Language of document : ECLI:EU:T:1999:15

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)

της 1ης Φεβρουαρίου 1999 (1)

«Διαδικασία αντιντάμπινγκ - .νωση καταναλωτών - .ρνηση αναγνωρίσεως της ιδιότητας του ενδιαφερομένου μέρους - Προσφυγή ακυρώσεως - Λήξη της ισχύος του κανονισμού περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ - .ννομο συμφέρον - Κατάργηση της δίκης»

Στην υπόθεση T-256/97,

Bureau européen des unions de consommateurs (BEUC), διεθνής ένωση βελγικού δικαίου, με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από τον Bernard O'Connor, solicitor, επικουρούμενο από τον Bonifacio García Porras, δικηγόρο Σαλαμάνκας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το γραφείο του δικηγόρου Arsène Kronshagen, 22, avenue Marie-Adelaïde,

προσφεύγον,

υποστηριζόμενο από το

Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τη Michelle Ewing, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον David Anderson, barrister, του δικηγορικού συλλόγου Αγγλίας και Ουαλίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,

παρεμβαίνον,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Viktor Kreuschitz, νομικό σύμβουλο, και Nicholas Khan, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως της 18ης Ιουλίου 1997, με την οποία η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 773/98, της 7ης Απριλίου 1998, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αλεύκαστων βαμβακερών υφασμάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Ινδίας, Ινδονησίας, Πακιστάν και Τουρκίας (ΕΕ L 111, σ. 19), αρνήθηκε να θεωρήσει το προσφεύγον ως ενδιαφερόμενο μέρος,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑ.ΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

(πέμπτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους J. D. Cooke, Πρόεδρο, R. García-Valdecasas, την P. Lindh και τους J. Pirrung και Μ. Βηλαρά, δικαστές,

γραμματέας: H. Jung

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Tο ιστορικό της διαφοράς

1.
    Το Bureau européen des unions de consommateurs (ευρωπαϊκό γραφείο ενώσεων καταναλωτών, στο εξής: BEUC) είναι μια διεθνής ένωση βελγικού δικαίου που εκπροσωπεί ενώπιον των ευρωπαϊκών οργάνων τις εθνικές ενώσεις καταναλωτών που έχουν συσταθεί εντός των κρατών μελών και εντός άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

2.
    Στις 11 Ιουλίου 1997, η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ (97/C 210/09) σχετικά με τις εισαγωγές αλεύκαστων βαμβακερών υφασμάτων καταγωγής Αιγύπτου, Ινδίας, Ινδονησίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Πακιστάν και Τουρκίας (ΕΕ C 210, σ. 12, στο εξής: ανακοίνωση ενάρξεως), κατόπιν της καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 26 Μα.ου 1997, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), από την Επιτροπή βιομηχανιών βάμβακος και συναφών κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (Eurocoton).

3.
    Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, η ανακοίνωση ενάρξεως όρισε μια προθεσμία εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούσαν να αναγγελθούν, να διατυπώσουν εγγράφως την άποψή τους και να υποβάλουν τυχόν στοιχεία για να ληφθούν υπόψη κατά την έρευνα. Διευκρίνισε επίσης την προθεσμία εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούσαν να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού.

4.
    Με έγγραφο που απέστειλε στην Επιτροπή στις 15 Ιουλίου 1997, το BEUC ζήτησε να αναγνωριστεί ως ενδιαφερόμενο μέρος και να του επιτραπεί να λάβει γνώση της καταγγελίας και των στοιχείων που προσκόμισε κάθε άλλο μέρος το οποίο αφορούσε η έρευνα, εφόσον τα στοιχεία αυτά δεν ήσαν εμπιστευτικά υπό την έννοια των άρθρων 6, παράγραφος 7, και 19 του βασικού κανονισμού.

5.
    Με έγγραφο της 18ης Ιουλίου 1997 της διευθύνσεως Ε «.μυνα αντιντάμπινγκ: πλευρές της ζημίας και του κοινοτικού συμφέροντος (πολιτική, έρευνες και μέτρα)· άλλα μέσα της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής και γενικά θέματα» της γενικής διευθύνσεως Εξωτερικές Σχέσεις: εμπορική πολιτική, σχέσεις με τη Βόρεια Αμερική, την .πω Ανατολή, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία (ΓΔ Ι) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή έδωσε την ακόλουθη απάντηση:

«Σύμφωνα με τη γενική θέση της Επιτροπής, την οποία γνωρίζει καλά το BEUC, θα επιθυμούσα (...) να τονίσω ότι τα αλεύκαστα βαμβακερά υφάσματα δεν μπορούν να θεωρηθούν προϊόντα τα οποία συνήθως πωλούνται στο στάδιο του λιανικού εμπορίου, δηλαδή ότι δεν πρόκειται για προϊόντα για τα οποία το BEUC θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδιαφερόμενο μέρος υπό την έννοια των άρθρων 5, παράγραφος 10, 6, παράγραφος 7, και 21 του κανονισμού 384/96 (...) του Συμβουλίου. Θέλω συνεπώς να σας πληροφορήσω ότι δεν είμαστε σε θέση να ικανοποιήσουμε το αίτημά σας περί διαβιβάσεως της καταγγελίας και περί προσβάσεως στους μη εμπιστευτικούς φακέλους.»

6.
    Στις 7 Απριλίου 1998, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 773/98, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αλεύκαστων βαμβακερών υφασμάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Ινδίας, Ινδονησίας, Πακιστάν και Τουρκίας (ΕΕ L 111, σ. 19, στο εξής: προσωρινός κανονισμός).

7.
    Σύμφωνα με το άρθρο του 4, ο προσωρινός κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 10 Απριλίου 1998 και επρόκειτο να ισχύσει επί περίοδο έξι μηνών από της ημερομηνίας αυτής. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν εξέδωσε κανονισμό περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε μηνών από της ενάρξεως της διαδικασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, ο προσωρινός κανονισμός κατέστη ανίσχυρος στις 10 Οκτωβρίου 1998.

Διαδικασία

8.
    Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Σεπτεμβρίου 1997, το προσφεύγον άσκησε την παρούσα προσφυγή.

9.
    Με δικόγραφο που κατέθεσε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Απριλίου 1998, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας ζήτησε να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων του προσφεύγοντος. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με διάταξη του Προέδρου του τετάρτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου, της 25ης Μα.ου 1998.

10.
    Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο, βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας, να κρίνει ότι παρέλκει πλέον η έκδοση αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση.

11.
    Με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 1998, το Ηνωμένο Βασίλειο παραιτήθηκε από την κατάθεση παρατηρήσεων σχετικά με την αίτηση αυτή. Το καθού κατέθεσε τις παρατηρήσεις του επί της εν λόγω αιτήσεως στις 23 Νοεμβρίου 1998.

Επί της αιτήσεως περί καταργήσεως της δίκης

Επιχειρήματα των διαδίκων

12.
    Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι παρέλκει επομένως η έκδοση αποφάσεως. Τονίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι οι διαδικασίες έρευνας που κινούνται βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 9, του κανονισμού περατώνονται, σε όλες τις περιπτώσεις, εντός προθεσμίας δεκαπέντε μηνών από της ενάρξεώς τους. Δεδομένου ότι η πρότασή της περί επιβολής οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν εγκρίθηκε εντός της προθεσμίας αυτής από το Συμβούλιο, η διαδικασία αντιντάμπινγκ στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περατώθηκε και δεν μπορεί πλέον να ληφθεί κανένα μέτρο.

13.
    Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το BEUC εδικαιούτο να θεωρηθεί ενδιαφερόμενο μέρος για τους σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας, η περάτωσή της συνεπάγεται ότι δεν είναι πλέον σε θέση να προβάλει το εν λόγω δικαίωμα, δεδομένου ότι η εν λόγω διαδικασία δεν υφίσταται πλέον.

14.
    Το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι, παρά τη λήξη των προθεσμιών εντός των οποίων έπρεπε να εκδοθεί από το Συμβούλιο ο κανονισμός περί επιβολής οριστικού δασμού, διατηρεί το έννομο συμφέρον για άσκηση προσφυγής και για την εκ μέρους του Πρωτοδικείου, μετά την επί της ουσίας εξέταση της υποθέσεως, ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον δεν του αναγνωρίζει το δικαίωμα να μετέχει ως ενδιαφερόμενο μέρος σε διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με προϊόντα μη πωλούμενα στο στάδιο του λιανικού εμπορίου, τούτο δε προκειμένου να αποφευχθεί το να λάβει στο μέλλον η Επιτροπή παρόμοια απόφαση.

15.
    Κατά το προσφεύγον, η απόφαση της Επιτροπής με την οποία αρνήθηκε να το θεωρήσει ενδιαφερόμενο μέρος για τους σκοπούς της έρευνας στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του βασικού κανονισμού τις οποίες παραθέτει στο έγγραφο της 18ης Ιουλίου 1987 (βλ. ανωτέρω σκέψη 5). Η Επιτροπή, παραπέμπουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση στη «γενική θέση» της την οποία «γνωρίζει καλά το BEUC», αποδεικνύει ότι έχει την πρόθεση να διατηρήσει την ίδια ερμηνεία στο μέλλον. Το προσφεύγον παρατηρεί επίσης ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, σε έγγραφο προς το Πρωτοδικείο, της 6ης Οκτωβρίου 1997, με το οποίο ζητήθηκε παράταση της προθεσμίας για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως, επισήμανε ότι «στην υπόθεση ανέκυπτε ένα σημαντικό πρακτικό ζήτημα για την Επιτροπή όσον αφορά τη διεξαγωγή όλων των ερευνών αντιντάμπινγκ».

16.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, το προσφεύγον εμμένει στον ισχυρισμό του ότι διατηρεί το συμφέρον για ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, λόγω εσφαλμένης εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνείας των διατάξεων του βασικού κανονισμού, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση στο μέλλον τέτοιων παράνομων αποφάσεων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

17.
    Σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η διαδικασία σχετικά με παρεμπίπτον ζήτημα συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας και αποφασίζει ότι παρέλκει η προφορική διαδικασία.

18.
    Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι ο προσφεύγων μπορεί να διατηρεί έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ακόμη και αν αυτή έχει ήδη εκτελεστεί. Συγκεκριμένα, η ακύρωση μιας τέτοιας αποφάσεως μπορεί, αυτή καθαυτή, να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι ιδίως η αποφυγή της επανάληψης της πρακτικής αυτής εκ μέρους της Επιτροπής (βλ., στο πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 1986, 53/85, ΑΚΖΟ Chemie κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1965, σκέψη 21, και της 26ης Απριλίου 1988, 207/86, Apesco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2151, σκέψη 16, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Νοεμβρίου 1994, Τ-46/92, Scottish Football Association κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1039, σκέψη 14). Τούτο είναι κατ' εξοχήν αληθές στην υπό κρίση περίπτωση.

19.
    Εν προκειμένω, η εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία δεν αναγνωρίστηκε στο προσφεύγον η ιδιότητα του ενδιαφερομένου μέρους στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ αφορώσας προϊόντα τα οποία δεν πωλούνται στο στάδιο του λιανικού εμπορίου, προϋποθέτει μια ερμηνεία των διατάξεων του βασικού κανονισμού, ιδίως δε των άρθρων του 5, παράγραφος 10, 6, παράγραφος 7, και 21, όπως τονίζεται στο ίδιο το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.

20.
    Δεν αποκλείεται όμως το προσφεύγον να οδηγηθεί εκ νέου στο μέλλον να αναγγελθεί για να υποβάλει παρατηρήσεις και να ζητήσει να έχει πρόσβαση στους μη εμπιστευτικούς φακέλους στο πλαίσιο παρόμοιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ αφορώσας προϊόντα γενικώς μη πωλούμενα στο λιανικό εμπόριο. Επιπλέον, από το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει ότι η απάντησή της στο αίτημα που διατύπωσε εν προκειμένω το προσφεύγον αποτελεί τη συνέπεια της δικής της ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων. Συναφώς, το Πρωτοδικείο τονίζει ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τη διαπίστωση αυτή.

21.
    Επομένως, το προσφεύγον διατηρεί έννομο συμφέρον για διευκρίνιση εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή των νομικών προϋποθέσεων υπό τις οποίες η Επιτροπή έχει την εξουσία να αρνείται να το θεωρεί ενδιαφερόμενο μέρος στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας.

22.
    Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση περί καταργήσεως της δίκης και να διαταχθεί η συνέχιση της διαδικασίας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)

διατάσσει:

1)    Απορρίπτει την αίτηση περί καταργήσεως της δίκης.

2)    Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 1 Φεβρουαρίου 1999.

Ο Γραμματέας

Ο Πρόεδρος

Η. Jung

J. D. Cooke


1: Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.