Language of document : ECLI:EU:C:2005:148

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

Μ. POIARES MADURO

της 10ης Μαρτίου 2005 (1)

Υπόθεση C-243/03

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

κατά

Γαλλικής Δημοκρατίας

 

«ΦΠΑ– Περιορισμός του δικαιώματος προς έκπτωση – Είδη εξοπλισμού που χρηματοδοτούνται με επιδοτήσεις»






1.        Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας ειδικό κανόνα περί περιορισμού της δυνατότητας εκπτώσεως  του φόρου προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) κατά την αγορά ειδών εξοπλισμού για τον λόγον ότι η αγορά αυτών των ειδών χρηματοδοτήθηκε με επιδοτήσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και, ιδίως, από τα άρθρα 17 και 19 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (2) (στο εξής: έκτη οδηγία).

I –    Το νομικό πλαίσιο και το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο

2.        Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται εκ νέου να αποφανθεί επί της συμφωνίας της γαλλικής νομοθεσίας περί περιορισμού του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ με τις σχετικές  διατάξεις της έκτης οδηγίας (3).

 Α –        Η κοινοτική νομοθεσία

3.        Το άρθρο 2 της πρώτης οδηγίας 67/227/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 1967, περί της εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών (4), ορίζει ότι «[η] βασική αρχή του κοινού συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας συνίσταται στην επιβολή επί των αγαθών και των υπηρεσιών ενός γενικού φόρου καταναλώσεως, ακριβώς αναλόγου προς την τιμή των αγαθών και των υπηρεσιών, όσος και αν είναι ο αριθμός των συναλλαγών, οι οποίες διενεργούνται κατά την πορεία της παραγωγής και της διανομής προ του σταδίου επιβολής του φόρου. Σε κάθε συναλλαγή, ο φόρος προστιθεμένης αξίας, υπολογιζόμενος επί της τιμής του αγαθού ή της υπηρεσίας, με τον εφαρμοστέο στο αγαθό αυτό ή στην υπηρεσία αυτή συντελεστή, είναι απαιτητός μετ’  αφαίρεση του ποσού του φόρου προστιθεμένης αξίας, ο οποίος επεβάρυνε άμεσα το κόστος των διαφόρων στοιχείων, τα οποία συνθέτουν την τιμή [...]».

4.        Το άρθρο 17 της έκτης οδηγίας αφορά τη γένεση και το περιεχόμενο του δικαιώματος προς έκπτωση.  Η παράγραφος  2 του εν λόγω άρθρου καθιερώνει τη γενική αρχή κατά την οποία «[κ]ατά το μέτρο που τα αγαθά ή οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση των φορολογουμένων πράξεών του, ο υποκείμενος στον φόρο δικαιούται να εκπίπτει από τον φόρο, για τον οποίον είναι υπόχρεος [...] τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα [στο εσωτερικό της χώρας] φόρο προστιθεμένης αξίας για αγαθά  που του παρεδόθησαν ή πρόκειται να του παραδοθούν, καθώς και για υπηρεσίες που του παρεσχέθησαν ή πρόκειται να του παρασχεθούν από άλλον υποκείμενο στον φόρο [...]»(5).

5.        Οι περιπτώσεις των υποκείμενων στον φόρο που διενεργούν ταυτοχρόνως πράξεις φορολογούμενες και πράξεις για τις οποίες δεν οφείλεται ΦΠΑ προβλέπονται στο άρθρο 17, παράγραφος 5, της έκτης οδηγίας, κατά το οποίο:

«Όσον αφορά τα αγαθά και τις υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται από υποκείμενο στον φόρο για την ταυτόχρονη πραγματοποίηση τόσο πράξεων αναφερομένων στις παραγράφους 2 και 3, οι οποίες παρέχουν δικαίωμα προς έκπτωση, όσο και πράξεων οι οποίες δεν παρέχουν δικαίωμα προς έκπτωση,  η έκπτωση γίνεται μόνο για το μέρος του φόρου προστιθεμένης αξίας το οποίο αναλογεί στο ποσό που αντιστοιχεί στις πράξεις της πρώτης κατηγορίας.

Η αναλογία αυτή καθορίζεται για το σύνολο των πράξεων που πραγματοποιούνται από τον υποκείμενο στον φόρο, σύμφωνα με το άρθρο 19».

6.        Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας καθορίζει τις λεπτομέρειες του τρόπου υπολογισμού της αναλογίας εκπτώσεως ως ακολούθως:

«Η αναλογία εκπτώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 17, παράγραφος 5, εδάφιο πρώτο, προκύπτει από το κλάσμα που περιλαμβάνει:

–      στον αριθμητή, το συνολικό ποσό του ετησίου κύκλου εργασιών, άνευ φόρου προστιθεμένης αξίας, που αναφέρεται στις πράξεις, οι οποίες δημιουργούν δικαίωμα προς έκπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφοι 2 και 3,

–      στον παρονομαστή, το συνολικό ποσό του ετησίου κύκλου εργασιών, άνευ φόρου προστιθεμένης αξίας, που αναφέρεται στις πράξεις που περιλαμβάνονται στον αριθμητή, καθώς και στις πράξεις που δεν δημιουργούν δικαίωμα προς έκπτωση. Τα Κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να συνυπολογίζουν στον παρονομαστή το ποσό των επιδοτήσεων, πλην των προβλεπομένων από το άρθρο 11, υπό Α, παράγραφος 1, περίπτωση α΄».

7.        Το άρθρο 11, Α, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της έκτης οδηγίας προβλέπει ότι, για τις πράξεις που διενεργούνται στο εσωτερικό της χώρας,  τη βάση επιβολής του φόρου συνιστά:

«για τις παραδόσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών [...],  οτιδήποτε αποτελεί την αντιπαροχή την οποία έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές ο προμηθευτής ή ο παρέχων τις υπηρεσίες από τον αγοραστή, τον λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων που συνδέονται [άμεσα] με την τιμή των πράξεων αυτών».

 Β –       Η εθνική νομοθεσία

8.        Οι διατάξεις του γαλλικού δικαίου των οποίων τη συμφωνία με τους ομοιόμορφους κανόνες της έκτης οδηγίας αμφισβητεί η Επιτροπή προκύπτουν από μια διοικητική εγκύκλιο της υπηρεσίας φορολογικής νομοθεσίας, της 8ης Σεπτεμβρίου 1994 (στο εξής: εγκύκλιος).  

9.        Το σημείο 151 αυτής της εγκυκλίου, στο οποίο ενσωματώνεται το κεφαλαίο 2,  με τίτλο «Κανόνες εφαρμοστέοι επί των υποκειμένων στον φόρο που δεν διενεργούν αποκλειστικά πράξεις παρέχουσες δικαίωμα προς έκπτωση», του σχετικού με το δικαίωμα προς έκπτωση βιβλίου 2, ορίζει ότι «[ο] φόρος που αφορά τις επιδοτούμενες επενδύσεις μπορεί να εκπέσει υπό τους συνήθεις όρους, οσάκις ο υπόχρεος  ενσωματώνει στην τιμή των πράξεών του τα κονδύλια που διατίθενται για τις αποσβέσεις των αγαθών που  χρηματοδοτήθηκαν εν όλω ή εν μέρει με την επιδότηση αυτή. Εφόσον  αποδεικνύεται η μη τήρηση του όρου περί μετακυλίσεως του κόστους των αποσβέσεων των αγαθών αυτών στην τιμή, ο φόρος που αντιστοιχεί στα εν λόγω αγαθά δεν δύναται να εκπέσει για το μέρος του ποσού που καλύπτει η επιδότηση εξοπλισμού».

10.      Το σημείο 150 του ιδίου τίτλου 2 ορίζει τις επιδοτήσεις εξοπλισμού ως «μη φορολογητέες επιδοτήσεις οι οποίες, κατά τον χρόνο καταβολής τους, διατίθενται για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένου αγαθού επενδύσεως».

 Γ –       Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

11.      Η Επιτροπή, κατόπιν καταγγελίας που της υποβλήθηκε σχετικά με διαφορά που αφορούσε γάλλο υποκείμενο στον φόρο στον οποίο χορηγήθηκε το ευεργέτημα της παραιτήσεως από έναντί του απαιτήσεις, έκρινε ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβαινε τα άρθρα 17, παράγραφοι  2 και 5, και 19 της έκτης οδηγίας, καθόσον το καθιερωθέν με την εγκύκλιο σύστημα για τις επιδοτήσεις εξοπλισμού περιόριζε το δικαίωμα προς έκπτωση, θέτοντας όρους που δεν προβλέπονται στην  έκτη οδηγία. Στις 23 Απριλίου 2001, κοινοποιήθηκε στη Γαλλική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως. Η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν έλαβε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, απάντηση στην όχληση αυτή, απηύθυνε, στις 21 Δεκεμβρίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη. Η από 7 Ιανουαρίου 2002 απάντηση της Γαλλικής Κυβερνήσεως στο έγγραφο οχλήσεως περιήλθε στην Επιτροπή στις 14 Ιανουαρίου 2002, ήτοι μετά την αποστολή του εγγράφου της αιτιολογημένης γνώμης.       

12.      Η Επιτροπή, προκειμένου να λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις που περιλαμβάνονταν στην απάντηση αυτή, απηύθυνε, στις 26 Ιουνίου 2002, συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη με έγγραφο  της 21ης Αυγούστου 2002, με το οποίο αμφισβήτησε το βάσιμο της αιτιάσεως της Επιτροπής και υποστήριξε ότι καμία παράβαση των άρθρων 17 και 19 της έκτης οδηγίας δεν μπορούσε να της προσαφθεί. Η Επιτροπή, μη συμμεριζόμενη την άποψη αυτή, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου.

II – Ανάλυση

13.      Από το άρθρο 17 της έκτης οδηγίας προκύπτει με σαφήνεια  ότι  μόνη προϋπόθεση για τη δυνατότητα του υποκειμένου στον φόρο να εκπέσει τον ΦΠΑ είναι η χρησιμοποίηση του αγαθού για τις φορολογούμενες δραστηριότητες. Η επίμαχη γαλλική διάταξη  προσθέτει έναν αναγκαίο όρο για τη δυνατότητα εκπτώσεως του ΦΠΑ κατά την αγορά ειδών εξοπλισμού που χρηματοδοτείται με επιδοτήσεις, ήτοι την ενσωμάτωση, εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο, των κονδυλίων που διατίθενται για τις αποσβέσεις των επιδοτούμενων αυτών ειδών εξοπλισμού στην τιμή των πωλούμενων αγαθών. Καμία διάταξη της έκτης οδηγίας δεν προβλέπει τον όρο αυτόν. Η προέλευση των κονδυλίων που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά του αγαθού ή ο τρόπος υπολογισμού των τιμών που εφαρμόζει ο υποκείμενος στον φόρο αποτελούν παραμέτρους ξένες προς το εναρμονισμένο σύστημα του ΦΠΑ.

14.      Είναι αναμφισβήτητο ότι ένας τέτοιος όρος περί μετακυλίσεως του κόστους των αποσβέσεων των αγαθών αυτών στην τιμή περιορίζει πράγματι το δικαίωμα προς έκπτωση ορισμένων υποκειμένων στον φόρο που λαμβάνουν επιδοτήσεις και είναι ασυμβίβαστος με τις διατάξεις της έκτης οδηγίας.      

15.      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «ελλείψει οποιασδήποτε διατάξεως που να επιτρέπει στα κράτη μέλη να περιορίζουν το δικαίωμα προς έκπτωση που παρέχεται στους υποκειμένους στον φόρο, το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκείται αμέσως για όλους τους φόρους που έχουν επιβαρύνει τις πράξεις που έχουν διενεργηθεί στα προηγούμενα στάδια. Εφόσον τέτοιοι περιορισμοί πρέπει να εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη, αποκλίσεις επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει ρητώς η οδηγία» (6).

16.      Οι μόνες διατάξεις της έκτης οδηγίας που προβλέπουν τον συνυπολογισμό επιδοτήσεων κατά την εκκαθάριση του ΦΠΑ που οφείλουν οι υποκείμενοι στον φόρο είναι το άρθρο 11, A, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και το άρθρο 19.

17.      Εξαιρουμένων αυτών των διατάξεων, η έκτη οδηγία δεν επιτρέπει κανέναν περιορισμό του δικαιώματος προς έκπτωση συναρτώμενο με τη χορήγηση επιδοτήσεων, οσοδήποτε κατάλληλος ή οικονομικώς δικαιολογημένος και αν παρουσιάζεται (7).

18.      Ο Γάλλος νομοθέτης δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 19, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας ειδική ρύθμιση περιορισμού κατά τον υπολογισμό της αναλογίας, αλλά, αντιθέτως, εισήγαγε ένα διαφορετικό περιορισμό ο οποίος επιβάλλεται προ οποιασδήποτε εφαρμογής της αναλογίας και ανεξαρτήτως αυτής και επιφέρει μείωση του ποσού που μπορεί να εκπέσει. Καμία διάταξη του εναρμονισμένου συστήματος ΦΠΑ δεν προβλέπει, ως αναγκαίο όρο για τη δυνατότητα εκπτώσεως του ΦΠΑ που επιβλήθηκε επί των εισροών, κατά την επιδοτούμενη αγορά ειδών εξοπλισμού, την εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο ενσωμάτωση των κονδυλίων που διατίθενται για τις αποσβέσεις των αγαθών αυτών στην αξία των πράξεων που υπόκεινται σε ΦΠΑ επί των εκροών,  και τη μη δυνατότητα εκπτώσεως του αντιστοιχούντος στα αγαθά αυτά ΦΠΑ για το μέρος του ποσού που χρηματοδοτήθηκε με την επιδότηση εξοπλισμού, σε περίπτωση που δεν επαληθεύεται η συνδρομή του όρου περί μετακυλίσεως του κόστους των αποσβέσεων των αγαθών αυτών στην τιμή.

19.      Οι εθνικές αρχές δεν διαθέτουν την ευχέρεια να προβαίνουν στην αναθεώρηση ενός σαφούς νομοθετικού κειμένου. Οι διατάξεις του άρθρου 17 της έκτης οδηγίας ορίζουν με ακρίβεια τις προϋποθέσεις γενέσεως, την έκταση και τους όρους περιορισμού του δικαιώματος προς έκπτωση. Όπως το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να κρίνει,  «τα άρθρα αυτά δεν αφήνουν στα κράτη μέλη κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την εφαρμογή τους» (8). Υπό αυτές τις συνθήκες, οι περιορισμοί του δικαιώματος προς έκπτωση πρέπει να ερμηνεύονται στενά (9) προκειμένου να εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.  Η παροχή, σε κάθε κράτος μέλος, της δυνατότητας εισαγωγής αποκλίσεων ή επικλήσεως λόγων μη προβλεπόμενων στην οδηγία θα ήταν απολύτως αντίθετη προς τον σκοπό εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών με την έκτη οδηγία  (10).

20.      Το κύριο επιχείρημα της Γαλλικής Δημοκρατίας κατά το οποίο η  εν λόγω προϋπόθεση περί μετακυλίσεως του κόστους των αποσβέσεων των αγορασθέντων αγαθών στην τιμή των πωλούμενων αγαθών θα αποτελούσε απλή εφαρμογή των γενικών όρων του δικαιώματος προς έκπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της πρώτης οδηγίας, τους οποίους, κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, το άρθρο 17, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας απλώς προσαρμόζει, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία, με την απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (11), να απορρίψει το επιχείρημα αυτό  στο πλαίσιο άλλου, εισαχθέντος από τη Γαλλική Δημοκρατία, περιορισμού του δικαιώματος προς έκπτωση,  διαπιστώνοντας ότι το άρθρο 2 της πρώτης οδηγίας «περιορίζεται στη διατύπωση της αρχής του δικαιώματος προς έκπτωση, το σύστημα του οποίου αποτελεί αντικείμενο των προαναφερθεισών διατάξεων [άρθρα 17 και 20] της έκτης οδηγίας» (12).

21.      Οι προσπάθειες της Γαλλικής Κυβερνήσεως  να δικαιολογήσει την εισαγωγή του επίμαχου όρου, ιδίως δε το επιχείρημά της ότι η  προϋπόθεση περί μετακυλίσεως του κόστους των αποσβέσεων των επιδοτούμενων αγαθών στις τιμές δεν είναι καθ’ εαυτή δυσμενέστερη από το καθεστώς του άρθρου 19, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας, είναι αλυσιτελείς. 

22.      Ακόμη και αν ο όρος περί μετακυλίσεως του κόστους των αποσβέσεων θα μπορούσε εν γένει να θεωρηθεί πιο εύλογος ή ευνοϊκός για τους υποκειμένους στον φόρο από τη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη, με το άρθρο 19, παράγραφος 1,  της έκτης οδηγίας, να περιορίσουν το δικαίωμα αυτό, συμπεριλαμβάνοντας στον παρονομαστή του κλάσματος της αναλογίας το ποσό των επιδοτήσεων εξοπλισμού, θα εξακολουθούσε, εν πάση περιπτώσει, να συνιστά περιορισμό διαφορετικό ο οποίος δεν προβλέπεται στην εν λόγω οδηγία. Ο όρος αυτό θα εντασσόταν σε ένα πλασματικό κοινό σύστημα ΦΠΑ. Το ζήτημα, όμως, που υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου είναι η συμφωνία της γαλλικής νομοθεσίας με το ομοιόμορφο σύστημα της έκτης οδηγίας και όχι η συμφωνία αυτής της νομοθεσίας με άλλο, ενδεχομένως αρτιότερο, κατά φαινόμενο σύστημα ΦΠΑ.  

23.      Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, συναφώς, ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εφαρμόζουν την έκτη οδηγία, ακόμη και αν θεωρούν ότι το κείμενό της επιδέχεται βελτιώσεων. Συγκεκριμένα, με την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (13),   το Δικαστήριο έκρινε ότι «είναι αληθές ότι η λύση που υπαγορεύεται από τη διατύπωση του άρθρου 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της έκτης οδηγίας ενδέχεται να μην είναι πλήρως σύμφωνη με το αντικείμενο της διατάξεως αυτής, καθώς και με ορισμένους σκοπούς που επιδιώκει η έκτη οδηγία, όπως είναι η ουδετερότητα του φόρου και η αποφυγή της διπλής φορολογήσεως. Εντούτοις, χωρίς την παρέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη, το σύστημα εκπτώσεως του ΦΠΑ που αυτός έχει καθιερώσει, όπως ορίζει η έκτη οδηγία, δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπέρ του υποκειμένου στον φόρο να εκπέσει τον ΦΠΑ [...] ούτε παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού των ενδεχόμενων λεπτομερειών εφαρμογής ενός τέτοιου δικαιώματος». Η συλλογιστική αυτή ισχύει τόσο στην περίπτωση εθνικής νομοθεσίας που καθιερώνει ευνοϊκότερο για τον υποκείμενο στον φόρο σύστημα εκπτώσεως όσο και στην περίπτωση νομοθεσίας που εισάγει περιορισμούς στο δικαίωμα αυτό για    καταστάσεις  που δεν προβλέπονται ρητώς στην έκτη οδηγία.  

24.      Για τους προεκτεθέντες λόγους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις της.

III – Πρόταση

25.      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:

«Η Γαλλική Δημοκρατία,  θεσπίζοντας ειδικό κανόνα περί περιορισμού της δυνατότητας εκπτώσεως του φόρου προστιθεμένης αξίας κατά την αγορά ειδών εξοπλισμού για τον λόγον ότι η αγορά αυτών των ειδών χρηματοδοτήθηκε με επιδοτήσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και, ιδίως, από τα άρθρα 17 και 19 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση».


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.


2  – ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 1.


3  – Βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1988, 50/87, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1988, σ. 4797).


4  – ΕE ειδ. έκδ. 09/001, σ.3.


5  – Άρθρο όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/7/ΕΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1995 (ΕΕ L 102, σ. 18).


6 – Αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-37/95, Ghent Coal Terminal (Συλλογή 1998, σ. Ι-1, σκέψη 16)· Επιτροπή κατά Γαλλίας, προπαρατεθείσα, σκέψεις 16 και 17· της 11ης Ιουλίου 1991, C-97/90, Lennartz (Συλλογή 1991, σ. Ι-3795, σκέψη 27), και της 6ης Ιουλίου 1995, C-62/93, ΒΡ Σουπεργκάζ (Συλλογή 1995, σ. Ι-1883, σκέψη 18).


7  – Βλ., μεταξύ άλλων, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn της 25ης Μαΐου 1988, στην προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1988, σ. 4811, όπου επισημαίνεται ότι «η οδηγία προβλέπει, [έτσι], ορισμένες επιλογές [περιορισμού του δικαιώματος προς έκπτωση] για κάποιες ειδικές οικονομικές καταστάσεις [...]. Καμιά άλλη επιλογή δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όσο κι αν παρίσταται κατάλληλη ή οικονομικά δικαιολογημένη. Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να επιλέξουν μία από τις προβλεπόμενες από την οδηγία διάφορες επιλογές για να επιτύχουν, κατά το μέτρο του δυνατού, το αποτέλεσμα που επιδιώκουν».


8  – Προπαρατεθείσα απόφαση BP Σουπεργκάζ, σκέψη  35.


9 – Βλ., ιδίως, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 30ής Απριλίου 1991 στην υπόθεση Lennartz, προπαρατεθείσα, σημείο 79.


10  – Βλ., ανωτέρω, σημείο 15 των προτάσεων και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.


11  – Προπαρατεθείσα απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1988.


12  – Όπ.π., σκέψη 23. Βλ., επίσης, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην ίδια προαναφερθείσα υπόθεση, όπου επισημαίνεται ότι «[από αυτά] έπεται ότι ένα κράτος μέλος δεν δικαιούται να περιορίζει το δικαίωμα εκτπώσεως στην περίπτωση που μπορεί να αποδείξει ότι η έκπτωση αναφέρεται σε αγαθά ή σε υπηρεσίες, το κόστος των οποίων δεν θα επιρριφθεί στην τιμή της συναλλαγής που υπόκειται στο φόρο».


13  – Υπόθεση C-338/98, Συλλογή 2001, σ. I-8265, σκέψεις 55 και 56.