Language of document : ECLI:EU:C:2020:517

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 2ας Ιουλίου 2020(*)

«Προδικαστική παραπομπή – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Άρθρο 12, παράγραφος 1 – Καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών – Παράρτημα IV – Cricetus cricetus (κρικητός) – Τόποι ανάπαυσης και τόποι αναπαραγωγής – Βλάβη ή καταστροφή – Τόποι που έχουν εγκαταλειφθεί»

Στην υπόθεση C‑477/19,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Wien (διοικητικό πρωτοδικείο Βιέννης, Αυστρία) με απόφαση της 12ης Ιουνίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Ιουνίου 2019, στο πλαίσιο της δίκης

IE

κατά

Magistrat der Stadt Wien,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. G. Xuereb, πρόεδρο τμήματος, A. Arabadjiev (εισηγητή) και A. Kumin, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο IE, αυτοπροσώπως,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčil καθώς και από την L. Dvořáková,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους C. Hermes και M. Noll-Ehlers,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία για τους οικοτόπους).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του IE, υπαλλήλου εταιρίας κατασκευής και αξιοποίησης ακινήτων, και της Magistrat der Stadt Wien (δημοτικής διοίκησης του Δήμου Βιέννης, Αυστρία) σχετικά με την έκδοση από την τελευταία διοικητικής απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στον ΙΕ πρόστιμο και, για την περίπτωση μη καταβολής του προστίμου αυτού, στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία υποκαθιστά το αρχικώς επιβληθέν πρόστιμο, λόγω βλάβης ή καταστροφής, στο πλαίσιο έργου ανέγερσης κτιρίου, των τόπων ανάπαυσης ή των τόπων αναπαραγωγής του είδους Cricetus cricetus (κρικητός) το οποίο περιλαμβάνεται στον κατάλογο των προστατευόμενων ζωικών ειδών που καταγράφονται στο παράρτημα ΙV, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το άρθρο 2 της οδηγίας για τους οικοτόπους ορίζει τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία σκοπό έχει να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών όπου εφαρμόζεται η Συνθήκη.

2.      Τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία αποσκοπούν στη διασφάλιση της διατήρησης ή της αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος.

3.      Κατά τη λήψη μέτρων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις, καθώς και οι περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες.»

4        Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεσπισθεί ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο σημείο α) του παραρτήματος IV, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, που να απαγορεύει:

α)      κάθε μορφή σύλληψης ή θανάτωσης, εκ προθέσεως, δειγμάτων αυτών των ειδών λαμβανομένων στη φύση·

β)      να παρενοχλούνται εκ προθέσεως τα εν λόγω είδη, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, την περίοδο κατά την οποία τα νεογνά εξαρτώνται από τη μητέρα, τη χειμερία νάρκη και τη μετανάστευση·

γ)      την εκ προθέσεως καταστροφή ή τη συλλογή των αυγών στο φυσικό περιβάλλον·

δ)      τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης.»

5        Μεταξύ των ζωικών ειδών που παρουσιάζουν «κοινοτικό ενδιαφέρον και χρήζουν αυστηρής προστασίας», των οποίων ο κατάλογος περιλαμβάνεται στο παράρτημα IV, στοιχείο αʹ, της ως άνω οδηγίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το Cricetus cricetus (κρικητός).

 Το αυστριακό δίκαιο

6        O Wiener Naturschutzgesetz (νόμος περί προστασίας της φύσης του ομόσπονδου κράτους της Βιέννης), της 31ης Αυγούστου 1998 (LGBl. für Wien, 45/1998, στο εξής: WNSchG), μεταφέρει την οδηγία για τους οικοτόπους στο εσωτερικό δίκαιο για το ομόσπονδο κράτος της Βιέννης (Αυστρία).

7        Το άρθρο 10, παράγραφος 3, σημείο 4, του WNSchG επαναλαμβάνει τη διατύπωση του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι απαγορεύεται η βλάβη ή η καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης των αυστηρώς προστατευόμενων ζώων.

8        Οι προβλεπόμενες κυρώσεις για παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 3, σημείο 4, καθορίζονται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, σημείο 5, του WNSchG. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, σε όποιον, κατά παράβαση των παραγράφων 3 ή 4 του άρθρου 10 του WNSchG, βλάπτει ή καταστρέφει τόπους αναπαραγωγής ή τόπους ανάπαυσης των αυστηρώς προστατευόμενων ζώων επιβάλλεται πρόστιμο έως 21 000 ευρώ ή, σε περίπτωση μη καταβολής του προστίμου αυτού, στερητική της ελευθερίας ποινή έως τέσσερις εβδομάδες, η οποία υποκαθιστά το αρχικώς επιβληθέν πρόστιμο, και, σε περίπτωση υποτροπής, πρόστιμο έως 35 000 ευρώ ή, σε περίπτωση μη καταβολής του προστίμου αυτού, στερητική της ελευθερίας ποινή έως έξι εβδομάδες, η οποία υποκαθιστά το αρχικώς επιβληθέν πρόστιμο.

9        Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 5, του WNSchG, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει μεμονωμένες περιπτώσεις παρέμβασης εάν το προτεινόμενο μέτρο, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με άλλα μέτρα για τα οποία ζητείται άδεια από την αρμόδια αρχή, δεν υπονομεύει σημαντικά τον στόχο της παροχής προστασίας.

10      Το παράρτημα του WNSchG προσδιορίζει το Cricetus cricetus (κρικητός) ως αυστηρώς προστατευόμενο ζωικό είδος.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11      Μια εταιρία κατασκευής και αξιοποίησης ακινήτων, στην οποία απασχολούνταν ο ΙΕ, ανέλαβε εργασίες για την ανέγερση κτιρίου σε έκταση στην οποία είχε εγκατασταθεί ο κρικητός. Ο κύριος της έκτασης αυτής, ο οποίος ήταν ενήμερος για την ως άνω κατάσταση, ενημέρωσε σχετικά την εν λόγω εταιρία κατασκευής και αξιοποίησης ακινήτων, η οποία διόρισε, πριν από την έναρξη των εργασιών, περιβαλλοντικό εμπειρογνώμονα. Ο εν λόγω εμπειρογνώμονας σχεδίασε χάρτη των εισόδων των στοών του κρικητού και προσδιόρισε, εντός συγκεκριμένης περιοχής, αν οι στοές αυτές κατοικούνταν ή όχι.

12      Πριν από την έναρξη των εργασιών, η εν λόγω εταιρία κατασκευής και αξιοποίησης ακινήτων προέβη στην αφαίρεση του καλύμματος βλάστησης, στον καθαρισμό του σημείου όπου επρόκειτο να λάβει χώρα η οικοδομική δραστηριότητα, καθώς και στη διάνοιξη διόδου εργοταξίου σε άμεση γειτνίαση με εισόδους των στοών του κρικητού (στο εξής: ζημιογόνα μέτρα). Πιο συγκεκριμένα, με την αφαίρεση του καλύμματος βλάστησης η ως άνω εταιρία αποσκοπούσε στη μετακίνηση του κρικητού, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στα σημεία όπου θα πραγματοποιούνταν η οικοδομική δραστηριότητα, προς τις εκτάσεις που είχαν ειδικώς προστατευθεί και προορίζονταν για αυτό. Εντούτοις, δεν ζητήθηκε προηγούμενη έγκριση των ζημιογόνων μέτρων από την αρμόδια αρχή και, κατά συνέπεια, δεν ελήφθη τέτοια έγκριση πριν από την έναρξη των εργασιών. Επιπλέον, τουλάχιστον δύο είσοδοι στοών καταστράφηκαν.

13      Κατά συνέπεια, η διοίκηση του Δήμου Βιέννης έκρινε ότι ο IE, ως υπάλληλος της εν λόγω εταιρίας κατασκευής και αξιοποίησης ακινήτων, ήταν υπεύθυνος για τη βλάβη ή την καταστροφή των τόπων ανάπαυσης ή των τόπων αναπαραγωγής του κρικητού και του επέβαλε, βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 3, σημείο 4, του WNSchG, πρόστιμο το οποίο, σε περίπτωση μη καταβολής του, μπορούσε να μετατραπεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή.

14      Ο IE άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Wien (διοικητικού πρωτοδικείου Βιέννης, Αυστρία), αμφισβητώντας την επιβολή του προστίμου αυτού λόγω, μεταξύ άλλων, του ότι, αφενός, οι στοές του κρικητού δεν χρησιμοποιούνταν από αυτόν κατά τον χρόνο που εφαρμόστηκαν τα ζημιογόνα μέτρα και, αφετέρου, του ότι τα μέτρα αυτά δεν είχαν ως αποτέλεσμα τη βλάβη ή την καταστροφή των τόπων ανάπαυσης ή των τόπων αναπαραγωγής του εν λόγω ζωικού είδους.

15      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, στο πλαίσιο αυτό, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Επισημαίνει την ανάγκη να οριστούν επακριβώς οι έννοιες που περιλαμβάνει η διάταξη αυτή, όπως ο «τόπος ανάπαυσης», ο «τόπος αναπαραγωγής», η «βλάβη» και η «καταστροφή», δεδομένου ότι η παράβαση της εθνικής διάταξης για τη μεταφορά του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο μπορεί να επισύρει ποινικές κυρώσεις. Πιο συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο κατευθυντήριο έγγραφο το οποίο αυτή συνέταξε σχετικά με την αυστηρή προστασία των ζωικών ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος βάσει της οδηγίας 92/43/EOK για τους οικοτόπους (τελική έκδοση, Φεβρουάριος 2007) είναι ασαφείς και αφήνουν πολύ ευρύ περιθώριο ως προς την ερμηνεία των εν λόγω εννοιών.

16      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Wien (διοικητικό πρωτοδικείο Βιέννης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει ο όρος “τόπος ανάπαυσης” που περιλαμβάνεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους την έννοια ότι καλύπτει και πρώην τόπους ανάπαυσης που έχουν στο μεταξύ εγκαταλειφθεί;

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα αυτό:

Πρέπει κάθε πρώην τόπος ανάπαυσης που έχει στο μεταξύ εγκαταλειφθεί να χαρακτηρίζεται ως “τόπος ανάπαυσης” κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους;

Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα αυτό:

Βάσει ποιων κριτηρίων καθορίζεται αν ένας πρώην τόπος ανάπαυσης που έχει στο μεταξύ εγκαταλειφθεί πρέπει να χαρακτηριστεί ως “τόπος ανάπαυσης” κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους;

2)      Βάσει ποιων κριτηρίων καθορίζεται αν μια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά επέμβαση σε “τόπο ανάπαυσης” κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους;

3)      Βάσει ποιων κριτηρίων καθορίζεται αν μια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά τόσο σοβαρή επέμβαση σε “τόπο ανάπαυσης” κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, ώστε να θεωρείται ότι υπάρχει “βλάβη”, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, του εν λόγω “τόπου ανάπαυσης”;

4)      Βάσει ποιων κριτηρίων καθορίζεται αν μια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά τόσο σοβαρή επέμβαση σε “τόπο ανάπαυσης” κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, ώστε να θεωρείται ότι υπάρχει “καταστροφή”, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, του εν λόγω “τόπου ανάπαυσης”;

5)      Έχει ο όρος “τόπος αναπαραγωγής” που περιλαμβάνεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους την έννοια ότι καλύπτει, πρώτον, μόνο τον δυνάμενο να οριοθετηθεί επακριβώς τόπο όπου γίνονται τακτικά πράξεις ζευγαρώματος υπό στενή έννοια ή πράξεις που γίνονται σε περιορισμένο τόπο και συνδέονται άμεσα με την αναπαραγωγή (όπως για παράδειγμα η ωοτοκία), καθώς και, δεύτερον, ότι, επιπροσθέτως, ο όρος “τόπος αναπαραγωγής” καλύπτει όλους τους δυνάμενους να οριοθετηθούν επακριβώς τόπους οι οποίοι είναι απολύτως απαραίτητοι για την ανάπτυξη των νεογνών, όπως μεταξύ άλλων οι τόποι ωοτοκίας ή τα τμήματα των φυτών που είναι απαραίτητα για το στάδιο προνύμφης ή νύμφης;

Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα αυτό:

Τι νοείται ως “τόπος αναπαραγωγής” κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους και πώς διαχωρίζεται τοπικά ένας “τόπος αναπαραγωγής” από άλλους τόπους;

6)      Βάσει ποιων κριτηρίων καθορίζεται αν μια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά επέμβαση σε “τόπο αναπαραγωγής” κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους;

7)      Βάσει ποιων κριτηρίων καθορίζεται αν μια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά τόσο σοβαρή επέμβαση σε “τόπο αναπαραγωγής” κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, ώστε να θεωρείται ότι υπάρχει “βλάβη”, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, του εν λόγω “τόπου αναπαραγωγής”;

8)      Βάσει ποιων κριτηρίων καθορίζεται αν μια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά τόσο σοβαρή επέμβαση σε “τόπο αναπαραγωγής” κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, ώστε να θεωρείται ότι υπάρχει “καταστροφή”, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, του εν λόγω “τόπου αναπαραγωγής”;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

17      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους έχει την έννοια ότι ο όρος «τόποι ανάπαυσης» της διάταξης αυτής περιλαμβάνει και τους τόπους ανάπαυσης οι οποίοι δεν καταλαμβάνονται πλέον από ένα από τα προστατευόμενα ζωικά είδη του παραρτήματος IV, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, όπως το Cricetus cricetus (κρικητός).

18      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου της 2, παράγραφος 1, η οδηγία για τους οικοτόπους έχει ως σκοπό να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών. Επιπλέον, κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, της ίδιας οδηγίας, τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με αυτή αποσκοπούν στη διασφάλιση της διατήρησης ή της αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις, καθώς και τις περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες.

19      Το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση καθεστώτος αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο παράρτημα IV, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, το οποίο να απαγορεύει τη βλάβη ή την καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης.

20      Η τήρηση της διάταξης αυτής από τα κράτη μέλη συνεπάγεται την υποχρέωσή τους όχι μόνο να θεσπίσουν πλήρες νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και να εφαρμόσουν συγκεκριμένα και ειδικά μέτρα προστασίας. Ομοίως, το αυστηρό σύστημα προστασίας προϋποθέτει τη λήψη συνεκτικών και συντονισμένων μέτρων προληπτικού χαρακτήρα. Τέτοιο σύστημα αυστηρής προστασίας πρέπει, επομένως, να μπορεί να αποτρέπει αποτελεσματικά τη βλάβη ή την καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο παράρτημα IV, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2011, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑383/09, EU:C:2011:369, σκέψεις 19 έως 21, καθώς και της 10ης Οκτωβρίου 2019, Luonnonsuojeluyhdistys Tapiola, C‑674/17, EU:C:2019:851, σκέψη 27).

21      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το είδος Cricetus cricetus, κοινώς αποκαλούμενο «κρικητός», καταλέγεται μεταξύ των ζωικών ειδών που προστατεύονται από την οδηγία για τους οικοτόπους.

22      Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, λοιπόν, να εξεταστεί υπό το πρίσμα των ως άνω προκαταρκτικών σκέψεων.

23      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αυτή αποτελεί μέρος (απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2019, Procureur-Generaal bij de Hoge Raad der Nederlanden, C‑678/18, EU:C:2019:998, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Όσον αφορά, πρώτον, το γράμμα του άρθρου 12 της οδηγίας για τους οικοτόπους, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 19 και 20 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση καθεστώτος αυστηρής προστασίας των προστατευόμενων ζωικών ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής τους. Ειδικότερα, η παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του εν λόγω άρθρου επιβάλλει στα εν λόγω κράτη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της βλάβης ή καταστροφής των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης των ως άνω ειδών.

25      Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γράμμα του άρθρου 12 της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν παρέχει κανένα χρήσιμο στοιχείο για τον ορισμό της έννοιας των «τόπων ανάπαυσης».

26      Όσον αφορά, δεύτερον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή, επισημαίνεται ότι ούτε το άρθρο 1 της οδηγίας για τους οικοτόπους ούτε καμία άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής ορίζει την εν λόγω έννοια.

27      Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν αφορά μόνον τις ηθελημένες ενέργειες, αλλά και τις μη ηθελημένες (πρβλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑6/04, EU:C:2005:626, σκέψεις 77 έως 79). Από το γεγονός ότι η απαγόρευση του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας δεν περιορίζεται σε ηθελημένες ενέργειες, σε αντίθεση με ό,τι προβλέπεται για τις πράξεις του άρθρου 12, στοιχεία αʹ έως γʹ, της ίδιας οδηγίας, προκύπτει η επιδίωξη του νομοθέτη της Ένωσης να εξασφαλίσει στους τόπους αναπαραγωγής ή ανάπαυσης αυξημένη προστασία από τις ενέργειες που τους προκαλούν βλάβη ή καταστροφή (απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑98/03, EU:C:2006:3, σκέψη 55).

28      Επιπλέον, σε αντίθεση με τις πράξεις τις οποίες αναφέρει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, δεν αφορά άμεσα τα ζωικά είδη, αλλά αποσκοπεί στην προστασία σημαντικών τμημάτων του οικοτόπου τους.

29      Ως εκ τούτου, σκοπός της αυστηρής προστασίας που παρέχει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής είναι να διασφαλίσει τη διατήρηση σημαντικών τμημάτων του οικοτόπου των προστατευομένων ζωικών ειδών, ούτως ώστε να εξασφαλίζονται για τα είδη αυτά οι συνθήκες που είναι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, για την ανάπαυσή τους στα ως άνω τμήματα του οικοτόπου τους.

30      Το ίδιο ακριβώς συμπέρασμα απορρέει από το μνημονευόμενο στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως κατευθυντήριο έγγραφο της Επιτροπής, το οποίο διευκρινίζει ότι οι τόποι ανάπαυσης, οι οποίοι ορίζονται ως οι περιοχές που είναι αναγκαίες για την επιβίωση ζώου ή ομάδας ζώων κατά τη διάρκεια της μη ενεργητικής φάσεως, «πρέπει να προστατεύονται ακόμη και όταν δεν χρησιμοποιούνται, αλλά υπάρχει ευλόγως μεγάλη πιθανότητα το συγκεκριμένο είδος να επανέλθει στους [...] τόπους αυτούς».

31      Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους προκύπτει ότι οι τόποι ανάπαυσης που δεν καταλαμβάνονται πλέον από προστατευόμενο ζωικό είδος δεν πρέπει να βλάπτονται ή να καταστρέφονται αφ’ ης στιγμής τα εν λόγω είδη ενδέχεται να επιστρέψουν στους εν λόγω τόπους.

32      Όσον αφορά, τρίτον, τον επιδιωκόμενο από την οδηγία για τους οικοτόπους σκοπό, υπενθυμίζεται ότι, όπως επισημαίνεται στις σκέψεις 18 έως 20 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία αυτή επιδιώκει να διασφαλίσει αυστηρή προστασία των ζωικών ειδών, μέσω, μεταξύ άλλων, των απαγορεύσεων που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1 (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2007, Επιτροπή κατά Αυστρίας, C‑508/04, EU:C:2007:274, σκέψεις 109 έως 112, καθώς και της 15ης Μαρτίου 2012, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑46/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:146, σκέψη 29).

33      Επομένως, το καθεστώς προστασίας που προβλέπει το άρθρο 12 της οδηγίας για τους οικοτόπους πρέπει να είναι ικανό να εμποδίσει πράγματι προσβολές των προστατευόμενων ζωικών ειδών και, ιδίως, φθορές στον οικότοπό τους.

34      Δεν θα ήταν όμως συμβατή με τον ως άνω σκοπό η μη προστασία των τόπων ανάπαυσης προστατευόμενου ζωικού είδους όταν αυτοί δεν καταλαμβάνονται μεν πλέον, αλλά υπάρχει αρκούντως μεγάλη πιθανότητα το εν λόγω είδος να επιστρέψει στους τόπους αυτούς, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει.

35      Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι ένας τόπος ανάπαυσης δεν καταλαμβάνεται πλέον από προστατευόμενο ζωικό είδος δεν σημαίνει ότι ο τόπος αυτός δεν τυγχάνει της προστασίας την οποία παρέχει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους.

36      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους έχει την έννοια ότι ο όρος «τόποι ανάπαυσης» της διάταξης αυτής περιλαμβάνει και τους τόπους ανάπαυσης οι οποίοι δεν καταλαμβάνονται πλέον από ένα από τα προστατευόμενα ζωικά είδη του παραρτήματος IV, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, όπως το Cricetus cricetus (κρικητός), εφόσον υπάρχει αρκετά μεγάλη πιθανότητα το εν λόγω είδος να επιστρέψει στους εν λόγω τόπους ανάπαυσης, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει.

 Επί του πέμπτου ερωτήματος

37      Με το πέμπτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους έχει την έννοια ότι ο όρος «τόποι αναπαραγωγής» της διάταξης αυτής περιλαμβάνει μόνον τον δυνάμενο να οριοθετηθεί επακριβώς τόπο εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα τακτικά πράξεις ζευγαρώματος ή πράξεις που συνδέονται άμεσα με την αναπαραγωγή του οικείου είδους ή και τον τόπο που είναι απολύτως αναγκαίος για την ανάπτυξη των νεογνών του εν λόγω είδους.

38      Πλην όμως, η Επιτροπή εκτιμά ότι στην απόφαση περί παραπομπής δεν παρατίθεται αιτιολογία όσον αφορά το λυσιτελές του ερωτήματος αυτού και ότι αυτό έχει υποθετικό χαρακτήρα.

39      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία έχει θεσμοθετήσει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει τη διαφορά και πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσει την απόφασή του όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português, C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 34 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Ως εκ τούτου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομοθετικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να απαντήσει σε αίτηση εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Persidera, C‑112/16, EU:C:2017:597, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ουδόλως εξηγεί για ποιο λόγο η σημασία της έννοιας του «τόπου αναπαραγωγής» είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

42      Πράγματι, αφενός, από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι τα ζημιογόνα μέτρα επηρέασαν τους τόπους ανάπαυσης, το δε αιτούν δικαστήριο ζητεί αποκλειστικώς να διευκρινιστεί αν οι τόποι αυτοί μπορούν επίσης να χαρακτηριστούν ως «τόποι ανάπαυσης» κατά την απαγόρευση του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους όταν δεν καταλαμβάνονται πλέον από τον κρικητό.

43      Αφετέρου, η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει κανένα πραγματικό ή νομικό στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να εκτιμηθεί αν και σε ποιο βαθμό, πέραν του χαρακτηρισμού του τμήματος του φυσικού οικοτόπου του κρικητού ως «τόπου ανάπαυσης», ο χαρακτηρισμός του οικοτόπου αυτού ως «τόπου αναπαραγωγής» ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

44      Πάντως, πέραν του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια του πλαισίου των πραγματικών περιστατικών που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει ρητώς από το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, η απαγόρευση οποιασδήποτε βλάβης ή καταστροφής αφορά τόσο τους τόπους αναπαραγωγής όσο και τους τόπους ανάπαυσης των προστατευόμενων ζωικών ειδών, χωρίς καμία διαφοροποίηση ως προς την εφαρμογή της απαγόρευσης αυτής αναλόγως του τμήματος του οικείου φυσικού οικοτόπου.

45      Κατά συνέπεια, το τρίτο ερώτημα είναι απαράδεκτο.

 Επί του δευτέρου, του τρίτου, του τέταρτου, του έκτου, του έβδομου και του όγδοου ερωτήματος

46      Με το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, το έκτο, το έβδομο και το όγδοο προδικαστικό του ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, ως προς την ερμηνεία των εννοιών της «βλάβης» και της «καταστροφής», κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους.

47      Εντούτοις, κατά την Επιτροπή, τα ερωτήματα αυτά είναι υποθετικής φύσεως.

48      Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι από τα ζημιογόνα μέτρα καταστράφηκαν δύο είσοδοι στοών του κρικητού, πράγμα που σημαίνει ότι τουλάχιστον οι στοές έχουν βλαφθεί.

49      Πλην όμως, επισημαίνεται πρώτον ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους αφορά τόσο τη βλάβη όσο και την καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης των προστατευόμενων ζωικών ειδών.

50      Δεύτερον, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή δεν διαχωρίζει την απαγόρευση βλάβης ή καταστροφής των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης αναλόγως της φύσης της επέμβασης στους εν λόγω τόπους. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η απόφαση των εθνικών αρχών να επιβάλουν στον ΙΕ πρόστιμο, το οποίο θα μπορούσε, σε περίπτωση μη καταβολής του, να μετατραπεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή, προβαίνει σε διαφοροποίηση, ως προς τη σοβαρότητα της κύρωσης που επιβάλλεται σχετικώς, αναλόγως του αν πρόκειται για βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης των προστατευόμενων ζωικών ειδών.

51      Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο, στο τρίτο, στο τέταρτο, στο έκτο, στο έβδομο και στο όγδοο ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

52      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, έχει την έννοια ότι ο όρος «τόποι ανάπαυσης» της διάταξης αυτής περιλαμβάνει και τους τόπους ανάπαυσης οι οποίοι δεν καταλαμβάνονται πλέον από ένα από τα προστατευόμενα ζωικά είδη του παραρτήματος IV, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, όπως το Cricetus cricetus (κρικητός), εφόσον υπάρχει αρκετά μεγάλη πιθανότητα το εν λόγω είδος να επιστρέψει στους εν λόγω τόπους ανάπαυσης, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.