Language of document : ECLI:EU:C:2001:113

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JEAN MISCHO

της 22ας Φεβρουαρίου 2001 (1)

Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-122/99 P και C-125/99 P

D

και

Βασίλειο της Σουηδίας

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως

«Αίτηση αναιρέσεως - Υπάλληλος - Επίδομα στέγης - ´Εγγαμος υπάλληλος - Ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση κατά το σουηδικό δίκαιο»

1.
    Ο D, υπάλληλος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, και το Βασίλειο της Σουηδίας άσκησαν αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) στις 28 Ιανουαρίου 1999 επί της υποθέσεως T-264/97, D κατά Συμβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-1 και II-1, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).

I - Πραγματικά περιστατικά και διαδικαστκό πλαίσιο

2.
    O D, Σουηδός υπήκοος, διατηρεί με άλλο Σουηδό υπήκοο σχέση συμβιώσεως καταχωρισμένη στο ληξιαρχείο από τις 23 Ιουνίου 1995. Με τα από 16 και 24 Σεπτεμβρίου 1996 σημειώματα, ζήτησε από το Συμβούλιο να εξομοιώσει τη ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση του με τον γάμο, προκειμένου να τύχει του επιδόματος στέγης.

3.
    Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) του Συμβουλίου απέρριψε την αίτηση αυτή με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 1996, θεωρώντας ότι η εν λόγω διάταξη του ΚΥΚ δεν παρέχει δυνατότητα εξομοιώσεως της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεως με τον γάμο.

4.
    Η ΑΔΑ απέρριψε επίσης ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής στις 30 Ιουνίου 1997.

5.
    Κατόπιν τούτου, στις 2 Οκτωβρίου 1997, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ζήτησε από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεώς του και να του χορηγήσει όλα τα πλεονεκτήματα που δικαιούται, κατ' εφαρμογήν του ΚΥΚ, λόγω του νομικού καθεστώτος της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεώς του. Η Σουηδική Κυβέρνηση υποστήριξε την προσφυγή ακυρώσεως.

6.
    Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή του D. Τόσο ο D όσο και το Βασίλειο της Σουηδίας άσκησαν αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, στις 13 και 14 Απριλίου 1999 αντιστοίχως.

7.
    Οι δύο αυτές αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν με αριθμό C-122/99 P και C-125/99 P αντιστοίχως, ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας καθώς και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

II - Νομικό πλαίσιο

Α - Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

8.
    Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ):

«2.    Δικαιούνται επιδόματος στέγης:

α)    ο έγγαμος υπάλληλος·

β)    ο υπάλληλος ο οποίος διατελεί εν χηρεία, έχει λάβει διαζύγιο ή είναι χωρισμένος ή άγαμος και έχει ένα ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφοι 2 και 3·

γ)    με ειδική και αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, λαμβανομένης βάσει αποδεικτικών εγγράφων, ο υπάλληλος ο οποίος, αν και δεν πληροί τις προβλεπόμενες στις περιπτώσεις α) και β) προϋποθέσεις, αναλαμβάνει εντούτοις πραγματικά οικογενειακά βάρη.»

Β - Ο σουηδικός νόμος περί της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεως

9.
    Το άρθρο 1, του κεφαλαίου 1, του lagen om registrerat partnerskap της 23ης Ιουνίου 1994 (1994: 1117), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995, έχει ως εξής:

«Δύο άτομα του ιδίου φύλου μπορούν να ζητήσουν τη ληξιαρχική καταχώριση της σχέσεώς τους».

10.
    Κατά το άρθρο 1, του κεφαλαίου 3, του ίδιου νόμου:

«Η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση παράγει τα ίδια έννομα αποτελέσματα με τον γάμο, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπουν τα άρθρα 2 έως 4.

Οι νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τον γάμο και τους συζύγους εφαρμόζονται κατ' αναλογία στις ληξιαρχικώς καταχωρισμένες σχέσεις και στους ληξιαρχικώς καταχωρισμένους συντρόφους, εκτός αν ορίζουν άλλως οι κανόνες σχετικά με τις εξαιρέσεις που προβλέπουν τα άρθρα 2 έως 4.»

III - Η αίτηση αναιρέσεως

Α - Εισαγωγή

11.
    Στις αιτήσεις αναιρέσεως, ο D και το Βασίλειο της Σουηδίας, υποστηριζόμενοι από το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, βάλλουν κατά της αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε τους ισχυρισμούς τους κυρίως όσον αφορά την αναγνώριση του D ως «έγγαμου υπαλλήλου» υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α´, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

12.
    Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ο D προβάλλει πέντε λόγους:

-    έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως·

-    παραβίαση της αρχής της δοτής αρμοδιότητας·

-    παραβίαση της «αρχής του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως του κοινοτικού υπηκόου»·

-    παραβίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, λόγος αναιρέσεως που υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, ήτοι, αφενός, στη διάκριση που στηρίζεται στον σεξουαλικό προσανατολισμό και, αφετέρου, στη διάκριση που στηρίζεται στην ιθαγένεια και στην παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων·

-    παράβαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ).

13.
    Το Βασίλειο της Σουηδίας εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο, θεωρώντας ότι οι υπάλληλοι που διατηρούν ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως δεν πρέπει να εξομοιωθούν με τους έγγαμους υπαλλήλους όσον αφορά τη χορήγηση του επιδόματος στέγης, ερμήνευσε εσφαλμένα το παράρτημα VII του ΚΥΚ. Το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν, κατ' ουσίαν, την ίδια άποψη.

14.
    Αντιθέτως, το Συμβούλιο εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθώς το παράρτημα VII του ΚΥΚ και ότι η έλλειψη αιτιολογίας και οι παραβάσεις που επικαλέστηκε ο D δεν υφίστανται.

15.
    Θα εξετάσω τους διαφόρους λόγους αναιρέσεως με τη σειρά που τους προέβαλε ο D. Τα επιχειρήματα του Βασιλείου της Σουηδίας, του Βασιλείου της Δανίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών μπορούν να συνδεθούν με διαφόρους από τους λόγους αναιρέσεως που ανέπτυξε ο D. Εκ προοιμίου πάντως επιβάλλεται, κατόπιν παρατηρήσεως του D, να γίνει αναφορά στο αντικείμενο της διαφοράς.

Β - Επί του αντικειμένου της διαφοράς

16.
    Ο D ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο όρισε εσφαλμένα το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.

17.
    Προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι θεώρησε ως μοναδικό αντικείμενο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας την αίτηση περί χορηγήσεως του επιδόματος στέγης και ότι, ως εκ τούτου, έκρινε ότι η προσφυγή δεν μπορούσε παρά να αποσκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως αυτής.

18.
    Σύμφωνα με τον D, η προσφυγή του είχε ως σκοπό την αναγνώριση της οικογενειακής του καταστάσεως ως ληξιαρχικώς καταχωρισμένου συντρόφου ενόψει του καθορισμού των εν γένει απορρεόντων από τον ΚΥΚ δικαιωμάτων του. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο, περιορίζοντας το περιεχόμενο της προσφυγής του D στη χορήγηση του επιδόματος στέγης και μόνον, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

19.
    Το Συμβούλιο απαντά ότι από την ανταλλαγή αλληλογραφίας προκύπτει αναμφίβολα ότι ο αναιρεσείων ζήτησε την εξομοίωση της καταστάσεώς του με γάμο, με αποκλειστικό σκοπό τη χορήγηση του επιδόματος στέγης.

20.
    Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αναλυτικά η αλληλογραφία που αντάλλαξε ο D με το Συμβούλιο μετά την υποβολή της αιτήσεώς του.

21.
    Στο πρώτο του χειρόγραφο σημείωμα προς την ΑΔΑ του Συμβουλίου, στις 16 Σεπτεμβρίου 1996, ο D έγραψε: «Επισυνάπτω τα δικαιολογητικά έγγραφα που ζητήσατε προκειμένου να ληφθεί υπόψη ως γάμος η οικογενειακή μου κατάσταση ως ληξιαρχικώς καταχωρισμένου συντρόφου». Μετά το σημείωμα αυτό ακολούθησε αμέσως δεύτερο χειρόγραφο σημείωμα, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, που είχε ως εξής: «Επισυνάπτω τη ληξιαρχική πράξη γάμου μου. Ελπίζω η αίτησή μου να τύχει ευνοϊκής συνέχειας».

22.
    Από την ένστασή του, την οποία υπέγραψε ο δικηγόρος του, προκύπτει ότι ο D θεωρούσε ότι τα δύο προαναφερθέντα σημειώματα απέβλεπαν στη χορήγηση επιδόματος στέγης. Συγκεκριμένα, το σημείο 3 της ενστάσεώς του έχει ως εξής: «Με τα από 16 και 24 Σεπτεμβρίου 1996 σημειώματα, ζήτησε τη χορήγηση επιδόματος στέγης» (η υπογράμμιση υπήρχε στο κείμενο της ενστάσεως).

23.
    Αληθεύει ότι, σε άλλο σημείωμα, της 16ης Οκτωβρίου 1996, ο αναιρεσείων έγραψε: «ο σύζυγός μου σκοπεύει να εγκατασταθεί μαζί μου στις Βρυξέλλες από τις αρχές Νοεμβρίου και έχει, επομένως, δικαίωμα, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, να τύχει της εφαρμογής των διατάξεων του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών». Το αντικείμενο όμως του σημειώματος αυτού οριζόταν ως «αίτηση περί χορηγήσεως επιδόματος στέγης».

24.
    Συνεπώς, μολονότι τα ανταλλαγέντα σημειώματα περιείχαν κάποια ασάφεια, λόγω πιθανώς του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων δεν γνώριζε ακόμη καλά τον ΚΥΚ, είναι πάντως δυνατό να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, θεωρώντας ως αντικείμενο της διαφοράς τη χορήγηση επιδόματος στέγης.

25.
    Επιπλέον, κατά την άποψή μου, η διαμάχη αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό τεχνητή, διότι λίαν συντόμως η συζήτηση μεταξύ των μερών στράφηκε στην έννοια του «εγγάμου υπαλλήλου» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α´, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Ο ίδιος ο διευθυντής προσωπικού του Συμβουλίου,με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 1996, ήτοι προγενέστερο της υποβολής της ενστάσεως, ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι η αίτηση περί χορηγήσεως επιδόματος στέγης δεν μπορούσε να γίνει δεκτή παρά μόνο στην περίπτωση που θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ο D έγγαμος υπάλληλος υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.

26.
    Ομοίως, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το ζήτημα έπρεπε να εξεταστεί υπό το φως της διατάξεως αυτής και, ακολούθως, εξέτασε κυρίως αν η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση μπορούσε ή δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με γάμο.

27.
    Αν όμως το Πρωτοδικείο δεχόταν την εξομοίωση αυτή, ο αναιρεσείων έπρεπε αυτόματα να τύχει όχι μόνον του επιδόματος στέγης, αλλά και όλων των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τον ΚΥΚ για τους εγγάμους.

28.
    Επομένως, στην ουσία, η προσφυγή του προσφεύγοντος εξετάστηκε ως εάν το αντικείμενο της διαφοράς ήταν η απονομή της ιδιότητας του «εγγάμου υπαλλήλου» σε όλη της την έκταση.

Γ - Επί της αιτιολογίας της αποφάσεως

29.
    Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο D υποστηρίζει ότι η απόρριψη του λόγου ακυρώσεως που αφορά την παραβίαση της αρχής του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως, με τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, «εν πάση περιπτώσει, αυτός ο λόγος ακυρώσεως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορεί να διακριθεί από τον [λόγο ακυρώσεως που αφορά την παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων], δεν ασκεί επιρροή, καθόσον η απόφαση περί απορρίψεως περιορίστηκε στον χαρακτηρισμό του ως αγάμου υπό την έννοια του ΚΥΚ, μόνο σε σχέση με το αν δικαιούνταν επίδομα αποκλειστικά χορηγούμενο στους εγγάμους υπαλλήλους».

30.
    Σύμφωνα με τον D, το Πρωτοδικείο δεν απάντησε χωριστά στους λόγους ακυρώσεως τους οποίους προέβαλε πρωτοδίκως σχετικά με την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της αρχής του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως των κοινοτικών υπηκόων, αντιστοίχως. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τον τελευταίο αυτό λόγο ακυρώσεως.

31.
    Κατά την άποψή μου, από τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο απάντησε πράγματι χωριστά στον λόγο ακυρώσεως που προέβαλε ο D σχετικά με την παραβίαση της αρχής του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο έκρινε αιτιολογημένα («dès lors que [...]») ότι ο τελευταίος αυτός λόγος ακυρώσεως δεν ασκεί επιρροή.

32.
    Επομένως, υφίσταται αιτιολογία η οποία, εξάλλου, μου φαίνεται επαρκής. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, «η απόφασηπερί απορρίψεως περιορίστηκε στον χαρακτηρισμό του ως αγάμου υπό την έννοια του ΚΥΚ» δεν σημαίνει ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η προσωπική κατάσταση του D κατά το σουηδικό δίκαιο, ήτοι η ιδιότητά του ως ληξιαρχικώς καταχωρισμένου συντρόφου. Αντιθέτως, αν, σύμφωνα με την αρχή του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως, ο D πρέπει να θεωρηθεί ότι βρίσκεται, έναντι του ΚΥΚ, στην ίδια κατάσταση με έγγαμο υπάλληλο, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς ότι ο λόγος ακυρώσεως που αφορά την παραβίαση της αρχής του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως δεν είναι στην πραγματικότητα διαφορετικός από τον λόγο ακυρώσεως που αφορά την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

33.
    Συνεπώς, θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει ο D δεν είναι βάσιμος.

Δ - Επί της εφαρμογής της αρχής της δοτής αρμοδιότητας

34.
    Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά την παραβίαση της αρχής της δοτής αρμοδιότητας (άρθρο 4 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 7 ΕΚ) εκ μέρους του Πρωτοδικείου, καθόσον αυτό θεώρησε ότι εναπέκειτο στο Συμβούλιο να ερμηνεύσει αυτοτελώς την έννοια του γάμου κατά τον ΚΥΚ.

35.
    Υπό στενή έννοια, αυτός ο λόγος αναιρέσεως αφορά μόνον το ζήτημα της μεθόδου που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Δεδομένου όμως ότι το Βασίλειο της Σουηδίας προσάπτει στο Πρωτοδικείο την εσφαλμένη ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως του ΚΥΚ, θεωρώ χρήσιμο να εξεταστεί όχι μόνον ποια μέθοδος ερμηνείας πρέπει να χρησιμοποιηθεί, αλλά και το αποτέλεσμα στο οποίο οδηγεί η μέθοδος που επιβάλλεται.

36.
    Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τη νομολογία του, συγκεκριμένα την απόφασή του Arauxo-Dumay κατά Επιτροπής (2), όπου έκρινε ότι ο όρος «γάμος» που υπάρχει στον ΚΥΚ πρέπει να νοείται ως σχέση στηριζόμενη στον πολιτικό γάμο υπό την παραδοσιακή του όρου έννοια. Το Πρωτοδικείο έκρινε, αναφερόμενο στην απόφαση Díaz García κατά Κοινοβουλίου (3), ότι, όταν οι σχετικές διατάξεις του ΚΥΚ επιτρέπουν αυτοτελή ερμηνεία, δεν χρειάζεται να γίνεται αναφορά στο δίκαιο των κρατών μελών.

37.
    Αντιθέτως, σύμφωνα με τον D, υποστηριζόμενο από το Βασίλειο της Σουηδίας και τους παρεμβαίνοντες, το Συμβούλιο δεσμεύεται από τις διατάξεις της σουηδικής νομοθεσίας ως προς τον καθορισμό του αν μια ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση κατά το σουηδικό δίκαιο πρέπει να θεωρηθεί ως γάμος υπό την έννοια του ΚΥΚ.

38.
    Σύμφωνα με το Βασίλειο της Σουηδίας, το Πρωτοδικείο, μη λαμβάνοντας υπόψη το σουηδικό δίκαιο που εξομοιώνει τους ληξιαρχικώς καταχωρισμένους συντρόφους με εγγάμους και εκτιμώντας ότι οι υπάλληλοι που έχουν την ιδιότητα του ληξιαρχικώς καταχωρισμένου συντρόφου δεν πρέπει να εξομοιωθούν με τους εγγάμους υπαλλήλους ως προς τη χορήγηση του επιδόματος στέγης, υπέπεσε σε πλάνη περί την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

39.
    Το Συμβούλιο, στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Reed (4), καταλήγει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνάδει προς την αρχή της αυτοτελούς ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου ελλείψει ρητής παραπομπής στο εθνικό δίκαιο. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθά την εν λόγω διάταξη του ΚΥΚ.

40.
    Θεωρώ ότι πρέπει, όπως προτείνει το Συμβούλιο, να αναφερθώ στην προπαρατεθείσα απόφαση Reed. Μολονότι αληθεύει, όπως επισημαίνουν οι αναιρεσείοντες, ότι το ιστορικό της αποφάσεως αυτής δεν αφορά τη ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση αλλά την περίπτωση σταθερής σχέσεως μεταξύ δύο ετεροφύλων, εκτιμώ ότι η διαφορά αυτή δεν ασκεί επιρροή.

41.
    Συγκεκριμένα, η ουσία της αποφάσεως αυτής δεν είναι ότι δίνει συγκεκριμένο ορισμό της έννοιας του «συζύγου» εντός σαφώς καθορισμένου πλαισίου. Αντιθέτως, η προσεκτική ανάγνωση της αποφάσεως αυτής δείχνει ότι η εν λόγω απόφαση έχει γενικότερο περιεχόμενο και προσφέρει μια μέθοδο ερμηνείας βάσει της οποίας είναι δυνατός ο ορισμός της έννοιας του «συζύγου», ή αναλόγων εννοιών, πέραν του ειδικού πλαισίου της διαφοράς στην οποία εντάσσεται. Μοναδική προϋπόθεση για την εφαρμογή της μεθόδου αυτής, η οποία πληρούται εν προκειμένω, είναι η έννοια αυτή να περιέχεται σε κανονισμό, δεδομένου ότι η συλλογιστική του Δικαστηρίου στηρίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κανονισμού.

42.
    Συγκεκριμένα, με την προπαρατεθείσα απόφαση Reed, το Δικαστήριο έκρινε ότι από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κανονισμού (είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος) προκύπτει ότι η ερμηνεία που δίνει το Δικαστήριο σε μια διάταξη κανονισμού παράγει συνέπειες σε όλα τα κράτη μέλη, «ερμηνεία δε των νομικών όρων στηριζόμενη στην κοινωνική εξέλιξη πρέπει να γίνεται μετά από μελέτη της καταστάσεως σε όλη την κοινότητα και όχι μόνο σε ένα κράτος μέλος» (5). Το Δικαστήριο καταλήγει ότι, «επειδή δεν υπάρχουν ενδείξεις μιας γενικότερης κοινωνικής εξελίξεως που να δικαιολογεί διασταλτική ερμηνεία ούτε κάποια αντίθετη ένδειξη στονκανονισμό», ο όρος «σύζυγος» στον εν λόγω κανονισμό αφορά μόνον τη σχέση που στηρίζεται σε γάμο (6).

43.
    Κατά την άποψή μου, από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι, όταν σ' έναν κανονισμό περιέχεται η έννοια του «συζύγου» ή ανάλογες έννοιες, όπως «γάμος» ή «έγγαμος», οι έννοιες αυτές πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, ήτοι λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως στο σύνολο της Κοινότητας και όχι μόνο σε ένα κράτος μέλος.

44.
    Εξάλλου, η προσέγγιση αυτή συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία από την ανάγκη τόσο της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όσο και της εφαρμογής της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι στο περιεχόμενο μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της, πρέπει κανονικά να δίδεται, σε όλη την Κοινότητα, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία (7).

45.
    Κατά τη γνώμη μου, η απόφαση Unger (8), για την οποία συζήτησαν οι διάδικοι, επιβεβαιώνει την άποψη αυτή. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο με την απόφαση αυτή έκρινε ότι «η έννοια του ”εργαζομένου” που περιέχεται [στα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης ΕΚ] αποτελεί έννοια όχι του εσωτερικού δικαίου, αλλά του κοινοτικού δικαίου» (9).

46.
    Συνεπώς, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι εναπέκειτο στο Συμβούλιο να ερμηνεύσει αυτοτελώς την έννοια του «εγγάμου υπαλλήλου», δεν παραβίασε την αρχή της δοτής αρμοδιότητας.

47.
    Επίσης, δεν συμμερίζομαι την άποψη του Βασιλείου της Σουηδίας ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

48.
    Συγκεκριμένα, αν εξετάσουμε την κατάσταση στο σύνολο της Κοινότητας, όπως επιβάλλει η προπαρατεθείσα απόφαση Reed, δύσκολα μπορούμε να καταλήξουμε, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, σ' έναν ορισμό του «γάμου» που να καλύπτει σχέσεις πέραν του «παραδοσιακού γάμου» μεταξύ δύο ετεροφύλων. Συγκεκριμένα, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, μόνο σε τρία από τα δέκα πέντε κράτη μέλη υφίστατο η νομική κατηγορία τηςληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεως που εξομοιώνει, κατά το μάλλον ή ήττον, τη συμβίωση δύο ομοφυλοφύλων με αυτή δύο εγγάμων υπό την παραδοσιακή του όρου έννοια.

49.
    Επομένως, όπως κατά την έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Reed δεν υφίστατο κοινωνική εξέλιξη γενικού επιπέδου που να δικαιολογεί τη διασταλτική ερμηνεία της έννοιας του «συζύγου», ώστε να περιληφθεί σ' αυτή ο σύντροφος σε μια σταθερή σχέση, έτσι και στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνουμε μια κοινωνική εξέλιξη γενικώς λόγω της οποίας η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση μεταξύ δύο ομοφύλων μπορεί να περιληφθεί στην έννοια του «γάμου».

50.
    Συνεπώς, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας ότι η έννοια του «εγγάμου υπαλλήλου» δεν περιλαμβάνει τον υπάλληλο, όπως ο D, που διατηρεί ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως με άτομο του ιδίου φύλου, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α´, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

51.
    Εφόσον χρειάζεται, μπορεί ακόμη να προστεθεί ότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τον σκοπό του νομοθέτη.

52.
    Συγκεκριμένα, όταν εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) 781/98 του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1998, που τροποποιεί τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών σε θέματα ίσης μεταχείρισης (10), το Συμβούλιο, ως νομοθέτης, προτίμησε να μην ικανοποιήσει το σουηδικό αίτημα περί προσθήκης στον ΚΥΚ της εξομοιώσεως της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεως προς τον γάμο. Αντιθέτως, το Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να προβεί στις αναγκαίες μελέτες σχετικά με την αναγνώριση ληξιαρχικώς καταχωρισμένων σχέσεων και να του υποβάλει, βάσει των εν λόγω μελετών, κάθε σχετική κατάλληλη πρόταση (11).

53.
    Συνεπώς, για τον νομοθέτη ο υπάλληλος που έχει ένα ληξιαρχικώς καταχωρισμένο σύντροφο του ιδίου φύλου δεν είναι «έγγαμος υπάλληλος».

54.
    Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι από την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώςεφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (12), στην οποία παραπέμπει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και κατά την οποία «ο εν λόγω κανονισμός [...] πρέπει [...] να εξασφαλίζει στις Κοινότητες τη συνεργασία υπαλλήλων που να διαθέτουν τα υψηλότερα προσόντα ανεξαρτησίας, ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας και να επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση», δεν προκύπτει, κατά την άποψή μου, συμπέρασμα ως προς την έννοια του «γάμου» αντίθετο προς το προαναφερθέν (σκέψη 50), το οποίο απορρέει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου.

55.
    Κατόπιν των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του D καθώς και το επιχείρημα του Βασιλείου της Σουηδίας ότι το Πρωτοδικείο δεν ερμήνευσε ορθά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ δεν είναι βάσιμα.

E - Επί της εφαρμογής της «αρχής του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως του κοινοτικού υπηκόου»

56.
    Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά την παραβίαση της «αρχής του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως του κοινοτικού υπηκόου» εκ μέρους του Πρωτοδικείου, καθόσον ερμήνευσε τη ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση του D αυτοτελώς, διαφορετικά απ' ό,τι ο σουηδικός νόμος. Σύμφωνα με τον D, εφόσον καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν ρυθμίζει την ιδιότητα αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σουηδικός νόμος.

57.
    Το Συμβούλιο θεωρεί ότι η αρχή αυτή, όπως απορρέει από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην υπόθεση Δαφέκη (13), στις οποίες παραπέμπει ο D, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο έπραξε ορθά ερμηνεύοντας αυτοτελώς την έννοια του «γάμου» στην εν λόγω διάταξη του ΚΥΚ.

58.
    Από την ανάγνωση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα La Pergola προκύπτει ότι «η αρχή του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως του κοινοτικού υπηκόου», για την οποία γίνεται λόγος, αφορά το ζήτημα σε ποιον βαθμό ένας κοινοτικός υπήκοος πρέπει να μπορεί να στηρίζεται στα πιστοποιητικά που του χορηγούν οι αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την αναγνώριση εκ μέρους κράτους μέλους διορθωμένης ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως κοινοτικού υπηκόου, την οποία χορήγησε άλλο κράτος μέλος και η οποία περιείχε διορθωμένη ημερομηνία γεννήσεως.

59.
    Εν προκειμένω, επιβάλλεται πάντως η διαπίστωση ότι ουδόλως τίθεται θέμα αναγνωρίσεως των πιστοποιητικών του D σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση. Το Συμβούλιο δεν αμφισβήτησε την οικογενειακή κατάσταση του D κατά το σουηδικό δίκαιο, ήτοι την ιδιότητά του ως ληξιαρχικώς καταχωρισμένου συντρόφου, ούτε τα σχετικά πιστοποιητικά που χορήγησαν οι σουηδικές αρχές.

60.
    Επομένως, δεν βρισκόμαστε στην ίδια περίπτωση με αυτή για την οποία ο γενικός εισαγγελέας La Pergola ανέπτυξε τη συλλογιστική του σχετικά με την «αρχή του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως του κοινοτικού υπηκόου». Συνεπώς, δεν μπορούμε να συναγάγουμε από τη συλλογιστική αυτή ότι συντρέχει εν προκειμένω παραβίαση της εν λόγω αρχής.

61.
    Αντιθέτως, το ζήτημα είναι αν η οικογενειακή αυτή κατάσταση, ήτοι η ιδιότητα του ληξιαρχικώς καταχωρισμένου συντρόφου, η οποία ουδόλως αμφισβητείται, πρέπει να εξομοιωθεί με αυτήν του εγγάμου για την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α´, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Διατυπούμενο κατ' αυτόν τον τρόπο, το ζήτημα αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και όχι την «αρχή του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως του κοινοτικού υπηκόου».

62.
    Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της αρχής αυτής, θεωρώ ότι δεν μπορεί, λόγω αυτής, να υποχρεωθούν τα λοιπά κράτη μέλη και, κατ' επέκταση, η κοινοτική έννομη τάξη, να αναγνωρίζουν τα αποτελέσματα του γάμου στους κατόχους σουηδικής ληξιαρχικής πράξης σχέσεως συμβιώσεως.

63.
    Επομένως, θεωρώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.

Ζ - Επί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως

64.
    Με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, o D υποστηρίζει ότι η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως του ΚΥΚ εκ μέρους του Πρωτοδικείου επιφέρει διάκριση έναντι αυτού, στηριζόμενη στον σεξουαλικό του προσανατολισμό.

65.
    Το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιόν του, διαπίστωσε κατ' αρχάς ότι ο κανονισμός 781/98 δεν τέθηκε σε ισχύ παρά μετά την έκδοση της αποφάσεως περί απορρίψεως.

66.
    Στηριζόμενο στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Δικαστηρίου, ιδιαιτέρως δε στην απόφαση Grant (14), το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το Συμβούλιο, ως εργοδότης, δεν όφειλε να εξομοιώσει με γάμο, υπό την έννοια των διατάξεων του ΚΥΚ, την κατάσταση ενός προσώπουπου διατηρούσε με σύντροφο του ιδίου φύλου σταθερή σχέση, μολονότι η σχέση αυτή είχε καταχωριστεί επισήμως από εθνική αρχή.

67.
    ´Οσον αφορά τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως, ο οποίος αφορούσε ειδικότερα την αρχή της ίσης αμοιβής ανδρών και γυναικών που καθιερώνει το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι οι εν λόγω διατάξεις του ΚΥΚ εφαρμόζονταν με τον ίδιο τρόπο σε άνδρες και γυναίκες υπαλλήλους, οπότε ουδόλως υφίστατο διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης.

68.
    Οι αναιρεσείοντες και οι παρεμβαίνοντες αμφισβητούν την ερμηνεία του Πρωτοδικείου. Κατ' ουσίαν, συμφωνούν ότι οι παραπομπές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με την έννοια του γάμου δεν ασκούν επιρροή, όπως ακριβώς και οι παραπομπές της προπαρατεθείσας αποφάσεως Grant, καθότι η απόφαση αυτή αφορούσε την περίπτωση ελεύθερης ενώσεως μεταξύ δύο ατόμων και όχι νομίμως κατοχυρωθείσας ενώσεως παράγουσας τα ίδια έννομα αποτελέσματα με τον γάμο.

69.
    Ο D θεωρεί επίσης ότι, επειδή βρίσκεται σε όμοια, από νομικής και πραγματικής απόψεως, κατάσταση με τους εγγάμους συναδέλφους του, πρέπει να έχει τα ίδια δικαιώματα αποδοχών. Το επίδομα στέγης, το οποίο δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο υπάλληλος πρέπει να συμβάλει στην κάλυψη των αναγκών των συντηρουμένων προσώπων (15), αποτελεί μέρος των δικαιωμάτων αυτών. Ο μοναδικός λόγος για τη διακριτική μεταχείριση που υφίσταται σχετικά ο D οφείλεται στο γεγονός ότι ο σύντροφός του είναι του ιδίου με αυτόν φύλου.

70.
    Σύμφωνα με τον D, η διαφορετική αυτή μεταχείριση αποτελεί διάκριση στηριζόμενη αποκλειστικά στον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Θεωρεί ότι η μεταχείριση αυτή συνιστά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης, το οποίο το Δικαστήριο ερμήνευσε κατά τρόπο μη τυπολατρικό στην απόφασή του P κατά S (16).

71.
    Υπ' αυτήν την έννοια, το Βασίλειο της Δανίας αναφέρεται στην οικονομία και τον σκοπό της εν λόγω διατάξεως του ΚΥΚ, η οποία έχει ως αντικείμενο την αντιστάθμιση των δαπανών που σχετίζονται με την εγκατάσταση του συζύγου στον τόπο ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου, προκειμένου να προσελκύσουνικανούς συνεργάτες προς τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας. Οι δαπάνες αυτές όμως δεν διαφέρουν ανάλογα με το αν πρόκειται για σύζυγο ή για σύντροφο.

72.
    Το Συμβούλιο, στηριζόμενο στις συγκεκριμένες διαφορές που υπάρχουν στο σουηδικό δίκαιο μεταξύ γάμου και ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεως, θεωρεί ότι οι δύο αυτές νομικές κατηγορίες δεν μπορούν να εξομοιωθούν. Επικαλούμενο τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Reed και Grant, το Συμβούλιο υποστηρίζει ακόμα ότι, αν επρόκειτο να αντιμετωπιστούν οι δύο αυτές διαφορετικές κατηγορίες με τον ίδιο τρόπο, θα εναπέκειτο στον νομοθέτη να λάβει μια τέτοια απόφαση.

73.
    Το Συμβούλιο υπενθυμίζει επίσης ότι το Βασίλειο της Σουηδίας ζήτησε την εξομοίωση της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεως προς τον γάμο επ' ευκαιρία της εκδόσεως του κανονισμού 781/98. Το Συμβούλιο όμως, ως νομοθέτης, όταν προσέθεσε στον ΚΥΚ το άρθρο 1α κατά το οποίο «οι υπάλληλοι, κατά την εφαρμογή του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, δικαιούνται ίσης μεταχείρισης χωρίς [...] αναφορά [...] στον σεξουαλικό προσανατολισμό», το έπραξε ρητά «υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης που απαιτούν ορισμένη οικογενειακή κατάσταση».

74.
    Ποια πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των επιχειρημάτων αυτών;

75.
    Κατά την άποψή μου, ελλείψει διατάξεως του ΚΥΚ εφαρμοστέας κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών (βλ. ανωτέρω σκέψη 65), τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να εξεταστούν βάσει του γενικού ορισμού της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Κατά πάγια νομολογία, υφίσταται δυσμενής διάκριση όταν άνιση μεταχείριση εφαρμόζεται σε ταυτόσημες ή συγκρίσιμες καταστάσεις και η διαφοροποίηση αυτή δεν δικαιολογείται αντικειμενικά (17).

76.
    Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ΑΔΑ του Συμβουλίου είχε δικαίωμα να στηριχθεί στην κατάσταση που επικρατούσε σε ένα και μοναδικό κράτος μέλος, γεγονός που πρέπει να αποκλειστεί λόγω του κατηγορηματικού ύφους της προπαραταθείσας αποφάσεως Reed, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ακόμη και κατά το σουηδικό δίκαιο, ο γάμος και η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση αποτελούν δύο διακριτές νομικές κατηγορίες. Οι δύο αυτές κατηγορίες όχι μόνον έχουν διαφορετική ονομασία, αλλά το νομικό τους καθεστώς παρουσιάζει ορισμένες διαφορές για τις οποίες οι διάδικοι συζήτησαν εν εκτάσει.

77.
    Επομένως, ο Σουηδός νομοθέτης δεν θέλησε να παράσχει σε δύο άτομα του ίδιου φύλου κατά κυριολεξία πρόσβαση στη νομική κατηγορία του γάμου, αλλά προτίμησε να δημιουργήσει μια χωριστή νομική κατηγορία, η οποία διέπεταιμερικώς από άλλους κανόνες. Ορισμένοι από τους κανόνες αυτούς, όπως η απαγόρευση στους ληξιαρχικώς καταχωρισμένους συντρόφους να υιοθετούν τέκνα ή να ασκούν από κοινού την εποπτεία τέκνων, είναι μάλιστα εκ διαμέτρου αντίθετοι από αυτούς που ισχύουν στον γάμο. Επιπλέον, η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που ένας από τους συντρόφους έχει τη σουηδική ιθαγένεια και κατοικεί στη Σουηδία, προϋπόθεση που δεν ισχύει όσον αφορά τον γάμο.

78.
    Συνεπώς, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη μόνον το σουηδικό δίκαιο, η κατάσταση του ατόμου που συμβιώνει με σύντροφο του ίδιου φύλου υπό το καθεστώς της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεως δεν είναι, από νομικής απόψεως, όμοια με αυτήν του εγγάμου.

79.
    Εντούτοις, το αν η κατάσταση των ατόμων που ζουν με σύντροφο του ίδιου φύλου υπό το καθεστώς της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεως πρέπει να θεωρηθεί ταυτόσημη ή συγκρίσιμη με αυτή των εγγάμων πρέπει να εξεταστεί από τη σκοπιά του κοινοτικού δικαίου.

80.
    Συναφώς, θεωρώ, αντίθετα προς τον D και τις τρεις κυβερνήσεις, ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Grant έχει θεμελιώδη σημασία. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα αν «τα άτομα που διατηρούν σταθερή σχέση με σύντροφο του ιδίου φύλου τελούν στην ίδια κατάσταση (18) με τα έγγαμα άτομα ή με εκείνα που έχουν σταθερή εκτός γάμου σχέση με σύντροφο του αντιθέτου φύλου» (19).

81.
    Το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά στο ερώτημα αυτό. Κατόπιν ενδελεχούς αναλύσεως, μεταξύ άλλων της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οι σταθερές σχέσεις μεταξύ δύο ατόμων του ιδίου φύλου δεν εξομοιώνονται (20) με τις σχέσεις μεταξύ εγγάμων ατόμων ή με τις σταθερές εξωγαμικές σχέσεις μεταξύ ατόμων αντιθέτου φύλου» (21).

82.
    Το Δικαστήριο πρόσθεσε, στην επόμενη σκέψη, ότι, «υπό τις συνθήκες αυτές, μόνο στον νομοθέτη εναπόκειται να θεσπίσει, ενδεχομένως, μέτρα ικανά να επηρεάσουν την κατάσταση αυτή».

83.
    Κατά την άποψή μου, ορθώς το Πρωτοδικείο εφάρμοσε τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην προπαρατεθείσα απόφαση Grant επί της υπό κρίση υποθέσεως.

84.
    Κατ' αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε το 1998, ενώ ο D υπέβαλε την αίτησή του το 1996.

85.
    Ακολούθως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σε αντίθεση προς τα προβαλλόμενα από το Βασίλειο της Δανίας, η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην προπαρατεθείσα απόφαση Grant έχει αρκετά γενικό χαρακτήρα, ώστε να περιληφθεί και το Συμβούλιο στην έννοια του «εργοδότη» πέραν των εργοδοτών του ιδιωτικού τομέα.

86.
    Συγκεκριμένα, από τη σκέψη 35 της αποφάσεως αυτής, ειδικότερα δε από την προπαρατεθείσα περίοδο της σκέψεως αυτής (βλ. ανωτέρω σκέψη 81), προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε σ' ένα συμπέρασμα που ισχύει για το κοινοτικό δίκαιο εν γένει και όχι μόνο για συγκεκριμένο τομέα του κοινοτικού δικαίου.

87.
    Τέλος και προπάντων, θεωρώ, σε αντίθεση με τους αναιρεσείοντες και τους παρεμβαίνοντες, ότι το γεγονός ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Grant αφορά μια σταθερή σχέση και όχι μια ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση δεν συνιστά λόγο για να μη ληφθεί υπόψη η απόφαση αυτή. Στην εν λόγω απόφαση, η οικογενειακή κατάσταση (γάμος ή σταθερή σχέση) δεν είχε καθοριστική σημασία για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου. Για την επίλυση της παρούσας διαφοράς, αυτό που προέχει είναι το γεγονός ότι το Δικαστήριο είπε ότι η σταθερή σχέση με άτομο του ιδίου φύλου ήταν διαφορετική από τη σταθερή σχέση μεταξύ δύο ατόμων αντιθέτου φύλου. Επομένως, στο πλαίσιο της συγκρίσεως αυτής, η μοναδική διαφορά που λαμβάνεται υπόψη δεν είναι η οικογενειακή κατάσταση των οικείων ατόμων, αλλά η φύση, ετεροφυλική ή ομοφυλοφιλική, του ζεύγους τους.

88.
    Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, η σταθερή σχέση μεταξύ δύο ατόμων του ιδίου φύλου είναι διαφορετική από τη σταθερή σχέση μεταξύ δύο ατόμων αντιθέτου φύλου, μπορούμε να στηριχθούμε στην προπαρατεθείσα απόφαση Grant για να υποστηρίξουμε ότι, ομοίως, η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση είναι διαφορετική από τον γάμο.

89.
    Συνεπώς, δεδομένου ότι ένα άτομο, εν προκειμένω ένας υπάλληλος που διατηρεί ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως δεν βρίσκεται, υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, σε κατάσταση παρεμφερή με αυτήν του εγγάμου υπαλλήλου, η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν επιβάλλει την ισότιμη αντιμετώπιση του πρώτου και του δευτέρου.

90.
    Πρέπει να προστεθεί ότι το γεγονός ότι ο υπάλληλος που έχει ένα ληξιαρχικώς καταχωρισμένο σύντροφο πρέπει να συμβάλλει στην κάλυψη τωναναγκών του συντρόφου του ή ότι πρέπει να επιβαρυνθεί με τα έξοδα για την εγκατάσταση του συντρόφου του στον τόπο υπηρεσίας του δεν αρκεί, κατά την άποψή μου, για να καταλήξουμε ότι ο υπάλληλος αυτός πρέπει να αντιμετωπιστεί ως έγγαμος υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α´, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

91.
    Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή δεν προϋποθέτει μόνον την υποχρέωση συντηρήσεως, αλλά απαιτεί, επιπλέον, η υποχρέωση αυτή να εντάσσεται σε ειδικό πλαίσιο, ήτοι αυτό του γάμου. Περαιτέρω, από την προπαρατεθείσα απόφαση Reed, την οποία ανέλυσα ανωτέρω (βλ. σκέψεις 42 και 43), προκύπτει ότι η έννοια του γάμου πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς, λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως στο σύνολο της Κοινότητας.

92.
    Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί, λόγω της ταυτότητας των υποχρεώσεων που προβλέπει το σουηδικό δίκαιο, αφενός, για τους εγγάμους και, αφετέρου, για τους ληξιαρχικώς καταχωρισμένους συντρόφους, ότι πρέπει να εφαρμόζεται στους τελευταίους διάταξη του ΚΥΚ που, βάσει του κειμένου της, εφαρμόζεται στους εγγάμους υπαλλήλους χωρίς αυτό να συνεπάγεται μη τήρηση της προϋποθέσεως που θέτει ο ΚΥΚ και η ερμηνεία του, όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία.

93.
    ´Οσον αφορά το επιχείρημα που ο D προσπαθεί να αντλήσει από την παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης, το Συμβούλιο αντιτάσσει ότι η διάταξη αυτή καλύπτει μόνον τη δυσμενή διάκριση που στηρίζεται στο φύλο ενός ατόμου και όχι αυτήν που στηρίζεται στον σεξουαλικό προσανατολισμό, την οικογενειακή του κατάσταση ή τα βάρη που φέρει.

94.
    Συναφώς, συμφωνώ, όπως και το Συμβούλιο, με τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η εν λόγω διάταξη του ΚΥΚ εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε γυναίκες και άνδρες υπαλλήλους και, ως εκ τούτου, ουδόλως εισάγει διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης. Το Πρωτοδικείο παραπέμπει σχετικά στην προπαρατεθείσα απόφαση Grant, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, πράγματι, σαφώς, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την προπαρατεθείσα απόφαση P κατά S, στην οποία παραπέμπει τώρα ο αναιρεσείων, ότι η διαφορετική μεταχείριση βάσει του σεξουαλικού προσανατολισμού δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης (22).

95.
    Τέλος, το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε πρόσφατα ότι, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, διάκριση υπαγορευόμενη από αντιλήψεις περί του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός ατόμου μπορεί νασυνιστά παράβαση του άρθρου 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Συμβάσεως (23) δεν επηρεάζει την άποψή μου ως προς την υπό κρίση υπόθεση.

96.
    Συγκεκριμένα, με την πρόσφατη αυτή απόφαση δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, από το στάδιο εξελίξεως του δικαίου στο εσωτερικό της Κοινότητας προέκυπτε ότι άτομο που συμβίωνε με ληξιαρχικώς καταχωρισμένο σύντροφο του ιδίου φύλου δεν βρισκόταν στην ίδια κατάσταση με έγγαμο άτομο και ότι, ως εκ τούτου, το πρώτο δεν είχε δικαίωμα να απαιτεί ισότιμη μεταχείριση με το δεύτερο.

97.
    Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 9 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που θεσπίστηκε στη Νίκαια τον Δεκέμβριο του 2000 προβλέπει ότι: «το δικαίωμα γάμου και το δικαίωμα ίδρυσης οικογένειας διασφαλίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν την άσκησή τους». Στις επεξηγήσεις που καταρτίστηκαν με ευθύνη του προεδρείου της Συνθήκης, οι οποίες δεν έχουν νομική αξία αλλά προορίζονται απλώς να διασαφηνίσουν τις διατάξεις του Χάρτη υπό το φως των συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της υπογραφής της Συνθήκης, αναφέρεται ότι το άρθρο 9 «δεν απαγορεύει ούτε επιβάλλει την αναγνώριση ως γάμου των ενώσεων μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου». Κατά τη γνώμη μου, αυτό επιβεβαιώνει τη διαφορά της καταστάσεως μεταξύ, αφενός, του γάμου και, αφετέρου, της ενώσεως μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου.

98.
    Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, θεωρώ ότι το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως δεν είναι βάσιμο.

Η - Επί της δυσμενούς διακρίσεως που στηρίζεται στην ιθαγένεια και την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων

99.
    Με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, ο D θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στερώντας, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων τριών κρατών μελών (Βασίλειο της Δανίας, Βασίλειο της Σουηδίας, Βασίλειο των Κάτω Χωρών), τους ληξιαρχικώς καταχωρισμένους συντρόφους τα δικαιώματα που συνδέονται με την ιδιότητά τους, συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας και έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα για την άσκηση της ελευθερίας κυκλοφορίας.

100.
    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο D δεν προέβαλε πρωτοδίκως λόγο ακυρώσεως σχετικό με την ύπαρξη διακρίσεως λόγω ιθαγένειας και/ή με την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας. Δεδομένου ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εκτίμηση της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψειτων ισχυρισμών που προβλήθηκαν πρωτοδίκως (24), θεωρώ ότι το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο.

101.
    Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση που, όπως ισχυρίζεται ο D στο υπόμνημά του απαντήσεως, ο λόγος αναιρέσεως που αφορά τη διάκριση λόγω ιθαγένειας αποτελεί απλώς ανάπτυξη του ήδη προβληθέντος πρωτοδίκως λόγου ακυρώσεως που αφορά την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και δεν συνιστά νέο ισχυρισμό, ο λόγος αναιρέσεως θα ήταν αβάσιμος.

102.
    Συγκεκριμένα, δυνάμει της σουηδικής νομοθεσίας, ένας ληξιαρχικώς καταχωρισμένος σύντροφος δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχει τη σουηδική ιθαγένεια. Μόνον ένας από τους δύο συντρόφους πρέπει να την έχει.

103.
    Ούτε ο έτερος σύντροφος, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του, θα θεωρηθεί, αν είναι υπάλληλος, ως «έγγαμος υπάλληλος».

104.
    Συνεπώς, δεν υφίσταται διαφορετική μεταχείριση λόγω ιθαγενείας και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται σχετική δυσμενής διάκριση.

105.
    Επίσης, όσον αφορά τον λόγο αναιρέσεως που στηρίζεται στην παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι ο εργαζόμενος μπορεί να τύχει, στο νέο κοινωνικό σύστημα στο οποίο υπάγεται, πλεονεκτημάτων πανομοιότυπων με αυτά των οποίων ετύγχανε στο κοινωνικό σύστημα όπου υπαγόταν προηγουμένως. Υπό την έννοια αυτή, δεν υφίσταται παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας στην υπό κρίση υπόθεση.

106.
    Αντιθέτως, αν ο λόγος αναιρέσεως σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία έχει ως σκοπό να τύχει ο αναιρεσείων, στο πλαίσιο του νέου κοινωνικού συστήματος, πλεονεκτημάτων που χορηγούνται σε άλλους ασφαλισμένους, εν προκειμένω στους εγγάμους υπαλλήλους, ο λόγος αναιρέσεως είναι στην πραγματικότητα όμοιος με αυτόν που αφορά την ίση μεταχείριση. Ο τελευταίος αυτός λόγος αναιρέσεως έχει ήδη κριθεί αβάσιμος.

107.
    Επομένως, κατά το δεύτερο σκέλος του ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που ο D προέβαλε επικουρικώς είναι αβάσιμος.

Θ - Επί του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τον οποίον εγγυάται το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ

108.
    Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αφορά τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τον οποίον εγγυάται το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Κατά τον D, η προστασία της ιδιωτικής ζωής συνεπάγεται την αναγνώριση της υποστάσεως και των αποτελεσμάτων μιας νομίμως κτηθείσας οικογενειακής καταστάσεως και απαγορεύει επεμβάσεις, όπως η διαβίβαση εσφαλμένων στοιχείων σε τρίτους. Εν προκειμένω, πρόκειται για τα πληροφοριακά στοιχεία που διαβίβασε το Συμβούλιο στις βελγικές αρχές και, βάσει των οποίων, ο D ήταν άγαμος. Ο D υποστηρίζει ότι τα πραγματικά περιστατικά της προπαρατεθείσας αποφάσεως Grant, στην οποία εσφαλμένα παρέπεμψε το Πρωτοδικείο, δεν είναι παρεμφερή με τα υπό κρίση.

109.
    ´Οπως και το Συμβούλιο, δεν συμμερίζομαι την ανάλυση αυτή. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Grant, η συλλογιστική της οποίας πρέπει να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής για τους ήδη αναφερθέντες λόγους (βλ. ανωτέρω σκέψεις 83 έως 88), το Δικαστήριο παρέπεμψε στις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά τις οποίες, παρά τη σύγχρονη εξέλιξη των νοοτροπιών έναντι της ομοφυλοφιλίας, οι σταθερές ομοφυλοφιλικές σχέσεις δεν καλύπτονται από το δικαίωμα για σεβασμό της οικογενειακής ζωής το οποίο προστατεύει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (25).

110.
    Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς του D, δεν είναι όλες οι εν λόγω αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προγενέστερες της καθιερώσεως της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσεως. Συγκεκριμένα, η απόφαση Kerkhoven και Hinke κατά Κάτω Χωρών, στην οποία παραπέμπει το Δικαστήριο, εκδόθηκε το 1992, ενώ στη Δανία, για παράδειγμα, η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση καθιερώθηκε το 1989.

111.
    Περαιτέρω, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, η διαβίβαση εσφαλμένων πληροφοριακών στοιχείων σε τρίτους, για την οποία διαμαρτύρεται ο D, ουδεμία σχέση έχει με την υπό κρίση διαφορά.

112.
    Επομένως, θεωρώ ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.

I - Επί του λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ

113.
    Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο D, μέσω του δικηγόρου του, υποστήριξε ότι το Συμβούλιο έπρεπε να του χορηγήσει το επίδομα στέγης κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

114.
    Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρθηκε στη διάταξη αυτή ούτε με την αίτησή του ούτε με την ένστασή του ούτε με τηνπροσφυγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η αρμοδιότητα όμως του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εκτίμηση της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν πρωτοδίκως (26).

115.
    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι ο λόγος αναιρέσεως σχετικά με την παράβαση του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ είναι απαράδεκτος.

Κ - Τελικές παρατηρήσεις

116.
    Επομένως, εν συνόψει, θεωρώ ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως που υπέβαλαν ο D και το Βασίλειο της Σουηδίας είναι αβάσιμες. Συγκεκριμένα, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ούτε το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α´, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ούτε οι προβαλλόμενες από τον D αρχές παρείχαν τη δυνατότητα εξομοιώσεώς του, ως ληξιαρχικώς καταχωρισμένου συντρόφου, με «έγγαμο υπάλληλο». ´Οπως επισήμανε το Πρωτοδικείο, μόνον ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αρμόδιος να αποφασίσει για μια τέτοια εξομοίωση.

117.
    ´Οσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, δυνάμει του άρθρου 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, το άρθρο 70 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή. Επομένως, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο, «όταν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Δικαστήριο αποφασίζει για την κατανομή των εξόδων» και από το οποίο δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει παρέκκλιση λόγω της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας. Λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των λόγων αναιρέσεως που προέβαλε, αφενός, ο D και, αφετέρου, το Βασίλειο της Σουηδίας, θεωρώ δίκαιο να καταδικαστεί ο D στα δύο τρίτα των εξόδων του Συμβουλίου και το Βασίλειο της Σουηδίας στο ένα τρίτο αυτών.

118.
    Οι παρεμβαίνοντες θα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.

IV - Πρόταση

119.
    Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο:

-    να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως·

-    ο D θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα και τα δύο τρίτα των εξόδων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως·

-    το Βασίλειο της Σουηδίας θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα και το ένα τρίτο των εξόδων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως·

-    το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών θα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.


1: -    Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2: -     Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1993, T-65/92 (Συλλογή 1993, σ. II-597, σκέψη 28).


3: -     Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1992, T-43/90 (Συλλογή 1992, σ. II-2619, σκέψη 36).


4: -     Απόφαση της 17ης Απριλίου 1986, 59/85 (Συλλογή 1986, σ. 1283).


5: -     Προπαρατεθείσα απόφαση Reed, σκέψεις 12 και 13.


6: -     Προπαρατεθείσα απόφαση Reed, σκέψη 15.


7: -     Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, 327/82, Ekro (Συλλογή 1984, σ. 107, σκέψη 11), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-287/98, Linster (μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 43).


8: -     Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, 75/63 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1069).


9: -     Προπαρατεθείσα απόφαση Unger, σ. 1074.


10: -     EE L 113, σ. 4.


11: -     Σημείο Α του σημειώματος της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων στο Συμβούλιο, της 27ης Μαρτίου 1998 (έγγραφο 6883/98) - παράρτημα 2 του υπομνήματος απαντήσεως του Συμβουλίου.


12: -     ΕΕ L 56, σ. 1.


13: -     Απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1997, C-336/94 (Συλλογή 1997, σ. I-6761).


14: -     Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1998, C-249/96 (Συλλογή 1998, σ. I-621, σκέψεις 34 και 35).


15: -     Συναφώς, ο D παρέπεμψε με τα υπομνήματά του στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 1996, T-147/95, Pavan κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-291 και II-861, σκέψη 42), και, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στην απόφαση της 23ης Μαρτίου 1988, 248/87, Μουρίκη κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1721).


16: -     Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-13/94 (Συλλογή 1996, σ. I-2143).


17: -     Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-389/98 P, Gevaert κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 54), και C-459/98 P, Martínez del Peral Cagigal κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 50).


18: -     Η υπογράμμιση δική μου.


19: -     Προπαρατεθείσα απόφαση Grant, σκέψη 29.


20: -     Η υπογράμμιση δική μου.


21: -     Προπαρατεθείσα απόφαση Grant, σκέψη 35.


22: -     Προπαρατεθείσα απόφαση Grant, σκέψη 47.


23: -     Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 1999, Salgueiro da Silva Mouta (αριθ. 33290/96).


24: -     Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψη 59).


25: -     Προπαρατεθείσα απόφαση Grant, σκέψη 33.


26: -     Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Brazzelli κ.λπ.