Language of document : ECLI:EU:C:2020:551

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA

της 9ης Ιουλίου 2020(1)

Υπόθεση C56/19 P

RFA International, LP

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Ντάμπινγκ – Εισαγωγή σιδηροπυριτίου καταγωγής Ρωσίας – Κανονισμός (ΕΚ) 1225/2009 – Άρθρο 11, παράγραφοι 9 και 10 – Απόρριψη των αιτήσεων επιστροφής καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ – Μέθοδος έρευνας – Μεταβολή των συνθηκών σε σχέση με την αρχική έρευνα ή σε σχέση με έρευνες επιστροφής και ενδιάμεσης επανεξετάσεως – Κατασκευασμένη τιμή εξαγωγής – Αφαίρεση των καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ – Πειστική απόδειξη»






1.        Το 2008, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 172/2008 (2) για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου (κράμα που χρησιμοποιείται στην παρασκευή σιδήρου και χάλυβα) καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας (3).

2.        Με τον κανονισμό αυτόν επιβλήθηκε δασμός αντιντάμπινγκ (ύψους 22,7 %) επί της καθαρής τιμής «ελεύθερο στα σύνορα της Ένωσης», πριν από την καταβολή δασμού, για τα προϊόντα δύο επιχειρήσεων εγκατεστημένων στη Ρωσία (4) με τις οποίες συνδεόταν η RFA International, LP (στο εξής: RFA) (5).

3.        Οι επιχειρήσεις τις οποίες αφορούσαν τα μέτρα αντιντάμπινγκ του αρχικού κανονισμού κίνησαν σειρά διαδικασιών με αιτήματα τη μερική ακύρωση του κανονισμού, την αναθεώρησή του ή την επιστροφή των ήδη καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ.

4.        Συγκεκριμένα, η RFA ζήτησε την επιστροφή των ποσών που είχε καταβάλει ως δασμούς αντιντάμπινγκ από την 1η Οκτωβρίου 2010 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012.

5.        Στις 18 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό επιστροφής με τις αποφάσεις C(2014) 9805 τελικό, C(2014) 9806 τελικό, C(2014) 9807 τελικό, C(2014) 9808 τελικό, C(2014) 9811, τελικό, C(2014) 9812 τελικό και C(2014) 9816 τελικό (στο εξής: επίδικες αποφάσεις).

6.        Στις 4 Μαρτίου 2015, η RFA άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως κατά των αποφάσεων αυτών, ισχυριζόμενη ότι οι τελευταίες παρέβαιναν διάφορες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 (6).

7.        Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της RFA με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2018 (7), κατά της οποίας στρέφεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

I.      Νομικό πλαίσιο. Κανονισμός 1225/2009

8.        Κατά το άρθρο 11:

«[…]

8.      Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, ένας εισαγωγέας δύναται να ζητήσει την επιστροφή δασμών που έχουν ήδη εισπραχθεί, εφόσον αποδεικνύεται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ που ελήφθη ως βάση για την καταβολή των δασμών έχει εξαλειφθεί ή μειωθεί σε επίπεδο κατώτερο του ύψους του ισχύοντος δασμού.

Προκειμένου να ζητήσει την επιστροφή δασμών αντιντάμπινγκ, ο εισαγωγέας υποβάλλει σχετική αίτηση στην Επιτροπή. Η αίτηση υποβάλλεται μέσω του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου τα προϊόντα ετέθησαν σε ελεύθερη κυκλοφορία, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές καθόρισαν με τον προβλεπόμενο τρόπο το ύψος των προς επιβολή οριστικών δασμών ή από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για την οριστική είσπραξη των ποσών που έχουν καταβληθεί ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν πάραυτα την αίτηση στην Επιτροπή.

Μια αίτηση επιστροφής θεωρείται δεόντως τεκμηριωμένη βάσει αποδεικτικών στοιχείων μόνον όταν περιέχει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το ποσό της ζητούμενης επιστροφής δασμών αντιντάμπινγκ, καθώς και το σύνολο των τελωνειακών εγγράφων που αναφέρονται στον υπολογισμό και την καταβολή του εν λόγω ποσού. Επίσης, πρέπει να περιέχει αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να καλύπτουν αντιπροσωπευτικό χρονικό διάστημα, σχετικά με τις κανονικές αξίες και τις τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα που ισχύουν για τον υποκείμενο στο δασμό εξαγωγέα ή παραγωγό. Στις περιπτώσεις που ο εισαγωγέας δεν συνδέεται με τον εκάστοτε εξαγωγέα ή παραγωγό και τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία δεν είναι δυνατό να διατεθούν αμέσως ή σε περίπτωση που ο εκάστοτε εξαγωγέας ή παραγωγός δεν είναι διατεθειμένος να τα καταστήσει γνωστά στον εισαγωγέα, η αίτηση πρέπει να διαλαμβάνει δήλωση του εξαγωγέα ή του παραγωγού στην οποία να αναφέρεται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ έχει ελαττωθεί ή εξαλειφθεί, κατά τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο, και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για την υποστήριξη της αίτησης πρόκειται να υποβληθούν στην Επιτροπή. Αν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία δεν υποβληθούν από τον εξαγωγέα ή τον παραγωγό εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η αίτηση απορρίπτεται.

Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, αποφασίζει αν και σε ποιο βαθμό πρέπει να κάνει δεκτή την αίτηση· επίσης, δύναται οποτεδήποτε να αποφασίσει την έναρξη ενδιάμεσης επανεξέτασης, τα δε στοιχεία και τα πορίσματα που θα προκύψουν από την επανεξέταση αυτή, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται για τέτοιου είδους επανεξετάσεις, χρησιμοποιούνται για να αποφασισθεί αν και σε ποιο βαθμό δικαιολογείται η επιστροφή. […]

9.      Για όλες τις επανεξετάσεις και τις έρευνες που διεξάγονται για το θέμα της επιστροφής δυνάμει του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εφαρμόζει, υπό τον όρο ότι δεν έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών, την ίδια μέθοδο που έχει εφαρμοσθεί και για την έρευνα που οδήγησε στην επιβολή του δασμού, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του άρθρου 2, και ιδιαίτερα των παραγράφων 11 και 12 του εν λόγω άρθρου, όπως επίσης των διατάξεων του άρθρου 17.

10.      Στο πλαίσιο κάθε έρευνας που διεξάγεται βάσει του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξετάζει την αξιοπιστία των τιμών εξαγωγής κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2. Εντούτοις, όταν αποφασίζεται η κατασκευή της τιμής εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9, η Επιτροπή υποχρεούται να υπολογίζει την τιμή εξαγωγής χωρίς να αφαιρεί το ποσό των καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβληθεί πειστικά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο δασμός αντανακλάται δεόντως στις τιμές μεταπώλησης και στις μεταγενέστερες τιμές πώλησης στην Κοινότητα.»

II.    Ιστορικό της διαφοράς

9.        Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η εξέλιξη των πραγματικών περιστατικών, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί η δικονομική πορεία των αιτημάτων της RFA (ή των συνδεόμενων με αυτήν επιχειρήσεων), σχετικά με τους δασμούς αυτούς αντιντάμπινγκ, τα οποία τόσο το Γενικό Δικαστήριο όσο και το Δικαστήριο κλήθηκαν να εξετάσουν.

1.      Η (πρώτη) προσφυγή ακυρώσεως

10.      Μετά την έγκριση του αρχικού κανονισμού το 2008, οι CHEMK και KF άσκησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωσή του.

11.      Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011 (8), κατά της οποίας οι προσφεύγουσες εταιρίες άσκησαν αίτηση αναιρέσεως.

12.      Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2013 (9).

2.      Πρώτη διαδικασία επανεξετάσεως και (δεύτερη) προσφυγή ακυρώσεως

13.      Στις 30 Νοεμβρίου 2009, οι CHEMK και KF κίνησαν διαδικασία ενδιάμεσης επανεξετάσεως του αρχικού κανονισμού.

14.      Η διαδικασία αυτή περατώθηκε με την έκδοση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 60/2012 (10), ο οποίος επικύρωσε το αρχικό μέτρο αντιντάμπινγκ.

15.      Οι CHEMK και KF άσκησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ζητώντας τη μερική ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού 60/2012.

16.      Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή με απόφαση της 28ης Απριλίου 2015 (11), κατά της οποίας οι προσφεύγουσες εταιρίες άσκησαν αίτηση αναιρέσεως.

17.      Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αυτή αναιρέσεως (12) με διάταξη της 9ης Ιουνίου 2016.

3.      Διαδοχικές διαδικασίες επιστροφής

1.      Πρώτη και δεύτερη περίοδος της έρευνας επιστροφής και (τρίτη) προσφυγή ακυρώσεως

18.      Μεταξύ 30ής Ιουλίου 2009 και 10ης Δεκεμβρίου 2010, οι CHEMK και KF υπέβαλαν διάφορες αιτήσεις επιστροφής των δασμών αντιντάμπινγκ που είχαν καταβάλει μεταξύ της 7ης Ιανουαρίου και της 10ης Δεκεμβρίου 2010.

19.      Η έρευνα επιστροφής επικεντρώθηκε στην περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2008 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2010, την οποία η Επιτροπή διαχώρισε σε δύο επιμέρους περιόδους: «πρώτη περίοδος της έρευνας επιστροφής», από την 1η Οκτωβρίου 2008 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2009, και «δεύτερη περίοδος της έρευνας επιστροφής», από την 1η Οκτωβρίου 2009 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2010.

20.      Στις 10 Αυγούστου 2012, η Επιτροπή εξέδωσε τις αποφάσεις C(2012) 5577 τελικό, C(2012) 5585 τελικό, C(2012) 5588 τελικό, C(2012) 5595 τελικό, C(2012) 5596 τελικό, C(2012) 5598 τελικό και C(2012) 5611 τελικό, με τις οποίες έκανε δεκτές τις αιτήσεις επιστροφής σχετικά με την πρώτη περίοδο της έρευνας επιστροφής και απέρριψε αυτές που αφορούσαν τη δεύτερη περίοδο.

21.      Η RFA προσέβαλε τις αποφάσεις αυτές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή της με απόφαση της 17ης Μαρτίου 2015 (13).

22.      Η RFA άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 2015 του Γενικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αυτή αναιρέσεως με απόφαση της 4ης Μαΐου 2017 (14).

2.      Τρίτη και τέταρτη περίοδος της έρευνας επιστροφής και (τέταρτη) προσφυγή ακυρώσεως

23.      Μεταξύ της 1ης Μαρτίου 2011 και της 26ης Ιουνίου 2013, η RFA υπέβαλε νέες αιτήσεις επιστροφής δασμών αντιντάμπινγκ, αυτή τη φορά για την περίοδο μεταξύ της 1ης Οκτωβρίου 2010 και της 31ης Δεκεμβρίου 2012.

24.      Η Επιτροπή, αφού διέκρινε μεταξύ δύο επιμέρους περιόδων («τρίτη περίοδος της έρευνας επιστροφής», από την 1η Οκτωβρίου 2010 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011, και «τέταρτη περίοδος της έρευνας επιστροφής», από την 1η Ιανουαρίου 2012 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012) απέρριψε τις αιτήσεις της RFA με τις επίδικες αποφάσεις.

25.      Στις 4 Μαρτίου 2015, η RFA άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου την (τέταρτη) προσφυγή ακυρώσεως, προσβάλλοντας τις εν λόγω αποφάσεις. Μετά την απόρριψη των αιτημάτων της με την απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2018, η RFA άσκησε κατ’ αυτής την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

4.      Δεύτερη διαδικασία επανεξετάσεως και (πέμπτη) προσφυγή ακυρώσεως

26.      Κατά τη λήξη ισχύος των επιβληθέντων με τον αρχικό κανονισμό μέτρων αντιντάμπινγκ, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία επανεξετάσεως ενόψει της λήξεως ισχύος τους η οποία περατώθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό 360/2014 (15). Ο κανονισμός αυτός διατήρησε τον δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 22,7 % που είχε επιβληθεί με τον αρχικό κανονισμό.

27.      Οι CHEMK και KF προσέβαλαν τον εκτελεστικό κανονισμό 360/2014 ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή τους με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2018 (16). Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη.

III. Διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

28.      Η ασκηθείσα στις 4 Μαρτίου 2015 προσφυγή ακυρώσεως της RFA κατά των επίδικων αποφάσεων περιείχε τρεις λόγους, εκ των οποίων σημασία εν προκειμένω έχει μόνον ο δεύτερος, με τον οποίο προσήπτετο στις αποφάσεις αυτές παράβαση των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού.

29.      Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της RFA και της Επιτροπής επί του λόγου αυτού, παραπέμπω στις σκέψεις 58 έως 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο συνοψίζει τα επιχειρήματα αμφοτέρων των διαδίκων.

30.      Θα περιοριστώ, συνεπώς, στην παράθεση των σκέψεων 69 έως 75 και 77 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο εξηγεί τους λόγους για τους οποίους απορρίπτει τον λόγο αυτόν ακυρώσεως. Το πράττει ως εξής:

«69      Συναφώς, πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, είναι δικαιολογημένο, σε περίπτωση σημαντικής εξελίξεως στο κόστος παραγωγής των οικείων προϊόντων μεταξύ της ληφθείσας προηγουμένως υπόψη περιόδου έρευνας και της νέας περιόδου έρευνας, η Επιτροπή να μην λαμβάνει υπόψη, προκειμένου να διαπιστώσει εάν οι δασμοί αντιντάμπινγκ αντανακλώνται δεόντως στις τιμές μεταπωλήσεως των εν λόγω προϊόντων στην Ένωση κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής περιόδου, τις τιμές μεταπωλήσεως που είχαν διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια της πρώτης εκ των περιόδων αυτών, αλλά το κόστος που διαπιστώθηκε κατά τη νέα περίοδο έρευνας. Οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπήρξε αλλαγή μεθόδου σε σχέση με αυτήν που είχε χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο προηγούμενης έρευνας, ως εν προκειμένω, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή με τις επίδικες αποφάσεις, όπως εκτίθεται στη σκέψη 22 ανωτέρω.

70      Σκοπός της πρακτικής αυτής είναι να διασφαλισθεί η βασιμότητα της αναλύσεως κατά τη σύγκριση περίπλοκων, από οικονομικής απόψεως, καταστάσεων, ούτως ώστε όχι μόνο να δικαιολογηθεί η βασιμότητα των μέτρων που ελήφθησαν δυνάμει της νομοθεσίας αντιντάμπινγκ, αλλά και να εξασφαλιστεί η τήρηση της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης περί ίσης μεταχειρίσεως των οικονομικών φορέων που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο των μέτρων αυτών. Ωστόσο, αν και η διασφάλιση της βασιμότητας, κατά την οικονομική ανάλυση, της συγκρίσεως της καταστάσεως μεταξύ δύο περιόδων δικαιολογεί, κατά κανόνα, την εφαρμογή της ίδιας μεθόδου, αυτό δεν ισχύει όταν οι σχετικές παράμετροι έχουν μεταβληθεί επαρκώς ώστε να καταστήσουν την εφαρμογή της προγενέστερα χρησιμοποιηθείσας μεθόδου μη ικανή να οδηγήσει σε αξιόπιστο αποτέλεσμα, εν προκειμένω ώστε να εκτιμηθεί εάν οι δασμοί αντιντάμπινγκ έχουν ή όχι ενσωματωθεί δεόντως στις τιμές μεταπωλήσεως και στις μεταγενέστερες τιμές πωλήσεως στην Ένωση (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2014, Valimar, C‑374/12, EU:C:2014:2231, σκέψεις 50 και 59). Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, εάν το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί σημαντικά μεταξύ των δύο υπό σύγκριση περιόδων, μια αύξηση των τιμών μεταπωλήσεως στην Ένωση, καίτοι σημαντική, δεν διασφαλίζει κατ’ ανάγκην ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ έχουν δεόντως, δηλαδή πλήρως, ενσωματωθεί στις εν λόγω τιμές. Το κόστος παραγωγής μπορεί να έχει αυξηθεί περισσότερο από τις τιμές. Στην περίπτωση αυτή, ακόμη και αν οι νέες τιμές είναι υψηλότερες του επιπέδου των παλαιών τιμών, προσαυξημένων με τους δασμούς αντιντάμπινγκ, οι ενδιαφερόμενοι δεν μετακυλίουν δεόντως τους δασμούς αντιντάμπινγκ λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως του κόστους παραγωγής τους.

71      Τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την ανάλυση αυτή. Καταρχάς, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα, το άρθρο 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού ουδόλως συνεπάγεται, στο μέτρο που αφορά το ζήτημα εάν “ο δασμός αντανακλάται δεόντως στις τιμές μεταπωλήσεως”, ότι, προκειμένου να δοθεί θετική απάντηση, μόνον το ισοδύναμο του δασμού αντιντάμπινγκ πρέπει να ενσωματώνεται στη νέα τιμή μεταπωλήσεως, πλέον της τιμής μεταπωλήσεως που ίσχυε προγενέστερα. Πράγματι, ένας συμπληρωματικός δασμός σε σχέση με τα έξοδα που πραγματοποιούνται κανονικά “αντανακλάται δεόντως” μόνον εάν προστίθεται στα άλλα αυτά έξοδα. Συναφώς, εάν τα άλλα αυτά έξοδα αυξάνονται, αλλά η τιμή μεταπωλήσεως αυξάνεται σε μικρότερη κλίμακα, στην πραγματικότητα ο δασμός προστίθεται μόνον εν μέρει ή δεν προστίθεται καθόλου στα άλλα αυτά έξοδα, ακόμη και αν το ισοδύναμο του δασμού έχει προστεθεί στην τιμή μεταπωλήσεως που ίσχυε προηγουμένως. Το απόσπασμα από την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ, το οποίο επικαλέστηκε η προσφεύγουσα και το οποίο παρατίθεται στη σκέψη 58 ανωτέρω, ουδόλως αντιφάσκει με την ανάλυση αυτή. Το ίδιο ισχύει και για την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2015, Einhell Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑73/12, EU:T:2015:865), την οποία επικαλέστηκε η προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, από τη σκέψη 155 της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, ότι, για να διαπιστωθεί εάν οι δασμοί αυτοί αντανακλώνται ή όχι στις νέες τιμές μεταπωλήσεως στην Ένωση, ενδέχεται να είναι κατάλληλη και κάποια άλλη μέθοδος, πέραν της συγκρίσεως των τιμών μεταπωλήσεως που ισχύουν στην Ένωση πριν και μετά την επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ.

72      Ως προς τα συγκεκριμένα στοιχεία της υπό κρίση υποθέσεως, σε σχέση με την αφορώσα το έτος 2012 τέταρτη περίοδο της έρευνας επιστροφής, πρέπει να σημειωθεί ότι, στις επίδικες αποφάσεις, παραδείγματος χάριν στην αιτιολογική σκέψη 85 της αποφάσεως C(2014) 9805 τελικό, η Επιτροπή διαπίστωσε σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής σε σχέση με την περίοδο της αρχικής έρευνας, της τάξεως του 109 %, χωρίς η προσφεύγουσα να αντικρούσει επί της ουσίας τη διαπίστωση αυτή, ιδίως στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής. Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να διαπιστώσει εάν οι δασμοί αντιντάμπινγκ είχαν ενσωματωθεί δεόντως στις τιμές μεταπωλήσεως που εφάρμοζε η προσφεύγουσα στην Ένωση για λογαριασμό των CHEMK και KF κατά τη διάρκεια της τέταρτης περιόδου της έρευνας επιστροφής, η Επιτροπή ορθώς δεν έλαβε υπόψη τις τιμές μεταπωλήσεως που είχαν διαπιστωθεί κατά την αρχική έρευνα, αλλά το κόστος παραγωγής που διαπιστώθηκε το 2012.

73      Ωστόσο, εφόσον, όπως επισήμανε η Επιτροπή στις επίδικες αποφάσεις, παραδείγματος χάριν στην αιτιολογική σκέψη 84 της αποφάσεως C(2014) 9805 τελικό, οι τιμές μεταπωλήσεως καλύπτουν το κόστος των προϊόντων μόνο στο 1 % των περιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένου του δασμού αντιντάμπινγκ, ουδόλως αποδεικνύεται ότι οι δασμοί αυτοί έχουν πράγματι ενσωματωθεί δεόντως.

74      Ομοίως, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας περί αυξήσεως των τιμών μεταπωλήσεως πλέον του 100 % μεταξύ της περιόδου της αρχικής έρευνας και της τέταρτης περιόδου της έρευνας επιστροφής, δεν επαρκεί στο πλαίσιο αυτό για να αποδειχθεί ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ είχαν ενσωματωθεί πλήρως κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκ των περιόδων αυτών. Συγκεκριμένα, αρκεί, όπως παρατίθεται κατ’ ουσίαν στη σκέψη 70 ανωτέρω, το κόστος παραγωγής να έχει αυξηθεί περισσότερο από τις ισχύουσες τιμές ώστε οι τελευταίες να μην ενσωματώνουν δεόντως τους δασμούς αντιντάμπινγκ, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως του κόστους παραγωγής. Τούτο, όμως, αποδεικνύεται a priori  από την περίσταση την οποία επισήμανε η Επιτροπή ότι, στο 99 % των περιπτώσεων, το κόστος των προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου του δασμού αντιντάμπινγκ, δεν καλυπτόταν από τις τιμές μεταπωλήσεως στην Ένωση το 2012.

75      Ορθώς, συνεπώς, η Επιτροπή αφαίρεσε, για τους σκοπούς του καθορισμού της κατασκευασμένης τιμής εξαγωγής σε σχέση με την τέταρτη περίοδο της έρευνας επιστροφής, τον δασμό αντιντάμπινγκ από την τιμή μεταπωλήσεως στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή στην Ένωση, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ είχε ενσωματωθεί δεόντως στην πρώτη εκ των τιμών αυτών.

[…]

77      Ωστόσο, ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει, όπως εκθέτει στις επίδικες αποφάσεις, παραδείγματος χάριν στην αιτιολογική σκέψη 78 της αποφάσεως C(2014) 9805 τελικό, ότι η ανάλυση των τιμών μεταπωλήσεως στην Ένωση προκειμένου να διαπιστωθεί σε ποιον βαθμό οι δασμοί αντιντάμπινγκ αντανακλώνται στις τιμές αυτές πρέπει να διενεργείται κατά το στάδιο εμπορίας που έπεται της καταβολής των εν λόγω δασμών, ήτοι, εξ ορισμού, σε ένα στάδιο εμπορίας κατά το οποίο η τιμή λαμβάνει υπόψη πρόσθετα έξοδα σε σχέση με αυτά που είχαν διαπιστωθεί σε επίπεδο εργοστασιακής τιμής ή τιμής CIF [τιμή CIF (Cost, Insurance and Freight. Κόστος, ασφάλιστρα, ναύλος)]. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν ο βασικός κανονισμός προβλέπει τη δυνατότητα προσαρμογής ορισμένων τιμών σε ένα στάδιο εμπορίας διαφορετικό από αυτό στο οποίο ισχύουν, το πράττει για να διασφαλίσει μια δίκαιη σύγκριση μεταξύ τιμών που δεν αντανακλούν κατ’ ανάγκη τις ίδιες παροχές. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο δʹ, του βασικού κανονισμού [νυν άρθρο 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 (17)] προβλέπει ότι η δίκαιη σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας ενδέχεται να χρήζει προσαρμογών που θα λαμβάνουν υπόψη τα διάφορα στάδια εμπορίας στα οποία ίσχυσαν οι εν λόγω τιμές. Τούτο, όμως, δεν ισχύει όσον αφορά την εκτίμηση των τιμών μεταπωλήσεως στην Ένωση αποκλειστικώς στο πλαίσιο του άρθρου 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, το οποίο δεν προβλέπει τέτοιες προσαρμογές. Αφετέρου, στον βαθμό κατά τον οποίον είναι δικαιολογημένο, για τους σκοπούς της εφαρμογής της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή να εξετάζει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, τις τιμές μεταπωλήσεως λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό κόστος που είχε προκύψει πριν από την εν λόγω μεταπώληση, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 69 ανωτέρω, μια ανάλυση των τιμών που έχουν καθορισθεί σε επίπεδο εργοστασιακής τιμής ή τιμής CIF, ακόμη και αν οι δασμοί αντιντάμπινγκ προστίθενται τεχνητώς στις τιμές αυτές, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα ότι συνέβη, ήτοι χωρίς να ληφθεί υπόψη συγκεκριμένος αριθμός εξόδων που είχαν πραγματοποιηθεί πριν από την εν λόγω μεταπώληση, δεν θα ήταν συνεπής. Επιπλέον, στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι αναγκαίο να πραγματοποιείται σύγκριση των τιμών μεταπωλήσεως στην Ένωση μεταξύ δύο διαδοχικών περιόδων, σύγκριση που, ως εν προκειμένω, μπορεί να επηρεαστεί από την έλλειψη χρονικής εγγύτητας μεταξύ των σταδίων εμπορίας κατά τα οποία οι εισαγωγείς των οικείων προϊόντων τα τιμολόγησαν στους πρώτους ανεξάρτητους αγοραστές στην Ένωση. Αντιθέτως, είναι αναγκαίο να εξετάζεται εάν τα στοιχεία που έχει προσκομίσει ο οικείος εισαγωγέας αποδεικνύουν ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ αντανακλώνται δεόντως στο τίμημα που καταβλήθηκε πράγματι από τους αγοραστές αυτούς κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Συναφώς, στις επίδικες αποφάσεις σημειώνεται, χωρίς να αμφισβητηθεί από την προσφεύγουσα, ότι, κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, η τελευταία πωλούσε, ως επί το πλείστον, τα προϊόντα βάσει της τιμής “παραδόσεως με καταβολή δασμών”, ήτοι, συμπεριλαμβανομένων όλων των εξόδων που πραγματοποιούνται πριν από την παράδοση, κάτι που θα μπορούσε να διευκολύνει την προαναφερθείσα σύγκριση.

78      Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να στηριχθεί στην εξέλιξη των τιμών που ίσχυαν σε επίπεδο εργοστασιακής τιμής ή τιμής CIF, έστω και προσαυξημένης με τους δασμούς αντιντάμπινγκ, προκειμένου να αποδείξει ότι, κατά τη διάρκεια της τρίτης περιόδου της έρευνας επιστροφής, ενσωμάτωνε τους δασμούς αντιντάμπινγκ στις τιμές της μεταπωλήσεως στην Ένωση. Η προσφεύγουσα όφειλε να έχει προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι τιμές “παραδόσεως με καταβολή δασμών” τις οποίες είχε εφαρμόσει κατά την εν λόγω περίοδο κάλυπταν το συνολικό κόστος στο οποίο είχε υποβληθεί κατά το στάδιο αυτό όσον αφορά τα επίμαχα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των δασμών αντιντάμπινγκ, πράγμα που δεν έπραξε. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή αφαίρεσε τον δασμό αντιντάμπινγκ από την τιμή μεταπωλήσεως στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή στην Ένωση προκειμένου να καθορίσει την κατασκευασμένη τιμή εξαγωγής σε σχέση με την τρίτη περίοδο της έρευνας επιστροφής, καθόσον δεν είχε αποδειχθεί ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ είχε ενσωματωθεί δεόντως στην πρώτη εκ των τιμών αυτών. Δεν είναι, συνεπώς, αναγκαίο να εξεταστούν τα επιχειρήματα των διαδίκων ως προς την αξιοπιστία ή τον τρόπο υπολογισμού των εν λόγω εργοστασιακών τιμών ή τιμών CIF. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας, τον οποίον προέβαλε με το υπόμνημά της απαντήσεως, ότι ακόμη και η σύγκριση των τιμών μεταπωλήσεως κατά το στάδιο “παραδόσεως με καταβολή δασμών” θα είχε ως αποτέλεσμα να ανακύψει υποχρέωση μερικής επιστροφής δασμών, πρέπει να επισημανθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένος ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας των επίδικων αποφάσεων (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2015, International κατά Επιτροπής, T‑466/12, EU:T:2015:151, και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

79      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως της προσφεύγουσας, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 11, παράγραφοι 9 και 10, του βασικού κανονισμού κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής, είναι επίσης αβάσιμος».

IV.    Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων

31.      Το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Ιανουαρίου 2019.

32.      Η RFA ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να αποφανθεί αμετακλήτως επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση. Επικουρικώς, ζητεί να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει. Σε κάθε περίπτωση, ζητεί την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.

33.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την RFA στα δικαστικά έξοδα.

34.      Η προσδιορισθείσα για τις 25 Μαρτίου 2020 επ’ ακροατηρίου συζήτηση αντικαταστάθηκε από ερωτήσεις του Δικαστηρίου προς τους διαδίκους, οι οποίες έπρεπε να απαντηθούν γραπτώς.

V.      Εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

35.      Από την ανάγνωση του ιστορικού της διαφοράς προκύπτει ότι, ήδη από τον χρόνο επιβολής τους δυνάμει του αρχικού κανονισμού, οι δασμοί αντιντάμπινγκ είχαν αποτελέσει αντικείμενο διαφόρων αμφισβητήσεων (προσφυγές ακυρότητας, αιτήσεις επιστροφής των καταβληθέντων δασμών και έρευνες επανεξετάσεως, τόσο ενδιάμεσης όσο και ενόψει της λήξεως ισχύος τους) οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

36.      Ως εκ τούτου, κρίνω, σκόπιμο, προτού υπεισέλθω στην εξέταση των λόγων αναιρέσεως, να υπενθυμίσω, in abstracto, ότι, μετά τη θέσπιση των δασμών αντιντάμπινγκ, είναι δυνατή είτε η επανεξέτασή τους είτε η υποβολή αιτήματος επιστροφής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού.

37.      Ως προς την επανεξέταση, το Δικαστήριο προέβη, με την απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2014 (18), στις ακόλουθες εκτιμήσεις: «Όσον αφορά […] την επανεξέταση, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, μέτρων των οποίων επίκειται η λήξη της ισχύος, πρέπει να εκτιμάται κυρίως αν η κατάργηση του αρχικού μέτρου αντιντάμπινγκ θα ευνοούσε πιθανώς τη συνέχιση ή την επανεμφάνιση του ντάμπινγκ και της ζημίας. Όσον αφορά […] την ενδιάμεση επανεξέταση κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή μπορεί, μεταξύ άλλων, να εξετάζει κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική μεταβολή των συνθηκών όσον αφορά το ντάμπινγκ και τη ζημία ή κατά πόσον με τα υφιστάμενα μέτρα έχουν επιτευχθεί τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα ως προς την εξάλειψη της ζημίας που είχε διαπιστωθεί προηγουμένως, προκειμένου να προτείνει την κατάργηση, τη μεταβολή ή τη διατήρηση του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε μετά το πέρας της αρχικής έρευνας».

38.      Η διαδικασία επιστροφής, καίτοι συναφής με τη διαδικασία ενδιάμεσης επανεξετάσεως (πράγματι, το άρθρο 11, παράγραφος 8, τέταρτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού επιτρέπει τη σώρευσή τους), επιτρέπει μόνον την εξέταση του πραγματικού περιθωρίου ντάμπινγκ και όχι την επανεξέταση του γενικού ζητήματος της ζημίας.

39.      Τα στοιχεία που είναι κοινά στις διαδικασίες επανεξετάσεως και επιστροφής των εισπραχθέντων δασμών περιλαμβάνονται στις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού, οι οποίες είναι ακριβώς αυτές τις οποίες, σύμφωνα με την RFA, παρέβη το Γενικό Δικαστήριο:

–      η παράγραφος 9 αφορά τη μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιείται στις έρευνες επανεξετάσεως και επιστροφής. Ο κανόνας είναι ότι, στις έρευνες αυτές, χρησιμοποιείται η ίδια μέθοδος με αυτήν «που έχει εφαρμοσθεί και για την έρευνα που οδήγησε στην επιβολή του δασμού», εφόσον δεν έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών.

–      Η παράγραφος 10 αφορά την κατασκευασμένη τιμή εξαγωγής. Καθ’ ο μέρος ενδιαφέρει εν προκειμένω, ορίζει ότι η τιμή αυτή μπορεί να καθορισθεί «χωρίς να αφαιρε[θεί] το ποσό των καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ», υπό τις προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρομαι εν συνεχεία.

2.      Λόγοι αναιρέσεως

40.      Η RFA διευκρινίζει ότι η αίτησή της αναιρέσεως «περιορίζεται στην αμφισβήτηση των κρίσεων του Γενικού Δικαστηρίου επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα και, πιο συγκεκριμένα, των σκέψεων 69 έως 75 και 77 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως» (19).

1.      Πρώτος λόγος: «το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού και τη σχετική νομολογία και προέβη σε ανακριβείς κατ’ ουσίαν εκτιμήσεις επί των πραγματικών περιστατικών»

41.      Ο λόγος υποδιαιρείται σε δύο σκέλη.

1)      Πρώτο σκέλος: έλλειψη αιτιολογίας

1)      Επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας και της Επιτροπής

42.      Ο ισχυρισμός της RFA ως προς τη φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας είναι λακωνικός. Περιορίζεται στη δήλωση ότι «το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το επιχείρημα της προσφεύγουσας περί της μη μεταβολής των συνθηκών» (20).

43.      Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά εξαντλητικώς επί ενός εκάστου των επιχειρημάτων του προσφεύγοντος, αλλά αρκεί μια έμμεση αιτιολογία στο σκεπτικό της αποφάσεως.

2)      Εκτίμηση

44.      Δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητή η αιτίαση της RFA ως προς το σημείο αυτό, αφ’ ης στιγμής η ίδια έχει αναγνωρίσει ότι «το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αύξηση του κόστους παραγωγής συνιστούσε μεταβολή των συνθηκών η οποία δικαιολογούσε την αλλαγή της μεθόδου κατασκευής της τιμής εξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού» (21).

45.      Πράγματι, στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξηγεί ότι, κατά την κρίση του, υφίσταντο επαρκείς λόγοι για να δικαιολογηθεί η εκ μέρους της Επιτροπής αλλαγή μεθόδου υπολογισμού.

46.      Συγκεκριμένα, στη σκέψη 70 της αποφάσεως αυτής σημειώνεται ότι η εφαρμογή της ιδίας μεθόδου μπορεί να παρακαμφθεί «όταν οι σχετικές παράμετροι έχουν μεταβληθεί επαρκώς ώστε να καταστήσουν την εφαρμογή της προγενέστερα χρησιμοποιηθείσας μεθόδου μη ικανή να οδηγήσει σε αξιόπιστο αποτέλεσμα».

47.      Βάσει της παραδοχής αυτής, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, υπήρξε διακύμανση των παραμέτρων αυτών, ιδίως, του κόστους παραγωγής. Είναι αληθές (και εξ αυτού μπορεί να προκληθεί κάποια σύγχυση) ότι η διακύμανση αυτή του κόστους παραγωγής αποτελεί στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί εάν οι δασμοί αντιντάμπινγκ πρέπει να αφαιρεθούν κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Τούτο, ωστόσο, δεν αποκλείει ότι η ίδια αυτή αύξηση του κόστους παραγωγής μπορεί, κατ’ ουσίαν, να θεωρηθεί, κατά το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου, ως ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας για τη μεταβολή των συνθηκών η οποία δικαιολογούσε την αλλαγή της εφαρμοζόμενης μεθόδου.

48.      Τούτων δοθέντων, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου δεν πάσχει έλλειψη αιτιολογίας η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναίρεσή της. Η παρατεθείσα αιτιολογία, ακόμη και εσφαλμένη, υφίσταται και αρκεί ώστε η αναιρεσείουσα να κατανοήσει το περιεχόμενό της, το οποίο αμφισβητεί επί της ουσίας.

49.      Πρέπει, επιπλέον, να ληφθεί υπόψη ότι, στις επίδικες αποφάσεις, η Επιτροπή επισημαίνει μια σειρά πραγματικών μεταβολών και σημαντικών διακυμάνσεων σε σύγκριση με την αρχική έρευνα, οι οποίες σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της επίμαχης έρευνας και δικαιολογούσαν την αλλαγή μεθόδου.

50.      Μεταξύ των μεταβολών αυτών, το Γενικό Δικαστήριο επέστησε την προσοχή στην αύξηση του κόστους παραγωγής, κάτι που είναι λογικό, καθόσον η RFA είχε επίσης αναφερθεί, με την προσφυγή της, στο στοιχείο αυτό, καίτοι συνέτρεχαν άλλου είδους στοιχεία (22).

51.      Τέλος, όπως είχε την ευκαιρία να εκθέσει το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 4ης Μαΐου 2017 (23), έναντι ανάλογου ισχυρισμού που είχε προβάλει η RFA, αρκεί να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, ο έλεγχος του Δικαστηρίου έχει ως αντικείμενο να διαπιστώσει, ιδίως, εάν το Γενικό Δικαστήριο έδωσε επαρκή απάντηση στο σύνολο των επιχειρημάτων του προσφεύγοντος. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.

52.      Πρέπει να προσθέσω ότι, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν κάποια χωρία των σκέψεων 69 και 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενδέχεται να δίδουν, εκ πρώτης όψεως, την εντύπωση ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει αναπτύξει μια συλλογιστική που βαίνει πέραν αυτής της Επιτροπής, τούτο δεν σημαίνει ότι Γενικό Δικαστήριο υποκατέστησε την αιτιολογία των επίδικων αποφάσεων (παρά μόνον τη συμπλήρωσε). Πολύ ορθώς, επομένως, η RFA δεν προβάλλει, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, μια τέτοια προφανή υποκατάσταση αιτιολογίας.

2)      Δεύτερο σκέλος: τα φερόμενα νομικά σφάλματα και οι ανακριβείς κατ’ ουσίαν διαπιστώσεις επί των πραγματικών περιστατικών 

1)      Επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας και της Επιτροπής

53.      Η RFA συνοψίζει τα επιχειρήματά της ως εξής: «[…] Κατά την εκτίμηση του ζητήματος εάν ο δασμός αντιντάμπινγκ αντανακλάται στις τιμές μεταπωλήσεως, η Επιτροπή δεν έπραξε τούτο επί τη βάσει των τιμών μεταπωλήσεως που διαπιστώθηκαν κατά την έρευνα που κατέληξε στην έκδοση του αρχικού κανονισμού, αλλά βάσει του τρέχοντος κόστους παραγωγής στη Ρωσία. Τούτο συνιστά αλλαγή μεθοδολογίας κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού. Η Επιτροπή εξέθεσε ότι είχε επέλθει ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών καθόσον η αρχική έρευνα και ιδίως το κόστος παραγωγής των Ρώσων εξαγωγέων είχε αυξηθεί κατά περίπου 100 %. Ωστόσο, η αύξηση του κόστους υφίστατο και ήταν ήδη γνωστή κατά τη διάρκεια της έρευνας για τις περιόδους επιστροφής μεταξύ των ετών 2008 έως 2010».

54.      Η Επιτροπή υποστηρίζει, στηριζόμενη στο γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 9, ότι το μόνο έγκυρο σημείο αναφοράς είναι αυτό του αρχικού κανονισμού, καθόσον αυτός «οδήγησε στην επιβολή του δασμού».

2)      Εκτίμηση

55.      Όπως έχει ήδη εκτεθεί, το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού αναφέρεται, αφενός, στην «έρευνα που οδήγησε στην επιβολή του δασμού» και, αφετέρου, στις έρευνες επανεξετάσεως και επιστροφής. Όσον αφορά τις δύο τελευταίες, πρέπει, εφόσον δεν έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών, να χρησιμοποιείται η ίδια μέθοδος με αυτήν που έχει εφαρμοστεί στην πρώτη.

56.      Συνεπώς, το άρθρο που φέρεται να έχει παραβιαστεί επιβάλλει, απλώς, τη μεταγενέστερη χρήση της «ίδια[ς] [μεθόδου] που έχει εφαρμοσθεί και για την έρευνα που οδήγησε στην επιβολή του δασμού». Καθόσον, εν προκειμένω, ο δασμός αντιντάμπινγκ είχε επιβληθεί με τον αρχικό κανονισμό, ως σημείο αναφοράς πρέπει, βάσει του γράμματος του κανόνα, να ληφθεί η μέθοδος που είχε χρησιμοποιηθεί κατά την αρχική έρευνα και όχι αυτή που τυχόν χρησιμοποιήθηκε κάποια άλλη στιγμή.

57.      Βάσει της παραδοχής αυτής (την οποία, όπως σημειώνει η Επιτροπή στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η RFA αναγνωρίζει, καθυστερημένα, με το σημείο 9 του υπομνήματός της απαντήσεως, σε αντίθεση προς αυτό που φαινόταν να συνάγεται από το σημείο 25 του δικογράφου της αιτήσεώς της αναιρέσεως), το δεύτερο αυτό σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

58.      Με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η RFA υποστήριζε ότι η Επιτροπή έπρεπε να έχει ακολουθήσει την ίδια μέθοδο όπως σε άλλες μεταγενέστερες έρευνες διαφορετικές από αυτήν η οποία, το 2008, είχε οδηγήσει στην επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ. Συγκεκριμένα, έβαλλε κατά του γεγονότος ότι η Επιτροπή (και το Γενικό Δικαστήριο καθ’ ο μέρος επικύρωσε τη θέση της τελευταίας) δεν ακολούθησε την ίδια μέθοδο που είχε ήδη χρησιμοποιήσει όταν αποφάσισε την επιστροφή δασμών αντιντάμπινγκ που αντιστοιχούσαν σε άλλες προγενέστερες περιόδους (24).

59.      Δεν αποκλείεται, θεωρητικώς, η θέση της RFA να έχει κάποιο άλλο νομικό έρεισμα διαφορετικό από αυτό που η ίδια έχει επιλέξει (παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού). Ωστόσο, η μόνη νομική διάταξη που, σύμφωνα με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως (στην οποία πρέπει να στηριχθεί το Δικαστήριο), θεωρεί ότι έχει παραβιαστεί είναι το εν λόγω άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, την εσφαλμένη ερμηνεία του οποίου προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο.

60.      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει καθόσον, επαναλαμβάνω, η ερμηνεία που προτείνει η RFA, έναντι αυτής του Γενικού Δικαστηρίου, δεν συνάδει με το γράμμα του εν λόγω άρθρου.

61.      Εν πάση περιπτώσει, όπως καθιστά σαφές το Γενικό Δικαστήριο, η υιοθέτηση νέας μεθόδου, διαφορετικής από αυτήν που είχε χρησιμοποιηθεί σε προγενέστερες έρευνες, θα ήταν δικαιολογημένη εάν διαπιστωνόταν μεταβολή συνθηκών. Στο ενδεχόμενο αυτό αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως: «αν και η διασφάλιση της βασιμότητας, κατά την οικονομική ανάλυση, της συγκρίσεως της καταστάσεως μεταξύ δύο περιόδων δικαιολογεί, κατά κανόνα, την εφαρμογή της ίδιας μεθόδου, αυτό δεν ισχύει όταν οι σχετικές παράμετροι έχουν μεταβληθεί επαρκώς ώστε να καταστήσουν την εφαρμογή της προγενέστερα χρησιμοποιηθείσας μεθόδου μη ικανή να οδηγήσει σε αξιόπιστο αποτέλεσμα». Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει, με το χωρίο αυτό, αυτό που είχε ήδη κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση Valimar.

62.      Εξάλλου, το ζήτημα του κατά πόσον υπήρξε, εν τοις πράγμασι, μεταβολή συνθηκών αποτελεί εκτίμηση που, όπως οι λοιπές φερόμενες ως «κατ’ ουσίαν ανακριβείς διαπιστώσεις επί των πραγματικών περιστατικών» τις οποίες η RFA προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο, δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία αφορά μόνο νομικά και όχι πραγματικά ζητήματα.

63.      Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, κατ’ αρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά (25). Οι πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούν, συνεπώς, να προσβληθούν αναιρετικώς, εκτός εάν προβληθεί παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων η οποία προκύπτει, προδήλως, από τα έγγραφα της δικογραφίας, κάτι που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

64.      Εν πάση περιπτώσει, καθ’ ο μέρος η διαφορά επικεντρώνεται στη μεταγενέστερη μετακύλιση των δασμών αντιντάμπινγκ (η οποία αποτελεί, στην πραγματικότητα, τον πυρήνα της διαφοράς), το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού δεν είναι η κατάλληλη διάταξη για την επίλυσή της. Στο πλαίσιο της αρχικής έρευνας δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μέθοδο ικανή να εντοπίσει τη μετακύλιση, ή την απουσία μετακυλίσεως, των δασμών αντιντάμπινγκ: το στοιχείο αυτό ελλείπει, κατ’ ανάγκην, από οποιαδήποτε αρχική έρευνα, η οποία αποσκοπεί, ακριβώς, στην επιβολή του δασμού αντιντάμπινγκ.

65.      Συνεπώς, εξ ορισμού δεν μπορεί να υπάρξει, όσον αφορά τη μετακύλιση των δασμών αντιντάμπινγκ επί της τιμής μεταπωλήσεως των προϊόντων στην Ένωση, μία και μόνη μέθοδος, κοινή για την αρχική έρευνα και τις επακόλουθες έρευνες επιστροφής. Στον ίδιον αυτό βαθμό, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αλλαγή μεθόδου, καθόσον, επιμένω, στις αρχικές έρευνες δεν υφίσταται, εξ ορισμού, κάποια μέθοδος βάσει της οποίας να μπορεί να διαπιστωθεί η μετακύλιση ενός ανύπαρκτου έως τότε δασμού αντιντάμπινγκ στις τιμές μεταπωλήσεως.

66.      Το κριτήριο της διατηρησιμότητας της μεθόδου (υπό την επιφύλαξη τυχόν μεταβολής συνθηκών) που θεσπίζει το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού δεν έχει, συνεπώς, εφαρμογή στις περιπτώσεις αυτές.

2.      Δεύτερος λόγος αναιρέσεως

67.      Η RFA συνοψίζει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ως εξής: «Το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, εφαρμόζοντας λανθασμένο νομικό κριτήριο. Το νομικό κριτήριο που εφαρμόστηκε από το Γενικό Δικαστήριο απαιτεί, αφενός, η ενσωμάτωση των δασμών αντιντάμπινγκ στις τιμές εξαγωγών να αποδεικνύεται αποκλειστικώς μέσω των δεδομένων τιμολογήσεως DDP και, αφετέρου, να αποδεικνύεται ότι στις νέες τιμές έχουν ενσωματωθεί όχι μόνον ο δασμός αντιντάμπινγκ αλλά και οποιοδήποτε συνολικό κόστος παραγωγής. Ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού ούτε η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ [(26)] […] επιβάλλουν τέτοιου είδους υποχρέωση».

1)      Πρώτο σκέλος: συνυπολογισμός, κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής, όχι μόνον των δασμών αντιντάμπινγκ αλλά και του κόστους παραγωγής

1)      Επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας και της Επιτροπής

68.      Η RFA βάλλει κατά του περιεχομένου των σκέψεων 72 έως 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού απαιτεί απλώς ο παραγωγός να προσκομίσει πειστικά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο δασμός έχει ενσωματωθεί δεόντως στις τιμές πωλήσεως στην Ένωση.

69.      Κατά την RFA, αρκεί οι τιμές μεταπωλήσεως να έχουν αυξηθεί επαρκώς σε σχέση με τις τιμές που είχαν διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια της αρχικής έρευνας. Εάν η εκτίμηση του κόστους παραγωγής ήταν κρίσιμη προς τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει συμπληρώσει το σημείο 4.1, στοιχείο βʹ, της ανακοινώσεώς της σχετικά με την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ (27) προκειμένου να το συμπεριλάβει.

70.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο αιτών οφείλει να αποδείξει όχι μόνον ότι έχει επέλθει αύξηση των τιμών μεταπωλήσεως, αλλά και ότι ο δασμός «αντανακλάται δεόντως» στις εν λόγω τιμές.

2)      Εκτίμηση

71.      Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, οι διαδικασίες επιστροφής στηρίζονται στην απόδειξη ότι το περιθώριο ντάμπινγκ που ελήφθη ως βάση για την καταβολή των δασμών έχει εξαλειφθεί ή μειωθεί σε επίπεδο κατώτερο του ύψους του ισχύοντος δασμού.

72.      Το άρθρο 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού επιτρέπει να μην αφαιρείται το ποσό των καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής (σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 9). Η δυνατότητα, ωστόσο, υφίσταται μόνον «υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβληθεί πειστικά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο δασμός αντανακλάται δεόντως στις τιμές μεταπώλησης και στις μεταγενέστερες τιμές πώλησης στην Κοινότητα».

73.      Η αίτηση αναιρέσεως εγείρει, ως προς το σημείο αυτό, ένα ζήτημα που, λόγω της ενδεχόμενης επιπτώσεώς του σε άλλες υποθέσεις, είναι σκόπιμο να εξεταστεί υπό γενικούς όρους, προτού ληφθούν συγκεκριμένα υπόψη οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.

i)      Καθορισμός της τιμής μεταπωλήσεως: πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικώς και μόνον το εάν υπήρξε μετακύλιση των δασμών αντιντάμπινγκ;

74.      Η θέση της RFA, όπως έχει επανειλημμένως εκτεθεί, είναι ότι, όταν, μετά την προσκόμιση πειστικών αποδεικτικών στοιχείων, εξετάζεται το εάν οι δασμοί αντιντάμπινγκ έχουν ενσωματωθεί (ή αντανακλώνται) στις τιμές μεταπωλήσεως, δεν πρέπει να εκτιμάται ο αντίκτυπος άλλων παραγόντων, όπως δέχεται το Γενικό Δικαστήριο ακολουθώντας τη γραμμή της Επιτροπής. Θα αρκούσε, συνεπώς, οι νέες τιμές να είναι υψηλότερες από το άθροισμα των προηγουμένων τιμών συν τον δασμό αντιντάμπινγκ ώστε ο τελευταίος να πρέπει να θεωρηθεί ενσωματωμένος.

75.      Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή. Κατά την άποψή μου, είναι πιο λογικό (και ανταποκρίνεται καλύτερα στη σφαιρική ερμηνεία του προβαλλόμενου κανόνα) να γίνει δεκτό ότι η αύξηση των τιμών μεταπωλήσεως στην Ένωση, σε σύγκριση με τις αρχικές τιμές, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ έχουν ενσωματωθεί δεόντως και πλήρως στις τελικές αυτές τιμές.

76.      Πράγματι, μπορεί να συναχθεί ότι οι νέες τιμές, ακόμη και αν είναι υψηλότερες από τις προηγούμενες, δεν αντανακλούν δεόντως (ήτοι, δεν ενσωματώνουν) τους δασμούς αντιντάμπινγκ εάν: α) το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί σημαντικά κατά την ενδιάμεση περίοδο· και β) οι νέες τιμές μεταπωλήσεως δεν αντανακλούν την αύξηση αυτή του κόστους.

77.      Η συλλογιστική αυτή, ως προς την ορθότητα της οποίας δεν αμφιβάλλω, είναι, κατ’ ουσίαν, αυτή που ακολουθεί το Γενικό Δικαστήριο: «το άρθρο 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού ουδόλως συνεπάγεται, στο μέτρο που αφορά το ζήτημα εάν “ο δασμός αντανακλάται δεόντως στις τιμές μεταπωλήσεως”, ότι, προκειμένου να δοθεί θετική απάντηση, μόνον το ισοδύναμο του δασμού αντιντάμπινγκ πρέπει να ενσωματώνεται στη νέα τιμή μεταπωλήσεως, πλέον της τιμής μεταπωλήσεως που ίσχυε προγενέστερα. Ένας συμπληρωματικός δασμός σε σχέση με τα έξοδα που πραγματοποιούνται κανονικά “αντανακλάται δεόντως” μόνον εάν προστίθεται στα άλλα αυτά έξοδα. Συναφώς, εάν τα άλλα αυτά έξοδα αυξάνονται, αλλά η τιμή μεταπωλήσεως αυξάνεται σε μικρότερη κλίμακα, στην πραγματικότητα ο δασμός προστίθεται μόνον εν μέρει ή δεν προστίθεται καθόλου στα άλλα αυτά έξοδα, ακόμη και αν το ισοδύναμο του δασμού έχει προστεθεί στην τιμή μεταπωλήσεως που ίσχυε προηγουμένως» (28).

78.      Προσθέτω ότι, εν πάση περιπτώσει, και όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η ακολουθούμενη από το θεσμικό αυτό όργανο διοικητική πρακτική δεν είναι ικανή να τροποποιήσει νομικώς δεσμευτικούς κανόνες που έχουν θεσπίσει άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

ii)    Εφαρμογή του κριτηρίου αυτού στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση

79.      Το Γενικό Δικαστήριο εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η αύξηση πλέον του 100 % των τιμών μεταπωλήσεως μεταξύ της περιόδου της αρχικής έρευνας και της τέταρτης περιόδου της έρευνας επιστροφής, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, δεν αρκούσε για να αποδειχθεί ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ είχαν ενσωματωθεί πλήρως στις τιμές αυτές.

80.      Κατά το Γενικό Δικαστήριο, «αρκεί […] το κόστος παραγωγής να έχει αυξηθεί περισσότερο από τις ισχύουσες τιμές ώστε οι τελευταίες να μην ενσωματώνουν δεόντως τους δασμούς αντιντάμπινγκ, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως του κόστους παραγωγής. Τούτο, όμως, αποδεικνύεται a priori από την περίσταση την οποία επισήμανε η Επιτροπή ότι, στο 99 % των περιπτώσεων, το κόστος των προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου του δασμού αντιντάμπινγκ, δεν καλυπτόταν από τις τιμές μεταπωλήσεως στην Ένωση το 2012» (29).

81.      Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της RFA ότι η ίδια είχε προσκομίσει «πειστικά αποδεικτικά στοιχεία» σχετικά με την ενσωμάτωση του δασμού αντιντάμπινγκ στην τιμή μεταπωλήσεως και ότι, ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ. Όπως αναλύω διεξοδικότερα κατωτέρω, δεν αμφισβητείται ότι το βάρος της αποδείξεως που απαιτείται για να μην εφαρμοστεί η αφαίρεση αυτή το φέρει ο οικονομικός φορέας και όχι η Επιτροπή, καθήκον της οποίας είναι να εκτιμήσει την πειστικότητα των αποδείξεων που της προσκομίζει ο πρώτος.

82.      Πρέπει, εκ νέου, να επισημάνω ότι οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου περί των πραγματικών περιστατικών δεν μπορούν να επανεξετασθούν στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης, παρά μόνο διά των περιορισμένων μέσων στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως (30). Επιπλέον, εν προκειμένω, το επίπεδο αποδείξεων που απαιτείτο από την αναιρεσείουσα ήταν ιδιαιτέρως υψηλό, καθόσον αυτή όφειλε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που, κατά τρόπο πειστικό, να αποδεικνύουν το επίμαχο πραγματικό περιστατικό.

83.      Εάν, υπό το πρίσμα της απαιτήσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο εξηγεί, αιτιολογημένα, τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι η RFA δεν είχε καταφέρει να αποδείξει το πραγματικό αυτό περιστατικό, πολύ δύσκολα το Δικαστήριο θα μπορούσε να επανεξετάσει, αναιρετικώς, την εκτίμηση αυτή. Κανένας από τους εξαιρετικούς λόγους (πρόδηλη παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, προκύπτουσα από τα έγγραφα της δικογραφίας που την αποδεικνύουν) δεν συντρέχει εν προκειμένω.

84.      Πρέπει, επιπλέον, σημειωθεί ότι, κατά τον έλεγχο των στοιχείων που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ακολουθεί το κριτήριο ότι «τα όργανα της Ένωσης έχουν, στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, και ειδικότερα σε σχέση με τα μέτρα εμπορικής άμυνας, ευρεία ευχέρεια εκτίμησης, λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που καλούνται να εξετάσουν» (31).

85.      Η εφαρμογή του κριτηρίου αυτού στην υπό κρίση υπόθεση συνηγορεί υπέρ της αποδοχής των θέσεων της Επιτροπής και μεταθέτει στην αναιρεσείουσα ένα ακόμη μεγαλύτερο βάρος προς αντίκρουση της αιτιολογίας των επίδικων αποφάσεων (32).

86.      Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η τέταρτη περίοδος της έρευνας επιστροφής συμπίπτει με τη χρονική περίοδο που είχε αποτελέσει το αντικείμενο της έρευνας επανεξετάσεως ενόψει της λήξεως ισχύος των δασμών αντιντάμπινγκ, η οποία οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού 360/2014. Όπως έχω ήδη εκθέσει, η ασκηθείσα από τις CHEMK και KF (επιχειρήσεις συνδεόμενες με την RFA) προσφυγή κατά του κανονισμού αυτού είχε απορριφθεί με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 2018 (33), η οποία είναι αμετάκλητη.

87.      Στο πλαίσιο και της ανωτέρω προσφυγής ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την αλλαγή μεθόδου σε σχέση με την έρευνα ενδιάμεσης επανεξετάσεως, έλαβε δε υπόψη την αύξηση του κόστους παραγωγής ως καθοριστικό στοιχείο για την αφαίρεση των δασμών αντιντάμπινγκ κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής, υιοθετώντας τα ίδια συμπεράσματα με αυτά της εν προκειμένω αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η ομοιότητα της υποθέσεως αυτής με την υπό κρίση υπόθεση είναι περισσότερο από αξιοσημείωτη, το δε αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο συμπίπτει με την απάντησή μου επί του σκέλους αυτού του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.

2)      Δεύτερο σκέλος: απόδειξη της ενσωματώσεως των δασμών αντιντάμπινγκ στις τιμές εξαγωγής αποκλειστικώς βάσει των δεδομένων τιμολογήσεως DDP

1)      Επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας και της Επιτροπής

88.      Η RFA προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τις σκέψεις 77 και 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αναγνώρισε, ως μοναδικό τρόπο αποδείξεως ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ έχουν ενσωματωθεί στην τιμή μεταπωλήσεως, την προσκόμιση δεδομένων τιμολογήσεως DDP.

89.      Επικαλείται, συναφώς, το σημείο 4.1, στοιχείο βʹ, της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ και προσθέτει ότι καμία ισχύουσα νομική διάταξη δεν ορίζει εάν είναι αναγκαία η προσκόμιση δεδομένων τιμολογήσεως DDP ή η παραπομπή σε τιμές EXW ή CIF που να περιλαμβάνουν τους δασμούς αντιντάμπινγκ.

90.      Η Επιτροπή αντιτάσσει στην προσέγγιση αυτή ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, ο κανόνας είναι η αφαίρεση του δασμού κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής και ότι, για την παρέκκλιση από αυτόν, πρέπει να υφίσταται πειστική απόδειξη σχετικά με την ενσωμάτωση του δασμού στις τιμές μεταπωλήσεως.

91.      Κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο δεν περιέστειλε τα αποδεικτικά μέσα που είχε στη διάθεσή της η αναιρεσείουσα, τουναντίον χρησιμοποίησε τα στοιχεία που αυτή είχε προσκομίσει. Επιπλέον, επαναλαμβάνει ότι δεν αρκεί οι τιμές μεταπωλήσεως να υφίστανται διακυμάνσεις, αλλά πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ αντανακλάται στις τιμές μεταπωλήσεως.

2)      Εκτίμηση

92.      Εν αντιθέσει προς όσα προβάλλει η RFA, το Γενικό Δικαστήριο δεν περιόρισε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, τα αποδεικτικά μέσα που είχε στη διάθεσή της η αναιρεσείουσα. Τουναντίον, ακολούθησε το κριτήριο που είχε καθιερωθεί με την απόφαση Einhell Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής: «υπό την προϋπόθεση ότι είναι “πειστική”, η απόδειξη της αντανακλάσεως των δασμών αντιντάμπινγκ στις τιμές μεταπωλήσεως και στις μεταγενέστερες τιμές πωλήσεως στην Ένωση μπορεί να πραγματοποιείται με κάθε μέσο» (34).

93.      Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, επιμένω, δεν θέτει όρια στα αποδεικτικά στοιχεία που όφειλε να προσκομίσει η RFA. Εξηγεί απλώς τους λόγους για τους οποίους αυτά που είχε προσκομίσει η εν λόγω επιχείρηση δεν ήταν κατάλληλα, στην υπό κρίση υπόθεση, για να καταστήσουν πειστική την απόδειξη ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ αντανακλάτο στις τιμές μεταπωλήσεως.

94.      Πρόκειται για πραγματική κατάσταση η οποία πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως. Η Επιτροπή εξήγησε τον τρόπο με τον οποίον, στο πλαίσιο των προηγουμένων ερευνών, κατάφερε να εξαγάγει συμπεράσματα από τα συλλεγέντα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της αναλύσεως σχετικά με την εξέλιξη των τιμών μεταπωλήσεως, και αμέσως εξέτασε σε βάθος διάφορα δεδομένα που της δημιουργούσαν την πεποίθηση ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν ήταν αξιόπιστα.

95.      Το γεγονός ότι σε συγκεκριμένο πλαίσιο επιτυγχάνεται ορισμένη λύση δεν σημαίνει ότι, σε διαφορετικό πλαίσιο, πρέπει να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα. Συνεπώς, η προσοχή έπρεπε να δοθεί, όπως πράγματι συνέβη, στις περιστάσεις σχετικά με τις νέες περιόδους της έρευνας επιστροφής.

96.      Η RFA επικαλέστηκε ως απόδειξη έναν πίνακα που κατέγραφε την εξέλιξη των μέσων σταθμισμένων τιμών EXW και CIF, από την αρχική έρευνα έως την τέταρτη περίοδο έρευνας, με τον οποίον επιχειρούσε να αποδείξει ότι οι εφαρμοζόμενες από αυτήν τιμές μεταπωλήσεως περιλάμβαναν τον δασμό αντιντάμπινγκ.

97.      Οι επίδικες αποφάσεις περιείχαν διάφορα επιχειρήματα στα οποία η Επιτροπή στήριζε την εκτίμησή της ότι τα δεδομένα αυτά, τα οποία είχε προσκομίσει η RFA, δεν ήταν αξιόπιστα. Με την προσφυγή της ακυρώσεως, η RFA επιδίωκε την άνευ ετέρου αποδοχή των ισχυρισμών της, κάτι στο οποίο η Επιτροπή αντιτάχθηκε.

98.      Το Γενικό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο των αποδεικτικών στοιχείων (η εκτίμηση των οποίων έπρεπε να πραγματοποιηθεί υπό τους προαναφερθέντες όρους), επικύρωσε τη διενεργηθείσα από την Επιτροπή εκτίμηση επί των πραγματικών περιστατικών, η δε κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπως έχω επίσης αναφέρει, δεν μπορεί να προσβληθεί αναιρετικώς, παρά μόνο μέσω της περιορισμένης οδού της παραμορφώσεως των κριθέντων ως αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών, κάτι που δεν συνέβη εν προκειμένω.

3)      Επικουρική εκτίμηση

99.      Εν αντιθέσει προς όσα υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (35), η RFA δεν μετέφερε στην αίτηση αναιρέσεως την αιτίαση ότι η Επιτροπή, εφόσον εκτιμούσε ότι ορισμένες πληροφορίες σχετικά με το κόστος δεν ήταν αξιόπιστες, έπρεπε να την είχε ενημερώσει κατά τη διάρκεια των επιτόπιων επιθεωρήσεων, ή το ταχύτερο δυνατό, για να τις διορθώσει.

100. Καθ’ ο μέρος η αιτίαση αυτή δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται, λογικά, να την εξετάσει.

101. Ωστόσο, προς άρση κάθε αμφιβολίας ως προς το σημείο αυτό, είναι ενδεχομένως σκόπιμο να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να ενεργεί αυτεπαγγέλτως, παρά μόνο να αξιολογεί τα πειστικά αποδεικτικά στοιχεία που της προσκομίζει ο αιτών την έρευνα επιστροφής (36). Ο αιτών, και όχι η Επιτροπή, φέρει το βάρος να αποδείξει, σύμφωνα με τις αυστηρές απαιτήσεις που συνεπάγεται το επίθετο πειστικός, ότι ο δασμός αντανακλάται δεόντως στις τιμές μεταπωλήσεως.

102. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός, όπερ, σε συνδυασμό με την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, επάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της.

103. Δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η RFA πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

VI.    Πρόταση

104. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:

1)      να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

2)      να καταδικάσει την RFA International, LP στα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Καζακστάν, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ρωσίας (ΕΕ 2008, L 55, σ. 6· στο εξής: αρχικός κανονισμός).


3      Η διαδικασία κινήθηκε κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε στις 25 Φεβρουαρίου 2008 η επιτροπή συνδέσεως της βιομηχανίας σιδηροκράματος (Euroalliages).


4      Επρόκειτο για τις εταιρίες Chelyabinsk electrometallurgical integrated plant OAO (στο εξής: CHEMK) και Kuzneckie Ferrsplavy OAO (στο εξής: KF).


5      Η RFA διαθέτει υποκατάστημα στην Ελβετία το οποίο είναι επιφορτισμένο με τις εξαγωγικές πωλήσεις των CHEMK και KF, ιδίως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.


6      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 2009, L 343, σ. 51· στο εξής: βασικός κανονισμός).


7      Απόφαση RFA International κατά Επιτροπής (T‑113/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:783· στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση).


8      Απόφαση της CHEMK και KF κατά Συμβουλίου (T‑190/08, EU:T:2011:618).


9      Απόφαση CHEMK και KF κατά Συμβουλίου (C‑13/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:780).


10      Εκτελεστικός κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 2012, για την περάτωση της μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου προέλευσης, μεταξύ άλλων, Ρωσίας (ΕΕ 2012, L 22, σ. 1).


11      Απόφαση CHEMK και KF κατά Συμβουλίου (T‑169/12, EU:T:2015:231).


12      Διάταξη CHEMK και KF κατά Συμβουλίου (C‑345/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:433).


13      Απόφαση RFA International κατά Επιτροπής (T‑466/12, EU:T:2015:151).


14      Απόφαση RFA International κατά Επιτροπής (C‑239/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:337).


15      Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 2014, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ρωσίας, μετά την επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου (ΕΕ 2014, L 107, σ. 13).


16      Απόφαση CHEMK και KF κατά Επιτροπής (T‑487/14, EU:T:2018:792).


17      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2016, L 176, σ. 21).


18      Απόφαση Valimar (C‑374/12, EU:C:2014:2231· στο εξής: απόφαση Valimar, σκέψεις 52 και 55). Όσον αφορά τον έλεγχο με τον οποίον είναι επιφορτισμένη η Επιτροπή κατά την ενδιάμεση επανεξέταση, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι αυτός «ενδέχεται να την οδηγήσει στην εκπόνηση όχι απλώς μιας αναδρομικής ανάλυσης της εξέλιξης της κατάστασης, με αφετηρία την επιβολή του αρχικού οριστικού μέτρου, προκειμένου να αξιολογήσει την αναγκαιότητα της διατήρησής του ή της τροποποίησής του, ώστε να εξουδετερωθεί η πρακτική ντάμπινγκ που προκάλεσε τη ζημία, αλλά και μιας ανάλυσης των προοπτικών της πιθανής εξέλιξης της κατάστασης, με αφετηρία την υιοθέτηση του μέτρου της επανεξέτασης, ούτως ώστε να αξιολογήσει την πιθανή επίπτωση μιας κατάργησης ή μιας τροποποίησης του εν λόγω μέτρου».


19      Δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, σημείο 16.


20      Όπ.π. (σημείο 28).


21      Όπ.π. (σημείο 22).


22      Η αιτιολογική σκέψη 19, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 21, της αποφάσεως C(2014) 9805 τελικό (την οποία το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει ως πρότυπο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) αναφέρει ότι το κόστος των δύο Ρώσων παραγωγών-εξαγωγέων αυξήθηκε σημαντικά (περί του 100 %) σε σχέση με την αρχική έρευνα, και ότι: i) η δομή των εγχώριων πωλήσεων του ομίλου αναθεωρήθηκε λίγο μετά την ολοκλήρωση της αρχικής έρευνας· ii) οι εμπορικές εξαγωγικές ροές των Ρώσων παραγωγών-εξαγωγέων τροποποιήθηκαν· iii) κατά τη διάρκεια της αρχικής έρευνας, ο παραγωγός-εξαγωγέας εξήγε το οικείο προϊόν κυρίως υπό τα καθεστώτα FOB [Free On Board (ελεύθερο επί του πλοίου): ο πωλητής παραδίδει το προϊόν επί του πλοίου στον λιμένα φορτώσεως. Από τη στιγμή αυτή, ο αγοραστής αναλαμβάνει το σύνολο των κινδύνων και των εξόδων] και DDP [Delivered Duty Paid (παράδοση με καταβολή δασμών): περιλαμβάνει το σύνολο των εξόδων έως την παράδοση του εμπορεύματος στον αγοραστή στο συμφωνημένο σημείο στη χώρα εισαγωγής]. Μετά την αρχική έρευνα, οι ως άνω παραγωγοί-εξαγωγείς άρχισαν να πωλούν σε τιμή EXW [(Ex Works. Εκ του εργοστασίου): το εμπόρευμα παραδίδεται στις εγκαταστάσεις του πωλητή και ο αγοραστής αναλαμβάνει το σύνολο των κινδύνων (και των εξόδων) έως τον προορισμό]· iv) κατά τη διάρκεια της αρχικής έρευνας, οι πωλήσεις του προϊόντος στους πελάτες της Ένωσης πραγματοποιούνταν υπό τα καθεστώτα EXW, CIF [ο πωλητής αναλαμβάνει το κόστος της ασφαλίσεως και του ναύλου και ο αγοραστής οφείλει να παραλάβει το εμπόρευμα επί του πλοίου στον λιμένα προορισμού, φέροντας από τη στιγμή αυτή τον κίνδυνο (και τα έξοδα)] και DDP. Μετά την αρχική έρευνα, η μεταπώληση πραγματοποιείτο κυρίως υπό το καθεστώς DDP· v) η αιτούσα και η επιχείρηση Am General LLC – Mishawaka, USA («AMG») ιδρύθηκαν μετά την αρχική έρευνα. Η αιτούσα κατέστη μοναδικός αγοραστής του προϊόντος και το εξήγε, κυρίως, προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η AMG παρείχε στην αιτούσα διοικητικές υπηρεσίες, όπως διεκπεραίωση παραγγελιών αγοράς και πωλήσεως, συμπεριλαμβανομένων της εφοδιαστικής παραδόσεων, της διοικήσεως αποθήκης, και της τιμολογήσεως. Συγκεκριμένα, η αιτούσα της ανέθεσε τα καθήκοντα αυτά στο πλαίσιο της εξαγωγικής δραστηριότητας του ομίλου· και vi) οι συνθήκες της αγοράς που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια της αρχικής έρευνας άλλαξαν επίσης σημαντικά.


23      Απόφαση RFA International κατά Επιτροπής (C‑239/15 P, EU:C:2017:337, μη δημοσιευθείσα, σκέψη 27).


24      Με την (αμετάκλητη) απόφαση στην υπόθεση T‑487/14, CHEMK και KF κατά Επιτροπής (EU:T:2018:792), της αυτής ημερομηνίας με την εν προκειμένω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο είχε απορρίψει παρόμοιο αίτημα των CHEMK και KF κατά της αποφάσεως με την οποία είχε περατωθεί η διαδικασία επανεξετάσεως ενόψει της λήξεως ισχύος των δασμών αυτών αντιντάμπινγκ. Κατά τη σκέψη 61 της αποφάσεως αυτής: «[ω]στόσο, εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες δεν ζητούν, για την επανεξέταση ενόψει της λήξεως ισχύος των μέτρων, την εφαρμογή της ίδιας μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε κατά την αρχική έρευνα, αλλά την εφαρμογή της ίδιας μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε κατά την επανεξέταση η οποία οδήγησε στην έκδοση του ενδιάμεσου κανονισμού. Πράγματι, το επίμαχο ζήτημα είναι η ενσωμάτωση των δασμών αντιντάμπινγκ οι οποίοι, εξ ορισμού, δεν ίσχυαν κατά την περίοδο της αρχικής έρευνας» (η υπογράμμιση δική μου).


25      Βλ., αντί άλλων, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2020, Δημοκρατία της Λιθουανίας κατά Επιτροπής (C‑79/19 P, EU:C:2020:129): «[…] από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Συγκεκριμένα, εφόσον η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. Επομένως, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως των στοιχείων αυτών».


26      ΕΕ 2014, C 164, σ. 9.


27      Το σημείο 4.1, στοιχείο βʹ («Εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού») της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ έχει ως εξής: «Όταν η τιμή εξαγωγής έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή υποχρεούται να υπολογίζει την τιμή εξαγωγής χωρίς να αφαιρεί το ποσό των καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβληθεί πειστικά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο δασμός αντανακλάται δεόντως στις τιμές μεταπώλησης και στις μεταγενέστερες τιμές πώλησης στην Ένωση. Η Επιτροπή εξετάζει κατά πόσον η αύξηση των τιμών πώλησης σε ανεξάρτητους πελάτες στην Ένωση, ανάμεσα στην περίοδο της αρχικής έρευνας και την περίοδο της έρευνας επιστροφής των δασμών, περιλαμβάνει τους δασμούς αντιντάμπινγκ».


28      Σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η σκέψη αυτή είναι ταυτόσημη με τη σκέψη 64 της αμετάκλητης αποφάσεως της 15ης Νοεμβρίου 2018, CHEMK και KF κατά Επιτροπής (T‑487/14, EU:T:2018:792).


29      Όπ.π. (σκέψη 74).


30      Βλ. σημείο 63 των παρουσών προτάσεων και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.


31      Απόφαση Valimar (σκέψη 51, με παράθεση της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, Ikea Wholesale, C‑351/04, EU:C:2007:547, σκέψεις 40 και 41, και της αποφάσεως της 16ης Φεβρουαρίου 2012, Συμβούλιο και Επιτροπή κατά Interpipe Niko Tube και Interpipe NTRP, C‑191/09 P και C‑200/09 P, EU:C:2012:78, σκέψη 63).


32      Κατά την απόφαση Valimar, ο δικαστικός έλεγχος της διενεργούμενης από τα θεσμικά όργανα εκτιμήσεως περιορίζεται «στην εξακρίβωση του αν τηρήθηκαν οι διαδικαστικοί κανόνες, του αν είναι ακριβή τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε η αμφισβητούμενη επιλογή, του αν υπήρξε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ή κατάχρηση εξουσίας» (σκέψη 51).


33      Απόφαση CHEMK και KF κατά Επιτροπής (T‑487/14, EU:T:2018:792).


34      Απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2015 (T‑73/12, EU:T:2015:865, σκέψη 155).


35      Σημείο 94 της προσφυγής ακυρώσεως.


36      Με την απόφαση της 22ας Μαρτίου 2012, GLS (C‑338/10, EU:C:2012:158, σκέψη 32), το Δικαστήριο έκρινε ότι «η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να εξετάζει αυτεπαγγέλτως όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, διότι ο ρόλος της κατά την έρευνα αντιντάμπινγκ δεν είναι ρόλος διαιτητή, του οποίου η αρμοδιότητα περιορίζεται στη λήψη απόφασης βάσει των πληροφοριών και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζουν οι συμμετέχοντες στην έρευνα». Το πλαίσιο εντός του οποίου διατυπώθηκε η κρίση αυτή ήταν διαφορετικό, δεδομένου ότι επρόκειτο για διαφορά σχετική με τον καθορισμό της κανονικής αξίας κατά τη διάρκεια αρχικής έρευνας.