αποτέλεσμα σαφές πλεονέκτημα για τους καταναλωτές σε σχέση με την τιμή των άλλων προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά (26). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στο μέτρο που το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17 συνιστά εξαίρεση από την απαγόρευση των πρακτικών δέσμευσης και πρέπει, επομένως, να ερμηνεύεται συσταλτικώς (27).

72.      Ως εκ τούτου, το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται, και αυτό, σε εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθόσον η κανονιστική αυτή ρύθμιση επιτρέπει πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 26, της ίδιας οδηγίας, κάτι το οποίο απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει στην υπόθεση της κύριας δίκης.

2.      Επί της ερμηνείας του άρθρου 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64, του άρθρου 55, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2366 και του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/92 (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)

73.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, αφενός, το άρθρο 45 της οδηγίας 2007/64 και το άρθρο 55 της οδηγίας 2015/2366, το οποίο αντικατέστησε την πρώτη αυτή διάταξη από τις 13 Ιανουαρίου 2018, και, αφετέρου, τα άρθρα 9 έως 14 της οδηγίας 2014/92 αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία το κλείσιμο λογαριασμού που άνοιξε ο δανειολήπτης στον πιστωτικό φορέα για να καταθέτει σε αυτόν τα εισοδήματά του, έναντι χορήγησης εξατομικευμένου πλεονεκτήματος στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, συνεπάγεται, εφόσον το κλείσιμο πραγματοποιείται πριν από τη λήξη της καθοριζόμενης στη σύμβαση αυτή περιόδου, την απώλεια του πλεονεκτήματος αυτού, συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως που το κλείσιμο πραγματοποιείται πέραν ενός έτους από το άνοιγμα του λογαριασμού, και αν η περίοδος αυτή μπορεί να διαρκεί έως δέκα έτη ή να είναι ίση με τη συνολική διάρκεια της πίστωσης.

74.      Το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιόρισε τις πτυχές των προμνησθεισών διατάξεων που το ώθησαν να ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία τους.

75.      Εντούτοις, από την προσεκτική εξέταση της διατύπωσης του προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει, αφενός, ότι διευκρινίζεται ότι οι σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης αφορούν «τις χρεώσεις για το κλείσιμο λογαριασμού» και, αφετέρου, ότι επισημαίνεται ότι η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την απώλεια εξατομικευμένου πλεονεκτήματος σε περίπτωση κλεισίματος λογαριασμού.

76.      Επομένως, αντιλαμβάνομαι το προδικαστικό ερώτημα υπό την έννοια ότι το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν αυτή η απώλεια του εξατομικευμένου πλεονεκτήματος συνιστά χρέωση για το κλείσιμο λογαριασμού πληρωμών, κατά τις οδηγίες 2007/64, 2015/2366 και 2014/92, και, ενδεχομένως, αν οι όροι σχετικά με την απώλεια αυτή τηρούν τις προβλεπόμενες από τις οδηγίες αυτές απαιτήσεις.

77.      Ως εκ τούτου, ακόμη και αν το προδικαστικό ερώτημα, όπως διατυπώνεται, αφορά το άρθρο 45 της οδηγίας 2007/64 και το άρθρο 55 της οδηγίας 2015/2366 στο σύνολό του, καθώς και όλες τις προβλεπόμενες στα άρθρα 9 έως 14 της οδηγίας 2014/92 διατάξεις, αντιλαμβάνομαι ότι επικεντρώνεται, στην πραγματικότητα, στο άρθρο 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64, το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 55, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2366, καθώς και στο άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/92, τα οποία αφορούν τις χρεώσεις για το κλείσιμο λογαριασμού πληρωμών.

78.      Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν κανονιστική ρύθμιση όπως η αναφερόμενη στο προδικαστικό ερώτημα αντιβαίνει στις διατάξεις αυτές.

79.      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, εν αντιθέσει προς το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο στηρίζεται στην παραδοχή ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει την πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια της οδηγίας 2014/17 (28), το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα δεν προσδιορίζει με την ίδια σαφήνεια ότι βασίζεται στην εν λόγω παραδοχή. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη διατύπωσή του, εκτιμώ ότι η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση αφορά πρακτική ομαδοποίησης κατά την έννοια της οδηγίας 2014/17 (29) και, ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα αυτό θα εξετάσω το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα (30).

80.      Κατά πρώτον, εκτιμώ ότι εν προκειμένω εφαρμόζεται η οδηγία 2007/64, η οποία εναρμονίζει τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά (31).

81.      Το άρθρο 45 της οδηγίας 2007/64 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 3 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Συμβάσεις-πλαίσια» και εφαρμόζεται στις πράξεις πληρωμής που καλύπτονται από σύμβαση-πλαίσιο (32).

82.      Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 45, με τίτλο «Λύση», ορίζει στην παράγραφο 1 ότι ο χρήστης υπηρεσίας πληρωμών μπορεί να λύσει τη σύμβαση-πλαίσιο ανά πάσα στιγμή, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει προθεσμία προειδοποίησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Στην παράγραφο 2 προστίθεται ότι η λύση τέτοιας σύμβασης, διάρκειας άνω των δώδεκα μηνών ή αορίστου χρόνου, δεν συνεπάγεται επιβάρυνση για τον χρήστη μετά το πέρας δωδεκαμήνου. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η διευκόλυνση της κινητικότητας των πελατών (33).

83.      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση, ανεξαρτήτως του εάν επιτρέπει την πρακτική ομαδοποίησης κατά την έννοια της οδηγίας 2014/17, θεσπίζει τις προϋποθέσεις εξατομικευμένου πλεονεκτήματος σχετικού με τη χορήγηση δανείου.

84.      Ως εκ τούτου, η απώλεια του πλεονεκτήματος είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής ρήτρας της σύμβασης δανείου η οποία συνομολογήθηκε από τα μέρη και εξαρτά τη χορήγηση του πλεονεκτήματος αυτού από την πάγια εντολή κατάθεσης των αποδοχών και των εισοδημάτων του δανειολήπτη στον πιστωτικό φορέα.

85.      Όπως υποστηρίζουν συναφώς η Γαλλική και η Τσεχική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, η απώλεια του πλεονεκτήματος αυτού είναι απλώς η συνέπεια της παύσης της κατάθεσης των εισοδημάτων και δεν πρόκειται, επομένως, για χρεώσεις λύσης σύμβασης-πλαισίου κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64.

86.      Οι προεκτεθείσες παρατηρήσεις ισχύουν επίσης για το άρθρο 55, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2366, της οποίας το πεδίο εφαρμογής, όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, είναι ταυτόσημο με εκείνο της οδηγίας 2007/64 (34)· η διάταξη αυτή είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64, με μόνη τη διαφορά ότι το σχετικό χρονικό διάστημα μειώθηκε από δώδεκα σε έξι μήνες.

87.      Κατά δεύτερον, η οδηγία 2014/92 προστίθεται στις οδηγίες 2007/64 και 2015/2366 υπό την έννοια ότι καθορίζει, μεταξύ άλλων, κανόνες που αφορούν την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών εντός ενός κράτους μέλους και κανόνες για τη διευκόλυνση του διασυνοριακού ανοίγματος λογαριασμού πληρωμών για τους καταναλωτές (35).

88.      Συναφώς, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/92, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα τέλη, εάν ισχύουν, που χρεώνει ο αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών στον καταναλωτή για το κλείσιμο του λογαριασμού πληρωμών καθορίζονται βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64 και του άρθρου 55, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2366 (36).

89.      Η οδηγία 2014/92 εφαρμόζεται σε κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 6, αυτής, υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 12 (37).

90.      Τούτου λεχθέντος, λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν σχετικά με το άρθρο 55, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/92 και το άρθρο 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απώλεια του πλεονεκτήματος δεν συνιστά χρέωση για το κλείσιμο λογαριασμού πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας 2014/92.

91.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64, το άρθρο 55, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2366, καθώς και το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/92 δεν αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή που αναφέρεται στο προδικαστικό ερώτημα.

V.      Πρόταση

92.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) ως εξής:

1)      Το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιτρέπει πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 26, της οδηγίας αυτής, κατά την οποία ο πιστωτικός φορέας δύναται να επιβάλει στον δανειολήπτη, έναντι χορήγησης εξατομικευμένου πλεονεκτήματος, να δώσει πάγια εντολή κατάθεσης του συνόλου των αποδοχών ή των εξομοιούμενων με αυτές εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών για περίοδο που καθορίζεται στη σύμβαση δανείου, στο μέτρο που ο δανειολήπτης μπορεί να χρησιμοποιεί τον λογαριασμό αυτό για την εκτέλεση πράξεων καθημερινών πληρωμών, όπως κατάθεση, μεταφορά και ανάληψη κεφαλαίων.

Το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιτρέπει πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 26, της οδηγίας αυτής, στο μέτρο που η κανονιστική αυτή ρύθμιση δεν διασφαλίζει ούτε, αφενός, ότι η πρακτική δέσμευσης έχει ως αποτέλεσμα σαφές πλεονέκτημα για τους καταναλωτές, ούτε, αφετέρου, ότι κατά την εκτίμηση αυτή λαμβάνονται δεόντως υπόψη η διαθεσιμότητα και οι τιμές των σχετικών προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά.

2)      Το άρθρο 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 97/5/ΕΚ, το άρθρο 55, παράγραφος 2, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ, καθώς και το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, για τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία το κλείσιμο λογαριασμού που ανοίγει ο δανειολήπτης στον πιστωτικό φορέα για την κατάθεση των εισοδημάτων του σε αυτόν, έναντι χορήγησης εξατομικευμένου πλεονεκτήματος, στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, συνεπάγεται, εάν πραγματοποιήθηκε πριν από τη λήξη του καθοριζόμενου στη σύμβαση αυτή χρονικού διαστήματος, την απώλεια του πλεονεκτήματος αυτού, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης που το κλείσιμο πραγματοποιείται πέραν ενός έτους από το άνοιγμα του λογαριασμού και κατά την οποία η περίοδος αυτή μπορεί να διαρκεί έως δέκα έτη ή να είναι ίση με τη συνολική διάρκεια της πίστωσης.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 60, σ. 34, και διορθωτικά ΕΕ 2015, L 246, σ. 11, και ΕΕ 2017, L 166, σ. 82).


3      Οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 97/5/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 319, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2009, L 187, σ. 5).


4      Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ 2015, L 337, σ. 35, και διορθωτικό ΕΕ 2018, L 102, σ. 97).


5      Οδηγία 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, για τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά (ΕΕ 2014, L 257, σ. 214).


6      Δυνάμει του άρθρου 114 της οδηγίας 2015/2366, κάθε παραπομπή στην οδηγία 2007/64 νοείται ως παραπομπή στην οδηγία 2015/2366. Ως εκ τούτου, το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/92 παραπέμπει, από τις 13 Ιανουαρίου 2018, στο άρθρο 55, παράγραφοι 2, 4 και 6, της οδηγίας 2015/2366, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 45, παράγραφοι 2, 4 και 6, της οδηγίας 2007/64.


7      Το άρθρο L. 312-1-2 του νομισματικού και χρηματοπιστωτικού κώδικα, το οποίο παρατίθεται στο σημείο 14 των παρουσών προτάσεων, προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι απαγορεύεται η πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 26, της οδηγίας 2014/17 και επιτρέπεται η πρακτική ομαδοποίησης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 27, της ίδιας οδηγίας. Πρβλ. υποσημείωση 15 των παρουσών προτάσεων.


8      Απάντηση της 23ης Οκτωβρίου 2019 στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2019.


9      Στην απάντησή του στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων του Δικαστηρίου (βλ. υποσημείωση 8 των παρουσών προτάσεων), το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι το διάταγμα κατ’ εξουσιοδότηση 2017-1090, της 1ης Ιουνίου 2017, καταργήθηκε με το άρθρο 206, σημείο XV, του loi n° 2019-486 du 22 mai 2019 relative à la croissance et à la transformation des entreprises (νόμου 2019-486, της 22ας Μαΐου 2019, περί ανάπτυξης και μετασχηματισμού των επιχειρήσεων), πλην όμως στην υπόθεση της κύριας δίκης εφαρμόστηκε το επίμαχο διάταγμα και, ως εκ τούτου, τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα παραμένουν λυσιτελή.


10      Άρθρο 1 της οδηγίας 2014/17.


11      Αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2014/17.


12      Οι έννοιες «πρακτική δέσμευσης» και «πρακτική ομαδοποίησης» ορίζονται στο άρθρο 4, σημεία 26 και 27, αντιστοίχως, της οδηγίας 2014/17· βλ. τους ορισμούς αυτούς στο σημείο 8 των παρουσών προτάσεων.


13      Μολονότι το περιεχόμενο της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστικής ρύθμισης είναι ζήτημα ερμηνείας του εθνικού δικαίου η οποία απόκειται στο εθνικό δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, Mayeur, C-175/99, EU:C:2000:505, σκέψη 22, της 1ης Ιουνίου 2006, innoventif, C-453/04, EU:C:2006:361, σκέψη 29, καθώς και της 8ης Ιουλίου 2010, Sjöberg και Gerdin, C-447/08 και C-448/08, EU:C:2010:415, σκέψη 54), αναγνωρίζω ότι, λαμβανομένης υπόψη της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, εκ πρώτης όψεως, η θέση της Γαλλικής Κυβέρνησης είναι πειστική. Ειδικότερα, από το γράμμα του άρθρου L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να εξαρτούν την προσφορά δανείων από την πάγια εντολή κατάθεσης εκ μέρους του δανειολήπτη των αποδοχών ή των εξομοιούμενων με αυτές εισοδημάτων του σε λογαριασμό πληρωμών έναντι χορήγησης εξατομικευμένου πλεονεκτήματος.  Συναφώς, επισημαίνεται ότι, στο μέτρο που η πάγια εντολή κατάθεσης των εισοδημάτων και, επομένως, ο λογαριασμός πληρωμών, δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση του δανείου καθεαυτήν αλλά μόνο για τη χορήγηση εξατομικευμένου πλεονεκτήματος, πρόκειται, κατά την άποψή μου, για πρακτική ομαδοποίησης, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 27, της οδηγίας 2014/17. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, το δάνειο είναι η σύμβαση πίστωσης, ενώ ο λογαριασμός πληρωμών είναι το άλλο χρηματοπιστωτικό προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 27, της οδηγίας 2014/17, και, ως αντιπαροχή για την πάγια εντολή κατάθεσης των εισοδημάτων, η σύμβαση πίστωσης προτείνεται «υπό τις άλλες προϋποθέσεις» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ήτοι συνοδευόμενη από εξατομικευμένο πλεονέκτημα.


14      Βλ. υποσημείωση 8 των παρουσών προτάσεων.


15      Στο πλαίσιο αυτό, διευκρινίζεται, πρώτον, ότι από την απάντηση στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων του Δικαστηρίου (βλ. υποσημείωση 8 των παρουσών προτάσεων) προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο τρέφει αμφιβολίες επί του ζητήματος αυτού, παρά το γεγονός ότι το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο, στο οποίο βασίζεται το προσβαλλόμενο διάταγμα κατ’ εξουσιοδότηση, ήτοι το άρθρο 67 του νόμου 2016-1691, επιτάσσει την τήρηση του άρθρου L. 312‑1-2 του νομισματικού και χρηματοπιστωτικού κώδικα το οποίο, κατά το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας), επιτρέπει την πρακτική ομαδοποίησης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 27, της οδηγίας 2014/17, και απαγορεύει την πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 26, της οδηγίας αυτής. Συναφώς, διαπιστώνεται, δεύτερον, ότι οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με το περιεχόμενο της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικής κανονιστικής ρύθμισης προκύπτουν, ιδίως, από το γεγονός ότι, στην πράξη, τα πιστωτικά ιδρύματα ενδέχεται να εξαρτούν τη χορήγηση του δανείου από ρήτρα πάγιας εντολής κατάθεσης σε αυτά και, επομένως, από το άνοιγμα και τήρηση λογαριασμού πληρωμών που συνιστά πρακτική δέσμευσης. Συγκεκριμένα, απαντώντας στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων του Δικαστηρίου, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) παραπέμπει σε έκθεση του Ιανουαρίου του 2019 σχετικά με την πάγια εντολή κατάθεσης των εισοδημάτων, την οποία εκπόνησε η πρόεδρος της συμβουλευτικής επιτροπής του χρηματοπιστωτικού τομέα κατόπιν αιτήματος του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, και παραθέτει τις απόψεις επί του ζητήματος αυτού δύο ενδιαφερόμενων μερών: οι εκπρόσωποι των μεσιτών εκτιμούν ότι, «η αντιπαροχή δεν είναι στην πραγματικότητα αντιπαροχή, δεδομένου ότι οι περιπτώσεις που έχουν παρατηρηθεί έως σήμερα συνίστανται στην ονομασία του τυποποιημένου πίνακα επιτοκίων σε πίνακα που ισχύει “με πάγια εντολή κατάθεσης” και στην προσθήκη ενός άλλου πολύ δυσμενούς πίνακα επιτοκίων “άνευ πάγιας εντολής κατάθεσης” ή μιας ιδιαίτερα επιβαρυντικής πρόσθετης εισφοράς».  Ομοίως, οι εκπρόσωποι των ιδιωτών πελατών υποστηρίζουν ότι «το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού καθώς και η αγορά διάφορων προϊόντων (πακέτο, ασφάλειες αυτοκινήτου και κατοικίας) είναι συχνά προαπαιτούμενο για τη χορήγηση ενυπόθηκης πίστωσης». Προσθέτω ότι, αντιθέτως, τα πιστωτικά ιδρύματα επισημαίνουν ότι ο πελάτης μπορεί πάντοτε να επιλέξει να μη δώσει πάγια εντολή κατάθεσης των εισοδημάτων του και, επομένως, να μην λάβει το εξατομικευμένο πλεονέκτημα. Εντούτοις, κατ’ εμέ, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της ενδεχόμενης παράβασης της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστικής ρύθμισης από τα πιστωτικά ιδρύματα και της συμβατότητας της ρύθμισης αυτής καθεαυτήν προς το δίκαιο της Ένωσης.


16      Παρατηρώ, εντούτοις, ότι η Επιτροπή επισήμανε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2014/17 παρέχει μια διευκρίνιση ως προς το περιεχόμενο της επιτρεπόμενης στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/17 πρακτικής ομαδοποίησης. Στην αιτιολογική αυτή σκέψη διευκρινίζεται ότι η ομαδοποίηση προϊόντων που μπορεί να είναι ωφέλιμη για τους καταναλωτές δεν πρέπει να περιορίζεται, αλλά τα κράτη μέλη οφείλουν ωστόσο να συνεχίσουν να παρακολουθούν στενά τις αγορές χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι πρακτικές ομαδοποίησης δεν στρεβλώνουν τις επιλογές των καταναλωτών και τον ανταγωνισμό στην αγορά. Ως εκ τούτου, η πρακτική αυτή πρέπει να επιτρέπεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον του καταναλωτή και του ελεύθερου ανταγωνισμού και, στο πλαίσιο αυτό, ο νομοθέτης πρέπει να αποτρέπει καταστάσεις που αντιβαίνουν στα συμφέροντα του καταναλωτή.


17      Δεδομένου ότι το προδικαστικό ερώτημα θα είναι για τον λόγο αυτό αλυσιτελές, υπογραμμίζω, για λόγους πληρότητας, ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι εντούτοις παραδεκτό. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ο χαρακτηρισμός της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστικής ρύθμισης ως πρακτικής δέσμευσης, πρέπει να θεωρηθεί ότι η απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα είναι χρήσιμη στο αιτούν δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης και ότι, επομένως, το ερώτημα είναι παραδεκτό. Πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1993, Enderby (C-127/92, EU:C:1993:859, σκέψεις 11 και 12), της 7ης Δεκεμβρίου 2010, VEBIC (C-439/08, EU:C:2010:739, σκέψεις 44 έως 48), και της 2ας Μαΐου 2019, A-Fonds (C-598/17, EU:C:2019:352, σκέψεις 34 έως 40).


18      Βάσει του ορισμού της πρακτικής δέσμευσης στο άρθρο 4, σημείο 26, της οδηγίας 2014/17, αυτό συνεπάγεται ότι η σύμβαση πίστωσης δεν προτείνεται στον καταναλωτή χωριστά από τον λογαριασμό πληρωμών και, επομένως, ότι η υποχρέωση πάγιας εντολής κατάθεσης των εισοδημάτων στον λογαριασμό αυτό είναι προϋπόθεση της ίδιας της χορήγησης της πίστωσης.


19      Επισημαίνεται ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 12 της οδηγίας 2014/17 διάταξη δεν περιλαμβανόταν στην πρόταση οδηγίας της Επιτροπής [COM(2011) 142 final], αλλά προστέθηκε κατά την πρώτη ανάγνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.


20      Υπενθυμίζεται ότι η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε, κυρίως, ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει την πρακτική ομαδοποίησης (βλ. σημείο 37 των παρουσών προτάσεων).


21      Βλ. σημείο 21 των παρουσών προτάσεων.


22      Συναφώς, παρατηρώ επίσης ότι από την έκθεση του Ιανουαρίου του 2019 σχετικά με την πάγια εντολή κατάθεσης εισοδημάτων, την οποία εκπόνησε η πρόεδρος της συμβουλευτικής επιτροπής του χρηματοπιστωτικού τομέα κατόπιν αιτήματος του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, στην οποία παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο στην απάντησή του στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων, προκύπτει ότι, «[ε]ιδικότερα, η πάγια εντολή κατάθεσης εισοδημάτων μπορεί να συνιστά συμπληρωματική εγγύηση χρήσιμη κατά την εξέταση της αίτησης δανείου». Δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν συμπεράσματα από την παρατήρηση αυτή για το αν η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση έχει οποιονδήποτε από τους σκοπούς που μνημονεύονται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/17.


23      Πρβλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová (C-34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 77).


24      Άρθρο 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/92, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας αυτής.


25      Πρβλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, SALIX Grundstücks‑Vermietungsgesellschaft (C-102/08, EU:C:2009:345, σκέψεις 40 έως 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Υπογραμμίζω ότι η νομολογία αυτή εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση της μεταφοράς προαιρετικής παρέκκλισης, όπως το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/17. Πρβλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, Accardo κ.λπ. (C‑227/09, EU:C:2010:624, σκέψη 55).


26      Το γεγονός ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση επιτάσσει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του εξατομικευμένου πλεονεκτήματος μνημονεύοντας τις σχετικές με το επιτόκιο ή άλλες προϋποθέσεις ως προς τις οποίες διατυπώνεται και τις οποίες θα εφαρμόσει ο πιστωτικός φορέας εάν ο δανειολήπτης παραβεί την υποχρέωση περί πάγιας εντολής κατάθεσης (άρθρο L. 313-25 του κώδικα καταναλωτή) δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση αυτή.


27      Πρβλ. υποσημείωση 23 των παρουσών προτάσεων.


28      Βλ. σημείο 36 των παρουσών προτάσεων.


29      Συγκεκριμένα, καθόσον το κλείσιμο λογαριασμού που άνοιξε ο δανειολήπτης στον πιστωτικό φορέα για την κατάθεση των εισοδημάτων του έναντι εξατομικευμένου πλεονεκτήματος συνεπάγεται μόνον την απώλεια του εν λόγω πλεονεκτήματος, εκτιμώ ότι πρόκειται για πρακτική ομαδοποίησης κατά την έννοια της οδηγίας 2014/17, βλ. υποσημείωση 13 των παρουσών προτάσεων.


30      Εξάλλου, δεδομένου ότι από την απάντησή μου στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση απαγορεύεται δυνάμει της οδηγίας 2014/17, καθόσον η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει την πρακτική δέσμευσης κατά την έννοια της ως άνω οδηγίας, παρέλκει και η εξέταση της συμβατότητάς της προς τις διατάξεις που αναφέρονται στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.


31      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/64, αυτή εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο όρος «υπηρεσίες πληρωμών» ορίζεται στο άρθρο 4, σημείο 3, της οδηγίας αυτής ως «οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα». Στο σημείο 1 του παραρτήματος αναφέρεται «[ο]ι υπηρεσίες που επιτρέπουν τις τοποθετήσεις μετρητών σε λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών».


32      Άρθρο 40 της οδηγίας 2007/64. Στο άρθρο 4, σημείο 12, της οδηγίας αυτής ορίζεται ότι ως «σύμβαση-πλαίσιο» νοείται η σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμών η οποία διέπει τη μελλοντική εκτέλεση ατομικών και διαδοχικών πράξεων πληρωμών και μπορεί να προβλέπει τις υποχρεώσεις και τους όρους που συνδέονται με τη σύσταση λογαριασμού πληρωμών.


33      Βλ. αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας 2007/64.


34      Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 σε συνδυασμό με το άρθρο 4, σημείο 3, και το παράρτημα της οδηγίας αυτής.


35      Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2014/92 και άρθρο 1 της οδηγίας αυτής.


36      Βλ. υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων.


37      Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι η έννοια του λογαριασμού πληρωμών κατά το άρθρο L. 313-25-1 του κώδικα καταναλωτή περιλαμβάνει και τους λογαριασμούς που χρησιμοποιούν οι δανειολήπτες για την εκτέλεση πράξεων καθημερινών πληρωμών. Συναφώς, η προμνησθείσα στο σημείο 10 των παρουσών προτάσεων αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2014/92 διευκρινίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 6. Από τη διευκρίνιση αυτή προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε λογαριασμό πληρωμών ο οποίος προορίζεται αποκλειστικά για την αποπληρωμή ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου, όταν ο λογαριασμός αυτός χρησιμοποιείται επίσης για την εκτέλεση πράξεων καθημερινών πληρωμών.