Language of document : ECLI:EU:C:2020:512

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

EVGENI TANCHEV

της 2ας Ιουλίου 2020(1)

Υπόθεση C265/19

Recorded Artists Actors Performers Ltd

κατά

Phonographic Performance (Ireland) Ltd,

Minister for Jobs, Enterprise and Innovation,

Ιρλανδία,

Attorney General

[αίτηση του High Court (ανώτερου δικαστηρίου, Ιρλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της – Συνθήκη του ΠΟΔΙ του 1996 για τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα (Συνθήκη WPPT) – Υποχρέωση “εθνικής μεταχείρισης” των ερμηνευτών ή εκτελεστών – Εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή απορρέουσες από διεθνείς επιφυλάξεις – Αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης ή αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν, με βάση τις επιφυλάξεις αυτές, ποιοι ερμηνευτές ή εκτελεστές από τρίτες χώρες έχουν δικαίωμα εύλογης αμοιβής – Οδηγία 2006/115/ΕΚ – Άρθρο 8»






1.        Η υπό εξέταση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως η οποία υποβλήθηκε από το High Court (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία) αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8 της οδηγίας 2006/115/ΕΚ (2), σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 και 15 της Συνθήκης του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (στο εξής: ΠΟΔΙ) για τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα (World Intellectual Property Organisation Performances and Phonograms Treaty, στο εξής: Συνθήκη WPPT), η οποία συνήφθη στη Γενεύη στις 20 Δεκεμβρίου 1996 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2000/278/ΕΚ του Συμβουλίου (3).

2.        Tο αιτούν δικαστήριο, με τα προδικαστικά ερωτήματα, ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί ποιοι ερμηνευτές ή εκτελεστές (και παραγωγοί) μπορούν να απολαύουν του δικαιώματος «εύλογης αμοιβής» δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115. Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής, μολονότι στη διατύπωση του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος γίνεται αναφορά κυρίως στις διεθνείς υποχρεώσεις της Ένωσης και, κατά περίπτωση, στις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών.

3.        Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η απαίτηση εθνικής μεταχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 4 της Συνθήκης WPPT έχει εφαρμογή στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 και –με το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα– ποια είναι η έκταση της εξουσίας εκτιμήσεως που έχουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τους δικαιούχους του δικαιώματος ενιαίας και εύλογης αμοιβής το οποίο προβλέπει η οδηγία, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης όπου επιτρέπεται η διατύπωση επιφυλάξεων βάσει της Συνθήκης WPPT και έχει εφαρμογή η Σύμβαση της Ρώμης.

I.      Το νομικό πλαίσιο

1.      Η Σύμβαση της Ρώμης

4.        Η Διεθνής Σύμβαση περί της προστασίας των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοτηλεόρασης συνήφθη στη Ρώμη στις 26 Οκτωβρίου 1961 (στο εξής: Σύμβαση της Ρώμης).

5.        Το άρθρο 4 της Σύμβασης της Ρώμης προβλέπει τα εξής:

«Κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα παρέχει την εθνική μεταχείριση στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες, εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      η εκτέλεση γίνεται σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος

β)      η εκτέλεση έχει εγγραφεί σε φωνογράφημα προστατευόμενο κατά το παρακάτω άρθρο 5

γ)      εκτέλεση μη εγγεγραμμένη σε φωνογράφημα μεταδίδεται από εκπομπή προστατευόμενη κατά το άρθρο 6.»

6.        Το άρθρο 5 της εν λόγω Σύμβασης προβλέπει τα εξής:

«1.      Κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα παρέχει την εθνική μεταχείριση στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      η παραγωγός φωνογραφημάτων είναι υπήκοος άλλου συμβαλλόμενου κράτους (κριτήριο της υπηκοότητας)

β)      η πρώτη εγγραφή του ήχου πραγματοποιήθηκε σε ένα άλλο συμβαλλόμενο κράτος (κριτήριο της εγγραφής)

γ)      το φωνογράφημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε ένα άλλο συμβαλλόμενο κράτος (κριτήριο της δημοσίευσης).

2.      Όταν η πρώτη έκδοση έγινε μεν σε μη συμβαλλόμενο κράτος, το φωνογράφημα όμως το αργότερο μέσα σε τριάντα ημέρες από την πρώτη δημοσίευση, δημοσιεύθηκε επίσης και σε ένα συμβαλλόμενο κράτος (σύγχρονη δημοσίευση), το φωνογράφημα αυτό θα θεωρείται ότι εκδόθηκε για πρώτη φορά σε συμβαλλόμενο κράτος.

3.      Κάθε συμβαλλόμενο κράτος μπορεί με γνωστοποίησή του που κατατέθηκε στο Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόσει είτε το κριτήριο της δημοσίευσης είτε το κριτήριο της εγγραφής. Η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κατατεθεί κατά τη στιγμή της κύρωσης, της αποδοχής ή της προσχώρησης, ή οποτεδήποτε άλλοτε· στην τελευταία αυτήν περίπτωση δεν θα έχει ισχύ παρά μόνο μετά παρέλευση έξι μηνών από την κατάθεσή της.»

2.      Η Συνθήκη WPPT

7.        Τόσο η Ένωση όσο και όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης WPPT (όπως είναι, ειδικότερα, και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής).

8.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της Συνθήκης WPPT προβλέπει τα εξής:

«Από την παρούσα συνθήκη δεν προκύπτει καμία παρέκκλιση από τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα συμβαλλόμενα μέρη μεταξύ τους βάσει της [Σύμβασης της Ρώμης].»

9.        Κατά το άρθρο 2, στοιχεία αʹ, βʹ, δʹ, εʹ και ζʹ, της Συνθήκης WPPT, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

«Στο πλαίσιο της παρούσας Συνθήκης νοούνται ως:

α)      “ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες”, οι ηθοποιοί, τραγουδιστές, μουσικοί, χορευτές και άλλα πρόσωπα που υποδύονται, τραγουδούν, απαγγέλλουν, εκφωνούν, παίζουν, ερμηνεύουν ή εκτελούν καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο λογοτεχνικά ή καλλιτεχνικά έργα ή εκφράσεις της λαϊκής τέχνης·

β)      “φωνογράφημα”, η εγγραφή ήχων προερχόμενων από εκτέλεση ή από άλλους ήχους ή από παράσταση ήχων, εκτός από την υλική ενσωμάτωση σε κινηματογραφική ταινία ή άλλο οπτικοακουστικό έργο·

[...]

δ)      “παραγωγός φωνογραφημάτων” το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία ή έχει την ευθύνη για την εγγραφή για πρώτη φορά των ήχων μιας εκτέλεσης ή άλλων ήχων ή της παράστασης ήχων·

ε)      “δημοσίευση” μιας εγγεγραμμένης εκτέλεσης ή φωνογραφήματος, η διάθεση στο κοινό αντιτύπων της εκτέλεσης ή του φωνογραφήματος, με τη συναίνεση του δικαιούχου, και υπό τον όρο ότι τα αντίτυπα αυτά προσφέρονται στο κοινό σε εύλογη ποσότητα·

[...]

ζ)      “παρουσίαση στο κοινό” μιας εκτέλεσης ή φωνογραφήματος, η μετάδοση στο κοινό με κάθε μέσο, εκτός από την ραδιοτηλεοπτική εκπομπή, των ήχων μιας εκτέλεσης ή των ήχων ή των παραστάσεων ήχων που έχουν ενσωματωθεί σε φωνογράφημα. Στο πλαίσιο του άρθρου 15, η “παρουσίαση στο κοινό” περιλαμβάνει την παροχή της δυνατότητας ακοής από το κοινό των ήχων ή των παραστάσεών τους που έχουν ενσωματωθεί σε φωνογράφημα.»

10.      Το άρθρο 4 της Συνθήκης WPPT, το οποίο επιγράφεται «Εθνική μεταχείριση», προβλέπει τα εξής:

«1.      Κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στους υπηκόους των άλλων συμβαλλομένων μερών, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, τη μεταχείριση που παρέχει στους δικούς του υπηκόους όσον αφορά τα ειδικά αποκλειστικά δικαιώματα που παρέχονται από την παρούσα συνθήκη, και το δικαίωμα εύλογης αμοιβής που προβλέπεται στο άρθρο 15 της παρούσας συνθήκης.

2.      Η υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει, εφόσον ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος κάνει χρήση των επιφυλάξεων που επιτρέπει το άρθρο 15 παράγραφος 3 της παρούσας συνθήκης.»

11.      Το άρθρο 15 της Συνθήκης WPPT προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες και οι παραγωγοί φωνογραφημάτων έχουν δικαίωμα ενιαίας και εύλογης αμοιβής για την άμεση ή έμμεση χρήση των φωνογραφημάτων τους που δημοσιεύονται για εμπορικούς σκοπούς, για ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή για οποιαδήποτε παρουσίαση στο κοινό.

2.      Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν στις εθνικές νομοθεσίες τους ότι η ενιαία και εύλογη αμοιβή μπορεί να ζητηθεί από τον χρήστη εκ μέρους του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη ή εκ μέρους του παραγωγού του φωνογραφήματος ή και από τους δύο. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίσουν εθνικές νομοθετικές διατάξεις οι οποίες, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη και του παραγωγού φωνογραφήματος, προβλέπ[ουν] τους όρους σύμφωνα με τους οποίους κατανέμεται η ενιαία και εύλογη αμοιβή μεταξύ των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών και των παραγωγών φωνογραφημάτων.

3.      Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, με γνωστοποίησή του που κατατίθεται στο γενικό γραμματέα του ΠΟΔΙ, να δηλώσει ότι θα εφαρμόσει τις διατάξεις της παραγράφου 1 μόνο για ορισμένες χρήσεις, ή ότι θα περιορίσει την εφαρμογή τους κατά ορισμένο τρόπο ή ότι δεν θα εφαρμόσει αυτές τις διατάξεις καθόλου.

4.      Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, τα φωνογραφήματα που διατίθενται στο κοινό, με ενσύρματα ή ασύρματα μέσα, κατά τρόπο ώστε τα μέλη του κοινού να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά από τον τόπο και κατά τον χρόνο της ατομικής τους επιλογής, θεωρούνται ότι έχουν δημoσιευθεί για εμπορικούς σκοπούς.»

12.      Οι κοινές δηλώσεις σχετικά με το άρθρο 15 αναφέρουν τα εξής:

«Το άρθρο 15 θεωρείται ότι δεν αποτελεί ολοκληρωμένη λύση στο πρόβλημα του επιπέδου των δικαιωμάτων ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και παρουσίασης στο κοινό που θα πρέπει να έχουν οι παραγωγοί φωνογραφημάτων και οι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες στην εποχή των ψηφιακών μέσων. Οι αντιπροσωπείες δεν μπόρεσαν να επιτύχουν συναίνεση για τις διαφορετικές προτάσεις που υποβλήθηκαν σχετικά με τις μορφές αποκλειστικότητας που παρέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις ή για τα δικαιώματα που προβλέπονται χωρίς τη δυνατότητα επιφυλάξεων, και ως εκ τούτου το ζήτημα δεν επιλύθηκε προς το παρόν.

Το άρθρο 15 θεωρείται ότι δεν εμποδίζει την παροχή των δικαιωμάτων που προβλέπονται σ' αυτό στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες έργων λαϊκής τέχνης και στους παραγωγούς φωνογραφημάτων έργων λαϊκής τέχνης, εφόσον τα φωνογραφήματα αυτά δεν έχουν δημοσιευθεί με σκοπό το εμπορικό κέρδος.»

13.      Το άρθρο 23, παράγραφος 1, της Συνθήκης WPPT ορίζει τα εξής:

«Διατάξεις για την προστασία των δικαιωμάτων

1.      Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν τη δέσμευση να υιοθετήσουν, σύμφωνα με τα νομοθετικά τους συστήματα, τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της εφαρμογής της παρούσας συνθήκης.»

3.      Η οδηγία 2006/115

14.      Οι αιτιολογικές σκέψεις 5, 12, 13 και 16 της εν λόγω οδηγίας έχουν ως εξής:

«5.      Για τη συνέχεια του δημιουργικού και καλλιτεχνικού έργου των δημιουργών και των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών είναι αναγκαία η ύπαρξη επαρκούς εισοδήματος και οι επενδύσεις που απαιτούνται, ιδίως για την παραγωγή φωνογραφημάτων και ταινιών, είναι ιδιαίτερα υψηλές και ριψοκίνδυνες. Η δυνατότητα πραγματοποίησης του εν λόγω εισοδήματος και απόσβεσης των επενδυόμενων ποσών μπορεί να διασφαλιστεί αποτελεσματικά μόνο με την ενδεδειγμένη έννομη προστασία των εν λόγω δικαιούχων.

[…]

12.      Είναι αναγκαίο να καθιερωθεί σύστημα με το οποίο θα διασφαλίζεται ότι οι δημιουργοί και οι καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές λαμβάνουν εύλογη αμοιβή από την οποία δεν χωρεί παραίτηση και έχουν τη δυνατότητα να αναθέτουν τη διαχείριση αυτού του δικαιώματος σε εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που τους εκπροσωπούν.

13.      Αυτή η εύλογη αμοιβή μπορεί να καταβάλλεται με βάση μία ή περισσότερες πληρωμές ανά πάσα στιγμή, κατά τη σύναψη της σύμβασης ή αργότερα. Γι' αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σπουδαιότητα της συμβολής των ενεχομένων δημιουργών και καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών στο φωνογράφημα ή στην ταινία.

[…]

16.      Τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να προβλέπουν, για τους δικαιούχους των συγγενικών δικαιωμάτων, ευρύτερη προστασία από αυτή που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία όσον αφορά τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και την παρουσίαση στο κοινό.»

15.      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 έχει ως εξής:

«Δικαίωμα υλικής ενσωμάτωσης

1.      Τα κράτη μέλη παρέχουν στους καλλιτέχνες ή εκτελεστές το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την υλική ενσωμάτωση των εκτελέσεών τους.»

16.      Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 92/100/ΕΟΚ (4), προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν για τους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση και την παρουσίαση στο κοινό των εκτελέσεών τους, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκτέλεση αποτελεί ήδη μέρος ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής ή γίνεται από υλική ενσωμάτωση.

2.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν ένα δικαίωμα προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι ο χρήστης καταβάλλει εύλογη και ενιαία αμοιβή σε περίπτωση που ένα φωνογράφημα το οποίο εκδίδεται για εμπορικούς σκοπούς ή μια αναπαραγωγή του φωνογραφήματος αυτού χρησιμοποιείται για ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή για οποιαδήποτε παρουσίαση στο κοινό και προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η αμοιβή αυτή κατανέμεται μεταξύ των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών και των παραγωγών των φωνογραφημάτων. Τα κράτη μέλη, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών και παραγωγών φωνογραφημάτων, μπορούν να θεσπίζουν τους όρους για την κατανομή της αμοιβής αυτής μεταξύ τους.»

17.      Το άρθρο 11 της οδηγίας 2006/115, το οποίο επιγράφεται «Διαχρονική εφαρμογή», ορίζει τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία ισχύει για όλα τα έργα που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία, τις εκτελέσεις, τα φωνογραφήματα, τις εκπομπές και τις πρώτες υλικές ενσωματώσεις ταινιών που αναφέρονται σ’ αυτήν, και τα οποία εξακολουθούσαν, κατά την 1η Ιουλίου 1994, να προστατεύονται από τη νομοθεσία των κρατών μελών σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα ή πληρούσαν τα κριτήρια για προστασία βάσει των διατάξεών της κατά την εν λόγω ημερομηνία.»

4.      Το εθνικό δίκαιο

18.      Το άρθρο 38 του Copyright and Related Rights Act 2000 (No. 28 of 2000) (νόμου 28 του 2000 για το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα) (στο εξής: νόμος CRRA) προβλέπει δικαίωμα αμοιβής υπό ορισμένες περιστάσεις. Ειδικότερα, προβλέπει τα εξής:

«1. […] όποιος προτίθεται να

a)      πραγματοποιήσει δημόσια αναπαραγωγή ηχογράφησης ή

b)      να περιλάβει ηχογράφηση σε ραδιοτηλεοπτική εκπομπή ή σε καλωδιακό πρόγραμμα,

έχει δικαίωμα να το πράξει εφόσον

i)      συμφωνήσει να καταβάλει αμοιβή, για την αναπαραγωγή αυτή ή την ένταξη σε ραδιοτηλεοπτική εκπομπή ή σε καλωδιακό πρόγραμμα, σε φορέα χορήγησης αδειών εκμετάλλευσης και

ii)      εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

2.      Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματος δημόσιας αναπαραγωγής ηχογράφησης ή ένταξης ηχογράφησης σε ραδιοτηλεοπτική εκπομπή ή σε καλωδιακό πρόγραμμα εφόσον

a)      γνωστοποιήσει σε κάθε οικείο φορέα χορήγησης αδειών εκμετάλλευσης την πρόθεσή του για δημόσια αναπαραγωγή ηχογράφησης ή ένταξη ηχογράφησης σε ραδιοτηλεοπτική εκπομπή ή σε καλωδιακό πρόγραμμα,

b)      ενημερώσει κάθε τέτοιον φορέα για την ημερομηνία κατά την οποία –και από την οποία– προτίθεται να αναπαραγάγει ηχογραφήσεις δημόσια ή να περιλάβει ηχογραφήσεις σε ραδιοτηλεοπτική εκπομπή ή σε καλωδιακό πρόγραμμα,

c)      καταβάλει αμοιβή στον φορέα χορήγησης αδειών εκμετάλλευσης […]

[…]».

19.      Το άρθρο 184 του νόμου CRRA καθορίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες, μεταξύ άλλων, οι ηχογραφήσεις τυγχάνουν προστασίας δυνάμει δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα λογοτεχνικά, θεατρικά, μουσικά ή καλλιτεχνικά έργα, οι ηχογραφήσεις, οι κινηματογραφικές ταινίες, η στοιχειοθεσία δημοσιευμένης έκδοσης, καθώς και οι πρωτότυπες βάσεις δεδομένων, τυγχάνουν προστασίας δυνάμει δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, όταν διατίθενται νομίμως στο κοινό για πρώτη φορά

a)      στην ημεδαπή, ή

b)      σε χώρα, έδαφος, κράτος ή περιοχή όπου εκτείνεται η ισχύς της σχετικής διάταξης του παρόντος μέρους.

2)      Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως νόμιμη διάθεση έργου στο κοινό σε χώρα, έδαφος, κράτος ή περιοχή θεωρείται η νόμιμη διάθεση του έργου στο κοινό για πρώτη φορά, ακόμη και αν το έργο άρχισε ταυτόχρονα να διατίθεται νόμιμα επίσης στο κοινό άλλου τόπου· στο πλαίσιο αυτό, η νόμιμη διάθεση έργου στο κοινό άλλου τόπου θεωρείται ταυτόχρονη αν έχει πραγματοποιηθεί εντός των προηγούμενων 30 ημερών.»

20.      Το άρθρο 288 του νόμου CRRA ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς των διατάξεων του παρόντος μέρους και του μέρους IV, ως προστατευόμενη εκτέλεση θεωρείται η εκτέλεση η οποία είτε πραγματοποιείται από προστατευόμενο άτομο ή προστατευόμενο πρόσωπο είτε λαμβάνει χώρα σε προστατευόμενη χώρα, έδαφος, κράτος ή περιοχή, σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.»

21.      Το άρθρο 287 του εν λόγω νόμου προβλέπει τα εξής:

«Στο παρόν μέρος και στο μέρος IV

ως “προστατευόμενη χώρα” νοείται

a)      η Ιρλανδία,

b)      άλλο κράτος μέλος του [Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ)], ή

c)      εφόσον προβλέπεται από κυβερνητικό διάταγμα δυνάμει του άρθρου 289, οποιαδήποτε χώρα ορίζεται ως προστατευόμενη βάσει του εν λόγω άρθρου·

ως “προστατευόμενο άτομο” νοείται ο πολίτης ή υπήκοος προστατευόμενης χώρας ή το άτομο που έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε προστατευόμενη χώρα· και

ως “προστατευόμενο πρόσωπο” νοείται ο Ιρλανδός πολίτης ή το άτομο που έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην ημεδαπή.»

22.      Το άρθρο 289, παράγραφος 1, του CRRA ορίζει τα εξής:

«Η κυβέρνηση δύναται με διάταγμα να ορίσει ως προστατευόμενη χώρα, που απολαύει προστασίας δυνάμει του παρόντος μέρους και του μέρους IV, οποιαδήποτε χώρα, έδαφος, κράτος ή περιοχή ως προς την οποία η κυβέρνηση έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι παρέχει ή θα παράσχει, βάσει της νομοθεσίας της, επαρκή προστασία στις ιρλανδικές εκτελέσεις.»

II.    Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

23.      Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την είσπραξη και κατανομή της αμοιβής που καταβάλλεται για τη δημόσια αναπαραγωγή ηχογραφημένης μουσικής ή τη ραδιοτηλεοπτική εκπομπή ηχογραφημένης μουσικής. Βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ο ιδιοκτήτης μπαρ, νυχτερινού κέντρου ή άλλου δημόσιου χώρου που επιθυμεί να αναπαραγάγει ηχογραφημένη μουσική οφείλει να καταβάλει αμοιβή για τη χρήση αυτή. Ομοίως, κάθε πρόσωπο που επιθυμεί να περιλάβει ηχογράφηση σε ραδιοτηλεοπτική εκπομπή ή σε καλωδιακό πρόγραμμα οφείλει και αυτό να καταβάλει σχετική αμοιβή. Η υποχρέωση αυτή ρυθμίζεται λεπτομερώς στο εθνικό δίκαιο, με τον νόμο CRRA. Βάσει της νομοθεσίας, ο χρήστης καταβάλλει ενιαία αμοιβή σε φορέα χορήγησης αδειών ο οποίος εκπροσωπεί τον παραγωγό της ηχογράφησης, αλλά το εισπραττόμενο ποσό κατανέμεται, εν συνεχεία, μεταξύ του παραγωγού και των ερμηνευτών ή εκτελεστών.

24.      Η ενάγουσα της κύριας δίκης, η εταιρία Recorded Artists Actors Performers Ltd (στο εξής: RAAP), είναι ιρλανδική εταιρία συλλογικής διαχείρισης, η οποία διαχειρίζεται τα δικαιώματα ορισμένων ερμηνευτών ή εκτελεστών. Η πρώτη εναγομένη, η εταιρία Phonographic Performance (Ireland) Ltd (στο εξής: PPI), είναι ιρλανδική εταιρία συλλογικής διαχείρισης, η οποία ασκεί, ως εκπρόσωπος, τα δικαιώματα των παραγωγών φωνογραφημάτων επί των ηχογραφήσεων ή φωνογραφημάτων στην Ιρλανδία.

25.      Η RAAP και η PPI συνήψαν σύμβαση με την οποία καθορίζεται ο τρόπος είσπραξης και κατανομής των αμοιβών για τη δημόσια αναπαραγωγή ηχογραφήσεων (σε μπαρ και σε άλλα προσβάσιμα στο κοινό μέρη) στην Ιρλανδία από χρήστες στην Ιρλανδία (5).

26.      Η διαφορά μεταξύ της RAAP και της PPI ανέκυψε επειδή ο νόμος CRRA προβλέπει διαφορετικά κριτήρια για την παροχή προστασίας, αφενός, στους παραγωγούς και, αφετέρου, στους ερμηνευτές ή εκτελεστές, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα να αποκλείονται ορισμένοι ερμηνευτές ή εκτελεστές, από ορισμένες χώρες, από το δικαίωμα εύλογης αμοιβής (ειδικότερα, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής). Το γεγονός αυτό έκανε την PPI να υποστηρίζει, όπως προκύπτει, ότι δεν υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση καταβολής αμοιβής στους συγκεκριμένους αυτούς ερμηνευτές ή εκτελεστές· και ότι, ως εκ τούτου, η PPI έχει δικαίωμα να κρατεί τις αμοιβές που αντιστοιχούν στους εν λόγω ερμηνευτές ή εκτελεστές, οι οποίες έχουν εισπραχθεί δυνάμει της σύμβασης.

27.      Η RAAP θεωρεί ότι οι αμοιβές που καταβάλλονται δυνάμει του νόμου CRRA –με τον οποίο μεταφέρθηκε στην εθνική έννομη τάξη η οδηγία 92/100, η οποία κωδικοποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2006/115– πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας και τις διεθνείς συμφωνίες που αναφέρει η οδηγία αυτή, να κατανέμονται μεταξύ του παραγωγού και του ερμηνευτή ή εκτελεστή. Η ιθαγένεια και ο τόπος κατοικίας του ερμηνευτή ή εκτελεστή δεν ασκούν επιρροή.

28.      Η PPI ισχυρίζεται, αντιθέτως, ότι οι ερμηνευτές ή εκτελεστές οι οποίοι δεν είναι ούτε υπήκοοι ούτε κάτοικοι χώρας του ΕΟΧ και των οποίων οι εκτελέσεις δεν προέρχονται από ηχογράφηση πραγματοποιηθείσα εντός του ΕΟΧ δεν δικαιούνται μερίδιο από την αμοιβή, όταν οι εκτελέσεις αυτές αναπαράγονται στην Ιρλανδία. Διαφορετικά, αν έπρεπε να αμείβονται αυτοί οι ερμηνευτές ή εκτελεστές, τούτο θα παραβίαζε την πολιτική διεθνούς αμοιβαιότητας που εφαρμόζεται από την Ιρλανδία και προβλέπεται στον νόμο CRRA. Ειδικότερα, αν γινόταν δεκτή η άποψη της RAAP, οι ερμηνευτές ή εκτελεστές από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα αμείβονταν στην Ιρλανδία, μολονότι οι Ιρλανδοί ερμηνευτές ή εκτελεστές δεν λαμβάνουν εύλογη αμοιβή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

29.      Η RAAP άσκησε αγωγή κατά της PPI ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο επισημαίνει ότι από τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 38, 184, 208, 287 και 288 του νόμου CRRA συνάγεται ότι οι ερμηνευτές ή εκτελεστές «εκτός ΕΟΧ» αποκλείονται –εκτός αν εκδοθεί διάταγμα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 289 του ίδιου νόμου (πράγμα που δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα)– από το μερίδιό τους επί των αμοιβών που εισπράττονται δυνάμει του εν λόγω νόμου, με αποτέλεσμα, συχνά, οι παραγωγοί (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι εγκατεστημένοι εκτός ΕΟΧ) να λαμβάνουν το σύνολο των αμοιβών αυτών.

30.      Σε περίπτωση ηχογράφησης αφορώσας παραγωγούς και ερμηνευτές ή εκτελεστές από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο παραγωγός θα λάβει το σύνολο της αμοιβής που είναι καταβλητέα από τους χρήστες στην Ιρλανδία. Ο λόγος είναι ότι τα προβλεπόμενα στον νόμο CRRA κριτήρια προστασίας είναι ελαστικότερα για τους παραγωγούς από ό,τι για τους ερμηνευτές ή εκτελεστές.

31.      Κατά συνέπεια, η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση φαίνεται να είναι ασύμβατη με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115, στο μέτρο που αυτό απαιτεί την κατανομή της εύλογης αμοιβής μεταξύ των παραγωγών και των ερμηνευτών ή εκτελεστών.

32.      Επομένως, η λύση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται, ειδικότερα, από το αν η Ιρλανδία μπορεί –χωρίς να παραβεί την οδηγία 2006/115 (και, προηγουμένως, την οδηγία 92/100)– να ορίσει νομοθετικά ότι, στο έδαφός της, οι μνημονευόμενοι στην εν λόγω οδηγία «καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές» δεν περιλαμβάνουν τους «εκτός ΕΟΧ» ερμηνευτές ή εκτελεστές, όπως είναι οι ερμηνευτές ή εκτελεστές από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

33.      Λόγω των μεγάλων διακυβευμάτων της υπό κρίση αγωγής, η Ιρλανδία, ο Attorney General (γενικός εισαγγελέας) της Ιρλανδίας και ο Minister for Jobs, Enterprise and Innovation (Υπουργός Απασχόλησης, Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας) αποφάσισαν να μετάσχουν στην κύρια δίκη ως δεύτερος, τρίτος και τέταρτος εναγόμενος. Η πλήρης δικαστική απόφαση περιέχεται στο παράρτημα της διάταξης περί παραπομπής και διευκολύνει την κατανόηση των ζητημάτων που αποτελούν αντικείμενο της εν λόγω διάταξης.

34.      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το γεγονός ότι η εθνική νομοθεσία επιφυλάσσει σε όσους κατοικούν σε χώρα του ΕΟΧ την ίδια μεταχείριση με αυτήν που επιφυλάσσει στους Ιρλανδούς υπηκόους σημαίνει ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν αντιβαίνει στην κατά το δίκαιο της Ένωσης γενική αρχή της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων. Ωστόσο, η νομοθεσία αυτή πρέπει να είναι συμβατή όχι μόνο με την εν λόγω γενική αρχή, αλλά και με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115. Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε κράτος μέλος οφείλει να «εξασφαλίζ[ει] ότι ο χρήστης καταβάλλει εύλογη και ενιαία αμοιβή σε περίπτωση που ένα φωνογράφημα το οποίο εκδίδεται για εμπορικούς σκοπούς ή μια αναπαραγωγή του φωνογραφήματος αυτού χρησιμοποιείται για ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή για οποιαδήποτε παρουσίαση στο κοινό και προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η αμοιβή αυτή κατανέμεται μεταξύ των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών και των παραγωγών των φωνογραφημάτων».

35.      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι παραμένει αβέβαιη η έκταση στην οποία η ερμηνεία του άρθρου 8 της οδηγίας 2006/115 πρέπει να στηριχθεί στις διατάξεις της Συνθήκης WPPT (στην οποία είναι συμβαλλόμενα μέρη η Ιρλανδία και η Ένωση) και της Σύμβασης της Ρώμης (στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος η Ιρλανδία).

36.      Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να διασαφηνιστεί αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η «εθνική μεταχείριση», η οποία προβλέπεται σε αμφότερες τις ανωτέρω διεθνείς συμφωνίες, ασκεί επιρροή για την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115.

37.      Δεδομένου, αφενός, ότι η έννοια της «εθνικής μεταχείρισης», σε αντίθεση με ορισμένες άλλες έννοιες που περιέχονται στη Σύμβαση της Ρώμης και στη Συνθήκη WPPT, δεν περιελήφθη ρητώς στην οδηγία 2006/115 και, αφετέρου, ότι, λόγω της σύναψης της Συνθήκης WPPT από την Ένωση, η έννοια αυτή έχει ενταχθεί στο δίκαιο της Ένωσης, δεν είναι σαφές ποιο είναι, τελικά, το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω έννοιας για την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης στον τομέα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων.

38.      Το αιτούν δικαστήριο ζητεί καθοδήγηση από το Δικαστήριο επίσης όσον αφορά το ζήτημα αν αυτή η ασύμμετρη μεταχείριση των παραγωγών και των ερμηνευτών ή εκτελεστών συνιστά θεμιτή απάντηση σε επιφύλαξη που έχει διατυπωθεί δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, της Συνθήκης WPPT (ειδικότερα, στην επιφύλαξη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής).

39.      Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο το High Court (ανώτερο δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ερμηνεύουν την οδηγία 2006/115 […] υπό το πρίσμα του σκοπού και της οικονομίας της Σύμβασης της Ρώμης και/ή της Συνθήκης WPPT αφορά αποκλειστικώς έννοιες που μνημονεύονται ρητώς στην [εν λόγω] οδηγία ή, μήπως, καλύπτει και έννοιες οι οποίες υπάρχουν μόνο στις δύο αυτές διεθνείς συμφωνίες; Ειδικότερα, σε ποιον βαθμό πρέπει το άρθρο 8 της [εν λόγω] οδηγίας να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της απαίτησης επιφύλαξης “εθνικής μεταχείρισης”, κατά την έννοια του άρθρου 4 της Συνθήκης WPPT;

2)      Διαθέτουν τα κράτη μέλη εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη θέσπιση κριτηρίων βάσει των οποίων καθορίζεται ποιοι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες έχουν δικαίωμα σε μέρος της εύλογης αμοιβής που κατανέμεται σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας; Ειδικότερα, μπορεί κράτος μέλος να περιορίσει το δικαίωμα είσπραξης μέρους της εύλογης αμοιβής και να προβλέψει ότι αυτό υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις που i) η εκτέλεση πραγματοποιείται σε χώρα του [ΕΟΧ] ή ii) οι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες έχουν τη συνήθη διαμονή ή την κατοικία τους σε χώρα του ΕΟΧ;

3)      Ποια είναι η έκταση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει κράτος μέλος όταν απαντά σε επιφύλαξη την οποία έχει διατυπώσει άλλο συμβαλλόμενο μέρος δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, της Συνθήκης WPPT; Ειδικότερα, πρέπει η απάντηση του κράτους μέλους να αντικατοπτρίζει επακριβώς τους όρους της επιφύλαξης που έχει διατυπώσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος; Πρέπει το συμβαλλόμενο μέρος να μην εφαρμόζει τον κανόνα των 30 ημερών του άρθρου 5 της Σύμβασης της Ρώμης, όταν η εφαρμογή του έχει ως αποτέλεσμα να λαμβάνει μεν αμοιβή, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 1, ο παραγωγός φωνογραφήματος ο οποίος είναι εγκατεστημένος στο επιφυλασσόμενο μέρος, αλλά όχι και οι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες του ίδιου φωνογραφήματος; Ή, μήπως, το συμβαλλόμενο μέρος που απαντά μπορεί να παρέχει στους υπηκόους του επιφυλασσόμενου μέρους δικαιώματα ευρύτερα από εκείνα που αναγνωρίζει το επιφυλασσόμενο μέρος, τουτέστιν έχει τη δυνατότητα να παρέχει δικαιώματα τα οποία δεν ανταποδίδονται από το επιφυλασσόμενο μέρος βάσει της αρχής της αμοιβαιότητας;

4)      Επιτρέπεται υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να περιορίζεται το δικαίωμα εύλογης αμοιβής μόνο στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, δηλαδή να μην παρέχεται το δικαίωμα αυτό στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες των οποίων οι εκτελέσεις έχουν εγγραφεί στα εν λόγω φωνογραφήματα;»

40.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η RAAP, η PPI, η Ιρλανδία, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όλοι αυτοί οι μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Φεβρουαρίου 2020.

III. Ανάλυση

1.      Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα

1.      Συνοπτική έκθεση των επιχειρημάτων των μετεχόντων στην προδικαστική διαδικασία

41.      H RAAP υποστηρίζει ότι η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να ερμηνεύσει την οδηγία 2006/115 υπό το πρίσμα του σκοπού και της οικονομίας της Σύμβασης της Ρώμης και/ή της Συνθήκης WPPT συνεπάγεται υποχρέωση ερμηνείας της οδηγίας αυτής υπό την έννοια ότι θεσπίζει δέσμη κανόνων συμβατών με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις ανωτέρω πράξεις. Επομένως, το άρθρο 8 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επεκτείνει τα δικαιώματα που προβλέπει το άρθρο της 8, παράγραφος 2, σε όσους δικαιούνται, δυνάμει του άρθρου 4 της Συνθήκης WPPT, να τύχουν εθνικής μεταχείρισης όσον αφορά τα δικαιώματα αυτά.

42.      Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη η Σύμβαση της Ρώμης, παρά το γεγονός ότι η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Εξάλλου, η Σύμβαση αυτή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο ιστορικό της οδηγίας 2006/115.

43.      Η σχέση μεταξύ των άρθρων 4 και 5 της Σύμβασης της Ρώμης, αφενός, και των άρθρων 3 και 4 της Συνθήκης WPPT, αφετέρου, είναι τέτοια ώστε τα συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης WPPT να πρέπει να επεκτείνουν το ευεργέτημα της εθνικής μεταχείρισης στους ερμηνευτές ή εκτελεστές όσον αφορά τις εκτελέσεις που έχουν ενσωματωθεί σε φωνογράφημα που πληροί τις προϋποθέσεις εθνικής μεταχείρισης βάσει της Σύμβασης της Ρώμης. Το ευεργέτημα αυτό πρέπει να επεκτείνεται σε κάθε ερμηνευτή ή εκτελεστή μιας τέτοιας εκτέλεσης, ακόμη και αν αυτός δεν είναι υπήκοος συμβαλλόμενου κράτους.

44.      Η PPI υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η οδηγία 2006/115 πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο με τη Συνθήκη WPPT, και όχι κατά τρόπο που αντιβαίνει στις απορρέουσες από τη Συνθήκη WPPT ή τη Σύμβαση της Ρώμης υποχρεώσεις της Ένωσης ή κράτους μέλους. Όταν έννοιες της Σύμβασης της Ρώμης ή της Συνθήκης WPPT χρησιμοποιούνται στο κείμενο της οδηγίας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η Σύμβαση της Ρώμης ή (ανάλογα με την περίπτωση) η Συνθήκη WPPT κατά την ερμηνεία αυτών των φράσεων που περιλαμβάνονται στο κείμενο της οδηγίας. Επομένως, το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά τη διαδικασία ερμηνείας της διάταξης αυτής, ότι ενσωματώνει την απαίτηση εθνικής μεταχείρισης η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 της Συνθήκης WPPT, καθόσον με την οδηγία δεν επιδιώκεται να τεθούν σε εφαρμογή μέτρα για την εκπλήρωση της εν λόγω απαίτησης της Συνθήκης WPPT.

45.      Η Ιρλανδία δέχεται, στο πλαίσιο της ερμηνείας της Σύμβασης της Ρώμης και της Συνθήκης WPPT, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Συνθήκης WPPT εντάσσει στη Συνθήκη WPPT την έννοια της εθνικής μεταχείρισης που περιέχεται στα άρθρα 4 και 5 της Σύμβασης της Ρώμης: την έννοια της εθνικής μεταχείρισης που περιλαμβάνει την υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να επιφυλάσσουν εθνική μεταχείριση κάθε φορά που εκτέλεση ενσωματώνεται σε φωνογράφημα το οποίο δημοσιεύεται για πρώτη φορά (ή δημοσιεύεται εντός τριάντα ημερών) σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Οι κανόνες αυτοί απορρέουν από το «κριτήριο της δημοσίευσης» και από την έννοια της «σύγχρονης δημοσίευσης», που προβλέπονται στη Σύμβαση της Ρώμης.

46.      Ωστόσο, πράγμα που είναι σημαντικό για ένα κράτος με δυαδική προσέγγιση όσον αφορά το διεθνές δίκαιο, η Ιρλανδία ενδιαφέρεται να διασφαλιστεί ότι μόνον προσηκόντως θεσπισμένα ιρλανδικά νομοθετήματα ή νομοθετήματα του δικαίου της Ένωσης θεμελιώνουν δικαιώματα και υποχρεώσεις στην ιρλανδική έννομη τάξη και στην έννομη τάξη της Ένωσης.

47.      Η Ιρλανδία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της έννοιας της «εθνικής μεταχείρισης», η οποία προβλέπεται στη Συνθήκη WPPT και στη Σύμβαση της Ρώμης. Η οδηγία αυτή δεν αφορά την κατάσταση των ερμηνευτών ή εκτελεστών των οποίων οι εκτελέσεις ενσωματώνονται σε φωνογράφημα που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε τρίτο κράτος.

48.      Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι τόσο από το γράμμα, την οικονομία και τον σκοπό του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 όσο και από την υποχρέωση ερμηνείας της οδηγίας αυτής κατά τρόπο σύμφωνο με τις διεθνείς συμφωνίες που έχει συνάψει η Ένωση προκύπτει ότι στους καλυπτόμενους από τη διάταξη αυτή ερμηνευτές ή εκτελεστές καταλέγονται, κατ’ αρχήν, οι προερχόμενοι από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης WPPT, ανεξαρτήτως του αν κατοικούν εντός ή εκτός του ΕΟΧ.

2.      Εκτίμηση

49.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί πώς πρέπει να ερμηνευθεί η οδηγία 2006/115 όταν ορισμένες έννοιες οι οποίες ρητώς μνημονεύονται στις διεθνείς συμφωνίες στον τομέα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 της Συνθήκης WPPT υποχρέωση επιφύλαξης εθνικής μεταχείρισης, δεν περιλαμβάνονται στην οδηγία.

50.      Αφενός, η σημασία της υποχρέωσης εθνικής μεταχείρισης προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι η υποχρέωση αυτή αποτελούσε ανέκαθεν τον πυρήνα κάθε πολυμερούς συμφωνίας με αντικείμενο την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και ότι αποτελεί ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα που τα συμβαλλόμενα κράτη αποκτούν από τη συμμετοχή τους στις συμφωνίες αυτές (6). Αφετέρου, πρέπει να υπομνησθεί ότι το δικαίωμα αμοιβής (δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας 2006/115 ή του άρθρου 15 της Συνθήκης WPPT) καταλέγεται, από οικονομικής απόψεως, στα σημαντικότερα δικαιώματα των ερμηνευτών ή εκτελεστών και των παραγωγών φωνογραφημάτων.

51.      Η RAAP και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι στους ερμηνευτές ή εκτελεστές τους οποίους καλύπτει το κατοχυρωμένο στο δίκαιο της Ένωσης δικαίωμα εύλογης αμοιβής καταλέγονται, κατ’ αρχήν, οι ερμηνευτές ή εκτελεστές από τρίτες χώρες των οποίων η μουσική μεταδίδεται ραδιοτηλεοπτικά εντός της Ένωσης. Διατείνονται ότι τούτο απορρέει από τους γενικούς όρους που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης της Ένωσης («καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές») και από τους σκοπούς της οδηγίας 2006/115 (υψηλό επίπεδο προστασίας), αλλά ιδίως υποστηρίζουν ότι απορρέει από την υποχρέωση ερμηνείας του παραγώγου δικαίου της Ένωσης κατά τρόπο σύμφωνο με τις διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση, όπως τη Συνθήκη WPPT, της οποίας το άρθρο 4, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, παράγραφος 1, υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη (την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της) να επιφυλάσσουν «εθνική μεταχείριση» όσον αφορά την εύλογη αμοιβή που οφείλεται στους ερμηνευτές ή εκτελεστές.

52.      Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ανωτέρω επιχειρηματολογία είναι ορθή.

53.      Από την ανάλυση του γράμματος της οδηγίας 2006/115 είναι σαφές ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών δεν αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής και, επιπλέον, ότι τούτο συνάδει πλήρως με τις υποχρεώσεις που έχει η Ένωση στο πλαίσιο της Συνθήκης WPPT και με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως ευλόγως μπορεί να υποστηριχθεί, από απόψεως θεμελιωδών δικαιωμάτων, τόσο τα κράτη μέλη όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλουν να μεριμνούν ώστε, εντός της Ένωσης, κάθε ερμηνευτής ή εκτελεστής και κάθε παραγωγός να λαμβάνει εύλογη αμοιβή για τη παρουσίαση της εκτέλεσής του στο κοινό, παρά την ύπαρξη επιφύλαξης από τρίτο κράτος, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ότι οι ερμηνευτές ή εκτελεστές και οι παραγωγοί από χώρες του ΕΟΧ δεν λαμβάνουν τέτοια αμοιβή στο έδαφος του εν λόγω τρίτου κράτους. Τα θεμελιώδη δικαιώματα έχουν καθολικό χαρακτήρα και αυτό που είναι επίμαχο στην υπό κρίση διαφορά είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας.

54.      Η άποψη της PPI και της Ιρλανδίας ισοδυναμεί με ισχυρισμό ότι, δεδομένου ότι κάθε επιμέρους κανόνας μπορεί να μην περιλαμβάνεται στο κεκτημένο, τα κράτη μέλη διαθέτουν πλήρη ελευθερία.

55.      Αρκεί να επισημανθεί ότι τέτοιου είδους επιχείρημα έχει ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο στην αφορώσα συγγενικά δικαιώματα απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151, ιδίως σκέψη 70), καθώς και στη γνωμοδότηση 3/15 του Δικαστηρίου (Συνθήκη του Μαρακές για την πρόσβαση σε δημοσιευμένα έργα) (EU:C:2017:114).

56.      Κατ’ αρχάς, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της απαίτησης περί εθνικής μεταχείρισης των ερμηνευτών ή εκτελεστών από τρίτες χώρες, η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της Συνθήκης WPPT. Για τον σκοπό αυτόν, είναι αναγκαίο να κριθεί αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν λόγω απαίτηση εξακολουθεί να αποτελεί υποχρέωση την οποία έχουν τα κράτη μέλη ως συμβαλλόμενα μέρη αυτής της μεικτής συμφωνίας ή αν, αντιθέτως, πρόκειται για υποχρέωση την οποία πρέπει να αναλάβει η Ένωση ως συμβαλλόμενο μέρος της ίδιας συμφωνίας.

57.      Το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει το άρθρο 8 της οδηγίας 2006/115 υπό το πρίσμα των διεθνών υποχρεώσεων της Ένωσης, στις αποφάσεις SCF Consorzio Fonografici (7), PPL Ireland (8) και Verwertungsgesellschaft Rundfunk (9).

58.      Η εν λόγω νομολογία αφορά τη σχέση μεταξύ της οδηγίας και των διάφορων διεθνών συμφωνιών και ερμηνεύει ορισμένες από τις έννοιες που περιλαμβάνονται στο γράμμα του άρθρου 8 της οδηγίας υπό το πρίσμα των διεθνών υποχρεώσεων της Ένωσης που προβλέπονται στις συμφωνίες αυτές.

59.      Ειδικότερα, στην απόφαση SCF Consorzio Fonografici (C-135/10, EU:C:2012:140, σκέψεις 37 έως 56), το Δικαστήριο εξέτασε τη σχέση μεταξύ της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (στο εξής: Συμφωνία TRIPS), της Συνθήκης WPPT και της Σύμβασης της Ρώμης.

60.      Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, δυνάμει του άρθρου 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, «[ο]ι συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη». Τούτο ισχύει όσον αφορά τη Συνθήκη WPPT, στην οποία η Ένωση είναι πράγματι συμβαλλόμενο μέρος, και η Συνθήκη WPPT αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης. Κατά συνέπεια, η Συνθήκη WPPT δεσμεύει τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη. Όσον αφορά τη Σύμβαση της Ρώμης, οι διατάξεις της δεν αποτελούν μέρος της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω Σύμβασης και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει υποκαταστήσει τα κράτη μέλη όσον αφορά την εφαρμογή της, αν μη τι άλλο επειδή δεν είναι όλα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης αυτής, όπως η Μάλτα).

61.      Όσον αφορά τη Συνθήκη WPPT, το Δικαστήριο επισήμανε επίσης, στην απόφαση SCF (C-135/10, EU:C:2012:140, σκέψη 47), ότι το άρθρο 23, παράγραφος 1, της Συνθήκης WPPT απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη να θεσπίσουν, σύμφωνα με τα νομοθετικά τους συστήματα, τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της εφαρμογής της. Επομένως, η εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης WPPT προϋποθέτει, όσον αφορά την εκτέλεση ή τα αποτελέσματά τους, την έκδοση μεταγενέστερων πράξεων. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα στο δίκαιο της Ένωσης και δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα που αυτοί μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων βάσει του εν λόγω δικαίου.

62.      Εντούτοις, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, υπό το πρίσμα της δέκατης αιτιολογικής σκέψης της οδηγίας 92/100, η οδηγία αυτή, που αποσκοπεί στην εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων στον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας κατά τρόπο συνάδοντα με τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η Συμφωνία TRIPS, η Συνθήκη WPPT και η Σύμβαση της Ρώμης, θεσπίζει ένα σύνολο κανόνων οι οποίοι είναι συμβατοί με εκείνους των εν λόγω συμφωνιών.

63.      Πράγματι, η προσέγγιση υπέρ της οποίας τάσσομαι στις παρούσες προτάσεις φαίνεται να είναι η μόνη που συνάδει με το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και με πάγια νομολογία κατά την οποία το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο με τις υποχρεώσεις της Ένωσης που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, και ειδικότερα όταν οι διατάξεις του παραγώγου δικαίου σκοπούν ακριβώς να θέσουν σε εφαρμογή διεθνή συμφωνία συναφθείσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση (10).

64.      Η πλήρης έκταση της υποχρέωσης σύμφωνης ερμηνείας, σε περίπτωση προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οικεία διεθνή συμφωνία, αναδεικνύεται στην υπόθεση Hermes (11), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι όχι μόνον οι πράξεις της Ένωσης που αποσκοπούν στην εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων αυτών, αλλά και οι εθνικοί κανόνες που θέτουν σε εφαρμογή την εν λόγω πράξη της Ένωσης πρέπει να είναι χωριστά σύμφωνοι με τις απαιτήσεις των διεθνών συμφωνιών στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος η Ευρωπαϊκή Ένωση.

65.      Επιπλέον, τόσο η Συνθήκη WPPT όσο και η οδηγία 2006/115 αφορούν το δικαίωμα εύλογης αμοιβής στον επίμαχο τομέα. Επισημαίνω ότι η οδηγία 92/100 ήταν η προϊσχύσασα της οδηγίας 2006/115.

66.      Με βάση τον σκοπό και την οικονομία της προϊσχύσασας οδηγίας, η οδηγία αυτή προοριζόταν να θέσει τα θεμέλια για τη δημιουργία εσωτερικής αγοράς για το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα. Η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν, όπως επιβεβαιώθηκε με την τροποποιημένη πρόταση της εν λόγω οδηγίας (12), να συμβαδίσει με τις διατάξεις της Σύμβασης της Ρώμης, προκειμένου να επιτευχθεί ομοιόμορφη ελάχιστη προστασία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάντως, ο νομοθέτης της Ένωσης μερίμνησε να το πράξει τηρώντας τις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη ήσαν συμβαλλόμενα μέρη. Η (τότε) Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος σε καμία διεθνή σύμβαση στον τομέα του δικαίου της διανοητικής ιδιοκτησίας.

67.      Η δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/100 (η οποία αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2006/115) αναφέρει: «[…] πρέπει να υπάρξει προσέγγιση στις νομοθεσίες των κρατών μελών, με τρόπο που να μην αντιβαίνει στις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες βασίζ[ον]ται η πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα πολλών κρατών μελών».

68.      Η εν λόγω οδηγία περιείχε διάφορα στοιχεία τα οποία έβαιναν πέρα από τη Σύμβαση της Ρώμης. Όσον αφορά τους ερμηνευτές ή εκτελεστές, εισήχθη αποκλειστικό δικαίωμά τους (συναίνεσης ή απαγόρευσης) σχετικά με την υλική ενσωμάτωση των εκτελέσεών τους (άρθρο 7) και αποκλειστικό δικαίωμα επί της ασύρματης ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και της παρουσίασης στο κοινό των εκτελέσεών τους, εξαιρουμένων των περιπτώσεων πραγματοποίησης της μετάδοσης ή παρουσίασης από υλική ενσωμάτωση.

69.      Το άρθρο 8 της οδηγίας 92/100 παρεμβλήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και έγινε δεκτό από την Επιτροπή, με την τροποποιημένη πρότασή της, ως συμπλήρωμα της εισαγωγής του αποκλειστικού δικαιώματος των ερμηνευτών ή εκτελεστών να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την αναπαραγωγή της υλικής ενσωμάτωσης των εκτελέσεών τους σε φωνογραφήματα, το οποίο προβλέπεται σε άλλο σημείο της οδηγίας (άρθρο 7). Η πρόθεση ήταν να παρασχεθεί στους ερμηνευτές ή εκτελεστές η δυνατότητα να μοιράζονται με τους παραγωγούς τα οφέλη από κάθε περαιτέρω χρήση των φωνογραφημάτων από τρίτους, η οποία ενίοτε αποκαλείται δευτερογενής χρήση.

70.      Μετά τη σύναψη της Συνθήκης WPPT, η οδηγία 2001/29/ΕΚ (13) αποτέλεσε το όχημα για την εκπλήρωση των νέων υποχρεώσεων που απέρρεαν από τη Συνθήκη WPPT και τη Συνθήκη του ΠΟΔΙ για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (βλ. αιτιολογική σκέψη 15 της εν λόγω οδηγίας).

71.      Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, γεγονός παραμένει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν θέσπισε κανένα ειδικό μέτρο για την ενσωμάτωση του άρθρου 15, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης WPPT.

72.      Φρονώ ότι τούτο ήταν εν πάση περιπτώσει περιττό, επειδή το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/100, η οποία προηγήθηκε της σύναψης της Συνθήκης WPPT από την Ένωση, αντιστοιχεί ειδικά με το άρθρο 15 της Συνθήκης WPPT και το θέτει σε εφαρμογή.

73.      Επομένως, είναι σαφές ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θεώρησε ότι με το άρθρο 8 της οδηγίας 92/100 εκπλήρωσε την υποχρέωση που έχει από το άρθρο 23, παράγραφος 1, της Συνθήκης WPPT να εισαγάγει δικαίωμα εύλογης αμοιβής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης WPPT.

74.      Από τις προεκτεθείσες εκτιμήσεις προκύπτει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/100 (και το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115) πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με τη Συνθήκη WPPT.

75.      Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, κατά την κύρωση της Συνθήκης WPPT, η Ένωση δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη και, ως εκ τούτου, εξακολουθεί να δεσμεύεται από τις υποχρεώσεις πρόβλεψης εθνικής μεταχείρισης και εφαρμογής της οδηγίας 2006/115 άνευ περιορισμών.

76.      Από την νομολογία προκύπτει ότι οι έννοιες που περιέχονται στην οδηγία 2006/115 πρέπει να ερμηνεύονται, στο μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα των αντίστοιχων εννοιών που περιέχονται στη Συνθήκη WPPT (14), και κατά τρόπο συμβατό με τη Συνθήκη αυτή, λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου χρησιμοποιούνται οι έννοιες αυτές και του σκοπού των εν λόγω διατάξεων. Κατά την ερμηνεία της οδηγίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 4 της Συνθήκης WPPT. Τούτο σημαίνει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν την οδηγία κατά τρόπο σύμφωνο με την προβλεπόμενη στη Συνθήκη WPPT απαίτηση εθνικής μεταχείρισης.

77.      Η Επιτροπή ορθώς υποστηρίζει ότι η οδηγία 2006/115 έχει εφαρμογή στις πράξεις που διενεργούνται στο έδαφος της Ένωσης και ότι, όπως τα περισσότερα μέτρα που έχουν θεσπιστεί στο κεκτημένο στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας, ορίζει το πεδίο εφαρμογής της ratione materiae και όχι ratione personae (15).

78.      Θα επανέλθω στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 ακολούθως στο πλαίσιο της απάντησης στο δεύτερο, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.

79.      Προστασία παρέχεται στους δικαιούχους των οποίων τα έργα ή άλλα αντικείμενα, όπως εκτελέσεις, φωνογραφήματα ή εκπομπές, πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας για προστασία ratione materiae βάσει της οδηγίας 2006/115. Η ως άνω χρήση από τρίτους, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, ενεργοποιεί την προστασία που παρέχει η οδηγία.

80.      Οι επίμαχες διατάξεις απαιτούν απλώς να έχει ο χρήστης ενεργοποιήσει το δικαίωμα αμοιβής με αναπαραγωγή της ηχογράφησης εντός της Ένωσης. Υπό την έννοια αυτή, εκτέλεση εντός της Ένωσης/του ΕΟΧ λαμβάνει χώρα ανεξαρτήτως της ιθαγένειας ή του τόπου κατοικίας του ερμηνευτή ή εκτελεστή ή του τόπου της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης.

81.      Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι το γράμμα της οδηγίας 2006/115 είναι σαφές· και ότι η άνευ περιορισμών εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 2, στους δικαιούχους από άλλα συμβαλλόμενα μέρη συνάδει όχι μόνο με την υποχρέωση εθνικής μεταχείρισης, αλλά και με τον σκοπό και την οικονομία της οδηγίας, που συνίστανται σε ομοιόμορφη και υψηλού επιπέδου προστασία (16) και στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

82.      Επομένως, η Ιρλανδία, όπως κάθε κράτος μέλος, δεν διαθέτει (και ουδέποτε διέθετε) εξουσία εκτιμήσεως ώστε να εφαρμόζει τα δικά της κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται ποιοι ερμηνευτές ή εκτελεστές εμπίπτουν στην έννοια των «καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών» του άρθρου 8 της οδηγίας 2006/115, επειδή το ζήτημα αυτό διέπεται αποκλειστικά από την οδηγία, από απόψεως δικαίου της Ένωσης, υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων που η Ένωση έχει από τη Συνθήκη WPPT.

83.      Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ορθώς υποστηρίζει ότι η οδηγία 2006/115 συνάδει με την απορρέουσα από διεθνείς συμφωνίες υποχρέωση της Ένωσης να επιφυλάσσει εθνική μεταχείριση όσον αφορά τόσο το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της όσο και την εφαρμογή της στο σύνολο των πράξεων που διενεργούνται εντός της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτόν, δεν απαιτείται ειδική μνεία της έννοιας της εθνικής μεταχείρισης, προκειμένου η οδηγία να συνάδει με το άρθρο 4 της Συνθήκης WPPT. Επομένως, η υποχρέωση ερμηνείας του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας υπό το πρίσμα του άρθρου 4 της Συνθήκης WPPT δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η οδηγία δεν μνημονεύει ρητώς την εθνική μεταχείριση. O γενικός εισαγγελέας A. Tizzano στην υπόθεση SENA (C-245/00, EU:C:2002:543), συνήγαγε ότι οι κανόνες περί εθνικής μεταχείρισης που προβλέπει η Σύμβαση της Ρώμης αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του δικαίου της Ένωσης· επισημαίνω ότι οι εν λόγω προτάσεις είναι προγενέστερες της τυπικής κύρωσης της Συνθήκης WPPT από την Ένωση (17). Πράγματι, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 αντιστοιχεί στο άρθρο 15 της Συνθήκης WPPT.

84.      Σημαντικό είναι ότι η Ένωση, προκειμένου να τηρήσει τις υποχρεώσεις που έχει από τη Συνθήκη WPPT (βλ. δήλωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 26 της Συνθήκης WPPT), πρέπει να (είναι σε θέση να) διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη της εκπληρώνουν την απαίτηση εθνικής μεταχείρισης. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους διασφάλισης της εθνικής μεταχείρισης.

85.      Στο πλαίσιο αυτό, συμφωνώ με την εκτιθέμενη στη διάταξη περί παραπομπής εκτίμηση (σκέψη 37) ότι είναι δυνατή επίκληση του άρθρου 23, παράγραφος 1, της Συνθήκης WPPT, το οποίο ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν τη δέσμευση να θεσπίσουν, σύμφωνα με τα νομοθετικά τους συστήματα, τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της εφαρμογής της Συνθήκης αυτής. Επομένως, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως συμβαλλόμενο μέρος, υπόκειται στην υποχρέωση αυτή και ένας από τους τρόπους με τους οποίους η Ευρωπαϊκή Ένωση εκπληρώνει την εν λόγω υποχρέωση είναι μέσω του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115.

86.      Από τα προεκτεθέντα έπεται ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της PPI ότι, ελλείψει ειδικής πρόβλεψης στην εν λόγω οδηγία, η εθνική μεταχείριση επαφίεται στα κράτη μέλη.

87.      Κατά συνέπεια, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των απαιτήσεων της Συνθήκης WPPT, στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, και ότι η εν λόγω διάταξη συνάδει με την υποχρέωση της Ένωσης να επιφυλάσσει εθνική μεταχείριση, όπως απαιτείται από το άρθρο 4 της Συνθήκης WPPT, χωρίς να είναι αναγκαία η ύπαρξη ειδικής πρόβλεψης προς τούτο.

2.      Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα

1.      Συνοπτική έκθεση των επιχειρημάτων των μετεχόντων στην προδικαστική διαδικασία

88.      H RAAP υποστηρίζει ότι κράτος μέλος δεν έχει εξουσία εκτιμήσεως ώστε να θεσπίζει κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται ποιοι ερμηνευτές ή εκτελεστές χαρακτηρίζονται ως «καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές» σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115, στο μέτρο που τα κριτήρια αυτά αντιβαίνουν στις υποχρεώσεις που το κράτος μέλος έχει από τη Σύμβαση της Ρώμης και/ή από τη Συνθήκη WPPT.

89.      Η PPI υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, επειδή με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν θεσπίζονται μέτρα για την υλοποίηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 της Συνθήκης WPPT απαίτησης περί εθνικής μεταχείρισης, στις περιπτώσεις όπου η επίμαχη εκτέλεση δεν πραγματοποιήθηκε εντός του ΕΟΧ ή από υπήκοο ή κάτοικο χώρας του ΕΟΧ τα κράτη μέλη διατηρούν πλήρη εξουσία εκτιμήσεως ώστε να καθορίζουν τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται ποιοι είναι οι δικαιούχοι του δικαιώματος κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της Συνθήκης WPPT, υπό την επιφύλαξη, βεβαίως, της συμμόρφωσης των κρατών μελών με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις. Κατά συνέπεια, δεν αντιβαίνει σε απορρέουσα από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας υποχρέωση κράτους μέλους ο περιορισμός του δικαιώματος λήψης μεριδίου από την καταβολή εύλογης αμοιβής στις περιπτώσεις που η εγγραφή που χρησιμοποιήθηκε για ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή για παρουσίαση στο κοινό εντός του κράτους μέλους αφορούσε εκτέλεση η οποία πραγματοποιήθηκε i) σε χώρα του ΕΟΧ ή ii) από ερμηνευτή ή εκτελεστή ο οποίος είναι υπήκοος ή κάτοικος χώρας του ΕΟΧ.

90.      Η Ιρλανδία επισημαίνει ότι η οδηγία 2006/115 καταλείπει στα κράτη μέλη, όπως η Ιρλανδία, κατά τη μεταφορά της στην εθνική έννομη τάξη, τη συνήθη νομοθετική εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη μορφή και τις μεθόδους της μεταφοράς, άπαξ στην εθνική έννομη τάξη μεταφέρονται οι σκοποί της οδηγίας.

91.      Εν πάση περιπτώσει, η Ιρλανδία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι δεν έχει υποχρέωση να προβλέπει την καταβολή εύλογης αμοιβής κάθε φορά που παραγωγός δίσκου αποκτά δικαίωμα αμοιβής δυνάμει του κανόνα της πρώτης δημοσίευσης και του κανόνα των τριάντα ημερών, όπως προβλέπονται στη Σύμβαση της Ρώμης και έχουν ενταχθεί στη Συνθήκη WPPT δυνάμει του άρθρου 4 της εν λόγω Συνθήκης. Ουδεμία από τις συμφωνίες αυτές έχει άμεσο αποτέλεσμα ούτε στο κείμενο της εν λόγω οδηγίας υπάρχει κάτι που να μπορεί να θεωρηθεί ότι παραπέμπει στις επίμαχες έννοιες, οπότε αυτές δεν έχουν κανένα έρεισμα.

92.      Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι κράτος μέλος δεν διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως ώστε να θεσπίζει κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται ποιοι ερμηνευτές ή εκτελεστές χαρακτηρίζονται ως «καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές» σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας.

2.      Εκτίμηση

93.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν τα κράτη μέλη διαθέτουν εξουσία εκτιμήσεως ώστε να εφαρμόζουν τα δικά τους κριτήρια όσον αφορά την έννοια «καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές», στηριζόμενα στις διεθνείς συμφωνίες στον τομέα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη, όπως στη Σύμβαση της Ρώμης και στη Συνθήκη WPPT, επίσης στις περιπτώσεις όπου η εκτέλεση πραγματοποιείται εντός του ΕΟΧ.

94.      Κατά την άποψή μου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό απορρέει από την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.

95.      Θεωρώ ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, εφόσον δεν μνημονεύει ρητώς καμία διεθνή υποχρέωση, πρέπει να απαντηθεί μόνο με αναφορά στην οδηγία 2006/115 υπό το πρίσμα των διεθνών υποχρεώσεων της Ένωσης. Θα εξετάσω στο πλαίσιο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος το ζήτημα αν οι διεθνείς συμβάσεις αφήνουν εξουσία εκτιμήσεως και, όπως θα δούμε, τα κράτη μέλη δεν έχουν εξουσία εκτιμήσεως.

96.      Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας παρέχει προστασία τόσο στους ερμηνευτές ή εκτελεστές όσο και στους παραγωγούς όταν πληρούνται δύο προϋποθέσεις, ήτοι: i) η εκτέλεση έχει ενσωματωθεί σε φωνογράφημα που «εκδίδεται για εμπορικούς σκοπούς»· και ii) το φωνογράφημα αυτό χρησιμοποιείται από χρήστη με μία από τις δύο κρίσιμες πράξεις που είναι η παρουσίαση στο κοινό και η ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση.

97.      Ελλείψει ορισμού και οποιασδήποτε παραπομπής στο δίκαιο των κρατών μελών, η έννοια του φωνογραφήματος το οποίο «εκδίδεται για εμπορικούς σκοπούς» κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, πρέπει να νοηθεί ως αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης. Το περιεχόμενό της μπορεί να καθοριστεί με βάση τον σκοπό και την οικονομία της διάταξης αυτής: δεδομένου ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, προορίζεται να θέσει σε εφαρμογή το άρθρο 15 της Συνθήκης WPPT, θα πρέπει κατ’ αρχάς να ληφθεί υπόψη ο σχετικός ορισμός της «δημοσίευσης» στο άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της Συνθήκης WPPT, κατά τον οποίο «δημοσίευση» εγγεγραμμένης εκτέλεσης ή φωνογραφήματος σημαίνει τη διάθεση στο κοινό αντιτύπων της εκτέλεσης ή του φωνογραφήματος, με τη συναίνεση του δικαιούχου, και υπό την προϋπόθεση ότι τα αντίτυπα αυτά προσφέρονται στο κοινό σε εύλογη ποσότητα.

98.      Η Συνθήκη WPPT όρισε ότι οι εκτελέσεις που έχουν ενσωματωθεί σε φωνογράφημα πρέπει να τυγχάνουν εθνικής μεταχείρισης σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το φωνογράφημα πληροί τις προϋποθέσεις προστασίας. Μολονότι τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης της Ρώμης και της Συνθήκης WPPT έχουν ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά πτυχές των υποχρεώσεών τους εθνικής μεταχείρισης, πρόκειται για σαφή υποχρέωση χωρίς δυνατότητα παρέκκλισης. Η RAAP υποστηρίζει ότι τα κριτήρια για την απόλαυση του δικαιώματος δεν πρέπει να υπονομεύουν την εγγύηση καταβολής αμοιβής σε αμφότερες τις κατηγορίες δικαιούχων και το πραγματικό και ουσιαστικό δικαίωμα αμφότερων των δικαιούχων, το οποίο το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 έχει σκοπό να παρέχει.

99.      Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, ο ορισμός της «δημοσίευσης» στο άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της Συνθήκης WPPT δεν αναφέρει τον τόπο της δημοσίευσης ούτε την πρώτη δημοσίευση (η υπογράμμιση δική μου). Αντιθέτως, μνημονεύει μόνο την πράξη της διάθεσης στο κοινό κατόπιν συναίνεσης. Αυτή η πράξη της διάθεσης φωνογραφήματος που περιέχει ενσωματωμένη εκτέλεση πρέπει να είναι πράξη που λαμβάνει χώρα στην Ένωση. Πρέπει επίσης να τελείται «για εμπορικούς σκοπούς», οι οποίοι, ελλείψει ορισμού, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν την έννοια ότι το εν λόγω φωνογράφημα έχει τεθεί σε γενική κυκλοφορία και ότι είναι διαθέσιμο στην αγορά προς χρήση κατόπιν συναίνεσης.

100. Ωστόσο, στο γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 της Συνθήκης WPPT, δεν υπάρχει τίποτα από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η συγκεκριμένη εκτέλεση που είναι ενσωματωμένη στο φωνογράφημα πρέπει πρώτα να έχει πραγματοποιηθεί ή ότι η εν λόγω εκτέλεση πρέπει πρώτα να έχει ενσωματωθεί σε υλικό φορέα (η υπογράμμιση δική μου) εντός της Ένωσης, προκειμένου να υπάρξει δικαίωμα εύλογης αμοιβής.

101. Ειδικότερα, κράτος μέλος δεν μπορεί να περιορίζει το δικαίωμα λήψης μεριδίου από εύλογη αμοιβή προβλέποντας ότι αυτό υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις όπου η εκτέλεση πραγματοποιείται εντός του ΕΟΧ, ανεξαρτήτως του αν οι ερμηνευτές ή εκτελεστές κατοικούν σε χώρα του ΕΟΧ. Πράγματι, η οδηγία 2006/115 δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών συναφώς.

102. Όπως διευκρινίστηκε στο σημείο 97 των παρουσών προτάσεων, η έννοια του φωνογραφήματος το οποίο «εκδίδεται για εμπορικούς σκοπούς» κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, πρέπει να νοείται ως αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης. Οι επίμαχες διατάξεις απλώς απαιτούν ο χρήστης να έχει ενεργοποιήσει το δικαίωμα αμοιβής με αναπαραγωγή της ηχογράφησης εντός της Ένωσης. Υπό την έννοια αυτή, η εκτέλεση πραγματοποιείται εντός της Ένωσης/του ΕΟΧ ανεξαρτήτως της ιθαγένειας ή του τόπου κατοικίας του ερμηνευτή ή εκτελεστή ή του παραγωγού του δίσκου ή του τόπου της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης.

103. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, έχει εφαρμογή στη δευτερογενή χρήση φωνογραφήματος, η οποία είναι άμεση ή έμμεση και πραγματοποιείται στο έδαφος της Ένωσης/του ΕΟΧ. Ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, το οποίο αναφέρεται στον «καλλιτέχνη ερμηνευτή ή εκτελεστή» κατά γενικό τρόπο, και του άρθρου 15 της Συνθήκης WPPT, το άρθρο 8, παράγραφος 2, ενεργοποιείται από κάθε χρήστη ο οποίος προβαίνει σε πράξη παρουσίασης στο κοινό η οποία καθιστά δυνατή την ακρόαση από το κοινό των ήχων που έχουν ενσωματωθεί σε φωνογράφημα, ήτοι μέσω της αναπαραγωγής του φωνογραφήματος ή μέσω της ασύρματης ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσής του, δηλαδή με παραδοσιακά αναλογικά μέσα.

104. Κατά συνέπεια, «καλλιτέχνης ερμηνευτής ή εκτελεστής» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, είναι ο ερμηνευτής ή εκτελεστής, ήτοι πρόσωπο του οποίου η εκτέλεση καθίσταται αντικείμενο ακρόασης όταν φωνογράφημα στο οποίο έχει ενσωματωθεί υλικά η εν λόγω εκτέλεση αναπαράγεται στο έδαφος της Ένωσης.

105. Όπως επισήμανε συναφώς η Επιτροπή, το άρθρο 8, παράγραφος 2, διαφέρει από τα άρθρα 4 και 5 της Σύμβασης της Ρώμης, τα οποία επιτρέπουν στα συμβαλλόμενα μέρη να εφαρμόζουν κριτήριο ιθαγένειας ή υλικής ενσωμάτωσης ή δημοσίευσης τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τις εκτελέσεις που ενσωματώνονται σε φωνογραφήματα. Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 8, παράγραφος 2.

106. Το Δικαστήριο έχει επίσης ερμηνεύσει τις έννοιες της «παρουσίασης στο κοινό» και του «φωνογραφήματος» (στις αποφάσεις SCF, PPL Ireland και Rundfunk (18)), καθώς και τον όρο «μέρη όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου» (απόφαση Rundfunk) με παραπομπή στη Συνθήκη WPPT και στη Σύμβαση της Ρώμης. Πάντως, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/100 απαιτεί ατομική εκτίμηση της ταυτότητας του «χρήστη» και του ζητήματος της χρήσης του συγκεκριμένου φωνογραφήματος (απόφαση SCF).

107. Επιπλέον, θεωρώ (όπως η Επιτροπή) ότι η ανωτέρω ερμηνεία της οδηγίας 2006/115 είναι η μόνη που συνάδει με το υψηλό επίπεδο προστασίας (αιτιολογική σκέψη 5), την ομοιόμορφη προστασία και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (αιτιολογική σκέψη 17) (19).

108. Όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει στις αποφάσεις SCF και PPL Ireland, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 προβλέπει ένα δικαίωμα υπέρ των ερμηνευτών ή εκτελεστών και των παραγωγών φωνογραφημάτων, το οποίο έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα και το οποίο μπορεί να ασκηθεί σε περίπτωση χρήσης ενός έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου. Πρόκειται για δικαίωμα οικονομικής φύσεως κατ’ ουσίαν, το οποίο δεν μπορεί να ασκηθεί πριν φωνογράφημα δημοσιευθεί για εμπορικούς σκοπούς ή πριν αναπαραγωγή του φωνογραφήματος αυτού χρησιμοποιηθεί για παρουσίαση στο κοινό από χρήστη.

109. Παράλληλα, η οδηγία 2006/115 δεν προβαίνει σε ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό του περιεχομένου οποιασδήποτε έννοιας από τις περιλαμβανόμενες στο άρθρο 8, παράγραφος 2. Ως εκ τούτου, λαμβανομένων υπόψη της ανάγκης ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και της αρχής της ισότητας, οι έννοιες αυτές πρέπει συνήθως να ερμηνεύονται, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο (20).

110. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι κράτος μέλος δεν έχει εξουσία εκτιμήσεως ώστε να θεσπίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται ποιοι ερμηνευτές ή εκτελεστές χαρακτηρίζονται ως «καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές» σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2006/115. Ειδικότερα, κράτος μέλος δεν μπορεί να περιορίζει το δικαίωμα είσπραξης μέρους της εύλογης αμοιβής στις περιπτώσεις που η εκτέλεση πραγματοποιείται εντός του ΕΟΧ, ανεξαρτήτως του αν οι ερμηνευτές ή εκτελεστές είναι κάτοικοι χώρας του ΕΟΧ.

3.      Τρίτο προδικαστικό ερώτημα

1.      Συνοπτική έκθεση των επιχειρημάτων των μετεχόντων στην προδικαστική διαδικασία

111. Η RAAP υποστηρίζει ότι η εξουσία εκτιμήσεως την οποία κράτος μέλος έχει για να απαντήσει, στο πλαίσιο αμοιβαιότητας, σε επιφύλαξη την οποία άλλο συμβαλλόμενο μέρος έχει διατυπώσει δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, της Συνθήκης WPPT είναι περιορισμένη, υπό την έννοια ότι η απάντηση πρέπει να αντικατοπτρίζει τους όρους της διατυπωθείσας επιφύλαξης. Συμβαλλόμενο μέρος δεν απαιτείται να απέχει από την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης της Ρώμης σχετικά με τον κανόνα των τριάντα ημερών, προκειμένου να αποφύγει την εφαρμογή ασύμμετρων κριτηρίων προστασίας μεταξύ παραγωγών δίσκων και ερμηνευτών ή εκτελεστών. Αυτό που απαιτείται είναι να τηρούνται οι διατάξεις της Συνθήκης WPPT σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ερμηνευτών ή εκτελεστών για την εθνική μεταχείριση μιας εκτέλεσης λόγω της ενσωμάτωσής της σε προστατευόμενο φωνογράφημα (οι οποίες ενσωματώνουν τα κριτήρια της Σύμβασης της Ρώμης). Συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης WPPT έχει την ευχέρεια να προβλέπει δικαιώματα για τους υπηκόους άλλου συμβαλλόμενου μέρους το οποίο έχει διατυπώσει επιφύλαξη δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, που είναι ευρύτερα από τα δικαιώματα που το επιφυλασσόμενο μέρος προβλέπει στο εθνικό του δίκαιο· ωστόσο, η σχετική πρόβλεψη πρέπει να συνάδει με τις απαιτήσεις της Συνθήκης WPPT και, ανάλογα με την περίπτωση, της Σύμβασης της Ρώμης, καθώς και με τις σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.

112. Η PPI θεωρεί ότι, κατ’ αρχήν, κράτος μέλος έχει εξουσία εκτιμήσεως, βάσει της Συνθήκης WPPT, όταν απαντά σε επιφύλαξη διατυπωθείσα δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3: δεν υποχρεούται να επαναλάβει επακριβώς τα αποτελέσματα της επιφύλαξης και να αποτρέψει κάθε κατάσταση στην οποία οι υπήκοοι του επιφυλασσόμενου κράτους τίθενται σε πιο πλεονεκτική θέση από ό,τι οι δικοί του υπήκοοι έναντι του επιφυλασσόμενου κράτους. Η ίδια η Σύμβαση της Ρώμης προέβλεπε το ενδεχόμενο οι υπήκοοι μη συμβαλλόμενων κρατών να λάβουν, μέσω του κανόνα των τριάντα ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, πλεονέκτημα χωρίς ανταπόδοση, αλλά δεν απαίτησε από τα συμβαλλόμενα κράτη να αποφεύγουν το ενδεχόμενο αυτό. Η Ιρλανδία οφείλει, βάσει της Σύμβασης της Ρώμης, να τηρεί τις υποχρεώσεις που από τον κανόνα των τριάντα ημερών έχει έναντι των παραγωγών από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

113. Η πλεονεκτική θέση των παραγωγών από τις Ηνωμένες Πολιτείες (και από άλλα επιφυλασσόμενα συμβαλλόμενα μέρη) απορρέει μόνον από την εφαρμογή του κανόνα της πρώτης δημοσίευσης/των τριάντα ημερών που προβλέπεται στη Σύμβαση της Ρώμης: η Ιρλανδία μπορούσε να διατυπώσει επιφύλαξη, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο iii, της Σύμβασης της Ρώμης, προκειμένου να αποκλείσει τη βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, δυνατότητα καταβολής αμοιβής σε παραγωγούς που είναι υπήκοοι μη συμβαλλόμενων κρατών· η Ιρλανδία όμως επέλεξε να μην το πράξει και ούτε ήταν υποχρεωμένη να το πράξει. Δεν μπορεί τώρα να υποχρεωθεί να διατυπώσει τέτοια επιφύλαξη, προκειμένου να διασφαλίσει ίση μεταχείριση μεταξύ των παραγωγών και των ερμηνευτών ή εκτελεστών που είναι υπήκοοι επιφυλασσόμενων κρατών.

114. Επιφύλαξη διατυπωθείσα από συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης WPPT και αποκλείουσα την εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, έχει ως αποτέλεσμα ότι, ως προς το συμβαλλόμενο αυτό μέρος, εξακολουθεί να ισχύει το status quo όσον αφορά την καταβολή εύλογης αμοιβής στους παραγωγούς και στους ερμηνευτές ή εκτελεστές: ειδικότερα, η εν λόγω επιφύλαξη συνεπάγεται ότι η Ιρλανδία δεν μπορεί να έχει υποχρέωση να προβλέπει την καταβολή αμοιβής στους ερμηνευτές ή εκτελεστές που είναι υπήκοοι του επιφυλασσόμενου μέρους.

115. Η Ιρλανδία θεωρεί ότι η διατύπωση επιφύλαξης, ανεξάρτητα από την έκτασή της, κάλλιστα παρέχει στα άλλα συμβαλλόμενα μέρη τη δυνατότητα να μην επιφυλάξουν εθνική μεταχείριση. Διατείνεται ότι η προβαλλόμενη από τη RAAP απάντηση «καθρέφτης» δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα, στον σκοπό ή στο πλαίσιο της Συνθήκης WPPT. Συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα, σε περίπτωση διατύπωσης επιφύλαξης κατά την έννοια του παρόντος προδικαστικού ερωτήματος, να μεταχειρίζεται τους ερμηνευτές ή εκτελεστές με διαφορετικό τρόπο από τους παραγωγούς φωνογραφημάτων όταν το φωνογράφημα δημοσιεύεται για πρώτη φορά σε συμβαλλόμενο κράτος. Ως ζήτημα αρχής, και ανεξαρτήτως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη –εκτός αν έχει εφαρμογή κάποια απαγόρευση από το διεθνές δίκαιο–, το συμβαλλόμενο μέρος που απαντά έχει την ευχέρεια να θεσπίσει ευνοϊκότερο καθεστώς από αυτό που έχει θεσπιστεί από το επιφυλασσόμενο μέρος. Τούτο μπορεί να οφείλεται σε άλλους λόγους, που δεν συνδέονται ευθέως με το αντικείμενο, ή σε λόγους εσωτερικής πολιτικής.

116. Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν εξουσία εκτιμήσεως σε τομέα ο οποίος εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης και ότι δεν δύνανται να απαντούν στις επιφυλάξεις που διατυπώνονται από άλλα συμβαλλόμενα μέρη ή να εφαρμόζουν κριτήρια άλλα από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115.

2.      Εκτίμηση

117. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν τα κράτη μέλη μπορούν να απαντούν στις επιφυλάξεις που έχουν διατυπώσει άλλα συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης WPPT ή να εφαρμόζουν τους ειδικούς κανόνες της Σύμβασης της Ρώμης σχετικά με την επιλεξιμότητα για προστασία.

118. Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της έννοιας της «εύλογης αμοιβής» στο άρθρο 15 της Συνθήκης WPPT, στο άρθρο 12, στοιχείο δʹ, της Σύμβασης της Ρώμης (στο οποίο στηρίχθηκε το άρθρο 15 της Συνθήκης WPPT) και στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/100 (νυν οδηγίας 2006/115), θεωρώ ότι κρίσιμη είναι μόνον η Συνθήκη WPPT. Η Σύμβαση της Ρώμης δεν αποτελεί μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης και οι ειδικές απαιτήσεις που προβλέπονται στην εν λόγω Σύμβαση, στο άρθρο της 5, όσον αφορά το τι είναι προστατευόμενο φωνογράφημα δεν δεσμεύουν την Ένωση· ούτε τη δεσμεύουν οι κανόνες της Σύμβασης της Ρώμης που αφορούν την εθνική μεταχείριση, οι οποίοι παρέχουν δυνατότητα επιλογής μεταξύ της υλικής ενσωμάτωσης, της δημοσίευσης και της ιθαγένειας, για την επιλεξιμότητα για εθνική μεταχείριση.

119. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, ουδείς από τους κανόνες αυτούς που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση της Ρώμης αντικατοπτρίζεται στο γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115, το οποίο, ήδη από τότε που θεσπίστηκε στο πλαίσιο της οδηγίας 92/100, δεν παρέχει δυνατότητα διατύπωσης επιφυλάξεων ή περιορισμών κατά την εφαρμογή του.

120. Επομένως, μόνον το άρθρο 4, παράγραφος 2, της Συνθήκης WPPT πρέπει να αναλυθεί εν προκειμένω.

121. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της Συνθήκης WPPT, στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, προβλέπει εξαίρεση από την απαίτηση εθνικής μεταχείρισης σε περίπτωση διατύπωσης επιφυλάξεων δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, της Συνθήκης WPPT.

122. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η οδηγία 2006/115 εμπίπτει «σε τομέα ο οποίος τώρα υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης» και παραπέμπει γενικώς στους «κοινούς κανόνες της Ένωσης που απορρέουν από τα διάφορα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας που προβλέπονται στο δίκαιο της Ένωσης».

123. Κατά την Επιτροπή, μολονότι είναι αληθές ότι κατά τον χρόνο της υπογραφής και της κύρωσης της Συνθήκης WPPT και της αδελφής Συνθήκης, ήτοι της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία (WIPO Copyright Treaty, WCT), από την Ένωση, ο τομέας αυτός θεωρούνταν ότι εμπίπτει σε συντρέχουσα αρμοδιότητα και, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη κύρωσαν τις εν λόγω συνθήκες παράλληλα με την Ένωση, αυτό πλέον δεν ισχύει. Η Ένωση έχει υποκαταστήσει τα κράτη μέλη όσον αφορά τη Συνθήκη WPPT. Συναφώς, η Επιτροπή προτείνει να εφαρμοστεί από το Δικαστήριο (στην περίπτωση της Συνθήκης WPPT) η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση TV2 Danmark (21), η οποία αφορούσε τη Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων (22).

124. Ειδικότερα, η σκέψη 31 της εν λόγω απόφασης έχει ως εξής: «[…] με την έκδοση της [οδηγίας 2001/29] για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, ο νομοθέτης της Ένωσης λογίζεται ότι άσκησε τις αρμοδιότητες που προγενέστερα ανήκαν στα κράτη μέλη όσον αφορά τον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως προς το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, η Ένωση πρέπει να θεωρείται ότι υποκατέστησε τα κράτη μέλη, τα οποία παύουν να είναι αρμόδια για τη θέση σε εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της σύμβασης της Βέρνης».

125. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι ο τομέας στον οποίο έχει εφαρμογή η οδηγία 2006/115 καταλέγεται τώρα στους τομείς αποκλειστικής αρμοδιότητας, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαντούν στις επιφυλάξεις που διατυπώνονται από άλλα συμβαλλόμενα μέρη δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, της Συνθήκης WPPT· ούτε μπορούν να εφαρμόζουν τα ίδια το άρθρο 4, παράγραφος 2. Επομένως, στην Ευρωπαϊκή Ένωση εναπόκειται να καθορίσει, κατά τρόπο ενιαίο για ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης, ποια συνέπεια πρέπει να έχει, για τους καλλιτέχνες από τις Ηνωμένες Πολιτείες των οποίων η μουσική μεταδίδεται ραδιοτηλεοπτικά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιφύλαξη που διατύπωσε το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 3, της Συνθήκης WPPT.

126. Συμφωνώ με την ανωτέρω επιχειρηματολογία. Πρώτα απ’ όλα, κατά την άποψή μου, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία της PPI και της Ιρλανδίας, η οποία στηρίζεται στο γεγονός ότι η Συνθήκη WPPT δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα και με την οποία επιδιώκεται να δειχθεί ότι η προβλεπόμενη στην εν λόγω Συνθήκη εθνική μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών ουδεμία σχέση έχει με την οδηγία 2006/115.

127. Αρκεί η υπόμνηση ότι η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, μολονότι η Συνθήκη WPPT και η Σύμβαση της Ρώμης δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα, τούτο ουδόλως αναιρεί την υποχρέωση ερμηνείας της οδηγίας 2006/115 υπό το πρίσμα των συμφωνιών αυτών (23).

128. Περαιτέρω, το γεγονός και μόνον ότι το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης, το οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει την καταβολή εύλογης αμοιβής στους καλλιτέχνες των οποίων οι δημιουργίες παρουσιάζονται στο κοινό εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μνημονεύει ρητώς τη διεθνή υποχρέωση της Ένωσης να μεταχειρίζεται ισότιμα τους καλλιτέχνες της Ένωσης και εκείνους των τρίτων χωρών δεν αρκεί για να άρει την απαίτηση σύμφωνης ερμηνείας του παραγώγου δικαίου της Ένωσης με την υποχρέωση αυτή.

129. Επιπλέον, φρονώ ότι όντως πρέπει να θεωρηθεί ότι με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 τίθεται σε εφαρμογή από την Ένωση το άρθρο 15 της Συνθήκης WPPT, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού (24).

130. Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση ερμηνείας του παραγώγου δικαίου της Ένωσης κατά τρόπο σύμφωνο με μεικτή συμφωνία δεν εκτείνεται στις προβλεπόμενες στη συμφωνία αυτή υποχρεώσεις που εμπίπτουν σε τομείς στους οποίους η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ακόμα ασκήσει τις αρμοδιότητές της και δεν έχει νομοθετήσει σε αρκούντως σημαντικό βαθμό (25).

131. Επομένως, πρέπει κατ’ αρχάς να καθοριστεί αν υφίστανται κανόνες της Ένωσης «στον οικείο τομέα» (26).

132. Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας E. Sharpston στην υπόθεση Lesoochranárske zoskupenie (C-240/09, EU:C:2010:436, σημείο 66), δεν είναι κατ’ ανάγκην σαφές ποια είναι η «αρκούντως σημαντική» άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, ώστε να συναχθεί ότι η Ένωση έχει νομοθετήσει σε συγκεκριμένο «τομέα».

133. Πώς ορίζεται ο συγκεκριμένος «τομέας»; Θα μπορούσε να πρόκειται για τη «νομοθεσία περί διανοητικής ιδιοκτησίας» εν ευρεία εννοία; Είναι αληθές ότι στην απόφαση Etang de Berre (27) το Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη «νομοθεσίας που αφορά το περιβάλλον» αρκούσε για τη θεμελίωση της αρμοδιότητάς του. Εν πάση περιπτώσει, από τη νομολογία που αναλύεται στις παρούσες προτάσεις προκύπτει ότι ο «κρίσιμος τομέας» πρέπει να καθορίζεται κατά περίπτωση.

134. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή υποστήριξε, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι ο επίμαχος τομέας πρέπει να θεωρηθεί υπό ευρύτατη έννοια, αυτήν του τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας. Η Επιτροπή είχε προβάλει προηγουμένως το επιχείρημα αυτό, στις υποθέσεις Dior (28) και Merck Genericos (29).

135. Ακριβώς όπως το εν λόγω επιχείρημα υπέρ μιας ευρύτατης έννοιας απορρίφθηκε από το Δικαστήριο σε αμφότερες τις αποφάσεις –και παρά τη διατύπωση της σκέψης 31 της απόφασης της 26ης Απριλίου 2012, DR και TV2 Danmark (C-510/10, EU:C:2012:244), η οποία θεωρώ ότι πρέπει να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στην υπό κρίση υπόθεση–, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει ότι ο επίμαχος τομέας δεν μπορεί να προσδιοριστεί υπό την έννοια ότι, πολύ γενικά, αντιστοιχεί στο κεκτημένο στο πεδίο της διανοητικής ιδιοκτησίας.

136. Συγκεκριμένα, αν ο εν λόγω τομέας δικαίου χαρακτηριζόταν, στο σύνολό του, ως ο επίμαχος τομέας, κάλλιστα θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει νομοθετήσει με επάρκεια στο πεδίο της διανοητικής ιδιοκτησίας και να συναχθεί ότι όλες οι πτυχές του δικαίου αυτού, οι οποίες περιλαμβάνονται σε μεικτή συμφωνία, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης και όχι στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, παρά το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός ζητημάτων διανοητικής ιδιοκτησίας έχει αποτελέσει μέχρι τώρα αντικείμενο μόνον επιφανειακής εναρμόνισης.

137. Μολονότι είναι αναγκαίο να οριοθετηθεί με επαρκή ακρίβεια ο επίμαχος τομέας, εγείρεται το ζήτημα αν, λαμβανομένου υπόψη ιδίως του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος –δεδομένου ότι αυτό αφορά τις διαθέσιμες επιλογές ενός συμβαλλόμενου μέρους, όταν άλλο συμβαλλόμενο μέρος διατυπώνει επιφύλαξη, και εντάσσεται στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων–, προσήκει να ληφθεί υπόψη επίσης η νομολογία σχετικά με το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

138. Η τελευταία αυτή διάταξη αφορά τις διεθνείς δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η Ένωση και απαιτεί, προκειμένου να θεμελιωθεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, ο σχετικός τομέας να είναι «τομέας που ήδη καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από κανόνες της Ένωσης» (30) (βλ., περαιτέρω, σημείο 147 των παρουσών προτάσεων).

139. Ποιος είναι, επομένως, ο τομέας αυτός, δεδομένου ότι δεν μπορεί να περιλαμβάνει ολόκληρο τον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας;

140. Συμφωνώ με αυτό που εν συνεχεία η Επιτροπή προέβαλε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση· ο σχετικός τομέας ως προς τον οποίο η Επιτροπή δύναται να αξιώσει αποκλειστική αρμοδιότητα είναι τα δικαιώματα επί ηχογραφήσεων: ήτοι τα δικαιώματα του ερμηνευτή ή εκτελεστή και τα δικαιώματα του παραγωγού του δίσκου επί του αντικειμένου προστασίας, το οποίο είναι το φωνογράφημα (ή ο δίσκος) που αναπαράγεται σε εντευκτήρια, μπαρ, εστιατόρια κ.λπ., ήτοι χρησιμοποιείται από χρήστες στην Ένωση ως πράξη εκμετάλλευσης με σκοπό την παρουσίαση στο κοινό ή τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση (περιλαμβάνει επίσης τα δικαιώματα του δημιουργού επί του οικείου έργου που εκτελείται –αυτά μπορεί ενίοτε να συμπίπτουν, επειδή υπάρχουν τραγουδιστές που είναι τραγουδιστές-συνθέτες και στιχουργοί).

141. Όσον αφορά αυτή καθεαυτήν τη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών με βάση το κεκτημένο, αρκεί η επισήμανση ότι η οδηγία 2006/115, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν η PPI και η Ιρλανδία, δεν λέγει τίποτα συναφώς. Επομένως, έχει εφαρμογή σε όλους τους υπηκόους.

142. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, όταν το κεκτημένο σιωπά, έχει εφαρμογή σε όλους τους υπηκόους, σε αντίθεση με άλλους τομείς του δικαίου, όπως το δίκαιο των εταιριών ή το λογιστικό δίκαιο, όπου κρίσιμες έννοιες είναι έννοιες όπως η εγκατάσταση ή η κατοικία και όπου ο νομοθέτης της Ένωσης προβλέπει ειδικές ρυθμίσεις για το ζήτημα αυτό. Ως ζήτημα αρχής, τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στον τομέα του κεκτημένου στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η νομοθεσία αυτή είναι ουδέτερη ως προς το ζήτημα σε ποιον έχει εφαρμογή. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ένωση εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο των διεθνών συμβάσεων που προβλέπουν εθνική μεταχείριση.

143. Αν υπήρχε πρόθεση να παρακαμφθούν τα δικαιώματα των υπηκόων τρίτων χωρών, τούτο θα έπρεπε να το πράξει ρητώς ο νομοθέτης της Ένωσης, με νομοθετική τεχνική. Η σιωπή της οδηγίας 2006/115 ενισχύεται από το γράμμα της, το οποίο δεν αποκλείει κανέναν. Πράγματι, για να συγκρίνω την οδηγία αυτή με νομοθετική ρύθμιση όπου συντρέχει τέτοια περίπτωση, παραπέμπω στην οδηγία 2001/84 (σχετικά με το δικαίωμα μεταπώλησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτότυπου έργου τέχνης). Στην οδηγία αυτή, ο νομοθέτης της Ένωσης ρητώς όρισε ποιοι περιλαμβάνονται στους δικαιούχους, για να διασφαλίσει ότι μόνον τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης της Βέρνης που είχαν στη νομοθεσία τους ισοδύναμη ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου για τους καλλιτέχνες, όταν μεταπωλούν τα έργα τέχνης τους, μπορούσαν να ωφεληθούν από το δικαίωμα μεταπώλησης που έχει ο καλλιτέχνης.

144. Στην περίπτωση εκείνη, ο νομοθέτης της Ένωσης ρητώς όρισε, σε διάταξη που επιγράφεται «Δικαιούχοι των ποσοστών-υπήκοοι τρίτων χωρών», ότι «[τ]α κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι δημιουργοί που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών και, με την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφος 2, οι δικαιοδόχοι τους απολαύουν του δικαιώματος παρακολούθησης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους μόνον εφόσον η νομοθεσία της χώρας ιθαγενείας του δημιουργού ή του δικαιοδόχου του προστατεύει το δικαίωμα παρακολούθησης στη συγκεκριμένη χώρα υπέρ των δημιουργών από κράτη μέλη και των δικαιοδόχων τους».

145. Περαιτέρω παράδειγμα αποτελεί η οδηγία 96/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (31), με την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε το sui generis δικαίωμα, που όμοιό του δεν προβλέπεται σε καμία διεθνή σύμβαση· περιελήφθη διάταξη βάσει της οποίας το δικαίωμα απαγόρευσης της εξαγωγής και/ή της επαναχρησιμοποίησης του περιεχομένου βάσης δεδομένων χωρίς άδεια μπορεί να εφαρμόζεται για βάσεις δεδομένων των οποίων οι κατασκευαστές είναι υπήκοοι τρίτης χώρας ή έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε τρίτη χώρα ή για βάσεις δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί από νομικό πρόσωπο μη εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, κατά την έννοια της Συνθήκης, μόνον αν οι εν λόγω τρίτες χώρες προσφέρουν αντίστοιχη προστασία στις βάσεις δεδομένων των οποίων οι κατασκευαστές είναι υπήκοοι κράτους μέλους ή έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο έδαφος της Κοινότητας.

146. Στην οδηγία 2012/28/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με ορισμένες επιτρεπόμενες χρήσεις ορφανών έργων (32), η οποία συνιστούσε παρέκκλιση από τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και από άλλα συγγενικά δικαιώματα, ο νομοθέτης της Ένωσης, έχοντας επίγνωση των υποχρεώσεών του βάσει διεθνών συμφωνιών και για λόγους διεθνούς αβροφροσύνης, έλαβε την απόφαση να μην εφαρμόζει τους κανόνες στους υπηκόους τρίτων χωρών εκτός αν σχηματιζόταν η εύλογη άποψη, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού πλαισίου της υπόθεσης, ότι τελούσαν σε γνώση της πραγματοποιηθείσας χρήσης των έργων τους. Επομένως, οι υπήκοοι τρίτων χωρών αποκλείονταν από τα ενδεχομένως επιβλαβή αποτελέσματα της οδηγίας για τα ορφανά έργα.

147. Εν συνεχεία, εγείρεται το ζήτημα αν, στην υπό κρίση υπόθεση, μπορεί να γίνει επίκληση επίσης της νομολογίας σχετικά με το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και ειδικότερα της απόφασης Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151) και της γνωμοδότησης 3/15 του Δικαστηρίου (Συνθήκη του Μαρακές για την πρόσβαση σε δημοσιευμένα έργα) (EU:C:2017:114).

148. Θεωρώ ότι –ενώ οι δύο αυτές καταστάσεις αφορούσαν διεθνή σύμβαση η οποία επρόκειτο να τεθεί υπό διαπραγμάτευση και διεθνή σύμβαση η οποία είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης– εν προκειμένω η Ένωση δικαιολογημένα αξιώνει αποκλειστική αρμοδιότητα όχι μόνον όσον αφορά τα αποτελέσματα της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του κεκτημένου στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων, αλλά και όσον αφορά την εμβάθυνση της εναρμόνισης μέσω σημαντικής δέσμης κανόνων (33). Η οδηγία 2014/26/ΕΕ περιέχει τρεις ορισμούς διατάξεων οι οποίοι ασκούν επιρροή για την επίλυση της υπό κρίση υπόθεσης: έναν ουδέτερο ορισμό του δικαιούχου, έναν ουδέτερο ορισμό των εσόδων από τα δικαιώματα και έναν ουδέτερο ορισμό της διαχείρισης. Συγκεκριμένα, για κάθε πράξη εκμετάλλευσης δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος ενός προσώπου στην Ένωση, το πρόσωπο αυτό αποκομίζει έσοδα από δικαιώματα και κάθε δικαιούχος μπορεί να εγείρει αξίωση επί των εσόδων αυτών.

149. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, όπως ήδη εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Merck, οι συμφωνίες που συνάπτουν από κοινού η Ένωση και τα κράτη μέλη είναι αποκαλυπτικές του κοινού στόχου τους και τους δεσμεύουν έναντι των τρίτων χωρών που είναι συμβαλλόμενα μέρη στις συμφωνίες αυτές· η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, επιβάλλει στα κράτη μέλη να συνεργάζονται όχι μόνο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και κατά τη σύναψη των ως άνω συμφωνιών αλλά και κατά την εφαρμογή τους [γνωμοδότηση 1/94 του Δικαστηρίου (Συμφωνίες προσαρτημένες στη Συμφωνία ΠΟΕ) (EU:C:1994:384, σκέψη 108)]· τούτο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό με την υποχρέωση διασφάλισης της πρακτικής αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης όχι μόνο στον νομοθετικό τομέα αλλά και στον εκτελεστικό και στον δικαστικό τομέα (34).

150. Επισημαίνω επίσης ότι, όπως εύλογα μπορεί να υποστηριχθεί, υφίσταται άλλη μία αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης που μπορεί να ασκεί επιρροή εν προκειμένω: η αρμοδιότητα της κοινής εμπορικής πολιτικής (άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, ΣΛΕΕ). Στην απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Daiichi Sankyo και Sanofi-Aventis Deutschland (C-414/11, EU:C:2013:520, σκέψεις 52 και 53), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι κανόνες της Συμφωνίας TRIPS εμπίπτουν στην αρμοδιότητα αυτή. Πράγματι, ορισμένοι από τους εν λόγω κανόνες αφορούν ακριβώς τα δικαιώματα των ερμηνευτών ή εκτελεστών και των παραγωγών (35). Επομένως, μολονότι από τεχνικής απόψεως δεν υφίσταται επικάλυψη μεταξύ της Συμφωνίας TRIPS και της Συνθήκης WPPT, η ύπαρξη ορισμένης σύνδεσης είναι αναμφισβήτητη.

151. Βεβαίως, το εν προκειμένω επίμαχο ειδικό δικαίωμα δεν περιλαμβάνεται στη Συμφωνία TRIPS (αυτό που απαιτείται είναι η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις εθνικής μεταχείρισης και με τις διατάξεις της Συμφωνίας TRIPS για το καθεστώς του μάλλον ευνοούμενου κράτους). Εν πάση περιπτώσει, τούτο δεν εμποδίζει την Ένωση να προβλέψει ένα τέτοιο δικαίωμα, αλλά απλώς σημαίνει ότι αυτό δεν υπάρχει στο πλαίσιο της Συμφωνίας TRIPS.

152. Επομένως, από τις προεκτεθείσες εκτιμήσεις προκύπτει ότι, αν ο νομοθέτης της Ένωσης έχει τη βούληση να τροποποιήσει την οδηγία 2006/115 και να αποκλείσει τους υπηκόους τρίτων χωρών, τούτο εναπόκειται στην Ένωση να το πράξει, και δεν εναπόκειται στα είκοσι επτά κράτη μέλη να το επιχειρήσουν με πλείστους όσους τρόπους. Συγκεκριμένα, αν τούτο αφηνόταν στα κράτη μέλη, θα μεταβαλλόταν το πεδίο εφαρμογής των κοινών κανόνων που θεσπίζει η Ένωση.

153. Το ακόλουθο ζήτημα εγείρεται ως obiter dictum: αν, όσον αφορά τη Συνθήκη WPPT, θεωρηθεί ότι η Ένωση έχει υποκαταστήσει τα κράτη μέλη, ποιες έννομες συνέπειες έχουν οι επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί από κράτη μέλη δυνάμει της Συνθήκης αυτής (βλ. δηλώσεις του Βασιλείου της Δανίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στην υπ’ αριθ. 78 γνωστοποίηση σχετικά με την εν λόγω Συνθήκη, καθώς και δήλωση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας στην υπ’ αριθ. 88 γνωστοποίηση που προσαρτάται στη Συνθήκη αυτή);

154. Κατά την άποψή μου, από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις παρούσες προτάσεις προκύπτει ότι, κατά το μέρος που οι επιφυλάξεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται η εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, οι εν λόγω επιφυλάξεις δεν πρέπει να εφαρμόζονται.

155. Κατά συνέπεια, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν εξουσία εκτιμήσεως σε τομέα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης και δεν δύνανται να απαντούν στις επιφυλάξεις που διατυπώνονται από άλλα συμβαλλόμενα μέρη ή να εφαρμόζουν κριτήρια άλλα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115.

4.      Τέταρτο προδικαστικό ερώτημα

1.      Συνοπτική έκθεση των επιχειρημάτων των μετεχόντων στην προδικαστική διαδικασία

156. Η RAAP και η Επιτροπή θεωρούν, κατ’ ουσίαν, ότι είναι ανεπίτρεπτο να περιορίζεται στους παραγωγούς ηχογραφήσεων το δικαίωμα εύλογης αμοιβής το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115, ήτοι να μην αναγνωρίζεται το δικαίωμα αυτό στους ερμηνευτές ή εκτελεστές των οποίων οι εκτελέσεις έχουν ενσωματωθεί στην εν λόγω ηχογράφηση, στις περιπτώσεις που το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται στους παραγωγούς.

157. Η PPI διατείνεται ότι, με το τέταρτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν επιτρέπεται, δυνάμει της Συνθήκης WPPT, η διαφορετική μεταχείριση των παραγωγών και των ερμηνευτών ή εκτελεστών, ειδικά με το να αναγνωρίζεται το δικαίωμα εύλογης αμοιβής στους παραγωγούς και να μην αναγνωρίζεται στους ερμηνευτές ή εκτελεστές. Η PPI υποστηρίζει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική.

158. Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας 2006/115 στην εθνική έννομη τάξη και λαμβανομένης υπόψη της επιφύλαξης των Ηνωμένων Πολιτειών, δικαιούται, εν ανάγκη, να επιφυλάσσει εθνική μεταχείριση στους ερμηνευτές ή εκτελεστές που είτε πραγματοποιούν την εκτέλεση σε χώρα του ΕΟΧ είτε κατοικούν σε τέτοια χώρα, ενώ ταυτόχρονα έχει επίσης τη δυνατότητα να διευρύνει με εκτελεστικό διάταγμα τις κατηγορίες ερμηνευτών ή εκτελεστών. Αυτή η εξουσία εκτιμήσεως υφίσταται λόγω του γράμματος της οδηγίας, του ιστορικού της και της αιτιολογικής της σκέψης που αφορά τους οικονομικούς φορείς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ιρλανδία έχει το δικαίωμα, ιδίως λόγω της αντίστοιχης μη αναγνώρισης δικαιωμάτων από το εθνικό δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και επειδή η Συνθήκη WPPT δεν έχει έμμεσο αποτέλεσμα, να αποσυνδέει το δικαίωμα αμοιβής που αναγνωρίζεται στους παραγωγούς από τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους ερμηνευτές ή εκτελεστές, όταν οι εκτελέσεις έχουν ενσωματωθεί με άλλον τρόπο σε φωνογράφημα, δυνάμει των κανόνων του εθνικού δικαίου που αφορούν την πρώτη δημοσίευση σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος.

2.      Εκτίμηση

159. Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν επιτρέπεται περιορισμός του δικαιώματος εύλογης αμοιβής κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι ερμηνευτές ή εκτελεστές των οποίων οι εκτελέσεις έχουν ενσωματωθεί στην οικεία ηχογράφηση να μην εισπράττουν καμία αμοιβή και να ωφελείται μόνον ο παραγωγός δίσκων.

160. Όπως επισημαίνει η RAAP, το άρθρο 8, παράγραφος 2, ρητώς υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν δικαιώματα αμοιβής τόσο στους ερμηνευτές ή εκτελεστές όσο και στους παραγωγούς. Επρόκειτο για σκόπιμη παρέκκλιση από το καθεστώς διεθνούς δικαίου που προβλεπόταν στη Σύμβαση της Ρώμης κατά τον χρόνο έκδοσης της οδηγίας 2006/115 (36). Με την προσχώρηση της Ένωσης στη Συνθήκη WPPT, ευθυγραμμίστηκαν το διεθνές καθεστώς και το καθεστώς που καθιερώθηκε από την οδηγία.

161. Τα προεκτεθέντα επιρρωννύονται από το πλαίσιο και τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας. Όπως προκύπτει ιδίως από τις αιτιολογικές της σκέψεις 5, 7 και 10, στους σκοπούς της οδηγίας αυτής καταλέγονται, μεταξύ άλλων, η προστασία των ερμηνευτών ή εκτελεστών, η εναρμόνιση ορισμένων από τα δικαιώματά τους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και η διασφάλιση της κατοχύρωσης των εν λόγω δικαιωμάτων από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.

162. Αρκεί η επισήμανση ότι το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 απαιτεί από τα κράτη μέλη να μεριμνούν για την κατανομή της αμοιβής. Δεδομένου ότι δεν χωρεί παραίτηση από το δικαίωμα αυτό, κατανομή που ισοδυναμεί με μη είσπραξη πραγματικής αμοιβής αποτελεί εν τοις πράγμασι απαλλοτρίωση του δικαιώματος αυτού, ακόμη και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ των παραγωγών δίσκων και των ερμηνευτών ή εκτελεστών (βλ., συναφώς, αιτιολογικές σκέψεις 12 και 13 της οδηγίας).

163. Όπως δέχεται το αιτούν δικαστήριο, από την απόφαση SENA (37) προκύπτει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/100 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115) πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα εντός όλων των κρατών μελών και να εφαρμόζεται από κάθε κράτος μέλος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εύλογος χαρακτήρας της αμοιβής, η οποία αντιστοιχεί στην αντιπαροχή της χρήσης εμπορικού φωνογραφήματος, ειδικότερα για τους σκοπούς ραδιοφωνικής μετάδοσης, πρέπει να εκτιμάται, μεταξύ άλλων, υπό το πρίσμα της αξίας της συγκεκριμένης χρήσης στις εμπορικές συναλλαγές.

164. Ακόμη και η Επιτροπή δέχεται ότι τα κράτη μέλη έχουν εξουσία εκτιμήσεως ώστε να καθορίζουν, στο έδαφός τους, τα πιο κατάλληλα κριτήρια για τη διασφάλιση, εντός των ορίων που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως η οδηγία 2006/115, της συμμόρφωσης προς την εν λόγω αντίληψη της Ένωσης, κατά την οποία η αμοιβή, η οποία αντιστοιχεί στην αντιπαροχή της χρήσης εμπορικού φωνογραφήματος, πρέπει να είναι εύλογη, ιδίως υπό το πρίσμα της αξίας της συγκεκριμένης χρήσης στις εμπορικές συναλλαγές.

165. Ωστόσο, φρονώ ότι η μνεία των «κατάλληλων κριτηρίων για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης» δεν εκτείνεται μέχρι τον ratione personae καθορισμό των δικαιούχων βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2. Αντιθέτως, η εξουσία εκτιμήσεως που έχουν τα κράτη μελών περιορίζεται, κατ’ αρχήν, στην εκτίμηση του εύλογου χαρακτήρα της αμοιβής.

166. Διαφορετικά, ο σκοπός της οδηγίας 2006/115, ο οποίος συνίσταται στην καθιέρωση εναρμονισμένης έννομης προστασίας στον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας, θα θιγόταν αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τα κράτη μέλη ως νομική βάση για τον καθορισμό των δικαιούχων της αμοιβής αυτής. Η προσέγγιση αυτή θα αντέβαινε στην αιτιολογική σκέψη 17 (38).

167. Τέλος, επισημαίνεται ότι οι νόμοι περί πνευματικής ιδιοκτησίας της πλειονότητας των κρατών μελών (τουλάχιστον δεκαοκτώ κρατών μελών (39)) ρητώς προβλέπουν ότι, ελλείψει συμφωνίας, η ενιαία και εύλογη αμοιβή –μετά την αφαίρεση των εύλογων εξόδων διαχείρισης– πρέπει να κατανέμεται ισομερώς (50:50) μεταξύ των ερμηνευτών ή εκτελεστών και των παραγωγών.

168. Επομένως, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν συνάδει με το άρθρο 8, παράγραφος 2, περιορισμός του δικαιώματος εύλογης αμοιβής κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι ερμηνευτές ή εκτελεστές των οποίων οι εκτελέσεις έχουν ενσωματωθεί στην ηχογράφηση να μην εισπράττουν καμία αμοιβή και να ωφελείται μόνον ο παραγωγός δίσκων.

IV.    Πρόταση

169. Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του High Court [ανώτερου δικαστηρίου, Ιρλανδία) ως εξής:

1)      Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των απαιτήσεων της Συνθήκης του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) για τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα (Συνθήκη WPPT), στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, και, ως τέτοιο, συνάδει με την υποχρέωση της Ένωσης να επιφυλάσσει εθνική μεταχείριση, όπως απαιτείται από το άρθρο 4 της Συνθήκης WPPT, χωρίς να είναι αναγκαία η ύπαρξη ειδικής πρόβλεψης προς τούτο.

2)      Κράτος μέλος δεν έχει εξουσία εκτιμήσεως ώστε να θεσπίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται ποιοι ερμηνευτές ή εκτελεστές χαρακτηρίζονται ως «καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές» σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2006/115. Ειδικότερα, κράτος μέλος δεν μπορεί να περιορίζει το δικαίωμα είσπραξης μέρους της εύλογης αμοιβής στις περιπτώσεις που η εκτέλεση πραγματοποιείται εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), ανεξαρτήτως του αν οι ερμηνευτές ή εκτελεστές είναι κάτοικοι χώρας του ΕΟΧ.

3)      Τα κράτη μέλη δεν έχουν εξουσία εκτιμήσεως σε τομέα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης και δεν δύνανται να απαντούν στις επιφυλάξεις που διατυπώνονται από άλλα συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης WPPT ή να εφαρμόζουν κριτήρια άλλα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115.

4)      Δεν συνάδει με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 περιορισμός του δικαιώματος εύλογης αμοιβής κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι ερμηνευτές ή εκτελεστές των οποίων οι εκτελέσεις έχουν ενσωματωθεί στην ηχογράφηση να μην εισπράττουν καμία αμοιβή και να ωφελείται μόνον ο παραγωγός δίσκων.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (κωδικοποίηση) (ΕΕ 2006, L 376, σ. 28).


3      Απόφαση της 16ης Μαρτίου 2000 (ΕΕ 2000, L 89, σ. 6).


4      Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ 1992, L 346, σ. 61).


5      Από τη δικογραφία προκύπτει ότι υφίστανται δύο δίκες που αφορούν τη διαφορά. Η άλλη δίκη αφορά τα εκ του νόμου καθήκοντα των οργανώσεων που εκπροσωπούν, αφενός, τους παραγωγούς και, αφετέρου, τους ερμηνευτές ή εκτελεστές. Ειδικότερα, αφορά το ζήτημα ποια οργάνωση είναι επιφορτισμένη με τον υπολογισμό της αμοιβής που καταβάλλεται στους επιμέρους ερμηνευτές ή εκτελεστές. Η RAAP υποστηρίζει ότι πρόκειται για δικό της καθήκον, καθόσον η ίδια είναι η οργάνωση συλλογικής διαχείρισης που εκπροσωπεί τους ερμηνευτές ή εκτελεστές. Αν τούτο ευσταθεί, η PPI θα υποχρεούται να καταβάλλει ένα κατ’ αποκοπήν ποσό στη RAAP και η RAAP, εν συνεχεία, θα κατανέμει το ποσό αυτό –αφαιρώντας τα έξοδα διαχείρισης– στους επιμέρους ερμηνευτές ή εκτελεστές. Υπάρχει ένα άλλο ζήτημα το οποίο αφορά το αν η RAAP δικαιούται να εισπράττει για λογαριασμό όλων των ερμηνευτών ή εκτελεστών ορισμένης κατηγορίας ή μόνο για λογαριασμό των ερμηνευτών ή εκτελεστών που της έχουν πραγματικά εκχωρήσει το δικαίωμα αυτό. Η άλλη αυτή δίκη δεν αποτελεί αντικείμενο της διάταξης περί παραπομπής.


6      Reinbothe, J., και Von Lewinski, S., The WIPO Treaties on Copyright: A Commentary on the WCT, the WPPT, and the BTAP, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2015, σ. 296, το οποίο προσφέρει επίσης χρήσιμη επισκόπηση του ιστορικού πλαισίου της Συνθήκης WPPT και σχολιασμό της.


7      Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012 (C-135/10, EU:C:2012:140). Βλ., συναφώς, Malenovsky, J., La contribution de la Cour de justice à l’harmonisation du droit d’auteur dans l’Union européenne, ERA Forum (2012), 13, σ. 411.


8      Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, Phonographic Performance (Ireland) (C-162/10, EU:C:2012:141).


9      Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2017 (C-641/15, EU:C:2017:131).


10      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1998, Bettati (C-341/95, EU:C:1998:353, σκέψη 20), και της 7ης Δεκεμβρίου 2006, SGAE (C-306/05, EU:C:2006:764, σκέψη 35).


11      Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998 (C-53/96, EU:C:1998:292, σκέψη 28).


12      Πρόταση της 30ής Απριλίου 1992 [COM(92) 159 τελικό, σ. 12].


13      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10).


14      Πρβλ. απόφαση SCF (σκέψεις 52 επ.). Για κριτικές παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω νομολογία, βλ. Simon, D., Effets des accords internationaux dans l’ordre juridique de l’Union, Europe, αριθ. 5, Μάιος 2012.


15      Για διαφορετική προσέγγιση, βλ. οδηγία 2001/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με το δικαίωμα παρακολούθησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτότυπου έργου τέχνης (ΕΕ 2001, L 272, σ. 32).


16      Πρόκειται για τον σκοπό εναρμόνισης βάσει των άρθρων 114, 56 και 62 ΣΛΕΕ.


17      Πρβλ., επίσης, Sterling on World Copyright Law, 4η έκδ., Sweet & Maxwell Thomson Reuters, §28B.07.


18      Αντίστοιχα, αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2012, SCF Consorzio Fonografici (C-135/10, EU:C:2012:140, στο εξής: απόφαση SCF), της 15ης Μαρτίου 2012, Phonographic Performance (Ireland) (C-162/10, EU:C:2012:141, στο εξής: απόφαση PPL Ireland), και της 16ης Φεβρουαρίου 2017, Verwertungsgesellschaft Rundfunk (C-641/15, EU:C:2017:131). Βλ., γενικά, Ben Dahmen, K., Interactions du droit international et du droit de l’Union européenne: Un pluralisme juridique rénové en matière de propriété industrielle, L’Harmattan, 2013.


19      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2009, Sony Music Entertainment (C‑240/07, EU:C:2009:19, σκέψεις 20 έως 25, 27 και 35). Τούτο προκύπτει ήδη από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Βλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 2016, Reha Training Gesellschaft (C-117/15, EU:C:2016:379, σκέψη 28).


20      Πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2009, Infopaq International (C-5/08, EU:C:2009:465, σκέψεις 27 και 28), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2014, Deckmyn και Vrijheidsfonds (C-201/13, EU:C:2014:2132, σκέψεις 14 και 15).


21      Απόφαση της 26ης Απριλίου 2012, DR και TV2 Danmark (C-510/10, EU:C:2012:244, σκέψη 31). Για κριτικές παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω νομολογία, βλ. Treppoz, E., «Le juge européen et les normes internationales en matière de droit d’auteur», Chronique Droit européen de la propriété intellectuelle, RTD Eur., 2012, σ. 964. Βλ., επίσης, Bergé, J.-S., «Les mots de l’interaction: compétence, applicabilité et invocabilité», JDI, 2012, chron. 5.


22      Πράξη των Παρισίων της 24ης Ιουλίου 1971, όπως τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 (στο εξής: Σύμβαση της Βέρνης). Βλ. συναφώς, όσον αφορά την «εθνική μεταχείριση», Ricketson, S., και Ginsburg, J. C., International Copyright and Neighbouring Rights: The Berne Convention and Beyond, τόμος 1, Οξφόρδη, 2006, σ. 295.


23      Βλ. απόφαση SCF (C-135/10, EU:C:2012:140, σκέψεις 47 έως 50, 52 και 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., ωστόσο, Moura Vicente, D., La propriété intellectuelle en droit international privé, ADI Poche, 2009, σ. 120, και σημείωση 274, όπου διευκρινίζεται ότι ορισμένα άρθρα της Συμφωνίας TRIPS είναι δυνατόν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα, όπως έχει προγενέστερα κριθεί στη Γερμανία.


24      Η οποία προβλέπει τα εξής: «[τ]α συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν στις εθνικές νομοθεσίες τους ότι η ενιαία και εύλογη αμοιβή μπορεί να ζητηθεί από τον χρήστη εκ μέρους του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη ή εκ μέρους του παραγωγού του φωνογραφήματος ή και από τους δύο. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίσουν εθνικές νομοθετικές διατάξεις οι οποίες, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη και του παραγωγού φωνογραφήματος, προβλέπ[ουν] τους όρους σύμφωνα με τους οποίους κατανέμεται η ενιαία και εύλογη αμοιβή μεταξύ των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών και των παραγωγών φωνογραφημάτων».


25      Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, Merck Genéricos – Produtos Farmacêuticos (C-431/05, EU:C:2007:496, σκέψεις 34, 35 και 46).


26      Πρβλ. αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, Merck Genéricos – Produtos Farmacêuticos (C‑431/05, EU:C:2007:496, σκέψη 35), και της 8ης Μαρτίου 2011, Lesoochranárske zoskupenie (C-240/09, EU:C:2011:125, σκέψεις 31 και 32).


27      Απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2004, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C-239/03, EU:C:2004:598, σκέψη 28). Για κριτικές παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω νομολογία, βλ., επί παραδείγματι, Tanghe, Y., The EU’s external competence in IP matters: the contribution of the Daiichi Sankyo case to cloudy constitutional concepts, blurred borders, and corresponding court jurisdiction, Columbia Journal of European Law, τόμος 22.1, 2015, σ. 139 επ.


28      Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Dior κ.λπ. (C-300/98 και C-392/98, EU:C:2000:688).


29      Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, Merck Genéricos – Produtos Farmacêuticos (C-431/05, EU:C:2007:496). Βλ., επί παραδείγματι, Holdgaard, R., Case C-431/05, Merck Genéricos, CMLR 45, 2008, σ. 1233.


30      Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151, σκέψεις 65 επ.), και γνωμοδότηση 3/15 του Δικαστηρίου (Συνθήκη του Μαρακές για την πρόσβαση σε δημοσιευμένα έργα) (EU:C:2017:114, σκέψη 107).


31      ΕΕ 1996, L 9, κωδικοποιημένη έκδοση, σ. 1.


32      Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ. ΕΕ 2012, L 299, σ. 5.


33      Επί παραδείγματι, οδηγία 2014/26/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2014, για τη συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων καθώς και τη χορήγηση πολυεδαφικών αδειών για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2014, L 84, σ. 72).


34      Στις προτάσεις στην υπόθεση Merck περιλαμβάνεται η ακόλουθη παραπομπή: Kahl, W. «Artikel 10», σε Callies, C., και Ruffert, M., Kommentar zu EU-Vertrag und EG-Vertrag, εκδοτικός οίκος Luchterhand, 2η έκδ. αναθεωρημένη και διευρυμένη, Neuwied/Kriftel, 2002, σ. 451 επ. Τα επιχειρήματα αυτά υποστηρίζει επίσης ο Etienne, J., Arrêt «Merck Genéricos»: la compétence d’interprétation d’un accord international conclu par la Communauté et les Etats membres, Journal de droit européen, 2008, σ. 46.


35      Βλ. άρθρο 14 της Συμφωνίας TRIPS.


36      Βλ., επί παραδείγματι, Walter, M., von Lewinski, S., European Copyright Law: A Commentary, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2010, σημείο 6.8.13.


37      Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2003 (C-245/00, EU:C:2003:68). Η απόφαση αυτή αφορά την έκταση στην οποία διεθνείς συμφωνίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βοήθημα κατά την ερμηνεία της οδηγίας.


38      «Μετά την εναρμόνισή τους, τα δικαιώματα εκμίσθωσης και δανεισμού, καθώς και η προστασία στον τομέα των συγγενικών δικαιωμάτων δεν πρέπει να ασκούνται κατά τρόπο που να συνιστά συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών […]».


39      Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελλάδα, Εσθονία, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Λιθουανία, Μάλτα, Ουγγαρία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία και Σουηδία.