Language of document :

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER

της 14ης Φεβρουαρίου 2006 1(1)

Υπόθεση C-169/05

Uradex SCRL

κατά

Union Professionnelle de la Radio et de la Télédistribution (RTD)

και

Société Intercommunale pour la Diffusion de la Télévision (Brutele)

(αίτηση του Cour de cassation του Βελγίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Δικαιώματα του δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα – Καλωδιακή διανομή – Οδηγία 93/83/ΕΟΚ – Ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2 – Συλλογική διαχείριση – Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην εταιρία συλλογικής διαχειρίσεως – Περιλαμβάνουν το δικαίωμα χορηγήσεως ή αρνήσεως της άδειας αναμεταδόσεως»





I –    Εισαγωγή

1.        Η οδηγία 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2) επιβάλλει ως προς την καλωδιακή ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση τη συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων (3), με σκοπό να απλοποιήσει την άσκησή της παρέχοντας μεγαλύτερη ασφάλεια. Προς τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 9, παράγραφος 2, θέτει τα κριτήρια καθορισμού της εταιρίας η οποία αναλαμβάνει τη διαχείριση, όταν ο δικαιούχος δεν έχει προβεί σε συγκεκριμένη ανάθεση.

2.        Το Cour de cassation του Βελγίου διατηρεί αμφιβολίες ως προς την έκταση των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην τελευταία αυτή περίπτωση· αμφιβάλλει για το αν αυτή περιορίζεται στη διαχείριση των οικονομικών συμφερόντων των αντιπροσωπευομένων ή αν περιλαμβάνει και την εξουσία χορηγήσεως ή αρνήσεως της άδειας μεταδόσεως του προστατευόμενου έργου.

3.        Η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά το δικαίωμα οπτικοακουστικής εκμεταλλεύσεως των παραστάσεων των καλλιτεχνών ερμηνευτών και εκτελεστών, το οποίο, κατά τον βελγικό νόμο στον οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια, τεκμαίρεται ότι έχει εκχωρηθεί στους παραγωγούς· τίθεται έτσι το ερώτημα εάν, σύμφωνα με την οδηγία 93/89, οι εξουσίες που συνδέονται με το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκούνται επίσης συλλογικά.

II – Το νομικό πλαίσιο

 Α –       Το κοινοτικό δίκαιο

4.        Όπως προανέφερα, η οδηγία 93/83 έχει ως σκοπό την εγκαθίδρυση της ασφάλειας δικαίου στον τομέα των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων επ’ ευκαιρία της ραδιοτηλεοπτικής αναμεταδόσεως εντός της Κοινότητας, και ιδίως της δορυφορικής και καλωδιακής αναμεταδόσεως (4), υπερβαίνοντας ορισμένες διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών (πέμπτη και όγδοη αιτιολογική σκέψη). Η έλλειψη νομοθετικής ομοιομορφίας δεν επιτρέπει στους επιχειρηματίες να έχουν τη βεβαιότητα ότι έχουν αγοράσει πράγματι όλα τα σχετικά δικαιώματα, γι’ αυτό σχεδιάστηκε ένα καθεστώς βασισμένο στην αρχή της συμβατικής εκχωρήσεως και στη συλλογική χρήση των εξουσιών που απορρέουν από την πνευματική ιδιοκτησία (δέκατη, εικοστή και εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη).

5.        Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας ορίζει την «καλωδιακή αναμετάδοση» ως «την χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές ταυτόχρονη αναμετάδοση, μέσω συστημάτων καλωδίων ή μικροκυμάτων και με σκοπό τη λήψη τους από το κοινό, αρχικής ενσύρματης ή ασύρματης, έστω και δορυφορικής μετάδοσης, από άλλο κράτος μέλος, τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών προγραμμάτων που προορίζονται για λήψη από το κοινό».

6.        Το κεφάλαιο III, υπό τον τίτλο «Καλωδιακή αναμετάδοση», αρχίζει με το άρθρο 8, η παράγραφος 1, του οποίου υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι κατά την καλωδιακή αναμετάδοση εκπομπών από άλλα κράτη μέλη στο έδαφός τους γίνονται σεβαστά τα σχετικά δικαιώματα του δημιουργού και άλλα συγγενικά δικαιώματα και ότι η αναμετάδοση αυτή γίνεται βάσει ατομικών ή συλλογικών συμβάσεων με τις επιχειρήσεις του κλάδου.

7.        Σε εφαρμογή των αρχών που εξαγγέλλονται στο προοίμιο της οδηγίας, το άρθρο 9, παράγραφος 1, εξαρτά την άσκηση «του δικαιώματος δημιουργών ή των δικαιούχων συγγενών δικαιωμάτων να παρέχουν άδεια ή να αρνούνται την παροχή άδειας […] για την αναμετάδοση εκπομπής μέσω καλωδίου» από τη μεσολάβηση «εταιρείας συλλογικής διαχείρισης», η οποία ορίζεται, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, ως «κάθε οργανισμός που έχει τη διαχείριση ή τη διοίκηση δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενικών δικαιωμάτων ως αποκλειστικό του σκοπό ή έναν από τους κύριους σκοπούς του».

8.        Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 9, όταν ο δικαιούχος δεν έχει μεταβιβάσει τη διαχείριση των δικαιωμάτων του σε εταιρεία συλλογικής διαχείρισης, η εταιρεία συλλογικής διαχείρισης που έχει αναλάβει τη διαχείριση δικαιωμάτων της αυτής κατηγορίας θεωρείται εξουσιοδοτημένη (5) να διαχειρίζεται τα δικαιώματά του. Όταν υπάρχουν περισσότερες από μια εταιρίες συλλογικής διαχείρισης για τα δικαιώματα της εν λόγω κατηγορίας, ο δικαιούχος είναι ελεύθερος να επιλέξει μεταξύ τους αυτήν που προτιμά. «Ο δικαιούχος που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο απολαύει των αυτών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης του καλωδιακού δικτύου και της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης που θεωρείται εξουσιοδοτημένη να διαχειρίζεται να δικαιώματά του […].»

9.        Το άρθρο 10 εξαιρεί από το άρθρο 9 τα δικαιώματα που ασκούνται από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό όσον αφορά τις δικές του μεταδόσεις, ανεξάρτητα από το αν τα σχετικά δικαιώματα είναι δικά του ή του έχουν μεταβιβαστεί από άλλους δημιουργούς ή/και δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων.

 Β –         Η βελγική νομοθετική ρύθμιση

10.      Το άρθρο 51 του νόμου της 30ής Ιουνίου 1994 (6) αναγνωρίζει το αποκλειστικό δικαίωμα του δημιουργού και των φορέων συγγενικών δικαιωμάτων να παρέχουν την άδεια καλωδιακής αναμεταδόσεως των έργων τους. Το άρθρο 36, εδάφιο πρώτο, εισάγει τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο, αν δεν υπάρχει αντίθετη σύμβαση, ο καλλιτέχνης ερμηνευτής ή ο εκτελεστής εκχωρεί στον παραγωγό το αποκλειστικό δικαίωμα της οπτικοακουστικής εκμεταλλεύσεως του έργου του.

11.      Τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 53 μεταφέρουν αυτολεξεί στο βελγικό δίκαιο τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 9 της οδηγίας.

III – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

12.      Η Uradex SCRL, φορέας που διαχειρίζεται τα δικαιώματα των καλλιτεχνών ερμηνευτών και εκτελεστών, ζήτησε από το Tribunal de première instance (πρωτοβάθμιο δικαστήριο) των Βρυξελλών να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα κατά της «Union Professionnelle de la Radio et de la Télédistribution» (στο εξής: RTD) και της «Société Intercommunale pour la Diffusión de la Télévisión» (στο εξής: Brutele), επειδή προέβησαν σε καλωδιακή αναμετάδοση χωρίς την άδειά του.

13.      Τα αιτήματα της αιτούσας απορρίφθηκαν και η αιτούσα άσκησε έφεση, την οποία το Cour d’appel (δευτεροβάθμιο δικαστήριο) των Βρυξελλών δέχθηκε με απόφασή του της 25ης Ιουνίου 1998, με το σκεπτικό ότι, για κάθε είδος υπηρεσιών, οι εταιρίες συλλογικής διαχειρίσεως έχουν το δικαίωμα να επιτρέπουν ή να εμποδίζουν την καλωδιακή αναμετάδοση, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τους έχει ανατεθεί η διαχείρισή της, διότι, αν δεν τους έχει ανατεθεί, το έργο τους περιορίζεται στην είσπραξη της αμοιβής και στην απόδοσή της στον δικαιούχο, καθόσον η εντολή τους έχει κατ’ ουσίαν διαχειριστικό χαρακτήρα.

14.      Το ως άνω δικαστήριο πρόσθεσε ότι, όσον αφορά τα οπτικοακουστικά προϊόντα, ένας τέτοιος φορέας διαθέτει την εν λόγω εξουσία μόνον εάν οι καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές εξακολουθούν να έχουν τα σχετικά δικαιώματα. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, του νόμου της 30ής Ιουνίου 1994, τεκμαίρεται ότι τα δικαιώματα των δημιουργών αυτών έχουν εκχωρηθεί στον παραγωγό, η Uradex δεν μπορεί να τα διαχειριστεί, αν δεν αποδείξει ότι υπάρχουν συμφωνίες που ανατρέπουν το τεκμήριο αυτό ή ότι ενεργεί εξ ονόματος των ίδιων των παραγωγών, περιστάσεις που δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση.

15.      Με το σκεπτικό αυτό, το Cour d’appel δέχθηκε την έφεση όσον αφορά την Brutele, για τον λόγο ότι αναμετέδωσε χωρίς την άδεια της Uradex μη οπτικοακουστικά έργα των καλλιτεχνών ερμηνευτών και εκτελεστών τους οποίους η δεύτερη εκπροσωπούσε κατόπιν ρητής συμφωνίας και απέρριψε την έφεση κατά τα λοιπά.

16.      Η Uradex άσκησε αναίρεση, υποστηρίζοντας ότι από το άρθρο 53 του βελγικού νόμου και, ως εκ τούτου, από το άρθρο 9 της οδηγίας προκύπτει ότι, όταν δεν υπάρχει ρητή εντολή, η εταιρία που θεωρείται εντολοδόχος έχει την εξουσία να αποφασίζει και για τη διάθεση των δικαιωμάτων στο εμπόριο και ότι, όσον αφορά τις παρουσιάσεις στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, είναι αδιάφορο αν τα δικαιώματα αυτά έχουν εκχωρηθεί σε τρίτους.

17.      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Cour de cassation ανέστειλε τη διαδικασία προκειμένου να απευθύνει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας […] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν μία εταιρία συλλογικής διαχειρίσεως θεωρείται εξουσιοδοτημένη να διαχειρίζεται τα δικαιώματα φορέα δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενικών δικαιωμάτων ο οποίος δεν ανέθεσε τη διαχείριση των δικαιωμάτων του σε εταιρία συλλογικής διαχειρίσεως, η εταιρία αυτή δεν διαθέτει την εξουσία να ασκεί το δικαίωμα του εν λόγω φορέα να επιτρέπει ή να αρνείται σε επιχείρηση καλωδιακής διανομής να προβαίνει στην καλωδιακή αναμετάδοση εκπομπής, καθόσον έχει αναλάβει μόνον τη διαχείριση των οικονομικών πτυχών των δικαιωμάτων του εν λόγω φορέα;»

IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

18.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν εντός της προθεσμίας του άρθρου 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Επιτροπή και η Σουηδική και η Ιταλική Κυβέρνηση.

19.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 19ης Ιανουαρίου 2006, παρέστησαν για να εκθέσουν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους η Επιτροπή και οι εκπρόσωποι της Uradex, της RTD και της Brutele.

V –    Ανάλυση του προδικαστικού ερωτήματος

 A –         Η άσκηση των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων

20.      Τα δικαιώματα αυτά, τα οποία ανέκαθεν ανήκαν στην «πνευματική ιδιοκτησία», (7) χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι παρέχουν στον δημιουργό ενός έργου, το οποίο αποτελεί προϊόν της διάνοιάς του, την εξουσία διαθέσεως της εκμεταλλεύσεώς του (8), η οποία περιλαμβάνει τόσο το ηθικό περιεχόμενο του δικαιώματος, όσο και το υλικό που απορρέει από την είσπραξη αμοιβής για την απόλαυσή του (9).

21.      Αν δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, όποιος επιθυμεί να διαθέσει ένα προστατευόμενο έργο στο κοινό οφείλει να ζητήσει και να εξασφαλίσει την άδεια του δικαιούχου με τη μορφή της συμβάσεως παροχής άδειας εκμεταλλεύσεως, αποκλειστικής ή μη, η οποία παρέχει το δικαίωμα ενός, περισσότερων ή όλων των πιθανών τρόπων χρήσεως. Κατά παράδοση, επομένως, η επίκληση των δικαιωμάτων αυτών γίνεται ατομικά.

22.      Εντούτοις, παρά τον έντονο προσωποπαγή τους χαρακτήρα, τα δικαιώματα αυτά ασκούνται από μακρού χρόνου ομαδικά, μέσω «ενώσεων δημιουργών» ή, κατά την πλέον πρόσφατη ορολογία, «εταιριών συλλογικής διαχειρίσεως». Στις περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατή η χωριστή διαχείριση λόγω του αριθμού και των τυχόν διαφορετικών διατυπώσεων για κάθε είδους χρήση, ο τρόπος αυτός εκμεταλλεύσεως έχει γενικευθεί και συνοδεύεται από την καταβολή αμοιβής στους δημιουργούς.

23.      Το πρότυπο της συλλογικής διαχειρίσεως, το οποίο επεκτάθηκε στα συναφή, συγγενή ή συγγενικά, δικαιώματα, μεταξύ των οποίων καταλέγονται τα δικαιώματα των καλλιτεχνών ερμηνευτών και εκτελεστών (10), τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, αποσκοπεί στο να δώσει στους καλλιτέχνες τη δυνατότητα να ελέγχουν την πορεία των έργων τους, κάτι που δεν είναι πάντοτε εύκολο όταν γίνεται ατομικά. Η εταιρία διαχειρίσεως διευθύνει, επιβλέπει, εισπράττει και διανέμει την αμοιβή εκ των δικαιωμάτων για λογαριασμό μιας ομάδας.

24.      Η κοινοτική έννομη τάξη δεν θα μπορούσε να παραβλέψει τον τομέα αυτόν. Η μεγάλη οικονομική του σημασία (11) έχει αντίκτυπο στη διαμόρφωση μιας ενιαίας αγοράς (12), καθώς προάγει τις επενδύσεις, την ανάπτυξη και την απασχόληση· επιπλέον, η προστασία του επιτελεί και άλλες λειτουργίες, όπως η προώθηση της δημιουργικότητας και η πολιτιστική ποικιλία και ταυτότητα, που δεν αποτελούν μόνον αυτοσκοπό, αλλά και εργαλείο για την ανάπτυξη της Ευρώπης.

25.      Και οι δύο αυτές όψεις αποτελούν μέρος του σχετικού κοινοτικού κεκτημένου.

 Β –         Τα δύο στάδια της κοινοτικής εναρμονίσεως της πνευματικής ιδιοκτησίας

26.      Επισημάνθηκε (13) η από αμνημονεύτων ετών στενή σχέση μεταξύ των δικαιωμάτων του δημιουργού, η αναγνώριση των οποίων οφείλει πολλά στην ανακάλυψη της τυπογραφίας (14), και της τεχνικής προόδου. Ο σύνδεσμος αυτός είναι εμφανής και στην κοινοτική διαδικασία εναρμονίσεως, η οποία ευνοήθηκε από διαδοχικές τεχνολογικές επαναστάσεις (15) που επηρεάζουν τη λεγόμενη «κοινωνία της πληροφορίας» και η οποία διακρίνεται σε δύο στάδια (16).

27.      Το πρώτο στάδιο, το οποίο ξεκίνησε στη δεκαετία του’90 με την «Πράσινη Βίβλο για το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και την τεχνολογική πρόκληση» (17), περιλαμβάνει πέντε οδηγίες, μεταξύ των οποίων και αυτή που αποτελεί το αντικείμενο του εξεταζόμενου προδικαστικού ερωτήματος (18), με τις οποίες γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της τηλεοράσεως (19), τόσο της καλωδιακής όσο και της δορυφορικής, και της συνεχούς εξελίξεως της πληροφορικής (20).

28.      Το δεύτερο στάδιο εγκαινιάστηκε με την προαναφερθείσα οδηγία 2001/29 για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, που ευνοήθηκε από την πρόοδο της ψηφιακής τεχνολογίας και των διαδραστικών συστημάτων. Ακολούθησε η οδηγία 2001/84/ΕΚ, που έχει ως αντικείμενο το δικαίωμα του δημιουργού να συμμετέχει στα κέρδη από την πώληση των έργων του (21). Το στάδιο αυτό ολοκληρώνεται, μέχρι στιγμής, με την οδηγία 2004/84/ΕΚ, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (22).

29.      Στην περιγραφείσα εξέλιξη είναι παρούσες και οι δύο όψεις (η οικονομική και η σχετική με την καινοτομία) που ενδιαφέρουν την κοινοτικό δίκαιο των δικαιωμάτων του δημιουργού. Η πρώτη ομάδα οδηγιών ανταποκρίνεται στην ανάγκη άρσεως των εμποδίων που συνεπαγόταν για τη βιομηχανία και την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων η στενά εθνική διάσταση των δικαιωμάτων αυτών (23), ενώ οι οδηγίες της δεύτερης ομάδας παρέχουν συντονισμένη προστασία στον πνευματικό δημιουργό (24).

 Γ –       Η οδηγία 93/83

30.      Η οδηγία 93/83 εντάσσεται στο πρώτο στάδιο και θεσπίστηκε για να αντιμετωπίσει, από την άποψη της πνευματικής ιδιοκτησίας, τις συνέπειες των διασυνοριακών τηλεοπτικών μεταδόσεων, τόσο των δορυφορικών όσο και των καλωδιακών (25).

31.      Ο δεύτερος αυτός τρόπος μεταδόσεως δημιουργούσε αβεβαιότητα, η οποία επηρέαζε τους επιχειρηματίες που περιορίζονταν στην ταυτόχρονη μετάδοση σε διάφορες χώρες, χωρίς μετατροπές, τηλεοπτικών προγραμμάτων με προκαθορισμένο περιεχόμενο. Ήταν αδύνατο να απαιτηθεί από αυτούς να εξασφαλίζουν τη συγκατάθεση καθενός ξεχωριστά από τους φορείς των θιγόμενων δικαιωμάτων. Επιπλέον, σε διεθνές επίπεδο, μία τέτοια λύση προϋπέθετε αίτηση για τη χορήγηση αδείας υπό τους όρους διαφορετικών εθνικών συστημάτων. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η διατήρηση ενός καθεστώτος ατομικής άδειας μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό εμπόδιο στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς των ραδιοτηλεοπτικών αναμεταδόσεων.

32.      Επομένως, το ζητούμενο ήταν μία νομοθεσία σύμφωνα με την οποία οι παρεμβαίνοντες στη διαδικασία αναμεταδόσεως φορείς θα όφειλαν να εξασφαλίζουν τη συγκατάθεση των φορέων των δικαιωμάτων επί των έργων που προτίθενται να διαθέσουν στην αγορά, καταβάλλοντας την ανάλογη αμοιβή. Με άλλα λόγια, ο σκοπός συνίστατο, όπως προκύπτει από το προοίμιο της οδηγίας, στην εξάλειψη της ανασφάλειας δικαίου που οφειλόταν στις διαφορές μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων των δικαιωμάτων του δημιουργού, προστατεύοντάς τα συμβατικώς (26).

33.      Προς τον σκοπό αυτόν υπήρχαν δύο επιλογές? οι υποχρεωτικές άδειες (27) και η συλλογική διαχείριση (28), την οποία επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης, ως την πλέον συμφέρουσα για τα δικαιώματα των δημιουργών. Ο τρόπος αυτός εκμεταλλεύσεως έθιγε σε μικρότερο βαθμό την αυτονομία της κυριαρχίας επί του δικαιώματος και επιδίωκε την ισορροπία μεταξύ της ασκήσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων και της εμπιστοσύνης της αναμεταδότριας εταιρίας, η οποία έπρεπε να είναι βέβαιη ότι είχε αποκτήσει όλα τα σχετικά δικαιώματα που συνδέονται με την αναμετάδοση (29).

34.      Για τους ανωτέρω λόγους, η οδηγία προστατεύει τα δικαιώματα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα μέσω συμβάσεων μεταξύ των δικαιούχων και των εταιριών οπτικοακουστικών μέσων (άρθρο 8), επιβάλλοντας πάντοτε τη συλλογική διαχείριση (άρθρο 9, παράγραφος 1). Ωστόσο, προκειμένου να προληφθούν οι διαρροές, το άρθρο 9, παράγραφος 2, αναθέτει στον αρμόδιο φορέα και τη διαχείριση των δικαιωμάτων των μη μελών, εξασφαλίζοντας έτσι στον επιχειρηματία το σύνολο των έργων.

35.      Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, μπορούμε να εξετάσουμε τον γόρδιο δεσμό της παρούσας προδικαστικής παραπομπής που συνίσταται στο αν, υπό τις συνθήκες αυτές, η ικανότητα αντιπροσωπεύσεως της εταιρίας συλλογικής διαχειρίσεως καλύπτει τα συνυφασμένα με την πνευματική ιδιοκτησία δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και η παροχή άδειας για την αναμετάδοση, ή αν περιορίζεται στα αυστηρώς οικονομικά ζητήματα.

 Δ –       Η έκταση της συλλογικής διαχειρίσεως σε σχέση με τους δικαιούχους που δεν έχουν τη ιδιότητα του μέλους

36.      Εκτιμώ ότι το δίκαιο είναι με το μέρος όσων, όπως η Επιτροπή, η Σουηδική και η Ιταλική Κυβέρνηση και η Uradex, υποστηρίζουν ότι η ανάθεση ministerio legis εκτείνεται και στην εξουσία παροχή άδειας μεταδόσεως. Άλλως, δεν θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί ο σκοπός της διατάξεως.

37.      Πράγματι, αν δεχθούμε ότι η οδηγία 93/83 μεριμνά ιδίως για την διευκόλυνση των δραστηριοτήτων των επιχειρηματιών καλωδιακής μεταδόσεως, με την άρση των εμποδίων που οφείλονται στην εκχώρηση των δικαιωμάτων με ξεχωριστές συμβάσεις και με τη διασφάλιση δίκαιης αμοιβής στους δικαιούχους, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εντολή διαχειρίσεως περιλαμβάνει και την απόφαση χορηγήσεως άδειας για τη χρήση του πνευματικού έργου. Διάφορα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος αυτού.

38.      Κατ’ αρχάς, ο μόνος τρόπος για να διαπιστωθεί αν μία εταιρία διαθέτει όλα τα έργα που περιλαμβάνονται σε ένα πρόγραμμα είναι να θεωρήσει ότι οι δικαιούχοι συγκατατίθενται, ρητώς ή σιωπηρώς, στη μετάδοσή του. Το τεκμήριο αυτό ισχύει αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπιστεύεται στην εντολοδόχο όλα ανεξαιρέτως τα σχετικά συμφέροντα, αρχής γενομένης από το κυριότερο: την εκμετάλλευση του άυλου αγαθού που αποτελεί το αντικείμενο της ιδιοκτησίας.

39.      Αυτό προκύπτει από τη διάρθρωση και το περιεχόμενο της διατάξεως. Η παράγραφος 1 καθιερώνει την αρχή της συλλογικής διαχειρίσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα των δικαιούχων «να παρέχουν άδεια ή να αρνούνται την παροχή άδειας σε επιχείρηση εκμετάλλευσης καλωδιακού δικτύου για την αναμετάδοση εκπομπής μέσω καλωδίου μπορεί να ασκείται μόνο μέσω εταιρείας συλλογικής διαχείρισης», ενώ η παράγραφος 2 καθορίζει τα κριτήρια προσδιορισμού της εταιρίας αυτής που αναλαμβάνει το έργο αυτό για λογαριασμό των δικαιούχων που δεν έχουν επιλέξει ρητώς τέτοια εταιρία (30), οι οποίοι, κατά τα λοιπά, απολαύουν των αυτών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης του καλωδιακού δικτύου και της εταιρείας συλλογικής διαχείρισης που θεωρείται εξουσιοδοτημένη να διαχειρίζεται να δικαιώματά τους, όπως και οι δικαιούχοι που έχουν εξουσιοδοτήσει την εν λόγω εταιρεία συλλογικής διαχειρίσεως. Αν το ζητούμενο είναι να γίνονται σεβαστά εκ μέρους των εταιριών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως τα διακυβευόμενα δικαιώματα, αυτή είναι η μόνη δυνατή μορφή οργανώσεως.

40.      Με άλλα λόγια, το άρθρο 9, παράγραφος 1, αποδεικνύει ότι η υποχρεωτική συλλογική διαχείριση δεν περιορίζεται στα οικονομικά ζητήματα και, όπως επισημαίνουν η Σουηδική και η Ιταλική Κυβέρνηση, ο όρος «δικαιώματα» στην παράγραφο 2 έχει την ίδια έννοια με αυτόν της παραγράφου 1.

41.      Πέραν αυτού, θα ήταν παράλογο να γίνει δεκτή η σιωπηρή ανάθεση όσον αφορά την χρηματοοικονομική αμοιβή, χωρίς να έχει γίνει δεκτή η αναγκαία προϋπόθεσή της: η συγκατάθεση στη μετάδοση ως αντιπαροχή της οποίας καταβάλλεται η αμοιβή αυτή.

42.      Τέλος, αν οι δικαιούχοι που δεν έχουν εξουσιοδοτήσει μια συγκεκριμένη εταιρία διαχειρίσεως μπορούσαν να αντιτίθενται καθένας ξεχωριστά σε μια καλωδιακή τηλεοπτική μετάδοση, προβάλλοντας λόγους διαφορετικούς από τους προβλεπόμενους στις συμβάσεις συλλογικής διαχειρίσεως, ή να παρέχουν τη συγκατάθεσή τους χωρίς να υπόκεινται στους συλλογικώς συμφωνηθέντες όρους, θα συνεχιζόταν η ανασφάλεια δικαίου στον κλάδο και ο κοινοτικός κανόνας δεν θα είχε κανένα χρήσιμο αποτέλεσμα.

 Ε –       Η ειδική περίπτωση της εκχωρήσεως του δικαιώματος σε τρίτους

43.      Η συλλογική διαχείριση αφορά αποκλειστικά τα δικαιώματα από την καλωδιακή αναμετάδοση και την αντίστοιχη χρηματοοικονομική αμοιβή (31), αλλά δεν επεμβαίνει στις λοιπές εξουσίες του δικαιούχου, όπως αυτή της διαθέσεως, οι οποίες διατηρούνται στο ακέραιο. Κατά συνέπεια, τίποτε δεν εμποδίζει την εκχώρησή τους σε τρίτους.

44.      Η εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αναφέρεται στο ζήτημα αυτό με απόλυτη σαφήνεια, τονίζοντας ότι η εναρμόνιση δεν αφορά αυτό τούτο το δικαίωμα παροχής άδειας, αλλά την άσκησή του· ως εκ τούτου, επιτρέπεται η εκχώρησή του.

45.      Βεβαίως, σε περίπτωση μεταβιβάσεως, ο νέος ιδιοκτήτης υποκαθίσταται στα δικαιώματα του προηγούμενου και εξακολουθεί να συνδέεται με την ίδια σχέση με την εταιρία συλλογικής διαχειρίσεως, οπότε ισχύουν οι ως άνω διευκρινίσεις. Η ατομική χρήση μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε περίπτωση που ο αγοραστής είναι η ίδια η εταιρία ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως, περίπτωση που ρυθμίζεται από το άρθρο 10 της οδηγίας.

46.      Το κοινοτικό καθεστώς δεν αφήνει περιθώρια να χρησιμοποιηθεί η δυνατότητα αυτή μεταβιβάσεως ως τρόπος αποφυγής της συλλογικής διαχειρίσεως. Το άρθρο 9 της οδηγίας δεν χρησιμοποιεί τους όρους «δημιουργοί», «ερμηνευτές» ή «παραγωγοί», αλλά τον όρο «δικαιούχοι» [Στμ.: o συγγραφέας αναφέρεται στο ισπανικό κείμενο της οδηγίας] των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για κατοχή του δικαιώματος που οφείλεται στη δημιουργία, στην εκτέλεση ή, παραγώγως, στη μετάδοση.

47.      Το ίδιο ακριβώς ισχύει και όταν, όπως συμβαίνει στο Βέλγιο, οι παραγωγοί οπτικοακουστικών προγραμμάτων καθίστανται κύριοι, επειδή ο νομοθέτης τεκμαίρει, iuris tantum, ότι οι καλλιτέχνες ερμηνευτές και οι εκτελεστές τους εκχωρούν το αποκλειστικό δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του έργου τους, καθόσον οι λόγοι που δικαιολογούν την κοινοτική ρύθμιση εξακολουθούν να ισχύουν.

48.      Υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες, το πρόβλημα μετατίθεται στον προσδιορισμό του φορέα που καλείται να διαχειριστεί συλλογικώς τα δικαιώματα· αυτό το έργο, όμως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο οφείλει να κρίνει εφαρμόζοντας τον εθνικό κανόνα με τον οποίο μεταφέρθηκε η οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο.

49.      Εντούτοις, δύο είναι οι πιθανές λύσεις. Η πρώτη βασίζεται στον χαρακτηρισμό των δικαιωμάτων που αγοράζουν οι παραγωγοί ως δικαιωμάτων συμφυών με τις ιδιότητες του καλλιτέχνη ερμηνευτή και του εκτελεστή, για τη διαχείριση των οποίων είναι αρμόδια η εταιρία συλλογικής διαχειρίσεως των δικαιωμάτων της σχετικής κατηγορίας, και, αν υπάρχουν περισσότερες από μια, σε αυτήν που υποδεικνύει το άρθρο 53, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βελγικού νόμου της 30ής Ιουνίου 1994, που μετέφερε στο βελγικό δίκαιο το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας. Η δεύτερη λύση βασίζεται στην άποψη ότι τα δικαιώματα αυτά έχουν την ίδια φύση με αυτά των παραγωγών.

50.      Η τελευταία αυτή επιλογή θα είχε ως αποτέλεσμα να εμπλέκονται σε μία και μόνον εκπομπή διάφορες ομάδες (αυτές των καλλιτεχνών ερμηνευτών και αυτές των παραγωγών)· ωστόσο, τίποτε στην οδηγία δεν εμποδίζει μια τέτοια λύση, αφού, καίτοι ο κοινοτικός νομοθέτης έχει επιλέξει τη συλλογική άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που σχετίζονται με την καλωδιακή τηλεόραση, δεν επιβάλλει την ύπαρξη ενός μόνο φορέα. Στην περίπτωση αυτή θα συγκεντρώνονταν δικαιώματα διαφόρων κατηγοριών, καθεμιά από τις οποίες θα αποτελούσε αντικείμενο διαχειρίσεως από διαφορετική εταιρία, με αποτέλεσμα ο επιχειρηματίας να πρέπει να συμβληθεί με όλες. Η λύση αυτή δεν παραβιάζει τους σκοπούς της οδηγίας, καθόσον παρέχει ένα σαφώς καθορισμένο πλαίσιο στις επιχειρήσεις οπτικοακουστικών μέσων, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να διαπραγματεύονται με περιορισμένο αριθμό συνομιλητών, και εγγυάται στις διάφορες κατηγορίες δημιουργών την πραγματική προστασία των συμφερόντων τους, τα οποία, ας μην ξεχνάμε, μπορεί να αποδειχθούν αντικρουόμενα.

51.      Οι τελευταίες αυτές σκέψεις βαίνουν πέραν των αμφιβολιών που εξέφρασε το αιτούν δικαστήριο με το προδικαστικό ερώτημα, στο οποίο προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας, η εταιρία στην οποία έχει ανατεθεί σιωπηρώς η συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας έχει δικαίωμα όχι μόνο να διαχειρίζεται τα οικονομικά ζητήματα που συνδέονται με αυτά, αλλά και να αποφασίζει την εμπορική τους διάθεση σε φορείς εκμεταλλεύσεως του καλωδιακού δικτύου.

VI – Πρόταση

52.      Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Cour de cassation του Βελγίου ως εξής:

«Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση, επιτρέπει στην εταιρία που θεωρείται ότι έχει αναλάβει τη διαχείριση των δικαιωμάτων των δικαιούχων που δεν έχουν προβεί σε ρητή ανάθεση σε συγκεκριμένη εταιρία να συγκατατίθενται στην εκμετάλλευση των έργων τους και της παρουσιάσεως των έργων αυτών».


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2 – Οδηγία της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση (ΕΕ L 248, σ. 15).


3 – Συγγενικά προς τα δικαιώματα του δημιουργού είναι τα δικαιώματα των καλλιτεχνών ερμηνευτών και εκτελεστών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και ταινιών, καθώς και αυτά των εταιριών οπτικοακουστικών μέσων. Η ταξινόμηση αυτή προκύπτει από την οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ L 167, σ. 10).


4 – Με την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2000, C-293/98, EGEDA (Συλλογή 2000, σ. I-629), επισημαίνεται ότι η οδηγία ρυθμίζει διαφορετικά την καλωδιακή αναμετάδοση από την καλωδιακή αναμετάδοση (σκέψη 23).


5 – Ο όρος «mandatada», που χρησιμοποιεί το ισπανικό κείμενο της οδηγίας, δεν υφίσταται στην ισπανική γλώσσα. Ο ορθός όρος στα ισπανικά είναι «mandataria», πρόσωπο που αντιπροσωπεύει, διαχειρίζεται ή ασκεί μια ή περισσότερες εμπορικές δραστηριότητες για λογαριασμού άλλου προσώπου που ονομάζεται mandante [εντολέας].


6 – Moniteurbelge αριθ. 147, της 27ης Ιουλίου 1994, σ. 19297 (διορθωτικό, Moniteurbelge αριθ. 227, της 22ας Νοεμβρίου 1994, σ. 28832).


7 – Ο ισπανικός Código Civil, ο οποίος συντάχθηκε στα τέλη του XIX αιώνα (δημοσιεύτηκε στην Gaceta de Madrid στις 25 Ιουλίου 1889), δίνει στο κεφάλαιο III του τίτλου IV του βιβλίου II τον τίτλο «Περί πνευματικής ιδιοκτησίας» και συγκεντρώνει σε αυτό μια ισπανική παράδοση που αποτυπώθηκε στον νόμο της 10ης Ιουνίου 1847 «περί πνευματικής ιδιοκτησίας», διατηρήθηκε σε ισχύ από τον ομώνυμο νόμο της 10ης Ιανουαρίου 1879, και επικυρώθηκε από τον νυν ισχύοντα νόμο της 11ης Νοεμβρίου 1987, το κωδικοποιημένο κείμενο του οποίου θεσπίστηκε με το βασιλικό διάταγμα 1/1996, της 12ης Απριλίου 1996 (BoletínOficialdelEstado αριθ. 97, της 22ας Απριλίου 1996, σσ. 14369 έως 14396).


8 – Σε διεθνές επίπεδο, τα δικαιώματα του δημιουργού διέπονται από τα άρθρα 8 και επ. της Συμβάσεως της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, της 9ης Σεπτεμβρίου 1886, όπως αναθεωρήθηκε από την πράξη των Παρισίων της 24ης Ιουλίου 1971, μετά την τροποποίηση της 28ης Σεπτεμβρίου 1979.


9 – Η διπλή όψη αυτού του ηθικού δικαιώματος επισημαίνεται στην απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-92/92 και C‑363/92, Phil Collins κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-5145), σύμφωνα με τη σκέψη 20 της οποίας το ειδικό του αντικείμενο συνίσταται «στο να εξασφαλίζ[ει] την προστασία των ηθικών και περιουσιακών δικαιωμάτων των δικαιούχων. Η προστασία των ηθικών δικαιωμάτων παρέχει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα στους δημιουργούς και στους καλλιτέχνες να παρεμποδίζουν κάθε παραμόρφωση, περικοπή ή άλλη τροποποίηση του έργου, η οποία θα προκαλούσε βλάβη στην τιμή ή στη φήμη τους. Το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα έχουν και περιουσιακό χαρακτήρα, καθόσον προβλέπουν τη δυνατότητα εμπορικής εκμεταλλεύσεως της θέσεως σε κυκλοφορία του προστατευόμενου έργου, ιδιαίτερα υπό τη μορφή χορηγουμένων αδειών εκμεταλλεύσεως έναντι καταβολής δικαιωμάτων». Με τις προτάσεις μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 6ης Ιουνίου 2002, C‑360/00, Ricordi (Συλλογή 2002, σ. Ι-5089), αναφέρθηκα στη διπλή αυτή διάσταση των δικαιωμάτων του δημιουργού που αποτελούν «πηγή δόξας και πλούτου».


10 – Η συλλογική διαχείριση αφορά ιδίως τα μουσικά, θεατρικά και οπτικοακουστικά έργα, που προσφέρονται για μεγάλο αριθμό επαναλήψεων.


11 – Σύμφωνα με την «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συµßούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονοµική και Κοινωνική Επιτροπή – Η διαχείριση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων στην εσωτερική αγορά (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ), της 16ης Απριλίου 2004, COM/2004/0261 τελικό, οι βιομηχανίες που βασίζονται στα δικαιώματα αυτά συμβάλλουν στην οικονομία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε ποσοστό που υπερβαίνει το 5 % του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (σ. 2).


12 – Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, 262/81, Coditel II (Συλλογή 1982, σ. 3381), δέχθηκε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα δικαιώματα του δημιουργού αποτελούν εμπόδιο για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και τον ελεύθερο ανταγωνισμό.


13 – Marco Molina, J., «La armonización de las legislaciones sobre propiedad intelectual en las Directivas comunitarias», στο Derecho privado europeo, εκδόσεις Colex, Μαδρίτη 2003, σσ. 1009 έως 1061.


14 – Ο Marco Molina, J., «Bases históricas y filosóficas y precedentes legislativos del derecho de autor», στο AnuariodeDerechoCivil, Ιανουάριος/Μάρτιος 1994, σ. 121 έως 208, αναφέρει ότι, πέρα από οποιαδήποτε θεώρηση των προσωπικών συμφερόντων των δημιουργών κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, το σπέρμα της σύγχρονης μορφής των δικαιωμάτων τους εντοπίζεται στα αποκλειστικά δικαιώματα που συνδέονται με την τυπογραφία.


15 – Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, C-192/04, Lagardère (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), υπενθύμισε την επιρροή της τεχνολογικής προόδου στο κοινοτικό δίκαιο για τα δικαιώματα του δημιουργού (σκέψεις 29 και 30).


16 – Πρέπει να επισημανθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο αντιμετώπισε κατά τρόπο περιθωριακό τα δικαιώματα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα, αφήνοντας το κύριο μέρος της σχετικής ρυθμίσεως στα κράτη μέλη. Αυτό διαπιστώνει και η ίδια η Επιτροπή με την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11 ανακοίνωση (σ. 1).


17 – COM(88) 172 τελικό, Βρυξέλλες, Ιούνιος 1988, όπως ενημερώθηκε από το έγγραφο με τίτλο «Ενέργειες µε βάση το Πράσινο Βιβλίο – Πρόγραµµα εργασίας της Επιτροπής σχετικά µε τα δικαιώµατα του πνευµατικού δηµιουργού και τα συγγενικά δικαιώµατα», Βρυξέλλες, 5 Δεκεμβρίου 1990, COM/90/584 Τελικό.


18 – Οι άλλες είναι η οδηγία 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1991, για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (ΕΕ L 122, σ. 42), η οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ L 346, σ. 61), η οδηγία 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, για την εναρμόνιση της διάρκειας προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενών δικαιωμάτων (ΕΕ L 290, σ. 9), και η οδηγία 96/9/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (Ευρωπαϊκή Ένωση L 77, σ. 20).


19 – Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε θεσπιστεί η οδηγία 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για το συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 298, σ. 23), γνωστή ως «οδηγία τηλεόραση χωρίς σύνορα».


20 – Η προαναφερθείσα Πράσινη Βίβλος αναφέρεται στα προβλήματα που δημιουργούνται με την εμφάνιση των νέων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής και της δορυφορικής τηλεοράσεως, των ημιαγωγών, της τεχνολογίας της πληροφορικής και των νέων τεχνικών οπτικοακουστικής εγγραφής.


21 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με το δικαίωμα παρακολούθησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτότυπου έργου τέχνης (ΕΕ L 372, σ. 32).


22 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004, (ΕΕ L 157, σ. 45). Διορθωτικό στο ΕΕ L 195, της 2ας Ιουνίου 2004, σ. 16.


23 – Η προμνημονευθείσα Πράσινη Βίβλος αναφέρει ότι, σε πολλούς τομείς, η Επιτροπή δέχθηκε παράπονα σχετικά με τα εμπόδια στο διακρατικό εμπόριο προϊόντων και υπηρεσιών, τα οποία οφείλονται στα δικαιώματα του δημιουργού (σ. 154).


24 – Υπ’ αυτή την έννοια, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/29 και η δεύτερη, τρίτη και δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/48 είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστικές.


25 – Η Δεληγιάννη, Ε., «Contenu et application de la directive 93/83 du Conseil, relative à la coordination de certaines règles du droit d'auteur et des droits voisins, applicables à la radiodiffusion par satellite et à la retransmission par câble», στο Derechoeuropeodelaudiovisual: actasdelcongresoorganizadoporlaAsociaciónEuropeadeDerechoAudiovisual (Σεβίλλη, Οκτώβριος 1996), τόμος I, Μαδρίτη 1997, σ. 675 έως 709, τονίζει την ανάγκη συντονισμού δύο φαινομένων που παρουσιάζουν ιδιαίτερες αποκλίσεις: των δορυφορικών και των καλωδιακών συνδέσεων σε διεθνές επίπεδο και της προστασίας των δικαιωμάτων του δημιουργού σε αυστηρά εθνικό επίπεδο.


26 – Αυτά αναφέρει η «Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση», Βρυξέλλες, 26 Ιουλίου 2002, COM(2002) 430 τελικό, σ. 3 και 4.


27 – Κατά το σύστημα αυτό, η Διοίκηση είναι αυτή που χορηγεί τις άδειες εκμεταλλεύσεως ενός έργου και προσδιορίζει τους όρους της χρήσεως και την κατάλληλη αμοιβή, χωρίς να επιτρέπεται στον δημιουργό να αντιταχθεί στη χορήγηση αυτή.


28 – Και οι δύο έχουν ως νομική βάση το άρθρο 11α της Συμβάσεως της Βέρνης, το οποίο, ενώ ορίζει στην παράγραφο 1 ότι οι δημιουργοί έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση και αναμετάδοση των έργων τους, παραπέμπει, στην παράγραφο 2, στις εθνικές νομοθεσίες για τον καθορισμό των προϋποθέσεων ασκήσεως του δικαιώματος αυτού.


29 – Βλ. την Έκθεση της Επιτροπής που αναφέρθηκε ανωτέρω, στην υποσημείωση 26 και Ε. Δεληγιάννη, όπ.π., σ. 704.


30 – Το άρθρο 9, παράγραφος 2, έχει εφαρμογή μόνον αν υπάρχει μία μόνον εταιρία διαχειρίσεως για τα δικαιώματα μιας κατηγορίας, αφού, όταν υπάρχουν περισσότερες, θεωρείται ότι αναλαμβάνει τη διαχείριση αυτή που προτιμούν οι δικαιούχοι. Όσοι δεν έχουν επιλέξει κατ’ αρχήν κάποια εταιρία διαχειρίσεως, δύσκολα θα βγουν από τη σιωπή τους για να αναθέσουν σε κάποια από τις υπάρχουσες εταιρίες την εκπροσώπηση των συμφερόντων τους.


31 – Η Ε. Δεληγιάννη, όπ.π. σ. 706, εξηγεί ότι η υποχρέωση του δημιουργού να απευθυνθεί σε εταιρία συλλογικής διαχειρίσεως δεν σημαίνει ότι υποχρεώνεται σε κοινή συμπεριφορά σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με το δικαίωμά του, αλλά απλώς ότι, αν δεν οργανωθεί συλλογικά, μπορεί να επικαλεστεί μόνο τα δικαιώματα που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2.