Language of document : ECLI:EU:C:2006:188

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 16ης Μαρτίου 2006 1(1)

Υπόθεση C-214/05 P

Sergio Rossi SpA

κατά

Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς

έτερος διάδικος στη διαδικασία:

Sissi Rossi Srl

«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Λεκτικό σήμα “SISSI ROSSI” – Ανακοπή εκ μέρους του δικαιούχου του σήματος “MISS ROSSI” – Απόρριψη της ανακοπής – Απόρριψη νέων αποδεικτικών στοιχείων – Καθυστερημένη προσκόμιση»





I –    Εισαγωγή

1.        Αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων είναι το κατά πόσον το καταχωρισμένο στην Ιταλία και στη Γαλλία σήμα MISS ROSSI εμποδίζει την καταχώριση του σήματος SISSI ROSSI ως κοινοτικού σήματος. Τα ζητήματα που θέτει η αίτηση αναιρέσεως είναι, ωστόσο, μάλλον δικονομικής φύσεως. Αφορούν την απόρριψη της υποβολής νέας εκθέσεως ως εκπρόθεσμης και το κατά πόσον αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (στο εξής: ΓΕΕΑ) μπορούν να προσκομιστούν ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ο διάδικος που άσκησε την προσφυγή ενώπιον του ΓΕΕΑ αμφισβητεί, εξάλλου, την κρίση του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία ούτε τα υποδήματα και οι τσάντες για κυρίες ούτε τα δύο σήματα εμφάνιζαν επαρκή ομοιότητα ώστε να εμποδίζουν την καταχώριση του σήματος SISSI ROSSI.

II – Το νομικό πλαίσιο

2.        Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (2), ορίζει τα ακόλουθα:

 «1.   Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώρηση:

α)       […]

β)      εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.»

3.        Το άρθρο 63, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94 ρυθμίζει τα της αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου στις υποθέσεις σημάτων:

«Το Δικαστήριο μπορεί όχι μόνο να ακυρώσει, αλλά και να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση.»

4.        Σύμφωνα με τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η αναφορά στο Δικαστήριο πρέπει να νοείται ως αναφορά στο δικαστήριο που εκδικάζει σε πρώτο βαθμό τη διαφορά.

5.        Σύμφωνα με το άρθρο 73 του κανονισμού 40/94, οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ αιτιολογούνται. Δεν μπορούν να στηρίζονται παρά μόνο σε λόγους επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση.

6.        Το άρθρο 74 του κανονισμού 40/94 ρυθμίζει τα της διαπιστώσεως των πραγματικών περιστατικών ενώπιον του ΓΕΕΑ ως εξής:

«1.      Κατά την ενώπιόν του διαδικασία, το Γραφείο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά· εντούτοις, σε διαδικασία που αφορά τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου της καταχώρησης, η εξέταση περιορίζεται στα επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι καθώς και τα υποβληθέντα από αυτούς αιτήματα.

2.      Το Γραφείο μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη πραγματικά περιστατικά που δεν επικαλέστηκαν ή αποδείξεις που δεν προσεκόμισαν εγκαίρως οι διάδικοι.»

III – Τα πραγματικά περιστατικά

7.        Το Πρωτοδικείο εκθέτει το ιστορικό της διαφοράς ως εξής:

«1.      Την 1η Ιουνίου 1998, η [Sissi Rossi Srl] υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 […]

2.      Το σήμα, του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, είναι το λεκτικό σημείο SISSI ROSSI.

3      Τα προϊόντα, τα οποία αφορούσε η αίτηση καταχωρίσεως, εμπίπτουν, ιδίως, στην κλάση 18 κατά τον Διακανονισμό της Νίκαιας περί διεθνούς ταξινομήσεως προϊόντων και υπηρεσιών για την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αυτός έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: “δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, είδη εξ αυτών των υλικών μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· δέρματα ζώων· κιβώτια και βαλίτσες ταξιδίου· ομπρέλες, αλεξήλια και ράβδοι περιπάτου· μαστίγια και είδη σελοποιίας”.

4      Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων, τεύχος 12/1999, στις 22 Φεβρουαρίου 1999.

5      Στις 21 Μαΐου 1999, η εταιρία Calzaturificio Rossi SpA άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, κατά της αιτηθείσας καταχωρίσεως του σήματος για τα προϊόντα “δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, είδη εξ αυτών των υλικών μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· δέρματα ζώων· κιβώτια και βαλίτσες ταξιδίου”.

6      Τα σήματα, των οποίων έγινε επίκληση προς στήριξη της ανακοπής, είναι το λεκτικό σήμα MISS ROSSI, το οποίο καταχωρίστηκε στην Ιταλία στις 11 Νοεμβρίου 1991 (αριθ. 553 016), και το διεθνές σήμα MISS ROSSI, το οποίο καταχωρίστηκε την ίδια ημέρα στη Γαλλία (αριθ. 577 643). Τα προϊόντα, τα οποία προσδιορίζονται με τα προγενέστερα αυτά σήματα, είναι τα “υποδήματα”, εμπίπτοντα στην κλάση 25 του Διακανονισμού της Νίκαιας.

7      Μετά από αίτηση της παρεμβαίνουσας, η εταιρία Calzaturificio Rossi SpA προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία αφορώντα την ουσιαστική χρήση των προγενέστερων σημάτων κατά την πενταετία που προηγήθηκε της δημοσιεύσεως της αιτήσεως για καταχώριση του επιδίκου σήματος.

8      Κατόπιν της συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως της εταιρίας Calzaturificio Rossi SpA, με συμβολαιογραφική πράξη της 22ας Νοεμβρίου 2000, η προσφεύγουσα, αποκαλουμένη εφεξής Sergio Rossi SpA, κατέστη δικαιούχος των προγενέστερων σημάτων.

9      Με απόφαση της 30ής Απριλίου 2002, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως για όλα τα προϊόντα που αφορούσε η ανακοπή. Το τμήμα έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η προσφεύγουσα απέδειξε την ουσιαστική χρήση των προγενέστερων σημάτων μόνο για τα προϊόντα “υποδήματα για κυρίες” και ότι τα προϊόντα αυτά, αφενός, και τα προϊόντα “δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, είδη εκ των υλικών αυτών μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· δέρματα ζώων· κιβώτια και βαλίτσες ταξιδίου”, τα οποία περιλαμβάνονταν στην αίτηση καταχωρίσεως, αφετέρου, είναι παρόμοια. Επί πλέον, το τμήμα ανακοπών δέχθηκε ότι υφίσταται ομοιότητα των σημάτων κατά την αντίληψη του Γάλλου καταναλωτή.

10      Στις 28 Ιουνίου 2002, η παρεμβαίνουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του ΓΕΕΑ κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.

11      Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2003 (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ανακοπών και απέρριψε την ανακοπή. Το τμήμα προσφυγών έκρινε κατ’ ουσίαν ότι τα επίμαχα σήματα εμφανίζουν μικρή ομοιότητα. Εξάλλου, κατόπιν συγκριτικής αναλύσεως των διαύλων διανομής, των σκοπών και της φύσεως των επίμαχων προϊόντων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διαφορές μεταξύ των προϊόντων υπερίσχυαν κατά πολύ των ολίγων ομοιοτήτων τους. Το τμήμα προσφυγών εξέτασε ιδίως και απέρριψε την άποψη ότι τα προϊόντα “υποδήματα για κυρίες” και “τσάντες για κυρίες” είναι όμοια λόγω συμπληρωματικότητας. Συνεπώς, κατ’ αυτό, δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.»

IV – Απόφαση του Πρωτοδικείου και αιτήματα των διαδίκων

8.        Η Sergio Rossi SpA ζήτησε από το Πρωτοδικείο την ακύρωση της αποφάσεως αυτής. Κατόπιν της εκατέρωθεν καταθέσεως υπομνημάτων και της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή με απόφαση της 1ης Μαρτίου 2005 στην υπόθεση T-169/03.

9.        Η Sergio Rossi SpA άσκησε τότε αναίρεση με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:

1.      να αναιρέσει στο σύνολό της την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, λόγω παραβάσεως των άρθρων 8 και 73 του κανονισμού 40/94 του Συμβουλίου και των άρθρων 44, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, και 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου·

2.      επικουρικώς, να αναιρέσει μερικώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την καταχώριση του σήματος SISSI ROSSI για τα εξής προϊόντα: «δέρμα και απομιμήσεις δέρματος»·

3.      ακόμα επικουρικότερα, να αναγνωρίσει το δικαίωμα προσκομίσεως αποδείξεων, να αναιρέσει στο σύνολό της την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει τη διαφορά ενώπιον του Πρωτοδικείου προκειμένου αυτό να εξετάσει τις αποδείξεις που κρίθηκαν απαράδεκτες ή, εναλλακτικώς και δυνάμει του δικαιώματος του ενδιαφερομένου να διατυπώσει την άποψή του, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 73 του κανονισμού 40/94, να αναπέμψει τη διαφορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ προκειμένου αυτό να ορίσει προθεσμία στην αναιρεσείουσα για να διατυπώσει την άποψή της·

4.      δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 2ας Μαΐου 1991, να καταδικάσει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα.

10.      Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως καθόσον η αναιρεσείουσα ζητεί την ολική ή μερική αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως·

–        να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

11.      Τέλος, η Sissi Rossi Srl ζητεί από το Δικαστήριο:

1.      να απορρίψει ολοσχερώς την αίτηση αναιρέσεως και όλα τα αιτήματα της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση που εξέδωσε την 1η Μαρτίου 2005 το Πρωτοδικείο στην υπόθεση Τ‑169/03, και, κατά συνέπεια,

2.      να δεχθεί στο σύνολό τους τα αιτήματα του αιτούντος την καταχώριση του σήματος/καθού πρωτοδίκως·

3.      να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα έξοδα αμφοτέρων των δικών κατά το άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

V –    Εκτίμηση

12.      H Sergio Rossi SpA στηρίζει την αίτηση αναιρέσεως σε τέσσερις λόγους: ελλιπή αιτιολογία όσον αφορά το κύριο αίτημά της (βλ. κατωτέρω υπό Α), άρνηση εκτιμήσεως νέων αποδεικτικών στοιχείων (βλ. κατωτέρω υπό Β), καθώς και παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού 40/94 όσον αφορά την ομοιότητα των προϊόντων και των σημάτων (ως προς τα δύο αυτά σημεία, βλ. κατωτέρω υπό Γ).

 Επί της αιτιολογίας της αποφάσεως όσον αφορά τα άλλα προϊόντα

13.      Πρωτοδίκως, η Sergio Rossi SpA είχε ρητώς ζητήσει, ως κύριο αίτημα, την ακύρωση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών στο μέτρο που αφορούσε την ομάδα προϊόντων «δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, είδη εξ αυτών των υλικών μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· δέρματα ζώων· κιβώτια και βαλίτσες ταξιδίου». Ωστόσο, στις σκέψεις 45 έως 48, το Πρωτοδικείο περιόρισε τη διαφορά στις «τσάντες για κυρίες» και τα «υποδήματα για κυρίες», με την αιτιολογία ότι δεν είχε προβληθεί κανένα επιχείρημα όσον αφορά τα λοιπά προϊόντα. Το Πρωτοδικείο δεν επέτρεψε, ως καθυστερημένη, την ανάπτυξη επιχειρημάτων επί του σημείου αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

14.      Η Sergio Rossi SpA υποστηρίζει, ωστόσο, ότι με διάφορα σημεία του δικογράφου της προσφυγής της είχε αναφερθεί στην ομοιότητα μεταξύ όλων των προϊόντων της ομάδας. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να περιορίσει την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στις τσάντες για κυρίες και στα υποδήματα για κυρίες και παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Επιπλέον, η ανάπτυξη επιχειρημάτων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση κακώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για νέον ισχυρισμό, αλλά για συμπληρωματικά επιχειρήματα προς στήριξη ήδη προβληθέντος ισχυρισμού.

15.      Εν προκειμένω, δεν φαίνεται να υπάρχει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των αποφάσεων σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 36 και 53, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το Πρωτοδικείο ανέφερε σαφώς τον λόγο για τον οποίο εξέτασε μόνο την ομοιότητα μεταξύ των υποδημάτων για κυρίες και των τσαντών για κυρίες, δηλαδή για τον λόγο ότι η Sergio Rossi SpA είχε προβάλει παραδεκτώς επιχειρήματα μόνο για τα προϊόντα αυτά. Όσον αφορά τα άλλα προϊόντα, κανένα επιχείρημα δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής, η δε ανάπτυξή τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ήταν καθυστερημένη.

16.      Το κατά πόσον ο περιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς και η απόρριψη της υποβολής νέας εκθέσεως δικαιολογούνταν δεν αποτελεί ζήτημα αιτιολογίας. Ωστόσο, παρά την επικεφαλίδα του λόγου αναιρέσεως, η Sergio Rossi SpA δεν αμφισβητεί μόνο την αιτιολογία, αλλά και την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογή του δικονομικού δικαίου όσον αφορά τα δύο αυτά σημεία.

17.      Ο περιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς στον οποίο προέβη το Πρωτοδικείο δικαιολογείται από το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με το οποίο το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο πρέπει να αναφέρει το αντικείμενο της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων ισχυρισμών. Η αναφορά αυτή πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής προκειμένου ο καθού να μπορεί να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Εντεύθεν προκύπτει ότι τα ουσιαστικά πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται μια προσφυγή πρέπει να προκύπτουν κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο της προσφυγής (3).

18.      Στην υπό κρίση περίπτωση, η Sergio Rossi SpA δεν εξέθεσε με την προσφυγή της πραγματικά και νομικά στοιχεία παρά μόνον όσον αφορά την ομοιότητα μεταξύ των υποδημάτων για κυρίες και των τσαντών για κυρίες. Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούσαν να τύχουν απευθείας κατ’ αναλογίαν εφαρμογής στα λοιπά προϊόντα. Κατά συνέπεια, η προσφυγή ήταν απαράδεκτη στο μέτρο που αφορούσε την ομοιότητα μεταξύ των υποδημάτων για κυρίες και άλλων προϊόντων εκτός από τις τσάντες.

19.      Τα εκτεθέντα ως προς το σημείο αυτό κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν αποτελούσαν συνεπώς, αντίθετα προς την εκτίμηση της Sergio Rossi SpA, παραδεκτή ανάπτυξη ισχυρισμών και επιχειρημάτων κατά το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Αντιθέτως, επρόκειτο για νέον ισχυρισμό που διεύρυνε το αντικείμενο της διαφοράς.

20.      Κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν αυτοί στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διαδικασία. Εν προκειμένω, δεν συντρέχει περίπτωση τέτοιων νομικών και πραγματικών στοιχείων. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο ορθώς απέρριψε ως καθυστερημένη την επίκληση των στοιχείων αυτών.

21.      Συνεπώς, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.

 Επί της αρνήσεως εκτιμήσεως νέων αποδεικτικών στοιχείων

1.      Επί του περιορισμού της εκτιμήσεως μόνον στα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του ΓΕΕΑ

22.      Με τις σκέψεις 24 και 25, το Πρωτοδικείο αρνήθηκε να εκτιμήσει αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιόν του από τη Sergio Rossi SpA. Η προσφυγή που ασκείται ενώπιον του Πρωτοδικείου σύμφωνα με το άρθρο 63 του κανονισμού 40/94 σκοπεί στον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ. Η επίκληση πραγματικών περιστατικών τα οποία δεν είχαν γίνει προηγουμένως γνωστά στα όργανα του ΓΕΕΑ δεν επηρεάζει τη νομιμότητα μιας τέτοιας αποφάσεως παρά μόνον εάν το ΓΕΕΑ όφειλε να τα λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη. Κατά το άρθρο 74, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 40/94, στο πλαίσιο διαδικασίας με αντικείμενο σχετικούς λόγους απαραδέκτου, το ΓΕΕΑ περιορίζεται στην εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι διάδικοι καθώς και των αιτημάτων τους. Συνεπώς, το ΓΕΕΑ δεν οφείλει να λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως πραγματικά περιστατικά που δεν επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, τέτοια πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω τη νομιμότητα αποφάσεως του τμήματος προσφυγών (4).

23.      Η Sergio Rossi SpA αμφισβητεί αυτόν τον αποκλεισμό αποδεικτικών μέσων καθόσον το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου επιτρέπει την πρόταση αποδεικτικών μέσων.

24.      Κατ’ αυτήν, οι αποφάσεις τις οποίες παραθέτει το Πρωτοδικείο δεν είναι συγκρίσιμες με την παρούσα διαδικασία. Στις υποθέσεις αυτές, τα αιτήματα των προσφευγόντων απορρίφθηκαν τόσο από το αρμόδιο τμήμα του ΓΕΕΑ όσο και από το τμήμα προσφυγών. Οι προσφεύγοντες είχαν, συνεπώς, την ευκαιρία να εκθέσουν και να αποδείξουν τη θέση τους ενώπιον του ΓΕΕΑ.

25.      Αντιθέτως, στην υπό κρίση περίπτωση, το τμήμα ανακοπών δέχθηκε το αίτημα της Sergio Rossi SpA, το οποίο απορρίφθηκε όμως από το τμήμα προσφυγών. Τα επιχειρήματα του ΓΕΕΑ διατυπώθηκαν, για πρώτη φορά σε όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως αυτής. Επομένως, η Sergio Rossi SpA δεν είχε την ευκαιρία να αμφισβητήσει τα επιχειρήματα αυτά κατά τη διοικητική διαδικασία. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να αρνηθεί στη Sergio Rossi SpA την προσκόμιση, κατά την ενώπιόν του διαδικασία, νέων αποδείξεων προς αμφισβήτηση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών.

26.      Αντιθέτως, το ΓΕΕΑ και η Sissi Rossi Srl συμφωνούν με την απόφαση του Πρωτοδικείου. Η Sissi Rossi Srl υπογραμμίζει ότι το Πρωτοδικείο, σύμφωνα με το άρθρο 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του, δεν μπορεί να τροποποιήσει το αντικείμενο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαφοράς.

27.      Θεωρώ ότι η νομολογία του Πρωτοδικείου επί του σημείου αυτού είναι ορθή.

28.      Το Πρωτοδικείο δικαιολογεί τον αποκλεισμό αποδεικτικών μέσων τα οποία δεν προτάθηκαν ενώπιον των τμημάτων προσφυγών αναφέροντας ότι ο νόμιμος χαρακτήρας μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει καταρχήν να εκτιμάται βάσει των πραγματικών και νομικών στοιχείων που υφίσταντο κατά την ημερομηνία εκδόσεως της πράξεως (5). Η θέση αυτή είναι σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου για τις ευθείες προσφυγές (6). Δεν αποκλείει, ωστόσο, αναγκαστικά την πρόταση νέων αποδεικτικών μέσων για τη διευκρίνιση των κατά τον χρόνο της αποφάσεως πραγματικών περιστατικών.

29.      Το ζήτημα έχει αντιμετωπιστεί καλύτερα στο πλαίσιο της νομολογίας της σχετικής με τις κρατικές ενισχύσεις. Το Πρωτοδικείο εκτίμησε τη νομιμότητα μιας αποφάσεως της Επιτροπής περί κρατικής ενισχύσεως στο πλαίσιο προσφυγής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους με γνώμονα τις πληροφορίες τις οποίες διέθετε η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως (7). Αυτό δικαιολογείται ιδίως καθόσον το κράτος μέλος αυτό είχε τη δυνατότητα να προσκομίσει κατά τη διοικητική διαδικασία όλα τα συναφή με την ενίσχυση πληροφοριακά στοιχεία. Το Δικαστήριο επεξέτεινε μάλιστα τη νομολογία αυτή και στους προσφεύγοντες δικαιούχους των ενισχύσεων, καθόσον αυτοί επίσης είχαν τη δυνατότητα, παρά την περιορισμένη από δικονομικής απόψεως θέση τους, να φέρουν εγκαίρως σε γνώση της Επιτροπής τέτοιες πληροφορίες (8).

30.      Τα όρια αυτού του αποκλεισμού νέων αποδεικτικών μέσων χαράχθηκαν με την ευκαιρία προσφυγής σε υπαλληλική υπόθεση. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η νομιμότητα μιας αποφάσεως περί προσλήψεως πρέπει να εκτιμάται βάσει των πληροφοριών που διέθετε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατά τη στιγμή που εξέδωσε αυτή την απόφαση. Ωστόσο, νέες αποδείξεις μπορούσαν να προσκομιστούν κατά την ένδικη διαδικασία, αν αυτές αφορούσαν κρίσιμες για τη λήψη της αποφάσεως πληροφορίες. Στην υπόθεση αυτή, επρόκειτο για αποδείξεις τις οποίες προσκόμισε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, ο δε προσφεύγων υποψήφιος αμφισβητούσε τα προσόντα επί των οποίων είχε στηριχθεί η απόφαση περί διορισμού του προκριθέντος υποψηφίου (9). Η κατάσταση θα είχε εκτιμηθεί διαφορετικά αν ο προσφεύγων υποψήφιος είχε θελήσει να προσκομίσει νέες αποδείξεις για τα δικά του προσόντα, αποδείξεις τις οποίες είχε παραλείψει να προσκομίσει κατά τη διοικητική διαδικασία.

31.      Η νομολογία αυτή μπορεί να ισχύσει κατ’ αναλογίαν στις αποφάσεις που αφορούν ανακοπή κατά κοινοτικού σήματος. Στο πλαίσιο αυτό, παρέχεται κατά κανόνα στους διαδίκους επαρκής δυνατότητα να προσκομίσουν όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία στο ΓΕΕΑ. Όπως ορθώς υπογραμμίζει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 25 της αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 74, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 40/94, στις διαδικασίες με αντικείμενο σχετικούς λόγους απαραδέκτου της καταχωρίσεως, ήτοι ιδίως στις διαδικασίες ανακοπής, το ΓΕΕΑ περιορίζει την εξέτασή του στους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι και στα αιτήματά τους (10). Επομένως, παρά την υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 74, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 40/94, το ΓΕΕΑ δεν μπορούσε να εξετάσει με δική του πρωτοβουλία αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν εκ των υστέρων.

32.      Εξάλλου, κατά το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, το ΓΕΕΑ δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν επικαλέστηκαν ή αποδείξεις που δεν προσκόμισαν εγκαίρως οι διάδικοι (11). Αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του ΓΕΕΑ αποτελούν, εν πάση περιπτώσει, αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν εγκαίρως. Δεν μπορούν, συνεπώς, να αποτελέσουν κριτήριο της νομιμότητας της αποφάσεως του ΓΕΕΑ.

33.      Υποχρέωση λήψεως υπόψη νέων αποδεικτικών μέσων δεν απορρέει ούτε από την αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου προς μεταρρύθμιση της αποφάσεως του ΓΕΕΑ, σύμφωνα με το άρθρο 63 του κανονισμού 40/94. Πράγματι, θέμα μεταρρυθμίσεως τίθεται μόνον όταν η απόφαση του ΓΕΕΑ είναι εν μέρει τουλάχιστον παράνομη. Το Πρωτοδικείο οφείλει, εντούτοις, να αποφανθεί επί της νομιμότητας με γνώμονα τα πληροφοριακά στοιχεία που διέθετε το ΓΕΕΑ.

34.      Η εκ μέρους της Sergio Rossi SpA επίκληση του γεγονότος ότι η ανακοπή της απορρίφθηκε μόνον από το τμήμα προσφυγών, ενώ είχε γίνει δεκτή από το τμήμα ανακοπών, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Πράγματι, σύμφωνα με το δικονομικό δίκαιο του ΓΕΕΑ, η Sergio Rossi SpA, ακόμα και στο πλαίσιο αυτής της εξελίξεως της διαδικασίας, είχε επαρκή δυνατότητα να προσκομίσει όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία. Η τυχόν προσβολή των δικονομικών δικαιωμάτων της εκ μέρους του ΓΕΕΑ δεν θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της προτάσεως αποδείξεων, αλλά ως αυτοτελής λόγος ακυρώσεως.

35.      Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο αρνήθηκε να εκτιμήσει τη νομιμότητα της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών υπό το φως των αποδείξεων που δεν είχαν προσκομιστεί ενώπιον του τμήματος αυτού. Επομένως, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.

2.      Επί του επικουρικού λόγου αναιρέσεως – δικαίωμα ακροάσεως

36.      Επικουρικώς, η Sergio Rossi SpA προβάλλει παράβαση εκ μέρους του τμήματος προσφυγών του άρθρου 73, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 40/94, καθόσον η ίδια δεν μπόρεσε να λάβει θέση επί νέων επιχειρημάτων του ΓΕΕΑ προτού το τμήμα προσφυγών απορρίψει την ανακοπή της. Η Sergio Rossi SpA επικαλέστηκε το γεγονός αυτό για πρώτη φορά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου.

37.      Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αιτίαση αυτή με τις σκέψεις 20 έως 22 της αποφάσεώς του ως νέον ισχυρισμό ο οποίος προβλήθηκε καθυστερημένα, σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί με το δικόγραφο της προσφυγής. Το γεγονός ότι το τμήμα προσφυγών δεν είχε ειδοποιήσει για την ενδεχόμενη υιοθέτηση νέας θέσεως ήταν ήδη γνωστό στη Sergio Rossi SpA όταν άσκησε την προσφυγή της.

38.      Η Sergio Rossi SpA, με την αίτηση αναιρέσεως, αντιλέγει ότι οι αιτιάσεις αυτές αποτελούσαν απλώς διευκρίνιση του λόγου ακυρώσεως στο πλαίσιο του οποίου προτάθηκαν οι νέες αποδείξεις. Το Πρωτοδικείο όφειλε είτε να επιτρέψει τις νέες αποδείξεις είτε να ακυρώσει την απόφαση του τμήματος προσφυγών λόγω προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως.

39.      Το ΓΕΕΑ συμφωνεί, αντιθέτως, με το Πρωτοδικείο και θεωρεί, επιπλέον, ότι το τμήμα προσφυγών σεβάστηκε τα δικαιώματα άμυνας της Sergio Rossi SpA. Κατά τη γνώμη του, το τμήμα προσφυγών διαβίβασε στη Sergio Rossi SpA το υπόμνημα με το οποίο η Sissi Rossi Srl εξέθεσε τους λόγους της προσφυγής, ούτως ώστε να μπορέσει η πρώτη να διατυπώσει συναφώς τις παρατηρήσεις της. Στις παρατηρήσεις της, η Sergio Rossi SpA αναφέρθηκε διά μακρών στην ομοιότητα μεταξύ των δύο αντιπαραβαλλομένων προϊόντων. Το ΓΕΕΑ υπογραμμίζει, τέλος, ότι το τμήμα προσφυγών δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει εκ των προτέρων γνωστό στη Sergio Rossi SpA ποια θέση επρόκειτο να λάβει, ώστε να της επιτρέψει να προσκομίσει νέες αποδείξεις.

40.      Κατά τη Sissi Rossi Srl, δεν εναπόκεται στο Δικαστήριο, αλλά στο Πρωτοδικείο, να αποφανθεί κατά πόσον το τμήμα προσφυγών προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως.

41.      Καίτοι η Sergio Rossi SpA, με τον λόγο αυτόν, επέλεξε την ενδεδειγμένη οδό προκειμένου να προσκομίσει νέες αποδείξεις στη διαδικασία, ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

42.      Το ότι το ΓΕΕΑ δεν έλαβε υπόψη του ορισμένες αποδείξεις δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου παρά μόνον υπό τη μορφή αιτιάσεως δικονομικής φύσεως, διότι –όπως ελέχθη προηγουμένως– η διεξαγωγή των αποδείξεων στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακοπής εναπόκειται στο ΓΕΕΑ. Όταν η μη λήψη υπόψη αποδείξεων απορρέει από το γεγονός ότι ο εξ αυτής βλαπτόμενος διάδικος δεν είχε τη δυνατότητα να προτείνει αποδεικτικά μέσα, τίθεται θέμα προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως (12).

43.      Σύμφωνα με το άρθρο 73, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 40/94, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα ακροάσεως στις διαδικασίες ενώπιον του ΓΕΕΑ, οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ δεν μπορούν να στηρίζονται παρά μόνο στους λόγους επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση. Νέες παρατηρήσεις μπορούν να αφορούν, μεταξύ άλλων, τη λήψη υπόψη λόγων απαραδέκτου που δεν έχουν ακόμα συζητηθεί (13), αλλά και την πρώτη εκτίμηση ορισμένων θέσεων του τμήματος προσφυγών (14). Η αιτίαση της προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως αποτελεί, συνεπώς, λογική οδό προσκομίσεως νέων αποδείξεων στη διαδικασία.

44.      Το Πρωτοδικείο, ωστόσο, ορθώς απέρριψε τον λόγο αυτόν στην παρούσα διαδικασία ως καθυστερημένο. Πράγματι, ο λόγος αυτός δεν προβλήθηκε παρά μόνο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και δεν στηριζόταν –όπως απαιτεί το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου– σε πραγματικά και νομικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Η Sergio Rossi SpA γνώριζε ήδη τη θέση του τμήματος προσφυγών όταν άσκησε την προσφυγή της. Επίσης, είχε μπορέσει ήδη να λάβει γνώση, όταν άσκησε την προσφυγή της στις 19 Μαΐου 2003, της αποφάσεως ECOPY της 12ης Δεκεμβρίου 2002 (15).

45.      Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης, η αιτίαση που διατυπώθηκε καθυστερημένα ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν μπορεί πλέον να ληφθεί υπόψη κατά την αναιρετική διαδικασία. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει επί της ουσίας κατά πόσον το ΓΕΕΑ παρέσχε στη Sergio Rossi SpA επαρκές δικαίωμα ακροάσεως. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

46.      Επομένως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμος και, επιπλέον, ως απαράδεκτος.

 Επί του άρθρου 8 του κανονισμού 40/94

47.      Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, η ανακοπή κατά της καταχωρίσεως σήματος γίνεται δεκτή όταν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα.

48.      Με δύο λόγους αναιρέσεως, η Sergio Rossi SpA αμφισβητεί την εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Κατ’ αυτήν, το Πρωτοδικείο παρέβη τη διάταξη αυτή επικυρώνοντας τις διαπιστώσεις του τμήματος προσφυγών σχετικά με την ανεπαρκή ομοιότητα, αντιστοίχως, μεταξύ των υποδημάτων για κυρίες και των τσαντών για κυρίες και μεταξύ των σημείων MISS ROSSI και SISSI ROSSI.

49.      Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί, καταρχάς, ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, το Πρωτοδικείο είναι το μόνον αρμόδιο για την εκτίμηση των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως του περιεχομένου των προσκομισθέντων ενώπιον του Πρωτοδικείου στοιχείων, νομικό ζήτημα που υπόκειται, ως εκ της φύσεώς του, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (16). Κατά συνέπεια, λόγοι αναιρέσεως που θέτουν εν αμφιβόλω μόνον την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτοι.

1.      Επί της ομοιότητας των προϊόντων

50.      Το Πρωτοδικείο ασφαλώς διαπίστωσε κοινά σημεία μεταξύ των τσαντών για κυρίες και των υποδημάτων για κυρίες, αλλά τελικά δεν δέχθηκε ότι υπάρχει ομοιότητα μεταξύ των προϊόντων.

51.      Η Sergio Rossi SpA υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τη μεγάλη σημασία που έχει για τις γυναίκες, που αποτελούν την κρίσιμη ομάδα καταναλωτών, ο συνδυασμός των υποδημάτων και των τσαντών χειρός. Ούτε μπορεί σήμερα να λαμβάνεται υπόψη μόνον η κύρια λειτουργία των προϊόντων αυτών· κατά την αναιρεσείουσα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι επιταγές της μόδας, οι οποίες απαιτούν να υπάρχει αρμονία μεταξύ των υποδημάτων και των τσαντών χειρός. Το ΓΕΕΑ συμμερίζεται την άποψη αυτή και θεωρεί τις δύο ομάδες προϊόντων παρόμοιες.

52.      Ωστόσο, με τους ισχυρισμούς αυτούς, η Sergio Rossi SpA περιορίζεται να αμφισβητήσει την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Όπως ορθώς επισημαίνει η Sissi Rossi Srl, αυτό είναι απαράδεκτο στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.

53.      Επομένως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

2.      Επί της ομοιότητας των σημάτων

54.      Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το κυρίαρχο στοιχείο των σημάτων ήταν, και στις δύο περιπτώσεις, η πρώτη λέξη, ήτοι τα στοιχεία MISS και SISSI. Θεώρησε, ως εκ τούτου, ως όχι σημαντική την ύπαρξη, σε αμφότερα τα σήματα, της λέξεως ROSSI. Κατά συνέπεια, κατέληξε ότι υπήρχε μέτρια ομοιότητα μεταξύ των σημείων.

55.      Η Sergio Rossi SpA θεωρεί ότι η εκτίμηση αυτή αντιφάσκει προς την απόφαση Fusco, με την οποία το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ομοιότητα μεταξύ των σημάτων ANTONIO FUSCO και ENZO FUSCO (17). Από την απόφαση Nichols του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τυχόν μεγαλύτερη διάδοση του επωνύμου Rossi δεν μπορεί να του αφαιρέσει τον διακριτικό χαρακτήρα τον οποίο το Πρωτοδικείο αναγνώρισε στο επώνυμο Fusco (18). Τέλος, η Sergio Rossi SpA υπογραμμίζει ότι, στη Γαλλία, την οικεία εν προκειμένω αγορά, η καταχώριση σημάτων που χρησιμοποιούν το επώνυμο Rossi απορρίπτεται συστηματικά λόγω της υπάρξεως του προγενέστερου σήματος MISS ROSSI.

56.      Και με τον ισχυρισμό αυτόν, η Sergio Rossi SpA απλώς αμφισβητεί την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

 Συμπέρασμα

57.      Οι λόγοι αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτοι και, επιπλέον, αβάσιμοι.

VI – Επί των δικαστικών εξόδων

58.      Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 122, 118 και 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Εφόσον η Sergio Rossi SpA ηττάται, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

VII – Πρόταση

59.      Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:

 1)     να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·


 2)     να καταδικάσει τη Sergio Rossi SpA στα δικαστικά έξοδα.



1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2 – ΕΕ 1994, L 11, σ. 1.


3 – Απόφαση της 9ης Ιανουρίου 2003, C-178/00, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-303, σκέψη 6), σχετικά με το ταυτόσημου περιεχομένου άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.


4 – Το Πρωτοδικείο παραπέμπει στις αποφάσεις του της 12ης Δεκεμβρίου 2002 στην υπόθεση T-247/01, eCOPY κατά ΓΕΕΑ (ECOPY) (Συλλογή 2002, σ. II-5301, σκέψη 46), της 6ης Μαρτίου 2003 στην υπόθεση Τ-128/01, Daimler Chrysler κατά ΓΕΕΑ [μάσκα οχήματος] (Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-701, σκέψη 18), και της 13ης Ιουλίου 2004 στην υπόθεση Τ-115/03, Samar κατά ΓΕΕΑ [GAS STATION] (Συλλογή 2004, σ. ΙΙ-2939, σκέψη 13).


5 – Απόφαση ECOPY (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 4, σκέψη 46), με παραπομπή στις αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1999, Τ-123/97, Salomon κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-2925, σκέψη 48), και της 14ης Μαΐου 2002, T-126/99, Graphischer Maschinenbau κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II-2427, σκέψη 33).


6 – Αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής, (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141, σκέψη 7), σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, και της 17ης Ιουλίου 1997, C‑248/95 και C‑249/95, SAM Schiffahrt και Stapf (Συλλογή 1997, σ. I‑4475, σκέψη 46), σχετικά με τον έλεγχο του κύρους κανονισμού στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής.


7 – Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 16)· της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4551, σκέψη 33), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑276/02, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-8091, σκέψη 31).


8 – Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-74/00 P και C-75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-7869, σκέψεις 168 επ.).


9 – Απόφαση της 5ης Ιουνίου 2003, C-121/01 P, O'Hannrachain κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I-5539, σκέψεις 28 επ.).


10 – Ωστόσο, δεν μπορούν να στηριχθούν στο επιχείρημα αυτό οι προμνησθείσες στην υποσημείωση 4 αποφάσεις ECOPY και μάσκα οχήματος, καθόσον αφορούσαν απόλυτους λόγους απαραδέκτου κατά την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού 40/94.


11 – Πράγμα που αναγνωρίστηκε με την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2002 στην υπόθεση T-388/00, Institut für Lernsysteme κατά ΓΕΕΑ – Educational Service [ELS] (Συλλογή 2002, σ. II-4301, σκέψεις 27 επ.).


12 – Όταν οι αποδείξεις έχουν μεν προσκομιστεί, αλλά αγνοήθηκαν, μπορεί, ενδεχομένως, να διατυπωθεί αιτίαση περί ανεπαρκούς εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του ΓΕΕΑ.


13 – Βλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2000, T-122/99, Procter & Gamble κατά ΓΕΕΑ [Σχήμα σαπουνιού] (Συλλογή 2000, σ. II-265, σκέψεις 39 έως 47), και της 27ης Φεβρουαρίου 2002, T-34/00, Eurocool Logistik κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2002, σ. II-683, σκέψεις 17 έως 26).


14 – Βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2002 στην υπόθεση T-36/01, Glaverbel κατά ΓΕΕΑ [Επιφάνεια υαλοπίνακα] (Συλλογή 2002, σ. II-3887, σκέψεις 48 επ.).


15 – Σύμφωνα με στοιχεία των αρμοδίων υπηρεσιών του Δικαστηρίου, η απόφαση αυτή ήταν ήδη διαθέσιμη στην ιταλική γλώσσα κατά την ημερομηνία της εκδόσεώς της και επίσης δημοσιεύθηκε στο Διαδίκτυο.


16 – Αποφάσεις της 11ης Φεβρουαρίου 1999, C‑390/95 P, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-769, σκέψη 29), και της 15ης Ιουνίου 2000, C-237/98 P, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-4549, σκέψεις 35 επ.).


17 – Απόφαση της 1ης Μαρτίου 2005, T‑185/03, Fusco κατά ΓΕΕΑ – Fusco International [ENZO FUSCO] (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 67): «Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ο Ιταλός καταναλωτής, επειδή θεωρεί εν γένει ότι το επώνυμο διαθέτει ισχυρότερο διακριτικό χαρακτήρα από το όνομα, συγκρατεί στη μνήμη του μάλλον το στοιχείο “Fusco”, παρά τα ονόματα “Antonio” ή “Enzo”».


18 – Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑404/02, Nichols (Συλλογή 2004, σ. I‑8499).