Language of document : ECLI:EU:C:2020:643

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE

της 3ης Σεπτεμβρίου 2020 (1)

Υπόθεση C404/19 P

Γαλλική Δημοκρατία

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Δαπάνες αποκλειόμενες από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άμεσες στρεμματικές ενισχύσεις καταβληθείσες στην Άνω Κορσική – Σύστημα ελέγχου που παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις – Προϋποθέσεις για την επιβολή κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικής διορθώσεως της τάξεως του 100 % – Ποσοστό 100 % – Κανονισμός (ΕΕ) 1306/2013 – Άρθρο 52, παράγραφος 2 – Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 907/2014 – Άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση και δημοσιονομικής εκκαθάρισης των λογαριασμών – Σημείο 3.2.5»






I.      Εισαγωγή

1.        Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί να αναιρεθεί εν μέρει η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 12ης Μαρτίου 2019, Γαλλία κατά Επιτροπής (2), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή που το ως άνω κράτος μέλος είχε ασκήσει κατά της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2017/2014 της Επιτροπής (3). Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, επέβαλε στο εν λόγω κράτος μέλος κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση της τάξεως του 100 %, αναφορικά με τις άμεσες στρεμματικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στην Άνω Κορσική για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014, λόγω των σοβαρών ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στο σύστημα ελέγχου των ενισχύσεων αυτών. Το ποσοστό 100 % αντιστοιχεί στο σύνολο των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν.

2.        Οι προϋποθέσεις για την επιβολή κατ’ αποκοπήν διορθώσεως της τάξεως του 100 % προβλέπονται στο σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής για τον υπολογισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων (4). Το σημείο αυτό προβλέπει ότι το ως άνω ποσοστό δικαιολογείται όταν οι ελλείψεις στο ελεγκτικό σύστημα κράτους μέλους είναι τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους ενωσιακούς κανόνες, καθιστώντας παράτυπες όλες τις πληρωμές.

3.        Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η επιβολή από την Επιτροπή κατ’ αποκοπήν διορθώσεως της τάξεως του 100 % είναι βάσιμη. Το ως άνω κράτος μέλος δεν αμφισβητεί ότι το σύστημα ελέγχου στην Άνω Κορσική παρουσιάζει ελλείψεις, ώστε η Επιτροπή να δύναται να επιβάλει κατ’ αποκοπήν διόρθωση, αλλά προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών κρίνοντας ότι πληρούνται οι εκτιθέμενες στο σημείο αυτό προϋποθέσεις για την εφαρμογή ποσοστού της τάξεως του 100 %. Επομένως, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει, εξ όσων γνωρίζω για πρώτη φορά, τις προϋποθέσεις που διέπουν την επιβολή κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικής διορθώσεως της τάξεως του 100 %, όπως αυτή προβλέπεται στο σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών.

4.        Στο τέλος της αναλύσεώς μου, θα προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτή την αίτηση αναιρέσεως.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Ο κανονισμός (ΕΕ) 1306/2013

5.        Το άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 (5), το οποίο φέρει τον τίτλο «Εκκαθάριση ως προς τη συμμόρφωση», προβλέπει, στην παράγραφό του 1, ότι η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν από την ενωσιακή χρηματοδότηση όταν διαπιστώνει ότι οι δαπάνες του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία. Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή εκτιμά τα ποσά που πρέπει να αποκλειστούν με βάση ειδικά τη σοβαρότητα της διαπιστωμένης μη συμμορφώσεως και λαμβάνει δεόντως υπόψη το είδος της παραβάσεως και την οικονομική ζημία που υπέστη η Ένωση.

2.      Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 907/2014

6.        Τα κριτήρια και η μεθοδολογία για την επιβολή διορθώσεων στο πλαίσιο του άρθρου 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013 προβλέπονται στο άρθρο 12 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 907/2014 (6). Από το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι, όταν τα ποσά που πρέπει να αποκλειστούν από τη χρηματοδότηση της Ένωσης δεν μπορούν να προσδιοριστούν βάσει του υπολογισμού ή της παρεκβολής που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού (7), η Επιτροπή επιβάλλει τις κατάλληλες κατ’ αποκοπήν διορθώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβάσεως, καθώς και τη δική της εκτίμηση για τον κίνδυνο προκλήσεως οικονομικής ζημίας στην Ένωση.

7.        Το άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 907/2014 προβλέπει τα εξής:

«Κατά τον καθορισμό του ύψους των κατ’ αποκοπή διορθώσεων, η Επιτροπή λαμβάνει ειδικά υπόψη τις ακόλουθες περιστάσεις, οι οποίες αποδεικνύουν αυξημένη σοβαρότητα των ελλείψεων που συνιστά μεγαλύτερο κίνδυνο απώλειας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης:

[...]

γ)      διαπιστώνεται ότι το κράτος μέλος δεν εφαρμόζει σύστημα ελέγχου ή το σύστημα εμφανίζει σοβαρές ελλείψεις και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για εκτεταμένες παρατυπίες και αμέλειες στην αντιμετώπιση παράτυπων ή δόλιων πρακτικών·

[...]».

3.      Οι κατευθυντήριες γραμμές

8.        Στις κατευθυντήριες γραμμές της, η Επιτροπή εξέθεσε τις γενικές αρχές και το ύψος της κατ’ αποκοπήν διορθώσεως που μπορεί να σχεδιάσει δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013 και του άρθρου 12, παράγραφοι 6 και 7, του εκτελεστικού κανονισμού 907/2014 (8).

9.        Όσον αφορά τις γενικές αρχές, από τις κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει ότι, στην περίπτωση των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων, η πιθανή οικονομική ζημία που προκλήθηκε στον προϋπολογισμό της Ένωσης πρέπει να εκτιμηθεί βάσει του κινδύνου στον οποίο εκτέθηκε λόγω ανεπάρκειας του ελέγχου, η οποία μπορεί να αφορά τόσο τη φύση ή την ποιότητα των διεξαχθέντων ελέγχων όσο και τον αριθμό τους. Η υποκείμενη αρχή, η αρχή της αναλογικότητας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 52, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013, είναι ότι το ποσοστό της διορθώσεως πρέπει να έχει άμεση σχέση με την οικονομική ζημία που προκλήθηκε στον προϋπολογισμό της Ένωσης (9).

10.      Όσον αφορά το ύψος της κατ’ αποκοπήν διορθώσεως, οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν, ανάλογα με τις περιστάσεις που αναφέρουν, ποσοστό διορθώσεως 2 %, 3 %, 5 %, 7 % ή 10 % (10). Επιπλέον, από τις κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι δυνατόν να εφαρμοστούν υψηλότερα ποσοστά διορθώσεως, μέχρι και 100 % (11). Ένα τέτοιο υψηλότερο ποσοστό προβλέπεται για τις περιπτώσεις του άρθρου 12, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 907/2014. Συναφώς, το σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, το οποίο αφορά τη διάταξη αυτή, προβλέπει τα εξής:

«Όταν “διαπιστώνεται ότι το κράτος μέλος δεν εφαρμόζει σύστημα ελέγχου ή το σύστημα εμφανίζει σοβαρές ελλείψεις και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για εκτεταμένες παρατυπίες και αμέλειες στην αντιμετώπιση παράτυπων ή δόλιων πρακτικών [(12)]”, δικαιολογείται διόρθωση 25 %, καθώς εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι η δυνατότητα υποβολής παράτυπων αιτήσεων, χωρίς κυρώσεις, θα προκαλέσει εξαιρετικά μεγάλες ζημίες στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

Αν κριθεί απαραίτητο, μπορεί να καθοριστεί ακόμα υψηλότερο ποσοστό διόρθωσης. Όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που, με βάση τα στοιχεία που παρέσχε το κράτος μέλος, ο πληθυσμός που παρουσιάζει κίνδυνο είναι (υπερβολικά) περιορισμένος. Επίσης, το σύνολο των δαπανών μπορεί να μην αναγνωριστεί όταν οι ελλείψεις είναι τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη αποτυχία συμμόρφωσης προς τους ενωσιακούς κανόνες, καθιστώντας έτσι παράτυπες όλες τις πληρωμές.»

III. Το ιστορικό της διαφοράς, η προσφυγή ενώπιον του Γενικού       Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

1.      Το ιστορικό της διαφοράς

11.      Για τις ανάγκες των παρουσών προτάσεων, το ιστορικό της διαφοράς, το οποίο εκτίθεται από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 1 έως 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.

12.      Από τις 24 έως τις 28 Νοεμβρίου 2014 η Επιτροπή διενήργησε έρευνα στη Γαλλία σχετικά με τον τομέα των στρεμματικών ενισχύσεων που ζητήθηκαν για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014. Κατόπιν της έρευνας αυτής, η Επιτροπή κοινοποίησε τα πορίσματά της στη Γαλλική Δημοκρατία και ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του θεσμικού αυτού οργάνου και του ως άνω κράτους μέλους σχετικά με την έρευνα.

13.      Με έγγραφο της 20ής Μαΐου 2016 (στο εξής: κοινοποίηση της 20ής Μαΐου 2016), η Επιτροπή γνωστοποίησε στη Γαλλική Δημοκρατία την πρόθεσή της να αποκλείσει από τη χρηματοδότηση της Ένωσης συνολικό ποσό 117 439 017,55 ευρώ λόγω μη συνάδουσας εφαρμογής του συστήματος στρεμματικών ενισχύσεων στη Γαλλία προς τους κανόνες της Ένωσης κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014. Το ποσό αυτό ήταν διαρθρωμένο σε τέσσερις κατηγορίες σχεδιαζόμενων διορθώσεων, εκ των οποίων η μία αφορούσε τις άμεσες στρεμματικές ενισχύσεις που είχαν καταβληθεί στην Άνω Κορσική. Η εν λόγω κατηγορία αποτελούσε κατ’ αποκοπήν διόρθωση της τάξεως του 100 %, αντιστοιχούσα σε ποσό 28 973 945,46 ευρώ.

14.      Η ως άνω κατ’ αποκοπήν διόρθωση της τάξεως του 100 % βασίστηκε σε πλείονες διαπιστώσεις ελλείψεων, σχετιζόμενων, μεταξύ άλλων, με προβλήματα σε συνάρτηση με τον ορισμό των επιλέξιμων εκτάσεων.

15.      Πρώτον, η γαλλική νομοθεσία καθιστούσε δυνατή τη χρήση προκαθορισμένων αριθμητικών λόγων για τη συνεκτίμηση των τοπογραφικών ιδιαιτεροτήτων της γεωργικής εκτάσεως, κατά τρόπο μη σύμφωνο προς τη νομοθεσία της Ένωσης περί «καλής γεωργικής και περιβαλλοντικής κατάστασης» (στο εξής: ΚΓΠΚ), πράγμα που είχε οδηγήσει τις γαλλικές αρχές να μην αποκλείουν σε κάθε περίπτωση τις μη επιλέξιμες εκτάσεις. Ειδικότερα, η γαλλική νομοθεσία δεν διασφάλιζε τον έλεγχο της «διατηρήσεως» της γεωργικής γης σε ΚΓΠΚ, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 73/2009 (13).

16.      Δεύτερον, η σχεδιαζόμενη διόρθωση στηριζόταν σε προβλήματα συνδεόμενα με τον ορισμό των επιλέξιμων εκτάσεων, τα οποία ανακύπτουν από εσφαλμένη ερμηνεία, εκ μέρους των γαλλικών αρχών, του άρθρου 34 του κανονισμού (ΕΚ) 1122/2009 (14). Κατ’ ουσίαν, οι γαλλικές αρχές είχαν θεωρήσει, ως επιλέξιμες, εκτάσεις στις οποίες υπάρχουν δένδρα με πολύ χαμηλά αποθέματα χορτονομής ή μη προσβάσιμες στα ζώα, οι οποίες είχαν δηλωθεί ως «χερσότοποι και βοσκότοποι», ενώ οι εκτάσεις αυτές δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία της Ένωσης.

17.      Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε, με την κοινοποίηση της 20ής Μαΐου 2016, ότι οι ελλείψεις αυτές είχαν ήδη παρατηρηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας συμμορφώσεως για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2008 έως 2012, αλλά οι γαλλικές αρχές δεν είχαν τροποποιήσει τη μέθοδο που εφαρμόζεται σε αυτόν τον τομέα. Δεδομένου ότι η μέθοδος που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα δεν έχει τροποποιηθεί, ώστε να υπάρξουν πραγματικά αποτελέσματα στους συγκεκριμένους τόπους, οι διορθώσεις που επιβλήθηκαν στο γεωγραφικό αυτό διαμέρισμα κατά τις προηγούμενες έρευνες –κατ’ αποκοπήν ποσοστό 100 %– πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014.

18.      Με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 2016, οι γαλλικές αρχές προσέφυγαν στο όργανο συμβιβασμού με αντικείμενο τη δημοσιονομική διόρθωση που η Επιτροπή σχεδίαζε ως προς το διαμέρισμα της Άνω Κορσικής. Υποστήριξαν, κατ’ ουσίαν, ότι το επιχείρημα της Επιτροπής για να δικαιολογήσει την απόρριψη του αριθμητικού υπολογισμού που είχαν προτείνει συναφώς, δεν είναι επαρκές υπό το πρίσμα της νομοθεσίας της Ένωσης και ότι το σχέδιο κατ’ αποκοπήν διορθώσεως της τάξεως του 100 % για την περίπτωση της Άνω Κορσικής αντιβαίνει προς τις διαδικασίες υπολογισμού της ζημίας που προβλέπει η νομοθεσία αυτή.

19.      Στις 19 Δεκεμβρίου 2016 το όργανο συμβιβασμού εξέδωσε τη γνωμοδότησή του. Κατ’ ουσίαν, διαπίστωσε ότι ο συμβιβασμός δεν ήταν δυνατός κατά το στάδιο εκείνο και θεώρησε ότι διόρθωση της τάξεως του 100 % είναι πιθανώς δυσανάλογη με γνώμονα τον πραγματικό κίνδυνο για το ΕΓΤΕ. Ως εκ τούτου, κάλεσε τις υπηρεσίες της Επιτροπής να εξετάσουν το ενδεχόμενο χαμηλότερης διορθώσεως.

20.      Στις 21 Φεβρουαρίου 2017 η Επιτροπή διατύπωσε την τελική θέση της. Ενέμεινε στην αρχική της θέση όπως είχε διατυπωθεί στην κοινοποίηση της 20ής Μαΐου 2016, διευκρινίζοντας ότι κατ’ αποκοπήν διόρθωση της τάξεως του 100 % ήταν δικαιολογημένη καθόσον τα διαθέσιμα στοιχεία αποδείκνυαν ότι οι ελλείψεις στον έλεγχο των ενισχύσεων στην Άνω Κορσική ήταν τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν παντελή έλλειψη συμμορφώσεως προς τους κανόνες της Ένωσης και να δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο για το ΕΓΤΕ.

21.      Στις 8 Νοεμβρίου 2017 η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013, την επίδικη απόφαση, με την οποία επέβαλε τέσσερις κατηγορίες διορθώσεων, συμπεριλαμβανομένης κατ’ αποκοπήν διορθώσεως της τάξεως του 100 %, που αντιστοιχούσε σε 28 973 945,46 ευρώ, όσον αφορά τις δαπάνες για τις άμεσες στρεμματικές ενισχύσεις ως προς την Κορσική για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014, λόγω σοβαρών ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στο σύστημα ελέγχου των εν λόγω ενισχύσεων (υπό τον τίτλο «Σύστημα ελέγχου που παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις, Κορσική»). Στη συγκεφαλαιωτική έκθεση που επισυνάπτεται στην επίδικη απόφαση, για την επιβολή της διορθώσεως αυτής η Επιτροπή στηρίχθηκε στην ίδια αιτιολογία με εκείνη που παρέθεσε στην κοινοποίηση της 20ής Μαΐου 2016 .

2.      Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

22.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Ιανουαρίου 2018, η Γαλλική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, προβάλλοντας διάφορους λόγους στρεφόμενους κατά των τεσσάρων κατηγοριών δημοσιονομικών διορθώσεων, συμπεριλαμβανομένης της διορθώσεως της τάξεως του 100 % που αφορά την Άνω Κορσική. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή.

3.      Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

23.      Με δικόγραφο της 23ης Μαΐου 2019, η Γαλλική Δημοκρατία κατέθεσε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως, το ως άνω κράτος μέλος αμφισβητεί μόνο το βάσιμο μιας εκ των τεσσάρων κατηγοριών δημοσιονομικών διορθώσεων επί των οποίων αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήτοι της κατ’ αποκοπήν διορθώσεως της τάξεως του 100 % σχετικά με τις άμεσες στρεμματικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στην Άνω Κορσική για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014.

24.      Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε το αίτημα της Γαλλικής Δημοκρατίας με το οποίο προβαλλόταν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και με το οποίο είχε ζητηθεί η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως κατά το μέρος που με αυτήν είχε επιβληθεί στη Γαλλική Δημοκρατία κατ’ αποκοπήν διόρθωση της τάξεως του 100 % λόγω των ελλείψεων του συστήματος ελέγχου των στρεμματικών ενισχύσεων στην Άνω Κορσική για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014,

–        να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν επιβλήθηκαν στη Γαλλική Δημοκρατία κατ’ αποκοπήν διορθώσεις της τάξεως του 100 % λόγω των ελλείψεων του συστήματος ελέγχου των στρεμματικών ενισχύσεων στην Άνω Κορσική για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014,

–         και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

25.      Με το υπόμνημά της επί της αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,

–        και να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

26.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Φεβρουαρίου 2020, η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.

IV.    Ανάλυση

27.      Με τον μοναδικό της λόγο αναιρέσεως η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δικαιούνταν να επιβάλει κατ’ αποκοπήν διόρθωση της τάξεως του 100 % ως προς τις άμεσες στρεμματικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στην Άνω Κορσική για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014.

28.      Στην επίδικη απόφαση, η διόρθωση αυτή αιτιολογείται βάσει της ιδιαίτερης καταστάσεως του διαμερίσματος της Άνω Κορσικής, στο οποίο η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ελλείψεις συνιστάμενες, μεταξύ άλλων, σε προβλήματα που συνδέονται με τον ορισμό των επιλέξιμων εκτάσεων (15). Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι οι ελλείψεις αυτές είχαν ήδη παρατηρηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας συμμορφώσεως για τα έτη 2008 έως 2012 και ότι, ελλείψει τροποποιήσεων στη μέθοδο που εφαρμόζεται από τις γαλλικές αρχές, έπρεπε να επιβληθεί κατ’ αποκοπήν διόρθωση της τάξεως του 100 % επίσης για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014 (16).

29.      Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Γαλλική Δημοκρατία αμφισβήτησε το βάσιμο της αποφάσεως αυτής, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής κατ’ αποκοπήν διορθώσεως της τάξεως του 100 %, σύμφωνα με το σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, και ότι η επίδικη διόρθωση είναι, ως εκ τούτου, δυσανάλογη.

30.      Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο αυτόν ως αβάσιμο (17). Ειδικότερα, κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο κατ’ αρχάς ερμήνευσε, στις σκέψεις 117 και 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις προϋποθέσεις εφαρμογής ποσοστού 100 %, οι οποίες προβλέπονται στο σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, και στη συνέχεια, στις σκέψεις 134 έως 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εφάρμοσε την ερμηνεία αυτή στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως. Συναφώς, έκρινε, αφενός, ότι το σύστημα ελέγχου στην Άνω Κορσική βασίστηκε σε εσφαλμένο ορισμό των επιλέξιμων εκτάσεων, μη τηρώντας, συνεπώς, μία από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του καθεστώτος των στρεμματικών ενισχύσεων και, αφετέρου, ότι η μη τήρηση αυτή είναι τόσο σοβαρή ώστε να συνιστά, σύμφωνα με το σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους ενωσιακούς κανόνες, καθιστώντας παράτυπες όλες τις πληρωμές. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι η Επιτροπή βασίμως επέβαλε την επίδικη διόρθωση.

31.      Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, πράγμα το οποίο στη συνέχεια οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών στις σκέψεις 134 έως 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το ως άνω κράτος μέλος υποστηρίζει ειδικά ότι το γεγονός ότι το σύστημα ελέγχου δεν λαμβάνει υπόψη μια ουσιαστική προϋπόθεση του καθεστώτος των στρεμματικών ενισχύσεων δεν αρκεί –από μόνο του– για να δικαιολογήσει την εφαρμογή ποσοστού 100 %. Με άλλα λόγια, η Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί, αυτές καθεαυτές, τις ελλείψεις που η Επιτροπή διαπίστωσε στο σύστημα ελέγχου στην Άνω Κορσική, αλλά περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να οδηγήσουν στην εφαρμογή κατ’ αποκοπήν ποσοστού της τάξεως του 100 %.

32.      Η Επιτροπή, από την πλευρά της, αντικρούει τα επιχειρήματα της Γαλλικής Δημοκρατίας και ζητεί την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμου.

33.      Προκειμένου να εκτιμηθεί ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Γαλλική Δημοκρατία, πρέπει, κατ’ αρχάς, να προσδιοριστεί ο δικαιολογητικός λόγος που η Επιτροπή επικαλέστηκε για την επιβολή της επίδικης διορθώσεως, δεδομένου ότι το σημείο αυτό αμφισβητείται από τους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου (ενότητα Α). Εν συνεχεία, πρέπει να εξεταστεί η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, όπως αυτή εκτίθεται στις σκέψεις 117 και 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ενότητα Β). Τέλος, υπό το πρίσμα της αναλύσεως αυτής, πρέπει να εξακριβωθεί αν ορθώς το Γενικό Δικαστήριο ενέκρινε την επιβολή της επίδικης διορθώσεως από την Επιτροπή στις σκέψεις 134 έως 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ενότητα Γ).

1.      Ο δικαιολογητικός λόγος που η Επιτροπή επικαλέστηκε για την επιβολή της επίδικης διορθώσεως

34.      Κατ’ αρχάς, υπογραμμίζω ότι η επιβολή ποσοστού δημοσιονομικής διορθώσεως της τάξεως του 100 % μπορεί να δικαιολογηθεί σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις: είτε όταν το σύνολο των δαπανών χορηγήθηκε χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε νομική βάση στο δίκαιο της Ένωσης (στο εξής: πρώτη περίπτωση) είτε, αν στο δίκαιο της Ένωσης υφίσταται νομική βάση για τη χρηματοδότηση, όταν το ελεγκτικό σύστημα του κράτους μέλους παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις, ώστε να καθίστανται παράτυπες όλες οι πληρωμές (στο εξής: δεύτερη περίπτωση) (18). Ακριβώς η δεύτερη αυτή περίπτωση είναι εκείνη την οποία αφορά το σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών.

35.      Ενώπιον του Δικαστηρίου η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η επιβολή της επίδικης διορθώσεως στηριζόταν στη δεύτερη περίπτωση. Εντούτοις, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η επιβολή αυτή θεμελιώνεται επίσης στην πρώτη περίπτωση. Συναφώς, στο υπόμνημά της επί της αιτήσεως αναιρέσεως η Επιτροπή υποστήριξε ότι «υπήρξε ταυτοχρόνως καταβολή ενισχύσεων στερούμενη οποιασδήποτε νομικής βάσεως και κατάφωρη δυσλειτουργία του συστήματος ελέγχου στην Άνω Κορσική», πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (19).

36.      Συναφώς, επισημαίνω ότι πρέπει να διευκρινιστεί αν η επιβολή της επίδικης διορθώσεως βασίστηκε μόνο στη δεύτερη περίπτωση, όπως προβάλλει η Γαλλική Δημοκρατία, ή αν βασίστηκε τόσο στη δεύτερη όσο και στην πρώτη περίπτωση, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή. Πράγματι, αφενός, ο δικαιολογητικός λόγος και, επομένως, ο δικαστικός έλεγχος δεν ταυτίζονται σε αμφότερες τις περιπτώσεις και, αφετέρου, η Γαλλική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συγχέει τις προϋποθέσεις που εφαρμόζονται, αντιστοίχως, στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση για την επιβολή ποσοστού δημοσιονομικής διορθώσεως της τάξεως του 100 %.

37.      Επομένως, προκειμένου να εκτιμηθεί ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Γαλλική Δημοκρατία, πρέπει, εκ προοιμίου, να προσδιοριστεί για ποια περίπτωση ή για ποιες περιπτώσεις η Επιτροπή επέβαλε την επίδικη διόρθωση. Προς τούτο, θεωρώ χρήσιμο, κατ’ αρχάς, να υπενθυμίσω τις διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων.

1.      Οι διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων

38.      Όσον αφορά, πρώτον, τη δικαιολόγηση της επιβολής ποσοστού 100 %, πρέπει να επισημανθεί ότι, στην πρώτη περίπτωση, αυτή υπάρχει στο επίπεδο της ρυθμίσεως.

39.      Πράγματι, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το ΕΓΤΕ χρηματοδοτεί μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Επομένως, το ΕΓΤΕ επιβαρύνεται μόνο με τα ποσά που καταβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως δε τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής αυτής οργανώσεως (20).

40.      Στην περίπτωση αυτή, οι ενισχύσεις που καταβλήθηκαν χωρίς να υφίσταται νομική βάση αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, ανεξαρτήτως της διαπιστώσεως παρατυπιών ή αμελειών των εθνικών αρχών. Η Επιτροπή δεν διαθέτει συναφώς κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την αποδοχή ή την απόρριψη δαπάνης από τη χρηματοδότηση της Ένωσης (21). Επομένως, η διόρθωση σε μια τέτοια περίπτωση επιβάλλεται υπό τη μορφή εξατομικευμένης διορθώσεως, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η ζημία που υπέστη η Ένωση –και, ως εκ τούτου, το ποσό που πρέπει να αποκλειστεί– μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς.

41.      Στη δεύτερη περίπτωση, η δικαιολόγηση της εφαρμογής ποσοστού 100 % έγκειται ειδικά στην εκ μέρους του κράτους μέλους εφαρμογή ενός συστήματος ελέγχου που παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 907/2014. Συναφώς, στο σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, το οποίο αφορά τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, όταν οι ελλείψεις του συστήματος ελέγχου είναι τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους ενωσιακούς κανόνες, καθιστώντας παράτυπες όλες τις πληρωμές, πρέπει να εφαρμόζεται διόρθωση της τάξεως του 100 % (22).

42.      Υπογραμμίζω ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση στην οποία οι ενισχύσεις καταβάλλονται χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε νομική βάση (πρώτη περίπτωση), το ποσοστό 100 % που διαλαμβάνεται στο σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών είναι κατ’ αποκοπήν ποσοστό, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η ζημία που προκαλείται στον προϋπολογισμό της Ένωσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 907/2014, κατ’ αποκοπήν διορθώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 7 του άρθρου αυτού επιβάλλονται όταν τα ποσά που πρέπει να αποκλειστούν δεν μπορούν να προσδιοριστούν με τον υπολογισμό ή την παρεκβολή που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου (23).

43.      Με άλλα λόγια, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 907/2014, η Επιτροπή, όταν επιβάλλει κατ’ αποκοπήν διορθώσεις, πρέπει να προσδιορίζει το προς αποκλεισμό ποσό σε συνάρτηση με την έκταση του κινδύνου ζημίας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβάσεως (24).

44.      Όσον αφορά, δεύτερον, τον δικαστικό έλεγχο, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της πρώτης περιπτώσεως, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει αν η χορήγηση των ενισχύσεων από τις εθνικές αρχές στερείται οποιασδήποτε νομικής βάσεως στο δίκαιο της Ένωσης. Ο έλεγχος αυτός συνίσταται στην αξιολόγηση του αν οι καταβληθείσες ενισχύσεις δεν συνάδουν με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του οικείου καθεστώτος ενισχύσεως, οι οποίες είναι βασικές για την επιλεξιμότητα των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεως, με αποτέλεσμα οι ενισχύσεις αυτές να τίθενται εκτός του καθεστώτος ενισχύσεως (25).

45.      Αντιθέτως, στο πλαίσιο της δεύτερης περιπτώσεως, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει αν η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε ότι οι ελλείψεις του συστήματος ελέγχου ήταν τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους κανόνες της Ένωσης, καθιστώντας παράτυπες όλες τις πληρωμές σύμφωνα με το σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών. Με άλλα λόγια, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να ελέγξει το βάσιμο της εκτιμήσεως της Επιτροπής σχετικά με την πραγματική ζημία για τον  προϋπολογισμό της Ένωσης (26).

2.      Η δικαιολόγηση της επίδικης διορθώσεως

46.      Όσον αφορά την επίδικη διόρθωση, φρονώ ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η διόρθωση αυτή βασίστηκε επίσης στην πρώτη περίπτωση είναι απαράδεκτος. Συγκεκριμένα, διαπιστώνω ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ότι το Γενικό Δικαστήριο, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιορίζεται να εξακριβώσει αν η επίμαχη διόρθωση είναι δικαιολογημένη υπό το πρίσμα του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών (27). Υπενθυμίζω ότι το σημείο αυτό αφορά τη δεύτερη περίπτωση.

47.      Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως, ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου εκτιμώ ότι, εν πάση περιπτώσει, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε να εξακριβώσει, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αν η επιβολή της επίμαχης διορθώσεως είναι δικαιολογημένη υπό το πρίσμα της δεύτερης περιπτώσεως. Πράγματι, διαπιστώνω ότι τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως αναφέρουν ότι η Επιτροπή στήριξε την επιβολή της επίμαχης διορθώσεως στις ελλείψεις που διαπιστώθηκαν στο σύστημα ελέγχου (28), πράγμα το οποίο θα ήταν άνευ αντικειμένου αν όλες οι ενισχύσεις που είχαν καταβληθεί ήταν ήδη παράτυπες λόγω ελλείψεως οποιασδήποτε νομικής βάσεως στο δίκαιο της Ένωσης (29). Άλλωστε δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη διόρθωση της τάξεως του 100 % επιβλήθηκε από την Επιτροπή υπό τη μορφή κατ’ αποκοπήν διορθώσεως (30).

48.      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να εξεταστεί μόνον αν το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας δικαιολογημένη την επιβολή διορθώσεως της τάξεως του 100 %, λόγω ελλιπούς συστήματος ελέγχου, κατ’ εφαρμογήν του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών (31).

2.      Η ερμηνεία από το Γενικό Δικαστήριο του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών

49.      Η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών περιλαμβάνεται στις σκέψεις 117 και 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στις εν λόγω σκέψεις 117 και 118, το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει σε μια ήδη παγιωμένη στη νομολογία του ερμηνεία του εν λόγω σημείου των κατευθυντηρίων γραμμών (32).

50.      Σημειώνω ότι η Γαλλική Δημοκρατία αμφισβήτησε μόνον την ερμηνεία που έδωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ωστόσο, η εν λόγω σκέψη 118 παραπέμπει στην προηγούμενη σκέψη 117. Επομένως, προκειμένου να εξακριβωθεί το βάσιμο της σκέψεως 118, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί η εν λόγω σκέψη 117. Όπως θα εξηγήσω, φρονώ ότι η νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνιστά εύλογη ερμηνεία αυτού του σημείου των κατευθυντηρίων γραμμών (ενότητα 1), ενώ θεωρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 118 (ενότητα 2).

1.      Η νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως

51.      Όσον αφορά τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από αυτήν προκύπτει ότι βάσει του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών εφαρμόζεται ποσοστό διορθώσεως της τάξεως του 100 % «όταν το υφιστάμενο σύστημα ελέγχου δεν έχει καμία σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης, δεν λαμβάνει υπόψη ουσιώδη στοιχεία του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως και τους σκοπούς του και, ως εκ της φύσεώς του, δεν καθιστά δυνατό τον εντοπισμό των πρακτικών των συγκεκριμένων οικονομικών φορέων, οι οποίοι καταστρατηγούν ή χρησιμοποιούν δολίως τα ουσιώδη αυτά στοιχεία. Πράγματι, αυτές οι ελλείψεις κατά τους ελέγχους ενέχουν τον κίνδυνο να είναι παράτυπο το σύνολο των πριμοδοτήσεων που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως. Ως εκ τούτου, οι ελλείψεις αυτές, λόγω των δημοσιονομικών συνεπειών που έχουν όσον αφορά τα [ταμεία], εξομοιώνονται με παρεμβάσεις εκτός καθεστώτος ενισχύσεως.»

52.      Κατά την άποψή μου, η νομολογία αυτή συνιστά εύλογη ερμηνεία του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, δεδομένου ότι τα τρία σωρευτικά στοιχεία που υπενθυμίζονται στη σκέψη 117 παρέχουν, από κοινού, τη δυνατότητα να εξακριβωθεί αν οι ελλείψεις ενός συστήματος ελέγχου είναι τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους ενωσιακούς κανόνες, καθιστώντας παράτυπες όλες τις πληρωμές, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές.

53.      Ειδικότερα, το πρώτο στοιχείο (το σύστημα ελέγχου δεν έχει καμία σχέση με την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία) διασφαλίζει κατ’ αρχάς την τήρηση της βασικής προϋποθέσεως που προβλέπεται στο σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών για την εφαρμογή ποσοστού 100 %, ήτοι οι ελλείψεις του συστήματος ελέγχου είναι τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους ενωσιακούς κανόνες. Υπογραμμίζω συναφώς ότι, στο μέτρο που το κράτος μέλος δεν εφαρμόζει σύστημα ελέγχου ή το σύστημα παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 907/2014, χωρίς όμως αυτό να συνιστά πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους ενωσιακούς κανόνες, δικαιολογείται κατά κανόνα, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, ποσοστό 25 %.

54.      Στη συνέχεια, το δεύτερο στοιχείο (το σύστημα ελέγχου δεν λαμβάνει υπόψη τα ουσιώδη στοιχεία του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως και τους σκοπούς του) χαρακτηρίζει το είδος της ελλείψεως που μπορεί να καταστήσει όλες τις πληρωμές παράτυπες. Υπενθυμίζω ότι τα ουσιώδη στοιχεία μιας ενισχύσεως αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη χορήγησή της (33) και το γεγονός ότι το σύστημα ελέγχου δεν λαμβάνει υπόψη ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία αυτά δύναται, συνεπώς, να καταστήσει παράτυπες όλες τις πληρωμές (34). Το ίδιο ισχύει για τους σκοπούς ενός καθεστώτος ενισχύσεως. Πράγματι, μολονότι ρητώς πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, είναι πιθανό να μην πληρούνται οι σκοποί στους οποίους στηρίζεται η κοινή οργάνωση αγορών, με αποτέλεσμα να καθίστανται παράτυπες όλες οι πληρωμές (35).

55.      Τέλος, το τρίτο στοιχείο (το σύστημα ελέγχου, ως εκ της φύσεώς του, δεν καθιστά δυνατό τον εντοπισμό των πρακτικών των συγκεκριμένων οικονομικών φορέων, οι οποίοι καταστρατηγούν ή χρησιμοποιούν δολίως τα ουσιώδη στοιχεία) θεμελιώνεται στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 907/2014, στην οποία υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για εκτεταμένες παρατυπίες και αμέλειες στην αντιμετώπιση παράτυπων ή δόλιων πρακτικών.

56.      Όπως προκύπτει από αυτά τα τρία σωρευτικά στοιχεία, η εφαρμογή κατ’ αποκοπήν ποσοστού της τάξεως του 100 % είναι αυστηρά οριοθετημένη, και κατά τη γνώμη μου ορθώς.

57.      Πράγματι, αφενός, υπενθυμίζω ότι η εφαρμογή ποσοστού της τάξεως του 100 % περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες οι ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου εξομοιώνονται, λόγω των δημοσιονομικών συνεπειών τους για τα ταμεία, με παρεμβάσεις εκτός καθεστώτος ενισχύσεως (η πρώτη περίπτωση) (36). Εντούτοις, λόγω της φύσεως των ελλείψεων του συστήματος ελέγχου, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατή την εξακρίβωση της νομιμότητας των χορηγηθεισών ενισχύσεων (37), η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να αποδείξει αν όλες οι αμφισβητούμενες ενισχύσεις πράγματι καταβλήθηκαν κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που οι ενισχύσεις καταβάλλονται ελλείψει οποιασδήποτε νομικής βάσεως. Τα τρία στοιχεία που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παρέχουν συναφώς τη δυνατότητα να εξακριβωθεί αν υφίστανται αρκούντως σοβαρές ελλείψεις στο επίπεδο του συστήματος ελέγχου ώστε να θεωρηθούν παράτυπες όλες οι πληρωμές.

58.      Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι, κατά το σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, δικαιολογείται, κατά κανόνα, ποσοστό 25 %, όταν διαπιστώνεται ότι το κράτος μέλος δεν εφαρμόζει σύστημα ελέγχου ή το σύστημα εμφανίζει σοβαρές ελλείψεις και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για εκτεταμένες παρατυπίες και αμέλειες στην αντιμετώπιση παράτυπων ή δόλιων πρακτικών. Με άλλα λόγια, η επιβολή διορθώσεως σε ποσοστό υψηλότερο του 25 % –και κατά μείζονα λόγο σε ποσοστό της τάξεως του 100 %– προϋποθέτει ότι έχει αποδειχθεί η ύπαρξη περιστάσεων πιο σοβαρών σε σχέση με την περίπτωση που δικαιολογεί την επιβολή διορθώσεως ύψους 25 % και, προκειμένου για την επιβολή ποσοστού 100 %, περιστάσεων άκρως σοβαρών (38). Πάντως, μόνον από δέσμη στοιχείων μπορεί να αποδειχθεί μια τέτοια αυξημένη σοβαρότητα.

2.      Η νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως

59.      Στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκτίθεται, στη συνέχεια, ότι, «[σ]υνεπώς, από τη νομολογία αυτή [που υπομνήσθηκε στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως] προκύπτει ότι η επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως 100 % δεν δικαιολογείται τόσο από τις ελλείψεις [κατά την εφαρμογή ορισμένων βασικών ελέγχων, από τις οποίες πάσχει το σύστημα ελέγχου, όσο από το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη ουσιώδη στοιχεία του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως και οι σκοποί του]. Η μη τήρηση της ή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της χορηγήσεως ενισχύσεως δικαιολογεί τον αποκλεισμό του συνόλου των δαπανών [απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑376/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:623, σκέψη 123)]».

60.      Κατά τη γνώμη μου, ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να νοηθεί η σκέψη αυτή και, ειδικότερα, ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται με τα τρία στοιχεία που μνημονεύονται στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι προφανής. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο της σκέψεως αυτής εξετάστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, και ορθώς κατά τη γνώμη μου. Πράγματι, η εν λόγω σκέψη 118 στερείται σαφήνειας σε δύο επίπεδα.

61.      Αφενός, διαπιστώνω ότι η ως άνω σκέψη 118 παραπέμπει στη σκέψη 123 της αποφάσεως Ελλάδα κατά Επιτροπής (39), αλλά την παραθέτει κατά τρόπο αποσπασματικό. Αφετέρου, το περιεχόμενο της εν λόγω σκέψεως 123 είναι και αυτό ασαφές και δεν καθιστά, κατά τη γνώμη μου, δυνατή τη διευκρίνιση του περιεχομένου της σκέψεως 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

62.      Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως, διαπιστώνω, εντούτοις, ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παραπέμπει εκ νέου στην προαναφερθείσα σκέψη 118, επισημαίνοντας ότι, «κατά τη νομολογία [...] που παρατίθεται στις σκέψεις 117 και 118 [της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως], η μη τήρηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως δικαιολογεί τον αποκλεισμό του συνόλου των δαπανών».

63.      Λαμβανομένης υπόψη της διαπιστώσεως αυτής, θεωρώ ότι, όπως επισήμανε η Γαλλική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Γενικό Δικαστήριο, στην προαναφερθείσα σκέψη 118, εσφαλμένως ταύτισε τον δικαιολογητικό λόγο για την επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσοστού 100 %, όπως ορθότατα προκύπτει από τη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υπό τη μορφή των τριών σωρευτικών στοιχείων, με τον δικαιολογητικό λόγο για την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως της τάξεως του 100 % στην περίπτωση ενισχύσεων που χορηγήθηκαν ελλείψει οποιασδήποτε νομικής βάσεως. Υπενθυμίζω ότι μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση η μη τήρηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων μπορεί –από μόνη της– να δικαιολογήσει διόρθωση της τάξεως του 100 %.

64.      Συναφώς, η Επιτροπή διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών αφορά την περίπτωση κατά την οποία η εθνική ρύθμιση συνάδει με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και στην οποία η μόνη παράβαση του κράτους μέλους έγκειται στο σύστημα ελέγχου, το οποίο δεν διασφαλίζει ότι πράγματι τηρήθηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση, η παράβαση εντοπίζεται τόσο από απόψεως εθνικής νομοθεσίας, η οποία δεν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης, όσο και από απόψεως συστήματος ελέγχου. Συναφώς, ο εσφαλμένος ορισμός στην εθνική νομοθεσία είναι αυτός που οδήγησε σε σφάλματα στο σύστημα ελέγχου (40).

65.      Κατά την Επιτροπή, ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να νοηθούν οι σκέψεις 117 και 118. Εν προκειμένω, οι σκέψεις αυτές σημαίνουν –σε συνδυασμό μεταξύ τους– ότι, αν στο πλαίσιο των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων συντρέχουν τόσο παράβαση σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας όσο και ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου, οι δε ελλείψεις αυτές δεν παρέχουν τη δυνατότητα προσδιορισμού των δικαιούχων και του ποσού της ενισχύσεως, δικαιολογείται η επιβολή κατ’ αποκοπήν διορθώσεως της τάξεως του 100 %. Σε μια τέτοια περίπτωση, υπάρχει κίνδυνος να είναι εσφαλμένο το σύνολο των δαπανών.

66.      Φρονώ ότι η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία, πέραν του γεγονότος ότι λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων απομακρύνεται σε κάποιον βαθμό από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε περίπτωση αντιβαίνει προς το κανονιστικό πλαίσιο καθώς και προς τις κατευθυντήριες γραμμές.

67.      Ειδικότερα, στο επίπεδο του κανονιστικού πλαισίου, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι η επιβολή οποιουδήποτε κατ’ αποκοπήν ποσοστού –ανεξαρτήτως ύψους– σημαίνει ως εκ της φύσεώς της ότι η πραγματική ζημία δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς. Επομένως, η αβεβαιότητα ως προς τη ζημία που υπέστη η Ένωση δικαιολογεί την επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσοστού, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να δικαιολογήσει ότι το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 100 %.

68.      Αφετέρου, μολονότι είναι εύλογο να υποτεθεί ότι, εν γένει, το γεγονός ότι η εθνική νομοθεσία –πλην του συστήματος ελέγχου– δεν λαμβάνει υπόψη τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αυξάνει τον κίνδυνο για τη ζημία που θα υποστεί η Ένωση, το γεγονός αυτό ουδόλως συνεπάγεται –από μόνο του– ότι ο πραγματικός κίνδυνος ανέρχεται στο 100 %. Υπενθυμίζω συναφώς ότι κάθε παράβαση των ουσιαστικών προϋποθέσεων δεν μπορεί να καταστήσει όλες τις πληρωμές παράτυπες (41) και ότι, κατά συνέπεια, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι ο πραγματικός κίνδυνος ανέρχεται στο 100 % χωρίς τουλάχιστον να έχει προηγηθεί τέτοια ανάλυση.

69.      Όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές, φρονώ ότι η ερμηνεία τους στην οποία προβαίνει η Επιτροπή στηρίζεται σε σύγχυση μεταξύ των προϋποθέσεων επιβολής διορθώσεως 25 % και των προϋποθέσεων επιβολής διορθώσεως 100 %. Συναφώς, η αδυναμία εξακριβώσεως του αν απολαύουν της ενισχύσεως οι δικαιούχοι της είναι επίσης η συνέπεια της παντελούς ελλείψεως εφαρμογής του συστήματος ελέγχου από κράτος μέλος, η οποία δικαιολογεί την επιβολή διορθώσεως 25 %. Στην πραγματικότητα, οποιαδήποτε έλλειψη κατά τον έλεγχο αφορώσα ουσιαστικό στοιχείο που συνιστά προϋπόθεση της νομιμότητας της χορηγήσεως ενισχύσεως συνεπάγεται τη δημιουργία αβεβαιότητας ως προς το αν απολαύουν της ενισχύσεως οι δικαιούχοι της. Συνεπώς, οι περιστάσεις αυτές δεν δικαιολογούν από μόνες τους την επιβολή διορθώσεως 100 % βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών (42). Εν ολίγοις, το γεγονός ότι υφίσταται αβεβαιότητα ως προς τη νομιμότητα κάθε επιμέρους καταβληθείσας ενισχύσεως δεν σημαίνει ότι όλες οι καταβληθείσες ενισχύσεις είναι παράτυπες κατά την έννοια του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών.

70.      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνιστά εύλογη ερμηνεία του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών. Προτείνω στο Δικαστήριο να την εφαρμόσει στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Όσον αφορά τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, φαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρερμήνευσε το σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, και, όπως θα εξηγήσω, φαίνεται ότι ακριβώς αυτό το σφάλμα οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του εν λόγω σημείου.

3.      Η εν προκειμένω εφαρμογή από το Γενικό Δικαστήριο του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών

71.      Η εφαρμογή από το Γενικό Δικαστήριο του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως (σκέψεις 134 έως 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) στηρίζεται κατ’ ουσίαν σε τρία στοιχεία που προαναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τις ελλείψεις που διαπιστώθηκαν στο σύστημα ελέγχου στην Άνω Κορσική. Μολονότι τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται από τη Γαλλική Δημοκρατία, είναι ωστόσο κρίσιμα για την εξακρίβωση των στοιχείων εκείνων που αμφισβητούνται.

72.      Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε κατ’ αρχάς ότι ο προσδιορισμός της γεωργικής εκτάσεως μιας εκμεταλλεύσεως συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση για τη χορήγηση των στρεμματικών ενισχύσεων. Ειδικότερα, αν η εν λόγω έκταση δεν προσδιορίζεται ορθώς επί τη βάσει ορισμού ενός ή περισσοτέρων στοιχείων που την αποτελούν (των αρόσιμων γαιών, των μόνιμων βοσκοτόπων και των μόνιμων καλλιεργειών) μη συνάδοντος με το δίκαιο της Ένωσης, πρόκειται για σφάλμα που επηρεάζει μία από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του καθεστώτος στρεμματικών ενισχύσεων, ήτοι τον καθορισμό της περιμέτρου της γεωργικής εκτάσεως βάσει της οποίας υπολογίζονται τα δικαιώματα ενισχύσεως (43).

73.      Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το καθεστώς ενισχύσεως στην Άνω Κορσική βασιζόταν σε εσφαλμένους ορισμούς σχετικά με τον προσδιορισμό της γεωργικής εκτάσεως μιας εκμεταλλεύσεως. Τα σφάλματα αυτά ήταν δύο και αφορούσαν την αποδοχή εκ μέρους των γαλλικών αρχών, αφενός, στοιχείων του τοπίου όπως τέλματα, βραχώδεις σχηματισμούς και συστάδες δένδρων και, αφετέρου, «χερσότοπων και βοσκότοπων», κατά τρόπο μη σύμφωνο με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης (44).

74.      Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω των σφαλμάτων στον ορισμό των επιλέξιμων εκτάσεων για το καθεστώς στρεμματικών ενισχύσεων στην Άνω Κορσική, το ΟΣΔΕ που εφαρμόστηκε στην Άνω Κορσική, το οποίο σχεδιάστηκε βάσει των σφαλμάτων αυτών, πάσχει, με αποτέλεσμα το εν λόγω σύστημα ελέγχου να μην είναι σε θέση να εντοπίσει τα σφάλματα ως προς τον προσδιορισμό των γεωργικών εκτάσεων, πράγμα που παρέσχε στους γεωργούς τη δυνατότητα να δηλώσουν, σε πολλές περιπτώσεις, μη επιλέξιμες εκτάσεις (45).

75.      Στις σκέψεις 134 έως 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, βάσει του εσφαλμένου αυτού ορισμού, έγιναν δεκτές, κατά τρόπο σχεδόν συστηματικό, μη επιλέξιμες εκτάσεις, πράγμα που μαρτυρεί την ύπαρξη αρκούντως σοβαρής δυσλειτουργίας του συστήματος ελέγχου. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, ο εν λόγω ορισμός δεν τηρεί μια βασική ουσιαστική προϋπόθεση. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι, κατά τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 117 και 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η μη τήρηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως δικαιολογεί τον αποκλεισμό του συνόλου των δαπανών και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες ελλείψεις ήταν τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους ενωσιακούς κανόνες, καθιστώντας παράτυπες όλες τις πληρωμές.

76.      Όπως η Γαλλική Δημοκρατία, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στις σκέψεις 134 έως 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίνοντας ότι η μη τήρηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως δικαιολογεί τον αποκλεισμό του συνόλου των δαπανών κατ’ εφαρμογήν του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών. Η πλάνη έχει, κατ’ ουσίαν, δύο πτυχές.

77.      Κατ’ αρχάς, όπως ήδη εξέθεσα στο σημείο 63 των παρουσών προτάσεων, το γεγονός ότι σύστημα ελέγχου δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις καθεστώτος ενισχύσεων δεν αρκεί –από μόνο του– για να δικαιολογήσει την επιβολή κατ’ αποκοπήν διορθώσεως της τάξεως του 100 % κατ’ εφαρμογήν του σημείου 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών (46). Επομένως, κακώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι «ελλείψεις [του συστήματος ελέγχου] εν προκειμένω παραβιάζουν [τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του καθεστώτος ενισχύσεως] και, ως εκ τούτου, είναι τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους ενωσιακούς κανόνες, καθιστώντας παράτυπες όλες τις πληρωμές» (47).

78.      Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως, διαπιστώνω, στη συνέχεια, ότι η μη τήρηση της επίμαχης ουσιαστικής προϋποθέσεως δεν μπορεί, ως εκ της φύσεώς της, να καταστήσει παράτυπες όλες τις πληρωμές.

79.      Πράγματι, ο εσφαλμένος εν προκειμένω ορισμός αφορά ορισμένα είδη εκτάσεων (κτηνοτροφικές εκτάσεις με πολύ μικρό αριθμό βοσκήσιμων πόρων καθώς και στοιχεία του τοπίου, όπως οι βραχώδεις σχηματισμοί, τα τέλματα και οι συστάδες δένδρων), χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι όλες οι δηλωθείσες ως επιλέξιμες εκτάσεις δεν θα έπρεπε να κριθούν επιλέξιμες. Όπως, κατ’ ουσίαν, ορθώς διαπίστωσε το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο εσφαλμένος ορισμός έχει απλώς ως συνέπεια ότι το ποσό των στρεμματικών ενισχύσεων είναι υψηλότερο εκείνου το οποίο θα δικαιούνταν οι συγκεκριμένοι γεωργοί, αν η γεωργική έκταση των εκμεταλλεύσεών τους είχε αξιολογηθεί ορθώς. Με άλλα λόγια, η Γαλλική Δημοκρατία υιοθέτησε υπερβολικά ευρεία ερμηνεία των επιλέξιμων εκτάσεων, χωρίς αυτός ο εσφαλμένος ορισμός της γεωργικής εκτάσεως να μπορεί να καταστήσει παράτυπες όλες τις ενισχύσεις. Το γεγονός ότι η εθνική ρύθμιση –πλην του συστήματος ελέγχου– δεν τηρεί την προϋπόθεση αυτή, πράγμα που οδήγησε τους γεωργούς, σε πολλές περιπτώσεις, να δηλώσουν μη επιλέξιμες γαίες, ουδεμία επιρροή ασκεί υπό το πρίσμα αυτό.

80.      Από το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως που ως προς το σημείο αυτό προβάλλει η Γαλλική Δημοκρατία και, κατά συνέπεια, να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

4.      Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

81.      Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση αναιρέσεως αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.

82.      Φρονώ ότι αυτό συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, η επιβολή της επίμαχης διορθώσεως από την Επιτροπή στηριζόταν, κατ’ ουσίαν, στις ίδιες δύο ελλείψεις του συστήματος ελέγχου με εκείνες που ανέφερε το Γενικό Δικαστήριο (48). Πάντως, από την ανάλυση στις παρούσες προτάσεις προκύπτει ότι οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να δικαιολογήσουν κατ’ αποκοπήν ποσοστό της τάξεως του 100 %. Κατά συνέπεια, η επίδικη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί ως προς το σημείο αυτό.

5.      Επί των δικαστικών εξόδων

83.      Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.

84.      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

85.      Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πλέον των δικαστικών της εξόδων, τα δικαστικά έξοδα της Γαλλικής Δημοκρατίας.

V.      Πρόταση

86.      Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που προηγήθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Μαρτίου 2019, Γαλλία κατά Επιτροπής (T‑26/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:153), κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε το αίτημα της Γαλλικής Δημοκρατίας με το οποίο προβαλλόταν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και με το οποίο είχε ζητηθεί η ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2017/2014 της Επιτροπής, της 8ης Νοεμβρίου 2017, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), κατά το μέρος που με αυτήν είχε επιβληθεί στη Γαλλική Δημοκρατία κατ’ αποκοπήν διόρθωση της τάξεως του 100 %, λόγω ελλείψεων στο σύστημα ελέγχου στρεμματικών ενισχύσεων στην Άνω Κορσική για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014·

–        να ακυρώσει την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/2014 της Επιτροπής, της 8ης Νοεμβρίου 2017, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), κατά το μέρος που με αυτήν επιβλήθηκαν στη Γαλλική Δημοκρατία κατ’ αποκοπήν διορθώσεις της τάξεως του 100 %, λόγω ελλείψεων στο σύστημα ελέγχου στρεμματικών ενισχύσεων στην Άνω Κορσική για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2013 και 2014·

–        να ορίσει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει, πέραν των δικαστικών της εξόδων, τα δικαστικά έξοδα της Γαλλικής Δημοκρατίας.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      T‑26/18 (μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:153, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).


3      Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2017, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2017, L 292, σ. 61) (στο εξής: επίδικη απόφαση).


4      Κατευθυντήριες γραμμές, της 8ης Ιουνίου 2015, για τον υπολογισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση και δημοσιονομικής εκκαθάρισης των λογαριασμών, ανακοίνωση C(2015) 3675 τελικό (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές).


5      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549).


6      Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τις εγγυήσεις και τη χρήση του ευρώ (ΕΕ 2014, L 255, σ. 18).


7      Με τη διόρθωση όπως υπολογίζεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 907/2014, η Επιτροπή βασίζει τον αποκλεισμό στον προσδιορισμό των αδικαιολογήτως δαπανηθέντων ποσών. Με την κατά παρεκβολή διόρθωση που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 907/2014, το ποσό που πρέπει να αποκλειστεί από τη χρηματοδότηση της Ένωσης κατόπιν της παρεκβολής, βάσει στατιστικών μέσων, είναι το αποτέλεσμα των ελέγχων που διενεργήθηκαν σε αντιπροσωπευτικό δείγμα στον συνολικό πληθυσμό από τον οποίο ελήφθη το δείγμα, το οποίο περιορίζεται στην περιοχή στην οποία εύλογα μπορεί να αναμένεται ότι θα ανακύψουν τα ίδια προβλήματα μη συμμορφώσεως (σημείο 1.2 των κατευθυντηρίων γραμμών).


8      Βλ. σημείο 11.3.2 του κεφαλαίου 11 των κατευθυντηρίων γραμμών, το οποίο παραπέμπει στο κεφάλαιό τους 3.


9      Σημεία 1.3.2 και 3.1 των κατευθυντηρίων γραμμών.


10      Σημείο 3.2 των κατευθυντηρίων γραμμών.


11      Σημείο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών.


12      Η παράθεση αυτή αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στο γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 907/2014.


13      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, (ΕΚ) αριθ. 247/2006 και (ΕΚ) αριθ. 378/2007 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 (ΕΕ 2009, L 30, σ. 16).


14      Κανονισμός της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, τη διαφοροποίηση και το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στήριξης για τους γεωργούς που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, καθώς και λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης που προβλέπεται για τον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ 2009, L 316, σ. 65).


15      Βλ., συναφώς, σημεία 14 έως 16 των παρουσών προτάσεων.


16      Βλ., συναφώς, σημείο 17 των παρουσών προτάσεων. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Μαρτίου 2019, Γαλλία κατά Επιτροπής (T‑156/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:157), η Γαλλική Δημοκρατία αμφισβήτησε το βάσιμο αυτής της επιβολής ποσοστού 100 % για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2011 και 2012 για λόγους παρόμοιους με τους εκτιθέμενους στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην απόφαση T‑156/15, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την εν λόγω διόρθωση λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας και, ως εκ τούτου, δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει το ζήτημα του αν η επιβολή της διορθώσεως αποτελούσε επίσης παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (σκέψεις 120 έως 138 της αποφάσεως).


17      Βλ. σκέψεις 111 έως 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


18      Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix‑Hackl στην υπόθεση Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑332/00, EU:C:2001:653, σημεία 68 έως 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


19      Η Γαλλική Δημοκρατία επισήμανε συναφώς ότι μόνο στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως η Επιτροπή προέβαλε ότι η επίδικη διόρθωση στηριζόταν τόσο σε καταβολή ενισχύσεων στερούμενη οποιασδήποτε νομικής βάσεως όσο και σε κατάφωρη δυσλειτουργία του συστήματος ελέγχου.


20      Πρβλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑332/00, EU:C:2002:235, σκέψη 44).


21      Πρβλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑332/00, EU:C:2002:235, σκέψεις 36 και 45, καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


22      Στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας της να αποφασίζει ποιες δαπάνες αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ένωσης λόγω ελλείψεων κατά τους ελέγχους που διενεργούν τα κράτη μέλη, η Επιτροπή αυτοπεριορίστηκε με τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές, ώστε να μην μπορεί να αποκλίνει από αυτές (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑376/12, EU:T:2014:623, σκέψη 108 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


23      Για τον ορισμό των υπολογισμών αυτού του είδους, βλ. υποσημείωση 7 των παρουσών προτάσεων.


24      Σε γενικές γραμμές, το γεγονός ότι τα ποσά που πρέπει να αποκλειστούν στην περίπτωση ενός συστήματος ελέγχου που παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις, δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια, οφείλεται στην ίδια τη φύση αυτού του είδους ελλείψεως. Πράγματι, στο μέτρο που, για παράδειγμα, δεν διενεργούνται πλείονες βασικοί έλεγχοι, το σύστημα ελέγχου θα είναι ως εκ της φύσεώς του αναποτελεσματικό για τον καθορισμό της επιλεξιμότητας μιας αιτήσεως ενισχύσεως.


25      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑332/00, EU:C:2002:235, σκέψη 36), στην οποία η καταβολή της ενισχύσεως στηρίχθηκε σε κατ’ ουσίαν ανύπαρκτη νομική βάση, πράγμα που οδήγησε στον πλήρη αποκλεισμό της από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, ανεξαρτήτως της διαπιστώσεως παρατυπιών ή αμελειών των αρμοδίων αρχών. Βλ., επίσης, απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑45/97, EU:C:2000:362, σκέψεις 40 έως 43), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η παραβίαση της νομοθεσίας της Ένωσης περί καθαρότητας του ελαιολάδου είχε αποδειχθεί, στο μέτρο που η παρουσία χημικής ουσίας δεν ήταν συμβατή με τον ορισμό του ελαιολάδου και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι η διόρθωση των δαπανών κατά 100 % ήταν δικαιολογημένη. Ομοίως, στην απόφαση της 9ης Απριλίου 2008, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑364/04, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:97, σκέψη 39), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση χρηματοδοτήσεως του συνόλου της δαπάνης ήταν δικαιολογημένη στο μέτρο που το σύνολο των παραδόσεων ροδάκινων είχε πραγματοποιηθεί εκτός του κοινοτικού συστήματος, διότι ήταν σε ασυμφωνία με τα προβλεπόμενα περί ελάχιστης τιμής.


26      Όπως προκύπτει από την ενότητα IV.B των παρουσών προτάσεων, το Γενικό Δικαστήριο, προς τούτο, έχει αναπτύξει μια ερμηνεία στη νομολογία του προκειμένου να ελέγχει το βάσιμο της εκτιμήσεως αυτής.


27      Βλ., συναφώς, ενότητες IV.B και IV.Γ των παρουσών προτάσεων. Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρμοδιότητά του περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε κατόπιν εξετάσεως των ισχυρισμών και επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου: βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Μαρτίου 2011, ISD Polska κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑369/09 P, EU:C:2011:175, σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


28      Μεταξύ άλλων, η αιτιολογία της κατ’ αποκοπήν διορθώσεως αναφέρεται στον συνημμένο στην επίδικη απόφαση πίνακα ως «Σύστημα ελέγχου που παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις». Επιπλέον, από την τελική θέση της Επιτροπής της 21ης Φεβρουαρίου 2017 προκύπτει ότι, «[ε]φόσον από τα διαθέσιμα στοιχεία αποδεικνύεται ότι οι ελλείψεις στον έλεγχο των ενισχύσεων στην Άνω Κορσική είναι τόσο σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη αποτυχία συμμορφώσεως προς τους κανόνες της ΕΕ [...] και να δημιουργούν αυξημένο κίνδυνο για το Ταμείο, δικαιολογείται διόρθωση 100 %».


29      Πρβλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑332/00, EU:C:2002:235, σκέψη 36).


30      Από συνημμένο στην επίδικη απόφαση πίνακα προκύπτει ότι το είδος των δαπανών που αποκλείστηκαν αποτελεί «κατ’ αποκοπήν διόρθωση».


31      Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων, τίθεται ένα άλλο, διακριτό μεν, αλλά συναφές ζήτημα, το οποίο συνίσταται στο αν –και ενδεχομένως σε ποιο μέτρο– ενίσχυση καταβαλλόμενη δυνάμει εσφαλμένης (αλλά όχι ανύπαρκτης) νομικής βάσεως μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσοστού 100 % όταν αυτή η εσφαλμένη νομική βάση επηρεάζει το σύστημα ελέγχου ελλείψεως, εμποδίζουσα τη διάκριση μεταξύ των δικαιούχων και των μη δικαιούχων της ενισχύσεως (βλ. σημεία 64 έως 69 των παρουσών προτάσεων).


32      Η νομολογία αυτή ερμηνεύει το έγγραφο VI/5330/97 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, με τίτλο «Κατευθυντήριες οδηγίες για τον υπολογισμό των οικονομικών συνεπειών κατά την κατάρτιση της απόφασης σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ – τμήμα Εγγυήσεων», το οποίο αντικαταστάθηκε από τις κατευθυντήριες γραμμές. Το σημείο 3.2.5 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών έχει διατύπωση ανάλογη με εκείνη του εγγράφου VI/5330/97, του οποίου το παράρτημα II αναφέρει ότι «η αίτηση χρηματοδότησης της δαπάνης μπορεί ακόμη και να απορριφθεί πλήρως όταν οι ελλείψεις είναι αρκούντως σοβαρές ώστε να συνιστούν παντελή αθέτηση της υποχρέωσης τήρησης των [ενωσιακών] κανόνων και να καθιστούν όλες τις πληρωμές παράτυπες». Επομένως, η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το έγγραφο αυτό ισχύει επίσης για το σημείο 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2015, όπως εκθέτει επίσης το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


33      Βλ., συναφώς, σημείο 44 και υποσημείωση 25 των παρουσών προτάσεων.


34      Το δεύτερο αυτό στοιχείο αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στην προϋπόθεση που τίθεται στο πλαίσιο της πρώτης περιπτώσεως, αλλά όσον αφορά τον έλεγχο: στο πλαίσιο της πρώτης περιπτώσεως όλες οι καταβληθείσες ενισχύσεις είναι παράτυπες εκ του λόγου ότι η εθνική ρύθμιση δεν τηρεί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του καθεστώτος ενισχύσεως που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Αντιθέτως, η δεύτερη περίπτωση στηρίζεται στην προκείμενη ότι η εθνική ρύθμιση συνάδει με αυτές τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά το σύστημα ελέγχου, παρά ταύτα, δεν λαμβάνει υπόψη τις προϋποθέσεις αυτές. Ως εκ τούτου, το ζήτημα του αν η μη τήρηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων ενός καθεστώτος ενισχύσεων (ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για μη τήρηση μίας ή περισσότερων από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις), στο πλαίσιο της δεύτερης περιπτώσεως, δύναται να καταστήσει παράτυπες όλες τις πληρωμές, εξαρτάται από τη φύση της παραβάσεως της οικείας προϋποθέσεως ή των οικείων προϋποθέσεων, ακριβώς όπως στο πλαίσιο της πρώτης περιπτώσεως. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑332/00, EU:C:2002:235), η οποία μνημονεύεται στην υποσημείωση 25 των παρουσών προτάσεων, καθώς και απόφαση της 1ης Ιουλίου 2009, Ισπανία κατά Επιτροπής (T‑259/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:232), η οποία μνημονεύεται στην υποσημείωση 35 των παρουσών προτάσεων, σε υποθέσεις στις οποίες η μη τήρηση ουσιαστικής προϋποθέσεως μπόρεσε να καταστήσει παράτυπες όλες τις πληρωμές. Βλ., εξ αντιδιαστολής, σημεία 78 και 79 των παρουσών προτάσεων, για ένα παράδειγμα στο οποίο η μη τήρηση ουσιαστικής προϋποθέσεως δεν είναι ικανή να καταστήσει παράτυπες όλες τις πληρωμές.


35      Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 1ης Ιουλίου 2009, Ισπανία κατά Επιτροπής (T‑259/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:232, σκέψεις 90 έως 114), όπου τυπικά πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των οικείων ενισχύσεων. Ωστόσο, ο βασικός σκοπός των επίμαχων πράξεων (η παραγωγή κλωστικού λίνου) δεν ήταν εμπορικός, πράγμα που ήταν αντίθετο προς έναν από τους σκοπούς της κοινής οργανώσεως αγορών στον οικείο τομέα και, επομένως, κατέστησε παράτυπες όλες τις πληρωμές.


36      Πρβλ. σημεία 3 και 3.2.5 των κατευθυντηρίων γραμμών, όπως υπομνήσθηκαν στο σημείο 10 των παρουσών προτάσεων.


37      Βλ., συναφώς, υποσημείωση 24 των παρουσών προτάσεων.


38      Πρβλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑376/12, EU:T:2014:623, σκέψη 111), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑344/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:440, σκέψη 197).


39      Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014 (T‑376/12, EU: T:2014:623). Η εν λόγω σκέψη 123 έχει ως εξής: «Συνεπώς, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως 100 % δεν δικαιολογείται τόσο από τις πλημμέλειες κατά την εφαρμογή ορισμένων βασικών ελέγχων όσο από το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη ουσιώδη στοιχεία του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως και οι σκοποί του. Περί αυτού επρόκειτο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2009, T‑259/05, Ισπανία κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 181 έως 185), στην οποία διαπιστώθηκε ότι οι ισπανικές αρχές δεν εφάρμοσαν το σύστημα ελέγχου ενισχύσεων στην παραγωγή του κλωστικού λίνου στο πλαίσιο απάτης σε μεγάλη κλίμακα που συνίστατο, κυρίως, σε συστηματικές ψευδείς δηλώσεις των μεταποιημένων ποσοτήτων κλωστικού λίνου και σε καταχρηστικές πρακτικές συνιστάμενες σε παραγωγή λίνου άνευ εμπορικής χρησιμότητας. Περί αυτού επρόκειτο επίσης στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Απριλίου 2008, T‑364/04, Ελλάδα κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 31 έως 39), στην οποία διαπιστώθηκε ότι οι παραγωγοί ροδάκινων καταστρατηγούσαν την υποχρέωση παραδόσεως σε ελάχιστη τιμή παραδίδοντας μεν ποσότητες στους μεταποιητές στην τιμή αυτή, αλλά πραγματοποιώντας και παραδόσεις εκτός της κανονιστικής ρυθμίσεως σε χαμηλότερη και μάλιστα σε μηδενική τιμή. Η μη πλήρωση της ή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της χορηγήσεως ενισχύσεως δικαιολογεί τον αποκλεισμό του συνόλου των δαπανών (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 203).»


40      Βλ., συναφώς, σημεία 72 έως 74 των παρουσών προτάσεων.


41      Βλ. σημείο 54 και υποσημείωση 34 των παρουσών προτάσεων.


42      Πρβλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑344/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:440, σκέψη 202).


43      Σκέψεις 111 έως 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


44      Σκέψεις 120 και 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες αφορούν την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου που εκτίθεται, αφενός, στις σκέψεις 50 έως 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, αφετέρου, στις σκέψεις 75 έως 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ο εσφαλμένος αυτός ορισμός είναι ο αναφερόμενος στα σημεία 15 και 16 των παρουσών προτάσεων.


45      Σκέψεις 130 έως 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


46      Βλ., συναφώς, σημεία 52 έως 58 των παρουσών προτάσεων.


47      Η υπογράμμιση δική μου.


48      Βλ., συναφώς, σημείο 28 των παρουσών προτάσεων.