Language of document : ECLI:EU:C:2020:629

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 3ης Σεπτεμβρίου 2020 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες – Οδηγία 2003/109/ΕΚ – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Παράγοντες που πρέπει να συνεκτιμώνται – Εθνική ρύθμιση – Μη συνεκτίμηση των παραγόντων αυτών – Άρνηση χορηγήσεως του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος λόγω του ποινικού ιστορικού του ενδιαφερομένου»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑503/19 και C‑592/19,

με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλαν το Juzgado de lo Contencioso‑Administrativo n° 17 de Barcelona (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 17 της Βαρκελώνης, Ισπανία) (C‑503/19) και το Juzgado de lo Contencioso‑Administrativo n° 5 de Barcelona (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο αριθ. 5 της Βαρκελώνης, Ισπανία) (C‑592/19) με αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2019 και της 15ης Ιουλίου 2019, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 2 Ιουλίου 2019 και στις 2 Αυγούστου 2019, στο πλαίσιο των δικών

UQ (C‑503/19),

SI (C‑592/19)

κατά

Subdelegación del Gobierno en Barcelona,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Βηλαρά (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, S. Rodin, D. Šváby, K. Jürimäe και N. Piçarra, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Aguilera Ruiz,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις S. Pardo Quintillán και C. Cattabriga,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44).

2        Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ των UQ (υπόθεση C‑503/19) και SI (υπόθεση C‑592/19) και της Subdelegación del Gobierno en Barcelona (αντιπροσωπείας της κυβερνήσεως στη Βαρκελώνη, Ισπανία), με αντικείμενο την απόρριψη των αιτήσεων των ενδιαφερομένων για τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η οδηγία 2003/109 περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο II, με τίτλο «Καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε ένα κράτος μέλος», στο οποίο περιλαμβάνονται τα άρθρα 4 έως 13 της οδηγίας αυτής. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη παρέχουν το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν στην επικράτειά τους νόμιμα και αδιάλειπτα κατά τα πέντε τελευταία έτη αμέσως πριν από την υποβολή της σχετικής αίτησης.»

4        Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη απαιτούν από τον υπήκοο τρίτης χώρας να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειάς του:

α)      σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του ιδίου / της ιδίας και των μελών της οικογενείας του/της, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής του οικείου κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη αξιολογούν τους πόρους αυτούς σύμφωνα με τη φύση και τον τακτικό χαρακτήρα τους και μπορούν να λαμβάνουν υπόψη το επίπεδο των κατωτάτων μισθών και συντάξεων πριν από την αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος·

β)      ασφάλιση ασθένειας, που να καλύπτει το σύνολο των κινδύνων, οι οποίοι συνήθως καλύπτονται για τους ημεδαπούς στο οικείο κράτος μέλος.

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους υπηκόους τρίτων χωρών να συμμορφωθούν με όρους ενσωμάτωσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.»

5        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109 έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να αρνούνται τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.

Κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης, το κράτος μέλος εξετάζει τη σοβαρότητα ή το είδος του αδικήματος κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας, ή τον κίνδυνο που προέρχεται από το εν λόγω πρόσωπο, λαμβάνοντας παράλληλα δεόντως υπόψη τη διάρκεια της διαμονής και την ύπαρξη δεσμών με τη χώρα διαμονής.»

6        Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, αν πληρούνται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα της 4 και 5 όροι και αν το πρόσωπο δεν συνιστά απειλή κατά την έννοια του άρθρου 6 της εν λόγω οδηγίας, το οικείο κράτος μέλος χορηγεί το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στον εν λόγω υπήκοο της οικείας τρίτης χώρας.

7        Το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 3, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν απόφαση να απελάσουν επί μακρόν διαμένοντα αποκλειστικά όταν αυτός συνιστά ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας.

[...]

3.      Πριν να λάβουν απόφαση να απελάσουν επί μακρόν διαμένοντα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες:

α)      τη διάρκεια της διαμονής στην επικράτειά τους·

β)      την ηλικία του ενδιαφερομένου προσώπου·

γ)      τις επιπτώσεις για [το] ενδιαφερόμενο πρόσωπο και τα μέλη της οικογένειάς του

δ)      τους δεσμούς με τη χώρα διαμονής ή την απουσία δεσμών με τη χώρα καταγωγής του.»

8        Το κεφάλαιο III της οδηγίας 2003/109 φέρει τον τίτλο «Διαμονή στα άλλα κράτη μέλη». Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο αυτό, οι επί μακρόν διαμένοντες αποκτούν το δικαίωμα να διαμένουν στο έδαφος κρατών μελών άλλων από εκείνο που τους χορήγησε το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος για περίοδο που υπερβαίνει τους τρεις μήνες, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω κεφαλαίου.

9        Το άρθρο 17, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στο ίδιο κεφάλαιο, ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίπτουν αιτήσεις για διαμονή επί μακρόν διαμένοντων ή μελών της οικογένειάς τους, όταν ο ενδιαφερόμενος συνιστά απειλή κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας.

Κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης, το κράτος μέλος εξετάζει τη σοβαρότητα ή το είδος του αδικήματος που διέπραξε ο επί μακρόν διαμένων ή μέλη της οικογένειάς του/της κατά της δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, ή τον κίνδυνο που προέρχεται από το πρόσωπο αυτό.»

 Το ισπανικό δίκαιο

 Ο οργανικός νόμος 4/2000

10      Ο Ley Orgánica 4/2000 sobre derechos y libertades de los extranjeros en España y su integración social (οργανικός νόμος 4/2000 για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των αλλοδαπών στην Ισπανία και την κοινωνική τους ένταξη), της 11ης Ιανουαρίου 2000 (BOE αριθ. 10, της 12ης Ιανουαρίου 2000, σ. 1139), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών των διαφορών των κύριων δικών (στο εξής: οργανικός νόμος 4/2000), περιλαμβάνει το άρθρο 31, με τίτλο «Κατάσταση προσωρινής διαμονής». Το άρθρο 31, παράγραφος 7, του νόμου αυτού έχει ως εξής:

«Για την ανανέωση της άδειας προσωρινής διαμονής εξετάζεται κατά περίπτωση:

a)      το ποινικό ιστορικό, λαμβανομένης υπόψη της υπάρξεως απαλλαγών από την ποινή ή περιπτώσεων αναστολής της ποινής υπό όρους ή αναστολής της στερητικής της ελευθερίας ποινής.

[...]

Ενόψει της εν λόγω ανανεώσεως θα λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη ως στοιχείο συνηγορούν υπέρ της ανανεώσεως η προσπάθεια του αλλοδαπού για ένταξη, η οποία θα πρέπει να αποδεικνύεται διά θετικής εισηγήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας [...]».

11      Το άρθρο 32 του οργανικού νόμου 4/2000 αφορά την επί μακρόν διαμονή. Προβλέπει τα εξής:

«1.      Η επί μακρόν διαμονή είναι η κατάσταση που επιτρέπει την επ’ αόριστον διαμονή και εργασία στην Ισπανία, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους Ισπανούς υπηκόους.

2.      Δικαίωμα επί μακρόν διαμονής έχουν τα πρόσωπα που είχαν συνεχή προσωρινή διαμονή στην Ισπανία τουλάχιστον πέντε ετών και πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με κανονιστική πράξη. Για τους σκοπούς της επί μακρόν διαμονής, λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι προηγούμενης και αδιάλειπτης διαμονής σε άλλα κράτη μέλη ως κάτοχοι της μπλε κάρτας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαμονή θεωρείται αδιάλειπτη ακόμη και αν ο αλλοδαπός εγκατέλειψε προσωρινά το εθνικό έδαφος για διακοπές ή άλλους λόγους που καθορίζονται με κανονιστική πράξη.

3.      Οι επί μακρόν διαμένοντες σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλοδαποί μπορούν να ζητήσουν και να λάβουν άδεια επί μακρόν διαμονής στην Ισπανία όταν πρόκειται να ασκήσουν μισθωτή ή ανεξάρτητη δραστηριότητα ή για άλλους σκοπούς, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με κανονιστική πράξη. Εντούτοις, σε περίπτωση που οι επί μακρόν διαμένοντες σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλοδαποί επιθυμούν να διατηρήσουν το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος που αποκτήθηκε στο πρώτο κράτος μέλος, μπορούν να ζητήσουν και να λάβουν άδεια προσωρινής διαμονής στην Ισπανία.

[...]»

 O κανονισμός του οργανικού νόμου 4/2000

12      Το άρθρο 148 του κανονισμού του οργανικού νόμου 4/2000, ο οποίος εγκρίθηκε με το Real Decreto 557/2011 por el que se aprueba el Reglamento de la Ley Orgánica 4/2000, tras su reforma por Ley Orgánica 2/2009 (βασιλικό διάταγμα 557/2011 περί εγκρίσεως του κανονισμού του οργανικού νόμου 4/2000, κατόπιν της μεταρρυθμίσεώς του με τον οργανικό νόμο 2/2009), της 20ής Απριλίου 2011 (ΒΟΕ αριθ. 103, της 30ής Απριλίου 2011, σ. 43821), προβλέπει τα εξής:

«1.      Δικαίωμα λήψεως αδείας επί μακρόν διαμονής έχουν οι αλλοδαποί που έχουν διαμείνει στο ισπανικό έδαφος νομίμως και αδιαλείπτως επί πέντε έτη.

Δικαιούνται επίσης να λάβουν την άδεια αυτή οι αλλοδαποί που αποδεικνύουν ότι διέμεναν αδιαλείπτως κατά το διάστημα αυτό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως κάτοχοι μπλε κάρτας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον διέμειναν στο ισπανικό έδαφος κατά τα δύο έτη αμέσως πριν από την υποβολή της αιτήσεώς τους.

[...]»

13      Το άρθρο 149 του κανονισμού του οργανικού νόμου 4/2000 ρυθμίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για τη χορήγηση αδείας επί μακρόν διαμονής. Το άρθρο 149, παράγραφος 2, στοιχείο f, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι η αίτηση για τη χορήγηση τέτοιας αδείας πρέπει να συνοδεύεται, ενδεχομένως, από απόσπασμα ποινικού μητρώου ή ισοδύναμο έγγραφο εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής ή της χώρας ή των χωρών στις οποίες ο αιτών διέμεινε κατά τα πέντε τελευταία έτη, από το έγγραφο δε αυτό δεν πρέπει να προκύπτει καμία καταδίκη για αδίκημα κολαζόμενο από την ισπανική έννομη τάξη.

 Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Η υπόθεση C503/19

14      Ο UQ είναι υπήκοος τρίτης χώρας, κάτοχος αδείας προσωρινής διαμονής στην Ισπανία.

15      Στις 10 Νοεμβρίου 2014 καταδικάστηκε σε ποινή κοινωφελούς εργασίας διάρκειας 40 ημερών και σε αφαίρεση της αδείας του οδηγήσεως επί οκτώ μήνες και δύο ημέρες, λόγω οδηγήσεως υπό την επήρεια οινοπνεύματος στις 2 Νοεμβρίου 2014.

16      Στις 2 Φεβρουαρίου 2018, o UQ, o οποίος, κατά την ημερομηνία αυτή, διέμενε ήδη, επί τουλάχιστον πέντε έτη, νομίμως στην Ισπανία δυνάμει της αδείας διαμονής που διέθετε, υπέβαλε στην Oficina de extranjeros de Barcelona (Υπηρεσία αλλοδαπών της Βαρκελώνης, Ισπανία) αίτηση για την απόκτηση δικαιώματος επί μακρόν διαμένοντος, κατά την έννοια του άρθρου 32 του οργανικού νόμου 4/2000.

17      Με απόφαση της 27ης Μαρτίου 2018, η Υπηρεσία αλλοδαπών της Βαρκελώνης απέρριψε την αίτηση αυτή, λόγω του ποινικού ιστορικού του UQ, περί του οποίου έγινε λόγος στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως. Ο UQ άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής διοικητική προσφυγή, η οποία επίσης απορρίφθηκε, με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2018.

18      Κατόπιν αυτού, ο UQ άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στην υπόθεση C‑503/19 προσφυγή κατά της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2018.

19      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η νομολογία των ισπανικών δικαστηρίων είναι συγκεχυμένη και αντιφατική όσον αφορά το ζήτημα του αν η ύπαρξη ποινικού ιστορικού του ενδιαφερομένου αρκεί από μόνη της για να μην του χορηγηθεί το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος ή αν, αντιθέτως, η άρνηση αυτή απαιτεί εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο ενδιαφερόμενος συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.

20      Πάντως, κατά το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑503/19, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) εξάλειψε, με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2018, τις αμφιβολίες που είχαν δημιουργηθεί λόγω της συγκεχυμένης νομολογίας των κατώτερων δικαστηρίων. Στην απόφαση εκείνη, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 149, παράγραφος 2, στοιχείο f, του κανονισμού του οργανικού νόμου 4/2000, για να κρίνει, κατ’ ουσίαν, ότι απλώς και μόνον η ύπαρξη ποινικού ιστορικού του ενδιαφερομένου αποτελούσε κώλυμα για τη χορήγηση σε αυτόν του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος. Εξάλλου, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή δεν ερχόταν σε αντίθεση ούτε με το πνεύμα ούτε με τον σκοπό των διατάξεων της οδηγίας 2003/109.

21      Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑503/19 διατηρεί επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητα με την οδηγία 2003/109 της κρίσεως που διατύπωσε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) στην απόφαση που μνημονεύεται στην προηγούμενη σκέψη.

22      Δεύτερον, εκφράζει επίσης επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητα της ισπανικής νομοθεσίας με την οδηγία αυτή, όσον αφορά τη δυνατότητα μη χορηγήσεως σε υπήκοο τρίτης χώρας του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Η διάταξη αυτή προβλέπει ευχέρεια, αλλά όχι υποχρέωση, των κρατών μελών να αρνούνται για τους λόγους αυτούς τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος. Κατά το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑503/19, για να είναι σύμφωνη με την οδηγία 2003/109, η νομοθεσία κράτους μέλους πρέπει να είναι διαφανής και κατανοητή. Το Βασίλειο της Ισπανίας, όμως, δεν έκανε χρήση της ευχέρειας αυτής. Το άρθρο 149, παράγραφος 2, στοιχείο f, του κανονισμού του οργανικού νόμου 4/2000 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει τέτοιο λόγο αρνήσεως.

23      Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑503/19 επισημαίνει ότι η κρίση που διατύπωσε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) στην απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως συνεπάγεται ότι είναι ευχερέστερο, για υπήκοο τρίτης χώρας, να ανανεωθεί η άδειά του προσωρινής διαμονής στην Ισπανία παρά να του αναγνωρισθεί το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος. Συγκεκριμένα, το ποινικό ιστορικό δεν αποτελεί απόλυτο κώλυμα για την ανανέωση της αδείας προσωρινής διαμονής, δεδομένου ότι το άρθρο 31, παράγραφος 7, στοιχείο a, του οργανικού νόμου 4/2000 προβλέπει μόνον ότι «εξετάζεται» για τους σκοπούς μιας τέτοιας ανανεώσεως. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τη συμβατότητα της καταστάσεως αυτής με το δίκαιο της Ένωσης, στο μέτρο που υπήκοος τρίτης χώρας με οποιοδήποτε ποινικό ιστορικό αποθαρρύνεται να ζητήσει τη χορήγηση καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος και παραμένει επ’ αόριστον στην κατάσταση του προσωρινού διαμένοντος.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de lo Contencioso‑Administrativo n° 17 de Barcelona (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 17 της Βαρκελώνης, Ισπανία), αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑503/19, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Συνάδει με το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/109 τυχόν ερμηνεία εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων με την οποία ποινικό ιστορικό οποιασδήποτε φύσεως συνιστά επαρκή λόγο για τη μη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος;

2.      Οφείλει να λαμβάνει υπόψη του το εθνικό δικαστήριο, πέραν του ποινικού ιστορικού, λοιπούς παράγοντες, όπως είναι η σοβαρότητα και η διάρκεια της ποινής, ο κίνδυνος τον οποίο συνιστά για την κοινωνία ο αιτών, η διάρκεια της προηγούμενης νόμιμης διαμονής καθώς και η ύπαρξη δεσμών με τη χώρα, προβαίνοντας σε μια σφαιρική εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων;

3.      Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας [2003/109] την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική κανονιστική ρύθμιση με την οποία επιτρέπεται η άρνηση χορηγήσεως, για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας, του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος δυνάμει του άρθρου 4, χωρίς να θεσπίζονται τα κριτήρια εκτιμήσεως που περιέχονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 17 της οδηγίας [2003/109];

4.      Έχουν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 17 της οδηγίας [2003/109] την έννοια ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το κάθετο αποτέλεσμα που απορρέει από τις οδηγίες, το εθνικό δικαστήριο διαθέτει την εξουσία και τη δυνατότητα να εφαρμόσει άμεσα τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 17 [της οδηγίας αυτής], προκειμένου να αξιολογηθεί η ύπαρξη του ποινικού ιστορικού υπό το πρίσμα της σοβαρότητάς του, της διάρκειας της ποινής και του κινδύνου τον οποίον συνιστά ο αιτών;

5.      Έχει το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε το δικαίωμα προσβάσεως στο καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, καθώς και οι αρχές της σαφήνειας, της διαφάνειας και της δυνατότητας κατανοήσεως, την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά η ερμηνεία στην οποία προβαίνουν τα ισπανικά δικαστήρια όσον αφορά τα άρθρα 147 έως 149 του [κανονισμού του οργανικού νόμου 4/2000] καθώς και το άρθρο 32 του [οργανικού νόμου] 4/2000 κατά την οποία η άρνηση χορηγήσεως του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος μπορεί να θεμελιωθεί σε λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν ορίζουν με σαφήνεια και διαφάνεια ότι οι λόγοι αυτοί συνιστούν λόγους αρνήσεως;

6.      Συνάδει προς την αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας 2003/109 και ιδίως του άρθρου της 6, παράγραφος 1, εθνικός κανόνας και η ερμηνεία αυτού στην οποία προβαίνουν τα δικαστήρια με την οποία δυσχεραίνεται η πρόσβαση στο καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος και διευκολύνεται η πρόσβαση στο καθεστώς της άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου;»

 Η υπόθεση C592/19

25      Ο SI είναι υπήκοος τρίτης χώρας. Είναι κάτοχος αδείας προσωρινής διαμονής στην Ισπανία, όπου εργάζεται στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και είναι εγγεγραμμένος στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.

26      Με απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2016 του Juzgado de lo Penal n° 18 de Barcelona (περιφερειακού ποινικού δικαστηρίου αριθ. 18 της Βαρκελώνης, Ισπανία), ο SI καταδικάστηκε για το αδίκημα της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού δημοσίου εγγράφου, σε στερητική της ελευθερίας ποινή ένδεκα μηνών με διετή αναστολή υπό όρους από τις 17 Οκτωβρίου 2016, για πράξεις που τελέσθηκαν στις 30 Νοεμβρίου 2011.

27      Ο SI υπέβαλε στην αντιπροσωπεία της κυβερνήσεως στη Βαρκελώνη αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της αντιπροσωπείας της κυβερνήσεως στη Βαρκελώνη, της 30ής Οκτωβρίου 2017, λόγω, μεταξύ άλλων, της υπάρξεως ποινικού ιστορικού του SI. Ο SI άσκησε ιεραρχική προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία επίσης απορρίφθηκε, με απόφαση της 13ης Μαρτίου 2018.

28      Κατόπιν αυτού, ο SI, άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στην υπόθεση C‑592/19 προσφυγή κατά της αποφάσεως της 13ης Μαρτίου 2018.

29      Το δικαστήριο αυτό επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑503/19 και συνοψίζονται στις σκέψεις 19 και 20 της παρούσας αποφάσεως. Επισημαίνει ότι, αν έπρεπε να εφαρμόσει την ισπανική νομοθεσία όπως αυτή έχει ερμηνευθεί με την απόφαση του Tribunal Supremo (Ανώτατου Δικαστηρίου) περί της οποίας έγινε λόγος στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως, δεν θα μπορούσε να προβεί σε καμία εκτίμηση της προσωπικής καταστάσεως και της ενσωματώσεως του SI στην Ισπανία, του καθεστώτος εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την απόφαση του Juzgado de lo Penal n° 18 της Βαρκελώνης (περιφερειακού ποινικού δικαστηρίου αριθ. 18 της Βαρκελώνης), η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, του διαπραχθέντος αδικήματος ή των λοιπών περιστάσεων, λόγω της ύπαρξης μη διαγραφείσας από  το ποινικό μητρώο του ενδιαφερομένου ποινής. Πάντως, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητα της προσεγγίσεως αυτής με το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, με την οδηγία 2003/109.

30      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de lo Contencioso‑Administrativo n° 5 de Barcelona (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο αριθ. 5 της Βαρκελώνης, Ισπανία), αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑592/19, αποφάσισε επίσης να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν [το άρθρο] 4 και [το άρθρο] 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109 την έννοια ότι ποινικό ιστορικό οποιασδήποτε φύσεως συνιστά επαρκή λόγο για τη μη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος, χωρίς να απαιτείται η εκτίμηση της διάρκειας διαμονής και της υπάρξεως δεσμών με τη χώρα διαμονής;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

31      Προκαταρκτικώς, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑503/19 αναφέρθηκε, με το πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημά του, στο άρθρο 17 της οδηγίας 2003/109, διευκρινίζεται ότι το άρθρο αυτό, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο III της οδηγίας αυτής και φέρει τον τίτλο «Διαμονή στα άλλα κράτη μέλη», αφορά την περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας στον οποίο χορηγήθηκε το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε ένα κράτος μέλος και ο οποίος επιθυμεί να διαμείνει σε έτερο κράτος μέλος.

32      Κατά συνέπεια, το άρθρο αυτό δεν ασκεί επιρροή σε περίπτωση όπως αυτή των υποθέσεων των κύριων δικών, στο πλαίσιο των οποίων βάλλεται η άρνηση κράτους μέλους να χορηγήσει το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διέμεινε στην επικράτειά του νόμιμα και αδιάλειπτα κατά τα πέντε τελευταία έτη αμέσως πριν από την υποβολή της αιτήσεως του ενδιαφερομένου.

33      Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με τα ερωτήματά τους, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από ορισμένα δικαστήρια του κράτους αυτού, η οποία προβλέπει ότι μπορεί να μη χορηγηθεί σε υπήκοο τρίτης χώρας το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στο εν λόγω κράτος μέλος απλώς και μόνον λόγω του ποινικού ιστορικού του, χωρίς συγκεκριμένη εξέταση της καταστάσεώς του υπό το πρίσμα, ιδίως, της φύσεως του αδικήματος που διέπραξε ο υπήκοος αυτός, του κινδύνου που ενδεχομένως συνιστά για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, της διάρκειας διαμονής του στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και της υπάρξεως δεσμών με αυτό.

34      Συναφώς, υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109 προβλέπει ευχέρεια και όχι υποχρέωση των κρατών μελών να αρνούνται τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας.

35      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις των οδηγιών πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή κατά τρόπο που να παράγει αναμφισβητήτως δεσμευτικά αποτελέσματα, με την εξειδίκευση, την ακρίβεια και τη σαφήνεια που απαιτούνται προκειμένου να ικανοποιείται η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑277/13, EU:C:2014:2208, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Επομένως, ένα κράτος μέλος οφείλει, προκειμένου να θέσει ορθώς σε εφαρμογή το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109, να προβλέψει στο εσωτερικό του δίκαιο τη δυνατότητα να αρνηθεί τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος σε υπήκοο τρίτης χώρας για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας, με την εξειδίκευση, την ακρίβεια και τη σαφήνεια που απαιτούνται για την τήρηση της επιταγής της ασφάλειας δικαίου.

37      Επομένως, εναπόκειται στα αιτούντα δικαστήρια, μόνα αρμόδια για την ερμηνεία του εθνικού δικαίου στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 28, και της 21ης Νοεμβρίου 2018, De Diego Porras, C‑619/17, EU:C:2018:936, σκέψη 80), να διαπιστώσουν εάν στο ισπανικό δίκαιο απαντά διάταξη με τα χαρακτηριστικά που μνημονεύθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.

38      Όσον αφορά το ζήτημα αν μια τέτοια διάταξη μπορεί να προβλέπει ότι απλώς και μόνον η ύπαρξη ποινικού ιστορικού του ενδιαφερομένου αρκεί για να μην του χορηγηθεί, για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας, το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109 προκύπτει ότι η άρνηση αυτή συνεπάγεται τη συνεκτίμηση και τη στάθμιση ορισμένων παραγόντων, ήτοι, αφενός, της σοβαρότητας ή του είδους του αδικήματος που διέπραξε το πρόσωπο αυτό, του κινδύνου που προέρχεται από το εν λόγω πρόσωπο για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια και, αφετέρου, της διάρκειας της διαμονής του στο κράτος μέλος υποδοχής, καθώς και των τυχόν δεσμών του με αυτό το κράτος μέλος.

39      Η συνεκτίμηση του συνόλου των παραγόντων αυτών συνεπάγεται την κατά περίπτωση εκτίμηση, πράγμα που αποκλείει το ενδεχόμενο να μη χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος για τον λόγο και μόνον ότι αυτός έχει ποινικό ιστορικό, ανεξαρτήτως της φύσεώς του.

40      Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109 επιβεβαιώνεται από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία τα μέτρα που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας μπορούν να λαμβάνονται μόνο αν, κατόπιν κατά περίπτωση εκτιμήσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών, αποδεικνύεται ότι η ατομική συμπεριφορά του συγκεκριμένου προσώπου εγκυμονεί, στον παρόντα χρόνο, πραγματικό και αρκούντως σοβαρό κίνδυνο, στρεφόμενο κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας [απόφαση της 2ας Μαΐου 2018, K. και H. F. (Δικαίωμα διαμονής και ισχυρισμοί περί εγκλημάτων πολέμου), C‑331/16 και C‑366/16, EU:C:2018:296, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

41      Συγκεκριμένα, όσον αφορά το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/109, του οποίου η διατύπωση συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με εκείνη του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, έχει κριθεί ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση αποφάσεως απομακρύνσεως εις βάρος επί μακρόν διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας απλώς και μόνον για τον λόγο ότι έχει καταδικαστεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους (απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017, López Pastuzano, C 636/16, EU:C:2017:949, σκέψη 28).

42      Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους δεν μπορούν να κρίνουν αυτομάτως ότι δεν πρέπει να χορηγηθεί σε υπήκοο τρίτης χώρας το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος για λόγους δημοσίας τάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109, για τον λόγο και μόνον ότι έχει απαγγελθεί εις βάρος του μια οποιαδήποτε ποινική καταδίκη [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2019, G. S. και V. G. (Απειλή για τη δημόσια τάξη), C‑381/18 και C‑382/18, EU:C:2019:1072, σκέψη 65].

43      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από μέρος των δικαστηρίων του, η οποία προβλέπει ότι μπορεί να μη χορηγηθεί σε υπήκοο τρίτης χώρας το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στο εν λόγω κράτος μέλος απλώς και μόνο λόγω του ποινικού ιστορικού του, χωρίς συγκεκριμένη εξέταση της καταστάσεώς του υπό το πρίσμα, ιδίως, της φύσεως του αδικήματος που διέπραξε ο υπήκοος αυτός, του κινδύνου που ενδεχομένως αυτός συνιστά για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, της διάρκειας της διαμονής του στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και της υπάρξεως δεσμών με αυτό.

 Επί των δικαστικών εξόδων

44      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από μέρος των δικαστηρίων του, η οποία προβλέπει ότι μπορεί να μη χορηγηθεί σε υπήκοο τρίτης χώρας το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στο εν λόγω κράτος μέλος απλώς και μόνον λόγω του ποινικού ιστορικού του, χωρίς συγκεκριμένη εξέταση της καταστάσεώς του υπό το πρίσμα, ιδίως, της φύσεως του αδικήματος που διέπραξε ο υπήκοος αυτός, του κινδύνου που ενδεχομένως αυτός συνιστά για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, της διάρκειας της διαμονής του στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και της υπάρξεως δεσμών με αυτό.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.