Language of document : ECLI:EU:T:2020:386

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 1ης Σεπτεμβρίου 2020 (*)

«Προσφυγή κατά παραλείψεως και αγωγή αποζημιώσεως – Μη κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως κράτους μέλους – Εν μέρει πρόδηλη αναρμοδιότητα – Εν μέρει προδήλως απαράδεκτο – Προσφυγή-αγωγή εν μέρει προδήλως αβάσιμη»

Στην υπόθεση T‑216/20,

Milada Vysoka, κάτοικος Μονάχου (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον Β. Τζώρτζη, δικηγόρο,

προσφεύγουσα-ενάγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

JI,

και

IK,

καθών-εναγομένων,

με αντικείμενο, αφενός, προσφυγή βάσει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ με αίτημα να διαπιστωθεί ότι παρανόμως η Επιτροπή, ο JI και ο IK παρέλειψαν να κινήσουν τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Freistaat Bayern (ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας, Γερμανία) και, αφετέρου, αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας την οποία η προσφεύγουσα-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της αδράνειας αυτής,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. da Silva Passos (εισηγητή), πρόεδρο, V. Valančius και M. Sampol Pucurull, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

 Διαδικασία και αιτήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας

1        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Απριλίου 2020, η προσφεύγουσα-ενάγουσα, Milada Vysoka, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή.

2        Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να διαπιστώσει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι συνεναγόμενοι JI και IK, υπάλληλοί της, εντεταλμένοι στην υπηρεσία αυτής και αρμόδιοι επί του ζητήματος, παρανόμως παρέλειψαν, αφενός, να κινήσουν κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Freistaat Bayern (ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας, Γερμανία) την προβλεπόμενη στο άρθρο 258 ΣΛΕΕ διαδικασία και, αφετέρου, να αποφασίσουν την παραπομπή τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου λόγω παραβίασης του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

–        να αποφασίσει την παραπομπή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης·

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή, τον JI και τον IK –οι οποίοι ανέχθηκαν την κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και οι οποίοι, με την παράλειψή τους, ανέχθηκαν παρανόμως και αντιθέτως προς τον θεσμικό ρόλο της Επιτροπής τη μη συμμόρφωση κράτους μέλους προς το δίκαιο της Ένωσης– να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην προσφεύγουσα‑ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη, το ποσό των 10 000 000 (δέκα εκατομμυρίων) ευρώ·

–        να υποχρεώσει τους καθών-εναγομένους να καταβάλουν στην προσφεύγουσα-ενάγουσα το εν λόγω ποσό εντός τριών μηνών από την ανέκκλητη δικαστική απόφαση, πλέον τόκων με βάση το ισχύον επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κατά την ημερομηνία της καταβολής, κατόπιν δε της λήξης της τρίμηνης περιόδου και μέχρι την πλήρη αποπληρωμή, πλέον τόκων με βάση το επιτόκιο της ΕΚΤ προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες·

–        να διατάξει την πλήρη απαλλαγή του ποσού που θα της επιδικαστεί από τη νόμιμη φορολογία στο ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας και, κατ’ επέκταση, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή, τον JI και τον IK στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

3        Κατά το άρθρο 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, όταν το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

4        Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας και ότι είναι σε θέση να αποφανθεί, κατ’ εφαρμογήν του ως άνω άρθρου, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

5        Στην υπό κρίση υπόθεση, η προσφεύγουσα-ενάγουσα, με την προσφυγή-αγωγή της, ζητεί κατ’ ουσίαν από το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, να διαπιστώσει παράλειψη της Επιτροπής και των υπαλλήλων της, JI και IK, διότι παρανόμως δεν κίνησαν τη διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας και, αφετέρου, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία η προσφεύγουσα-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της αδράνειας αυτής.

6        Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι οι αρμοδιότητες του Γενικού Δικαστηρίου απαριθμούνται στο άρθρο 256 ΣΛΕΕ, όπως εξειδικεύεται με το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών ή αγωγών εκ μέρους ιδιωτών μόνον όταν ασκούνται κατά θεσμικών οργάνων ή άλλων οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί προσφυγής-αγωγής που στρέφεται κατά φυσικού προσώπου, έστω και υπό την ιδιότητά του ως υπαλλήλου θεσμικού οργάνου της Ένωσης (διάταξη της 28ης Μαΐου 2020, Ανθρακεύς κατά Επιτροπής και IK, T-39/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:242, σκέψη 6· πρβλ., επίσης, διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 2007, Gargani κατά Κοινοβουλίου, T-94/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:351, σκέψη 30).

7        Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί της υπό κρίση προσφυγής-αγωγής κατά το μέρος που στρέφεται κατά των JI και IK.

8        Όσον αφορά το πρώτο αίτημα, με το οποίο ζητείται να διαπιστωθεί παράλειψη της Επιτροπής, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, είναι απαράδεκτη προσφυγή κατά παραλείψεως ασκηθείσα από φυσικό ή νομικό πρόσωπο με αίτημα να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή, μη κινώντας κατά κράτους μέλους διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως, παρέλειψε να εκδώσει απόφαση, κατά παραβίαση της Συνθήκης ΛΕΕ (διατάξεις της 12ης Νοεμβρίου 1996, SDDDA κατά Επιτροπής, T-47/96, EU:T:1996:164, σκέψη 41, και της 17ης Ιουλίου 2015, Fidenato κατά Επιτροπής, T-365/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:553, σκέψη 6). Πράγματι, τα φυσικά ή τα νομικά πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα να επικαλεστούν το άρθρο 265, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ μόνο για να ζητήσουν να διαπιστωθεί ότι κάποιο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης παρέλειψε να εκδώσει, κατά παραβίαση της Συνθήκης ΛΕΕ, πράξεις, εκτός συστάσεων ή γνωμών, των οποίων τη νομιμότητα θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν παραδεκτώς μέσω της άσκησης προσφυγής ακυρώσεως (βλ. διάταξη της 25ης Ιουνίου 2014, dos Santos Patrício κατά Επιτροπής, T‑170/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:609, σκέψη 9 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

9        Στο πλαίσιο όμως της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ για τη διαπίστωση παραβάσεως οι μόνες πράξεις τις οποίες είναι δυνατόν να εκδώσει η Επιτροπή απευθύνονται στα κράτη μέλη (διατάξεις της 29ης Νοεμβρίου 1994, Bernardi κατά Επιτροπής, T-479/93 και T-559/93, EU:T:1994:277, σκέψη 31, της 19ης Φεβρουαρίου 1997, Intertronic κατά Επιτροπής, T-117/96, EU:T:1997:16, σκέψη 32, και της 17ης Οκτωβρίου 2017, Andreassons Åkeri κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑746/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:738, σκέψη 17). Επιπλέον, από το σύστημα που προβλέπεται στο άρθρο 258 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι ούτε η αιτιολογημένη γνώμη, η οποία αποτελεί απλώς προκαταρκτικό στάδιο πριν από την ενδεχόμενη άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου για τη διαπίστωση παραβάσεως, ούτε αυτή καθεαυτήν η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου συνιστούν πράξεις που αφορούν άμεσα τα φυσικά ή τα νομικά πρόσωπα, με συνέπεια οι ιδιώτες να μην μπορούν να προσβάλουν παραδεκτώς την άρνηση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως κατά κράτους μέλους (διατάξεις της 12ης Ιουνίου 1992, Asia Motor France κατά Επιτροπής, C-29/92, EU:C:1992:264, σκέψη 21, της 13ης Νοεμβρίου 1995, Dumez κατά Επιτροπής, T-126/95, EU:T:1995:189, σκέψη 33, και της 28ης Μαΐου 2020, Ανθρακεύς κατά Επιτροπής και IK, T-39/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:242, σκέψη 9).

10      Επομένως, είναι απορριπτέο ως προδήλως απαράδεκτο το αίτημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας με το οποίο ζητείται να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή, κατά παραβίαση της Συνθήκης ΛΕΕ, παρέλειψε να εκδώσει απόφαση, μη κινώντας κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως.

11      Από τη νομολογία που προεκτέθηκε στις σκέψεις 8 και 9 ανωτέρω συνάγεται επίσης ότι είναι απορριπτέο ως προδήλως απαράδεκτο το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας, με το οποίο ζητείται να διαταχθεί η Επιτροπή να κινήσει κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως.

12      Εξάλλου υπενθυμίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, κατά πάγια νομολογία, ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να απευθύνει διαταγές στα θεσμικά όργανα (διάταξη της 28ης Μαΐου 2020, Ανθρακεύς κατά Επιτροπής και IK, T‑39/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:242, σκέψη 12· πρβλ., επίσης, διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Brunke κατά Επιτροπής, T-258/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:108, σκέψη 14 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

13      Όσον αφορά το τρίτο αίτημα, με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση της προβαλλόμενης ζημίας, επισημαίνεται ότι, εφόσον η Επιτροπή δεν υποχρεούται να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ για τη διαπίστωση παραβάσεως, η απόφασή της να μην κινήσει τη διαδικασία αυτή δεν συνιστά, εν πάση περιπτώσει, παρανομία και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης (βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2009, Arizmendi κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T-440/03, T-121/04, T-171/04, T-208/04, T-365/04 και T-484/04, EU:T:2009:530, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και διάταξη της 28ης Μαΐου 2020, Ανθρακεύς κατά Επιτροπής και IK, T-39/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:242, σκέψη 13).

14      Η μόνη συμπεριφορά που θα μπορούσε ενδεχομένως να προβληθεί ως ζημιογόνος είναι η συμπεριφορά του οικείου κράτους μέλους (βλ. διατάξεις της 15ης Ιουλίου 2011, Smanor κατά Επιτροπής και Διαμεσολαβητή, T-185/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:396, σκέψη 16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 28ης Μαΐου 2020, Ανθρακεύς κατά Επιτροπής και IK, T-39/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:242, σκέψη 14).

15      Το Γενικό Δικαστήριο είναι όμως προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί της ευθύνης που απορρέει από τον τυχόν παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς ενός κράτους μέλους. Μια τέτοια ευθύνη άπτεται της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστή, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί ενδεχομένως να χωρήσει προδικαστική παραπομπή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (βλ. διατάξεις της 17ης Ιουνίου 2015, Ségaud κατά Γαλλίας και Επιτροπής, T-22/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:418, σκέψη 9 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 28ης Μαΐου 2020, Ανθρακεύς κατά Επιτροπής και IK, T-39/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:242, σκέψη 15).

16      Υπό τις συνθήκες αυτές, το αποζημιωτικό αίτημα είναι απορριπτέο ως προδήλως αβάσιμο, κατά το μέρος που αφορά τη συμπεριφορά της Επιτροπής, και απορριπτέο λόγω πρόδηλης αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου, αν υποτεθεί ότι αφορά τη συμπεριφορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας.

17      Κατά συνέπεια, το τέταρτο και το πέμπτο αίτημα, τα οποία συνδέονται άρρηκτα με το τρίτο αίτημα, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα.

18      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η υπό κρίση προσφυγή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί, εν μέρει λόγω πρόδηλης αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου, εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει ως προδήλως αβάσιμη, χωρίς να χρειάζεται να επιδοθεί στην Επιτροπή και στους JI και IK.

 Επί των δικαστικών εξόδων

19      Δεδομένου ότι η παρούσα διάταξη εκδίδεται πριν από την επίδοση του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής στην Επιτροπή, στον JI και στον IK, και πριν αυτοί υποβληθούν σε δικαστικά έξοδα, αρκεί η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα φέρει τα δικαστικά έξοδά της, σύμφωνα με το άρθρο 133 του Κανονισμού Διαδικασίας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)

διατάσσει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή, εν μέρει λόγω πρόδηλης αναρμοδιότητάς του, εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει ως προδήλως αβάσιμη.

2)      Η Milada Vysoka φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

Λουξεμβούργο, 1η Σεπτεμβρίου 2020.

Ο Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

E. Coulon

 

      R. da Silva Passos


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.