Language of document : ECLI:EU:C:2020:611

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MICHAL BOBEK

της 6ης Αυγούστου 2020 (1)

Υπόθεση C195/20 PPU

XC

Ποινική διαδικασία

παρισταμένου του:

Generalbundesanwalt beim Bundesgerichtshof

[αίτηση του Bundesgerichtshof (Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών – Άρθρο 27, παράγραφοι 2 και 3 – Κανόνας της ειδικότητας – Περιεχόμενο – Δίωξη του καταζητούμενου για αξιόποινες πράξεις πέραν εκείνων για τις οποίες παραδόθηκε – Δύο διαδοχικά ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν για διαφορετικές αξιόποινες πράξεις από το ίδιο κράτος μέλος – Έννομες συνέπειες της εκούσιας αναχώρησης από το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και της αναγκαστικής επιστροφής στο έδαφός του βάσει δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης»






I.      Εισαγωγή

1.        Βάσει του άρθρου 27 της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ (2), το οποίο προβλέπει τον λεγόμενο κανόνα της «ειδικότητας», πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε δεν διώκεται, καταδικάζεται ή άλλως πως στερείται της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε.

2.        Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος παραδόθηκε αρχικά από τις πορτογαλικές αρχές στις γερμανικές αρχές σε εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Αφού εξέτισε την ποινή του, εγκατέλειψε εκουσίως το έδαφος της Γερμανίας. Στη συνέχεια, εκδόθηκε εις βάρος του δεύτερο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει του οποίου οι ιταλικές αρχές τον παρέδωσαν στις γερμανικές αρχές. Οι ιταλικές αρχές συγκατατέθηκαν στη μη εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας στο πλαίσιο της άσκησης δίωξης για τις επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις. Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι η συγκατάθεση αυτή έπρεπε να δοθεί από τις πορτογαλικές αρχές ως αρχές εκτέλεσης του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

3.        Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται, κατ’ ουσίαν, να αποφανθεί επί του τρόπου εφαρμογής του κανόνα της ειδικότητας όσον αφορά συγκεκριμένα την εκούσια αναχώρηση του προσώπου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένα πρώτο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης από το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος αυτού, και την επακόλουθη αναγκαστική επιστροφή του βάσει δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: Πρέπει να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό εξακολουθεί, παρά την εν λόγω εκούσιας αναχώρηση, να απολαύει της προστασίας που παρέχει ο κανόνας της ειδικότητας βάσει του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης; Ή αντίθετα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, λόγω της εκούσιας εξόδου από το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του πρώτου εντάλματος, ο κανόνας της ειδικότητας μπορεί, ενδεχομένως, να εκτιμηθεί μόνο στο πλαίσιο του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, η παροχή συγκατάθεσης για την επέκταση της δίωξης εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των αρχών εκτέλεσης του δεύτερου αυτού εντάλματος;

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

4.        Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2002/584:

«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.»

5.        Όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρέπει να περιέχει ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η «φύση και [ο] νομικός χαρακτηρισμός του αδικήματος» και η «περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη».

6.        Το άρθρο 13, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου προβλέπει τα εξής:

«Εάν ο συλληφθείς δηλώσει ότι συγκατατίθεται να παραδοθεί, η συγκατάθεση αυτή και, ενδεχομένως, η ρητή παραίτηση από το ευεργέτημα του ‟κανόνα της ειδικότητας” που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 2 δίνονται ενώπιον της δικαστικής αρχής εκτέλεσης, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.»

7.        Το άρθρο 27 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 3 αυτής το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποτελέσματα της παράδοσης». Το άρθρο αυτό αφορά την ενδεχόμενη δίωξη (του προσώπου) για άλλες αξιόποινες πράξεις και έχει ως εξής:

«1.      Έκαστο κράτος μέλος δύναται να κοινοποιεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ότι, στις σχέσεις του με άλλα κράτη μέλη που έχουν προβεί στην ίδια κοινοποίηση, τεκμαίρεται η συγκατάθεση για τη δίωξη, καταδίκη ή κράτηση ενός προσώπου προς έκτιση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας, για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του, πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε, εκτός εάν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ορίσει άλλως στην απόφασή της για την παράδοση.

2.      Εξαιρέσει των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3, πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε δεν διώκεται, καταδικάζεται ή άλλως πως στερείται της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε.

3.      Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)      όταν ο παραδοθείς, μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο παραδόθηκε, δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απαλλαγή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει·

β)      η αξιόποινη πράξη δεν τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας·

γ)      η ποινική διαδικασία δεν συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρου περιοριστικού της ελευθερίας του προσώπου·

δ)      όταν στον παραδοθέντα ενδέχεται να επιβληθεί ποινή ή μέτρο που δεν συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας, ιδίως χρηματική ποινή ή υποκατάστατο μέτρο, ακόμη και εάν αυτή η ποινή ή το μέτρο ενδέχεται να περιορίζει την ατομική του ελευθερία·

ε)      όταν ο συλληφθείς συγκατατέθηκε να παραδοθεί, ενδεχομένως συγχρόνως με την παραίτηση από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 13·

στ)      όταν ο συλληφθείς μετά την παράδοσή του παραιτήθηκε ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας όσον αφορά συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις προγενέστερ[ες] της παράδοσής του. Η παραίτηση γίνεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και καταχωρείται στα πρακτικά σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους. Διατυπώνεται κατά τρόπο που να προκύπτει ότι το έπραξε εκουσίως και έχοντας πλήρη επίγνωση των σχετικών συνεπειών. Προς τούτο, έχει το δικαίωμα να επικουρείται από νομικό παραστάτη·

ζ)      οσάκις η δικαστική αρχή εκτέλεσης που παρέδωσε τον συλληφθέντα δίδει τη σχετική συγκατάθεσή της σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4.      Η αίτηση συγκατάθεσης υποβάλλεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης και συνοδεύεται από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 και από τη μετάφραση που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2. Δίδεται συγκατάθεση όταν για την αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται χωρεί επίσης παράδοση σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνείται τη συγκατάθεσή της για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και μπορεί πέραν αυτού να την αρνηθεί μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 4. Η απόφαση λαμβάνεται το αργότερο 30 ημέρες μετά την παραλαβή της αίτησης.

Για τις περιπτώσεις του άρθρου 5, το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος πρέπει να παρέχει τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο.»

2.      Το γερμανικό δίκαιο

8.        Κατά με το άρθρο 83h του Gesetz über die internationale Rechtshilfe in Strafsachen (νόμου περί διεθνούς δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις), ο οποίος μετέφερε την απόφαση-πλαίσιο στο γερμανικό δίκαιο:

«1)      Πρόσωπα τα οποία παραδίδονται από κράτος μέλος βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης:

1.      δεν διώκονται, καταδικάζονται ή άλλως πως στερούνται της ελευθερίας τους για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή τους πλην εκείνης η οποία προκάλεσε την παράδοση, ή·

2.      δεν παραδίδονται, μεταφέρονται ή απελαύνονται σε τρίτο κράτος.

2)      Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν:

1.      ο παραδοθείς, μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο παραδόθηκε, δεν το έπραξε εντός σαράντα πέντε ημερών από την οριστική απαλλαγή του ή επέστρεψε σε αυτό αφότου το είχε εγκαταλείψει·

2.      η αξιόποινη πράξη δεν τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας·

3.      η ποινική διαδικασία δεν συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρου περιοριστικού της ελευθερίας του προσώπου·

4.      στον παραδοθέντα ενδέχεται να επιβληθεί ποινή ή μέτρο που δεν συνεπάγεται στέρηση της ελευθερίας, ακόμη και εάν αυτή η ποινή ή το μέτρο ενδέχεται να περιορίζει την ατομική του ελευθερία·

5.      το κράτος μέλος εκτέλεσης ή ο παραδοθείς παραιτήθηκαν από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας.

3)      Μετά την παράδοση, η δήλωση παραίτησης του παραδοθέντος γίνεται ενώπιον δικαστή ή εισαγγελέα και συντάσσεται σχετική έκθεση. Η παραίτηση είναι αμετάκλητη. Στον παραδοθέντα επισημαίνεται το αμετάκλητο της ανωτέρω δήλωσης.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και το προδικαστικό ερώτημα

9.        Ο κατηγορούμενος διώχθηκε στη Γερμανία, στο πλαίσιο τριών διαδοχικών υποθέσεων για διάφορες αξιόποινες πράξεις: διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (υπόθεση A), σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου διαπραχθείσα στην Πορτογαλία (υπόθεση B) και, στη συνέχεια, διακεκριμένης μορφής βιασμό και ληστρική εκβίαση, που τελέσθηκαν επίσης στην Πορτογαλία (υπόθεση Γ).

10.      Κατ’ αρχάς, κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών (υπόθεση A). Στις 6 Οκτωβρίου 2011 καταδικάστηκε για την πράξη αυτή από το Amtsgericht Niebüll (πλημμελειοδικείο Niebüll, Γερμανία) σε συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας ενός έτους και εννέα μηνών. H εκτέλεση της εν λόγω ποινής ανεστάλη υπό όρους.

11.      Στη συνέχεια, το 2016 ασκήθηκε στη Γερμανία ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου διαπραχθείσα στην Πορτογαλία (υπόθεση B). Για τον λόγο αυτόν, στις 23 Αυγούστου 2016, η Staatsanwaltschaft Hannover (εισαγγελία Αννόβερου, Γερμανία) εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (στο εξής: πρώτο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης). Το Tribunal da Relação de Évora (εφετείο Évora, Πορτογαλία) επέτρεψε την παράδοση του κατηγορουμένου στις γερμανικές δικαστικές αρχές για την αξιόποινη αυτή πράξη. Στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής, ο κατηγορούμενος δεν παραιτήθηκε από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας. Στις 22 Ιουνίου 2017 παραδόθηκε από τις πορτογαλικές αρχές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Στη συνέχεια, εξέτισε εξ ολοκλήρου στη χώρα αυτή τη στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας ενός έτους και τριών μηνών στην οποία είχε καταδικαστεί για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. Τον Αυγούστου του 2018 ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κοινωνική και δικαστική παρακολούθηση (Führungsaufsicht) για πέντε έτη. Κατά την περίοδο αυτή, όφειλε να παρουσιάζεται μία φορά τον μήνα στον αρμόδιο επιμελητή.

12.      Κατά την εκτέλεση της ποινής που αφορούσε τη σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου (υπόθεση B), ήρθη η υπό όρους αναστολή της ποινής που είχε επιβληθεί το 2011 με την απόφαση του Amtsgericht Niebüll (πλημμελειοδικείου Niebüll) για το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (υπόθεση A). Στις 22 Αυγούστου 2018 η Staatsanwaltschaft Flensburg (εισαγγελία Flensburg, Γερμανία) ζήτησε από το Tribunal da Relação de Évora (εφετείο Évora) να παραιτηθεί από την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας και να παράσχει τη συγκατάθεσή του για την εκτέλεση της ποινής που επέβαλε το Amtsgericht Niebüll (πλημμελειοδικείο Niebüll).

13.      Στις 31 Αυγούστου 2018, ελλείψει απάντησης εκ μέρους του Tribunal da Relação de Évora (εφετείου Évora), ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος. Ακολούθως, στις 18 Σεπτεμβρίου μετέβη στις Κάτω Χώρες και στη συνέχεια στην Ιταλία. Στις 19 Σεπτεμβρίου η Staatsanwaltschaft Flensburg (εισαγγελία Flensburg) εξέδωσε σε βάρος του κατηγορουμένου ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για την εκτέλεση της απόφασης του Amtsgericht Niebüll (πλημμελειοδικείου Niebüll) για την υπόθεση A (στο εξής: δεύτερο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης).

14.      Στις 27 Σεπτεμβρίου 2018 ο κατηγορούμενος συνελήφθη στην Ιταλία. Στις 10 Οκτωβρίου 2018 οι ιταλικές αρχές συναίνεσαν στην παράδοσή του. Στις 18 Οκτωβρίου ο κατηγορούμενος παραδόθηκε στις γερμανικές αρχές.

15.      Τέλος, στις 5 Νοεμβρίου 2018 το Amtsgericht Braunschweig (πλημμελειοδικείο Braunschweig, Γερμανία) εξέδωσε εθνικό ένταλμα σύλληψης (Untersuchungshaftbefehl) στο πλαίσιο της ανάκρισης για μια τρίτη υπόθεση (υπόθεση Γ) στην οποία εμπλεκόταν ο κατηγορούμενος και της οποίας τα πραγματικά περιστατικά ανάγονταν στις 2 Σεπτεμβρίου 2005 και αφορούσαν συγκεκριμένα τον βιασμό και τη ληστρική εκβίαση μιας Αμερικανίδας υπηκόου ηλικίας 72 ετών στην Praia da Luz, στην Πορτογαλία. Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής υπόθεσης υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

16.      Στις 12 Δεκεμβρίου 2018 η Staatsanwaltschaft Braunschweig (εισαγγελία Braunschweig, Γερμανία) ζήτησε από την ιταλική αρχή εκτέλεσης συγκατάθεση για τη δίωξη του κατηγορουμένου και για τις επίμαχες αξιόποινες πράξεις του βιασμού και της ληστρικής εκβίασης (υπόθεση Γ). Το Corte d’appello di Milano (εφετείο Μιλάνου, Ιταλία) δέχθηκε το αίτημα αυτό στις 22 Μαρτίου 2019.

17.      Ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση στη Γερμανία από τις 23 Ιουλίου 2019 έως τις 11 Φεβρουαρίου 2020 δυνάμει του εθνικού εντάλματος σύλληψης που μνημονεύθηκε στο σημείο 15 των παρουσών προτάσεων. Κατά το χρονικό διάστημα αυτό, με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2019, το Landgericht Braunschweig (κακουργιοδικείο Braunschweig, Γερμανία) καταδίκασε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα του βιασμού διακεκριμένης μορφής και της ληστρικής εκβίασης τα οποία διέπραξε στην Πορτογαλία το 2005 (υπόθεση Γ). Το εν λόγω δικαστήριο του επέβαλε στερητική της ελευθερίας ποινή συνολικής διάρκειας επτά ετών στην οποία συνυπολογίστηκε η ποινή που επιβλήθηκε με την απόφαση του Amtsgericht Niebüll (πλημμελειοδικείου Niebüll) το 2011. Ο συνολικός χρόνος της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου στην Ιταλία προσμετρήθηκε στη συνολική ποινή. Επιπροσθέτως, στις 21 Ιανουαρίου 2020 η πορτογαλική αρχή εκτέλεσης παρέσχε τη συγκατάθεσή της για την εκτέλεση της συνολικής στερητικής της ελευθερίας ποινής την οποία επέβαλε το Amtsgericht Niebüll (πλημμελειοδικείο Niebüll) στο πλαίσιο της υπόθεσης A.

18.      Ο κατηγορούμενος βρίσκεται στη φυλακή από τις 12 Φεβρουαρίου 2020 στο πλαίσιο εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε το 2011 από το Amtsgericht Niebüll (πλημμελειοδικείο Niebüll) στο πλαίσιο της υπόθεσης A. Άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), δηλαδή του αιτούντος δικαστηρίου, κατά της απόφασης του Landgericht Braunschweig (κακουργιοδικείου Braunschweig). Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος αμφισβητεί το κύρος της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης υπό το πρίσμα του κανόνα της ειδικότητας ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 27 της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Καθόσον οι πορτογαλικές αρχές δεν έδωσαν τη συγκατάθεσή τους για την άσκηση δίωξης ως προς τα διαπραχθέντα στην Πορτογαλία αδικήματα του βιασμού και της ληστρικής εκβίασης (υπόθεση Γ), οι γερμανικές αρχές δεν μπορούσαν να ασκήσουν ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου και, συνεπώς, οι διαδικαστικές πράξεις, όπως το εθνικό ένταλμα σύλληψης που εξέδωσε το Amtsgericht Braunschweig (πλημμελειοδικείο Braunchweig) στις 5 Νοεμβρίου 2018, είναι άκυρες.

19.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα αν το εθνικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ανάκρισης εξακολουθεί να ισχύει ή, αντιθέτως, πρέπει να ακυρωθεί εξαρτάται από το αν οι γερμανικές αρχές μπορούσαν να ασκήσουν ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις κατηγορίες των τελεσθέντων στην Πορτογαλία το 2005 αδικημάτων του βιασμού διακεκριμένης μορφής και της ληστρικής εκβίασης (υπόθεση Γ).

20.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 27, παράγραφοι 2 και 3, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584 [...] την έννοια ότι ο κανόνας της ειδικότητας δεν αντιτίθεται σε μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας ενός προσώπου για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του, πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε, όταν ο παραδοθείς εγκατέλειψε οικειοθελώς μετά την παράδοση το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, αργότερα παραδόθηκε ξανά στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος από άλλο κράτος μέλος εκτέλεσης βάσει νέου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και το δεύτερο κράτος μέλος εκτέλεσης έχει συγκατατεθεί στη δίωξη, την καταδίκη και την εκτέλεση της ποινής για την άλλη αξιόποινη πράξη;».

IV.    Επί της επείγουσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου

21.      Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εξεταστεί η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατά την επείγουσα διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Προς στήριξη του αιτήματός του, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι το υποβαλλόμενο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία απόφασης-πλαισίου που εμπίπτει στον τίτλο V του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ. Ανέφερε επίσης ότι, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, ο κατηγορούμενος τελούσε υπό προσωρινή κράτηση στο πλαίσιο εκτέλεσης της ποινής που του επέβαλε το Amtsgericht Niebüll (πλημμελειοδικείο Niebüll) για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (υπόθεση A). Μολονότι ο κατηγορούμενος πρέπει πλέον να αφεθεί ελεύθερος, εντούτοις εξακολουθεί να κρατείται βάσει του εθνικού εντάλματος σύλληψης που εξέδωσε το Amtsgericht Braunschweig (πλημμελειοδικείο Braunschweig) στο πλαίσιο της ανάκρισης για τις διαπραχθείσες στην Πορτογαλία πράξεις του βιασμού και της ληστρικής εκβίασης (υπόθεση Γ). Ωστόσο, η ίδια η νομιμότητα της εν λόγω προσωρινής κράτησης εξαρτάται από το κύρος της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της επίμαχης απόφασης του Landgericht Braunschweig (κακουργιοδικείου Braunschweig), όσον αφορά την υπόθεση Γ. Σε περίπτωση ακυρότητας της διαδικασίας αυτής, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος.

22.      Στις 25 Μαΐου 2020 το τέταρτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε να κάνει δεκτό το αίτημα αυτό.

23.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο κατηγορούμενος, ο Generalbundesanwalt beim Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακός γενικός εισαγγελέας στο Bundesgerichtshof, στο εξής: ομοσπονδιακός γενικός εισαγγελέας), η Γερμανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ανωτέρω καθώς και η Ιρλανδία ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 16 Ιουλίου 2020.

V.      Ανάλυση

24.      Οι παρούσες προτάσεις είναι διαρθρωμένες ως εξής. Θα αρχίσω με την ανάλυση του κανόνα της ειδικότητας υπό το πρίσμα του γράμματος, του πλαισίου και του σκοπού του άρθρου 27 της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Ειδικότερα, θα εξετάσω τα αποτελέσματα που επάγεται η εκούσια αναχώρηση του ενδιαφερομένου από το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επί της εφαρμογής του κανόνα της ειδικότητας και, ευρύτερα, επί της διαδικασίας παράδοσης (A). Στη συνέχεια, θα εξηγήσω τις απαιτήσεις που συνεπάγεται ο κανόνας της ειδικότητας στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος παραδόθηκε εκ νέου, στο πλαίσιο δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης (B).

1.      Ο κανόνας της ειδικότητας και οι συνέπειες της εκούσιας εξόδου από το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος

25.      Εν προκειμένω, βάσει ενός πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης το οποίο εκδόθηκε από τη Γερμανία και εκτελέστηκε από την Πορτογαλία, ο κατηγορούμενος παραδόθηκε στο γερμανικό έδαφος όπου εξέτισε την ποινή που του επιβλήθηκε για τις πράξεις τις οποίες αφορά το εν λόγω ένταλμα σύλληψης (σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, υπόθεση B). Μετά την αποφυλάκισή του, τέθηκε υπό κοινωνική και δικαστική παρακολούθηση, αλλά δεν του απαγορεύθηκε η έξοδος από το γερμανικό έδαφος. Ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε εκουσίως τη Γερμανία για να μεταβεί αρχικά στις Κάτω Χώρες και στη συνέχεια στην Ιταλία. Βάσει ενός δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης το οποίο εξέδωσαν οι γερμανικές αρχές, ο κατηγορούμενος παραδόθηκε εκ νέου σε αυτές από τις ιταλικές αρχές προκειμένου να εκτίσει προγενέστερη ποινή στην οποία είχε καταδικαστεί για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (υπόθεση A). Επίσης, οι αρχές αυτές δέχθηκαν τελικά να παραιτηθούν από την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας επιτρέποντας τη δίωξη του κατηγορουμένου στη Γερμανία για τις πράξεις του βιασμού διακεκριμένης μορφής και της ληστρικής εκβίασης τις οποίες διέπραξε στην Πορτογαλία πριν από την πρώτη παράδοσή του (υπόθεση Γ). Για τα αδικήματα αυτά, ο κατηγορούμενος υποβάλλεται τώρα σε στερητικό της ελευθερίας μέτρο (Untersuchungshaft) που συνδέεται με την απόφαση της οποίας το κύρος αμφισβητεί.

26.      Με το μοναδικό προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί ποιες είναι οι έννομες συνέπειες, αφενός, της εκούσιας εξόδου από το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, στην περίπτωση προσώπου το οποίο παραδόθηκε στο κράτος αυτό βάσει ενός πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, και, αφετέρου, της αναγκαστικής επιστροφής του προσώπου αυτού βάσει ενός δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

27.      Θα αρχίσω από το πρώτο ζήτημα: ποιες είναι οι συνέπειες, ως προς τον κανόνα της ειδικότητας, της εκούσιας εξόδου προσώπου το οποίο παραδόθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος από το έδαφος του κράτους μέλους αυτού;

28.      Κατά τον κατηγορούμενο και την Ιρλανδία, το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας. Ο κατηγορούμενος, εγκαταλείποντας το γερμανικό έδαφος, δεν παραιτήθηκε από το ευεργέτημα του εν λόγω κανόνα. Ο κανόνας της ειδικότητας παραμένει εφαρμοστέος δεδομένου ότι, αφενός, ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να τελεί υπό κοινωνική και δικαστική παρακολούθηση στο πλαίσιο της υπόθεσης B όταν εγκατέλειψε το γερμανικό έδαφος και, αφετέρου, η επιστροφή του σε αυτό δεν ήταν εκούσια. Επομένως, η πρώτη παράδοση εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της.

29.      Ο ομοσπονδιακός γενικός εισαγγελέας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή καθώς και το αιτούν δικαστήριο τάσσονται υπέρ της απόψεως ότι η εκούσια αναχώρηση του κατηγορουμένου από το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος περατώνει την πρώτη διαδικασία παράδοσης, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται ο κανόνας της ειδικότητας. Τα συμφέροντα που προστατεύονται από τον κανόνα της ειδικότητας δεν θίγονται πλέον δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος εγκαταλείπει εκουσίως το κράτος μέλος στο οποίο είχε αρχικά παραδοθεί. Το πρόσωπο που εγκαταλείπει εκουσίως το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν δύναται να επικαλεστεί την παρεχόμενη από τον κανόνα της ειδικότητας προστασία, ακόμη και σε περίπτωση επιστροφής του στον βαθμό που η εκ νέου διαμονή στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν οφείλεται πλέον στην προγενέστερη παράδοση.

30.      Συντάσσομαι με την άποψη του ομοσπονδιακού γενικού εισαγγελέα, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Επιτροπής καθώς και του αιτούντος δικαστηρίου. Κατ’ εμέ, ο κανόνας της ειδικότητας συνδέεται αναπόσπαστα με την εκτέλεση ενός συγκεκριμένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στο πλαίσιο του οποίου ο κανόνας αυτός «ενεργοποιείται» και μπορεί, ως εκ τούτου, να εκτιμηθεί. Ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή, σε σχέση με το εν λόγω ένταλμα, μόνον εφόσον ο ενδιαφερόμενος τελεί, λόγω της παρουσίας του στο έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος, υπό τον έλεγχο του κράτους αυτού. Συνεπώς, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος δεν υπάγεται πλέον στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους έκδοσης του εντάλματος αυτού λόγω της εκούσιας αναχώρησής του από το έδαφός του, ο κανόνας της ειδικότητας δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί.

31.      Η ερμηνεία αυτή προκύπτει από το γράμμα, το πλαίσιο και τον σκοπό του άρθρου 27, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584.

1.      Γραμματική ερμηνεία

32.      Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου, πρόσωπο που έχει παραδοθεί δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να διωχθεί, να καταδικαστεί ή να στερηθεί την ελευθερία του για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε.

33.      Το ίδιο το γράμμα της διάταξης αυτής δεν παρέχει ενδείξεις ως προς τα αποτελέσματα της εκούσιας αναχώρησης του παραδοθέντος από το έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος όσον αφορά την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας. Εντούτοις, από αυτό συνάγεται σαφώς ότι ο κανόνας της ειδικότητας συνδέεται στενά με την παράδοση (στον ενικό αριθμό) και, ως εκ τούτου, με την εκτέλεση συγκεκριμένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Το γεγονός ότι ο κανόνας αυτός ωφελεί «πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε» υποδηλώνει πράγματι ότι το πρόσωπο αυτό πρέπει να βρίσκεται –ή πρόκειται να βρεθεί– στο έδαφος του κράτους μέλους το οποίο ζήτησε την παράδοση αυτή κατ’ εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή, τουλάχιστον, υπό τον πραγματικό έλεγχο του κράτους αυτού.

34.      Ομοίως, στο πλαίσιο πάντοτε της γραμματικής ερμηνείας, το κεφάλαιο 3 της απόφασης-πλαισίου, στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 27, φέρει τον τίτλο «Αποτελέσματα της παράδοσης». Από τον τίτλο αυτόν προκύπτει ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού διέπουν τα αποτελέσματα συγκεκριμένης παράδοσης δυνάμει συγκεκριμένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

2.       Συστηματική ερμηνεία

35.      Πρώτον, όσον αφορά το σύστημα του ίδιου του άρθρου 27 της απόφασης-πλαισίου 2002/584, από την παράγραφο 3 συνάγεται ότι ο κανόνας της ειδικότητας δεν τυγχάνει εφαρμογής σε ορισμένες περιπτώσεις οι οποίες απαριθμούνται εξαντλητικά (3). Τούτο ισχύει κατ’ αρχάς σε περίπτωση παροχής εκ μέρους του ενδιαφερομένου συγκατάθεσης για την επέκταση της δίωξης. Στη περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο ενδιαφερόμενος, με τη συγκατάθεση αυτή, αποδέχθηκε ελεύθερα να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος για άλλες αξιόποινες πράξεις μολονότι δεν υπείχε σε καμία περίπτωση σχετική υποχρέωση. Τούτο επίσης ισχύει όταν η ίδια η αρχή εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης συγκατατίθεται στην επέκταση της δίωξης (4). Η εν λόγω δεύτερη περίπτωση, ευρέως γνωστή στο κλασικό δίκαιο της έκδοσης, καταδεικνύει τόσο τη διμερή διάσταση όσο και τις εκτιμήσεις σχετικά με την κυριαρχία που χαρακτηρίζουν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης: το κράτος εκτέλεσης του εντάλματος παραιτείται υπέρ του κράτους έκδοσης του εντάλματος από την άσκηση του ius puniendi για αξιόποινες πράξεις πέραν εκείνων οι οποίες δικαιολογούν την παράδοση (5).

36.      Παρά τις φαινομενικές διαφορές, αυτές οι δύο κατηγορίες εξαιρέσεων έχουν ένα καθοριστικό κοινό στοιχείο: την αποδοχή της υπαγωγής των προγενέστερων της παράδοσης πράξεων, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο επίμαχο ευρωπαϊκό εντάλματος σύλληψης, στο ius puniendi του κράτους έκδοσης του εντάλματος αυτού. Με άλλα λόγια, η παραίτηση από την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας, με πρωτοβουλία είτε του ενδιαφερομένου είτε του κράτους μέλους εκτέλεσης του εντάλματος συνεπάγεται ότι το κράτος έκδοσης του εντάλματος μπορεί να διώξει και να δικάσει, για αξιόποινες πράξεις πέραν εκείνων για τις οποίες παραδόθηκε, πρόσωπο που λόγω της φυσικής του παρουσίας υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του δυνάμει συγκεκριμένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Κατά συνέπεια ο κανόνας της ειδικότητας συνιστά εγγύηση υπέρ του παραδοθέντος, ενόσω αυτός παραμένει στο έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος βάσει των αποτελεσμάτων του, δηλαδή αναγκαστικά.

37.      Δεύτερον, όσον αφορά το σύστημα της απόφασης-πλαισίου 2002/584, από το γράμμα και τη λογική άλλων διατάξεων προκύπτει ότι οι κανόνες που αυτή ορίζει έχουν εφαρμογή στο πλαίσιο μιας και της αυτής παράδοσης. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου, συγκεκριμένος σκοπός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι η «παράδοση[…] από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας». Ομοίως, από το άρθρο 8, παράγραφος 1, και από το παράρτημα της ίδιας απόφασης-πλαισίου προκύπτει ότι η παράδοση αυτή αφορά συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις δεδομένου ότι σε κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρέπει να διευκρινίζεται η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός του επίμαχου αδικήματος ή των επίμαχων αδικημάτων και να περιγράφονται οι περιστάσεις τέλεσής του ή τέλεσής τους. Ακριβώς στο συγκεκριμένο πλαίσιο μιας παράδοσης –δηλαδή λόγω της αναγκαστικής παρουσίας στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος– ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης παρέχει στο κράτος αυτό τη δυνατότητα να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του ενδιαφερομένου για τα αδικήματα που αναφέρονται σε αυτό. Στο ίδιο πλαίσιο μπορεί και ο ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί τον κανόνα της ειδικότητας. Συνεπώς, από τις ανωτέρω εκτιμήσεις συνάγεται λογικά ότι ο κανόνας αυτός μπορεί να έχει εφαρμογή μόνο στο συγκεκριμένο και ειδικό πλαίσιο μίας και μόνης παράδοσης. Ο εν λόγω κανόνας μπορεί να τύχει οριζόντιας εφαρμογής, στο πλαίσιο άλλης παράδοσης, αφού ο ενδιαφερόμενος εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους στο οποίο είχε αρχικά παραδοθεί (6).

3.      Τελολογική ερμηνεία

38.      Μολονότι η γραμματική και η συστηματική ερμηνεία καθιστούν σαφές ότι ο κανόνας της ειδικότητας συνδέεται στενά με την παρουσία του παραδοθέντος στο έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο της εκτέλεσης συγκεκριμένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, οι σκοποί που επιδιώκονται από τον κανόνα αυτό καθώς και από το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης καταδεικνύουν ότι o εν λόγω σύνδεσμος διαρρηγνύεται στην περίπτωση εκούσιας εξόδου του εν λόγω προσώπου από το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Ελλείψει κρατικού καταναγκασμού εις βάρος του ενδιαφερομένου, ο κανόνας της ειδικότητας παύει να ισχύει ή δεν τυγχάνει εφαρμογής στο πλαίσιο της παράδοσης αυτής.

39.      Όσον αφορά τις λειτουργίες του κανόνα της ειδικότητας ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 27, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο κανόνας αυτός «συνδέεται με την κυριαρχία του κράτους μέλους εκτελέσεως και παρέχει στο καταζητούμενο άτομο το δικαίωμα να μη διωχθεί, να μην καταδικαστεί ή να μη στερηθεί την ελευθερία του παρά μόνο για την αξιόποινη πράξη που προκάλεσε την παράδοσή του (7) ». Συγκεκριμένα, ο κανόνας της ειδικότητας έχει κυρίως δύο σκοπούς. Πρώτον –και κατά τρόπο παραδοσιακό καθόσον ανάγεται στο δίκαιο της έκδοσης (8)–, ο κανόνας αυτός αποσκοπεί στη διατήρηση της κυριαρχίας του κράτους εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επειδή, κατά την εκτέλεση του εντάλματος αυτού, το κράτος αυτό δέχεται να περιορίσει (ή ακόμη και να παραιτηθεί από) την άσκηση της δικής του κυριαρχίας σε ποινικές υποθέσεις υπέρ άλλου κράτους μέλους. Δεύτερον –και κατά τρόπο πρωτότυπο λαμβανομένου υπόψη του κλασικού προτύπου της έκδοσης–, ο κανόνας της ειδικότητας, στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, έχει ως σκοπό τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου. Αυτός δεν πρέπει να ανησυχεί ενόψει άλλης ενδεχόμενης δίωξης για προγενέστερες της παράδοσης αξιόποινες πράξεις οι οποίες δεν μνημονεύθηκαν ρητά στο επίμαχο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ο ενδιαφερόμενος, υπό την επιφύλαξη της εκ μέρους του ρητής παραίτησης από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, πρέπει να έχει τη βεβαιότητα ότι δεν θα διωχθεί για άλλα αδικήματα καθ’ όλη τη διάρκεια της αναγκαστικής παρουσίας του στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος.

40.      Κατά τρόπο καθοριστικό για την υπό κρίση υπόθεση, από αυτούς τους δύο σκοπούς συνάγεται ότι ο κανόνας της ειδικότητας έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της δικαιοδοσίας του κράτους έκδοσης του εντάλματος σε ποινικές υποθέσεις και την αποφυγή του ενδεχομένου το κράτος αυτό να σφετεριστεί αρμοδιότητες του κράτους εκτέλεσης και να υπερβεί τις εξουσίες του έναντι του ενδιαφερομένου. Πράγματι, το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος ενδέχεται να επιδιώξει, για διάφορους λόγους, να ασκήσει ποινική δίωξη για πράξεις (θεωρητικά προγενέστερες) τις οποίες δεν αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (9).

41.      Οι εν λόγω σκοποί του κανόνα της ειδικότητας πρέπει να εκτιμηθούν σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκουν τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης. Πράγματι, τα εντάλματα αυτά επιδιώκουν να θέσουν τον ενδιαφερόμενο υπό την potestas του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, για τις πράξεις που μνημονεύονται σε αυτά, με την αναγκαστική μεταγωγή του στο έδαφος του εν λόγω κράτους (10). Στον βαθμό που ο κανόνας της ειδικότητας προστατεύει τον ενδιαφερόμενο έναντι ενδεχόμενων προσπαθειών εκ μέρους του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος να διευρύνει παράνομα τη δικαιοδοσία του σε ποινικές υποθέσεις, ο κανόνας αυτός προφανώς συνδέεται άρρηκτα με την εκτέλεση συγκεκριμένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του οποίου το περιεχόμενο είναι σαφώς καθορισμένο.

42.      Συνεπώς, ο κανόνας της ειδικότητας δεν έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της παράδοσης, βάσει των αποτελεσμάτων της, για όσο χρονικό διάστημα το πρόσωπο αυτό βρίσκεται, αναγκαστικά, στο έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος. Η εκούσια αναχώρηση από το έδαφος αυτό διαρρηγνύει τη σχέση μεταξύ του εν λόγω κράτους και του παραδοθέντος. Η ενέργεια αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αποδέσμευσή του από την potestas του κράτους αυτού. Επομένως, ο ενδιαφερόμενος δεν προστατεύεται πλέον, θεωρητικά, από τον κανόνα της ειδικότητας ο οποίος έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της αρχικής παράδοσης.

43.      Εν ολίγοις, στον βαθμό που ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε ελεύθερα το έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος, ξαναρχίζουν όλα πάλι από την αρχή. Αυτό ισχύει για το σύνολο της ειδικής διαδικασίας παράδοσης βάσει συγκεκριμένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και όχι μόνο για τον κανόνα της ειδικότητας. Πράγματι, σκοπός της παράδοσης είναι να προσαχθεί ο ενδιαφερόμενος στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος προκειμένου να δικαστεί και/ή να εκτίσει την ποινή του εκεί. Εφόσον ο σκοπός αυτός επιτευχθεί, ο «κύκλος» της παράδοσης κλείνει. Συνεπώς, καθόσον έχει εφαρμογή στο πλαίσιο του κύκλου αυτού, ο κανόνας της ειδικότητας λογικά παύει να ισχύει.

2.      Οι συνέπειες μιας αναγκαστικής επιστροφής στο έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος

44.      Δεν αμφισβητείται, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε εκουσίως τη γερμανική επικράτεια αφού εξέτισε την ποινή που του είχε επιβληθεί στο πλαίσιο της υπόθεσης Β (σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου) την οποία αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που οδήγησε στην πρώτη παράδοσή του από τις πορτογαλικές αρχές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο εφαρμοστέος στον κύκλο αυτόν κανόνα της ειδικότητας έπαυσε να ισχύει δυνάμει του εντάλματος αυτού.

45.      Εντούτοις, η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες, ως προς τον κανόνα της ειδικότητας, της εκούσιας εξόδου από το έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος προσώπου που έχει παραδοθεί στο κράτος αυτό. Η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει μια δεύτερη ιδιαιτερότητα ως προς τα πραγματικά περιστατικά η οποία φαίνεται να αποτελεί ουσιαστικά την πηγή των αμφιβολιών του αιτούντος δικαστηρίου: ο ενδιαφερόμενος επέστρεψε στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος κατ’ εκτέλεση ενός δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός ότι σε βάρος του κατηγορουμένου εκδόθηκε, μετά την αναχώρησή του, αυτό το δεύτερο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την αναγκαστική επιστροφή του στο γερμανικό έδαφος, αυτή τη φορά από την Ιταλία.

46.      Μπορεί το γεγονός αυτό να «επανενεργοποιήσει», τρόπον τινά, τον κανόνα της ειδικότητας βάσει του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης; Σε αυτή την περίπτωση της «επανενεργοποίησης», οι γερμανικές αρχές έκδοσης του εντάλματος οφείλουν να λάβουν τη συγκατάθεση του πρώτου κράτους μέλους εκτέλεσης (της Πορτογαλικής Δημοκρατίας) προκειμένου να επεκταθεί η δίωξη και για τις επίμαχες πράξεις στην υπόθεση Γ (διακεκριμένης μορφής βιασμός και ληστρική εκβίαση), δεδομένου ότι αυτές δεν περιλήφθηκαν στο δεύτερο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Αυτή ακριβώς είναι η άποψη του κατηγορουμένου και της Ιρλανδίας κατά την οποία ο κανόνας της ειδικότητας εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά του έναντι της Πορτογαλικής Δημοκρατίας.

47.      Αντιθέτως, στην αντίστροφη περίπτωση, θα αρκούσε για τον σκοπό αυτό η συγκατάθεση των αρχών εκτέλεσης του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (των ιταλικών αρχών). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν ο ομοσπονδιακός γενικός εισαγγελέας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή και το αιτούν δικαστήριο.

48.      Προκειμένου να καταλήξουν στα εν λόγω αντιπαρατιθέμενα συμπεράσματα, όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στο άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 κατά το οποίο ο κανόνας της ειδικότητας δεν έχει εφαρμογή «όταν ο παραδοθείς, μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο παραδόθηκε, δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απαλλαγή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει». Αφενός, ο κατηγορούμενος και η Ιρλανδία θεωρούν ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει τη διατήρηση της προστασίας που παρέχει ο κανόνας της ειδικότητας στον κατηγορούμενο βάσει του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης καθόσον απαιτεί η επιστροφή να είναι εκούσια. Αφετέρου, ο γενικός εισαγγελέας, η Επιτροπή και το αιτούν δικαστήριο φαίνεται ότι συμφωνούν στο ότι η εν λόγω εξαίρεση από τον κανόνα της ειδικότητας έχει εφαρμογή και στις αναγκαστικές επιστροφές. Μολονότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν απορρίπτει μια τέτοια ερμηνεία, εντούτοις αμφιβάλλει για το κατά πόσον είναι αναγκαίο εν προκειμένω να ληφθεί υπόψη το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584.

49.      Φρονώ ότι, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν είναι κρίσιμη η επίκληση του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ. Υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, δεν είναι αναγκαίο αλλά ούτε και δυνατό να στηριχθεί στο άρθρο αυτό το συμπέρασμα ότι ο κανόνας της ειδικότητας δεν έχει εφαρμογή βάσει του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

50.      Πρώτον και κυρίως, από προηγούμενη ενότητα των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, δεν είναι αναγκαία η αιτιολόγηση της μη εφαρμογής του κανόνα της ειδικότητας υπό το πρίσμα του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βάσει του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, στον βαθμό που η εν λόγω μη εφαρμογή απορρέει απλώς από την περάτωση της πρώτης διαδικασίας παράδοσης η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκούσια αναχώρηση του ενδιαφερομένου από το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Πράγματι, η αναχώρηση αυτή διέρρηξε την εδαφική σχέση η οποία παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να επικαλεστεί λυσιτελώς την προστασία που παρέχει ο κανόνας της ειδικότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της αναγκαστικής παρουσίας του προσώπου αυτού στο εν λόγω έδαφος. Ωστόσο, η μη εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας βάσει του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν απορρέει από τις εξαιρέσεις του άρθρου 27, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 αλλά από το γεγονός ότι η διαφορά εντάσσεται πλέον σε νέο κύκλο, βάσει του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (11).

51.      Δεύτερον και επικουρικώς, το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 δεν έχει σε καμία περίπτωση εφαρμογή στην περίπτωση αναγκαστικής επιστροφής. Συγκεκριμένα, μολονότι η διάταξη αυτή προβλέπει μόνο την εκούσια αναχώρηση του ενδιαφερομένου, εντούτοις η εφαρμογή της απαιτεί επίσης, κατά περίπτωση, και εκούσια επιστροφή στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Πράγματι, η διάταξη αυτή καταδεικνύει, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση West (12), τη σιωπηρή συγκατάθεση του καταζητούμενου να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, το οποίο άσκησε σε βάρος του ποινική δίωξη και, ενδεχομένως, τον καταδίκασε για τα διαλαμβανόμενα στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αδικήματα. Η εν λόγω σιωπηρή συγκατάθεση είναι πρόδηλη δεδομένου ότι το πρόσωπο αυτό αποφασίζει ελεύθερα να παραμείνει στο έδαφος του κράτους αυτού και όχι να το εγκαταλείψει (νομίμως) και να επιστρέψει στο κράτος της εθνικότητάς του, της κατοικίας του ή της επιλογής του.

52.      Βεβαίως, το γράμμα του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, δεν μνημονεύει ρητώς τον εκούσιο χαρακτήρα της τυχόν επιστροφής του ενδιαφερομένου στο έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος. Ωστόσο, είμαι της γνώμης, συμμεριζόμενος την άποψη του κατηγορουμένου και της Ιρλανδίας, ότι η φράση «επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει» υποδηλώνει εκούσια και όχι αναγκαστική επιστροφή (13), αλλά και ότι αυτή αποτελεί τη μόνη λογική ερμηνεία λαμβανομένων υπόψη του συστήματος και του σκοπού της διάταξης αυτής (14). Συγκεκριμένα, στον βαθμό που ο κανόνας της ειδικότητας παρέχει στον ενδιαφερόμενο προστασία μόνον εφόσον βρίσκεται, αναγκαστικά, στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, ο εν λόγω κανόνας λογικά δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί δεδομένου ότι, ας μου επιτραπεί να πω, διαθέτει ελευθερία κινήσεων, προκειμένου να παραμείνει στο κράτος αυτό, να το εγκαταλείψει ή και να ξαναγυρίσει σε αυτό. Κάθε άλλη ερμηνεία θα αντιστοιχούσε με ατιμωρησία επειδή θα αρκούσε η αναγκαστική επιστροφή του ενδιαφερομένου στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος για να μην ανησυχεί, στην περίπτωση αυτή, για ενδεχόμενες διώξεις όσον αφορά προγενέστερες πράξεις για τις οποίες δεν υπήρχε καμία υποψία κατά τον χρόνο της παράδοσης. Η προσέγγιση αυτή δεν έχει κανένα νόημα.

53.      Μολονότι ορθώς ο κατηγορούμενος και η Ιρλανδία υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή της εξαίρεσης του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 προϋποθέτει την εκούσια επιστροφή, είναι, αντιθέτως, εσφαλμένη η άποψή τους ότι, παρά την εκούσια αναχώρηση του κατηγορουμένου, η αναγκαστική επιστροφή του επανέφερε σε ισχύ τον κανόνα της ειδικότητας βάσει της πρώτης παράδοσης.

54.      Τρίτον, η –περιττή– επίκληση του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου φαίνεται ότι σχετίζεται με τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, μολονότι τα περιστατικά αυτά έχουν προκαλέσει κάποια σύγχυση δεδομένου ότι οδηγούν σε εσφαλμένο συμπέρασμα. Πράγματι, δεν πρέπει να δοθεί υπερβολικά μεγάλη σημασία στο εντελώς περιστασιακό στοιχείο του ότι ο ενδιαφερόμενος επέστρεψε, κατ’ εκτέλεση του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (δηλαδή στη Γερμανία). Ιδίως, θα ήταν παράλογο αυτό να έχει ως συνέπεια την αναβίωση της ισχύος του κανόνα της ειδικότητας βάσει του ως άνω πρώτου εντάλματος.

55.      Το ακόλουθο παράδειγμα καθιστά σαφές ότι ο κανόνας της ειδικότητας δεν μπορεί να τεθεί εκ νέου σε ισχύ βάσει του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην περίπτωση που εκδόθηκε νέο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σε βάρος του ενδιαφερομένου αφού αυτός εγκατέλειψε οικειοθελώς το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του πρώτου εντάλματος. Ας υποθέσουμε ότι, πάντοτε στο πλαίσιο μιας εκούσιας εξόδου από το έδαφος του κράτους έκδοσης του πρώτου εντάλματος, ότι το κράτος έκδοσης του δεύτερου εντάλματος είναι η Τσεχική Δημοκρατία και όχι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Στην περίπτωση αυτή, δύσκολα γίνεται κατανοητό γιατί οι τσεχικές αρχές έκδοσης του εντάλματος πρέπει να υποβάλουν στις πορτογαλικές αρχές αίτημα προκειμένου αυτές να παράσχουν τη συγκατάθεσή τους όσον αφορά την επέκταση της δίωξης για πράξεις οι οποίες δεν περιλήφθηκαν στο απευθυνόμενο στην Ιταλία ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο εξέδωσε η Τσεχική Δημοκρατία και οι οποίες προηγούνται της παράδοσης του ενδιαφερομένου από τις ιταλικές αρχές στις τσεχικές αρχές. Στην περίπτωση αυτή, καθίσταται σαφές ότι συνομιλητές είναι μόνον οι ιταλικές και τσεχικές αρχές. Μολονότι τα επίμαχα αδικήματα τελέσθηκαν στην Πορτογαλία, η πρώτη παράδοση πραγματοποιήθηκε από τις πορτογαλικές αρχές (στις γερμανικές αρχές), επειδή ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε εκούσια τη Γερμανία και μετέβη στην Ιταλία (και δεν υποβλήθηκε αίτημα παράδοσής του από τις πορτογαλικές αρχές), εντούτοις μόνη αρμόδια για να επιτρέψει στις τσεχικές αρχές (έκδοσης του εντάλματος) να διευρύνουν το πεδίο της δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο ζʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, είναι η ιταλική αρχή (εκτέλεσης). Η ερμηνεία αυτή είναι λογική και παραπέμπει ευθέως στις ίδιες τις λειτουργίες του κανόνα της ειδικότητας, στη διμερή διάστασή του και στις εκτιμήσεις σχετικά με την κυριαρχία στις οποίες αυτός στηρίζεται όπως περιγράφηκαν στις παρούσες προτάσεις (15): αποτροπή του ενδεχομένου το κράτος έκδοσης (του συγκεκριμένου εντάλματος σύλληψης με το οποίο ο ενδιαφερόμενος υπήχθη στην potestas του κράτους αυτού) να σφετεριστεί την κυριαρχία του κράτους μέλους εκτέλεσης (του εν λόγω συγκεκριμένου εντάλματος) (16).

56.      Τέλος, τέταρτον, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της επιτάχυνσης και της απλούστευσης της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών τον οποίο επιδιώκει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 (17), το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα άρθρα 27 και 28 της απόφασης-πλαισίου, καθόσον θεσπίζουν κανόνες που παρεκκλίνουν από την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης που τίθεται με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου, δεν μπορούν να ερμηνεύονται με τρόπο που να παρεμποδίζει την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η απόφαση-πλαίσιο (18). Ως εκ τούτου, η διεύρυνση της δίωξης δεν μπορεί να καθίσταται δυσκολότερη με το να απαιτείται από την αρχή έκδοσης του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης να λάβει τη συγκατάθεση της αρχής εκτέλεσης του πρώτου εντάλματος.

57.      Βεβαίως, εν προκειμένω, συνάγεται ότι η δυσχέρεια μπορεί να ξεπεραστεί καθόσον τα δύο ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης έχουν εκδοθεί από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Εντούτοις, αυτό δεν θα ίσχυε στην περίπτωση που τα κράτη έκδοσης των ενταλμάτων ήταν διαφορετικά. Επιπροσθέτως, στην περίπτωση αυτή καταδεικνύονται οι παράλογες συνέπειες της προσέγγισης που υποστηρίζουν ο κατηγορούμενος και η Ιρλανδία. Ας εξετάσουμε την περίπτωση προσώπου σε βάρος του οποίου έχουν εκδοθεί πολλές καταδικαστικές αποφάσεις. Το «τελευταίο» κράτος μέλος στο οποίο παραδόθηκε το εν λόγω πρόσωπο οφείλει, αρκετά έτη αργότερα, να ζητήσει τη συγκατάθεση όλων των κρατών μελών στα οποία το πρόσωπο αυτό είχε προγενέστερα παραδοθεί (όχι μόνον ένα αλλά ενδεχομένως τρία, τέσσερα, πέντε ή και περισσότερα). Λαμβανομένης υπόψη της δυσχέρειας που ενέχει η διαδικασία αυτή, είναι πολύ πιθανό το πρόσωπο αυτό να παραμένει πραγματικά ατιμώρητο για όλες τις προγενέστερες αξιόποινες πράξεις που δεν είχαν διαπιστωθεί κατά τον χρόνο έκδοσης του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

58.      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, ο κανόνας της ειδικότητας δεν επιτάσσει την εκ μέρους του κράτους εκτέλεσης του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης παροχή συγκατάθεσης για την επέκταση της δίωξης στο πλαίσιο του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Επομένως, ο κανόνας της ειδικότητας δεν παράγει αποτελέσματα βάσει του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η επιστροφή του ενδιαφερομένου στο έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος αυτού δεν μπορεί να θέσει εκ νέου σε ισχύ τον κανόνα αυτό.

59.      Πάντως, εξακολουθεί να είναι όμως δυνατή η επίκληση του κανόνα της ειδικότητας βάσει του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Επομένως, ο κανόνας αυτός πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του εντάλματος αυτού καθόσον ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται πλέον υπό την εξουσία του κράτους έκδοσης του αυτού δεύτερου εντάλματος. Το γεγονός ότι το κράτος αυτό ταυτίζεται με το κράτος έκδοσης του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν ασκεί επιρροή. Το μόνο που έχει σημασία για την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας ότι ο ενδιαφερόμενος υπάγεται στο ius puniendi του κράτους αυτού βάσει του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

60.      Όπως επισήμανε η Γερμανική Κυβέρνηση, στην υπό κρίση υπόθεση, η σχετική με τον κανόνα της ειδικότητας εξαίρεση προβλέπεται στο άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο ζʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 σχετικά με το δεύτερο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης: ο κανόνας της ειδικότητας δεν έχει εφαρμογή «οσάκις η δικαστική αρχή εκτέλεσης που παρέδωσε τον συλληφθέντα δίδει τη σχετική συγκατάθεσή της σύμφωνα με την παράγραφο 4». Εν προκειμένω, καθόσον ασκείται ποινική δίωξη για τα επίμαχα στη κύρια δίκη πραγματικά περιστατικά (υπόθεση Γ) στο πλαίσιο διεύρυνσης του πεδίου του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, για την παραίτηση από τον κανόνα της ειδικότητας απαιτείται, συνεπώς, η παροχή συγκατάθεσης εκ μέρους των αρχών εκτέλεσης του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (των ιταλικών αρχών εν προκειμένω) προκειμένου οι αρχές έκδοσης του εντάλματος αυτού (οι γερμανικές αρχές) να έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν νομίμως τη δίωξη αυτή (19).

61.      Συνεπώς, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανόνας της ειδικότητας δεν αντιτίθεται σε μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας για προγενέστερες της πρώτης παράδοσης αξιόποινες πράξεις, πέραν εκείνων οι οποίες δικαιολόγησαν την παράδοση αυτή, στην περίπτωση που το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένα πρώτο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εγκατέλειψε εκουσίως το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον, βάσει του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης το οποίο εκδόθηκε μετά την αναχώρηση αυτή, οι αρχές εκτέλεσης του δεύτερου αυτού εντάλματος συγκατατέθηκαν στην επέκταση της δίωξης και στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες επιβλήθηκε το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας.

62.      Θα ολοκληρώσω την ανάλυσή μου με δύο παρατηρήσεις.

63.      Πρώτον, το Δικαστήριο έχει κρίνει βεβαίως, με την απόφαση West, ότι η μεταγενέστερη παράδοση προσώπου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 εξαρτάται κατ’ αρχήν από τη συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με το οποίο παραδόθηκε ο ενδιαφερόμενος (20). Εντούτοις, από την απόφαση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι, πέραν της συγκατάθεσης της αρχής εκτέλεσης του δεύτερου εντάλματος είναι αναγκαία και η συγκατάθεση της αρχής εκτέλεσης του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Πράγματι, σε αντίθεση με την υπό κρίση υπόθεση, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση West αφορά την αναγκαστική έξοδο από το έδαφος του κράτους έκδοσης του εντάλματος προσώπου το οποίο, λόγω των διαφόρων ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης που εκκρεμούσαν σε βάρος του, είχε διαδοχικά παραδοθεί σε διάφορα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτής της (μεταβιβαστικής) αλυσίδας ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, το ίδιο κράτος μέλος συνιστούσε διαδοχικά κράτος έκδοσης και κράτος εκτέλεσης του εντάλματος.

64.      Εν προκειμένω, δεν πρόκειται για τέτοια αλυσίδα. Ο κατηγορούμενος δεν παραδόθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Συνεπώς, οι ιταλικές αρχές δεν αρύονται την εξουσία εκτέλεσης του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τις γερμανικές αρχές (ούτε, κατά μείζονα λόγο, από τις πορτογαλικές αρχές). Πρόκειται απλώς για δύο διαδοχικά ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης, δεδομένου ότι το πρώτο διακρίνεται προδήλως από το δεύτερο λόγω της εκούσιας εξόδου του κατηγορουμένου από τη γερμανική επικράτεια.

65.      Η υπό κρίση περίπτωση θα παρουσίαζε ομοιότητες με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση West (21) μόνον εάν η δεύτερη παράδοση είχε διαταχθεί από τις αρχές έκδοσης του πρώτου εντάλματος (γερμανικές αρχές) υπέρ ενός άλλου κράτους μέλους, χωρίς ο ενδιαφερόμενος να έχει, εν τω μεταξύ, ελεύθερα και οικειοθελώς εγκαταλείψει τη γερμανική επικράτεια. Ωστόσο, εν προκειμένω, τούτο δεν συνέβη.

66.      Δεύτερον, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν είχε απωλέσει το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, καθόσον εξακολουθούσε να τελεί υπό κοινωνική και δικαστική παρακολούθηση στο πλαίσιο της οποίας του επιβλήθηκε να παρουσιάζεται μία φορά τον μήνα στον αρμόδιο επιμελητή. Πράγματι, ο κατηγορούμενος δεν είχε ακόμη απαλλαγεί οριστικά κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584.

67.      Εν προκειμένω, το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές καθόσον το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, δεν έχει εφαρμογή στα επίμαχα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, είναι αδιάφορο αν, εν προκειμένω, το πρόσωπο που εξακολουθεί να τελεί υπό κοινωνική και δικαστική παρακολούθηση έχει απαλλαγεί οριστικά κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Πράγματι, το πρόσωπο που εγκαταλείπει εκουσίως το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν χρήζει της παρεχόμενης από τον κανόνα της ειδικότητας προστασίας δεδομένου ότι, θεωρητικά, δεν υπόκειται πλέον στον έλεγχο του κράτους μέλους έκδοσης του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (22).

68.      Το ζήτημα των συνεπειών της κοινωνικής και δικαστικής παρακολούθησης τίθεται αποκλειστικά στην, μάλλον διαφορετική, περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος, «μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το έδαφος [της Γερμανίας], δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απαλλαγή του». Στην περίπτωση αυτή, ελλείψει συγκατάθεσης των πορτογαλικών αρχών, είναι ανοικτό το ζήτημα εάν ο κατηγορούμενος είχε ακόμη τη δυνατότητα να επικαλεστεί, λόγω του μέτρου της αναστολής της ποινής, την παρεχόμενη από τον κανόνα της ειδικότητας προστασία βάσει του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Ως εκ τούτου, απόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί της έννοιας της οριστικής απαλλαγής. Πάντως, το ζήτημα αυτό, ως προς το οποίο η επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατέδειξε το εξαιρετικό ενδιαφέρον που μπορεί να προκαλέσει, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε εκουσίως τη Γερμανία μετά το πέρας της εκτέλεσης της ποινής του για την υπόθεση Β (σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου). Συνεπώς, δεν θα υπεισέλθω στο ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης.

VI.    Πρόταση

69.      Προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα του Bundesgerichtshof (Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία) την ακόλουθη απάντηση:

–        Ο κανόνας της ειδικότητας, ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 27, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, δεν αντιτίθεται σε μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας για προγενέστερες της πρώτης παράδοσης αξιόποινες πράξεις, πέραν εκείνων οι οποίες δικαιολόγησαν την παράδοση αυτή, στην περίπτωση που το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένα πρώτο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εγκατέλειψε εκουσίως το έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον, βάσει του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης το οποίο εκδόθηκε μετά την αναχώρηση αυτή, οι αρχές εκτέλεσης του δεύτερου αυτού εντάλματος συγκατατέθηκαν στην επέκταση της δίωξης και στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες επιβλήθηκε το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1, και διορθωτικό EE 2013, L 222, σ. 14), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο).


3      Βλ., ως προς τις διάφορες κατηγορίες εξαιρέσεων από τον κανόνα της ειδικότητας, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2008, Leymann και Pustovarov (C‑388/08 PPU, EU:C:2008:669, σκέψεις 67 έως 73).


4      Άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο ζʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Βλ. επίσης, σε μια λογική που στηρίζεται και στην κατ’ αρχήν συγκατάθεση των κρατών μελών να παραιτηθούν από μέρος της κυριαρχίας τους σε ποινικές υποθέσεις, άρθρο 27, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου το οποίο προβλέπει γενικότερη εξαίρεση με την οποία κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι τεκμαίρεται η συγκατάθεση για τη διεύρυνση της δίωξης χωρίς την παρέμβαση της αρχής εκτέλεσης ή του ενδιαφερομένου. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, η εξαίρεση αυτή δεν αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ελλείψει σχετικής κοινοποίησης εκ μέρους των κρατών μελών.


5      Ως προς την έννοια της ««αξιόποινη[ς] πράξη[ς] […] πέραν εκείνης» η οποία δικαιολογεί την παράδοση, κατά το άρθρο 27, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, βλ. αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, Leymann και Pustovarov (C‑388/08 PPU, EU:C:2008:669, σκέψη 57), καθώς και της 6ης Δεκεμβρίου 2018, IK (Εκτέλεση παρεπόμενης ποινής) (C‑551/18 PPU, EU:C:2018:991, σκέψεις 58 έως 61).


6      Εντούτοις, εξαιρείται η διαφορετική περίπτωση, την οποία αφορά όχι το άρθρο 27 αλλά το άρθρο 28 της απόφασης-πλαισίου 2002/584 (μεταγενέστερες παραδόσεις), όπως έχει ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, από την απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404, σκέψη 80). Πρβλ. σημεία 62 έως 64 των παρουσών προτάσεων.


7      Αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, Leymann και Pustovarov (C‑388/08 PPU, EU:C:2008:669, σκέψη 44), καθώς και της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, RO (C‑327/18 PPU, EU:C:2018:733, σκέψη 53).


8      Ως προς τον εν λόγω κανόνα και τις διαφορετικές λειτουργίες του στο πλαίσιο του κλασικού διεθνούς δικαίου, βλ., ιδίως, Morvillo, C.J., «Individual Rights and the Doctrine of Speciality: The Deteriorations of the United States v. Rauscher», Fordham International Law Journal, 1990, τόμος 14, σ. 987, Bouloc, B., «Le principe de la spécialité en droit pénal international», Mélanges dédiés à Dominique Holleaux, Litec, Παρίσι, 1990, σ. 7 καθώς και Zaïri, A., Le principe de la spécialité de l’extradition au regard des droits de l’homme, LGDJ, Παρίσι, 1992. Βλ. επίσης, στο συγκεκριμένο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, Lagodny, O., Rosbaud, C., «Speciality rule», σε Keijzer, N., van Sliedregt, E. (επιμ.), The European Arrest Warrant in Practice, T.M.C. Asser, Χάγη, 2009, σ. 265.


9      Ομολογουμένως, η προσέγγιση αυτή καταδεικνύει αμοιβαία δυσπιστία και όχι υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών στο οποίο θεωρείται ότι στηρίζεται η απόφαση-πλαίσιο (βλ. αιτιολογική σκέψη 10).


10      Ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης παραμένει μέσο δικονομικού καταναγκασμού παρά την ενδεχόμενη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου όσον αφορά την παράδοση.


11      Βλ. σημεία 42 και 43 των παρουσών προτάσεων.


12      Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404, σκέψη 78), με την οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 σχετικά με τις μεταγενέστερες παραδόσεις.


13      Οι λοιπές γλωσσικές αποδόσεις πλην της γαλλικής καταδεικνύουν τον εκούσιο χαρακτήρα της επιστροφής του ενδιαφερομένου, μεταξύ άλλων η αγγλική: «has returned to that territory after leaving it» και όχι «has been returned», η γερμανική «nach Verlassen dieses Gebiets dorthin zurückgekehrt ist», η ιταλική «ha fatto ritorno dopo averlo lasciato», η ισπανική «haya vuelto a dicho territorio después de haber salido del mismo», η τσεχική «vrátila-li se na území tohoto státu poté, co ho opustila». Οι εν λόγω διαφορετικές αποδόσεις υποδηλώνουν ενεργητική απόφαση επιστροφής εκ μέρους του ενδιαφερομένου.


14      Βλ. σημεία 39 έως 42 των παρουσών προτάσεων.


15      Βλ. σημεία 35 και 39 των παρουσών προτάσεων.


16      Ένα εντελώς παράλογο υποθετικό σενάριο είναι αυτό κατά το οποίο η Πορτογαλική Δημοκρατία εκδίδει το δεύτερο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προκειμένου να «ανακτήσει» τον ενδιαφερόμενο για να δικαστεί στην Πορτογαλία για την υπόθεση Γ. Οφείλουν οι πορτογαλικές αρχές έκδοσης του δεύτερου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης να υποβάλουν αίτημα στις πορτογαλικές αρχές εκτέλεσης του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προκειμένου να τους επιτραπεί να διευρύνουν το πεδίο της δίωξης;


17      Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, Leymann και Pustovarov (C‑388/08 PPU, EU:C:2008:669, σκέψη 42), της 28ης Ιουνίου 2012, West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404, σκέψη 56), καθώς και της 6ης Δεκεμβρίου 2018, IK (Εκτέλεση παρεπόμενης απόφασης) (C‑551/18 PPU, EU:C:2018:991, σκέψη 38).


18      Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404, σκέψη 77).


19      Υπό την επιφύλαξη ότι καμία από τις λοιπές εξαιρέσεις του άρθρου 27, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 δεν έχει προβληθεί λυσιτελώς.


20      Απόφαση της 28 Ιουνίου 2012, West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404, σκέψη 80).


21      Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012 (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404).


22      Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν τεκμηριώθηκε η εκ μέρους των γερμανικών αρχών κοινοποίηση της απόφασης αναστολής στις αρχές άλλου κράτους μέλους για την αναγνώριση και εποπτεία της απόφασης αυτής. Ως εκ τούτου, δεν θα επεκταθώ στην ενδεχόμενη επιρροή της απόφασης-πλαισίου 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων και αποφάσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής ή απόλυσης υπό όρους με σκοπό την εποπτεία των μέτρων αναστολής και των εναλλακτικών κυρώσεων (ΕΕ 2008, L 337, σ. 102).