ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 3ης Μαρτίου 2005 (1)
Υπόθεση C-132/03
Ministero della Salute
κατά
Coordinamento delle associazioni per la difesa dell'ambiente e dei diritti degli utenti e consumatori (Codacons), Federconsumatori
[αίτηση του Consiglio di Stato (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός (EΚ) 49/2000 – Επισήμανση ορισμένων τροφίμων που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς – Υποχρεωτική προς τούτο ένδειξη – Εξαίρεση σε περίπτωση τυχαίας προσμείξεως σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 1 % – Έκταση της εξαιρέσεως – Τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά»
1. Πρέπει τα τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά να φέρουν επισήμανση με ένδειξη ότι τα εν λόγω τρόφιμα έχουν παραχθεί από ορισμένους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς (στο εξής: ΓΤΟ), όταν, λόγω τυχαίας προσμείξεως, περιέχουν στοιχεία που προέρχονται από τέτοιους οργανισμούς σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 1 %;
2. Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το ερώτημα που υποβάλλει το Consiglio di Stato (Ιταλία) στο πλαίσιο δίκης με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα υπουργικής αποφάσεως.
3. Με το ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο καλείται να προσδιορίσει το πεδίο εφαρμογής rationae materiae ορισμένων από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1139/98 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1998, για την υποχρεωτική αναγραφή στοιχείων, επιπλέον των προβλεπόμενων στην οδηγία 79/112/ΕΟΚ (2), στην επισήμανση ορισμένων τροφίμων που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 49/2000 της Επιτροπής, της 10ης Ιανουαρίου 2000 (3).
I – Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
4. Σχετικά με την επισήμανση των τροφίμων έχουν εκδοθεί πολλές πράξεις του παραγώγου κοινοτικού δικαίου. Ορισμένες από αυτές εφαρμόζονται σε όλα τα τρόφιμα, έχοντας, έτσι, γενικό και οριζόντιο πεδίο εφαρμογής, ενώ άλλες εφαρμόζονται αποκλειστικά σε ορισμένα τρόφιμα και, επομένως, συνιστούν ειδική νομοθεσία.
1. Γενική νομοθεσία περί επισημάνσεως των τροφίμων
5. Η ύπαρξη γενικής νομοθεσίας περί επισημάνσεως των τροφίμων ανάγεται στην έκδοση της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (4).
6. Αντικείμενο της οδηγίας αυτής, όπως αναφερόταν στην τρίτη αιτιολογική της σκέψη, ήταν η θέσπιση κοινοτικών κανόνων γενικού και οριζοντίου χαρακτήρα, που θα εφαρμόζονταν στο σύνολο των τροφίμων που διατίθενται στο εμπόριο.
7. Έτσι, το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας κατοχύρωνε την αρχή σύμφωνα με την οποία η επισήμανση των τροφίμων έπρεπε να περιλαμβάνει διάφορες ενδείξεις, απαριθμούμενες περιοριστικώς, μεταξύ των οποίων ένδειξη σχετική με τον κατάλογο των συστατικών.
8. Εντούτοις, η αρχή αυτή συνοδευόταν από διάφορες εξαιρέσεις. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 της οδηγίας 79/112 αναγνώριζε ότι ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις, εφαρμοζόμενες σε συγκεκριμένα τρόφιμα, ήταν δυνατόν να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση αναγραφής στην επισήμανση ορισμένων ενδείξεων, μεταξύ των οποίων και από αυτήν του καταλόγου των συστατικών (5), ή, αντιστρόφως, να απαιτούν την αναγραφή συμπληρωματικών ενδείξεων, πέραν των απαριθμούμενων περιοριστικώς στο άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας (6). Το εν λόγω άρθρο 4 προέβλεπε επίσης τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν τέτοιες ενδείξεις στην επισήμανση, ελλείψει σχετικών κοινοτικών διατάξεων, υπό τον όρο να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις (7).
9. Όλες οι διατάξεις της οδηγίας 79/112 επαναλαμβάνονται, κατ’ ουσίαν, στην οδηγία 2000/13/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (8). Η εν λόγω οδηγία 2000/13 ήταν ο εφαρμοστέος κανόνας κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως 371 του Υπουργού Υγείας, της 31ης Μαΐου 2001 (9), ήτοι στις 16 Οκτωβρίου 2001, ημερομηνία στην οποία πρέπει να αναχθούμε, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, προκειμένου να εκτιμήσουμε τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως.
2. Ειδική νομοθεσία περί επισημάνσεως των τροφίμων
10. Βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας 79/112, θεσπίστηκε ειδική νομοθεσία για τα τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και νήπια, καθώς και για τα τρόφιμα που παράγονται από ΓΤΟ.
α) Νομοθεσία περί επισημάνσεως των τροφίμων που προορίζονται για βρέφη και νήπια
11. Η οδηγία 89/398/ΕΟΚ 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (10), ορίζει, στο άρθρο της 7, παράγραφος 1, ότι η οδηγία 79/112 είναι εφαρμοστέα στα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 της ως άνω οδηγίας 89/398, στα οποία περιλαμβάνονται τα τρόφιμα που προορίζονται για (υγιή) βρέφη και νήπια.
12. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/398 εισάγει την αρχή σύμφωνα με την οποία η φύση ή η σύνθεση των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 πρέπει να είναι τέτοια ώστε τα προϊόντα αυτά να είναι κατάλληλα για την ειδική διατροφή για την οποία προορίζονται. Συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει την έκδοση ειδικών οδηγιών για τα τρόφιμα που αναφέρονται στην ίδια αυτή οδηγία, ιδίως όσον αφορά τη φύση ή τη σύνθεσή τους, την ποιότητα των πρώτων υλών, καθώς και την επισήμανση των τροφίμων αυτών.
13. Δυνάμει του ως άνω άρθρου 4, παράγραφος 1, εκδόθηκαν δύο ειδικές οδηγίες:
– η οδηγία 91/321/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 1991, σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας (11), και
– οδηγία 96/5/EΚ της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1996, για τις μεταποιημένες τροφές με βάση τα δημητριακά και τις παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (12).
14. Η οδηγία 91/321, στο άρθρο της 3, παράγραφοι 1 και 2, προβλέπει ότι τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας παρασκευάζονται από πηγές πρωτεϊνών που καθορίζονται στα παραρτήματα της οδηγίας αυτής και από άλλα συστατικά τροφίμων, ανάλογα με την περίπτωση, των οποίων η καταλληλότητα για την ειδική διατροφή των βρεφών από τη στιγμή της γέννησής τους έχει αποδειχθεί βάσει γενικώς αποδεκτών επιστημονικών δεδομένων. Υπό την ίδια έννοια, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προσθέτει ότι μόνον ορισμένες ουσίες (οι οποίες απαριθμούνται περιοριστικώς στο παράρτημα ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας) μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των παρασκευασμάτων για βρέφη και των παρασκευασμάτων δεύτερης βρεφικής ηλικίας προκειμένου να πληρούνται οι διατροφικές ανάγκες των ομάδων αυτών (13). Αναφέρεται δε ότι τα κριτήρια καθαρότητας για τις ουσίες αυτές θα διευκρινιστούν αργότερα.
15. Σε συνέχεια των ως άνω διατάξεων, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/321 ορίζει ότι τα εν λόγω παρασκευάσματα δεν πρέπει να περιέχουν καμιά ουσία σε ποσότητα τέτοια που να θέτει σε κίνδυνο την υγεία των βρεφών. Συναφώς, προβλέπεται ότι, όπου ενδείκνυται, τα ανώτατα όρια καθεμιάς από αυτές τις ουσίες θα καθοριστούν αργότερα.
16. Πέραν των διατάξεων αυτών που αφορούν την παρασκευή και τη σύνθεση των τροφίμων για βρέφη, η οδηγία 91/321 προβλέπει, στο άρθρο της 7, παράγραφος 2, ότι η επισήμανση των εν λόγω τροφίμων πρέπει να περιλαμβάνει και άλλες υποχρεωτικές ενδείξεις, πέραν των προβλεπομένων από την οδηγία 79/112/ΕΟΚ (14). Οι συμπληρωματικές αυτές ενδείξεις αναφέρονται κυρίως στην περιεκτικότητα των εν λόγω τροφίμων σε βιταμίνες, πρωτεΐνες, λιπίδια και υδατάνθρακες, καθώς και στη θρεπτική τους αξία ή στον τρόπο χρήσεώς τους.
17. Οι ως άνω διατάξεις περιελήφθησαν κατ’ ουσίαν στο σύνολό τους στην οδηγία 96/5 όσον αφορά τις μεταποιημένες τροφές με βάση τα δημητριακά και τις τροφές που προορίζονται για βρέφη (ηλικίας κάτω των δώδεκα μηνών) και τα μικρά παιδιά (ηλικίας από ενός έως τριών ετών).
18. Τόσο η οδηγία 91/321 όσο και η οδηγία 96/5 τροποποιήθηκαν από τις οδηγίες 1999/50/CE (15) και 1999/39/CE (16), αντιστοίχως. Οι τελευταίες εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας 91/321 και του άρθρου 6 της οδηγίας 96/5, αντιστοίχως, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της προλήψεως (17). Οι οδηγίες αυτές προσέθεσαν στο εν λόγω άρθρο 6 διατάξεις σχετικές με τα φυτοφάρμακα, με σκοπό να μειώσουν την παρουσία τους στις τροφές για βρέφη και για μικρά παιδιά (18).
β) Νομοθεσία περί επισημάνσεως των τροφίμων που παράγονται από ΓΤΟ
19. Τα θεμέλια της νομοθεσίας περί επισημάνσεως των τροφίμων που παράγονται από ΓΤΟ τέθηκαν με την οδηγία 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για την σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (19).
20. Το κύριο αντικείμενο της νομοθεσίας αυτής ήταν η θέσπιση κοινής διαδικασίας όσον αφορά τη διάθεση, για πρώτη φορά, στην κοινοτική αγορά προϊόντων που περιείχαν ΓΤΟ ή που παρασκευάζονταν με βάση τέτοιους οργανισμούς. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας όφειλε να γνωστοποιεί τα σχέδιά του περί διαθέσεως ενός τέτοιου προϊόντος για πρώτη φορά στην αγορά της Κοινότητας στο κράτος από το οποίο επρόκειτο να προβεί στη διάθεση αυτή. Η γνωστοποίηση αυτή έπρεπε να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, φάκελο σχετικό με την επισήμανση του προϊόντος που να αναφέρει, μεταξύ άλλων υποχρεωτικών ενδείξεων, την παρουσία ΓΤΟ. Μετά τη λήψη της αποφάσεως περί διαθέσεως στην αγορά, η υποχρεωτική αυτή ένδειξη έπρεπε στη συνέχεια να αναγράφεται στην επισήμανση, έτσι ώστε, κατόπιν αξιολογήσεως του μη βλαπτικού του χαρακτήρα, το εν λόγω προϊόν να θεωρείται ακίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και για το περιβάλλον (20).
21. Οι διατάξεις αυτές της οδηγίας 90/220 περιελήφθησαν στο μεγαλύτερο μέρος τους στον κανονισμό (ΕΚ) 258/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1997, σχετικά με τα νέα τρόφιμα και τα νέα συστατικά τροφίμων (21).
22. Οι σχετικές με την επισήμανση απαιτήσεις του κανονισμού 258/97 εφαρμόζονται σε συγκεκριμένα προϊόντα, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας διαθέσεώς τους στην αγορά (ήτοι τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού) (22).
23. Ο κανονισμός 1813/97, που εκδόθηκε προς τον σκοπό αυτόν, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 1139/98. Τον τελευταίο αυτόν κανονισμό, όπως έχει τροποποιηθεί, αφορά το προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ζητείται να προσδιοριστεί το πεδίο εφαρμογής rationae materiae του εν λόγω κανονισμού.
24. Σε συνέχεια του κανονισμού 1813/97, ο κανονισμός 1139/98 εφαρμόζεται, όπως ορίζει το άρθρο του 1, παράγραφος 1, στα τρόφιμα και στα συστατικά τροφίμων τα οποία πρόκειται να διατεθούν αυτούσια στον τελικό καταναλωτή και τα οποία παράγονται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, από γενετικώς τροποποιημένους σπόρους σόγιας που καλύπτονται από την απόφαση 96/281/ΕΚ ή από γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο που καλύπτεται από την απόφαση 97/98/ΕΚ.
25. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1139/98 καθιερώνει την αρχή σύμφωνα με την οποία τα τρόφιμα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού υπόκεινται σε πρόσθετες ειδικές απαιτήσεις επισημάνσεως. Οι τελευταίες, οι οποίες ορίζονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αποσκοπούν στην ενημέρωση του καταναλωτή ως προς την προέλευση των συστατικών από τα οποία έχουν παρασκευαστεί τα εν λόγω τρόφιμα, χάρη στην αναγραφή (στον κατάλογο των συστατικών που προβλέπει η οδηγία 79/112 ή σε σχέση με τον κατάλογο αυτόν) της ενδείξεως «παράγεται από γενετικώς τροποποιημένη σόγια» ή «παράγεται από γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο».
26. Εντούτοις, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι ορισμένα τρόφιμα (παρά το γεγονός ότι παράγονται από τέτοιους ΓΤΟ) δεν υπόκεινται στις εν λόγω πρόσθετες ειδικές απαιτήσεις επισημάνσεως αν, λόγω της επεξεργασίας που υπέστησαν, δεν περιέχουν τελικώς ούτε πρωτεΐνες ούτε DNA προερχόμενα από γενετική τροποποίηση (23).
27. Ο κανονισμός 49/2000, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 1139/98, προσέθεσε ακόμη μια περίπτωση (αντίθετη προς την προαναφερθείσα) στην οποία δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω πρόσθετες απαιτήσεις επισημάνσεως. Η περίπτωση αυτή αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί. Αυτή την περίπτωση ειδικότερα αφορά το προδικαστικό ερώτημα.
28. Πρόκειται για την περίπτωση κατά την οποία υλικό που έχει παραχθεί από τους ΓΤΟ του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1139/98, ενδεχομένως μαζί με υλικό προερχόμενο από άλλους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς (το οποίο έχει διατεθεί στην αγορά δυνάμει του κανονισμού 258/97), απαντά σε συστατικά τροφίμων ή σε τρόφιμα αποτελούμενα από ένα μόνο συστατικό σε μικρές ποσότητες (που δεν υπερβαίνουν το 1 % επί ενός εκάστου των συστατικών ή επί προϊόντος που αποτελείται από ένα μόνο συστατικό), αρκεί η παρουσία του εν λόγω υλικού να είναι τυχαία.
29. Όπως αναφέρεται στην τέταρτη και όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 49/2000, το φαινόμενο αυτό της τυχαίας προσμείξεως μπορεί να ανακύψει κατά τα στάδια της καλλιέργειας, της συγκομιδής, της μεταφοράς, της αποθηκεύσεως ή της μεταποιήσεως των συστατικών ή των τροφίμων, ήτοι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας παραγωγής.
30. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, διευκρίνιζε ότι «ως απόδειξη του ότι η παρουσία του υλικού είναι τυχαία, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι σε θέση να πείσουν βάσει στοιχείων τις αρμόδιες αρχές ότι έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφύγουν να χρησιμοποιήσουν ως πηγή [ΓΤΟ] (ή προϊόντα αυτών) του προηγούμενου εδαφίου».
31. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση αυτή, τα εν λόγω συστατικά και τρόφιμα εθεωρείτο ότι δεν είχαν παραχθεί από ΓΤΟ, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η αναγραφή της σχετικής ενδείξεως στην επισήμανσή τους.
32. Σε χρόνο μεταγενέστερο της κρίσιμης για τη διαφορά της κύριας δίκης ημερομηνίας, το ανώτατο ανεκτό όριο του 1 % –που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί– μειώθηκε στο 0,9 % (24).
Η εθνική νομοθεσία
33. Η υπ’ αρ. 500 απόφαση του Υπουργού Υγείας, της 6ης Απριλίου 1994 (25), το οποίο έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη μεταφορά της οδηγίας 91/321, προβλέπει, στο άρθρο του 4, πρώτο εδάφιο, ότι «οι βρεφικές τροφές πρέπει να παράγονται από πηγές πρωτεϊνών που ορίζονται στα παραρτήματα της [αποφάσεως] και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που περιέχονται σε αυτά, καθώς και από άλλα συστατικά τροφίμων, των οποίων η προσαρμογή στην ειδική διατροφή των βρεφών από τη γέννηση πρέπει να επιβεβαιώνεται από γενικώς αποδεκτά επιστημονικά δεδομένα».
34. Με την προσβαλλομένη απόφαση, προστέθηκαν στο άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της ως άνω αποφάσεως 500/1994 οι ακόλουθες διατάξεις: «Σε όλες τις περιπτώσεις, αποκλείεται η χρησιμοποίηση προϊόντων προερχόμενων από [ΓΤΟ], εκτός αν προβλέπεται από τον κανονισμό (EΚ) 49/2000». Αυτές οι διατάξεις βρίσκονται στο κέντρο της διαφοράς της κύριας δίκης.
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
35. Αμέσως μόλις τέθηκε σε ισχύ η προσβαλλόμενη απόφαση προσβλήθηκε με αίτηση ακυρώσεως των διατάξεών της περί συμπληρώσεως του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 500/1994.
36. Η εν λόγω αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε από το Coordinamento delle associazioni per la difesa dell’ambiente e dei diritti degli utenti e consumatori (ένωση σωματείων για την προστασία του περιβάλλοντος και των δικαιωμάτων των χρηστών και των καταναλωτών) (26). Η ένωση αυτή ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν παράνομη καθόσον, με το να παραπέμπει στην εφαρμογή του κανονισμού 49/2000, επέτρεπε να περιέχουν οι βρεφικές τροφές υλικό προερχόμενο από ΓΤΟ σε ποσοστό 1 %, χωρίς να περιλαμβάνουν στην επισήμανσή τους τη σχετική ένδειξη.
37. Με απόφαση της 14ης Μαΐου 2002, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio ακύρωσε τις επίδικες διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως μόνον καθό μέρος εισήγαγαν, σύμφωνα με την άποψη του δικαστηρίου, παρέκκλιση από τους ειδικούς κανόνες επισημάνσεως των παρασκευασμάτων για βρέφη και των παρασκευασμάτων δεύτερης βρεφικής ηλικίας, καθόσον, σε περίπτωση τυχαίας προσμείξεως, για τα προϊόντα αυτά δεν υπήρχε υποχρέωση αναφοράς στην επισήμανσή τους της παρουσίας υλικού προερχόμενου από ΓΤΟ σε ποσοστό 1 % (27).
38. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε σχετικώς ότι τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς επισημάνσεως (οριζόμενο από τις οδηγίες 91/321 και 96/5), το οποίο διαφέρει από το γενικό καθεστώς που εισάγει η οδηγία 79/112, στην οποία παραπέμπει ο κανονισμός 49/2000, με αποτέλεσμα η απαλλαγή από την υποχρέωση επισημάνσεως που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, σε περίπτωση τυχαίας προσμείξεως που δεν υπερβαίνει το 1 %, να μην εφαρμόζεται στα προϊόντα που προορίζονται για τα βρέφη και για τα μικρά παιδιά.
39. Το Ministero della Salute (ιταλικό υπουργείο Υγείας) προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Consiglio di Stato. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το ένδικο μέσο αφορά αποκλειστικώς το κεφάλαιο της αποφάσεως που ακύρωσε τις επίδικες εθνικές διατάξεις.
40. Προς στήριξη του ως άνω ενδίκου μέσου, το Ministero della Salute ισχυρίστηκε ότι καμία από τις οδηγίες για τις βρεφικές τροφές δεν περιλαμβάνει κανόνες σχετικούς με την ένδειξη της επισημάνσεως περί παρουσίας. Μόνον ο κανονισμός 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει σχετικές διατάξεις. Επομένως, οι κανόνες περί επισημάνσεως, που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού, είναι εφαρμοστέοι στα παρασκευάσματα για βρέφη.
41. Η Associazione Italiana Industrie Prodotti Alimentari (ΑΙΙΡΑ) (ένωση ιταλικών βιομηχανιών τροφίμων) παρενέβη υπέρ του Ministero della Salute. Η Adusbef και η Federconsumatori παρενέβησαν επίσης υπέρ της Codacons.
III – Το προδικαστικό ερώτημα
42. Αφού έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα των διαδίκων, το Consiglio di Stato αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1139/98, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 49/2000, να εφαρμόζεται και στα τρόφιμα για βρέφη και παιδιά έως τριών ετών και, ειδικότερα, είναι υποχρεωτική ή όχι η αναγραφή στην επισήμανση των προϊόντων αυτών της τυχαίας προσμείξεως με υλικό προερχόμενο από ΓΤΟ σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 1 %;»
43. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι πρέπει να εφαρμόζονται στα τρόφιμα που προορίζονται για τα βρέφη και τα μικρά παιδιά.
IV – Ανάλυση
44. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο εν λόγω προδικαστικό ερώτημα, θα εξετάσουμε, πρώτον, τη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, δεύτερον, τη γενική οικονομία του εν λόγω κανονισμού σε συνδυασμό με το σύνολο της κοινοτικής νομοθεσίας περί επισημάνσεως των τροφίμων, στο πλαίσιο του οποίου εντάσσεται ο κανονισμός αυτός, τρίτον, τους σκοπούς που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός και, τέταρτον, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αρχή της προλήψεως.
Η διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί
45. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, πρώτη περίοδος του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει ότι «[γ]ια τα συγκεκριμένα τρόφιμα δεν ισχύουν οι απαιτήσεις ειδικής πρόσθετης επισήμανσης […], όταν υλικό που έχει παραχθεί από τους [ΓΤΟ] του άρθρου 1, παράγραφος 1, μαζί με τυχόν άλλο υλικό διακινούμενο στην αγορά δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 258/97 και προερχόμενο από άλλους [ΓΤΟ], απαντά σε συστατικά τροφίμων τους ή σε τρόφιμα ενός μόνο συστατικού σε ποσοστό όχι μεγαλύτερο από 1 % επί ενός εκάστου των συστατικών ή επί προϊόντος που αποτελείται από ένα μόνο συστατικό, αρκεί η παρουσία του εν λόγω υλικού να είναι τυχαία (28)».
46. Τα συγκεκριμένα τρόφιμα στα οποία αναφέρονται οι ως άνω διατάξεις ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, ως «τα τρόφιμα και τα συστατικά τροφίμων τα οποία πρόκειται να διατεθούν αυτούσια στον τελικό καταναλωτή ή στις μονάδες ομαδικής εστίασης και τα οποία παράγονται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, από γενετικώς τροποποιημένους σπόρους σόγιας που καλύπτονται από την απόφαση 96/281/ΕΚ ή από γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο που καλύπτεται από την απόφαση 97/98/ΕΚ».
47. Ο ορισμός αυτός δεν βασίζεται σε κανένα κριτήριο σχετικό με την ηλικία ή τον βαθμό αναπτύξεως ή την υγεία του τελικού καταναλωτή. Επομένως, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, είναι αδιάφορο αν τα τρόφιμα αυτά προορίζονται για βρέφη ή για μικρά παιδιά.
48. Συνεπώς, είναι αναγκαία η διαπίστωση ότι από κανένα σημείο του κειμένου των διατάξεων αυτών δεν απαγορεύεται η εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, στα τρόφιμα που προορίζονται να διατεθούν αυτούσια στα βρέφη και στα μικρά παιδιά, αν υποτεθεί ότι παράγονται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, από τους ΓΤΟ που αναφέρονται στις αποφάσεις 96/281 και 97/98.
49. Κατά την άποψή μου, η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από τη γενική οικονομία του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί.
Η γενική οικονομία του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί
50. Κανένα σημείο των κανονισμών 1139/98 και 49/2000 δεν αφήνει να εννοηθεί ότι τα τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη ή για μικρά παιδιά εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω κανονισμών ή, τουλάχιστον, από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί.
51. Βεβαίως, το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1139/98 (το οποίο δεν τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 49/2000) προβλέπει ότι «[τ]ο παρόν άρθρο [ιδίως η παράγραφος 2, στοιχείο β΄] εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των λοιπών απαιτήσεων της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την επισήμανση των τροφίμων».
52. Η διατύπωση αυτή σημαίνει ότι οι ειδικοί κανόνες επισημάνσεως των τροφίμων που προβλέπονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, εφαρμόζονται στα τρόφιμα που καλύπτονται από τον εν λόγω κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παραγνωρίζονται ή δεν θίγεται η εφαρμογή άλλων κανόνων που ισχύουν σχετικά, και ιδίως άλλων ειδικών κανόνων (29), όπως αυτοί που αφορούν τα τρόφιμα που προορίζονται για τα βρέφη και τα μικρά παιδιά.
53. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εφαρμογή των κανόνων επισημάνσεως του άρθρου 2 του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν παραγνωρίζει ούτε θίγει την εφαρμογή των κανόνων που προβλέπουν οι οδηγίες 91/321 και 96/5, για την επισήμανση των τροφίμων που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά.
54. Πράγματι, όπως ορθώς επισήμαναν το Ministero della Salute και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ούτε η οδηγία 91/321 ούτε η οδηγία 96/5 περιέχουν διατάξεις που να απαιτούν την αναγραφή, στην επισήμανση των τροφίμων που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά, ενδείξεως σχετικής με την παρουσία στα τρόφιμα αυτά υλικού προερχόμενου από ΓΤΟ ή ενδείξεως ότι τα τρόφιμα αυτά έχουν παραχθεί από τέτοιο υλικό (30).
55. Κατά την άποψή μου, πάντως, η απουσία σχετικών διατάξεων δεν οφείλεται στο ότι οι οδηγίες αυτές απαγορεύουν σε κάθε περίπτωση την παρουσία στις ως άνω τροφές υλικού προερχόμενου από ΓΤΟ έτσι ώστε να μη χρειάζεται να προβλεφθεί οποιαδήποτε σχετική απαίτηση επισημάνσεως.
56. Πράγματι, τόσο η οδηγία 91/321 όσο και η οδηγία 96/5 περιορίζονται στην πρόβλεψη, στο άρθρο τους 5, ότι μόνον ορισμένες ουσίες, προσαρμοσμένες στην ειδική διατροφή των βρεφών ή των μικρών παιδιών, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παρασκευή των τροφών που προορίζονται για αυτά. Προς τον σκοπό αυτόν, προβλέφθηκε απλώς ότι τα κριτήρια καθαρότητας για τις ουσίες αυτές θα καθορίζονταν αργότερα. Κατά την ίδια λογική, οι εν λόγω οδηγίες περιορίζονται στην πρόβλεψη, στο άρθρο τους 6, ότι οι εν λόγω τροφές δεν πρέπει να περιέχουν καμιά ουσία σε ποσότητα τέτοια που να θέτει σε κίνδυνο την υγεία των βρεφών και των μικρών παιδιών. Στο άρθρο αυτό προβλέπεται επίσης ότι τα απαραίτητα μέγιστα επίπεδα κάθε ουσίας θα καθοριστούν αργότερα.
57. Από τις διατάξεις αυτές δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι απαγορεύεται οι τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά να παρουσιάζουν το παραμικρό, έστω και αμελητέο, ίχνος υλικού προερχόμενου από ΓΤΟ.
58. Εξάλλου, μέχρι σήμερα, αντιθέτως προς όσα ισχύουν για τα φυτοφάρμακα (31), κανένα μέγιστο επίπεδο δεν έχει καθοριστεί βάσει του άρθρου 6 των οδηγιών 91/321 και 96/5, προκειμένου να περιοριστεί η παρουσία υλικού προερχόμενου από ΓΤΟ στα τρόφιμα που προορίζονται ειδικώς για βρέφη και μικρά παιδιά.
59. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να ερμηνευθεί η σιωπή των οδηγιών 91/321 και 96/5 ως προς την έκταση της υποχρεώσεως αναφοράς, στην επισήμανση των τροφών για βρέφη και μικρά παιδιά, της παρουσίας ΓΤΟ ή υλικού προερχόμενου από τέτοιους οργανισμούς. Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή αυτή είναι ότι οι εν λόγω οδηγίες δεν επιβάλλουν καμιά τέτοιας φύσεως ειδική υποχρέωση επισημάνσεως.
60. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η δυνατότητα εξαιρέσεως –βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί– από την ειδική υποχρέωση αναγραφής στην επισήμανση της παρουσίας (σε ορισμένες τροφές) υλικού προερχόμενου από ΓΤΟ δεν έχει, στην πραγματικότητα, καμιά επίδραση στην εφαρμογή των ειδικών κανόνων επισημάνσεως που προβλέπουν οι οδηγίες 91/321 και 96/5.
61. Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα φαίνεται να υπονοεί η Codacons, το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, εισάγει παρέκκλιση από την ειδική υποχρέωση επισημάνσεως (που προβλέπεται στην παράγραφο 1 και εξειδικεύεται στην παράγραφο 3, του ίδιου άρθρου) και πρέπει, κατά συνέπεια, να ερμηνεύεται στενώς, δεν σημαίνει ότι πρέπει, βάσει του επιχειρήματος αυτού και μόνον, να εξαιρεθούν οι τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών που εισάγουν παρέκκλιση.
62. Το αντίθετο θα είχε ως αποτέλεσμα να προστεθούν επιπλέον διατάξεις στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού. Πράγματι, όπως τόνισα προηγουμένως, το εν λόγω άρθρο προβλέπει ρητώς ότι εφαρμόζεται στα «συγκεκριμένα τρόφιμα». Όπως, όμως, είδαμε επίσης, η φράση αυτή, εμμέσως πλην σαφώς, τις τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (στην περίπτωση, θυμίζουμε, που οι τροφές αυτές έχουν παραχθεί από ΓΤΟ που αναφέρονται στις αποφάσεις 96/281 και 97/98). Ο αποκλεισμός των τροφών αυτών από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, θα είχε μάλλον νομοθετικό παρά ερμηνευτικό απλώς χαρακτήρα.
63. Επομένως, φρονώ ότι η γενική οικονομία του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν κωλύει την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού στα τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά.
64. Κατά την άποψή μου, το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται και από την εξέταση των επιδιωκόμενων με τον εν λόγω κανονισμό σκοπών.
Οι σκοποί του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί
65. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, Glawischnig, ο κανονισμός 1139/98 επιδιώκει διττό σκοπό (32).
66. Αφενός, σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός αποσκοπεί στην εξάλειψη των δυνητικών εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των τροφίμων και συστατικών τροφίμων που παράγονται από ΓΤΟ, τα οποία μπορούν να προκύψουν από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με την επισήμανση των προϊόντων αυτών. Αφετέρου, σύμφωνα με την ένατη αιτιολογική του σκέψη, ο ίδιος κανονισμός αποσκοπεί στην ενημέρωση του τελικού καταναλωτή σχετικά με κάθε τροφικό χαρακτηριστικό ή ιδιότητα, που έχουν ως αποτέλεσμα το τρόφιμο αυτό να μην μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμο με τα αντίστοιχα συμβατικά, καθόσον έχει παρασκευαστεί από ΓΤΟ.
67. Η επιδίωξη του διττού αυτού σκοπού μεταφράζεται στη θέσπιση ενιαίων κανόνων ως προς την επισήμανση των τροφίμων και των συστατικών τους που παρασκευάζονται από ορισμένους ΓΤΟ (οι οποίοι διατέθηκαν στην αγορά δυνάμει των αποφάσεων 96/281 και 97/98). Σύμφωνη προς τη λογική αυτή, η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1139/98 επισημαίνει ότι οι απαιτήσεις επισημάνσεως δεν θα είναι επαχθείς πέραν του αναγκαίου ορίου αλλά, ταυτόχρονα, θα είναι αρκετά λεπτομερείς, ώστε να παρέχουν στον καταναλωτή τις πληροφορίες που χρειάζεται.
68. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται ο κανονισμός 49/2000, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 1139/98. Όπως και ο 1139/98, επιχειρεί να συμβιβάσει τα διάφορα εμπλεκόμενα συμφέροντα, ήτοι τα συμφέροντα των επιχειρήσεων και τα συμφέροντα των καταναλωτών.
69. Συγκεκριμένα, προβλέποντας ότι μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση από τις ειδικές απαιτήσεις επισημάνσεως που επιβάλλει ο κανονισμός 1139/98, σε περίπτωση τυχαίας προσμείξεως με ΓΤΟ σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 1 %, o κανονισμός 49/2000 εκφράζει τη μέριμνα του κοινοτικού νομοθέτη να λάβει υπόψη τις προσπάθειες των επιχειρήσεων να αποφεύγουν ορισμένους ΓΤΟ ως πρώτη ύλη των προϊόντων που παρασκευάζουν, διασφαλίζοντας στο μέτρο του δυνατού το νόμιμο συμφέρον πληροφορήσεως των καταναλωτών.
70. Υπό το πρίσμα, ακριβώς, του διττού αυτού σκοπού και της σχετικής μέριμνας του νομοθέτη να συμβιβάσει τα διάφορα εμπλεκόμενα συμφέροντα πρέπει να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί.
71. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις, εξυπακούεται ότι έχουν κάθε συμφέρον να θεωρηθεί το ως άνω άρθρο ως εφαρμοζόμενο στις τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά.
72. Πράγματι, κάθε ένδειξη στην επισήμανση που θα έκανε αναφορά σε ΓΤΟ ενέχει με μεγάλη πιθανότητα τον κίνδυνο να προκαλέσει στον νου των πελατών ενστικτώδη αντίδραση απορρίψεως, δεδομένου ότι τα εν λόγω τρόφιμα απευθύνονται σε αυτή την ιδιαίτερη κατηγορία του πληθυσμού. Το ίδιο ισχύει πιθανώς και στην περίπτωση της αναφοράς, επί της επισημάνσεως, ότι η παρουσία στα εν λόγω τρόφιμα υλικού προερχόμενου από τέτοιους οργανισμούς είναι καθαρώς τυχαία και περιορίζεται σε ποσοστά όχι ανώτερα του 1 %.
73. Η επιβολή στις επιχειρήσεις υποχρεώσεως τέτοιου είδους επισημάνσεως, σε περίπτωση τυχαίας προσμείξεως στα ως άνω επίπεδα, θα αντέβαινε προφανώς στα συμφέροντά τους, πολλώ μάλλον όταν, ακριβώς στην περίπτωση αυτή, οι επιχειρήσεις έχουν επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια προκειμένου να αποφύγουν τέτοια πρόσμειξη. Η επιβολή μιας τέτοιας υποχρεώσεως θα έτεινε επίσης στον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των τροφών για βρέφη και μικρά παιδιά.
74. Όσον αφορά τους καταναλωτές, αντιθέτως, η προστασία των συμφερόντων τους συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως ενισχυμένης υποχρεώσεως επισημάνσεως των τροφών για βρέφη και μικρά παιδιά, επιβαλλομένης ακόμη και στην περίπτωση της τυχαίας και περιορισμένης προσμείξεως.
75. Τούτου δοθέντος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το αληθές νόημα της υποχρεώσεως πληροφορήσεως ή επισημάνσεως που επιβάλλει ο κοινοτικός νομοθέτης προκειμένου να εκτιμηθεί με ακρίβεια το πεδίο εφαρμογής της.
76. Η υποχρέωση αυτή αποσκοπεί στο να παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να επιλέγουν ένα προϊόν αντί άλλου με πλήρη επίγνωση, ήτοι κατά τρόπον ώστε να μην παραπλανώνται ως προς τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που τους προτείνονται.
77. Έτσι, στην υπό κρίση περίπτωση, πρέπει να εξεταστεί εάν η απουσία, επί της επισημάνσεως των τροφών για βρέφη και μικρά παιδιά, κάθε αναφοράς στην παρουσία ορισμένων ΓΤΟ (των οποίων έχει επιτραπεί η διάθεση στην αγορά) μπορεί να παραπλανήσει τους καταναλωτές, δεδομένου ότι η η παρουσία αυτή περιορίζεται σε ποσοστά όχι ανώτερα του 1 %.
78. Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να κριθεί αν μία ονομασία, ένα σήμα ή μία διαφημιστική ένδειξη της επισημάνσεως δημιουργούν κίνδυνο παραπλανήσεως του αγοραστή, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τεκμαιρόμενη προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (33).
79. Κατά την άποψή μου, η νομολογία αυτή ισχύει και για περιπτώσεις όπως η κρινόμενη στην κύρια δίκη, στην οποία εξετάζεται ο παραπλανητικός χαρακτήρας μιας επισημάνσεως λόγω του ότι δεν περιλαμβάνει ορισμένες ενδείξεις.
80. Έτσι, το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο μέσος καταναλωτής, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, μπορεί να προβλέψει την παρουσία στις τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά υλικού προερχόμενου από ορισμένους ΓΤΟ (των οποίων επιτρέπεται η διάθεση στην αγορά), σε ποσοστό που περιορίζεται στο 1 %, λόγω τυχαίας προσμείξεως.
81. Κατά την άποψή μου, μπορούμε, πράγματι, να υποθέσουμε κάτι τέτοιο. Είναι αληθές ότι η μόλυνση του περιβάλλοντος με ΓΤΟ αποτελεί ευρέως γνωστό φαινόμενο, το οποίο διαπιστώνεται τακτικά από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως. Εξάλλου, αυτό ακριβώς το φαινόμενο οδήγησε τον κοινοτικό νομοθέτη στο να περιορίσει σημαντικά τη σκόπιμη ελευθέρωση τέτοιων οργανισμών στο περιβάλλον, εξαρτώντας την από διάφορες προϋποθέσεις στο πλαίσιο μιας αυστηρής διαδικασίας. Συναφώς, τόσο η οδηγία 90/220 όσο και η οδηγία 2001/18 υπενθυμίζουν ότι «οι ζώντες οργανισμοί που ελευθερώνονται στο περιβάλλον σε μεγάλες ή μικρές ποσότητες, είτε για πειραματικούς σκοπούς είτε ως εμπορικά προϊόντα, είναι δυνατό να αναπαραχθούν στο περιβάλλον και να διασχίσουν εθνικά σύνορα, θίγοντας με τον τρόπο αυτό τα άλλα κράτη μέλη (34)».
82. Επομένως, η μόλυνση του περιβάλλοντος από ΓΤΟ συνιστά μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί από τον μέσο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Μπορούμε, επίσης, να υποθέσουμε ότι ο μέσος αυτός καταναλωτής προβλέπει ότι οι τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά δεν είναι απολύτως αγνές ή απαλλαγμένες από οποιαδήποτε ξένη ουσία, παρά τις προσπάθειες που ενδεχομένως γίνονται από τις επιχειρήσεις προκειμένου να αποφεύγεται η παρουσία υλικού προερχόμενου από τέτοιους οργανισμούς στα προϊόντα αυτά.
83. Έτσι, αν υποτεθεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιοι καταναλωτές μπορεί να αγνοούν την πραγματικότητα αυτή και να παραπλανώνται εκ του γεγονότος αυτού από την απουσία οποιασδήποτε ενδείξεως αναφερόμενης σε ΓΤΟ, ο κίνδυνος παραμένει πολύ μικρός και δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να δικαιολογήσει παρεμπόδιση στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων όπως αυτή που θα ανέκυπτε από την υποχρέωση σχετικής αναφοράς στην επισήμανση του προϊόντος, εφόσον η εν λόγω πρόσμειξη είναι τυχαία και περιορίζεται στο 1 % (35).
84. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται πολλώ μάλλον από το γεγονός ότι η παρουσία υλικού προερχόμενου από ΓΤΟ, πέραν του ότι είναι τυχαία, περιορίζεται σε επίπεδα που δεν υπερβαίνουν το 1 % και έτσι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπάρχει πλάνη, αυτή δεν αφορά κάποιο βασικό στοιχείο ή ουσιώδες χαρακτηριστικό των εν λόγω τροφίμων (36).
85. Κατά τα λοιπά, μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί αν η αναγραφή στην επισήμανση ενδείξεων όπως «παράγεται από γενετικώς τροποποιημένη σόγια» ή «παράγεται από γενετικώς τροποποιημένο αραβόσιτο», σύμφωνα με τον κανονισμό 1139/98, μπορεί μάλλον να παραπλανήσει τον καταναλωτή παρά να τον πληροφορήσει κατά τρόπο αντικειμενικό για τα χαρακτηριστικά των τροφίμων που του προτείνονται. Πράγματι, μία τέτοια αναφορά μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι τα εν λόγω τρόφιμα παρασκευάστηκαν σκοπίμως από ΓΤΟ και ότι περιέχουν σε σημαντικό βαθμό στοιχεία που προέρχονται από τέτοιους οργανισμούς. Δεν θα συνέτρεχε, ωστόσο, κάτι τέτοιο στην περίπτωση –που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί– τυχαίας προσμείξεως, περιοριζόμενης σε ποσοστά που δεν υπερβαίνουν το 1 %.
86. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι ο επιδιωκόμενος από τον κανονισμό σκοπός της ενημερώσεως του καταναλωτή δεν αντίκειται στην εφαρμογή της απαλλαγής από την υποχρέωση επισημάνσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού, σε τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά. Πολλώ μάλλον όταν, όπως είδαμε, ο σκοπός αυτός πληροφορήσεως του καταναλωτή χρειάζεται να συμβιβαστεί με έναν άλλον σκοπό, τον οποίον επίσης επιδιώκει ο ίδιος κανονισμός, αυτόν της διευκολύνσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των τροφίμων.
87. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι οι σκοποί που επιδιώκει ο κανονισμός 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν έρχονται σε αντίθεση με την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού σε τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά.
88. Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να εφαρμοστεί στα τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά.
89. Κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αρχή της προλήψεως.
Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την αρχή της προλήψεως
90. Κατά την Codacons, οι σύγχρονες τεχνικές που επιτρέπουν να εντοπίζεται η παρουσία των ΓΤΟ στα τρόφιμα δεν παρέχουν καμιά ασφάλεια, δεδομένου ότι θα έπρεπε να μπορεί να μετρηθεί ακριβώς η έκταση της παρουσίας αυτής, με αποτέλεσμα να είναι μέχρι σήμερα αδύνατον να γνωρίζουμε αν (σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί) η παρoυσία υλικού προερχόμενου από ΓΤΟ στα τρόφιμα (και ειδικότερα σε αυτά που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά) υπερβαίνει ή όχι στην πραγματικότητα το 1 % (37).
91. Κατά την άποψη της Codacons, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στο όνομα της αρχής της προλήψεως, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα τρόφιμα που προορίζονται για τα βρέφη και τα μικρά παιδιά.
92. Δεν συμμερίζομαι, την άποψη αυτή για τους ακόλουθους λόγους.
93. Κατά πάγια νομολογία (38), από την αρχή της προλήψεως προκύπτει ότι, οσάκις υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη ύπαρξη ή την έκταση κινδύνων για την υγεία των προσώπων, τα κοινοτικά όργανα μπορούν να λαμβάνουν μέτρα προστασίας, χωρίς να οφείλουν να αναμένουν έως ότου αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό και η σοβαρότητα των εν λόγω κινδύνων.
94. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η εκτίμηση του κινδύνου δεν μπορεί να βασίζεται σε καθαρά υποθετικές θεωρήσεις (39).
95. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι σύγχρονες τεχνικές δεν επιτρέπουν την ακριβή μέτρηση της παρουσίας υλικού προερχόμενου από ΓΤΟ στα τρόφιμα, μέχρι σήμερα δεν προσκομίστηκε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να οδηγεί ευλόγως στο συμπέρασμα ότι η παρουσία ενός τέτοιου υλικού σε ποσοστά ελαφρώς ανώτερα του 1 % μπορεί να ενέχει κίνδυνο για την υγεία των βρεφών και των μικρών παιδιών. Συναφώς, παρότι είναι αληθές ότι το ανώτατο όριο του 1 % που προβλέπει ο κανονισμός 49/2000 σε σχέση με την επισήμανση των τροφίμων (και όχι με τη σύνθεσή τους) μειώθηκε στο 0,9 % (μετά την κρίσιμη για την υπόθεση της κύριας δίκης ημερομηνία), δεν θεωρώ το γεγονός αυτό καθεαυτό αποφασιστικής σημασίας.
96. Επιπλέον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, οι συνέπειές του θα έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη ήδη κατά το στάδιο της διαδικασίας διαθέσεως στην αγορά της Κοινότητας νέων τροφίμων και συστατικών τροφίμων, σύμφωνα με τον κανονισμό 258/97. Πράγματι, όπως επισήμανε η Επιτροπή, η διαδικασία αυτή προϋποθέτει εκτίμηση της βλαπτικότητας των τροφίμων και δεν επιτρέπει τη διάθεσή τους στην αγορά παρά μόνον εάν θεωρηθούν ακίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία.
97. Πέραν αυτού, πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 258/97, εάν ένα κράτος, κατόπιν νέων στοιχείων ή επανεκτιμήσεως των υπαρχόντων, έχει συγκεκριμένους λόγους να θεωρεί ότι η χρήση ενός τροφίμου ή συστατικού τροφίμου που ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του κανονισμού αυτού ενέχει κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, μπορεί να περιορίζει προσωρινώς ή να αναστέλλει την εμπορία και τη χρήση του τροφίμου ή του συστατικού τροφίμου στην επικράτειά του. Ωστόσο, οφείλει να ενημερώσει αμέσως τα άλλα κράτη μέλη και τη Επιτροπή, αιτιολογώντας την απόφασή του. Στην Επιτροπή απόκειται τότε η λήψη των κατά περίπτωση επιβαλλόμενων μέτρων.
98. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Monsanto Agricoltura Italie κ.λπ., η ρήτρα διαφυλάξεως που προβλέπει το άρθρο 12 του κανονισμού 258/97, συνιστά ειδική έκφραση της αρχής της προλήψεως. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αρχή αυτή πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως για τη θέσπιση οποιουδήποτε μέτρου προστασίας της ανθρώπινης υγείας βάσει των άρθρων 12 και 13 του κανονισμού αυτού (40).
99. Κατά την άποψή μου, το σύνολο των κανόνων αυτών (των σχετικών με τη διάθεση στην αγορά τροφίμων που περιέχουν ή που έχουν παρασκευαστεί από τέτοιους οργανισμούς χωρίς να τους περιέχουν) συμβάλλει σημαντικά στην τήρηση της αρχής της προλήψεως.
100. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι δεν είναι αναγκαία η επιβολή σε μεταγενέστερο στάδιο, στο όνομα της ίδιας αρχής, της τηρήσεως των υποχρεώσεων επισημάνσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όσον αφορά τις τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά, ακόμη και στην περίπτωση που τα εν λόγω προϊόντα έχουν υποστεί εντελώς τυχαία πρόσμειξη η οποία (ανεξαρτήτως της προόδου των τεχνικών εντοπισμού των ΓΤΟ) περιορίζονται σε χαμηλά ποσοστά.
101. Επομένως, κατά την άποψή μου, η αρχή της προλήψεως δεν απαγορεύει την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, στα τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά.
102. Κατά συνέπεια, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1139/98, όπως έχει τροποποιηθεί, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να εφαρμοστεί στα τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά.
V – Πρόταση
103. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Consiglio di Stato ως εξής:
«Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1139/98 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1998, για την υποχρεωτική αναγραφή στοιχείων, επιπλέον των προβλεπόμενων στην οδηγία 79/112/ΕΟΚ, στην επισήμανση ορισμένων τροφίμων που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 49/2000 της Επιτροπής, της 10ης Ιανουαρίου 2000, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να εφαρμοστεί στα τρόφιμα που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά».