Language of document : ECLI:EU:C:1999:228

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 4ης Μαΐου 1999 (1)

«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας — Απόφαση του Συμβουλίου Συνδέσεως — Κοινωνική ασφάλιση — Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας — Αμεσο αποτέλεσμα — Τούρκος υπήκοος στον οποίο δόθηκε άδεια διαμονής σε κράτος μέλος — Δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους υπηκόους τους κράτους αυτού»

Στην υπόθεση C-262/96,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Sozialgericht Aachen (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ (παλαιό άρθρο 177), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Sema Sürül

και

Bundesanstalt für Arbeit,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της αποφάσεως 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί της εφαρμογής των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους (ΕΕ 1983, C 110, σ. 60),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, G. Hirsch και P. Jann, προέδρους τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann, J. L. Murray, D. A. O. Edward, H. Ragnemalm, L. Sevón και R. Schintgen (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola


γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

—    η S. Sürül, εκπροσωπούμενη από τον Rainer M. Hofmann, δικηγόρο Aachen,

—    η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Röder και Bernd Kloke, Ministerialrat και Oberregierungsrat, αντιστοίχως, στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,

—    η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Catherine de Salins και Anne de Bourgoing, υποδιευθύντρια και chargé de mission, αντιστοίχως, στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,

—    η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Wolf Okresek, Ministerialrat στην Καγκελαρία,

—    η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον John E. Collins, Assistant Treasury solicitor, επικουρούμενο από την Eleanor Sharpston, barrister,

—    η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Peter Hillenkamp και Pieter van Nuffel, νομικούς συμβούλους,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της S. Sürül, εκπροσωπουμένης από τον Rainer Μ. Hofmann, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Claus-Dieter Quassowski, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την Kareen Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Marc Fierstra, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από την Eleanor Sharpston, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Peter Hillenkamp, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1997,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 1998,

έχοντας υπόψη τη διάταξη επαναλείψεως της συζητήσεως της 23ης Σεπτεμβρίου 1998,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της S. Sürül, εκπροσωπουμένης από τον Rainer Μ. Hofmann, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Claus-Dieter Quassowski, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την Anne de Bourgoing, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Marc Fierstra, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον John E. Collins, επικουρούμενο από τον Mark Hoskins, barrister, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Peter Hillenkamp, κατά τη συνεδρίαση της 11ης Νοεμβρίου 1998,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 1998,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1.
    Με διάταξη της 24ης Ιουλίου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Ιουλίου 1996, το Sozialgericht Aachen υπέβαλε, βάσει του άρθρου 234 ΕΚ (παλαιό άρθρο 177), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12 και 13 της αποφάσεως 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί της εφαρμογής των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους (ΕΕ 1983, C 110, σ. 60).

2.
    Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της S. Sürül, τουρκικής υπηκοότητας, και του Bundesanstalt für Arbeit σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να καταβάλλει στην S. Sürül οικογενειακά επιδόματα από 1ης Ιανουαρίου 1994.

Η σύνδεση ΕΟΚ-Τουρκίας

3.
    Η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Αγκυρα από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, καθώς και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και από την Κοινότητα, αφετέρου, και συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος

της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 64, στο εξής: συμφωνία).

4.
    Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, η συμφωνία έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Προς τούτο, η συμφωνία περιλαμβάνει μια προπαρασκευαστική φάση επιτρέπουσα στην Τουρκική Δημοκρατία να ενισχύσει την οικονομία της με τη βοήθεια της Κοινότητας (άρθρο 3), μια μεταβατική φάση αποβλέπουσα στη βαθμιαία σύσταση τελωνειακής ενώσεως και στην προσέγγιση των οικονομικών πολιτικών (άρθρο 4) και μια τελική φάση η οποία βασίζεται στην τελωνειακή ένωση και συνεπάγεται την ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών (άρθρο 5).

5.
    Το άρθρο 6 της συμφωνίας έχει ως εξής:

«Για να εξασφαλισθεί η εφαρμογή και η βαθμιαία ανάπτυξη του καθεστώτος της συνδέσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη συνέρχονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου Συνδέσεως, το οποίο ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του παρέχονται από τη συμφωνία.»

6.
    Κατά το άρθρο 8, που περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙ με επικεφαλίδα «Εφαρμογή της μεταβατικής φάσεως», της συμφωνίας,

«Για την πραγματοποίηση των σκοπών που εκτίθενται στο άρθρο 4, το Συμβούλιο Συνδέσεως καθορίζει, πριν από την έναρξη της μεταβατικής φάσεως και κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 1 του προσωρινού πρωτοκόλλου, τις προϋποθέσεις, τους τρόπους και τον ρυθμό εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν θέματα περιλαμβανόμενα στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Κοινότητας, τα οποία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και ιδίως τα αναφερόμενα στον παρόντα τίτλο, καθώς και κάθε ρήτρα διασφαλίσεως η οποία θα καθίστατο αναγκαία.»

7.
    Tο άρθρο 9, που περιλαμβάνεται στον ίδιο τίτλο ΙΙ, ορίζει:

«Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι, στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας και υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων, οι οποίες θα ηδύναντο να θεσπισθούν σύμφωνα με το άρθρο 8, κάθε διάκριση που βασίζεται στην ιθαγένεια απαγορεύεται, σύμφωνα με την αρχή η οποία εκτίθεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας.»

8.
    Σύμφωνα με το άρθρο 12 της συμφωνίας,

«Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους.»

9.
    Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, της συμφωνίας,

«Για την πραγματοποίηση των στόχων οι οποίοι καθορίζονται στη συμφωνία και στις περιπτώσεις που προβλέπονται από αυτή, το Συμβούλιο Συνδέσεως έχει εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις. Καθένα από τα συμβαλλόμενα δύο μέρη έχει την υποχρέωση να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση των αποφάσεων (...).»

10.
    Το πρόσθετο πρωτόκολλο, που υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149, στο εξής: πρωτόκολλο), θεσπίζει, κατά το άρθρο 1, τους όρους, τον τρόπο και τον ρυθμό εφαρμογής της μεταβατικής φάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4 της συμφωνίας. Κατά το άρθρο 62, το πρωτόκολλο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας.

11.
    Το πρωτόκολλο αυτό περιλαμβάνει τον τίτλο ΙΙ, με επικεφαλίδα «Διακίνηση προσώπων και υπηρεσιών», του οποίου το κεφάλαιο Ι αφιερώνεται στους «Εργαζομένους».

12.
    Στο άρθρο 36 ορίζει τις προθεσμίες σταδιακής πραγματοποιήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 12 της συμφωνίας, και ορίζει ότι το Συμβούλιο Συνδέσεως θα αποφασίσει περί των αναγκαίων προς τούτο διαδικασιών.

13.
    Το άρθρο 39 του πρωτοκόλλου έχει ως εξής:

«1.    Προ του τέλους του πρώτου έτους μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, το Συμβούλιο Συνδέσεως θεσπίζει διατάξεις στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσως για τους τουρκικής ιθαγένειας εργαζομένους που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητος και των οικογενειών τους, που κατοικούν εντός της Κοινότητος.

2.    Οι διατάξεις αυτές πρέπει να επιτρέπουν στους εργαζόμενους τουρκικής ιθαγένειας, κατά τρόπο που θα ορισθεί, τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που συνεπληρώθησαν στα διάφορα κράτη μέλη, όσον αφορά τις συντάξεις γήρατος, θανάτου και αναπηρίας, καθώς και την υγειονομική περίθαλψη του εργαζομένου και της οικογένειάς του, που κατοικεί στο εσωτερικό της Κοινότητας. Οι διατάξεις αυτές θα δύνανται να θεμελιώσουν υποχρέωση για τα κράτη μέλη της Κοινότητας, να λαμβάνουν υπόψη τον χρόνο εργασίας στην Τουρκία.

3.    Οι διατάξεις, που αναφέρονται ανωτέρω, πρέπει να εξασφαλίζουν την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων όταν η οικογένεια του εργαζομένου κατοικεί στο εσωτερικό της Κοινότητας.

(...)»

14.
    Βάσει του εν λόγω άρθρου 39 του πρωτοκόλλου, το Συμβούλιο Συνδέσεως που θεσπίστηκε με τη συμφωνία εξέδωσε, στις 19 Σεπτεμβρίου 1980, την απόφαση 3/80.

15.
    Η απόφαση αυτή αποβλέπει στον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι Τούρκοι εργαζόμενοι οι οποίοι απασχολούνται ή είχαν απασχοληθεί εντός ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της Κοινότητας, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους και οι επιζώντες, απολαύουν παροχών στους παραδοσιακούς τομείς της κοινωνικής ασφαλίσεως.

16.
    Προς τούτο, οι διατάξεις της αποφάσεως 3/80 παραπέμπουν, κατά τα ουσιώδη, σε ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), και, σπανιότερα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138).

17.
    Τα άρθρα 1 έως 4 της αποφάσεως 3/80 περιλαμβάνονται στον τίτλο Ι, με επικεφαλίδα «Γενικές διατάξεις».

18.
    Το άρθρο 1, με επικεφαλίδα «Ορισμοί», έχει ως εξής:

«Για την εφαρμογή της παρούσας αποφάσεως:

α)    οι όροι (...) ”μέλος της οικογενείας”, ”επιζώντες”, ”κατοικία” (...) ”οικογενειακές παροχές”, ”οικογενειακά επιδόματα” (...) έχουν την έννοια που τους δίνεται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (...)·

β)    ως ”εργαζόμενος” νοείται κάθε άτομο:

    i)    το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημείο Α ΒΕΛΓΙΟ, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71,

    ii)    το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, που καλύπτει όλους τους κατοίκους ή το σύνολο του ενεργού πληθυσμού:

        —    όταν οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού, ή

        —    ελλείψει τέτοιων κριτηρίων, όταν το πρόσωπο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως ασφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζομένου στο παράρτημα V, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών·

(...).»

19.
    Όσον αφορά τη Γερμανία, το παράρτημα που αναφέρει το άρθρο 1, στοιχείο β´, ii, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 3/80 δεν περιέχει καμία διευκρίνιση ως προς τον ορισμό της έννοιας του εργαζομένου.

20.
    Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως 3/80, με επικεφαλίδα «Προσωπικό πεδίο εφαρμογής»:

«Η παρούσα απόφαση ισχύει:

—    για τους εργαζόμενους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι Τούρκοι υπήκοοι,

—    για τα μέλη των οικογενειών των εργαζομένων αυτών, που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη,

—    για τους επιζώντες των εργαζομένων αυτών.»

21.
    Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, που έχει ως επικεφαλίδα «Ισότητα μεταχειρίσεως» και που επαναλαμβάνει τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ορίζει:

«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις της παρούσας αποφάσεως, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων της παρούσας αποφάσεως.»

22.
    Το άρθρο 4 της αποφάσεως 3/80, με επικεφαλίδα «Πεδίο εφαρμογής καθ' ύλη», προβλέπει, στην παράγραφο 1:

«Η παρούσα απόφαση ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:

α)    παροχές ασθενείας και μητρότητος·

β)    παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού·

γ)    παροχές γήρατος·

δ)    παροχές επιζώντων·

ε)    παροχές εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών·

στ)    επιδόματα λόγω θανάτου·

ζ)    παροχές ανεργίας·

η)    οικογενειακές παροχές.»

23.
    Ο τίτλος ΙΙΙ, με επικεφαλίδα «Ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών», της αποφάσεως 3/80 περιλαμβάνει τις διατάξεις συντονισμού, εμπνευσθείσες από τον κανονισμό 1408/71, περί των παροχών ασθενείας και μητρότητας, αναπηρίας, γήρατος και θανάτου (συντάξεις), εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών, επιδομάτων θανάτου, καθώς και των οικογενειακών παροχών και επιδομάτων.

24.
    Αντίθετα προς τις δύο άλλες αποφάσεις που εξέδωσε την ίδια ημερομηνία το Συμβούλιο Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, δηλαδή την απόφαση 1/80, περί της αναπτύξεως της συνδέσεως, και την απόφαση 2/80, καθορίζουσα τους όρους χορηγήσεως της ειδικής βοήθειας προς την Τουρκία (μη δημοσιευθείσες), η απόφαση 3/80 δεν διευκρινίζει την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της.

25.
    Κατά το άρθρο 32 της αποφάσεως 3/80:

«Η Τουρκία και η Κοινότητα λαμβάνουν, καθεμία καθ' ότι την αφορά, τα μέτρα που συνεπάγεται η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας αποφάσεως.»

26.
    Στις 8 Φεβρουαρίου 1983, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) περί της εφαρμογής στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα της αποφάσεως 3/80 (ΕΕ C 110, σ. 1), κατά την οποία η απόφαση αυτή «εφαρμόζεται εντός της Κοινότητας» (άρθρο 1) και που θεσπίζει τους «συμπληρωματικούς κανόνες εφαρμογής» της αποφάσεως αυτής.

27.
    Μέχρι σήμερα το Συμβούλιο δεν υιοθέτησε αυτή την πρόταση κανονισμού.

Η εθνική κανονιστική ρύθμιση

28.
    Στη Γερμανία, τα οικογενειακά επιδόματα χορηγούνται κατ' εφαρμογήν του Bundeskindergeldgesetz της 14ης Απριλίου 1964 (ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων, BGBl. I, σ. 265, στο εξής: BKGG).

29.
    Τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπει ο BKGG, τα οποία εντάσσονται σ' ένα σύνολο μέτρων οικογενειακής πολιτικής, χρησιμεύουν προς ελάφρυνση των οικονομικών βαρών που συνδέονται με την ανατροφή των τέκνων. Έτσι, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11a του BKGG, μια οικογένεια με ένα τέκνο λαμβάνει μηνιαίως 70 γερμανικά μάρκα, προσαυξανόμενα κατά ένα ορισμένο ποσό ως συμπλήρωμα για τα άτομα με χαμηλό εισόδημα.

30.
    Ο BKGG ορίζει, στα άρθρα 1, παράγραφος 1, σημείο 1, και 2, παράγραφος 5, ότι τα οικογενειακά επιδόματα μπορεί να τα απαιτήσει οποιοδήποτε άτομο που έχει την κατοικία του ή τον τόπο συνήθους διαμονής του στο έδαφος που εμπίπτει στον νόμο αυτό, εφόσον το προς συντήρηση τέκνο του έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στο ίδιο έδαφος.

31.
    Ωστόσο, κατόπιν τροποποιήσεως του τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1994 και δημοσιεύθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1994 στην BGBl. I, σ. 168, ο BKGG ορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, ότι οι αλλοδαποί οι οποίοι διαμένουν στη Γερμανία δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων μόνον αν είναι κάτοχοι μιας γενικής ισχύος άδειας παραμονής (Aufenthaltsberechtigung) ή μιας περιορισμένης ισχύος άδειας παραμονής (Aufenthaltserlaubnis).

32.
    Συναφώς, το άρθρο 42 του BKGG εξομοιώνει προς τους Γερμανούς μόνον τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τους πρόσφυγες και τους απάτριδες.

33.
    Κατά τον Ausländergesetz (γερμανικό νόμο περί της παραμονής των αλλοδαπών), η γενικής ισχύος άδεια παραμονής (Aufenthaltsberechtigung) και η περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής (Aufenthaltserlaubnis) παρέχουν στον αλλοδαπό αυτοτελές δικαίωμα απεριόριστης παραμονής ή παραμονής ορισμένου χρόνου η οποία όμως μπορεί να παραταθεί. Αντιθέτως, η προσωρινή άδεια παραμονής (Aufenthaltsbewilligung) είναι τίτλος παραμονής που χορηγείται για συγκεκριμένο σκοπό, περιορισμένος χρονικά και αποκλείων τη μεταγενέστερη λήψη μιας μόνιμης άδειας παραμονής.

Η διαφορά της κύριας δίκης

34.
    Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το ζεύγος Sürül είναι Τούρκοι υπήκοοι οι οποίοι διαμένουν νομίμως στη Γερμανία.

35.
    Προκύπτει επίσης ότι, το 1987, δόθηκε στον σύζυγο Sürül άδεια εισόδου σ' αυτό το κράτος μέλος για να πραγματοποιήσει εκεί σπουδές.

36.
    Το 1991, η σύζυγός του έλαβε άδεια να τον ανταμώσει στη Γερμανία στο πλαίσιο συνενώσεως των οικογενειών.

37.
    Στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το ζεύγος Sürül είναι αμφότεροι κάτοχοι μιας προσωρινής άδειας παραμονής (Aufenthaltsbewilligung).

38.
    Εξάλλου, ο κ. Sürül έλαβε εκεί άδεια απασχολήσεως, παράλληλα με τις σπουδές του, ως έκτακτος υπάλληλος σε συγκεκριμένο εργοδότη εντός των ορίων των δεκαέξι ωρών εβδομαδιαίως και άσκησε πραγματικά τη δραστηριότητα αυτή εξασφαλίζοντας την αναγκαία άδεια εργασίας. Βάσει της δραστηριότητας αυτής, ο κ. Sürül δεν καταβάλλει εισφορές για την υποχρεωτική ασφάλιση ασθενείας και αναπηρίας, καλύπτεται όμως από τον εργοδότη του για τα εργατικά ατυχήματα.

39.
    Αντιθέτως, στην S. Sürül δεν δόθηκε άδεια ασκήσεως μισθωτής εργασίας.

40.
    Στις 14 Σεπτεμβρίου 1992, η S. Sürül γέννησε επί του γερμανικού εδάφους τέκνο του οποίου έχει τη φροντίδα και την ανατροφή στη συζυγική κατοικία. Συναφώς, το Sozialgericht Aachen θεωρεί ότι, σύμφωνα με τη γερμανική κανονιστική ρύθμιση, οι υποχρεωτικές εισφορές για την εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος θεωρούνται ότι καταβάλλονται υπέρ του ατόμου το οποίο ασχολείται με την ανατροφή του κάτω των τριών ετών τέκνου του.

41.
    Το Bundesanstalt für Arbeit κατέβαλε επομένως τα οικογενειακά επιδόματα στην S. Sürül στην οποία χορηγήθηκαν επίσης, για το έτος 1993, τα συμπληρωματικά επιδόματα που επιφυλάσσονται στα άτομα με χαμηλό εισόδημα.

42.
    Ωστόσο, από 1ης Ιανουαρίου 1994 το Bundesanstalt für Arbeit κατάργησε την καταβολή των οικογενειακών αυτών επιδομάτων επειδή η S. Sürül δεν πληρούσε πλέον, από της ημερομηνίας αυτής, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως που προβλέπει ο BKGG, αφού δεν είναι κάτοχος της γενικής ισχύος άδειας παραμονής (Aufenthaltsberechtigung) ή της περιορισμένης ισχύος άδειας παραμονής (Aufenthaltserlaubnis). Τον Μάρτιο του 1994, το Bundesanstalt für Arbeit αρνήθηκε, για τον ίδιο λόγο, να συνεχίσει να καταβάλλει στην S. Sürül τα συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα.

43.
    Αφού απορρίφθηκε η αίτηση θεραπείας που είχε υποβάλει κατά των αποφάσεων αυτών, η S. Sürül προσέφυγε ενώπιον του Sozialgericht Aachen προβάλλοντας ότι από τους κανόνες περί της συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας αντλούσε το δικαίωμα να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως όπως οι Γερμανοί υπήκοοι, οπότε η φύση του τίτλου παραμονής που της είχε χορηγήσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν είχε σημασία.

44.
    Κατά το δικαστήριο αυτό, καμία διάταξη του γερμανικού δικαίου δεν επιτρέπει στην S. Sürül να συνεχίσει να λαμβάνει τα οικογενειακά επιδόματα αφού ο BKGG, όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1994, εξομοιώνει προς τους Γερμανούς μόνον τους υπηκόους των άλλων κρατών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τους

πρόσφυγες και τους απάτριδες. Ωστόσο, διερωτάται αν η S. Sürül μπορεί να αντλήσει από τους κανόνες περί της συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας το δικαίωμα να ζητήσει να της χορηγηθούν τα οικογενειακά επιδόματα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και στους Γερμανούς υπηκόους.

Τα προδικαστικά ερωτήματα

45.
    Το Sozialgericht Aachen, θεωρώντας ότι η επίλυση της διαφοράς επιβάλλει επομένως ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ανέστειλε τη διαδικασία προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής τρία προδικαστικά ερωτήματα:

«1)    ´Εχει Τούρκος υπήκοος που ζει στη Γερμανία, εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της αποφάσεως 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19 Σεπτεμβρίου 1980, που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, και έχει προσωρινή μόνον άδεια παραμονής (Aufenthaltsbewilligung), δικαίωμα που απορρέει άμεσα από το άρθρο 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο η´, της αποφάσεως 3/80 επί γερμανικού επιδόματος τέκνων, υπό την έννοια ότι το δικαίωμα εξαρτάται μόνον από τη συνδρομή των ισχυουσών για τους Γερμανούς προϋποθέσεων όχι όμως από τη συνδρομή των λοιπών για αλλοδαπούς ισχυουσών προϋποθέσεων του άρθρου 1, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων (Bundeskindergeldgesetz), με τις τροποποιήσεις που περιλαμβάνει η δημοσίευση της 31ης Ιανουαρίου 1994 (BGBl. I, σ. 168);

    Το ίδιο ερώτημα με γενικότερη διατύπωση:

    Απαγορεύεται σε κράτος μέλος να αρνηθεί σε Τούρκο υπήκοο, ο οποίος εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της αποφάσεως 3/80, τη χορήγηση προβλεπομένης από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους οικογενειακής παροχής με την αιτιολογία ότι το άτομο αυτό δεν κατέχει γενικής ισχύος άδεια παραμονής (Aufenthaltsberechtigung) ή περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής (Aufenthaltserlaubnis);

2)    Τούρκος υπήκοος ο οποίος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους, στα χρονικά διαστήματα στα οποία κατά τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους έχουν καταβληθεί υπέρ αυτού υποχρεωτικές εισφορές για την εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος για περιόδους ενασχολήσεως με την ανατροφή τέκνου θεωρείται ότι είναι εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο β´, της αποφάσεως 3/80;

3)    Τούρκος υπήκοος ο οποίος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους και απασχολείται σ' αυτό, παράλληλα με τις σπουδές του, βάσει αντίστοιχης άδειας εργασίας, ως έκτακτος υπάλληλος μέχρι 16 ώρες εβδομαδιαίως στο

πλαίσιο σχέσεως εξηρτημένης εργασίας, είναι μόνον εκ του λόγου τούτου εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο β´, της αποφάσεως 3/80, ή εν πάση περιπτώσει, λόγω του ότι έχει υπαχθεί στην εκ του νόμου προβλεπομένη ασφάλιση κατά εργατικών ατυχημάτων;»

46.
    Με τα τρία προδικαστικά ερωτήματά του, που πρέπει να εξεταστούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να απαιτεί από Τούρκο υπήκοο ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής και στον οποίο έχει επιτραπεί να διαμένει στο έδαφος του κράτους αυτού — δεν είναι όμως κάτοχος στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής παρά μιας προσωρινής άδειας παραμονής, εκδοθείσας με συγκεκριμένο σκοπό και με περιορισμένη διάρκεια — να έχει μια γενικής ισχύος άδεια παραμονής ή μια περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής για να λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα για το τέκνο του που κατοικεί μαζί με αυτόν στο εν λόγω κράτος μέλος, ενώ οι υπήκοοι του κράτους αυτού υποχρεούνται αποκλειστικά, προς τούτο, να έχουν εκεί την κατοικία τους.

47.
    Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στα κατ' αυτόν τον τρόπο αναδιατυπωθέντα ερωτήματα, επιβάλλεται να εξεταστεί, πρώτον, αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 μπορεί να δημιουργήσει απευθείας δικαιώματα υπέρ του πολίτη τα οποία αυτός μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, επιβάλλεται, δεύτερον, να προσδιοριστεί αν η απόφαση αυτή καλύπτει την κατάσταση Τουρκίδας υπηκόου όπως της προσφεύγουσας της κύριας δίκης η οποία ζητεί, στο κράτος μέλος στο οποίο της έχει δοθεί άδεια παραμονής, να τύχει επιδόματος όπως το επίδικο της κύριας δίκης και, τέλος, αν η περιλαμβανόμενη στην εν λόγω διάταξη της αποφάσεως 3/80 αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων εμποδίζει το κράτος μέλος υποδοχής να εξαρτά τη χορήγηση της παροχής αυτής από προϋποθέσεις περισσότερο περιοριστικές για τους Τούρκους μετανάστες απ' ό,τι για τους ημεδαπούς.

Επί του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80

48.
    Η Γερμανική, η Γαλλική, η Ολλανδική, η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρούν ότι, μολονότι το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 με την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-277/94, Taflan-Met κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-4085), ωστόσο, από τις σκέψεις της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το άρθρο αυτό έχει γενική ισχύ.

49.
    Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε όντως ότι η απόφαση 3/80 προϋποθέτει, εκ φύσεως, μεταγενέστερη πράξη του Συμβουλίου προς συμπλήρωσή της και θέση της σε εφαρμογή εντός της Κοινότητας (σκέψη 33) και ότι, ακόμη

και αν ορισμένες από τις διατάξεις της είναι σαφείς και ακριβείς, η απόφαση 3/80δεν μπορεί να εφαρμοστεί καθόσον το Συμβούλιο δεν θεσπίζει συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής (σκέψη 37).

50.
    Επομένως, καμία διάταξη της αποφάσεως 3/80 δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα στο έδαφος κράτους μέλους εφόσον χρόνο το Συμβούλιο δεν θεσπίζει τα απαραίτητα συμπληρωματικά μέτρα για να τεθεί σε συγκεκριμένη εφαρμογή η απόφαση αυτή, όπως τα μέτρα που περιέχει η πρόταση κανονισμού που υπέβαλε η Επιτροπή.

51.
    Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Taflan-Met κ.λπ., το Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 21 και 22, ότι, προκύπτει από τον δεσμευτικό χαρακτήρα που προσδίδει η συμφωνία στις αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, η απόφαση 3/80 άρχισε να ισχύει την ημέρα εκδόσεώς της, δηλαδή στις 19 Σεπτεμβρίου 1980, και έκτοτε δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη.

52.
    Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι, καθόσον το Συμβούλιο δεν θεσπίζει τα απαραίτητα συμπληρωματικά μέτρα για τη θέση σε εφαρμογή της αποφάσεως 3/80, τα άρθρα 12 και 13 της αποφάσεως αυτής δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα στο έδαφος των κρατών μελών και, συνεπώς, δεν μπορούν να γεννήσουν δικαίωμα των ιδιωτών να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

53.
    Στην προπαρατεθείσα υπόθεση Taflan-Met κ.λπ., οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ζήτησαν συγκεκριμένα να τους χορηγηθούν συντάξεις αναπηρίας ή επιζώντος βάσει των κανόνων συντονισμού των άρθρων 12 και 13 της αποφάσεως 3/80. Η απόφαση αυτή αφορούσε επίσης το δικαίωμα των διακινουμένων Τούρκων εργαζομένων, οι οποίοι είχαν απασχοληθεί διαδοχικά σε διάφορα κράτη μέλη, ή το δικαίωμα των επιζώντων των εργαζομένων αυτών, για ορισμένες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως βάσει των τεχνικών διατάξεων συντονισμού των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών που έχουν εφαρμογή και διατυπώνονται στο κεφάλαιο 2, με επικεφαλίδα «Αναπηρία», και στο κεφάλαιο 3, με επικεφαλίδα «Γήρας και θάνατος (συντάξεις)», του τίτλου ΙΙΙ της αποφάσεως αυτής.

54.
    Στην αλληλουχία αυτή, το Δικαστήριο παρατήρησε στις σκέψεις 29 και 30 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Taflan-Met κ.λπ. ότι η σύγκριση του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού εφαρμογής του 574/72 με την απόφαση 3/80 δείχνει ότι, ακόμη και αν η τελευταία παραπέμπει σε ορισμένες διατάξεις των δύο αυτών κανονισμών, η εν λόγω απόφαση δεν περιέχει μεγάλο αριθμό επακριβών και λεπτομερών διατάξεων οι οποίες, ωστόσο, θεωρήθηκαν απαραίτητες για τη θέση σε εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 εντός της Κοινότητας. Υπογράμμισε, στη σκέψη 32, ότι ναι μεν η απόφαση 3/80 εξαγγέλλει τη θεμελιώδη αρχή του συνυπολογισμού για τους κλάδους ασθενείας και μητρότητας, αναπηρίας, γήρατος, επιδομάτων λόγω θανάτου και οικογενειακών παροχών, παραπέμποντας στις

σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1048/71, η εφαρμογή όμως της αρχής αυτής απαιτεί την προηγούμενη έκδοση συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής όπως αυτά του κανονισμού 574/72. Το Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 35 και 36, ότι τα μέτρα του είδους αυτού, όπως και οι διευκρινίσεις σχετικά με τη μη σώρευση των παροχών και τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, περιλαμβάνονταν μόνο στην πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, που υπέβαλε στις 8 Φεβρουαρίου 1983 η Επιτροπή προς εφαρμογή της αποφάσεως 3/80 εντός της Κοινότητας, η οποία όμως δεν έχει ακόμη εγκριθεί από το Συμβούλιο. Το Δικαστήριο συνήγαγε ότι, πριν από τη θέσπιση αυτών των μέτρων εφαρμογής, δεν μπορεί να γίνει απευθείας επίκληση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους των κανόνων συντονισμού της αποφάσεως 3/80 στους οποίους οι προφεύγοντες της κύριας δίκης είχαν στηρίξει τα αιτήματά τους.

55.
    Αντιθέτως, η παρούσα απόφαση δεν αφορά τέτοιες διατάξεις συντονισμού περιλαμβανόμενες στον τίτλο ΙΙΙ της αποφάσεως 3/80. Συγκεκριμένα, η S. Sürül βασίζεται αποκλειστικά στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, που καθιερώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής, προκειμένου να τύχει παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως, στο κράτος μέλος της κατοικίας της και βάσει μόνον της νομοθεσίας του κράτους αυτού, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που προβλέπονται για τους πολίτες του κράτους μέλους υποδοχής.

56.
    Επιπροσθέτως, η πρόταση κανονισμού που υπέβαλε η Επιτροπή και απέβλεπε στο να τεθεί σε εφαρμογή η απόφαση 3/80 εντός της Κοινότητας δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 1, που ελήφθη κατά γράμμα από τον κανονισμό 1408/71 και ως προς το οποίο ούτε ο κανονισμός εφαρμογής 574/72 περιλαμβάνει μέτρα εκτελέσεως της διατάξεως αυτής.

57.
    Επομένως, προκύπτει ότι, μολονότι η αιτιολογία που οδήγησε το Δικαστήριο να μην αναγνωρίσει, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το άμεσο αποτέλεσμα στα άρθρα 12 και 13 της αποφάσεως 3/80 πρέπει να εφαρμοστεί κατ' αναλογία σε όλες τις άλλες διατάξεις της αποφάσεως αυτής οι οποίες επιβάλλουν τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την πρακτική εφαρμογή τους, αντιθέτως, η αιτιολογία αυτή δεν μπορεί να ισχύσει για την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που διαλαμβάνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής.

58.
    Πράγματι, σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, κανένα πρόβλημα τεχνικής φύσεως που αφορά ιδίως τον συνυπολογισμό των περιόδων που συμπληρώθηκαν σε περισσότερα κράτη μέλη, την απαγόρευση της σωρεύσεως των παροχών που χορηγούν οι διάφοροι αρμόδιοι φορείς και τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας δεν μπορεί να ανακύψει, αφού η προσφεύγουσα της κύριας δίκης επικαλείται την εφαρμογή της κανονιστικής ρυθμίσεως του κράτους μέλους υποδοχής σε συνδυασμό με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που καθιερώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80.

Το αίτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί χωρίς να χρειάζονται τα μέτρα συντονισμού που το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη θεσπίσει.

59.
    Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η θέση που υποστήριξαν η Γερμανική, η Γαλλική, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορεί να γίνει δεκτή, οπότε επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 πληροί τις προϋποθέσεις για να αναπτύξει άμεσο αποτέλεσμα στο έδαφος των κρατών μελών.

60.
    Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, διάταξη περιεχόμενη σε συμφωνία συναφθείσα από την Κοινότητα με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρείται ότι εφαρμόζεται απευθείας όταν, ενόψει του γράμματός της, του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση που δεν εξαρτάται, ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά της, από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel, Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 14· της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber, Συλλογή 1991, σ. Ι-199, σκέψη 15, και της 16ης Ιουνίου 1998, C-162/96, Racke, Συλλογή 1998, σ. Ι-3655, σκέψη 31). Με την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. Ι-3461, σκέψεις 14 και 15), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι ίδιες προϋποθέσεις ισχύουν και όταν πρόκειται να προσδιοριστεί αν οι διατάξεις μιας αποφάσεως του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα.

61.
    Προκειμένου να κριθεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 ανταποκρίνεται στα κριτήρια αυτά, πρέπει να εξεταστεί, κατ' αρχάς, το περιεχόμενό της.

62.
    Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή καθιερώνει, με όρους σαφείς, ακριβείς και ανεπιφύλακτους, την απαγόρευση διακρίσεων σε βάρος ατόμων τα οποία κατοικούν στο έδαφος ενός των κρατών μελών και για τα οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της αποφάσεως 3/80.

63.
    Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, ο κανόνας αυτός της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει την υποχρέωση συγκεκριμένου αποτελέσματος και, ως εκ της φύσεώς του, μπορεί ένας πολίτης να τον επικαλεστεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ζητώντας απ' αυτό να παραμερίσει τις εισάγουσες διακρίσεις διατάξεις της κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους το οποίο εξαρτά τη χορήγηση δικαιώματος από προϋπόθεση η οποία δεν επιβάλλεται στους ημεδαπούς, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η θέσπιση συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής (βλ. σκέψεις 56 και 58 της παρούσας αποφάσεως).

64.
    Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 αποτελεί απλώς τη θέση σε εφαρμογή και την υλοποίηση, στον ειδικό τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που διαλαμβάνει το άρθρο 9 της

συμφωνίας το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο κατέστη το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 12 ΕΚ).

65.
    Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kziber, σκέψεις 15 έως 23, επιβεβαιωθείσα με τις αποφάσεις της 20ής Απριλίου 1994, C-58/98, Yousfi, Συλλογή 1994, σ. Ι-1353, σκέψεις 16 έως 19· της 5ης Απριλίου 1995, C-103/94, Krid, Συλλογή 1995, σ. Ι-719, σκέψεις 21 έως 24· της 3ης Οκτωβρίου 1996, C-126/95, Hallouzi-Choho, Συλλογή 1996, σ. Ι-4807, σκέψεις 19 και 20, και της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-113/97, Babahenini, Συλλογή 1998, σ. Ι-183, σκέψεις 17 και 18) περί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που διαλαμβάνει το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλγερίας, που υπεγράφη στις 26 Απριλίου 1976 στο Αλγέρι και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητος με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 3).

66.
    Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, οι διατάξεις αυτές, οι οποίες προβλέπουν την απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των Αλγερινών και Μαροκινών υπηκόων σε σχέση με τους υπηκόους τους κράτους μέλους υποδοχής, έχουν άμεσο αποτέλεσμα παρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο Συνεργασίας δεν εξέδωσε μέτρα εφαρμογής των άρθρων 40, παράγραφος 1, της συμφωνίας ΕΟΚ-Αλγερίας και 42, παράγραφος 1, της συμφωνίας ΕΟΚ-Μαρόκου περί της θέσεως σε εφαρμογή των αρχών που εξαγγέλλουν αντιστοίχως τα άρθρα 39 και 41.

67.
    Η προηγούμενη ερμηνεία δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 διευκρινίζει ότι η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που αυτό εξαγγέλλει αναπτύσσει τα αποτελέσματά της «υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων της παρούσας αποφάσεως».

68.
    Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι, όσον αφορά τα επίμαχα στην κύρια δίκη οικογενειακά επιδόματα, η απόφαση 3/80 δεν προβλέπει καμία παρέκκλιση ή περιορισμό της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που εξαγγέλλει το άρθρο 3, παράγραφος 1. Ενόψει του θεμελιώδους χαρακτήρα της αρχής αυτής, η ύπαρξη της εν λόγω επιφυλάξεως, η οποία επαναλαμβάνει κατά λέξη το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 και η οποία, εξάλλου, περιλαμβάνεται επίσης στο άρθρο 9 της συμφωνίας, καθώς και στο άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ δεν είναι, αυτή καθαυτή, ικανή να εμποδίσει την απευθείας εφαρμογή της διατάξεως από την οποία η εν λόγω αρχή επιτρέπει παρεκκλίσεις (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Sevince, σκέψη 25) αίροντας από τον κανόνα της εθνικής μεταχειρίσεως τον ανεπιφύλακτο χαρακτήρα του.

69.
    Εξάλλου, η διαπίστωση ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θεσπίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 μπορεί να διέπει

άμεσα την κατάσταση των πολιτών δεν επηρεάζεται από την εξέταση του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας της οποίας αποτελεί μέρος η εν λόγω διάταξη.

70.
    Πράγματι, η συμφωνία έχει ως σκοπό τη σύσταση συνδέσεως που αποβλέπει να προαγάγει την ανάπτυξη των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, περιλαμβανομένου και του τομέα του εργατικού δυναμικού, με τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, προκειμένου να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο του τουρκικού λαού και να διευκολυνθεί μεταγενέστερα η ένταξη της Τουρκικής Δημοκρατίας στην Κοινότητα (βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη της συμφωνίας).

71.
    Το πρωτόκολλο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο του 62, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας, προβλέπει στο άρθρο 36 τις προθεσμίες της σταδιακής πραγματοποιήσεως αυτής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και ορίζει, στο άρθρο 39, ότι το Συμβούλιο Συνδέσεως θεσπίζει διατάξεις στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως για τους τουρκικής ιθαγενείας εργαζομένους που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας και των οικογενειών τους, που κατοικούν στα κράτη μέλη. Επ' αυτής της βάσεως το Συμβούλιο Συνδέσεως εξέδωσε την απόφαση 3/80 η οποία έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στους Τούρκους που διακινούνται εντός της Κοινότητας.

72.
    Εξάλλου, το γεγονός ότι η συμφωνία αποσκοπεί κυρίως στην προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως της Τουρκίας και, επομένως, συνεπάγεται μια ανισορροπία στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Κοινότητα έναντι της τρίτης ενδιαφερόμενης χώρας δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να εμποδίζει την εκ μέρους της Κοινότητας αναγνώριση αμέσου αποτελέσματος σε ορισμένες από τις διατάξεις της συμφωνίας (βλ., κατ' αναλογία, αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1976, 87/75, Bresciani, Συλλογή τόμος 1976, σ. 57, σκέψη 23· Kziber, προπαρατεθείσα, σκέψη 21, και της 12ης Δεκεμβρίου 1995, C-469/93, Chiquita Italia, Συλλογή 1995, σ. Ι-4533, σκέψη 34).

73.
    Τέλος, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 55, 56 και 58 της παρούσας αποφάσεως, η εφαρμογή σε υπόθεση παρόμοια όπως αυτή της κύριας δίκης του κανόνα της εξομοιώσεως των πολιτών του κράτους μέλους υποδοχής προς τα άτομα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80 και που κατοικούν σ' αυτό το κράτος μέλος με την απαγόρευση κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας των ενδιαφερομένων και απορρέουσας από την κανονιστική ρύθμιση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, απαγόρευση περιλαμβανόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως, δεν εξαρτάται από τις άλλες διατάξεις της αποφάσεως αυτής.

74.
    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 καθιερώνει, στον τομέα εφαρμογής της αποφάσεως αυτής, μια συγκεκριμένη

και ανεπιφύλακτη αρχή η οποία μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά ώστε να εφαρμοστεί από τον εθνικό δικαστή και, επομένως, ικανή να διέπει τη νομική κατάσταση των ιδιωτών. Επομένως, το άμεσο αποτέλεσμα που πρέπει να αναγνωριστεί στη διάταξη αυτή συνεπάγεται ότι οι πολίτες για τους οποίους έχειεφαρμογή δικαιούνται να την επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών.

Επί του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80

75.
    Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι τα επίδικα στην κύρια δίκη οικογενειακά επιδόματα αποτελούν οικογενειακές παροχές, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η´, της αποφάσεως 3/80 και, κατά συνέπεια, εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως, αντιθέτως, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το ότι η S. Sürül εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής.

76.
    Επίσης, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εργαζόμενη, κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1, στοιχείο β´, και 2, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 3/80.

77.
    Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η υπαγωγή σε έναν κλάδο της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν αρκεί για να προσδώσει την ιδιότητα του εργαζομένου σε σχέση με άλλους κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι οι ορισμοί του άρθρου 1, στοιχείο β´, σημεία i και ii, της αποφάσεως 3/80 δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως εναλλακτικοί αλλά, αντιθέτως, ως έχοντες εφαρμογή ειδικά σε συγκεκριμένους και διακριτούς κινδύνους και συστήματα. Επομένως, έστω και αν υποτεθεί ότι η S. Sürül καλυπτόταν από την εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος κατά τα πρώτα τρία έτη που ακολούθησαν τη γέννηση του τέκνου της (βλ. σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως), αυτό και μόνον το γεγονός δεν είναι ικανό να την υπαγάγει στους άλλους κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως, ιδίως για να τύχει των οικογενειακών επιδομάτων.

78.
    Η κυβέρνηση αυτή προσθέτει ότι στη Γερμανία το δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων δεν εξαρτάται από την υποχρεωτική ή προαιρετική υπαγωγή σε κοινωνική ασφάλιση, αλλ' ανήκει σε όλους τους κατοίκους, ανεξάρτητα από την επαγγελματική τους κατάσταση. Ακόμη και αν το παράρτημα της αποφάσεως 3/80, που αναφέρει το άρθρο 1, στοιχείο β´, σημείο ii, δεύτερη περίπτωση, δεν προβλέπει ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά τη Γερμανία, θα πρέπει εν προκειμένω να εφαρμοστεί κατ' αναλογία, σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως, το παράρτημα Ι, σημείο Ι, Γ («Γερμανία»), του κανονισμού 1408/71.

79.
    Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, επομένως, στον τομέα των οικογενειακών παροχών στις οποίες εμπίπτει το επίδικο στην κύρια δίκη επίδομα, μόνον το πρόσωπο το οποίο είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένο έναντι του κινδύνου ανεργίας

ή το οποίο λαμβάνει, στο πλαίσιο αυτού του ασφαλιστικού συστήματος, ασφαλιστικές εισφορές σε είδος λόγω ασθενείας ή ανάλογες παροχές μπορεί να χαρακτηριστεί εργαζόμενος. Η S. Sürül όμως δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις αυτές.

80.
    Η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρει περαιτέρω ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε μέλος της οικογενείας εργαζομένου, κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1, στοιχείο α´, και 2, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 3/80.

81.
    Ο σύζυγος της S. Sürül άσκησε ασφαλώς στη Γερμανία μισθωτή δραστηριότητα παράλληλα με τις σπουδές του, αλλά, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, δεν ήταν υποχρεωμένος να ασφαλιστεί έναντι των κινδύνων ανεργίας, ασθενείας και γήρατος. Υποχρεωτικές ήσαν μόνον οι εισφορές στο υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως έναντι των εργατικών ατυχημάτων, καταβαλλόμενες στο σύνολό τους από τον εργοδότη του κ. Sürül. Επομένως, για τους ίδιους λόγους προς τους εκτιθέμενους στη σκέψη 77 της παρούσας αποφάσεως, ο κ. Sürül εμπίπτει αποκλειστικά στις διατάξεις της αποφάσεως 3/80 που αφορούν την ασφάλιση ατυχήματος, όχι όμως στις διατάξεις που διέπουν τους άλλους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως και, ιδίως, τα οικογενειακά επιδόματα. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ο κ. Sürül δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εργαζόμενος ούτε η σύζυγός του ως μέλος της οικογενείας εργαζομένου, κατά την έννοια της αποφάσεως αυτής, για να απολαύει των οικογενειακών επιδομάτων.

82.
    Για να κριθεί το βάσιμο της επιχειρηματολογίας αυτής, προέχει να υπογραμμιστεί, πρώτον, ότι ο ορισμός που δίδει το άρθρο 1, στοιχείο β´, της αποφάσεως 3/80 για τους σκοπούς εφαρμογής της αποφάσεως στους «εργαζομένους» αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στον ορισμό της έννοιας του [μισθωτού] «εργαζομένου» του άρθρου 1, στοιχείο α´, του κανονισμού 1408/71.

83.
    Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α´, της αποφάσεως 3/80, ο όρος «μέλος της οικογενείας» έχει την έννοια που του δόθηκε με το άρθρο 1, στοιχείο στ´, του κανονισμού 1408/71.

84.
    Ο ορισμός του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως 3/80 που περιέχει το άρθρο 2 εμπνέεται από τον ίδιο ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.

85.
    Δεύτερον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, ο ορισμός της έννοιας του «μισθωτού» [εργαζομένου] του άρθρου 1, στοιχείο α´, του κανονισμού 1408/71, «για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού», έχει γενική εφαρμογή και καλύπτει, ενόψει αυτής της σκέψεως, κάθε πρόσωπο το οποίο, ασκώντας ή μη ασκώντας επαγγελματική δραστηριότητα, κατέχει την ιδιότητα του ασφαλισμένου βάσει της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών (βλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 1979, 182/78, Pierik II, Συλλογή τόμος

1979/ΙΙ, σ. 3, σκέψη 4). Ο όρος αυτός προσδιορίζει κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο στο πλαίσιο ενός από τα αριθμούμενα στο άρθρο 1, στοιχείο α´, συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά των κινδύνων και υπό τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στην εν λόγω διάταξη (βλ. απόφαση της 3ης Μαΐου 1990, C-2/89, Kits van Heijningen, Συλλογή 1990, σ. Ι-1755, σκέψη 9).

86.
    Επομένως, όπως υπενθύμισε ακόμη το Δικαστήριο σχετικά με τον κανονισμό 1408/71 με τις αποφάσεις του της 12ης Μαΐου 1998, C-85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. Ι-2691, σκέψη 36), και της 11ης Ιουνίου 1998, C-275/96, Kuusijärvi (Συλλογή 1998, σ. Ι-3419, σκέψη 21), έχει την ιδιότητα του εργαζομένου, υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, όποιος είναι ασφαλισμένος, έστω και κατά ενός μόνον κινδύνου, δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο γενικού ή ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, τούτο δε ανεξάρτητα από την ύπαρξη εργασιακής σχέσεως.

87.
    Όσον αφορά την αντίρρηση που η Γερμανική Κυβέρνηση αντλεί από την κατ' αναλογία εφαρμογή του παραρτήματος Ι, σημείο Ι, Γ («Γερμανία»), του κανονισμού 1408/71, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 25 της αποφάσεως 3/80 ορίζει ότι τα «παραρτήματα Ι, ΙΙΙ και IV του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ισχύουν για την εφαρμογή της παρούσας αποφάσεως», οπότε το εν λόγω παράρτημα έχει εφαρμογή στα πλαίσια της αποφάσεως 3/80.

88.
    Κατά το παράρτημα Ι, σημείο Ι — «Μισθωτοί ή/και μη μισθωτοί [άρθρο 1, στοιχείο α´, σημεία ii και iii, του κανονισμού]» —, Γ («Γερμανία»), του κανονισμού 1408/71:

«Αν ο γερμανικός φορέας είναι ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του κανονισμού, θεωρείται, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α´, σημείο ii, του κανονισμού:

α)    ως μισθωτός, πρόσωπο ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά του κινδύνου της ανεργίας ή πρόσωπο το οποίο λαμβάνει, σε συνάρτηση με την ασφάλιση αυτή, παροχές εις χρήμα λόγω ασθένειας ή ανάλογες παροχές·

(...).»

89.
    Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, το παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο Γ, διασαφήνισε ή περιόρισε την έννοια του μισθωτού εργαζομένου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1, στοιχείο α´, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71, σε σχέση μόνο με τη χορήγηση των οικογενειακών παροχών σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του εν λόγω κανονισμού (προπαρατεθείσα απόφαση Martinez Sala, σκέψη 43).

90.
    Όπως υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας στις παραγράφους 57 και 58 των προτάσεών του στις 12 Φεβρουαρίου 1998, η κατάσταση προσώπου όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν διέπεται από καμία διάταξη του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο 7. Πράγματι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, όλα τα ασκούντα επιρροή

στοιχεία περιορίζονται εντός του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο διαμένει το ζεύγος Sürül με το τέκνο τους και η προσφεύγουσα της κύριας δίκης απαιτεί τα οικογενειακά επιδόματα βάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως του εν λόγω κράτους (βλ. σκέψεις 55 και 58 της παρούσας αποφάσεως).

91.
    Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ο περιορισμός που προβλέπει το παράρτημα Ι, μέρος Ι, Γ, του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης, οπότε η ιδιότητά της ως εργαζομένης κατά την έννοια της αποφάσεως 3/80 πρέπει να προσδιοριστεί από πλευράς μόνον του άρθρου 1, στοιχείο β´, της ίδιας αυτής αποφάσεως.

92.
    Από τον φάκελο της κύριας δίκης προκύπτει εξάλλου ότι οι αρμόδιες γερμανικές αρχές κατέβαλαν αρχικά τα οικογενειακά επιδόματα στην S. Sürül, παρά το ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αυτού του παραρτήματος του κανονισμού 1408/71 και κατάργησαν την καταβολή των επιδομάτων κατόπιν της ενάρξεως ισχύος, την 1η Ιανουαρίου 1994, της νέας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία εξαρτούσε τη χορήγηση αυτού του είδους της παροχής στους αλλοδαπούς που διαμένουν στη Γερμανία από την κατοχή τίτλου παραμονής ενός ορισμένου είδους.

93.
    Ενόψει των προεκτεθέντων, Τουρκίδα υπήκοος όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης μπορεί επομένως να τύχει των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα του εργαζομένου, κατά την έννοια της αποφάσεως 3/80, εφόσον αποδειχθεί ότι είναι ασφαλισμένος, έστω και κατά ενός μόνον κινδύνου, δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο γενικού ή ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως διαλαμβανομένου στο άρθρο 1, στοιχείο β´, της αποφάσεως αυτής. Αυτό ισχύει για την περίοδο κατά την οποία η ενδιαφερομένη καλυπτόταν από την εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος, όπως αναφέρει το εθνικό δικαστήριο με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα.

94.
    Ομοίως, όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία η ενδιαφερομένη δεν υπαγόταν σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, μπορεί να τύχει των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας εργαζομένου κατά την έννοια της αποφάσεως 3/80 εφόσον αποδειχθεί ότι ο σύζυγός της είναι ασφαλισμένος, έστω και κατά ενός μόνον κινδύνου, δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο γενικού ή ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως διαλαμβανομένου στο άρθρο 1, στοιχείο β´, της εν λόγω αποφάσεως. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται αν, όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο με το τρίτο προδικαστικό του ερώτημα, ο ενδιαφερόμενος καλύπτεται από ασφάλιση εκ του νόμου κατά των εργατικών ατυχημάτων.

95.
    Απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της οποίας επιλαμβάνεται, καθώς και να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο, να κρίνει αν, κατά την επίμαχη περίοδο, η ίδια η S. Sürül μπορεί επίσης να θεωρηθεί εργαζόμενη. Στην περίπτωση κατά την οποία κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει για ολόκληρη ή μέρος

της εν λόγω περιόδου, απόκειται ακόμη στο δικαστήριο αυτό να προσδιορίσει αν, για τη σχετική περίοδο, ο σύζυγος της S. Sürül πληρούσε την προϋπόθεση που μνημονεύται στη σκέψη 94 της παρούσας αποφάσεως για να θεωρηθεί εργαζόμενος, οπότε η S. Sürül, υπό την ιδιότητα της συζύγου στην οποία επετράπη να διαμένει με τον σύζυγό της Τούρκο εργαζόμενο στο κράτος μέλος υποδοχής στο πλαίσιο επανενώσεως των οικογενειών, είναι μέλος της οικογενείας εργαζομένου κατά την έννοια της αποφάσεως 3/80.

Επί του περιεχομένου της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80

96.
    Στην περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, επιβάλλεται, τέλος, να προσδιοριστεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμποδίζει την εφαρμογή κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους που απαιτεί από Τούρκο υπήκοο, στον οποίο επετράπη να κατοικεί στο έδαφος του κράτους αυτού και διαμένει εκεί νομίμως, να είναι κάτοχος τίτλου παραμονής ενός ορισμένου είδους προκειμένου να τύχει των οικογενειακών επιδομάτων.

97.
    Συναφώς, προέχει να υπογραμμιστεί, κατ' αρχάς, ότι η αρχή που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, περί απουσίας κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας στον τομέα εφαρμογής της αποφάσεως αυτής, συνεπάγεται ότι Τούρκος υπήκοος τον οποίο αφορά η εν λόγω απόφαση πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι υπήκοοι του κράτους μέλους υποδοχής, οπότε η νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους δεν μπορεί να επιβάλλει σ' αυτόν τον Τούρκο υπήκοο πρόσθετες ή αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με εκείνες που ισχύουν για τους υπηκόους του κράτους μέλους (βλ., κατ' αναλογία, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan, Συλλογή 1989, σ. 195, σκέψη 10, και προπαρατεθείσες αποφάσεις Kziber, σκέψη 28, και Hallouzi-Choho, σκέψεις 35 και 36).

98.
    Επομένως, Τούρκος υπήκοος, στον οποίο επετράπη να εισέλθει στο έδαφος κράτους μέλους στα πλαίσια της συνενώσεως των οικογενειών και ο οποίος διαμένει εκεί νομίμως με Τούρκο διακινούμενο εργαζόμενο, πρέπει να μπορεί να λαμβάνει εντός του κράτους υποδοχής παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως προβλεπόμενη από την κανονιστική ρύθμιση του κράτους αυτού υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους.

99.
    Πρέπει εν συνεχεία να παρατηρηθεί ότι, δυνάμει μιας νομοθεσίας παρόμοιας με τον νόμο ΒΚGG, μπορεί να αξιώσει τα οικογενειακά επιδόματα κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την κατοικία του ή τον τόπο συνήθους διαμονής του στο έδαφος που καλύπτει η εν λόγω νομοθεσία εφόσον τα τέκνα του των οποίων έχει την επιμέλεια έχουν την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους στο ίδιο έδαφος.

100.
    Ωστόσο, από 1ης Ιανουαρίου 1994, ο BKGG ορίζει ότι οι διαμένοντες στη Γερμανία αλλοδαποί, οι οποίοι δεν μπορούν να εξομοιωθούν προς Γερμανούς, δεν δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων παρά μόνον αν είναι κάτοχοι τίτλου παραμονής ορισμένου είδους.

101.
    Έτσι, σε Τουρκίδα υπήκοο όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, στην οποία επετράπη να διαμένει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής όπου διαμένει όντως μαζί με το τέκνο της και, επομένως, πληροί όλες τις προϋποθέσεις που η οικεία κανονιστική ρύθμιση επιβάλλει στους ημεδαπούς, δεν αναγνωρίζεται το ευεργέτημα των οικογενειακών επιδομάτων για το τέκνο της από το γεγονός και μόνον ότι δεν πληροί την προϋπόθεση σχετικά με την κατοχή της γενικής ισχύος άδειας παραμονής ή της περιορισμένης ισχύος άδειας παραμονής.

102.
    Δεδομένου όμως ότι δεν μπορεί να αντιταχθεί σε υπήκοο του οικείου κράτους μέλους, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία αυτός διαμένει εκεί μόνον προσωρινά, η προϋπόθεση αυτή, ως εκ της φύσεώς της, αφορά μόνον τους αλλοδαπούς και η εφαρμογή της καταλήγει, επομένως, σε άνιση μεταχείριση λόγω ιθαγενείας.

103.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι το γεγονός ότι κράτος μέλος απαιτεί από Τούρκο υπήκοο ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80 να κατέχει τίτλο παραμονής ορισμένου είδους για να τύχει μιας τέτοιας παροχής όπως το επίδικο στην κύρια δίκη επίδομα, ενώ κανένα έγγραφο τέτοιας φύσεως δεν απαιτείται από τους υπηκόους του εν λόγω κράτους, συνιστά δυσμενή διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως.

104.
    Στο μέτρο που δεν προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα επιχείρημα ικανό να δικαιολογήσει αντικειμενικά αυτή τη διαφορετική μεταχείριση, μια τέτοια δυσμενής διάκριση είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη αυτή της αποφάσεως 3/80.

105.
    Εν όψει όλων των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 έχει την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να απαιτεί από Τούρκο υπήκοο ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής και στον οποίο έχει επιτραπεί να διαμένει στο έδαφος του κράτους αυτού — δεν είναι όμως κάτοχος στο εν λόγω κράτος υποδοχής παρά μιας προσωρινής άδειας παραμονής, εκδοθείσας με συγκεκριμένο σκοπό και με περιορισμένη διάρκεια — να έχει μια γενικής ισχύος άδεια παραμονής ή μια περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής για να λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα για το τέκνο του που κατοικεί μαζί του στο εν λόγω κράτος μέλος, ενώ οι υπήκοοι του κράτους αυτού υποχρεούνται αποκλειστικά, προς τούτο, να έχουν εκεί την κατοικία τους.

Ως προς το διαχρονικό αποτέλεσμα της παρούσας αποφάσεως

106.
    Με τις προφορικές τους παρατηρήσεις η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ζήτησαν από το Δικαστήριο να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας αποφάσεως στην περίπτωση που θα έκρινε ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε Τουρκίδα υπήκοο όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης να αξιώσει από το κράτος μέλος υποδοχής τα οικογενειακά επιδόματα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους υπηκόους του κράτους αυτού. Οι κυβερνήσεις αυτές υπογραμμίζουν ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση σημαντικό αριθμό εννόμων σχέσεων οι οποίες συστάθηκαν βάσει εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία ίσχυε από καιρό και να δημιουργήσει σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών.

107.
    Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η ερμηνεία που το Δικαστήριο δίδει σε κανόνα του κοινοτικού δικαίου, ασκώντας την αρμοδιότητα που του έχει αναγνωριστεί με το άρθρο 234 ΕΚ (πρώην άρθρο 177), διαφωτίζει και διευκρινίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, όπως πρέπει ή θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται αφότου τέθηκε σε ισχύ. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κανόνας που έχει κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευθεί μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια ακόμα και επί εννόμων σχέσεων που γεννήθηκαν και συστάθηκαν πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως ερμηνείας, εφόσον, εξάλλου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων η σχετική με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα διαφορά (βλ., κυρίως, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot, Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψη 27).

108.
    Μόνον κατ' εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη, να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας που έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί μια διάταξη που αυτό έχει ερμηνεύσει προκειμένου να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν καλοπίστως συναφθεί. Κατά πάγια νομολογία, ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει μόνο με την ίδια την απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της αιτηθείσας ερμηνείας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C-35/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-5325, σκέψη 49).

109.
    Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, πρώτον, το Δικαστήριο καλείται για πρώτη φορά να ερμηνεύσει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80.

110.
    Δεύτερον, η προπαρατεθείσα απόφαση Taflan-Met κ.λπ. ευλόγως δημιούργησε κατάσταση αβεβαιότητας ως προς τη δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως.

111.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας δικαίου δεν επιτρέπουν να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί οριστικά πριν από την έκδοση της παρούσας αποφάσεως, εφόσον η αμφισβήτηση αυτή θα ανέτρεπε αναδρομικώς τη χρηματοδότηση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών.

112.
    Πάντως, επιβάλλεται να προβλεφθεί η παρέκκλιση σ' αυτόν τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως υπέρ των προσώπων τα οποία, πριν από την ημέρα εκδόσεώς της, είχαν ασκήσει προσφυγή ή είχαν υποβάλει αντίστοιχη διοικητική ένσταση.

113.
    Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 προς στήριξη αιτημάτων σχετικών με παροχές που αφορούν περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, εκτός αν πρόκειται για πρόσωπα τα οποία, πριν την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει προσφυγή ή είχαν υποβάλει αντίστοιχη διοικητική ένσταση.

Επί των δικαστικών εξόδων

114.
    Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική, η Γαλλική, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 24ης Ιουλίου 1996 το Sozialgericht Aachen, αποφαίνεται:

1)    Tο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί της εφαρμογής των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζόμενους και στα μέλη των οικογενειών τους, έχει την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να απαιτεί από Τούρκο υπήκοο ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής και στον οποίο έχει επιτραπεί να διαμένει στο έδαφος του κράτους αυτού — δεν είναι όμως κάτοχος στο εν λόγω κράτος υποδοχής παρά μιας προσωρινής άδειας παραμονής, εκδοθείσας

με συγκεκριμένο σκοπό και με περιορισμένη διάρκεια — να έχει μια γενικής ισχύος άδεια παραμονής ή μια περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής για να λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα για το τέκνο του που κατοικεί μαζί με αυτόν στο εν λόγω κράτος μέλος, ενώ οι υπήκοοι του κράτους αυτού υποχρεούνται αποκλειστικά, προς τούτο, να έχουν εκεί την κατοικία τους.

2)    Δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 προς στήριξη αιτημάτων σχετικών με παροχές που αφορούν περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, εκτός αν πρόκειται για πρόσωπα τα οποία, πριν την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει προσφυγή ή είχαν υποβάλει αντίστοιχη διοικητική ένσταση.

Rodríguez Iglesias        Puissochet            Hirsch
Jann

Moitinho de Almeida        Gulmann            Murray

Edward

Ragnemalm

Sevón
Schintgen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Μαΐου 1999.

Ο Γραμματέας

Ο Πρόεδρος

R. Grass

G. C. Rodríguez Iglesias


1: Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.