Language of document : ECLI:EU:C:2002:447

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER

της 11ης Ιουλίου 2002 (1)

Υπόθεση C-466/00

Arben Kaba

κατά

Secretary of State for the Home Dipartment

[αίτηση του Immigration Adjudicator (Ηνωμένο Βασίλειο)

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Διαδικασία - Παρατηρήσεις σε απάντηση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα - Θεμελιώδη δικαιώματα - Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 - Κοινωνικό πλεονέκτημα - Δικαίωμα του συζύγου διακινούμενου εργαζομένου να λάβει άδεια διαμονής αορίστης διάρκειας στο έδαφος του κράτους μέλους»

I - Εισαγωγή

1.
     Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι ασυνήθης. Ο Immigration Adjudicator (πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε θέματα εισόδου και διαμονής αλλοδαπών) υποβάλλει εκ νέου στο Δικαστήριο παρεμφερή αίτηση - όσον αφορά τους διαδίκους και τη διαφορά της κύριας δίκης καθώς και το αντικείμενο των ερωτημάτων - με την αίτηση που είχε ήδη απευθύνει το 1998 στο Δικαστήριο και στην οποία δόθηκε εμπεριστατωμένη απάντηση.

2.
     Παρ' όλα αυτά, το βρετανικό δικαστήριο δεν ζητά απλώς νέα εξέταση εν όψει των στοιχείων εκτιμήσεως που απαριθμεί, αλλά καλεί το Δικαστήριο να καθορίσει, γενικώς, τους μηχανισμούς που διαθέτει το εθνικό δικαστήριο και οι διάδικοι της κύριας δίκης για να διασφαλίσουν ότι η διεξαγωγή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας πληρούσε τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, καθώς και να διαπιστώσει αν, κατά την πρώτη προδικαστική παραπομπή, οι προϋποθέσεις αυτές τηρήθηκαν.

3.
     Το γενικό πρόβλημα που αποτελεί τη βάση της νέας αυτής προδικαστικής παραπομπής αφορά το ζήτημα του αν η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ιδίως η περιορισμένη δυνατότητα των διαδίκων για ακρόαση μετά την παρουσίαση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, συνάδει με τις απαιτήσεις δίκαιης δίκης όπως τις ερμηνεύει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

II - Οι κρίσιμες για την υπόθεση κοινοτικές διατάξεις

4.
     Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανομισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (2), προβλέπει:

«1.    Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται, στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.

2.    Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.»

5.
    Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού 1612/68 έχει ως εξής:

«Ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των, έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους τα εξής πρόσωπα:

α)    έκαστος των συζύγων και οι κατιόντες τους οι οποίοι έχουν ηλικία κάτω των 21 ετών ή συντηρούνται απ' αυτόν·

β)    οι ανιόντες του εργαζομένου αυτού και του συζύγου του, τους οποίους αυτός συντηρεί.»

6.
     Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στην διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών στο εσωτερικό της Κοινότητας (3), ορίζει:

«Σε μέλος της οικογενείας που δεν έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους χορηγείται έγγραφο διαμονής της ιδίας ισχύος με αυτό που χορηγείται στον εργαζόμενο από τον οποίον εξαρτάται.»

III - Εθνικό νομικό πλαίσιο

7.
    Οι κρίσιμες για την υπόθεση διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι ο Immigration Act 1971 (νόμος του 1971 περί αλλοδαπών), το Immigration (European Economic Area) Order 1994 (διάταγμα του 1994 σχετικά με τους αλλοδαπούς που προέρχονται από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στο εξής: διάταγμα ΕΟΧ) και oι United Kingdom Immigration Rules (House of Commons Paper 395) (κανόνες περί αλλοδαπών που ψηφίστηκαν από το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου το 1994, στο εξής: Immigration Rules), όπως ίσχυαν κατά την ημερομηνία των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης. Οι διατάξεις αυτές διέπουν την είσοδο και διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο.

8.
     Το άρθρο 255 των Immigration Rules ορίζει:

«Ο υπήκοος ΕΟΧ (πλην των σπουδαστών) και το μέλος της οικογένειάς του που έλαβε άδεια ή άλλο τίτλο διαμονής πενταετούς ισχύος και διέμεινε στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τις διατάξεις του διατάγματος ΕΟΧ 1994 επί τετραετία και συνεχίζει να διαμένει μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή της άδειας ή άλλου τίτλου διαμονής του (αναλόγως της περιπτώσεως) σε άδεια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο αορίστου διαρκείας.»

9.
     Σύμφωνα με το άρθρο 287 των Immigration Rules:

«Οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας διαμονής αορίστου διαρκείας στον σύζυγο προσώπου που βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι:

i)    ότι έλαβε την άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο ή παράταση διαμονής για 12 μήνες και έχει συμπληρώσει 12 μήνες ως σύζυγος προσώπου που βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο στη χώρα, και

ii)    ότι εξακολουθεί να είναι σύζυγος του προσώπου, για τη συνάντηση με το οποίο έλαβε την άδεια εισόδου ή παράταση της άδειας διαμονής, και ότι ο γάμος εξακολουθεί να υφίσταται, και

iii)    έκαστος των συζύγων προτίθεται να ζήσει μονίμως με τον έτερο ως σύζυγος.»

10.
    Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 2 A, του Immigration Act 1971, «η αναφορά σε πρόσωπο εγκατεστημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό έχει εκεί τη συνήθη κατοικία του χωρίς να υπόκειται, βάσει της νομοθεσίας περί ελέγχου αλλοδαπών, σε κανένα περιορισμό όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία μπορεί να παραμείνει στη χώρα».

11.
     Βάσει της σχετικής εθνικής νομολογίας, ο διακινούμενος εργαζόμενος, υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής .νωσης, που διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι άνευ ετέρου «εγκατεστημένος» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

12.
    Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του διατάγματος ΕΟΧ το «δικαιούμενο πρόσωπο» έχει το δικαίωμα να παραμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο διατηρεί την ιδιότητα αυτή, το δικαίωμα δε αυτό εκτείνεται και στα μέλη της οικογένειάς του περιλαμβανομένου και του συζύγου, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του διατάγματος ΕΟΧ. Κατά το άρθρο 6 του διατάγματος αυτού, «δικαιούμενο πρόσωπο» είναι μεταξύ άλλων ο υπήκοος κράτους μέλους του ΕΟΧ που ασκεί στο Ηνωμένο Βασίλειο δραστηριότητα εργαζομένου.

IV - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης

13.
    Τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το ιστορικό της παρούσας διαδικασίας, όπως προκύπτουν από τα διάφορα στοιχεία του φακέλου, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

14.
     Ο A. Kaba, Κοσοβάρος αλβανικής καταγωγής, γιουγκοσλαβικής ιθαγενείας, έφθασε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 5 Αυγούστου 1991. Μολονότι απορρίφθηκε η αίτησή του για άδεια παραμονής ενός μηνός ως επισκέπτης, δεν εγκατέλειψε το βρετανικό έδαφος. Τον Φεβρουάριο του 1992, ο A. Kaba υπέβαλε αίτηση χορηγήσεως ασύλου.

15.
     Στις 4 Μα.ου 1994, ο A. Kaba νυμφεύφθηκε τη Virginie Michonneau, Γαλλίδα υπήκοο, την οποία γνώρισε το 1993 όταν αυτή εργαζόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι σύζυγοι έζησαν μαζί μετά τον γάμο τους. Η V. Michonneau επέστρεψε προσωρινά στη Γαλλία και στη συνέχεια επανήλθε στο αγγλοσαξωνικό έδαφος τον Ιανουάριο του 1994, αναζητώντας εργασία την οποία και βρήκε τον Απρίλιο του 1994. Τον Νοέμβριο του 1994 έλαβε άδεια διαμονής πενταετούς ισχύος, ισχύουσα μέχρι 2 Νοεμβρίου 1999. Ο A. Kaba έλαβε άδεια να παραμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο για την ίδια περίοδο ως σύζυγος κοινοτικού υπηκόου που ασκεί στο Ηνωμένο Βασίλειο τα δικαιώματα που έχει εκ της Συνθήκης ΕΚ.

16.
     Στις 23 Ιανουαρίου 1996, ο A. Kaba υπέβαλε αίτηση διαμονής αόριστης διάρκειας στο Ηνωμένο Βασίλειο· η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1996 του Secretary of State for the Home Department. Με επιστολή της 3ης Οκτωβρίου 1996, ο Secretary of State διευκρίνισε ότι ο προσφεύγων δεν πληροί τις προϋποθέσεις του σημείου 255 των Immigration Rules, εφόσον η σύζυγός του διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τις διατάξεις του διατάγματος ΕΟΧ μόνον ένα έτος και δέκα μήνες.

17.
     Στις 15 Σεπτεμβρίου 1996, ο A. Kaba προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Immigration Adjudicator, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις των Immigration Rules που εφαρμόζονται στα πρόσωπα τα οποία «βρίσκονται και είναι εγκατεστημένα» στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι ευνοϊκότερες από αυτές που εφαρμόζονται στη σύζυγό του και στον ίδιο.

18.
     Ο Immigration Adjudicator έκρινε ότι η κατάσταση της εκκρεμούς ενώπιόν του υποθέσεως ήταν παρεμφερής με την υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 17ης Απριλίου 1986, 59/85, Reed (4), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα διακινούμενου εργαζομένου να λάβει για τον άγαμο σύντροφό του, που δεν έχει την ιθαγένεια του κράτους μέλους υποδοχής, άδεια διαμονής μαζί του στο έδαφος του κράτους αυτού συνιστά «κοινωνικό πλεονέκτημα» υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.

19.
     Ο Immigration Adjudicator επισήμανε πάντως ότι μολονότι στην απόφαση Reed (5) το Δικαστήριο έκρινε ότι κράτος μέλος που παρέχει κοινωνικό πλεονέκτημα, υπό την έννοια άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, στους υπηκόους του δεν μπορεί να αρνηθεί το ίδιο πλεονέκτημα στους διακινούμενους εργαζόμενους υπηκόους άλλων κρατών μελών, επισήμανε επίσης, στη σκέψη 23 της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1992, C-370/90, Singh (6), ότι τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 39 ΕΚ και 43 ΕΚ) δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν στους αλλοδαπούς συζύγους των υπηκόων τους κανόνες σχετικούς με την είσοδο και διαμονή ευνοϊκότερους από αυτούς που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο.

20.
     Στις 25 Σεπτεμβρίου 1998, ο Immigration Adjudicator υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)    Αποτελεί “κοινωνικό πλεονέκτημα” κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 το δικαίωμα υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας διαμονής αορίστου διαρκείας στο Ηνωμένο Βασίλειο και το δικαίωμα να εξεταστεί η αίτηση αυτή;

2)    Συνιστά παράνομη δυσμενή διάκριση, αντιβαίνουσα στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, η προϋπόθεση που επιβάλλεται στους συζύγους κοινοτικών υπηκόων να έχουν διαμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο επί τετραετία για να μπορούν να υποβάλλουν επιτυχώς αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής αορίστου διαρκείας στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. σημείο 255 των Immigration Rules, House of Commons Paper 395), συγκρινόμενη με την προϋπόθεση της δωδεκάμηνης διαμονής πριν από την υποβολή τέτοιας αιτήσεως που ισχύει για τους συζύγους Βρετανών υπηκόων και τους συζύγους προσώπων που βρίσκονται και είναι εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο (σημείο 287 των Immigration Rules, House of Commons Paper 395);»

21.
     Η ενώπιον του Δικαστηρίου δημόσια συνεδρίαση έλαβε χώρα στις 15 Ιουνίου 1999.

22.
     Στις 30 Σεπτεμβρίου 1999, ο γενικός εισαγγελέας A. La Pergola ανέπτυξε τις προτάσεις του, με τις οποίες πρότεινε στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το δικαίωμα διαμονής αόριστης διάρκειας που προβλέπεται στη βρετανική νομοθεσία πρέπει να αναγνωρισθεί ως «κοινωνικό πλεονέκτημα» υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, που θεσπίζει η διάταξη αυτή, εμποδίζει το δίκαιο του κράτους μέλους να εξαρτά τη χορήγηση του πλεονεκτήματος αυτού από διαφορετικές περιόδους διαμονής αναλόγως του αν ο προσφεύγων είναι σύζυγος διακινούμενου κοινοτικού εργαζομένου ή σύζυγος προσώπου «που βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο» στο κράτος αυτό.

23.
     Το αγγλικό κείμενο των προτάσεων αυτών απεστάλη στον A. Kaba στις 27 Ιανουαρίου 2000.

24.
    Με τηλεομοιοτυπία της 3ης Φεβρουαρίου 2000, οι εκπρόσωποι του A. Kaba γνωστοποίησαν στο Δικαστήριο τις αμφιβολίες που είχαν ως προς την ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζονταν προφανώς οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα· επειδή, κατά την άποψή τους, οι ανακρίβειες αυτές συνιστούσαν εξαιρετικούς λόγους που δικαιολογούσαν την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ανακοίνωσαν ότι θα καταθέσουν προσεχώς συμπληρωματικές παρατηρήσεις.

25.
    Στις 16 Μαρτίου 2000, οι δικηγόροι του A. Kaba κατέθεσαν τις υποσχεθείσες παρατηρήσεις, οι οποίες κατέληγαν ως εξής:

«Τα προεκτεθέντα στοιχεία τεκμηριώνονται με ήδη υποβληθέντα στο Δικαστήριο έγγραφα. Πάντως, αν το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να επαναλάβει την προφορική διαδικασία για να διασφαλίσει την πλήρη κατανόηση των αποφασιστικών πτυχών και να ανορθώσει τα εσφαλμένα συμπεράσματα του γενικού εισαγγελέα, οι εκπρόσωποι του A. Kaba είναι συναφώς διαθέσιμοι.»

26.
    Με έγγραφο της 31ης Μαρτίου 2000, ο Γραμματέας του Δικαστηρίου ανακοίνωσε την παραλαβή των νέων γραπτών παρατηρήσεων που κατετέθησαν επ' ονόματος του A. Kaba, επισημαίνοντάς του ότι ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν προβλέπει την κατάθεση παρατηρήσεων μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας και, συνεπώς, δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος του φακέλου.

27.
    Με την απόφαση της 11ης Απριλίου 2000, διορθωθείσα με διάταξη της 4ης Μα.ου 2001, το Δικαστήριο έκρινε ότι, χωρίς να χρειαστεί να κρίνει το ζήτημα αν το δικαίωμα διαμονής αόριστης διάρκειας συνιστά «κοινωνικό πλεονέκτημα», κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους επιβάλλουσα στους συζύγους των διακινουμένων εργαζομένων, υπηκόων άλλων κρατών μελών, να έχουν διαμείνει για τέσσερα χρόνια στο έδαφός του πριν μπορέσουν να ζητήσουν άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας, ενώ επιβάλλει υποχρέωση διαμονής μόνον δώδεκα μηνών στους συζύγους των προσώπων που είναι εγκατεστημένα στο εν λόγω έδαφος, τα οποία δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό όσον αφορά την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας μπορούν να διαμείνουν στο έδαφος αυτό, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.

28.
    Με έγγραφο της 25ης Απριλίου 2000, οι εκπρόσωποι του A. Kaba ζήτησαν από το Δικαστήριο τα πρακτικά της προφορικής διαδικασίας της 15ης Ιουνίου 1999, πράγμα το οποίο δεν έγινε δεκτό για τον λόγο ότι τα πρακτικά αυτά αποτελούν «εσωτερικά έγγραφα του Δικαστηρίου».

29.
    Στις 12 Σεπτεμβρίου 2000, ο A. Kaba προσέφυγε κατά του Ηνωμένου Βασιλείου ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για προβαλλομένη παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: Σύμβαση).

30.
    Ενώπιον του Immigration Adjudicator, ο προσφεύγων υποστήριξε, πρώτον, ότι το Δικαστήριο εσφαλμένως χαρακτήρισε την άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας ως ασφαλέστερη ή σταθερότερη από το καθεστώς που απολαύουν οι κοινοτικοί υπήκοοι εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, πράγμα το οποίο οδήγησε το Δικαστήριο να κάνει δεκτή την εσφαλμένη άποψη ότι ο προσφεύγων διεκδικεί ευρύτερο δικαίωμα διαμονής από αυτό που αναγνωρίζεται στην ίδια τη σύζυγό του, κοινοτική υπήκοο. Ο γενικός εισαγγελέας επηρέασε την συλλογιστική αυτή ερμηνεύοντας στην παράγραφο 50 των προτάσεών του, τις παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ως δικαιολογούσες τη διαπιστωθείσα διαφορετική μεταχείριση ενώ, στη πραγματικότητα, οι παρατηρήσεις αυτές δεν στηρίζονταν στην αιτιολογία τους, αλλά στη συγκρισιμότητα των καταστάσεων. Το ζήτημα της αιτιολογίας δεν προβλήθηκε σε κανένα στάδιο της διαδικασίας.

31.
    Δεύτερον, ο A. Kaba υποστήριξε ότι ο γενικός εισαγγελέας επαναθεώρησε τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση της υποθέσεως της κύριας δίκης. Το αιτούν δικαστήριο συντάσσεται με την κριτική αυτή καθόσον το μόνο αποφασιστικό στοιχείο που περιλαμβάνεται στην πρώτη διάταξη περί παραπομπής είναι η διαφορά των περιόδων διαμονής που απαιτούνται από τις δύο κατηγορίες των εν λόγω προσώπων, εφόσον συνομολογείται ότι ο ενδιαφερόμενος πληρούσε τις άλλες προϋποθέσεις που απαιτούνται από τους Immigration Rules.

32.
    Τρίτον, ο προσφεύγων προσήψε στον γενικό εισαγγελέα ότι υποστήριξε, στην παράγραφο 3 των προτάσεών του, ότι το διάταγμα ΕΟΧ δεν αφορά τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου ή τις οικογένειές τους, ενώ, στην πράξη και σύμφωνα με την απόφαση της

7ης Ιουλίου 1992, Singh (7), το διάταγμα ΕΟΧ εφαρμόζεται στους Βρετανούς υπηκόους και στις οικογένειές τους που επιστρέφουν στο Ηνωμένο Βασίλειο αφού έχουν ασκήσει τα εκ της Συνθήκης απορρέοντα δικαιώματά τους σε άλλο κράτος μέλος. Η μομφή αυτή αντανακλάται επίσης στην αιτιολογία της νέας αιτήσεως παραπομπής.

33.
    Τέλος, ο A. Kaba προέβαλε άλλους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, το Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει άλλως.

V - Τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα

34.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Immigration Adjudicator αποφάσισε στις 17 Δεκεμβρίου 2000, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, να υποβάλλει στο Δικαστήριο νέα αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ως εξής:

Ερώτημα 1

«1)    Τι είδους μηχανισμούς διαθέτουν τα εθνικά δικαστήρια ή οι διάδικοι στις δίκες (ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων και του ΔΕΚ) για να διασφαλίζουν ότι όλη η διεξαγωγή της διαδικασίας συνάδει προς τις υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και συνεπώς να διασφαλίζουν ότι δεν προκύπτει ευθύνη λόγω παραβάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ είτε βάσει των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε ενώπιον του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;

2)    Η διεξαγωγή της διαδικασίας της υποθέσεως αυτής συνάδει προς τις απαιτήσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και, αν όχι, πώς επηρεάζει το γεγονός αυτό την ισχύ της πρώτης αποφάσεως;»

Ερώτημα 2

«Εφόσον ο Immigration Adjudicator έκρινε ότι ο εφεσείων και ο σύζυγος προσώπου που βρίσκεται και έχει εγκατασταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν (ή μπορούσαν να έχουν) διαφορετική μεταχείριση κατά το ότι:

α)    ο εφεσείων, έχοντας εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο ως σύζυγος κοινοτικού υπηκόου που ασκεί τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας, απαιτείται να βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο τέσσερα χρόνια προτού μπορέσει να ζητήσει άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας, λαμβανομένου υπόψη,

β)    ότι ο σύζυγος του προσώπου που βρισκόταν και έχει εγκατασταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο (είτε Βρετανός υπήκοος είτε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας) θα δικαιούνταν μετά ένα έτος, άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας;

Εφόσον καμία απόδειξη (ή επιχείρημα) σχετικά με τη δικαιολογία της διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ του εφεσείοντος και τέτοιου συζύγου προσώπου που βρίσκεται και έχει εγκατασταθεί δεν προσκομίστηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου είτε κατά την προφορική συνεδρίαση που οδήγησε στη διάταξη περί παραπομπής της 25ης Σεπτεμβρίου 1998, με τις γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις του εφεσιβλήτου ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ή κατά την προφορική διαδικασία που οδήγησε στην παρούσα διάταξη περί παραπομπής, παρά το αίτημα του Adjudicator προς παροχή πλήρους επιχειρηματολογίας, ο Immigration Adjudicator ερωτά:

1)    Ανεξαρτήτως της απαντήσεως στο πρώτο προαναφερθέν ερώτημα, έχει την έννοια η απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2000 στην υπόθεση αυτή (υπόθεση C-356/98) ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, υπήρξε διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 39 ΕΚ και/ή άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68;

2)    Αφού επανεκτιμηθούν τα πραγματικά περιστατικά, υφίσταται διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 39 ΕΚ και/ή άρθρο 7, παράγραφος 2 του κανονισμού 1612/68;»

VI - Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων

35.
    .πως αναγνωρίζει το ίδιο αιτούν δικαστήριο, τα δύο ερωτήματα που παραπέμπει στο Δικαστήριο διακρίνονται πλήρως, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε, πάντοτε σύμφωνα με την άποψη του Adjudicator, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί ανεξαρτήτως της απαντήσεως που θα δοθεί στο πρώτο.

Το πρώτο υποβληθέν ερώτημα είναι αρκετά αφηρημένο. Στο πρώτο σημείο, ζητούνται από το Δικαστήριο οι μηχανισμοί, θεωρούμενοι ως σύνολο, τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιήσει τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και τα ενδιαφερόμενα μέρη για να εξακριβώσουν ότι «το σύνολο της διαδικασίας» διεξήχθη σύμφωνα με τις απορρέουσες από τα θεμελιώδη δικαιώματα απαιτήσεις.

Το δεύτερο μέρος του πρώτου ερωτήματος δεν είναι μόνον αφηρημένο, αλλά είναι εξάλλου αόριστο και υποθετικό. Μπορεί να θεωρηθεί ότι, με τη διατύπωση «η διαδικασία της παρούσας υποθέσεως», το ερώτημα αφορά αποκλειστικά τα στάδια της ενώπιον του Δικαστηρίου προδικαστικής διαδικασίας· πάντως, εν όψει του προηγουμένου σημείου, πρέπει να εννοηθεί ότι πρόκειται για τη διαδικασία εν συνόλω. Εξάλλου, δεν είναι εύλογο να ζητηθεί, χωρίς άλλη διευκρίνιση, αναγνώριση του συμβατού μιας ολόκληρης διαδικασίας, ούτε καν του προδικαστικού ζητήματος, με τις θεσπιζόμενες στο άρθρο 6 της Συμβάσεως προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης.

Η ανάγνωση των δύο μερών του ερωτήματος αυτού εκτός του πλαισίου τους θα καταλήξει σε απόφαση με την οποία το Δικαστήριο θα κρίνει εαυτόν αναρμόδιο για να τα εξετάσει, εφόσον το άρθρο 234 δεν του αναθέτει την αποστολή να διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες επί γενικών υποθετικών ζητημάτων, αλλά να συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών (8).

36.
    Πάντως, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, πρέπει να διευκρινιστεί η διατύπωση του πρώτου αυτού ερωτήματος εν όψει των επιχειρημάτων που προεβλήθησαν στο πλαίσιο του δευτέρου ερωτήματος. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αντιστοιχεί προφανώς στο ακόλουθο σχήμα: αφενός, ερωτώνται οι συνέπειες μη τηρήσεως μιας από τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και, αφετέρου, προτείνεται να γίνει νέα εξέταση, που να δικαιολογείται εν μέρει από την προβαλλομένη μη τήρηση των προϋποθέσεων αυτών.

37.
    Συνεπώς, κρίνω ότι είναι εύλογο και συνάδει επιπλέον με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, να εξετασθεί κατ' αρχάς το δεύτερο ερώτημα και να προβληθεί στη συνέχεια, ενδεχομένως, το αποτέλεσμα της εξετάσεως αυτής στο πρώτο ερώτημα.

1.    Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα

38.
    Με τη διάταξη της 25 Σεπτεμβρίου 1998, με την οποία υπέβαλε το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ο Immigration Adjudicator ζητεί να μάθει, πρώτον, αν το δικαίωμα αιτήσεως αδείας διαμονής αόριστης διάρκειας είναι «κοινωνικό πλεονέκτημα» υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 και, δεύτερον, αν η υποχρέωση τετραετούς διαμονής που επιβάλλεται στους συζύγους κοινοτικών υπηκόων, συγκρινόμενη με τη δωδεκάμηνη περίοδο που απαιτείται από τους συζύγους των Βρετανών υπηκόων και των εξομοιουμένων προς αυτών προσώπων, συνιστά δυσμενή διάκριση, αντίθετη προς την ίδια αυτή διάταξη.

39.
    Το δεύτερο ερώτημα της παρούσας αιτήσεως για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως έχει στην πράξη το ίδιο αντικείμενο (9).

40.
    Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το παραδεκτό της νέας αυτής αιτήσεως για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Εντός των ορίων που ορίζει το άρθρο 234 ΕΚ της Συνθήκης, εναπόκειται έτσι αποκλειστικά στα εθνικά δικαστήρια να αποφασίζουν επί της αρχής και του αντικειμένου της ενδεχόμενης παραπομπής στο Δικαστήριο και εναπόκειται επίσης αποκλειστικά στα δικαστήρια αυτά να κρίνουν αν θεωρούν ότι έχουν φωτιστεί επαρκώς από την προδικαστική απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς τους ή τους φαίνεται αναγκαίο να απευθυνθούν εκ νέου στο Δικαστήριο, και τούτο χωρίς να θίγεται ο δεσμευτικός χαρακτήρας των προδικαστικών αποφάσεων (10).

41.
    Πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά η διάταξη περί παραπομπής και να τοποθετηθεί σε νέο πλαίσιο χάρη στις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υποβλήθησαν επ' ονόματι του A. Kaba, για να γίνουν αντιληπτοί οι λόγοι που οδήγησαν τον Immigration Adjudicator να υποβάλει εκ νέου στο Δικαστήριο παρεμφερές ερώτημα.

42.
    Από την εξέταση αυτή προκύπτει, πρώτον, ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί δεδομένο ότι ο σύζυγος κοινοτικού υπηκόου που έχει ασκήσει δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας βρίσκεται, εν όψει της θεσπιζομένης με τον κανονισμό απαγορεύσεως κάθε διακρίσεως, σε παρεμφερή κατάσταση με την κατάσταση δικαιούχου καθεστώτος προσώπου που βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για βρετανό υπήκοο ή για το ότι έχει λάβει άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο Adjudicator τονίζει ότι, κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην πρώτη προδικαστική παραπομπή, ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ούτε καν κατά τη διάρκεια της δημόσιας συνεδριάσεως που κατέληξε στην υποβολή της παρούσας προδικαστικής παραπομπής δεν προβλήθηκε καμία απόδειξη ή επιχειρηματολογία σχετικά με την αιτιολογία της διαφορετικής αντιμετωπίσεως των δύο αυτών καταστάσεων.

43.
    Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. La Pergola της 30ής Σεπτεμβρίου 1999 είναι εσφαλμένες ως προς τον καθορισμό του προσωπικού πεδίου εφαρμογής και του διατάγματος ΕΟΧ του 1994.

44.
    Εν όψει των περιστάσεων αυτών, το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να μάθει αν η απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2000 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι διαπιστώθηκε απαγορευομένη διάκριση (πρώτη υποθετική περίπτωση) ή αν καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα μετά από νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (δεύτερη υποθετική περίπτωση).

45.
    Η απάντηση στην πρώτη υποθετική περίπτωση είναι προφανής. Στις σκέψεις 30 έως 35 της αποφάσεώς του της 11ης Απριλίου 2000, το Δικαστήριο αποφάνθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια, αποκλείοντας την προβαλλομένη άποψη (11). Συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε καμία διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο.

46.
    Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί η δεύτερη υποθετική περίπτωση, με άλλα λόγια να αναζητηθεί εάν, εν όψει των στοιχείων που προέβαλε το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να γίνει νέα εξέταση, δυνάμενη να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.

47.
    Τα στοιχεία αυτά είναι δύο, τα οποία θα εκθέσω το ένα κατόπιν του άλλου.

48.
    Πρώτον, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία το μόνο στοιχείο που διακρίνει τον αιτούντα και ένα πλασματικό πρόσωπο που είναι υπήκοος του Ηνωμένου Βασιλείου ή που βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο στη χώρα αυτή είναι η σημασία της περιόδου διαμονής που απαιτείται για την υποβολή της εν λόγω αιτήσεως. Περαιτέρω, στο σημείο 60 των προτάσεών του, ο γενικός εισαγγελέας έλαβε υπόψη του τις παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ως σκοπούσες να αιτιολογήσουν διαπιστωθείσα διαφορετική μεταχείριση, ενώ οι εν λόγω παρατηρήσεις στηρίζονταν στη συγκρισιμότητα των καταστάσεων.

49.
    Δεύτερον, στο σημείο 3 των προτάσεων, ο γενικός εισαγγελέας υπέπεσε σε σφάλμα κρίνοντας ότι το Immigration (Eurorean Economic Area) Order 1994 δεν αφορά τους Βρετανούς υπηκόους ή τα μέλη της οικογενείας τους ενώ, εκ των πραγμάτων, το νομοθέτημα αυτό εφαρμόζεται στην πράξη σε όλους τους Βρετανούς υπηκόους και στις οικογένειές τους που επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους αφού έχουν ασκήσει τα απορρέοντα από τη Συνθήκη δικαιώματά τους σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι απολαύουν του δικαιώματος που διευκρινίστηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, Singh (12).

50.
    Στην εξέταση που θα ακολουθήσει, σκοπίμως δεν έλαβα υπόψη διάφορους ισχυρισμούς του A. Kaba οι οποίοι, πλήν του γεγονότος ότι αποτέλεσαν το αντικείμενο πρόσφορης απαντήσεως στο πλαίσιο της πρώτης προδικαστικής διαδικασίας, δεν συνδέονται άμεσα με καμία από τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου. Επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι μόνον το αιτούν δικαστήριο δύναται να υποβάλει στο Δικαστήριο νέα στοιχεία εκτιμήσεως που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική απάντηση σε ήδη υποβληθέν ερώτημα (13).

Α - Επί της προβαλλομένης εσφαλμένης εφαρμογής του τρόπου εκτιμήσεως της διακρίσεως

51.
    Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει προφανώς ότι το Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί, ως πραγματικό στοιχείο ή ως ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, το γεγονός ότι ο σύζυγος κοινοτικού διακινούμενου εργαζομένου βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τον σύζυγο «προσώπου το οποίο βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο» υπό την έννοια της βρετανικής κανονιστικής ρυθμίσεως (14). Η διαπίστωση αυτή εναπόκειται μόνον στον εθνικό δικαστή, ενώ ο κοινοτικός δικαστής μπορεί να κληθεί να εκτιμήσει μόνον αν η διαφορετική μεταχείριση των δύο υποθετικών περιπτώσεων (διαμονή τεσσάρων ετών για τον σύζυγο κοινοτικού εργαζομένου και διαμονή μόνον ενός έτους για τον σύζυγο του «προσώπου που βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο») αντίκειται στη θεσπιζόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού απαγόρευση κάθε διακρίσεως ή, γενικώς, στο άρθρο 39 ΕΚ.

52.
    Ο προσφεύγων της κύριας δίκης διευκρινίζει περισσότερο το σημείο αυτό, υποστηρίζοντας ότι η συγκρισιμότητα των δύο καταστάσεων είναι πρόβλημα που εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά και την εθνική νομοθεσία, η λύση του οποίου εναπόκειται μόνον στο εθνικό δικαστήριο.

53.
    Ο A. Kaba προσθέτει ορισμένα στοιχεία με σκοπό να αποδείξει την ομοιότητα των δύο καταστάσεων:

1)    ούτε η άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας στο Ηνωμένο Βασίλειο ούτε τίτλος διαμονής βάσει του κοινοτικού δικαίου μπορούν να εξαρτώνται από οποιαδήποτε ρητή προϋπόθεση όσον αφορά τη διαχρονική ισχύ τους·

2)    μολονότι η άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας καθίσταται ανίσχυρη κατά την αναχώρηση του δικαιούχου της από το Ηνωμένο Βασίλειο, οι κοινοτικοί εργαζόμενοι απολαύουν της ελευθερίας εισόδου στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου και εξόδου από αυτό·

3)    αμφότεροι μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο απελάσεως για λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας·

4)    ο Nationality Directorate (αρμόδιος οργανισμός σε θέματα ιθαγενείας) θεωρούσε, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, τους κοινοτικούς κατοίκους ως «πρόσωπα που βρίσκονται και είναι εγκατεστημένα» για τους σκοπούς αποκτήσεως της ιθαγενείας (15).

54.
    Τέλος, ο A. Kaba επικαλείται υπέρ αυτού τις αποφάσεις της 12ης Μα.ου 1998, C-85/96, Martinez Sala (16), και της 4ης Μα.ου 1999, C-262/96, Sürül (17), με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η δυσμενής μεταχείριση κοινοτικού υπηκόου ή του συζύγου του για τον λόγο ότι δεν είχαν στην κατοχή τους έγγραφο που δεν απαιτείται από τους υπηκόους του κράτους μέλους υποδοχής.

55.
    Στη συνέχεια, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, στο σημείο 60 των προτάσεων της 30ής Σεπτεμβρίου 1999, ο γενικός εισαγγελέας Α. La Pergola ερμήνευσε τις παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ως δικαιολογούσες την επίδικη διαφορετική μεταχείριση ενώ, στην πραγματικότητα, οι παρατηρήσεις αυτές εντάσσονταν στο πλαίσιο της συζητήσεως περί της συγκρισιμότητας των καταστάσεων. .τσι, ο γενικός εισαγγελέας στηρίχθηκε σε στοιχείο που δεν συζητήθηκε από τους διαδίκους σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, ούτε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν και με λιγότερο σαφή διατύπωση, ο Adjudicator θεωρεί προφανώς ότι αυτή η προβαλλομένη πλάνη εκτιμήσεως ανευρίσκεται στην απόφαση (18).

56.
    Ο A. Kaba υιοθετεί τις διευκρινίσεις αυτές, προσθέτοντας ότι, εν όψει των διαπιστώσεων των Adjudicator, που περιλαμβάνονται στην πρώτη διάταξη περί παραπομπής και επιβεβαιώνονται στη δεύτερη, είναι πρόδηλο ότι τα ακόλουθα αποσπάσματα της αποφάσεως της 11ης Απριλίου 2000 δεν αντανακλούν την κατάσταση που περιέγραψε το εθνικό δικαστήριο:

α)    σκέψη 24 της αποφάσεως: ο Adjudicator διευκρίνισε ότι ο προσφεύγων δεν αξίωνε να του χορηγηθεί δικαίωμα διαμονής ευρύτερο από αυτό που χορηγείται στον ίδιο τον διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά ότι αμφότεροι βρίσκονται σε παρεμφερή κατάσταση ως προς την απαγόρευση διακρίσεων·

β)    σκέψεις 29 έως 31 της αποφάσεως: ο Adjudicator έκρινε ότι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίσθηκε η Βρετανική Κυβέρνηση ενώπιον του Δικαστηρίου, καμία αντικειμενική διαφορά δεν μπορεί να επηρεάσει την συγκρισιμότητα των δύο καταστάσεων.

57.
    Η άποψη που υποστηρίζει ο A. Kaba, και με την οποία συντάσσεται προφανώς το αιτούν δικαστήριο, είναι, κατά την άποψή μου, θεμελιωδώς εσφαλμένη. Σύμφωνα με όσα εξηγεί ο προσφεύγων της κύριας δίκης, αν ληφθούν ως βάση οι διαπιστώσεις της διατάξεως περί παραπομπής, η μόνη προβληματική πτυχή της προηγουμένης διατάξεως είναι η διαφορά των περιόδων διαμονής που απαιτούνται από τις δύο κατηγορίες των εν λόγω προσώπων.

Πάντως, η συλλογιστική επί της οποίας στηρίζεται ο ισχυρισμός αυτός σκοπεί, όχι τόσο δύο παρεμφερείς καταστάσεις για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου, αλλά δύο καταστάσεις οι οποίες, στην πράξη, αντιμετωπίζονται εν πολλοίς με παρόμοιο τρόπο (και οι οποίες, σύμφωνα με τον A. Kaba, πρέπει να έχουν την ίδια αντιμετώπιση).

58.
    Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 EK, που στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των επίδικων περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου και, συνεπώς, το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας του κύρους κοινοτικού νομοθετήματος, βάσει πραγματικών περιστατικών που του επισημαίνονται από το εθνικό δικαστήριο (19).

59.
    Πάντως, ο κοινοτικός δικαστής, η αποστολή του οποίου εμπνέεται από τους σκοπούς της Συνθήκης, δεν υποχρεούται να δεχθεί αμιγώς και απλώς τους απορρέοντες από το εσωτερικό δίκαιο νομικούς χαρακτηρισμούς ή την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου (20).

60.
    Αντιθέτως, η συγκρισιμότητα των καταστάσεων, προκειμένου να διαπιστωθεί ενδεχόμενη απαγορευόμενη διάκριση, πρέπει να εκτιμηθεί εν όψει του κοινοτικού δικαίου.

61.
    Το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 θέτει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διακινουμένων εργαζομένων υπηκόων κράτους μέλους και των εργαζομένων υπηκόων του κράτους υποδοχής, ως προς όλους τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση σε περίπτωση ανεργίας. Η παράγραφος 2 εκτείνει την αρχή αυτή σε κοινωνικά και φορολογικά πλεονεκτήματα που απολαύουν οι ημεδαποί εργαζόμενοι.

62.
    Πάντως, το Δικαστήριο έκρινε ότι ως «κοινωνικά πλεονεκτήματα» νοούνται όλα εκείνα τα πλεονεκτήματα τα οποία, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται ή όχι με σύμβαση εργασίας, αναγνωρίζονται γενικά στους ημεδαπούς εργαζομένους, λόγω κυρίως της αντικειμενικής ιδιότητας των τελευταίων ως εργαζομένων ή λόγω του ότι έχουν απλώς την κατοικία τους στο εθνικό έδαφος, και των οποίων η χορήγηση κατ' επέκταση και στους εργαζομένους, υπηκόους άλλων κρατών μελών, εμφανίζεται επομένως ικανή να διευκολύνει την κινητικότητά τους εντός της Κοινότητας (21).

63.
     Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, προκειμένου να γίνει αποτελεσματικώς επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού απαιτείται να έχει υπάρξει άνιση μεταχείριση αντίστοιχα των διακινουμένων και των ημεδαπών του κράτους υποδοχής, ως εργαζομένων, όσον αφορά τη χορήγηση πλεονεκτήματος που τους αναγνωρίζεται δυνάμει της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων και του γεγονότος διαμονής τους στο κράτος μέλος υποδοχής. Συνεπώς, το άρθρο 7, παράγραφος 2, δεν εφαρμόζεται όταν οι κατηγορίες των συγκρινομένων προσώπων ελήφθησαν υπόψη, όχι ως εργαζόμενοι, αλλά σύμφωνα με κάποιον άλλον θεμιτό νομικό χαρακτηρισμό. Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται περαιτέρω όταν, μολονότι τα συγκρινόμενα πρόσωπα είναι εργαζόμενοι, το εν λόγω πλεονέκτημα δεν χορηγείται λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητας αυτής ή μόνον της διαμονής. Η πολυπλοκότητα της συλλογιστικής αυτής είναι μάλλον επιφανειακή παρά πραγματική: στην πράξη, τα εν λόγω πρόσωπα υπό την ιδιότητά τους ως εργαζόμενοι δεν είναι δικαιούχοι πλεονεκτήματος που χορηγείται βάσει άλλων κριτηρίων πλην της ιδιότητας του εργαζομένου ή απλώς της διαμονής. Επί της ουσίας, πρόκειται για το ίδιο πρόβλημα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Πάντως, η παρατήρηση αυτή είναι χρήσιμη για την ανάλυση που θα ακολουθήσει.

64.
    Στις προτάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1999, ο γενικός εισαγγελέας Α. La Pergola έκρινε ότι το δικαίωμα διαμονής αόριστης διάρκειας που αναγνωρίζεται στον σύζυγο διακινούμενου εργαζομένου αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού. Ο γενικός εισαγγελέας δέχθηκε ότι είναι αδιάφορο εάν πρόκειται για δικαίωμα μη προβλεπόμενο από την κοινοτική ένομη τάξη, διαφορετικό από αυτά που απολαύει ο εργαζόμενος υπό την ιδιότητα αυτή, και χορηγούμενο λόγω της υπάρξεως ιδιαίτερου δεσμού με το κράτος μέλος υποδοχής. Κατά την άποψη του γενικού εισαγγελέα, το εν λόγω πλεονέκτημα αναγνωρίζεται στους ημεδαπούς εργαζομένους κυρίως και όχι αποκλειστικώς λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων ή απλώς της διαμονής τους στο έδαφος του κράτους υποδοχής (22).

65.
    Πάντως, ο γενικός εισαγγελέας δεν θεωρεί ότι μπορεί βασίμως να γίνεται επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού καθόσον δεν βρισκόμαστε ενώπιον δύο παρεμφερών καταστάσεων. .σον αφορά το δικαίωμα διαμονής, ενώ το άρθρο 255 του Immigration Rules θεσπίζει, με την τετραετή περίοδο που προβλέπει, το καθεστώς που εφαρμόζεται στον διακινούμενο κοινοτικό εργαζόμενο κάτοχο συνήθους αδείας διαμονής, το άρθρο 287 σκοπεί την κατάσταση προσώπου «το οποίο βρίσκεται και είναι εγκαταστημένο» στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο, αντίθετα με τον κοινοτικό διακινούμενο εργαζόμενο, έχει δημιουργήσει διαρκείς δεσμούς με το κράτος υποδοχής, αφού έχει συνήθως διαμείνει συνεχώς σ' αυτό επί τέσσερα έτη. Εφόσον δεν υπάρχουν παρεμφερείς καταστάσεις (ή, τουλάχιστον, συγκρίσιμες καταστάσεις), ο γενικός εισαγγελέας κατέληξε ότι δεν μπορεί να υφίσταται διάκριση λόγω ιθαγενείας (23).

66.
    Με την απόφαση της 11ης Απριλίου 2000, το Δικαστήριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, αφού υπενθύμισε ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να λάβουν υπόψη τις συνέπειες της αντικειμενικής διαφοράς που υπάρχει μεταξύ των ιδίων υπηκόων και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, οσάκις καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας στους συζύγους των προσώπων αυτών (24). Το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να κρίνει το ζήτημα αν το δικαίωμα διαμονής αόριστης διάρκειας αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού. Η θέση αυτή του επέτρεψε να υπερβεί τις δυσχέρειες που απορρέουν αναπόφευκτα αν θεωρηθεί ότι το πλεονέκτημα χορηγείται λόγω της αντικειμενικής ιδιότητας των δικαιούχων του ως εργαζομένων ή απλώς της διαμονής τους, ενώ έκρινε περαιτέρω ότι οι εν λόγω δικαιούχοι διακρίνονται από τον κοινοτικό διακινούμενο εργαζόμενο λόγω των ιδιαιτέρων δεσμών με το κράτος υποδοχής, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση ούτε με την αντικειμενική ιδιότητα των εργαζομένων ούτε απλώς με τη διαμονή τους.

67.
    Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει σαφώς ότι ούτε οι αναπτυχθείσες προτάσεις ούτε η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Kaba συνεπάγονται την παραμικρή τροποποίηση των δεδομένων της διαφοράς, όπως παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο.

68.
    Σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή από τον κοινοτικό δικαστή έννοια, η διάκριση συνίσταται στη διαφορετική μεταχείριση ταυτόσημων καταστάσεων ή στην ίδια μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων (25). Πάντως, δεν μπορεί να υπάρχει διάκριση αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (26).

Στον συγκεκριμένο τομέα της κοινωνικής πολιτικής, το Δικαστήριο προτιμά τη διατύπωση ότι η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων προϋποθέτει ότι οι άνδρες και οι γυναίκες εργαζόμενοι στους οποίους εφαρμόζεται η αρχή αυτή βρίσκονται σε παρεμφερείς καταστάσεις (27).

69.
    Πάντως, μολονότι είναι αληθές ότι εξαρτάται κατ' ουσίαν από πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, η σύγκριση δύο καθεστώτων δεν απαλλάσσεται κάθε νομικού χαρακτηρισμού. Στο σημείο αυτό έγκειται, κατά την άποψή μου η θεμελιώδης πλάνη συλλογιστικής στην οποία αναφέρθηκα ανωτέρω και η οποία μπορεί να εξηγηθεί ως εξής: το γεγονός ότι διαφορετική αντιμετώπιση παραμφερών καταστάσεων συνιστά διάκριση δεν σημαίνει ότι δύο καταστάσεις που έχουν παρεμφερή (ή ταυτόσημη) αντιμετώπιση είναι οπωσδήποτε συγκρίσιμες. Μολονότι ο ισχυρισμός αυτός είναι προφανής, ας μου επιτραπεί ένα σαφέστατο παράδειγμα συναφώς.

70.
    Δυνάμει του άρθρου 13, Α, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ (28), περί εναρμονίσεως του φόρου προστιθεμένης αξίας, απαλλάσσονται, μεταξύ άλλων, τόσο οι δραστηριότητες που συνδέονται με τις παραδόσεις ανθρωπίνων οργάνων (στοιχείο δ´) όσο και τα ιδιαίτερα μαθήματα που παραδίδονται από εκπαιδευτικούς (στοιχείο ι´). Από αυτή την ίση μεταχείριση δεν μπορεί να αντληθεί ως συνέπεια ότι η δωρεά οργάνων και τα ιδιαίτερα μαθήματα είναι συγκρίσιμες καταστάσεις. Οι δύο αυτές υποθετικές καταστάσεις μπορεί να θεωρηθούν παρεμφερείς από τη συγκεκριμένη άποψη του γενεσιουργού γεγονότος του ΦΠΑ. Η φοροαπαλλαγή μπορεί να οφείλεται σε λόγους, οι οποίοι είναι επίσης συνήθεις, όπως η επιθυμία να ευνοηθεί η πρόσβαση σε ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες για λόγους γενικού συμφέροντος, χωρίς όμως ωστόσο η περιορισμένη και λειτουργική σύγκριση των καταστάσεων να υπερβαίνει το πλαίσιου του έμμεσου αυτού φόρου. Η απόδειξη συναφώς είναι ότι, παρά την ομοιότητα αυτή, κανονιστική ρύθμιση που υποβάλλει σε αυστηρό διοικητικό έλεγχο τις παραδόσεις οργάνων ενώ οι εκπαιδευτικοί απολαύουν πλήρους ελευθερίας για την παράδοση ιδιαιτέρων μαθημάτων, ουδόλως δημιουργεί δυσμενή διάκριση. Εν τούτοις, θα μπορούσε, θεωρητικώς, να υποστηριχθεί ότι στο παράδειγμά μου υφίσταται άνιση μεταχείριση - μεταξύ δύο δραστηριοτήτων στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί ευνοϊκό καθεστώς για λόγους γενικού συμφέροντος -, παρόλο που η άνιση αυτή μεταχείριση μπορεί αντικειμενικώς να δικαιολογείται, για άλλους ταυτόσημους λόγους. Το γεγονός είναι ότι ανεξαρτήτως της ακρίβειας του πολύ επιφανειακού αυτού δευτέρου τρόπου εκτιμήσεως το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο: δεν υφίσταται διάκριση.

71.
    Η υπόθεση που μας απασχολεί είναι παρεμφερής. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Βρετανική Κυβέρνηση υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, αντίθετα με τον κοινοτικό διακινούμενο εργαζόμενο που έχει δικαίωμα απλής διαμονής, αλλοδαπός «που είναι εγκατεστημένος» στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει δημιουργήσει διαρκείς δεσμούς με τη χώρα υποδοχής, αφού έχει διαμείνει συνεχώς τουλάχιστον επί τέσσερα έτη. Αν ληφθούν υπόψη αυτοί οι «επαρκώς διαρκείς δεσμοί» για την εφαρμογή συγκεκριμένου καθεστώτος άδειας διαμονής αόριστης διάρκειας μπορεί να χαρακτηρισθεί η νομική σχέση καθαυτή, όπως έπραξε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 50 των προτάσεών του και το Δικαστήριο στη σκέψη 33 της αποφάσεώς του, και να διακριθεί από άλλες σχέσεις που δεν παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά, ώστε να μη γίνει δεκτή τελικά η ύπαρξη διακρίσεως. Παρ' όλα αυτά, βάσει αυτής της συλλογιστικής μπορεί, αν ακολουθηθεί το προαναφερθέν θεωρητικό σχήμα, να δικαιολογείται αντικειμενικώς η διαφορετική μεταχείριση προφανώς παρεμφερών καταστάσεων, πράγμα το οποίο εμποδίζει τη διαπίστωση μη σύννομης διακρίσεως. Επομένως, δεν πρόκειται για πρόβλημα επί της ουσίας, αλλά μάλλον για απλό ζήτημα τεχνικής εκτιμήσεως, ζήτημα approach, χωρίς πρακτικές συνέπειες.

72.
    Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται συνήθως κατ' αυτόν τον τρόπο. Πράγματι, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι ορισμένα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνιστούν διάκριση, διαπιστώνει συνήθως δύο παρεμφερείς καταστάσεις, η άνιση μεταχείριση των οποίων δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς. Αντιθέτως, όταν το Δικαστήριο δεν δέχεται ότι υπάρχει απαγορευόμενη διάκριση, κρίνει συνήθως ότι δεν υπάρχει συγκρισιμότητα λόγω της υπάρξεως διαφοράς που είναι επίσης αντικειμενική (29).

73.
    Αν από την προεκτεθείσα συλλογιστική προκύπτει λογικώς ότι το Δικαστήριο μπόρεσε να λάβει υπόψη του το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με την ύπαρξη «διαρκών δεσμών» ως αντικειμενική αιτιολογία της προβαλλομένης διακρίσεως, χωρίς ουδόλως να θιγούν τα δικαιώματα άμυνας (στο μέτρο που το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε στο πλαίσιο της εκατέρωθεν ακροάσεως), τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον το Δικαστήριο έκρινε κατ' αυτόν τον τρόπο προκειμένου να χαρακτηρίσει ορθώς τις επίδικες νομικές σχέσεις και για να μπορέσει να τις διακρίνει, δηλαδή να τις συγκρίνει.

74.
    Τούτο προκύπτει αναμφισβήτητα από το σημείο 50 των προτάσεων του A. La Pergola, όπου αναγνωρίζεται ότι «η περίπτωση του διακινούμενου εργαζομένου πρέπει να κρίνεται και να διέπεται, όπως πράγματι έγινε, διαφορετικά από την κατάσταση του προσώπου που “βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο” στο Ηνωμένο Βασίλειο», όπως και στην απόφαση του Δικαστηρίου, στην οποία, σκέψη 31, διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο πρόκειται να κρίνει από απόψεως «αντικειμενικής διαφοράς» των δύο καταστάσεων.

75.
    Εν συντομία, ουδόλως μπορώ να διαπιστώσω το προβαλλόμενο αίτημα αρχής, το οποίο μάλιστα επιβεβαιώνει προφανώς η νέα αίτηση παραπομπής -, ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της αιτιολογίας της άνισης μεταχειρίσεως και όχι επί της δυνατότητας συγκρίσεως των καταστάσεων.

Β - Επί της προβαλλομένης πλάνης σχετικά με το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του διατάγματος ΕΟΧ του 1994

76.
    Σύμφωνα με τον Adjudicator, «στην παράγραφο 3 των προτάσεών του, ο γενικός εισαγγελέας κρίνει ότι το Immigration (European Economic Area) Order 1994 [...] “δεν σκοπεί τους Βρετανούς υπηκόους ή τα μέλη της οικογενείας τους”». Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι το διάταγμα ΕΟΧ εφαρμόζεται στην πραγματικότητα σε όλους τους Βρετανούς υπηκόους και την οικογένειά τους που επιστρέφουν στο Ηνωμένο Βασίλειο αφού έχουν ασκήσει τα εκ της Συνθήκης απορρέοντα δικαιώματά τους σε άλλο κράτος μέλος και απολαύουν του δικαιώματος που διευκρινίστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση C-370/90 Singh [...], όπως επιβεβαίωσε το Court of Appeal στην απόφασή του Boukssid κατά SSHD [...]. Προκύπτει σαφώς ότι ο γενικός εισαγγελέας υπέπεσε συναφώς σε πλάνη εκτιμήσεως και τούτο συνιστά νέο παράδειγμα του γεγονότος ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν στοιχειοθετεί σταθερή διάκριση, κατά την εφαρμογή των Immigration Rules, μεταξύ των συζύγων των υπηκόων του και των συζύγων των υπηκόων άλλων κρατών μελών.

77.
    Είναι αληθές ότι στην παράγραφο 3 των προτάσεων της 30ής Σεπτεμβρίου 1999, περιγράφοντας το εθνικό νομικό πλαίσιο, ο γενικός εισαγγελέας διευκρίνισε ότι το διάταγμα ΕΟΧ του 1994 «δεν αφορά τους Βρετανούς υπηκόους ή τα μέλη της οικογενείας τους». Η διευκρίνιση αυτή προκύπτει από τo ίδιο το κείμενο του διατάγματος ΕΟΧ, σύμφωνα με το οποίο «EEA national means a national of a State which is a Contracting Party to the European Economic Area Agreement other than the United Kingdom [...]» (30).

78.
    Πάντως, σύμφωνα με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο γενικός εισαγγελέας περιέγραψε ακριβώς την ισχύουσα νομική κατάσταση τόσο κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο όσο και κατά τη χρονική στιγμή που ανέπτυξε τις προτάσεις του, εφόσον οι απορρέουσες από την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, Singh (31), προϋποθέσεις μεταφέρθηκαν στο θετικό δίκαιο μόλις με την έκδοση των Immigration (European Economic Area) Regulations 2000, που αντικατέστησαν το διάταγμα ΕΟΧ από τις 2 Οκτωβρίου 2000.

79.
    Ο προσφεύγων της κύριας δίκης και η Επιτροπή δεν διατύπωσαν καμία παρατήρηση ως προς την προβαλλόμενη πλάνη στην κατανόηση της εσωτερικής κανονιστικής ρυθμίσεως.

80.
    Φρονώ ότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι απορρέουσες από την απόφαση Singh αρχές μπορούν να επιτρέψουν την εφαρμογή του διατάγματος ΕΟΧ, στην πράξη, και στους συζύγους Βρετανών υπηκόων που επιστρέφουν στη χώρα τους αφού έχουν ασκήσει τα δικαιώματά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, η απόφαση αυτή δεν έχει ως αντικείμενο να επηρεάσει τα δικαιώματα ιθαγενείας που διαθέτουν οι ημεδαποί σ' ένα κράτος μέλος, αλλά να επισημάνει σε πιο βαθμό διαθέτουν τα κοινοτικά δικαιώματα κυκλοφορίας και εγκαταστάσεως οι ίδιοι αυτοί ημεδαποί, όταν έχουν κάνει χρήση των δικαιωμάτων αυτών (32). .πως ορθώς παρατήρησε το Δικαστήριο, «τα δικαιώματα αυτά δεν μπορούν να παράγουν πλήρως τα αποτελέσματά τους αν ο εν λόγω υπήκοος εμποδίζεται στην άσκησή τους με κωλύματα που τίθενται, στη χώρα καταγωγής του, κατά την είσοδο και τη διαμονή του συζύγου του. Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο ο σύζυγος κοινοτικού υπηκόου ο οποίος έχει κάνει χρήση των δικαιωμάτων αυτών πρέπει, όταν ο εν λόγω υπήκοος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής του, να διαθέτει τουλάχιστον τα ίδια δικαιώματα εισόδου και διαμονής με αυτά που θα του αναγνώριζε το κοινοτικό δίκαιο αν ο ή η σύζυγός του επιθυμούσε να εισέλθει και να διαμείνει σε άλλο κράτος μέλος. Παρ' όλ' αυτά, τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν στους αλλοδαπούς συζύγους των υπηκόων τους κανόνες σχετικούς με την είσοδο και τη διαμονή περισσότερο ευνοϊκούς από αυτούς που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο» (33).

81.
    Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με αυτά που υποστηρίζει η Βρετανική Κυβέρνηση, ακόμη και κατ' εφαρμογήν των Regulations ΕΟΧ, η εξομοίωση της καταστάσεως των υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου και των μελών της οικογενείας τους με αυτήν κοινοτικού διακινουμένου εργαζομένου λειτουργεί μόνο στις υποθετικές περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται η νομολογία Singh, εκ των οποίων καμμία δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση.

82.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, στην προβαλλόμενη πλάνη εκτιμήσεως του γενικού εισαγγελέα, καθορίζοντας το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του διατάγματος ΕΟΧ, δεν βρήκα κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει τη συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 11ης Απριλίου 2000.

83.
    Συνεπώς, από την εξέταση των στοιχείων εκτιμήσεως βάσει των οποίων το αιτούν δικαστήριο προτείνει νέα εξέταση της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 11 Απριλίου 2000, δεν συνάγεται ότι από τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως προκύπτει διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 39 ΕΚ και/ή προς το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.

2.    Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα

84.
    Εν όψει της λύσεως που δόθηκε στο πλαίσιο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, δεν είναι προφανώς αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, καθόσον το ερώτημα αυτό μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτό. Υπενθυμίζουμε ότι, με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί, αφενός, να μάθει τους μηχανισμούς που διαθέτουν το εθνικό δικαστήριο και οι διάδικοι της κύριας δίκης για να διασφαλίσουν ότι οι απορρέουσες από το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης υποχρεώσεις πληρούνται κατά τη διάρκεια όλης της διαδικασίας· αυτό το υποθετικής φύσεως πρόβλημα είναι απαράδεκτο εφόσον δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη παράβαση της Συμβάσεως αυτής· αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να μάθει αν η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία στην παρούσα απόφαση συνάδει με τις απαιτήσεις του άρθου 6 της Συμβάσεως και, σε αρνητική περίπτωση, αν η κατάσταση αυτή επηρεάζει το κύρος της πρώτης αποφάσεως· από την εξέταση του προηγουμένου ερωτήματος μπορεί να δοθεί αρνητική απάντηση στο τελευταίο αυτό σημείο.

85.
    Θα προσπαθήσω εντούτοις να δώσω στο αιτούν δικαστήριο ορισμένα χρήσιμα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο διασφαλίζει την τήρηση, όχι - γενικώς και αφηρημένως - των δικονομικών απαιτήσεων που απορρέουν από το άρθρο 6, αλλά των απαιτήσεων που αποτελούν προφανώς το αντικείμενο της μέριμνάς του (34).

86.
    Πάντως, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο Adjudicator συντάχθηκε με την επιχειρηματολογία του A. Kaba σύμφωνα με την οποία οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στηρίζονται σε εσφαλμένη κατανόηση του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης διαφορετική από αυτή στην οποία προέβη το αιτούν δικαστήριο. Εκκινώντας από τη διαπίστωση αυτή, ο Adjudicator διερωτάται σε ποια στοιχεία στηρίχθηκε το Δικαστήριο για να καταλήξει στην απόφασή του και, συγκεκριμένα, ως προς το αν το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε παρανοήσεις και αν η ενώπιόν του διαδικασία πληρούσε την απαίτηση δίκαιης δίκης, που θεσπίζεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως.

.πως προκύπτει από το σύνολο της διατάξεως περί παραπομπής, το ερώτημα που τίθεται συγκεκριμένα είναι αν η ενώπιον του κοινοτικού δικαστή διαδικασία, η οποία δεν χορηγεί στους διαδίκους απόλυτο δικαίωμα απαντήσεως στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, συνάδει με τις απαιτήσεις της Συμβάσεως, όπως ερμηνεύονται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

87.
    Το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει στα ερωτήματα αυτά σε ορισμένες προηγούμενες αποφάσεις.

88.
    Το προκαταρκτικό ερώτημα σχετικά με τον ρόλο που επιφυλάσσεται, στο κοινοτικό πλαίσιο, στη Σύμβαση καθώς και στην ερμηνεία της από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτελεί το αντικείμενο πάγιας νομολογίας, σύμφωνα με την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίσει το Δικαστήριο, τούτο δε εμπνεόμενοι από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών καθώς και από τα στοιχεία που παρέχουν οι διεθνείς συμβάσεις που αφορούν την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στις οποίες συνεργάστηκαν ή προσχώρησαν τα κράτη μέλη (35). Συναφώς, η Σύμβαση έχει ιδιάζουσα σημασία (36).

89.
    Ενώ ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως περιλαμβάνονται στις ουσιαστικές διατάξεις της Συμβάσεως, συνιστά επομένως προϋπόθεση νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων, η Ευρωπαϊκή .νωση δεν υπόκειται καθαυτή στον μηχανισμό του ελέγχου που θεσπίζει η Σύμβαση αυτή (37). Μολονότι διαθέτει ανεξάρτητη έννομη τάξη (38), η Κοινότητα δεν επιζήτησε να προσχωρήσει στη Σύμβαση. Μολονότι είναι αληθές ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο (39), η προσχώρηση αυτή, λόγω της συνταγματικής της εμβέλειας, χρήζει προηγουμένης τροποποιήσεως της Συνθήκης, παρ' όλα αυτά τα κράτη μέλη δεν δήλωσαν τη βούλησή τους να προβούν στην τροποποίηση αυτή, μολονότι είχαν ευκαιρίες συναφώς (40).

Πάντως, το Δικαστήριο δίνει τη μεγαλύτερη προσοχή στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (41).

90.
    Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νομίμως, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων, επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Η γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα για μια δίκαιη δίκη εμπνέεται από τη διάταξη αυτή (42).

91.
    Το Δικαστήριο δέχεται εξάλλου ότι είναι εγγενής στην έννοια της δίκαιης δίκης η γενική αρχή που απαγορεύει να θεμελιωθεί δικαστική απόφαση σε πραγματικά περιστατικά ή έγγραφα, των οποίων οι διάδικοι, ή ένας από τους διαδίκους, δεν μπόρεσαν να λάβουν γνώση και επί των οποίων δεν μπόρεσαν συνεπώς να λάβουν θέση (43).

92.
    Πάντως, λόγω της φύσεώς της, η τεχνική που συνίσταται στην υποβολή των ισχυρισμών των διαδίκων και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζουν στην κατ' αντιμωλίαν συζήτηση δεν ακολουθεί επιταγές απόλυτου χαρακτήρα. Μπορεί να πρόκειται απλώς για ένα μέσο με προορισμό να διευκολύνει την απονομή της δικαιοσύνης και να περιλάβει το σύνολο των πραγματικών και νομικών ζητημάτων επί των οποίων πρέπει να αποφανθεί το δικαστήριο. Αυτό ισχύει, κατ' εξοχήν, στις έννομες τάξεις του αγγλο-σαξωνικού συστήματος, όπου στην κατ' αντιμωλίαν ακρόαση («adversarial proceedings») δεν περιλαμβάνεται κανένα στοιχείο που μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο «ανακριτικό σύστημα» και θα μπορούσε να επηρεάσει την έκβαση της υποθέσεως ενώ δεν το προέβαλαν οι διάδικοι. Στις έννομες τάξεις της ηπειρωτικής Ευρώπης, ο κατ' αντιμωλίαν χαρακτήρας της διαδικασίας είναι πιο περιορισμένος: αφενός, τα δικαστήρια εφαρμόζουν το αξίωμα jura novit curia, οπότε παραλείπονται ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά την εφαρμογή του δικαίου· αφετέρου, το τεκμήριο αμεροληψίας του δικαστηρίου καλύπτει και πράξεις όπως η αίτηση εσωτερικής εκθέσεως ή η διεξαγωγή συγκεκριμένης αποδείξεως, γεγονός που, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, μειώνει την ανάγκη συζητήσεως (44).

93.
    .σον αφορά τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που πρέπει να εμπνέεται από διαφορετικές νομικές παραδόσεις, οι σχετιζόμενες με την εκατέρωθεν ακρόαση απαιτήσεις χρήζουν ιδιαίτερης δικαστικής προστασίας μόνον όταν η παραβίασή τους συνιστά προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος, ήτοι όταν οδηγεί σε αδυναμία του διαδίκου να αμυνθεί. Το κατ' εξοχήν πεδίο εφαρμογής των κανόνων της κατ' αντιμωλίαν διαδικασίας είναι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλουν οι διάδικοι στο δικαστήριο. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία αυτά, τα οποία εξ ορισμού προέρχονται εκτός δικαστηρίου, δεν καλύπτονται από το τεκμήριο της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας. Το να ληφθούν υπόψη χωρίς προηγούμενη συζήτηση θα αποτελούσε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας (45).

94.
    Αντίθετα, δεν χρειάζεται να διεξαχθεί κατ' αντιμωλίαν συζήτηση όσον αφορά αυτά που έκρινε ένας δικαστής, η αμεροληψία, και η ανεξαρτησία του οποίου έχουν αποκτηθεί, στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικαστικού του λειτουργήματος.

95.
    Αυτή είναι η άποψη του γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας, εντός του οποίου ο Επίτροπος της Κυβερνήσεως πληροί ανάλογη αποστολή με τον γενικό εισαγγελέα του Δικαστηρίου (46). Σύμφωνα με το ανώτατο αυτό δικαστήριο:

«Η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που σκοπεί να διασφαλίσει την ενώπιον του δικαστή ισότητα των διαδίκων, συνεπάγεται την κοινοποίηση σε καθέναν από τους διαδίκους του συνόλου των στοιχείων του φακέλου, καθώς, ενδεχομένως, αυτεπαγγέλτως προβληθέντες λόγους. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται στο σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας η οποία διεξάγεται υπό τη διεύθυνση του δικαστηρίου. Ο Επίτροπος όμως της Κυβερνήσεως, ο οποίος έχει ως αποστολή να εκθέτει τα προς επίλυση ζητήματα που παρουσιάζει κάθε ένδικη προσφυγή και να γνωστοποιεί, διατυπώνοντας με πλήρη ανεξαρτησία τις προτάσεις του, την εκτίμησή του, η οποία πρέπει να είναι αμερόληπτη, επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου καθώς και τη γνώμη του επί των λύσεων οι οποίες, σύμφωνα με τη συνείδησή του, πρέπει να δοθούν στη διαφορά που έχει υποβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο ανήκει, αναπτύσσει τις προτάσεις του μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας η οποία διεξήχθη κατ' αντιμωλίαν. Ο Επίτροπος της Κυβερνήσεως συμμετέχει στη λειτουργία λήψεως αποφάσεων που αναγνωρίζεται στο Δικαστήριο, του οποίου είναι μέλος. Η άσκηση του λειτουργήματος αυτού δεν υπόκειται στην αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως που εφαρμόζεται στην αποδεικτική διαδικασία. Επομένως, όχι περισσότερο από ό,τι η έκθεση του εισηγητή ή το σχέδιο αποφάσεως, οι προτάσεις του Επιτρόπου της Κυβερνήσεως - οι οποίες μπορεί εξάλλου να μην είναι γραπτές - δεν πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο προηγουμένης κοινοποιήσεως στους διαδίκους, οι οποίοι δεν χρειάζεται να κληθούν να απαντήσουν σχετικώς.» (47)

96.
    Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης συναφώς στη διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 2000, Emesa Sugar (48)· το Δικαστήριο, ενώπιον αιτήσεως υποβολής παρατηρήσεων επί των προτάσεών μου ως γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση εκείνη, αποφάσισε να εκθέσει τη βάση της θεωρίας του.

97.
    Συναφώς, το Δικαστήριο ανέφερε κατ' αρχάς τη θέση και τον ρόλο του γενικού εισαγγελέα στο σύστημα της δικαστικής οργανώσεως που θέσπισε η Συνθήκη ΕΚ καθώς και ο οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, και διευκρινίστηκε με τον Κανονισμό του Διαδικασίας.

98.
    .πως εντός του γαλλικού Conseil d'État, υφίσταται στενός δεσμός, τόσο οργανικός όσο και λειτουργικός, μεταξύ γενικού εισαγγελέα και Δικαστηρίου, του οποίου είναι μέλος· συνεπώς, οι απαιτήσεις της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν είναι εφαρμοστέες επ' αυτού.

99.
    Η απόφαση αρχής, την οποία αποτελεί η διάταξη Emesa Sugar, αναγνωρίζει ότι το Δικαστήριο αποτελείται από δικαστές και γενικούς εισαγγελείς (άρθρο 221 ΕΚ και 222 ΕΚ), οι οποίοι υπόκεινται όλοι στις ίδιες προϋποθέσεις και την ίδια διαδικασία διορισμού (άρθρο 223 ΕΚ) και στο ίδιο καθεστώς (τίτλος 1 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου), ιδίως όσον αφορά την ασυλία και τους λόγους εξαιρέσεως, ώστε να υπάρχει εγγύηση πλήρους αμεροληψίας και πλήρους ανεξαρτησίας τους.

100.
    Οι γενικοί εισαγγελείς ουδόλως μπορούν να συγκριθούν με εισαγγελία ή με ανάλογα πρότυπα. Μεταξύ τους δεν υπάρχει καμία σχέση ιεραρχίας (49), δεν αποτελούν ενιαία εισαγγελική αρχή ούτε εξαρτώνται από άλλη αρχή, το δε έργο τους δεν συνίσταται στην προάσπιση οποιουδήποτε συμφέροντος (50).

101.
    Στη διάταξη Emesa Sugar αναφέρεται επίσης ότι ο ρόλος των γενικών εισαγγελέων είναι να διατυπώνουν δημοσία με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο (άρθρο 222 ΕΚ), για να το συνδράμουν στην εκπλήρωση του έργου του που είναι να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης.

102.
    Μολονότι, τυπικώς, οι προτάσεις διατυπώνονται κατά τη διάρκεια της προφορικής φάσεως της διαδικασίας, το γεγονός αυτό δεν έχει καμία σημασία, διότι στερείται πρακτικών συνεπειών (51). Αυτό που είναι πραγματικά ουσιώδες, είναι το γεγονός ότι, καθώς προκύπτει από το άρθρο 18 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας, οι προτάσεις αποτελούν το πέρας της προφορικής διαδικασίας και ανοίγουν τη φάση της διασκέψεως (52).

103.
    Η διάταξη Emesa Sugar καταλήγει κρίνοντας ότι ο γενικός εισαγγελέας συμμετέχει έτσι δημόσια και προσωπικά στη διαδικασία εκπονήσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, στην εκπλήρωση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο. Εξάλλου, οι προτάσεις δημοσιεύονται με την απόφαση. Λαμβανομένης υπόψη της δικαστικής φύσεως της συνεργασίας του, οι πράξεις του γενικού εισαγγελέα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκατέρωθεν ακροάσεως.

104.
    Είναι αληθές ότι με την απόφαση της 7ης Ιουνίου 2001, Kress κατά Γαλλίας (53), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπενθύμισε, εκτιμώντας μεταξύ άλλων το αν συμβιβάζεται με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως με την αδυναμία των διαδίκων να απαντήσουν στις προτάσεις του Επιτρόπου της Κυβερνήσεως, ότι «ουδείς έθεσε ποτέ σε αμφιβολία την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία του Επιτρόπου της Κυβερνήσεως, και το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει της Συμβάσεως, η ύπαρξή του και το καθεστώς του, από οργανικής απόψεως, δεν τίθενται σε αμφιβολία. Πάντως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανεξαρτησία του Επιτρόπου της Κυβερνήσεως και το γεγονός ότι δεν υπόκειται σε καμμία ιεραρχία, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται, δεν αρκούν καθαυτά για να εξασφαλίσουν ότι η μη κοινοποίηση των προτάσεών του στους διαδίκους και η αδυναμία των διαδίκων να απαντήσουν στις προτάσεις αυτές δεν μπορούν να θίξουν τις προϋποθέσεις δίκαιης δίκης» (54). Πράγμα το οποίο επιτρέπει στους δικαστές του Στρασβούργου να επαναλάβουν την νομολογία τους σύμφωνα με την οποία «η έννοια της δίκαιης δίκης συνεπάγεται επίσης κατ' αρχήν το δικαίωμα των διαδίκων σε μια δίκη να λαμβάνουν γνώση κάθε στοιχείου ή παρατηρήσεως που υποβάλλεται στον δικαστή, ακόμη και από έναν ανεξάρτητο δικαστικό λειτουργό, με σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του, και να την συζητήσουν» (55).

105.
    Αντί της προστασίας ενός θεμελιώδους δικαιώματος, υπάρχει προφανώς βούληση να επιβληθεί μία μοναδική άποψη της οργανώσεως της διαδικασίας χωρίς να εξηγείται συναφώς η ανάγκη πέραν της «θεωρίας των φαινομένων» (56). Μπορεί επίσης νομοτύπως να αναρωτηθεί κανείς, όπως έπραξαν οι επτά δικαστές που υπέγραψαν τη μειοψηφούσα γνώμη - αν, για τους σκοπούς της Συμβάσεως, δεν βαίνουμε πέραν των ορίων του «ευρωπαϊκού ελέγχου» ως προς τις εθνικές ιδιαιτερότητες, οι οποίες παραμένουν νόμιμες καθόσον πληρούν τις υποχρεώσεις αποτελέσματος που απορρέουν από τις συμβατικές απαιτήσεις. Μπορεί επίσης να αναφερθεί, συναφώς, η διατυπωθείσα από τον δικαστή Martens παρατήρηση στην μειοψηφούσα άποψή του, την οποία διατύπωσε στην απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1991, Borgers κατά Βελγίου (57), σύμφωνα με την οποία «η Σύμβαση δεν σκοπεί την ενοποίηση του δικαίου αλλά θεσπίζει οδηγίες και κανόνες οι οποίοι, ως τέτοιοι, προϋποθέτουν ορισμένη ελευθερία των κρατών μελών. Αφετέρου, το προοίμιο της Συμβάσεως καλεί προφανώς το Δικαστήριο να αναπτύξει κοινούς κανόνες. Οι αντικρουόμενες αυτές τάσεις δημιουργούν κάποια ένταση που επιβάλλει στο Δικαστήριο να δρά με σύνεση και να μεριμνά ώστε να αποφεύγονται οι στερούμενες πειστικής αιτιολογίας παρεμβάσεις».

106.
     Προσωπικώς, νομίζω ότι, μολονότι η φαινομενικά δίκαιη διαδικασία έχει κάποια σημασία, η «υποκειμενική σύλληψη της νομικής πραγματικότητας από έναν βέβηλο» (58) είναι σπάνια τόσο λυσιτελής ώστε να αποτελεί ουσιώδες στοιχείο θεμελιώδους δικαιώματος. Είναι κατ' αρχάς δύσκολο να γίνει γνωστή η ακριβής φύση των φαινομενικών καταστάσεων, η προστασία των οποίων ζητείται συγκεκριμένα. Περαιτέρω, δεν υπάρχει προφανώς, ενόψει του προεξεχόντως υποκειμενικού χαρακτήρα της, αξιόπιστη μέθοδος βάσει της οποίας να καθορίζονται οι περιστάσεις υπό τις οποίες μια συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη μπορεί να δημιουργήσει φαινομενική αδικία (59). Στον τομέα αυτόν, η ύπαρξη ποικίλων εθνικών νομικών παραδόσεων και το επίπεδο γνώσεώς τους που μπορεί να αποδοθεί στον ενδιαφερόμενο πρέπει, από την ίδια τους τη φύση, να σταθμιστούν επιμελώς. Είναι δύσκολο να αποφευχθεί η περιορισμένη εξέταση στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον η σύλληψη του υποστατού μπορεί να ποικίλλει ουσιωδώς από ένα πρόσωπο στο άλλο (60). Εξάλλου, η άσκηση που απαιτεί η εκτίμηση της τηρήσεως θεμελιώδους κανόνα προϋποθέτει, γενικώς, να σταθμίζονται τα διάφορα εμπλεκόμενα συμφέροντα, είτε, εν προκειμένω, η ενδεχόμενη αναγκαιότητα προστασίας των φαινομενικών καταστάσεων, αφενός, και οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή η προστασία στην απονομή της δικαιοσύνης, αφετέρου (61).

107.
    Στην υπόθεση Kress, το Δικαστήριο του Στρασβούργου δεν δέχθηκε εντούτοις ότι συντρέχει παραβίαση της Συνθήκης όσον αφορά την αδυναμία απαντήσεως στις προτάσεις του Επιτρόπου της Κυβερνήσεως, εφόσον έκρινε ότι η ενώπιον του Conseil d'Etat διαδικασία προσφέρει επαρκείς εγγυήσεις τηρήσεως της αρχής της εκατέρωθεν συζητήσεως, όπως εννοεί το Δικαστήριο. Αφενός, οι δικηγόροι μπορούν να ζητήσουν από τον Επίτροπο της Κυβερνήσεως, αν το επιθυμούν, να τους επισημάνει το γενικό νόημα των προτάσεών του πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση· αφετέρου, οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν στο δικαστήριο υπόμνημα απαντήσεως στις προτάσεις αυτές· περαιτέρω, αν ο Επίτροπος της Κυβερνήσεως προβάλλει κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση λόγο μη προβληθέντα από τους διαδίκους, ο πρόεδρος αναστέλλει τη διαδικασία ώστε οι διάδικοι να μπορέσουν να υποβάλουν συναφώς παρατηρήσεις.

108.
    Ενώπιον του Δικαστηρίου μας επίσης, οι διάδικοι διαθέτουν σημαντικές εγγυήσεις για την προστασία παρόμοιων δικαιωμάτων άμυνας. Πράγματι, ενόψει του σκοπού της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ο οποίος είναι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να επηρεαστεί το Δικαστήριο από επιχειρήματα επί των οποίων δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως κατόπιν προτάσεως του γενικού εισαγγελέα ή μάλιστα κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, εφόσον κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων (62). Η σύνθεση του Δικαστηρίου που θα προβεί στην έκδοση αποφάσεως αποφαίνεται επί της επαναλήψεως αυτής, είτε κρίνοντας με διάταξη είτε επισυνάπτοντας το παρεπίμπτον αυτό ζήτημα στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, με συνοπτικώς αιτιολογημένη απόφαση (63). Τέλος, προστίθεται ότι, στην πράξη, κάθε έγγραφο που κατατίθεται από τους διαδίκους μετά την ανάπτυξη των προτάσεων αποτελεί το αντικείμενο εξετάσεως του γενικού εισαγγελέα, του εισηγητή δικαστή και του προέδρου της συνθέσεως του Δικαστηρίου, προκειμένου να εξετασθεί αν μπορεί να θεωρηθεί ως αίτηση επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας.

Είναι προφανές ότι, για να αποφανθεί επί της επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας, το Δικαστήριο - και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς - προβαίνει σε εκτίμηση νομικής τάξεως που έγκειται στην εξέταση, αφενός, του αν ο γενικός εισαγγελέας διατύπωσε επιχειρήματα επί των οποίων δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων (μεταξύ των οποίων πρέπει να συνυπολογιστεί η ενδεχόμενη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών ή νομικών περιστατικών που θεμελίωσαν την επιχειρηματολογία του) και, αφετέρου, αν τα επιχειρήματα αυτά μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου· με άλλα λόγια αν δεν πρόκειται, παραδείγματος χάρη, για ζητήματα ήσσονος σημασίας, περιθωριακά ή συναφή. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι διάδικοι διαθέτουν πραγματικό δικαίωμα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας. Με τον τρόπο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί επί του παρόντος το άρθρο 61 του Κανονισμού Διαδικασίας.

109.
    Η συστηματική αναγνώριση στους διαδίκους του δικαιώματος διατυπώσεως παρατηρήσεων σε απάντηση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, με συνακόλουθη συνέπεια το δικαίωμα των άλλων ενδιαφερομένων, κυρίων διαδίκων ή παρεμβαινόντων, να απαντήσουν στις παρατηρήσεις αυτές - ειδάλλως παραβιάζονται οι πραγματικές προϋποθέσεις της διαδικασίας της εκατέρωθεν ακροάσεως (64) -, προσκρούει σε σημαντικές δυσχέρειες και επιμηκύνει τη διάρκεια μιας ήδη πολύ μακράς διαδικασίας. Σε τούτο προστίθενται οι ιδιαίτερες δυσχέρειες που είναι συμφυείς με την κοινοτική ένδικη διαδικασία, οι οποίες έχουν σχέση με το σύνθετο γλωσσικό καθεστώς και τη γεωγραφική απόσταση, οι οποίες καθιστούν δύσκολα αντιληπτή τη διοργάνωση νέας δημόσιας συζητήσεως για τον σκοπό και μόνον της ακροάσεως των αντιδράσεων των διαδίκων στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα (65).

110.
     Αν δοθεί στους διαδίκους το δικαίωμα να διατυπώσουν τη γνώμη τους τελευταίοι στο πλαίσιο της διαδικασίας παρεμποδίζει τον γενικό εισαγγελέα να ασκεί την αποστολή που του έχει ανατεθεί, καθόσον η αποτελεσματικότητα της αναλύσεως στην οποία προβαίνει για να επικουρεί το Δικαστήριο στην αποστολή του διασφαλίσεως της τηρήσεως του δικαίου απαιτεί να διαθέτει όλα τα στοιχεία που υποβάλλονται στην εξέταση αυτών που καλούνται να κρίνουν οριστικώς την υπόθεση. Τούτο μειώνει εξάλλου το συγκεκριμένο περιεχόμενο των προτάσεων ως νομολογιακού στοιχείου, εάν το Δικαστήριο δεν διαθέτει πλήρη στοιχεία της διαφοράς επί της οποίας πρέπει να αποφανθεί, οπότε οι δικαστές στερούνται της αναλύσεως ενός από τα μέλη του Δικαστηρίου και η οποία αποτελεί μέχρι στιγμής πηγή εμπνεύσεως και συμπλήρωμα των αποφάσεων. Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας, γνωρίζοντας ότι οι προτάσεις του θα αποτελέσουν το αντικείμενο απαντήσεως των διαδίκων, θα τις συντάσσει αναπόφευκτα συνυπολογίζοντας τις αντιδράσεις τους και δεν θα τις αναπτύσσει πλέον «με κάθε αμεροληψία και κάθε ανεξαρτησία» όπως επιβάλλει το άρθρο 222 ΕΚ.

111.
    Μολονότι είναι ακριβές ότι «οι συμφυείς με την οργάνωση του κοινοτικού δικαιοδοτικού συστήματος δυσχέρειες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος που αφορά την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως» (66), δεν είναι λιγότερο αληθές ότι οι δυσχέρειες αυτές επιδιώκουν επίσης θεμιτούς σκοπούς για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης στο συγκεκριμένο πλαίσιο της Κοινότητας και, συνεπώς, επιτρέπεται τουλάχιστον να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των εμπλεκομένων συμφερόντων, καθώς και να τίθενται ερωτήματα ως προς τις συγκεκριμένες συνέπειες θεσπίσεως συγκεκριμένης δικονομικής προϋποθέσεως.

112.
    Αν γίνει συνειδητά δεκτή η αρχή ότι κάθε έγγραφο ή παρατήρηση που υποβάλλεται στον δικαστή που καλείται να αποφανθεί πρέπει να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων, τούτο δε βάσει του άυλου θεμελίου των φαινομένων (67), πρέπει να διερωτηθεί κανείς ως προς τον λόγο υπάρξεως της συμμετοχής του γενικού εισαγγελέα στις διάφορες φάσεις της διαδικασίας (68). Ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει στις προτάσεις του τόσο κατά τη διάρκεια της προφορικής και γραπτής φάσεως (69), όσο και στο πλαίσιο πολυαρίθμων άλλων παρεμπιπτόντων και δικονομικών ζητημάτων (70), χωρίς να παρέχεται στους διαδίκους η παραμικρή πληροφόρηση σχετικά με την έννοια ή τους λόγους της προτάσεώς του. Παρ' όλα αυτά, ακόμα και σ' αυτές τις διαδικαστικές φάσεις, ο γενικός εισαγγελέας «εκπληρώνει πραγματικό ρόλο στη διαδικασία» (71). Θα είναι παράδοξο η θεωρία των φαινομένων να έχει μοναδικό στόχο τη δημοσιότερη και διαφανέστερη παρέμβαση του γενικού εισαγγελέα.

113.
    .λες αυτές οι παρεμβάσεις πρέπει να κοινοποιούνται στους διαδίκους για να μπορέσουν να υποβάλλουν, αν το επιθυμούν, τις παρατηρήσεις τους. Σε τελική ανάλυση, ο γενικός εισαγγελέας θα καταστεί αυτό που ουδέποτε υπήρξε, δηλαδή διάδικος, πράγμα το οποίο θα παραμόρφωνε ανεπανόρθωτα τον οργανικό του ρόλο και, ως εκ τούτου, τη χρησιμότητα του θεσμού του και της ιδίας του της υπάρξεως (72).

114.
    Πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν η προστασία έναντι ενός υποθετικού αντικειμενικού φόβου μεροληψίας δικαιολογεί τις συνέπειες αυτές.

Πρέπει να αναγνωρισθεί στα νομικά συστήματα η ικανότητα να προσαρμόζουν τις δικονομικές εγγυήσεις στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο της ασκήσεως της δικαστικής λειτουργίας σε τόσο ιδιαίτερη κοινότητα δικαίου όπως η Ευρωπαϊκή .νωση, ο γενικός εισαγγελέας, με τις προτάσεις του, αμβλύνει το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των αποφάσεων του Δικαστηρίου εκδίδονται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, μετά από απόρρητη διάσκεψη και χωρίς δυνατότητα διατυπώσεως μειοψηφουσών γνωμών. Η νομολογιακή του συμβολή χρησιμεύει επίσης στη συμπλήρωση μιας, ως εκ της φύσεώς της αποσπασματικής, έννομης τάξεως, προωθώντας, παραδείγματος χάρη, την προάσπιση των θεμελιωδών ελευθεριών στην Ευρωπαϊκή .νωση μέσω των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου (73) και μεριμνώντας καθημερινά στο να προσελκύει την προσοχή του Δικατηρίου επί των ζητημάτων αυτών (74).

115.
    Πάντως, ανεξαρτήτως της σημασίας που μπορεί να προσδοθεί στους λόγους αυτούς, η αντίθεσή μου στη θέσπιση καθεστώτος αυτού του είδους είναι άλλης φύσεως: δεν έχω πεισθεί πλήρως ότι το επιβάλλουν οι απαιτήσεις δίκαιης δίκης. Αντιθέτως, φρονώ ότι ο γενικός εισαγγελέας, όπως έχει θεσμοθετηθεί, η αμεροληψία και η ανεξαρτησία του οποίου - εμμένω επί του σημείου αυτού - δεν πρέπει να προκαλούν την παραμικρή επιφύλαξη, συμβάλλει στη δημοσιότητα και διαφάνεια της δικαστικής λειτουργίας του Δικαστηρίου· οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα διευκολύνουν την κατανόηση των αποφάσεων (75) και επηρεάζουν τη διεργασία και την εξέλιξη της κοινοτικής νομολογίας (76), πράγμα το οποίο εμπλουτίζει τη συζήτηση τόσο εντός του Δικαστηρίου όσο και σε άλλους ενδιαφερόμενους κύκλους. Επί του τελευταίου αυτού ζητήματος, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν έχουν ως αποτέλεσμα να οδηγούν σε αποτυχία, αλλά αντιθέτως να ενισχύουν, τον κύριο σκοπό της διαδικασίας βάσει της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως (77). Η πραγματική εγγύηση για τους διαδίκους δεν είναι να μην έχει ο δικαστής καμία πεποίθηση, αλλά να εξετασθεί η υπόθεσή τους με την αυστηρότητα που της αρμόζει (78).

116.
    Τελικώς, φρονώ ότι ούτε οι απαιτήσεις της δίκαιας δίκης ούτε, κατά μείζονα λόγο, οι σκοποί της ορθής απονομής της δικαιοσύνης επιβάλλουν να έχουν οι διάδικοι στις εκκρεμείς ενώπιον του κοινοτικού δικαστή διαδικασίες, γενικώς, δικαίωμα διατυπώσεως παρατηρήσεων σε απάντηση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα.

117.
    Κατά τα λοιπά, παρατηρώ ότι, στην παρούσα υπόθεση, ο A. Kaba υπέβαλε παρατηρήσεις επί των προτάσεων της 30ής Σεπτεμβρίου 1999 του γενικού εισαγγελέα A. La Pergola. .πως κατέδειξα καθ' όλη την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος, ο γενικός εισαγγελέας δεν διετύπωσε κανένα επιχείρημα, επί του οποίου οι διάδικοι δεν μπόρεσαν να διεξάγουν συζήτηση και δεν υπέπεσε σε καμία ουσιώδη πλάνη επί των πραγματικών ή νομικών περιστατικών επί των οποίων στήριξε την επιχειρηματολογία του. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μη επανάληψη της προφορικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνεπάγεται καμμία προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.

VII - Πρόταση

118.
    Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα υποβληθέντα από το Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα:

«1.    Από την εξέταση των στοιχείων εκτιμήσεως που οδήγησαν τον Immigration Adjudicator να προτείνει επανεξέταση της αποφάσεως της 11ης Απριλίου 2000 δεν συνάγεται ότι από τις υπό κρίση περιστάσεις προκύπτει δυσμενής διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 39 ΕΚ ή το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.

2.    Τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο. Συναφώς, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών καθώς και από τα στοιχεία που παρέχουν οι διεθνείς συμβάσεις σχετικά με την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις οποίες τα κράτη μέλη συνεργάστηκαν ή προσχώρησαν. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει, συναφώς, ιδιαίτερη σημασία.

3.    Η μη επανάληψη προφορικής διαδικασίας μετά την υποβολή των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα A. La Pergola στις 30 Σεπτεμβρίου 1999 δεν συνεπάγεται καμία προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, εφόσον στις προτάσεις δεν περιλαμβάνεται κανένα επιχείρημα επί του οποίου δεν μπόρεσαν οι διάδικοι να διεξάγουν συζήτηση, ούτε καμία ουσιώδης πλάνη επί των κρισίμων για την υπόθεση πραγματικών ή νομικών περιστατικών.»


1: -     Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2: -     ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.


3: -     ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 43.


4: -     Συλλογή 1986, σ. 1283.


5: -     Προαναφερθείσα στην παράγραφο 18.


6: -     Συλλογή 1992, σ. I-4265.


7: -     Προαναφερθείσα στο σημείο 19.


8: -     Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 18).


9: -     Ασφαλώς, το αιτούν Δικαστήριο δεν ρωτά πλέον εκ νέου το Δικαστήριο ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό, εν όψει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 του δικαιώματος αιτήσεως αδείας διαμονής αόριστης διάρκειας, αλλά το ερώτημα αυτό θα πρέπει οπωσδήποτε να εξετασθεί εκ προοιμίου αν το Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετείται η προβαλλομένη δυσμενής διάκριση. Είναι επίσης βέβαιο ότι το ερώτημα διατυπώνεται τώρα, εξάλλου, παραπέμποντας στο άρθρο 39 ΕΚ, το γεγονός όμως αυτό δεν είναι ουσιώδες, τόσο δυνάμει της αρχής «jura novit curia» όσο και από τη μη ύπαρξη συγκεκριμένων επιχειρημάτων αναφερομένων στη διάταξη αυτή.


10: -     Βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 1969, 29/68, Milsh-, Fett- und Eierkontor (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 49, σκέψη 3), και της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salò κατά X (Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψη 12), καθώς και τις διατάξεις της 5ης Μαρτίου 1986, 69/85, Wünsche (Συλλογή 1986, σ. 947, σκέψη 15), και της 28ης Απριλίου 1998, C-116/96 REV, Reisebüro Binder GmbH (Συλλογή 1998, σ. I-1889, σκέψη 8).


11: -     Η οποία είναι, κατά τα λοιπά, εκ διαμέτρου αντίθετη με το αποτέλεσμα της εκτιμήσεως του κοινοτικού δικαστή.


12: -     Προαναφερθείσα στο σημείο 19.


13: -     Προαναφερθείσα υποσημείωση Reisebüro Binder, σκέψη 9.


14: -     Με τον τρόπο αυτόν ερμηνεύω τόσο τη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε για την υποβολή αυτού του προδικαστικού ερωτήματος (βλ. την παράγραφο 34 ανωτέρω) όσο και τις κρίσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 17 της διατάξεως αυτής [«Πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι η άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να εξαρτάται από μια ρητή προϋπόθεση όπως η χρονική ισχύς, από την προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται ούτε το δικαίωμα διαμονής εργαζομένου κοινοτικού υπηκόου. Περαιτέρω, από τη στιγμή που ένα πρόσωπο με άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας φύγει από το Ηνωμένο Βασίλειο, η άδειά του/της παραγράφεται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του Immigration Act 1971 και αυτός/(-ή) απαιτείται να λάβουν νέα άδεια εισόδου, η οποία εξαρτάται από την πλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 18 των Immigration Rules (House of Commons Paper 395), ενώ ένας εργαζόμενος κοινοτικός υπήκοος παραμένει ελεύθερος να εισέρχεται, να φεύγει και να επιστρέφει χωρίς να χρειάζεται προηγούμενη άδεια ή εξουσιοδότηση. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αμφότεροι οι κάτοχοι άδειας διαμονής αόριστης διάρκειας στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι εργαζόμενοι κοινοτικοί υπήκοοι μπορούν να απελαθούν από το Ηνωμένο Βασίλειο όταν η απέλαση αυτή βασίζεται σε λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.»]


15: -     Η πρακτική αυτή αποτέλεσε το αντικείμενο τροποποιήσεως υπό περιοριστική έννοια μόνον μεταγενέστερα· κατά τον A. Kaba, τούτο δεν μπορεί συνεπώς να επηρεάσει την παρούσα εξέταση.


16: -     Συλλογή 1998 σ. I-2691.


17: -     Συλλογή 1999, σ. I-2685.


18: -     Στο σημείο 35 της διατάξεως περί παραπομπής, το Εθνικό Δικαστήριο δηλώνει: «αντιλαμβανόμεθα την άποψη του καθού υπό την έννοια ότι [...] αμφισβητεί το γεγονός ότι ο γενικός εισαγγελέας και/ή το Δικαστήριο εκτίμησαν τα πραγματικά περιστατικά και το εθνικό δίκαιο διαφορετικά από ό,τι ο Adjudicator (ασφαλώς υποστηρίζουμε την αντίθετη άποψη)».


19: -     Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, C-235/95, Dumon και Froment (Συλλογή 1998, σ. I-4531, σκέψη 25).


20: -     Αν γίνουν δεκτές κατά γράμμα οι διαπιστώσεις του εθνικού δικαστή, η αποστολή του Δικαστηρίου, ως ερμηνευτή κοινοτικού δικαίου, τίθεται σε αμφισβήτηση. Επομένως, δεν μπορεί να συζητηθεί, αφενός, η άνιση μεταχείριση, διότι πρόκειται αμιγώς για πραγματικό ζήτημα, ούτε, αφετέρου, η ενδεχόμενη αιτιολογία της, εφόσον η αιτιολογία αυτή δεν συζητήθηκε στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας· το Δικαστήριο μπορεί συνεπώς μόνον να επιβεβαιώσει την ύπαρξη απαγορευομένης διακρίσεως.


21: -     Αποφάσεις της 31ης Μα.ου 1979, 207/78, Even (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 19, σκέψη 22), και της 27ης Μα.ου 1993, C-310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. I-3011, σκέψη 18).


22: -     Σημεία 40 και 41 των προτάσεων.


23: -     Σημεία 50 και 64 των προτάσεων.


24: -     Υπόθεση C-356/98, Kaba, (Συλλογή 2000, σ. I-2623, σκέψη 31 και 35).


25: -     Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983, 8/82, Wagner (Συλλογή 1983, σ. 371, σκέψη 18).


26: -     Αποφάσεις της 13ης Απριλίου 2000, C-292/97, Karlsson (Συλλογή 2000, σ. I-2737, σκέψη 39), και της 20ής Σεπτεμβρίου 1998, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. 4563, σκέψη 25).


27: -     Αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-219/98, Abdoulaye κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I-5723, σκέψη 16), και της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-366/99, Grismar (Συλλογή 2001, σ. I-9383, σκέψη 39).


28: -     Οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Μα.ου 1977, έκτη οδηγία περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49).


29: -     Βλ. Tuytschaever F.: Differentation in European Union law, Oxford 1999, ειδικότερα σ. 31.


30: -     «Ως υπήκοος ΕΟΧ νοείται κάθε υπήκοος κράτους, το οποίο είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία στον ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο πλήν του Ηνωμένου Βασιλείου» (η υπογράμμιση δική μου).


31: -     Προαναφερθείσα στο σημείο 19.


32: -     Σκέψη 23 της αποφάσεως Singh, προαναφερθείσα στο σημείο 19.


33: -     .π.π (η υπογράμμιση δική μου).


34: -     Η Επιτροπή προτείνει επίσης να αναδιατυπωθεί κάπως το πρώτο τμήμα του ερωτήματος αυτού και αναφέρεται στους μηχανισμούς που διασφαλίζουν δίκαιη δίκη σε διαδικασία όπως αυτή που περιγράφεται στη δεύτερη διάταξη περί παραπομπής.


35: -     Η απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1969, 29/69, Stauder (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 147), είναι η πρώτη η οποία, σύμφωνα με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα K. Roemer, έκρινε την εκτίμηση του κύρους κοινοτικής πράξεως ενόψει των «θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που περιλαμβάνονται σε γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, των οποίων τον σεβασμό εξασφαλίζει το Δικαστήριο». Μολονότι οι προαναφερθείσες προτάσεις του K. Roemer παρέπεμψαν ήδη στις «κοινές αξιολογήσεις του εθνικού συνταγματικού δικαίου, ιδίως των εθνικών θεμελιωδών δικαιωμάτων (οι οποίες αποτελούν) αναπόσπαστο άγραφο τμήμα του κοινοτικού δικαίου», το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί των πηγών εμπνεύσεως από τις οποίες προκύπτουν οι γενικές αρχές του δικαίου μόνον μεταγενέστερα. Η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 11/70, Internationale Handelsgesellschaft (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 581), αναφέρει τις «κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών» σύμφωνα με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Dutheillet de Lamothe, ο οποίος αναγνώρισε ότι οι θεμελιώδεις αρχές των εθνικών δικαίων «συμβάλλουν στη διαμόρφωση αυτής της κοινής στα κράτη μέλη φιλοσοφικής, πολιτιστικής και νομικής βάσης, από την οποία προκύπτει, κατά πραιτορικό τρόπο, ένα άγραφο κοινοτικό δίκαιο, ένας από τους βασικούς σκοπούς του οποίου είναι ακριβώς η εξασφάλιση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου». Η απόφαση της 14ης Μα.ου 1974, 4/73, Nold (Συλλογή τόμος 1974, σ. 277), αναφέρει «τις διεθνείς συμβάσεις που αφορούν την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στις οποίες συνέπραξαν και προσχώρησαν τα κράτη μέλη». Η απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1975, 36/75, Rutili (Συλλογή 1975, σ. 367), είναι η πρώτη που προσφεύγει ρητώς στις συγκεκριμένες διατάξεις της συμβάσεως ως στοιχείο ερμηνείας προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κοινοτικό πλαίσιο.


36: -     Βλ., μεταξύ πολυαρίθμων άλλων, τις αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, EΡT (Συλλογή 1991, σ. I-2925, σκέψη 41), και, όσον αφορά το άρθρο 6 της Συμβάσεως, την απόφαση της 29ης Μα.ου 1997, C-299/95, Kremzow (Συλλογή 1997, σ. I-2629, σκέψη 14), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα T. Leger της 3ης Φεβρουαρίου 1998, την υπόθεση C-185/95 P, Baustahlfewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-8417 και επόμενες, σ. I-8422, σημείο 24).


37: -     Βλ., συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά της 6ης Ιουλίου 1999, στις υποθέσεις C-174/98 P και C-189/98 P, Van der Wal κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-1, I-3, σημείο 31).


38: -    Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1963, 26/62, Van en Loos (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 861), και τη γνωμοδότηση της 14ης Δεκεμβρίου 1991, 1/91 (Συλλογή 1991, σ. I-6079, σκέψη 21).


39: -     Γνωμοδότηση 28ης Μαρτίου 1996, 2/94 (Συλλογή 1996, σ. I-1759, σκέψη 35).


40: -     Αναφέρομαι φυσικά στις συνεδριάσεις που κατέληξαν στη θέσπιση των συμβάσεων του .μστερνταμ (1997) και της Νίκαιας (2000).


41: -     Bλ., π.χ., τις αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1996, C-13/94, P. κατά S. (Συλλογή 1996, σ. I-2143, σκέψη 16), της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-74/95 και C-129/95, ποινική δίκη κατά X. (Συλλογή 1996, σ. I-6609, σκέψη 25), της 17ης Δεκεμβρίου 1998, Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 29), της 27ης Νοεμβρίου 2001, C-270/99 P, Z. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I-9197, σκέψη 24), καθώς και οι προτάσεις των γενικών εισαγγελέων Lenz της 15ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 236/87, Bergemann (Συλλογή 1988, σ. 5132, σημείο 29), και της 16ης Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-23/93, TV10 SA (Συλλογή 1994, σ. I-4797, σημεία 76 επ.), van Gerven της 5ης Δεκεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-326/88, Hansen (Συλλογή 1990, σ. I-2919, σημείο 14), Darmon της 7ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-49/88, Al-Jubail Fertilizer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-3205, σημεία 111 και 112), Ruiz-Jarabo της 26ης Νοεμβρίου 1996 στις υποθέσεις C-65/95 και C-111/95, Shingara και Radrom (Συλλογή 1997, σ. I-3345, σημείο 71), Tesauro της 13ης Μαρτίου 1997 στην υπόθεση C-368/95, Familiapress (Συλλογή 1997, σ. 3692, σημείο 28), Jacobs της 28ης Ιανουαρίου 1999 στις υποθέσεις C-115/97, C-116/97 και C-117/97, Albany (Συλλογή 1999, σ. I-5754, σημεία 144 επ.), La Pergola της 18ης Μα.ου 1999 στην υπόθεση C-273/97, Sirdar (Συλλογή 1999, σ. I-7405, σημείο 24) και Mischo της 20ής Σεπτεμβρίου 2001 στην υπόθεση C-94/00, Roquette Frères (Συλλογή 2002, σημείο 33).


42: -     Απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 21.


43: -     Αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1961, 42/59 και 49/59, SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 599, σκέψη 156), και της 10ης Ιανουαρίου 2002, C-480/99 P, Plant (που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 24).


44: -     Βλ., τις προτάσεις μου στην προαναφερθείσα υπόθεση Plant, σημείο 34.


45: -     .π.π. παράγραφοι 35 και 37.


46: -     Ο Επίτροπος της Κυβερνήσεως έχει εξάλλου χρησιμεύσει ως πρότυπο για την έννοια του κοινοτικού γενικού εισαγγελέα. Πάντως, πρέπει να επισημανθούν ορισμένες μη αμελητέες διαφορές, όπως η συμμετοχή του γενικού εισαγγελέα σε όλες τις υποθέσεις που υποβάλλονται στο Δικαστήριο - και όχι μόνον αποκλειστικά στις υποθέσεις δικαστικών διαφορών - δημοσίευση των προτάσεών του συγχρόνως με την απόφαση ή μη συμμετοχή του γενικού εισαγγελέα στη διάσκεψη.


47: -     Απόφαση του Conseil d' État της 29ης Ιουλίου 1998, Esclatine, Συλλογή 1998, σ. 320, προτάσεις του Επιτρόπου της Κυβερνήσεως Chauvaux (η υπογράμμιση δική μου).


48: -     Υπόθεση C-17/98, Συλλογή 2000, σ.I-665.


49: -     Ο πρώτος γενικός εισαγγελέας κατανέμει τις νέες υποθέσεις μεταξύ των συναδέλφων του και έχει αντιπροσωπευτικό ρόλο, αλλά ουδόλως μπορεί να παρέμβει στη δικαστικής φύσεως εργασία των γενικών εισαγγελέων.


50: -     Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι «πράγματι, εν όψει του σκοπού της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ο οποίος είναι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να επηρεαστεί το Δικαστήριο από επιχειρήματα επί των οποίων δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως κατόπιν προτάσεως του γενικού εισαγγελέα ή μάλιστα κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, εφόσον κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων». Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, ο προσφεύγων υποστήριξε ενώπιον του Adjudicator ότι το Δικαστήριο, στην υπόθεση Emesa Sugar, έπρεπε να κρίνει ότι υπήρχε παράβαση του άρθρου 6 και ότι «υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία της νομολογίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προφανώς λόγω της περιορισμένης νομολογίας που προέβαλε η αιτούσα στην υπόθεση εκείνη» (η υπογράμμιση δική μου). Αυτή η απόπειρα παροχής διευκρινίσεων δίνει ακριβή ιδέα της έννοιας της εκατέρωθεν ακροάσεως, όπως γίνεται αντιληπτή στις έννομες τάξεις που εμπίπτουν στο common law, οι οποίες αγνοούν ή σχετικοποιούν το ρητό jura novit curia: ο δικαστής - εν προκειμένω το Δικαστήριο - ερμήνευσε εσφαλμένως νομικό ζήτημα για τον λόγο ότι δεν μπόρεσε να λάβει υπόψη τα νομικής φύσεως στοιχεία που δεν προέβαλαν οι διάδικοι.


51: -     Το γεγονός αυτό πρέπει μάλλον να εξηγηθεί ιστορικώς· ίσως συνδέεται με το παλαιό έθιμο σύμφωνα με το οποίο ο Επίτροπος της Κυβερνήσεως στο Conseil d'État «διατύπωνε τις προτάσεις του προφορικώς». Σήμερα, οι προτάσεις υποβάλλονται πάντοτε γραπτώς.


52: -     Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, 206/81, Alvarez κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3369, σκέψη 9).


53: -     Απόφαση που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί. Βλ. τις αναλύσεις του Benoît-Rohmer F: Le commissaire du gouvernement auprès du Conseil d'État, l'avocat général auprès de la Cour de justice des Communautés européennes et le droit à un procès équitable, Revue trimestrielle de droit européen, 2001, αριθ. 4, σελίδες 727 επ.· Alonso García R.: El enjuiciamiento por el Tribunal Europeo de Derechos Humanos del funcionamiento contencioso del Conseil d'État y del Tribunal de Justicia de las Comunidades Europeas (en concreto, del papel desempeρado, respectivamente, por el Comisario del Gobierno y por el Abogado General), Revista Espaρola de Derecho Europeo, 2002, υπ' αριθμόν 1, σ. 1 επ.


54: -     Απόφαση Kress κατά Γαλλίας, σκέψη 71.


55: -     .π.π. σκέψη 74.


56: -     Θεωρία που έχει εκπονηθεί από το δικαστήριο του Στρασβούργου από το ρηθέν «justice must not only be done· it must also be seen to be done» (ΕΔΔΑ, απόφαση Delcour κατά Βελγίου της 17ης Ιανουαρίου 1970, σειρά Α αριθ. 11, σκέψη 31), που έγκειται στο γεγονός ότι προσδίδεται αποφασιστική νομικής φύσεως σημασία στην εντύπωση που μπορεί να δημιουργήσει η διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης σ' έναν μη ενημερωμένο διάδικο. Η θεωρία αυτή ορθώς επικρίθηκε εντόνως και από εξέχοντα μέλη του ιδίου αυτού δικαστηρίου.


57: -     Σειρά Α, αριθ. 214-Β, σ. 25, σκέψη 4.2.


58: -     Σύμφωνα με την πολλή εύγλωττη διατύπωση που χρησιμοποίησε ο δικαστής Martens, όπ.π.


59: -     Είναι ενδεικτικό ότι το Δικαστήριο του Στρασβούργου δεν προσπάθησε καν να σκιαγραφήσει τα κριτήρια εκτιμήσεως των φαινομενικών αυτών καταστάσεων.


60: -     Πράγμα το οποίο θέτει το ερώτημα αν η υιοθετηθείσα λύση, π.χ, στην υπόθεση Kress, θα ήταν η ίδια αν ο προσφεύγων δεν ήταν δημοτικός σύμβουλος μιας μικρής κοινότητας, αλλά ένας ειδικός του γαλλικού δικαίου διοικητικών διαφορών.


61: -     .πως αναφέρει ο δικαστής Martens (μειοψηφούσα γνώμη, συνημμένη στην προαναφερθείσα απόφαση Borgers, σκέψη 3.4.): «Για να καθορισθεί αν δικαιολογούνται αντικειμενικώς οι φόβοι για μεροληψία, πρέπει να γίνει ενδελεχής μελέτη της αντικειμενικής πραγματικότητας πέραν των φαινομένων. Παρεμφερής εκτίμηση θα συμπεριλάβει συνήθως στάθμιση των συμφερόντων, διότι το διακύβευμα έγκειται συχνά όχι μόνον στην εμπιστοσύνη που πρέπει να εμπνέουν τα δικαστήρια, και στο συμφέρον για το κοινό να διαθέτει ορθολογική και λειτουργούσα απρόσκοπτα δικαστική οργάνωση.»


62: -     Προαναφερθείσα διάταξη Emesa Sugar, σκέψη 18. Σημειώνω ότι η προστασία κατά της «δικαστικής εκπλήξεως» (Überraschungsschutz) επιβάλλεται στο ίδιο το Δικαστήριο όσον αφορά την απόφασή του.


63: -     Βλ. διάταξη της 22ας Ιανουαρίου 1992, C-163/90, Legros κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-163/90, Legros κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I-4625)· διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 1992, C-2/91, Meng (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1993, C-2/91, Meng (Συλλογή 1993, σ. I-5751)· διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-312/93, Peterbroeck (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-312/93, Peterbroeck (Συλλογή 1995, σ. I-4599)· διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1997, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I-5449)· απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-284/96, Tabouillot (Συλλογή 1997, σ. I-7471, σκέψεις 20 και 21)· διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-35/98, Verkooijen (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 6ης Ιουνίου 2000, C-35/98, Verkooijen (Συλλογή 2000, σ. I-4071)· διάταξη της 26ης Μαρτίου 1999, C-203/98, Επιτροπή κατά Βελγίου (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-203/98, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1999, σ. I-4899)· διάταξη της 23ης Σεπτεμβρίου 1998, C-262/96, Sürül (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 4ης Μα.ου 1999, C-262/96, Sürül (Συλλογή 1999, σ. I-2685)· διάταξη της 24ης Σεπτεμβρίου 1999, C-12/98, Amengual Far (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2000, C-12/98, Amengual Far (Συλλογή 2000, σ. I-527)· αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C-50/96, Deutsche Telekom (Συλλογή 2000, σ. I-743, σκέψεις 19 έως 24)· Deutsche Telekom C-234/96 και C-235/96 (Συλλογή 2000, σ. I-799, σκέψεις 25 έως 30)· C-270/97 και C-271/97, Deutsche Post (Συλλογή 2000, σ, I-929, σκέψεις 23 έως 32)· διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 1999, C-156/97, Επιτροπή κατά Van Balkom (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2000, C-156/97, Επιτροπή κατά Van Balkom (Συλλογή 2000 σ. I-1095)· διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 1999, C-82/98 P, Kögler κατά Δικαστηρίου (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 25ης Μα.ου 2000, C-82/98 P, Kögler κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 2000, σ. I-3855)· διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-289/97, Eridania (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, C-289/97, Eridania (Συλλογή 2000, σ. I-5409)· διάταξη της 16ης Δεκεμβρίου 1999, C-341/97, Επιτροπή κατά Ολλανδίας (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), και διάταξη της 13ης Σεπτεμβρίου 2000, C-341/97, Επιτροπή κατά Ολλανδίας (Συλλογή 2000, σ. I-6611)· διάταξη Emesa Sugar, προαναφερθείσα (σκέψεις 19 και 20)· απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-309/99, Wouters κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-1577, σκέψεις 40 έως 43)· διάταξη της 29ης Μαρτίου 2001, C-102/97 OP, SIVU (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή), και απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2001, C-102/97 OP, SIVU (Συλλογή 2001 σ. I-6699).


64: -     Βλ., όσον αφορά την ενώπιον του γαλλικού Conseil d'Etat διαδικασίας, Gohin O.: La contradiction dans la procédure administrative contentieuse, Librairie génerale de droit et de jurisprudence, Παρίσι, 1988, σ. 338-339.


65: -     Προαναφερθείσα διάταξη Emesa Sugar, σκέψη 17.


66: -     Προαναφερθείσα διάταξη Emesa Sugar, σκέψη 18.


67: -     «Από πρακτικής απόψεως, δεν γνωρίζει κανείς πού σταματούν τα φαινόμενα: είναι μια εκπληκτικά ελαστική έννοια, και συνεπώς η χρήση της στη διαδικασία δεν επιτρέπει να διακινδυνεύει κανείς» αναφέρει, σε ειρωνικό τόνο, ο Chabanol D.: Théorie de l'apparence ou apparence de thèorie, Humeurs autour de l'arret Kress, Actualité juridique Droit administratif, Ιανουαρίο 2002, σ. 9 επ., σ. 10.


68: -     .λλα έγγραφα τα οποία μέχρι σήμερα δεν υπόκεινται στην αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, διότι εμπίπτουν στην αμεροληψία και ανεξαρτησία του Δικαστηρίου, όπως οι διάφορες έρευνες της υπηρεσίας έρευνας και τεκμηριώσεως (που αφορούν γενικώς τις σχέσεις μεταξύ των εννόμων τάξεων των κρατών μελών, αλλά και κάθε ζήτημα που το Δικαστήριο υποβάλλει στην εξέταση της υπηρεσίας αυτής), και μάλιστα τα πρακτικά της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, που εκπονούνται για αμιγώς εσωτερική χρήση (βλ. το σημείο 28 ανωτέρω), στο μέτρο που μπορούν, ως εκ της φύσεώς τους, να επηρεάσουν τη δικαστική απόφαση, πρέπει και αυτά να μεταφράζονται και να κοινοποιούνται στους διαδίκους για να τα σχολιάσουν, πράγμα το οποίο καθιστά την απονομή της κοινοτικής δικαιοσύνης μακροχρόνια και επαχθέστερη, ενώ η κατάργησή τους θα βλάψει την ποιότητά της.


69: -     Πριν από την έκδοση των παρεπιμπτουσών αποφάσεων σε θέματα απαραδέκτου της προσφυγής για μη τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων (άρθρο 38, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδίκασίας), συνεκδικάσεως (άρθρο 43), χρησιμοποιήσεως άλλης γλώσσας πλην της γλώσσας διαδικασίας (άρθρο 29, παράγραφος 2), υποβολής υποθέσεως με το ίδιο αντικείμενο στο Πρωτοδικείο (άρθρο 47, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ) ή προδήλως απαραδέκτου ή προδήλως αβασίμου αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 119 του κανονισμού διαδικασίας). Οι γενικοί εισαγγελείς συμμετέχουν, προσωπικώς και γραπτώς, στη διάσκεψη που αποφαίνεται μεταξύ άλλων επί της αναγκαιότητας διεξαγωγής επ' ακροατηρίου συζητήσεως, της αναθέσεως, ενδεχομένως, σε τμήμα του Δικαστηρίου και της σκοπιμότητας διεξαγωγής αποδείξεων. .σον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει προτάσεις προτού αποφασίσει το Δικαστήριο, με διάταξη, για τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία συμμετέχει (άρθρο 45, παράγραφοι 1 και 3, του Κανομισμού Διαδικασίας). Ζητείται η γνώμη του γενικού εισαγγελέα όταν το Δικαστήριο διατάσσει την απόδειξη ορισμένων περιστατικών με μάρτυρες, που πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση του διαδίκου και στους οποίους μπορεί να θέσει ερωτήσεις (άρθρο 47, παράγραφοι 1 και 4). Η διεύρυνση ή η ανανέωση κάθε αποδεικτικού μέσου απαιτεί να έχει ζητηθεί προηγουμένως η γνώμη του γενικού εισαγγελέα.


70: -    Εξαίρεση εκπροσώπων ή δικηγόρων από τη διαδικασία· διόρθωση σφαλμάτων και ανακριβειών των αποφάσεων· διαφορές περί των δικαστικών εξόδων· αίτηση χορηγήσεως ευεργετήματος πενίας· αποφάσεις περί αναστολής· λήψη προσωρινών μέτρων. Παρεμπίπτοντα ζητήματα· έκτακτο ένδικο μέσο αναθεωρήσεως· προσφυγή για την ερμηνεία αποφάσεως· αποφάσεις επί προδικαστικών αιτήσεων παρεμφερών με αιτήσεις στις οποίες έχει ήδη απαντήσει το Δικαστήριο με αιτιολογημένη διάταξη που παραπέμπει στην προηγουμένη απόφαση.


71: -     Βλ., π.χ., την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1996, Vermeulen κατά Βελγίου (Recueil des arrêts et désisions-I), σκέψη 31 (που παραπέμπει στην προαναφερθείσα στη σκέψη 105 απόφαση Borgers).


72: -     Βλ. ανωτέρω το σημείο 104.


73: -     Βλ. την υποσημείωση 35.


74: -     Επ' ευκαιρία του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που θεσπίσθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1), που περιλαμβάνει ευρύτερο και πιο σύγχρονο κατάλογο των δικαιωμάτων και ελευθεριών από ό,τι η Σύμβαση, οι γενικοί εισαγγελείς εξακολουθούν, εντός του Δικαστηρίου και χωρίς να παραλείπεται η αναγνώριση του ότι δεν υπάρχει αυτόνομη δεσμευτική ισχύς του κειμένου αυτού, να τονίζουν την προφανή του αποστολή να χρησιμεύσει ως ουσιαστικό μέτρο αναφοράς για όλους τους φορείς εντός της Κοινότητας (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 8ης Φεβρουαρίου 2001 στην υπόθεση C-173/99, BECTU, Συλλογή 2001, σ. I-4881, σημείο 28), ως προς το γεγονός ότι ο Χάρτης θέτει τα δικαιώματα που αποτελούν το αντικείμενό του στο ύψιστο επίπεδο των κοινών αρχών των κρατών μελών και πρέπει να αποτελέσει προνομιούχο νομοθετικό κείμενο για την αναγνώριση των θεμελιωδών δικαιωμάτων (προτάσεις του Philip Léger της 10ης Ιουλίου 2001, στην υπόθεση C-353/99 P, Συμβούλιο κατά Hautala, Συλλογή 2001, σ. I-0000, σκέψεις 82 και 83), ή ως προς το γεγονός ότι αντανακλά με ανεκτίμητο τρόπο τον κοινό παρανομαστή των πρωταρχικών νομικών αρχών των κρατών μελών, από τις οποίες πηγάζουν, με τη σειρά τους, οι εθνικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (προτάσεις μου της 4ης Δεκεμβρίου 2001, στην υπόθεση C-208/00, Überseering, Συλλογή 2001, σ. I-0000, σημείο 59).


75: -     Η απουσία μειοψηφουσών γνωμών εντός του Δικαστηρίου, όπως και οι αναπόφευκτες δυσχέρειες που χαρακτηρίζουν ένα Ανώτατο διεθνές Δικαστήριο έχουν συχνά ως συνέπεια να μην έχουν οι αποφάσεις την επιθυμητή σαφήνεια ή να περιλαμβάνουν λίαν λακωνική συλλογιστική. Οι προτάσεις, που δημοσιεύονται με την απόφαση, χρησιμεύουν έτσι στη διαφώτιση του περιεχομένου της αποφάσεως. Οι προτάσεις έχουν τη μορφή αιτιολογημένης προτάσεως για τη λύση της ενώπιον του Δικαστηρίου υποβληθείσας διαφοράς. Περιλαμβάνουν εξαντλητική ανάλυση και έκθεση του ιστορικού της υποθέσεως και των επιχειρημάτων των διαδίκων, καθώς και της χρήσιμης για την υπόθεση νομολογίας. Στις προτάσεις βρίσκονται εξάλλου αναφορές στη θεωρία. Οι προτάσεις απαντούν κατ' αρχήν σε όλα τα νομικά ζητήματα που έχουν προβληθεί στη διαφορά, ακόμη και αν δεν είναι αυστηρώς αναγκαίες για τη λύση της. Τέλος, οι προτάσεις αποτελούν κείμενο που προέρχεται από έναν συγγραφέα, πράγμα το οποίο επιτρέπει μεγαλύτερη ομογένεια του κειμένου από ό,τι το κείμενο των αποφάσεων, οι οποίες χρειάζονται τη συμφωνία πολλών δικαστών.


76: -     Οι προτάσεις αναφέρονται συχνά στη θεωρία και προβάλλονται από τους δικηγόρους των διαδίκων προς στήριξη των αξιώσεών τους στις διαφορές σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου και ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ομοίως, συνομολογείται ότι οι προτάσεις των γενικών εισαγγελέων συνέβαλαν στη διεργασία και την εξέλιξη την νομολογίας του Δικαστηρίου. .ταν οι δικαστές αρνούνται να προβούν στην προτεινόμενη από τον γενικό εισαγγελέα με τις προτάσεις του νομολογιακή μεταστροφή, η νομολογία που διατηρείται με την απόφαση ενισχύεται, εκτός και αν η πεποίθηση του γενικού εισαγγελέα επικρατήσει της πεποιθήσεως ορισμένων δικαστών και, στις μεταγενέστερες υποθέσεις, οι δικαστές αυτοί καταστούν πλειοψηφία. Εν πάση περιπτώσει, η ελευθερία που απολαύουν οι γενικοί εισαγγελείς να προτείνουν νομολογιακές λύσεις, ατομικώς, αποδείχθηκε στην κοινοτική πρακτική ότι αποτελεί το πρόσφορο αντίβαρο του πνεύματος συνεργασίας των δικαστών κατά την εκπόνηση των αποφάσεών τους.


77: -     .σον αφορά τις προτάσεις του Επιτρόπου της Κυβερνήσεως, Βλ. Genevois B.: Le commissaire du gouvernement et les exigences du procès équitable (l'arrêt Kress). Réconfortant et déconcertant, Revue française de droit administratif, κ.λπ. 2001, αριθ. 5, σ. 995.


78: -     Για να επαναλάβω τη διατύπωση των Bonichot J-C και Abraam R. (Le commissaire du gouvernement dans la juridiction administrative et la Convention EDH, La Semaine Juridique, Édition générale, 1998, αριθ. 45-46, σ. 1949 επ.), η αυστηρότητα με την οποία εξετάζεται η δικογραφία είναι συνέπεια του ότι την είδαν και την επεξεργάστηκαν συνεχώς διαφορετικά πρόσωπα, από διαφορετικές θέσεις, προτού διυλιστεί μέσω μιας τελευταίας συζητήσεως, η οποία ολοκληρώνεται με τις προτάσεις (μνημονευθέν από τον Alonso Garsia R.: όπ.π., σ. 16).