Language of document : ECLI:EU:T:2007:289

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 17ης Σεπτεμβρίου 2007 (*)

«Ανταγωνισμός – Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως – Λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη – Λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας – Διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως – Απόφαση διαπιστώνουσα παραβάσεις του άρθρου 82 ΕΚ – Άρνηση της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως να παράσχει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και να επιτρέψει τη χρήση τους – Προμήθεια από την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση του λειτουργικού συστήματός της για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη υπό την προϋπόθεση της ταυτόχρονης αγοράς της διατάξεώς της αναγνώσεως πολυμέσων – Διορθωτικά μέτρα – Ορισμός ανεξάρτητου εντολέα – Πρόστιμο – Καθορισμός του ποσού – Αναλογικότητα»

Στην υπόθεση T-201/04,

Microsoft Corp., με έδρα το Redmond, Ουάσιγκτον (ΗΠΑ), εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Bellis, δικηγόρο, και I. Forrester, QC,

προσφεύγουσα,

υποστηριζόμενη από τις

The Computing Technology Industry Association, Inc., με έδρα το Oakbrook Terrace, Iλινόις (ΗΠΑ), εκπροσωπούμενη από τους G. van Gerven, T. Franchoo, δικηγόρους, και τον B. Kilpatrick, solicitor,

DMDsecure.com BV, με έδρα το Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες),

MPS Broadband AB, με έδρα τη Στοκχόλμη (Σουηδία),

Pace Micro Technology plc, με έδρα το Shipley, West Yorkshire (Ηνωμένο Βασίλειο),

Quantel Ltd, με έδρα το Newbury, Berkshire (Ηνωμένο Βασίλειο),

Tandberg Television Ltd, με έδρα το Southampton, Hampshire (Ηνωμένο Βασίλειο),

εκπροσωπούμενες από τον J. Bourgeois, δικηγόρο,

Association for Competitive Technology, Inc., με έδρα την Ουάσιγκτον, DC (ΗΠΑ), εκπροσωπούμενη από τους L. Ruessmann, P. Hecker, δικηγόρους, και την K. Bacon, barrister,

TeamSystem SpA, με έδρα το Pesaro (Ιταλία),

Mamut ASA, με έδρα το Όσλο (Νορβηγία),

εκπροσωπούμενες από τον G. Berrisch, δικηγόρο,

Exor AB, με έδρα την Uppsala (Σουηδία), εκπροσωπούμενη από τους S. Martínez Lage, H. Brokelmann και R. Allendesalazar Corcho, δικηγόρους,

παρεμβαίνουσες,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους R. Wainwright, F. Castillo de la Torre, P. Hellström και A. Whelan, στη συνέχεια, από τους F. Castillo de la Torre, P. Hellström και A. Whelan,

καθής,

υποστηριζόμενης από τις

Software & Information Industry Association, με έδρα τη, Ουάσιγκτον, DC, εκπροσωπούμενη από τους J. Flynn, QC, C. Simpson, T. Vinje, solicitors, D. Paemen, N. Dodoo και M. Dolmans, δικηγόρους,

Free Software Foundation Europe eV, με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον C. Piana, δικηγόρο,

Audiobanner.com, με έδρα το Λος Άντζελες, Καλιφόρνια (ΗΠΑ), εκπροσωπούμενη από τον L. Alvizar Ceballos, δικηγόρο,

European Committee for Interoperable Systems (ECIS), με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους D. Paemen, N. Dodoo, M. Dolmans, δικηγόρους, και J. Flynn, QC,

παρεμβαίνουσες,

με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως 2007/53/EΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 2004, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 82 [EΚ] και του άρθρου 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά της Microsoft Corporation (Υπόθεση COMP/C-3/37.792 – Microsoft) (ΕΕ 2007, L 32, σ. 23), ή, επικουρικώς, αίτημα ακυρώσεως του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με την απόφαση αυτή ή μειώσεως του ποσού του,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους B. Vesterdorf, Πρόεδρο, M. Jaeger, J. Pirrung, R. García-Valdecasas, V. Tiili, J. Azizi, J. D. Cooke, A. W. H. Meij, N. J. Forwood, E. Martins Ribeiro, I. Wiszniewska-Białecka, V. Vadapalas και I. Labucka, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης, 25ης, 26ης, 27ης και 28ης Απριλίου 2006,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Η Microsoft Corp., εταιρία με έδρα το Redmond, Ουάσιγκτον (ΗΠΑ), κατασκευάζει, αναπτύσσει και διαθέτει στο εμπόριο ευρύ φάσμα λογισμικών προϊόντων προοριζόμενων για διάφορα είδη εξοπλισμού πληροφορικής. Τα λογισμικά αυτά προϊόντα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (στο εξής: προσωπικοί υπολογιστές πελάτη), λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας και διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως. Η Microsoft παρέχει επίσης υπηρεσίες τεχνικής βοήθειας για τα διάφορα προϊόντα της.

2        Στις 15 Σεπτεμβρίου 1998 ο κ. Green, αντιπρόεδρος της Sun Microsystems, Inc. (στο εξής: Sun), εταιρίας με έδρα το Palo Alto, Καλιφόρνια (ΗΠΑ), η οποία προμηθεύει επίσης διακομιστές και λειτουργικά συστήματα για διακομιστές, απέστειλε στον κ. Maritz, αντιπρόεδρο της Microsoft, επιστολή στην οποία ανέφερε τα εξής:

«Με την παρούσα ζητούμε από τη Microsoft να παράσχει στη [Sun] όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου η [Sun] να ενσωματώσει σε εγγενή μορφή τα στοιχεία λογισμικού COM στο σύστημα Solaris.

Ζητούμε επίσης από τη Microsoft να παράσχει στη [Sun] όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου η [Sun] να ενσωματώσει σε εγγενή μορφή το σύνολο των τεχνολογιών Active Directory στο σύστημα Solaris.

Φρονούμε ότι είναι προς όφελος του κλάδου να μπορούν οι εφαρμογές που δημιουργούνται με σκοπό να εκτελεστούν στο Solaris να επικοινωνούν διαφανώς μέσω COM και/ή Active Directory με τα λειτουργικά συστήματα Windows και/ή με τα λογισμικά που στηρίζονται στο Windows.

Πιστεύουμε ότι η Microsoft θα έπρεπε να περιλάβει μια εφαρμογή αναφοράς και την πληροφορία που απαιτείται ώστε, χωρίς να χρειαστεί η προσφυγή σε αντίστροφη μηχανική, τα στοιχεία λογισμικού COM και το σύνολο των τεχνολογιών Active Directory να ενταχθούν πλήρως στο σύστημα Solaris. Κατά την άποψή μας, είναι αναγκαίο η πληροφορία αυτή να παρασχεθεί για το σύνολο των στοιχείων λογισμικού COM και των τεχνολογιών Active Directory που υφίστανται σήμερα στην αγορά. Πιστεύουμε επίσης ότι η πληροφορία αυτή πρέπει να παρασχεθεί εντός εύλογου χρόνου και συστηματικά όσον αφορά τα στοιχεία λογισμικού COM και τις τεχνολογίες Active Directory που θα διατεθούν μελλοντικά στην αγορά.»

3        Η επιστολή αυτή θα αναφέρεται στο εξής ως «επιστολή της 15ης Σεπτεμβρίου 1998».

4        Ο κ. Maritz απάντησε στην επιστολή της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 με επιστολή της 6ης Οκτωβρίου 1998. Με την επιστολή του επισήμανε τα εξής:

«Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον που επιδεικνύετε για το σύστημα Windows. Διαθέτουμε κοινούς πελάτες που χρησιμοποιούν τα προϊόντα μας και θεωρώ θαυμάσιο το ενδιαφέρον σας για το άνοιγμα του συστήματός σας ούτως ώστε να διαλειτουργεί με το Windows. H Microsoft πάντα θεωρούσε σκόπιμο να βοηθά τους κατασκευαστές λογισμικών, περιλαμβανομένων των ανταγωνιστών [της], να επιτυγχάνουν τα καλύτερα δυνατά προϊόντα και επίπεδα διαλειτουργικότητας για την πλατφόρμα [της].

Δεν αντιλαμβάνεστε, ενδεχομένως, ότι οι πληροφορίες τις οποίες ζητήσατε όσον αφορά τον τρόπο διαλειτουργικότητας με τα στοιχεία λογισμικού COM και τις τεχνολογίες Active Directory έχουν ήδη δημοσιευθεί και είναι διαθέσιμες σε εσάς και σε οποιονδήποτε άλλο κατασκευαστή λογισμικών στον κόσμο μέσω του προϊόντος “Microsoft Developer Network (MSDN) Universal”. Το MSDN περιέχει πλήρεις πληροφορίες όσον αφορά τις υπηρεσίες και τα συστήματα διασυνδέσεως της πλατφόρμας Windows και αποτελεί εξαιρετική πηγή πληροφορήσεως για τους κατασκευαστές που επιθυμούν να δημιουργήσουν προϊόντα για το Windows ή να διαλειτουργήσουν με αυτό. Πράγματι, η [Sun] κατέχει σήμερα 32 εν ισχύ άδειες για τη συνδρομή “MSDN Universal”. Επιπλέον, υποθέτω ότι, όπως ήδη συνέβη με την εταιρία σας στο παρελθόν, η προσέλευση υπαλλήλων σας στη διάλεξή μας “Professional Developers”, που θα πραγματοποιηθεί στο Denver στις 11-15 Οκτωβρίου 1998, θα είναι μεγάλη. Τούτο θα αποτελέσει επιπλέον ευκαιρία αποκτήσεως των τεχνικής φύσεως πληροφοριών που ζητείτε προκειμένου να καταστεί δυνατή η λειτουργία με τα τεχνολογικά συστήματά μας. Ορισμένοι από τους 23 υπαλλήλους της [Sun] που μετείχαν στη διάλεξη του περασμένου έτους είναι μάλλον σε θέση να σας ενημερώσουν σχετικά με την ποιότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια των εν λόγω διαλέξεων “Professional Developers”.

Με χαρά σας ανακοινώνουμε ότι υφίσταται ήδη εφαρμογή αναφοράς COM στο σύστημα Solaris. Η εν λόγω εφαρμογή COM στο Solaris είναι ένα δυαδικό πλήρως αυτόνομο προϊόν που διατίθεται από τη Microsoft. Για τον πηγαίο κώδικα COM μπορεί να χορηγηθεί άδεια εκμεταλλεύσεως από άλλες πηγές, όπως η Software AG […]

Όσον αφορά το Active Directory, δεν προβλέπεται να “ενσωματωθεί” […] στο Solaris. Ωστόσο, για να ικανοποιηθούν οι κοινοί πελάτες μας, υφίστανται πολλές και διαφορετικού βαθμού μέθοδοι διαλειτουργικότητας με το Active Directory. Για παράδειγμα, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το βασικό πρωτόκολλο LDAP για πρόσβαση στο Active Directory του Windows NT Server από το Solaris.

Αν, κατόπιν της συμμετοχής σας [στη διάλεξη “Professional Developers”] και της εξετάσεως των δημοσιευθεισών πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο MSDN, χρειαστείτε οποιαδήποτε συμπληρωματική βοήθεια, η ομάδα μας “Developer Relations” περιλαμβάνει “Account Managers” οι οποίοι είναι πρόθυμοι να παράσχουν συνδρομή στους κατασκευαστές που χρειάζονται συμπληρωματική βοήθεια για τις πλατφόρμες της Microsoft. Ζήτησα από τον Marshall Goldberg, Lead Program Manager, να αναλάβει να σας εξυπηρετήσει αν το χρειαστείτε […]»

5        Η επιστολή του κ. Maritz της 6ης Οκτωβρίου 1998 θα αναφέρεται στο εξής ως «επιστολή της 6ης Οκτωβρίου 1998».

6        Στις 10 Δεκεμβρίου 1998 η Sun υπέβαλε στην Επιτροπή καταγγελία κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).

7        Με την καταγγελία της, η Sun επέκρινε την άρνηση της Microsoft να της κοινοποιήσει τις πληροφορίες και την τεχνογνωσία που απαιτείται για τη διαλειτουργικότητα των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές ομάδας εργασίας με το λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη.

8        Στις 2 Αυγούστου 2000 η Επιτροπή απηύθυνε στη Microsoft μια πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων (στο εξής: πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων). Η εν λόγω ανακοίνωση αιτιάσεων αφορούσε κατ’ ουσίαν ζητήματα σχετικά με τη διαλειτουργικότητα μεταξύ, αφενός, των λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και, αφετέρου, των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές άλλων προμηθευτών (διαλειτουργικότητα μεταξύ πελάτη και διακομιστή).

9        Η Microsoft απάντησε στην πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων στις 17 Νοεμβρίου 2000.

10      Εν τω μεταξύ, τον Φεβρουάριο του 2000 η Επιτροπή κίνησε αυτεπαγγέλτως έρευνα η οποία αφορούσε, ειδικότερα, τη γενιά Windows 2000 των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft, καθώς και την εκ μέρους της ένταξη της διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων Windows Media Player στο λειτουργικό της σύστημα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη. Το λειτουργικό σύστημα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη της γκάμας Windows 2000 προοριζόταν για επαγγελματική χρήση και ονομαζόταν «Windows 2000 Professional». Όσον αφορά τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές αυτής της γκάμας, εμφανίζονταν στις ακόλουθες τρεις εκδοχές: Windows 2000 Server, Windows 2000 Advanced Server και Windows 2000 Datacenter Server.

11      Κατόπιν της έρευνας αυτής απεστάλη στη Microsoft δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων στις 29 Αυγούστου 2001 (στο εξής: δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων). Με την εν λόγω ανακοίνωση αιτιάσεων, η Επιτροπή επανέλαβε τις προηγούμενες αιτιάσεις της επί της διαλειτουργικότητας μεταξύ πελάτη και διακομιστή. Η Επιτροπή προσέγγισε, επιπλέον, ορισμένα ζητήματα σχετικά με τη διαλειτουργικότητα μεταξύ διακομιστών ομάδας εργασίας (διαλειτουργικότητα μεταξύ διακομιστών). Τέλος, η Επιτροπή έθιξε ορισμένα ζητήματα σχετικά με την ένταξη του λογισμικού Windows Media Player στο λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη.

12      Η Microsoft απάντησε στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων στις 16 Νοεμβρίου 2001.

13      Τον Δεκέμβριο του 2001 η Microsoft διαβίβασε στην Επιτροπή έκθεση η οποία περιελάμβανε τα αποτελέσματα και την ανάλυση δημοσκοπήσεως που διενήργησε η Mercer Management Consulting (στο εξής: Mercer).

14      Από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2003 η Επιτροπή πραγματοποίησε εκτενή έρευνα αγοράς υποβάλλοντας αιτήματα παροχής πληροφοριών σε διάφορες εταιρίες και ενώσεις βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17 (στο εξής: έρευνα αγοράς του 2003).

15      Στις 6 Αυγούστου 2003 η Επιτροπή απηύθυνε στη Microsoft τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων η οποία σκοπούσε, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, στη συμπλήρωση των δύο προηγουμένων και στην παροχή διευκρινίσεων σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που επρόκειτο να διατάξει (στο εξής: τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων).

16      Με έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 2003, η Microsoft απάντησε στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων.

17      Στις 31 Οκτωβρίου 2003 η προσφεύγουσα διαβίβασε στην Επιτροπή έκθεση η οποία περιελάμβανε τα αποτελέσματα και την ανάλυση των δύο συμπληρωματικών δημοσκοπήσεων της Mercer.

18      Η Επιτροπή οργάνωσε ακρόαση στις 12, 13 και 14 Νοεμβρίου 2003.

19      Την 1η Δεκεμβρίου 2003 η Microsoft υπέβαλε συμπληρωματικές παρατηρήσεις επί της τρίτης ανακοινώσεως αιτιάσεων.

20      Στις 24 Μαρτίου 2004 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2007/53/EΚ, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 82 [EΚ] και του άρθρου 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά της Microsoft Corporation (Υπόθεση COMP/C-3/37.792 – Microsoft) (ΕΕ 2007, L 32, σ. 23, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

 Προσβαλλόμενη απόφαση

21      Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η Microsoft παρέβη τα άρθρα 82 EΚ και 54 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (EΟΧ), διότι ενήργησε σε δύο περιπτώσεις κατά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως.

22      Η Επιτροπή προσδιόρισε, καταρχάς, τρεις χωριστές αγορές προϊόντος σε παγκόσμια κλίμακα και έκρινε ότι η Microsoft κατείχε δεσπόζουσα θέση σε δύο από αυτές. Στη συνέχεια, διαπίστωσε δύο καταχρηστικές συμπεριφορές της Microsoft. Ως εκ τούτου, της επέβαλε πρόστιμο και ορισμένα διορθωτικά μέτρα

I –  Σχετικές αγορές προϊόντος και σχετική γεωγραφική αγορά

23      Η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει τρεις χωριστές αγορές προϊόντος, οι οποίες αποτελούνται, αντιστοίχως, από τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (αιτιολογικές σκέψεις 324 έως 342), τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 343 έως 401) και τις διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως (αιτιολογικές σκέψεις 402 έως 425).

24      Η πρώτη αγορά προϊόντος που προσδιορίζει η απόφαση είναι η αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη. Ως λειτουργικό σύστημα νοείται ένα «σύστημα λογισμικού» το οποίο ελέγχει τις βασικές λειτουργίες ενός υπολογιστή και παρέχει στον χρήστη τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τον υπολογιστή και διάφορες εφαρμογές σε αυτόν (αιτιολογική σκέψη 37). Οι προσωπικοί υπολογιστές πελάτη είναι υπολογιστές με πολλαπλές λειτουργίες οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί για να χρησιμοποιούνται από ένα μόνον πρόσωπο κάθε φορά και μπορούν να συνδεθούν σε δίκτυο (αιτιολογική σκέψη 45).

25      Όσον αφορά τη δεύτερη αγορά, η προσβαλλόμενη απόφαση ορίζει τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας ως λειτουργικά συστήματα τα οποία κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο προκειμένου να παρέχουν ενσωματωμένες στο σύστημα υπηρεσίες «βασικής δομής» σε περιορισμένο σχετικά αριθμό διακομιστών που συνδέονται σε δίκτυο μικρών ή μεσαίων διαστάσεων (αιτιολογικές σκέψεις 53 και 345).

26      Η προσβαλλόμενη απόφαση ορίζει, ειδικότερα, τρία είδη υπηρεσιών, ήτοι, πρώτον, την κατανομή αρχείων αποθηκευμένων σε διακομιστές, δεύτερον, την κατανομή εκτυπωτών και, τρίτον, τη διαχείριση των χρηστών και των ομάδων χρηστών, ήτοι του τρόπου προσβάσεως των ενδιαφερομένων στις υπηρεσίες δικτύου (αιτιολογικές σκέψεις 53 και 345). Η τελευταία αυτή κατηγορία υπηρεσιών συνίσταται, ειδικότερα, στην εξασφάλιση ασφαλούς προσβάσεως και χρήσεως των πόρων του δικτύου, ιδίως σε πρώτο στάδιο, εντοπίζοντας την ταυτότητα των χρηστών και, στη συνέχεια, σε ένα δεύτερο στάδιο, εξακριβώνοντας αν έχουν την άδεια να πραγματοποιήσουν συγκεκριμένη ενέργεια (αιτιολογική σκέψη 54). Η προσβαλλόμενη απόφαση διευκρινίζει ότι, για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική αποθήκευση και αναζήτηση των σχετικών με τη διαχείριση των χρηστών και των ομάδων χρηστών πληροφοριών, τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας στηρίζονται εν γένει σε τεχνολογίες «υπηρεσιών καταλόγου» (αιτιολογική σκέψη 55). Η υπηρεσία καταλόγου την οποία περιλαμβάνει το λειτουργικό σύστημα Windows 2000 Server της Microsoft ονομάζεται «Active Directory» (αιτιολογική σκέψη 149).

27      Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, οι τρεις προαναφερθείσες κατηγορίες υπηρεσιών συνδέονται στενά εντός των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Μπορούν να θεωρηθούν, εν γένει, ως «ενιαία υπηρεσία», ερμηνευόμενη από δύο διαφορετικές απόψεις, ήτοι, αφενός, από την άποψη του χρήστη (υπηρεσίες αρχείου και εκτυπώσεως) και, αφετέρου, από την άποψη του διαχειριστή δικτύου (υπηρεσίες διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών) (αιτιολογική σκέψη 56). Η προσβαλλόμενη απόφαση χαρακτηρίζει τις διάφορες αυτές υπηρεσίες ως «υπηρεσίες ομάδας εργασίας».

28      Η τρίτη αγορά που εντοπίζει η προσβαλλόμενη απόφαση είναι η αγορά των διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχει τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως. Η διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων είναι λογισμικό προϊόν ικανό να διαβάσει σε ψηφιακό σχήμα ήχους και εικόνες, δηλαδή να αποκωδικοποιήσει τα αντίστοιχα δεδομένα και να τα μεταφράσει σε οδηγίες για τον εξοπλισμό (π.χ. μεγάφωνα, οθόνη) (αιτιολογική σκέψη 60). Οι διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως είναι ικανές να αναγνώσουν περιεχόμενα ήχου και εικόνας διαδιδόμενα συνεχώς μέσω του Διαδικτύου (63η αιτιολογική σκέψη).

29      Όσον αφορά τη σχετική γεωγραφική αγορά, η Επιτροπή διαπιστώνει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επισημάνθηκε στην ανωτέρω σκέψη 22, ότι καθεμία από τις τρεις προσδιορισθείσες αγορές προϊόντος είναι παγκοσμίων διαστάσεων (αιτιολογική σκέψη 427).

II –  Δεσπόζουσα θέση

30      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή κρίνει ότι η Microsoft κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη τουλάχιστον από το 1996, καθώς και στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας από το 2002 (αιτιολογικές σκέψεις 429 έως 541).

31      Όσον αφορά την αγορά λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, η Επιτροπή συνάγει το ανωτέρω συμπέρασμα βάσει των ακόλουθων κυρίως στοιχείων:

–        τα μερίδια αγοράς της Microsoft υπερβαίνουν το 90 % (αιτιολογικές σκέψεις 430 έως 435)·

–        η ισχύς της Microsoft στην αγορά «παρουσίασε αδιάλειπτη σταθερότητα και συνέχεια» (αιτιολογική σκέψη 436)·

–        υφίστανται σημαντικοί φραγμοί εισόδου στην αγορά, οι οποίοι οφείλονται σε έμμεσα αποτελέσματα δικτύου (αιτιολογικές σκέψεις 448 έως 464)·

–        τα εν λόγω έμμεσα αποτελέσματα δικτύου οφείλονται, αφενός, στο γεγονός ότι οι καταναλωτές εκτιμούν τις κοινές βάσεις επί των οποίων μπορούν να χρησιμοποιήσουν πολλές εφαρμογές και, αφετέρου, στο γεγονός ότι οι κατασκευαστές λογισμικών επεξεργάζονται εφαρμογές για τα πλέον δημοφιλή στους καταναλωτές λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (αιτιολογικές σκέψεις 449 και 450).

32      Η Επιτροπή διευκρινίζει, με την αιτιολογική σκέψη 472, ότι αυτή η δεσπόζουσα θέση παρουσιάζει «ασυνήθη χαρακτηριστικά», στο μέτρο που το σύστημα Windows δεν είναι απλώς κυρίαρχο προϊόν στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, αλλά, επιπλέον, αποτελεί «πρότυπο» για τα συστήματα αυτά.

33      Όσον αφορά την αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, η Επιτροπή επικαλείται, κατ’ ουσίαν, τα ακόλουθα στοιχεία:

–        το μερίδιο αγοράς της Microsoft ανέρχεται, με ασφαλή εκτίμηση, τουλάχιστον σε 60 % (αιτιολογικές σκέψεις 473 έως 499)·

–        η θέση των τριών κύριων ανταγωνιστών της Microsoft στην αγορά αυτή είναι η ακόλουθη: η Novell, με το λογισμικό της NetWare, κατέχει μερίδιο αγοράς από 10 έως 25 %, οι κατασκευαστές προϊόντων Linux αντιπροσωπεύουν μερίδιο αγοράς από 5 έως 15 % και οι κατασκευαστές προϊόντων UNIX κατέχουν μερίδιο αγοράς από 5 έως 15 % (αιτιολογικές σκέψεις 503, 507 και 512)·

–        η αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σημαντικών φραγμών στην είσοδο, οι οποίοι οφείλονται, μεταξύ άλλων, σε αποτελέσματα δικτύου και στην άρνηση της Microsoft να γνωστοποιήσει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες (αιτιολογικές σκέψεις 515 έως 525)·

–        υφίστανται στενοί εμπορικοί και τεχνολογικοί δεσμοί μεταξύ της τελευταίας αυτής αγοράς και της αγοράς λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (αιτιολογικές σκέψεις 526 έως 540).

34      Η Linux είναι ένα «ελεύθερο» λειτουργικό σύστημα που διανέμεται με την άδεια «GNU GPL (General Public Licence)». Πρόκειται κατ’ ουσίαν για λογισμική βάση καλούμενη «πυρήνας», η οποία εκτελεί περιορισμένο αριθμό υπηρεσιών ενός λειτουργικού συστήματος. Μπορεί, ωστόσο, να συνδεθεί με άλλα λογισμικά προκειμένου να μετατραπεί σε «λειτουργικό σύστημα Linux» (αιτιολογική σκέψη 87). Το Linux χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, ως βάση για λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογική σκέψη 101). Ως εκ τούτου, διατίθεται στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας σε συνδυασμό με το λογισμικό Samba, που διανέμεται επίσης με την άδεια «GNU GPL» (αιτιολογικές σκέψεις 506 και 598).

35      Με τον δε όρο UNIX νοούνται ορισμένα λειτουργικά συστήματα τα οποία παρουσιάζουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά (αιτιολογική σκέψη 42). Η Sun έχει αναπτύξει ένα λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας βασιζόμενο στο UNIX, το οποίο καλείται «Solaris» (αιτιολογική σκέψη 97).

III –  Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως

 Α – Άρνηση της προσφεύγουσας να παράσχει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και να επιτρέψει τη χρήση τους

36      Η πρώτη περίπτωση καταχρηστικής συμπεριφοράς που προσάπτεται στη Microsoft έγκειται στην άρνησή της να παράσχει στους ανταγωνιστές της, για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 1998 έως την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, τις «σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες» και να επιτρέψει τη χρήση τους για την ανάπτυξη και τη διανομή ανταγωνιστικών προς τα δικά της προϊόντων στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η συμπεριφορά αυτή περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 546 έως 791.

37      Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, ως «σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες» νοούνται οι «πλήρεις και κατάλληλες προδιαγραφές όλων των πρωτοκόλλων που εφαρμόζονται στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και χρησιμοποιούνται από τους διακομιστές ομάδας εργασίας Windows για την παροχή στα δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων [χρηστών], περιλαμβανομένων των υπηρεσιών ελέγχου του τομέα Windows, της υπηρεσίας καταλόγου Active Directory και της υπηρεσίας “Group Policy”» (άρθρο 1, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως).

38      Τα «δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας» ορίζονται ως «ομάδες προσωπικών υπολογιστών πελάτη [στους οποίους είναι εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη] και διακομιστών [στους οποίους είναι εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας] συνδεόμενες μεταξύ τους μέσω δικτύου πληροφορικής» (άρθρο 1, παράγραφος 7, της προσβαλλομένης αποφάσεως).

39      Με τον όρο «πρωτόκολλα» νοείται «το σύνολο κανόνων διασυνδέσεως και αλληλεπιδράσεως μεταξύ διαφόρων λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη εγκατεστημένων σε διαφορετικούς υπολογιστές εντός ενός δικτύου Windows για ομάδα εργασίας» (άρθρο 1, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως).

40      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή τονίζει ότι η εν λόγω άρνηση δεν αφορά στοιχεία του «πηγαίου κώδικα» της Microsoft, αλλά αποκλειστικώς και μόνον προδιαγραφές των οικείων πρωτοκόλλων, ήτοι λεπτομερή περιγραφή των στοιχείων που αναμένεται να διαθέτει το επίμαχο λογισμικό, σε αντιδιαστολή προς τις «εφαρμογές» (που καλούνται επίσης στο πλαίσιο της παρούσας αποφάσεως «υλοποιήσεις» ή «εκτελέσεις»), οι οποίες συνίστανται στην εφαρμογή του κώδικα επί του υπολογιστή (αιτιολογικές σκέψεις 24 και 569). Η Επιτροπή διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι «δεν πρόκειται να υποχρεώσει τη Microsoft να παράσχει σε τρίτους τη δυνατότητα αντιγραφής του Windows» (αιτιολογική σκέψη 572).

41      Εξάλλου, η Επιτροπή κρίνει ότι η άρνηση της Microsoft προς τη Sun εντάσσεται στο πλαίσιο γενικής κατευθυντήριας γραμμής (αιτιολογικές σκέψεις 573 έως 577). Υποστηρίζει, επίσης, ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στη Microsoft συνεπάγεται σημαντική μείωση σε σχέση με τα υψηλότερα επίπεδα προμήθειας του παρελθόντος (αιτιολογικές σκέψεις 578 έως 584), ενέχει κίνδυνο εξαλείψεως του ανταγωνισμού στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 585 έως 692) και έχει αρνητικές συνέπειες στην τεχνολογική ανάπτυξη και στην ποιότητα των υπηρεσιών των οποίων απολαύουν οι καταναλωτές (αιτιολογικές σκέψεις 693 έως 708).

42      Τέλος, η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της Microsoft ότι η άρνησή της δικαιολογείται αντικειμενικώς (αιτιολογικές σκέψεις 709 έως 778).

 Β – Συνδυασμένη πώληση του λειτουργικού συστήματος Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και του Windows Media Player

43      Η δεύτερη καταχρηστική συμπεριφορά που προσάπτεται στη Microsoft συνίσταται στο ότι, κατά την περίοδο από τον Μάιο του 1999 έως την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, προμήθευε το λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη υπό την προϋπόθεση της ταυτόχρονης αγοράς του λογισμικού Windows Media Player (άρθρο 2, στοιχείο β΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η συμπεριφορά αυτή περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 792 έως 989.

44      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή φρονεί ότι η εν λόγω συμπεριφορά πληροί τις προϋποθέσεις διαπιστώσεως καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 82 EΚ (αιτιολογικές σκέψεις 794 έως 954). Συναφώς, πρώτον, επαναλαμβάνει ότι η Microsoft κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (αιτιολογική σκέψη 799). Δεύτερον, φρονεί ότι οι διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως και τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη αποτελούν χωριστά προϊόντα (αιτιολογικές σκέψεις 800 έως 825). Τρίτον, επισημαίνει ότι η Microsoft δεν παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να αγοράσουν Windows χωρίς Windows Media Player (αιτιολογικές σκέψεις 826 έως 834). Τέταρτον, υποστηρίζει ότι η επίμαχη συνδυασμένη πώληση περιορίζει τον ανταγωνισμό στην αγορά διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων (αιτιολογικές σκέψεις 835 έως 954).

45      Τέλος, η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της Microsoft, αφενός, ότι η επίμαχη συνδυασμένη πώληση συνεπάγεται αύξηση της αποτελεσματικότητας η οποία μπορεί να αντισταθμίσει τα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα που διαπιστώθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 955 έως 970) και, αφετέρου, ότι δεν αντλεί κανένα συμφέρον από την πραγματοποίηση συνδυασμένων πωλήσεων «αντίθετων προς τον ανταγωνισμό» (αιτιολογικές σκέψεις 971 έως 977).

IV –  Πρόστιμο και διορθωτικά μέτρα

46      Η Επιτροπή επέβαλε ως κύρωση για τις δύο καταχρήσεις που διαπίστωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση πρόστιμο ύψους 497 196 304 ευρώ (άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

47      Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Microsoft οφείλει να παύσει τις διαπιστωθείσες με το άρθρο 2 καταχρήσεις, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στα άρθρα 5 και 6 της ίδιας αποφάσεως λεπτομέρειες. Η Microsoft οφείλει επίσης να αποφύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά με όμοιο ή ανάλογο προς τις καταχρήσεις αυτές αντικείμενο ή αποτέλεσμα (άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, της προσβαλλομένης αποφάσεως).

48      Ως μέτρο επανορθώσεως της πρώτης καταχρηστικής αρνήσεως που διαπιστώθηκε με το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 5 της αποφάσεως αυτής επιβάλλει στη Microsoft τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

«α)      [...] να γνωστοποιήσει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, εντός προθεσμίας 120 ημερών από την κοινοποίηση της [προσβαλλομένης] αποφάσεως, σε κάθε επιχείρηση η οποία επιθυμεί να αναπτύξει και να διανείμει λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας και να επιτρέψει στις επιχειρήσεις αυτές, υπό εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις, τη χρήση των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών για την ανάπτυξη και τη διανομή λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας·

β)      [...] να ενεργήσει κατά τρόπο ώστε οι γνωστοποιηθείσες πληροφορίες σχετικά με τη διαλειτουργικότητα να αναπροσαρμόζονται σε μόνιμη βάση και εντός ευλόγων προθεσμιών·

γ)      [...] να προωθήσει, εντός προθεσμίας 120 ημερών από την κοινοποίηση της [προσβαλλομένης] αποφάσεως, μηχανισμό αξιολογήσεως ο οποίος παρέχει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να ενημερωθούν αποτελεσματικώς επί της εκτάσεως και των προϋποθέσεων εφαρμογής των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών· η Microsoft μπορεί να θέσει εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι η παρεχόμενη στο πλαίσιο αυτό πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες επιτρέπεται μόνο για σκοπούς αξιολογήσεως·

         […]»

49      Ως διορθωτικό μέτρο για την αναφερόμενη στο άρθρο 2, στοιχείο β΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως συνδυασμένη πώληση, το άρθρο 6 της αποφάσεως αυτής υποχρεώνει, μεταξύ άλλων, τη Microsoft να διαθέσει, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως, μια πλήρως λειτουργική εκδοχή του λειτουργικού συστήματός της Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη η οποία δεν θα περιλαμβάνει το λογισμικό Windows Media Player, ενώ η Microsoft θα διατηρεί το δικαίωμα να διαθέτει το λειτουργικό σύστημά της Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη σε συνδυασμό με το λογισμικό Windows Media Player.

50      Τέλος, το άρθρο 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει τα εξής:

«Εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση της [προσβαλλομένης] αποφάσεως, η Microsoft […] πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή πρόταση για την προώθηση μηχανισμού προοριζόμενου να βοηθήσει την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση της Microsoft […] προς την [προσβαλλόμενη] απόφαση. Ο μηχανισμός αυτός θα περιλαμβάνει εντολέα ανεξάρτητο από τη Microsoft […]

Στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή κρίνει ότι ο προτεινόμενος από τη Microsoft μηχανισμός δεν είναι κατάλληλος, μπορεί να επιβάλει άλλο μηχανισμό διά της εκδόσεως αποφάσεως.»

 Διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως του αμερικανικού δικαίου του ανταγωνισμού

51      Παράλληλα με την έρευνα της Επιτροπής, η Microsoft αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας για παράβαση των αμερικανικών νόμων περί ανταγωνισμού.

52      Το 1998 οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, 20 ομόσπονδα κράτη και το District de Columbia άσκησαν αγωγή κατά της Microsoft βάσει του Sherman Act. Οι αιτιάσεις τους αφορούσαν τα μέτρα που έλαβε η Microsoft κατά του φυλλομετρητή Διαδικτύου της Netscape, «Netscape Navigator», και των τεχνολογιών «Java» της Sun. Τα οικεία ομόσπονδα κράτη άσκησαν επίσης αγωγές κατά της Microsoft για παράβαση των δικών τους νόμων περί ανταγωνισμού.

53      Το United States Court of Appeals for the District of Columbia Circuit (στο εξής: εφετείο), επιληφθέν εφέσεως της Microsoft κατά της από 3 Απριλίου 2000 αποφάσεως του United States District Court for the District of Columbia (στο εξής: District Court), εξέδωσε την απόφασή του στις 28 Ιουνίου 2001 και, κατόπιν αυτού, η Microsoft συνήψε τον Νοέμβριο του 2001 συμφωνία με το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών και τους Attorneys General εννέα ομόσπονδων κρατών (στο εξής: αμερικανική συμφωνία), στο πλαίσιο της οποίας η Microsoft ανέλαβε δύο κατηγορίες δεσμεύσεων.

54      Πρώτον, η Microsoft δέχθηκε να καθορίσει τις προδιαγραφές των πρωτοκόλλων επικοινωνίας που χρησιμοποιούν τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές προκειμένου να «διαλειτουργούν», δηλαδή να καταστούν συμβατά με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και να παραχωρήσει σε τρίτους άδειες εκμεταλλεύσεως σχετικές με τις εν λόγω προδιαγραφές υπό συγκεκριμένους όρους.

55      Δεύτερον, η αμερικανική συμφωνία προβλέπει ότι η Microsoft πρέπει να παρέχει στους κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού και στους τελικούς καταναλωτές τη δυνατότητα να ενεργοποιούν ή να καταργούν την πρόσβαση στα ενδιάμεσα λογισμικά της (middleware). Το λογισμικό Windows Media Player είναι ένα από τα προϊόντα της εν λόγω γκάμας, όπως αυτή ορίζεται στην αμερικανική συμφωνία. Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι να εξασφαλίσουν ότι οι προμηθευτές ενδιάμεσων λογισμικών μπορούν να αναπτύξουν και να διανείμουν προϊόντα τα οποία λειτουργούν άρτια με Windows.

56      Οι διατάξεις αυτές κυρώθηκαν από το District Court με απόφαση της 1ης Νοεμβρίου 2002.

57      Επιληφθέν εφέσεως της Πολιτείας της Μασσαχουσέτης, το εφετείο κύρωσε στις 30 Ιουνίου 2004 την από 1 Νοεμβρίου 2002 απόφαση του District Court.

58      Κατ’ εφαρμογήν της αμερικανικής συμφωνίας, το Microsoft Communications Protocol Program (πρόγραμμα πρωτοκόλλων επικοινωνίας της Microsoft, στο εξής: MCPP) τέθηκε σε εφαρμογή τον Αύγουστο του 2002.

 Διαδικασία

59      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Ιουνίου 2004, η Microsoft άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

60      Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Ιουνίου 2004, η Microsoft υπέβαλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 4, του άρθρου 5, στοιχεία α΄ έως γ΄, και του άρθρου 6, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως.

61      Με διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 2004, T‑201/04 R, Microsoft κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑4463), ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου απέρριψε την αίτηση αυτή και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

62      Mε διάταξη της 9ης Μαρτίου 2005, ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε στις ακόλουθες ενώσεις και εταιρίες να παρέμβουν υπέρ της Microsoft:

–        The Computing Technology Industry Association, Inc. (στο εξής: CompTIA)·

–        DMDsecure.com BV, MPS Broadband AB, Pace Micro Technology plc, Quantel Ltd και Tandberg Television Ltd (στο εξής: DMDsecure κ.λπ.)·

–        Association for Competitive Technology, Inc. (στο εξής: ACT)·

–        TeamSystem SpA και Mamut ASA·

–        Exor AB.

63      Με την ίδια διάταξη, ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε στις ακόλουθες ενώσεις και εταιρίες να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής:

–        Software & Information Industry Association (στο εξής: SIIA)·

–        Free Software Foundation Europe eV (στο εξής: FSFE)·

–        Audiobanner.com, υπό την επωνυμία «VideoBanner»·

–        RealNetworks, Inc.

64      Η Microsoft ζήτησε, με έγγραφα της 13ης Δεκεμβρίου 2004, της 9ης Μαρτίου, της 27ης Ιουνίου και της 9ης Αυγούστου 2005, να μην κοινοποιηθούν στις παρεμβαίνουσες ορισμένα εμπιστευτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής και στο υπόμνημα αντικρούσεως, καθώς και το υπόμνημα απαντήσεως, οι παρατηρήσεις της επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως και το υπόμνημα ανταπαντήσεως. Προσκόμισε προς τούτο ένα μη εμπιστευτικό κείμενο των διαφόρων αυτών εγγράφων διαδικασίας. Η κοινοποίηση των εν λόγω εγγράφων διαδικασίας στις αναφερθείσες στις σκέψεις 62 και 63 παρεμβαίνουσες περιορίστηκε σε αυτό το μη εμπιστευτικό κείμενο. Οι εν λόγω παρεμβαίνουσες δεν προέβαλαν αντιρρήσεις επί του σημείου αυτού.

65      Οι αναφερθείσες στις σκέψεις 62 και 63 παρεμβαίνουσες κατέθεσαν τα υπομνήματά τους παρεμβάσεως εντός των ταχθεισών προθεσμιών. Οι κύριοι διάδικοι υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί των εν λόγω υπομνημάτων παρεμβάσεως στις 13 Ιουνίου 2005.

66      Με διάταξη της 28ης Απριλίου 2005, T‑201/04, Microsoft κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑1491), ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε στη European Committee for Interoperable Systems (ECIS) να παρέμβει στη διαφορά υπέρ της Επιτροπής. Η αίτηση παρεμβάσεως της ενώσεως αυτής κατατέθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 116, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, οπότε της επετράπη μόνο να υποβάλει παρατηρήσεις, βάσει της εκθέσεως ακροατηρίου που της κοινοποιήθηκε, κατά την προφορική διαδικασία.

67      Με την από 11 Μαΐου 2005 απόφαση της ολομέλειας, η υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του τετάρτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου.

68      Με την από 7 Ιουλίου 2005 απόφαση της ολομέλειας, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο τμήμα μείζονος συνθέσεως του Πρωτοδικείου και ανατέθηκε σε νέο εισηγητή δικαστή.

69      Με την από 16 Ιανουαρίου 2006 διάταξη του προέδρου του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Πρωτοδικείου, η RealNetworks διαγράφηκε από την υπόθεση ως παρεμβαίνουσα υπέρ της Επιτροπής στη διαδικασία των προσωρινών μέτρων.

70      Την 1η Φεβρουαρίου 2006 οι διάδικοι κλήθηκαν από το Πρωτοδικείο να παραστούν σε ανεπίσημη συνεδρίαση ενώπιον του προέδρου του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Πρωτοδικείου προκειμένου να καθοριστούν οι λεπτομέρειες οργανώσεως της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η συνεδρίαση αυτή διεξήχθη στο Πρωτοδικείο στις 10 Μαρτίου 2006.

71      Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφάσισε να κινήσει την προφορική διαδικασία και, βάσει του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του, κάλεσε τους διαδίκους να προσκομίσουν ορισμένα έγγραφα και να απαντήσουν σε σειρά ερωτήσεων. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

72      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 24, 25, 26, 27 και 28 Απριλίου 2006.

73      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Πρωτοδικείο κάλεσε τη Microsoft να προσκομίσει ενώπιόν του αντίγραφο των αιτήσεων παροχής πληροφοριών που απηύθυνε η Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς του 2003, όσον αφορά το ζήτημα των διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων, και των απαντήσεων στις εν λόγω αιτήσεις, καθώς και των εκθέσεων που περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα και την ανάλυση των δημοσκοπήσεων που διενήργησε η Mercer (στο εξής: εκθέσεις Mercer). Η Microsoft προσκόμισε τα διάφορα αυτά έγγραφα εντός των ταχθεισών προθεσμιών.

74      Με έγγραφο του Πρωτοδικείου της 3ης Μαΐου 2006, η Microsoft κλήθηκε να προσκομίσει αντίγραφο των λοιπών αιτήσεων παροχής πληροφοριών που απηύθυνε η Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς του 2003 και των απαντήσεων στις αιτήσεις αυτές. Η Microsoft απάντησε στην αίτηση αυτή εντός των ταχθεισών προθεσμιών.

75      Ο πρόεδρος του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Πρωτοδικείου κήρυξε περατωθείσα την προφορική διαδικασία με απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006.

 Αιτήματα των διαδίκων

76      Η Microsoft ζητεί από το Πρωτοδικείο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        επικουρικώς, να ακυρώσει το πρόστιμο ή να μειώσει σημαντικά το ποσό του·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα·

–        να καταδικάσει τη SIIA, τη FSFE και την Audiobanner.com στα δικαστικά έξοδα της παρεμβάσεώς τους.

77      Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τη Microsoft στα δικαστικά έξοδα·

78      Η CompTIA, η ACT, η TeamSystem και η Mamut ζητούν από το Πρωτοδικείο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

79      Οι DMDsecure κ.λπ. ζητούν από το Πρωτοδικείο:

–        να ακυρώσει τα άρθρα 2, στοιχείο β΄, 4, 6, στοιχείο α΄, και 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

80      Η Exor ζητεί από το Πρωτοδικείο:

–        να ακυρώσει τα άρθρα 2, 4, 6, στοιχείο α΄, και 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

81      Η SIIA, η FSFE, η Audiobanner.com και η ECIS ζητούν από το Πρωτοδικείο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τη Microsoft στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

82      Καταρχάς, πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι ακυρώσεως που σχετίζονται με τα αιτήματα ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ακολούθως, όσοι σχετίζονται με τα αιτήματα ακυρώσεως του προστίμου ή μειώσεως του ποσού του.

Ι –     Ι – Επί των αιτημάτων ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως

83      Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η Microsoft προς στήριξη του αιτήματός της ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως συνθέτουν μια προβληματική με τρία σκέλη και αφορούν, πρώτον, την άρνηση παροχής των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών και της εγκρίσεως της χρήσεώς τους, δεύτερον, τη συνδυασμένη πώληση του λειτουργικού συστήματος Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και του συστήματος Windows Media Player και, τρίτον, την υποχρέωση διορισμού ανεξάρτητου εντολέα αρμόδιου να μεριμνά για τη συμμόρφωση της Microsoft προς την προσβαλλόμενη απόφαση.

 Α – Προκαταρκτικά ζητήματα

84      Με τα υπομνήματά της, η Επιτροπή εγείρει ορισμένα ζητήματα που αφορούν την έκταση του ελέγχου του κοινοτικού δικαστή και το παραδεκτό πολλών παραρτημάτων του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος απαντήσεως.

1.     Επί της εκτάσεως του ελέγχου του κοινοτικού δικαστή

85      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ορισμένες διαπιστώσεις που βασίζονται σε πολύπλοκες τεχνικές και οικονομικές εκτιμήσεις. Υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία, ο κοινοτικός δικαστής μπορεί να ασκήσει περιορισμένο μόνον έλεγχο επί των εν λόγω εκτιμήσεων [αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑269/90, Technische Universität München, Συλλογή 1991, σ. I‑5469, σκέψη 13, και της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 279· απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Απριλίου 2005, T‑28/03, Holcim (Deutschland) κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1357, σκέψεις 95, 97 και 98].

86      Η Microsoft, παραθέτοντας ως παράδειγμα την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 2000, T‑62/98, Volkswagen κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑2707, σκέψη 43), αντιτάσσει ότι ο κοινοτικός δικαστής πρέπει να «εξετάζει ενδελεχώς την κρισιμότητα των αποφάσεων της Επιτροπής, ακόμη και σε πολύπλοκες υποθέσεις».

87      Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, ναι μεν ο κοινοτικός δικαστής ελέγχει εν γένει πλήρως κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, πλην όμως ο έλεγχος τον οποίο ασκεί επί των πολύπλοκων οικονομικών εκτιμήσεων της Επιτροπής πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας και αιτιολογίας, καθώς και στη διαπίστωση του υποστατού των πραγματικών περιστατικών και της απουσίας πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και καταχρήσεως εξουσίας (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Μαρτίου 2000, T‑65/96, Kish Glass κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑1885, σκέψη 64, κυρωθείσα κατ’ αναίρεση με τη διάταξη του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2001, C‑241/00 P, Kish Glass κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑7759· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, όσον αφορά το άρθρο 81 ΕΚ, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 42/84, Remia κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 34, και της 17ης Νοεμβρίου 1987, 142/84 και 156/84, BAT και Reynolds κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4487, σκέψη 62).

88      Ομοίως, στο μέτρο που η απόφαση της Επιτροπής είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων τεχνικών εκτιμήσεων, οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν αντικείμενο περιορισμένου δικαστικού ελέγχου, που συνεπάγεται ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει με την εκ μέρους του εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκείνη της Επιτροπής [βλ., όσον αφορά απόφαση ληφθείσα κατόπιν πολύπλοκων εκτιμήσεων στον ιατροφαρμακευτικό κλάδο, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001, C‑459/00 P(R), Επιτροπή κατά Trenker, Συλλογή 2001, σ. I‑2823, σκέψεις 82 και 83· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιανουαρίου 1999, C‑120/97, Upjohn, Συλλογή 1999, σ. I‑223, σκέψη 34 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουλίου 2002, T‑179/00, A. Menarini κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2879, σκέψεις 44 και 45, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, T‑13/99, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II‑3305, σκέψη 323].

89      Ωστόσο, ναι μεν ο κοινοτικός δικαστής αναγνωρίζει στην Επιτροπή περιθώριο εκτιμήσεως σε οικονομικά ή τεχνικά ζητήματα, πλην όμως τούτο δεν συνεπάγεται ότι δεν πρέπει να ελέγχει την εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία στοιχείων τέτοιας φύσεως. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός δικαστής δεν οφείλει να εξακριβώσει μόνο την ακρίβεια των προβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά και να ελέγξει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση μιας περίπλοκης καταστάσεως και αν μπορούν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν βάσει των δεδομένων αυτών (βλ., υπό την έννοια αυτή, όσον αφορά τον έλεγχο των πράξεων συγκεντρώσεως, απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Φεβρουαρίου 2005, C‑12/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval, Συλλογή 2005, σ. I‑987, σκέψη 39).

90      Οι διάφοροι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η Microsoft προς στήριξη του αιτήματός της περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των αρχών αυτών.

2.     Επί του παραδεκτού ορισμένων παραρτημάτων

91      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη επί του σημείου αυτού από τη SIIA, υποστηρίζει ότι, σε πολλά παραρτήματα του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος απαντήσεως, η Microsoft προβάλλει επιχειρήματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο κυρίως σώμα των εν λόγω εγγράφων διαδικασίας. Επισημαίνει επίσης ότι η Microsoft παραπέμπει συχνά και γενικά σε εκθέσεις συνημμένες στα εν λόγω έγγραφα. Η Επιτροπή επικρίνει, εξάλλου, το γεγονός ότι ορισμένες γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων της Microsoft στηρίζονται σε πληροφορίες στις οποίες ούτε η Επιτροπή ούτε το Πρωτοδικείο είχαν πρόσβαση. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τα προαναφερθέντα επιχειρήματα, εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων.

92      Η Microsoft επισημαίνει ότι τα «κρίσιμα χωρία του δικογράφου της προσφυγής» περιέχουν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η προσφυγή της. Υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία, το δικόγραφο της προσφυγής μπορεί να στηρίζεται και να συμπληρώνεται ως προς συγκεκριμένα στοιχεία με παραπομπές σε συγκεκριμένα χωρία συνημμένων εγγράφων (διάταξη του Πρωτοδικείου της 29ης Νοεμβρίου 1993, T‑56/92, Koelman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1267, σκέψη 21). Εξάλλου, επισημαίνει ότι ηθελημένα έλαβε την απόφαση να περιορίσει τον αριθμό των παραρτημάτων προκειμένου να μην επιβαρύνει τη δικογραφία, ότι δεν υποχρεούται να προσκομίσει καθένα από τα έγγραφα στα οποία γίνεται αναφορά στις υποσημειώσεις των παραρτημάτων της, ότι η Επιτροπή διαθέτει αντίγραφο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το δικαίωμά της να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες αυτές στους εμπειρογνώμονές της.

93      Κατά την ανεπίσημη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 2006 (βλ. ανωτέρω σκέψη 70), ο εισηγητής δικαστής επέστησε την προσοχή της Microsoft στο γεγονός ότι, με ορισμένα παραρτήματα των υπομνημάτων της, προέβαλε επιχειρήματα τα οποία δεν περιλαμβάνονταν ρητώς στο κυρίως σώμα των εν λόγω υπομνημάτων και της έθεσε ερωτήσεις επί του σημείου αυτού. Η Microsoft απάντησε, όπως αναφέρεται στα πρακτικά της εν λόγω συνεδριάσεως, ως εξής: «η Microsoft δεν προβάλλει επιχειρήματα τα οποία δεν εκτέθηκαν ρητώς στο δικόγραφο της προσφυγής ή στο υπόμνημα απαντήσεως.»

94      Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι, βάσει του άρθρου 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των προβληθέντων ισχυρισμών. Κατά πάγια νομολογία, για να είναι παραδεκτή μια προσφυγή πρέπει τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου. Μολονότι το κύριο μέρος της προσφυγής μπορεί να στηριχθεί και να συμπληρωθεί, επί συγκεκριμένων σημείων, με παραπομπές σε συγκεκριμένα χωρία συνημμένων εγγράφων, γενική παραπομπή σε άλλα κείμενα, ακόμη και συνημμένα στην προσφυγή, δεν μπορεί να καλύψει την έλλειψη ουσιωδών στοιχείων της νομικής επιχειρηματολογίας, τα οποία, δυνάμει των προμνησθεισών διατάξεων, πρέπει να περιλαμβάνονται στο κείμενο της προσφυγής (απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1992, C‑52/90, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1992, σ. I‑2187, σκέψη 17, και διατάξεις του Πρωτοδικείου Koelman κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 92, σκέψη 21, και της 21ης Μαΐου 1999, T-154/98, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1703, σκέψη 49). Επιπλέον, δεν απόκειται στο Πρωτοδικείο να αναζητεί και να εντοπίζει στα παραρτήματα τους ισχυρισμούς που θα μπορούσε να δεχθεί ότι αποτελούν τη βάση της προσφυγής, δεδομένου ότι τα παραρτήματα επιτελούν λειτουργία αμιγώς αποδεικτική και διευκρινιστική (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1997, Τ-84/96, Cipeke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2081, σκέψη 34, και της 21ης Μαρτίου 2002, T‑231/99, Joynson κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2085, σκέψη 154).

95      Αυτή η ερμηνεία του άρθρου 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου αφορά και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού του υπομνήματος απαντήσεως, σκοπός του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, η συμπλήρωση του δικογράφου της προσφυγής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Απριλίου 1999, T‑305/94 έως T‑307/94, T‑313/94 έως T‑316/94, T‑318/94, T‑325/94, T‑328/94, T‑329/94 και T‑335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑931, σκέψη 40, που δεν ακυρώθηκε κατ’ αναίρεση, επί του σημείου αυτού, από το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑8375).

96      Eν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, σε πολλά έγγραφα των παραρτημάτων του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος απαντήσεως, η Microsoft προβάλλει επιχειρήματα νομικής ή οικονομικής φύσεως με τα οποία δεν περιορίζεται στη θεμελίωση ή τη συμπλήρωση στοιχείων επί των πραγματικών περιστατικών ή νομικών στοιχείων που προβλήθηκαν ρητώς με το κυρίως σώμα των εν λόγω εγγράφων της διαδικασίας, αλλά εισάγει νέα επιχειρήματα.

97      Επιπλέον, η Microsoft επανειλημμένως συμπληρώνει το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος απαντήσεως επί συγκεκριμένων σημείων με παραπομπές σε συνημμένα σε αυτά έγγραφα. Ωστόσο, ορισμένες από τις παραπομπές αυτές αφορούν γενικώς μόνον το συνημμένο έγγραφο και, επομένως, δεν παρέχουν στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να προσδιορίσει επακριβώς τα επιχειρήματα που θα μπορούσε να θεωρήσει ως συμπληρώματα των λόγων ακυρώσεως οι οποίοι αναπτύχθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής ή με το υπόμνημα απαντήσεως.

98      Σημειωτέον ότι η Επιτροπή, μολονότι κρίνει ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνουν τα διάφορα αυτά παραρτήματα, σχολιάζει, εντούτοις, ορισμένες από τις εκτιμήσεις αυτές με σημειώματα συνημμένα στα εν λόγω υπομνήματα.

99      Σύμφωνα με την προμνησθείσα στις σκέψεις 94 και 95 νομολογία και τη δήλωση της Microsoft κατά την ανεπίσημη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 2006 (βλ. ανωτέρω σκέψη 93), τα παραρτήματα στα οποία αναφέρονται οι σκέψεις 96 έως 98 θα ληφθούν υπόψη από το Πρωτοδικείο μόνο στο μέτρο που θεμελιώνουν ή συμπληρώνουν λόγους ακυρώσεως ή επιχειρήματα προβληθέντα ρητώς από τη Microsoft ή την Επιτροπή με το κυρίως σώμα των υπομνημάτων τους και εφόσον το Πρωτοδικείο μπορεί να καθορίσει με ακρίβεια τα στοιχεία των υπομνημάτων αυτών που θεμελιώνουν ή συμπληρώνουν τους εν λόγω λόγους ακυρώσεως ή επιχειρήματα.

100    Όσον αφορά τις επικρίσεις της Επιτροπής όσον αφορά την απόφαση της Microsoft να μη γνωστοποιήσει τις πληροφορίες στις οποίες στηρίζονται ορισμένες γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων που προσαρτήθηκαν στα υπομνήματά της, αρκεί η επισήμανση ότι στο Πρωτοδικείο απόκειται να εξακριβώσει, εφόσον παραστεί ανάγκη, αν οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις εν λόγω γνωμοδοτήσεις στερούνται αποδεικτικής αξίας. Αν, στην περίπτωση αρνήσεως προσβάσεως σε ορισμένες πληροφορίες, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν έχουν επαρκή αποδεικτική αξία, δεν θα τις λάβει υπόψη.

 Β – Επί της προβληματικής της αρνήσεως παροχής πληροφοριών σχετικών με τη διαλειτουργικότητα και της απαγορεύσεως της χρήσεώς τους

101    Στο πλαίσιο της πρώτης αυτής προβληματικής, η Microsoft προβάλλει ένα μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ. Αυτός ο λόγος ακυρώσεως έχει τρία σκέλη. Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, η Microsoft υποστηρίζει ότι τα κριτήρια βάσει των οποίων απαγορεύεται σε κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να χορηγήσει άδεια, όπως προσδιορίζονται από τον κοινοτικό δικαστή, δεν πληρούνται εν προκειμένω. Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους, υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Sun δεν της ζήτησε να επωφεληθεί από την «τεχνολογία» που η Επιτροπή τη διατάσσει να γνωστοποιήσει και ότι το από 6 Οκτωβρίου 1998 έγγραφο δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει πραγματική άρνηση εκ μέρους της. Τέλος, στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν λαμβάνει ορθώς υπόψη τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στις Κοινότητες η συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, της 15ης Απριλίου 1994 (ΔΠΙΤΕ) [παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), ΕΕ L 336, σ. 214, στο εξής: συμφωνία ΔΠΙΤΕ)].

1.      Επί του πρώτου σκέλους που αντλείται από τη μη τήρηση, εν προκειμένω, των κριτηρίων βάσει των οποίων απαγορεύεται σε κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να χορηγήσει άδεια, όπως προσδιορίζονται από τον κοινοτικό δικαστή

 Εισαγωγή

102    Πρώτον, πρέπει να εκτεθούν στις γενικές γραμμές τους οι απόψεις των διαδίκων όσον αφορά την προβληματική της αρνήσεως παροχής σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών και απαγορεύσεως της χρήσεώς τους.

103    Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η Microsoft ενήργησε κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεώς της στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, όταν αρνήθηκε, πρώτον, να παράσχει στη Sun και σε άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις τις προδιαγραφές των πρωτοκόλλων που εφαρμόστηκαν στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και χρησιμοποιήθηκαν από τους διακομιστές στους οποίους είναι εγκατεστημένα τα συστήματα αυτά προκειμένου να παράσχουν στα δίκτυα ομάδας εργασίας Windows υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, και, δεύτερον, να παράσχει στις διάφορες αυτές επιχειρήσεις τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τις εν λόγω προδιαγραφές προκειμένου να εξελίξουν και να διαθέσουν στο εμπόριο λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας.

104    Κατά την Επιτροπή, οι πληροφορίες στις οποίες η Microsoft αρνείται την πρόσβαση αποτελούν σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες κατά την έννοια της οδηγίας 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1991, για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (ΕΕ L 122, σ. 42). Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η οδηγία αυτή ερμηνεύει τη διαλειτουργικότητα μεταξύ δύο λογισμικών προϊόντων ως ικανότητα των προϊόντων αυτών να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να χρησιμοποιούν εκατέρωθεν τις πληροφορίες αυτές προκειμένου να καταστεί δυνατή η λειτουργία καθενός από τα λογισμικά αυτά προϊόντα με όλους τους προβλεπόμενους τρόπους (βλ., μεταξύ άλλων, σημείο 256 της πρώτης ανακοινώσεως αιτιάσεων, σημείο 79 της δεύτερης ανακοινώσεως αιτιάσεων και σημείο 143 της τρίτης ανακοινώσεως αιτιάσεων). Κατά την άποψή της, η εκ μέρους της Microsoft ερμηνεία της έννοιας της διαλειτουργικότητας είναι ανακριβής (αιτιολογικές σκέψεις 749 έως 763 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

105    Η Επιτροπή διαπιστώνει, βάσει σειράς στοιχείων ουσιαστικής και τεχνικής φύσεως, ότι «η άρτια λειτουργία ενός δικτύου ομάδας εργασίας Windows στηρίζεται σε αρχιτεκτονική διασυνδέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ πελάτη και διακομιστή, καθώς και μεταξύ διακομιστών, εξασφαλίζοντας διαφάνεια κατά την πρόσβαση στις κύριες υπηρεσίες διακομιστών ομάδας εργασίας (για τα Windows 2000/Windows 2003, αυτή η “αρχιτεκτονική του τομέα Windows” μπορεί να οριστεί ως “αρχιτεκτονική του τομέα Active Directory”)» και ότι «η κοινή ικανότητα συμμετοχής στην αρχιτεκτονική αυτή αποτελεί στοιχείο συμβατότητας των προσωπικών υπολογιστών πελάτη που λειτουργούν με Windows και των διακομιστών ομάδας εργασίας που λειτουργούν με Windows» (αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως 182). Περιγράφει αυτή τη συμβατότητα ως «διαλειτουργικότητα με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows» (αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως 182) και υποστηρίζει ότι η εν λόγω διαλειτουργικότητα είναι «αναγκαία για την επιβίωση των πωλητών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας στην αγορά» (αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως 779).

106    Η Επιτροπή κρίνει, εξάλλου, ότι, για να μπορούν οι ανταγωνιστές της Microsoft να αναπτύξουν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας ικανά να επιτύχουν τέτοιο βαθμό διαλειτουργικότητας όταν οι διακομιστές στους οποίους είναι εγκατεστημένα προστίθενται σε ομάδα εργασίας Windows, είναι απαραίτητο να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τη διαλειτουργικότητα με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows (αιτιολογικές σκέψεις 183 και 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Φρονεί, μεταξύ άλλων, ότι καμία από τις πέντε μεθόδους που, κατά τη Microsoft, καθιστούν δυνατή τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των λειτουργικών συστημάτων που παρέχουν διάφοροι διανομείς δεν αποτελεί επαρκή εναλλακτική της γνωστοποιήσεως των εν λόγω πληροφοριών λύση (αιτιολογικές σκέψεις 666 έως 687 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

107    Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία, μολονότι οι επιχειρήσεις είναι καταρχήν ελεύθερες να επιλέξουν τους εμπορικούς συνεταίρους τους, η εκ μέρους κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως άρνηση παραδόσεως μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προκείμενη υπόθεση χαρακτηρίζεται από σειρά «εξαιρετικών περιστάσεων» από τις οποίες μπορεί να συναχθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας της αρνήσεως που προσάπτεται στη Microsoft, ακόμη και στην πιο ακραία –και, κατά συνέπεια, ευνοϊκότερη για τη Microsoft– περίπτωση κατά την οποία η άρνηση αυτή θεωρείται ως άρνηση χορηγήσεως σε τρίτους αδείας αφορώσας δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (αιτιολογικές σκέψεις 190 και 546 έως 559 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή φρονεί ότι δικαιούται να λάβει υπόψη άλλες «εξαιρετικές περιστάσεις» πλην εκείνων τις οποίες προσδιόρισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, C‑241/91 P και C‑242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I‑743, στο εξής: απόφαση Magill) και επανέλαβε με την απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑418/01, IMS Health (Συλλογή 2004, σ. I‑5039). Εν πάση περιπτώσει, οι τελευταίες αυτές εξαιρετικές περιστάσεις συντρέχουν εν προκειμένω.

108    Όσον αφορά τη Microsoft, από την έναρξη της διοικητικής διαδικασίας υποστηρίζει ότι η έννοια της διαλειτουργικότητας, όπως ερμηνεύθηκε από την Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση, δεν συνάδει με την έννοια της «πλήρους διαλειτουργικότητας» που προβλέπει η οδηγία 91/250 και δεν αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις οργανώνουν, στην πράξη, τα δίκτυά τους πληροφορικής (βλ., μεταξύ άλλων, σημεία 151 έως 157 της από 16η Νοεμβρίου 2001 απαντήσεως στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων και σελίδες 29 και 30 της από 17 Οκτωβρίου 2003 απαντήσεως στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων). Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ένας κατασκευαστής λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές επιτυγχάνει πλήρη διαλειτουργικότητα όταν μπορεί να έχει πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες του προγράμματός του από ένα λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη» (σημείο 143 της από 17 Νοεμβρίου 2000 απαντήσεως στην πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων· βλ. επίσης, υπό την ίδια έννοια, σελίδες 29 και 63 της από 17 Οκτωβρίου 2003 απαντήσεως στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων). Η Microsoft δέχεται, ως εκ τούτου, επαναλαμβάνοντας τη διατύπωση της Επιτροπής, ένα «μονοδιάστατο» ορισμό, ενώ η Επιτροπή στηρίζεται σε μια «πολυδιάστατη σχέση» (αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως 758).

109    Κατά τη Microsoft, η προαναφερθείσα πλήρης διαλειτουργικότητα μπορεί να επιτευχθεί χάρη στη γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικών με τα συστήματα διασυνδέσεως τα οποία εφαρμόζει ήδη, ιδίως μέσω του επονομαζόμενου «MSDN» προϊόντος της ή μέσω συνεδριάσεων που οργανώνει με τους «Professional Developers», ή ορισμένων άλλων διαθέσιμων στην αγορά μεθόδων (βλ., μεταξύ άλλων, σημεία 12, 57 έως 63, 73 έως 83 και 147 της από 17 Νοεμβρίου 2000 απαντήσεως στην πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων· σημεία 6, 72, 94 έως 96, 148 και 149 της από 16 Νοεμβρίου 2001 απαντήσεως στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων και σελίδα 31 της από 17 Οκτωβρίου 2003 απαντήσεως στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων).

110    Η Microsoft υποστηρίζει ότι η έννοια της διαλειτουργικότητας στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή σημαίνει, αντιθέτως, ότι τα λειτουργικά συστήματα των ανταγωνιστών της λειτουργούν από κάθε άποψη όπως ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές. Αυτό μπορεί να συμβεί, κατά τη Microsoft, μόνο μέσω της παροχής στους εν λόγω ανταγωνιστές της δυνατότητας να κλωνοποιήσουν τα προϊόντα της, ή ορισμένα από τα χαρακτηριστικά τους, και της γνωστοποιήσεως σε αυτούς πληροφοριών που αφορούν τους εσωτερικούς μηχανισμούς των προϊόντων της (βλ., μεταξύ άλλων, σημεία 7, 20, 27, 144 έως 150 και 154 έως 169 της από 17 Νοεμβρίου 2000 απαντήσεως στην πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων, σημεία 158 έως 161 της από 16 Νοεμβρίου 2001 απαντήσεως στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων και σελίδες 10 και 20 της από 17 Οκτωβρίου 2003 απαντήσεως στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων).

111    Η Microsoft φρονεί ότι ενδεχόμενη υποχρέωσή της να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες αυτές θα έθιγε την ελεύθερη άσκηση των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και τα κίνητρά της για καινοτομία (βλ., μεταξύ άλλων, σημεία 162, 163 και 176 της από 16 Νοεμβρίου 2001 απαντήσεως στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων και σελίδες 3, 10 και 11 της από 17 Οκτωβρίου 2003 απαντήσεως στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων).

112    Τέλος, η Microsoft υποστηρίζει ότι η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των προαναφερθεισών στη σκέψη 107 αποφάσεων Magill και IMS Health, στο μέτρο που η άρνηση που της προσάπτεται πρέπει να ερμηνευθεί ως άρνηση χορηγήσεως σε τρίτους αδείας αφορώσας δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται την υποχρεωτική χορήγηση αδειών. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι κανένα από τα κριτήρια που δέχθηκε εξαντλητικώς το Δικαστήριο με τις αποφάσεις αυτές δεν πληρούται εν προκειμένω. Καταλήγει ότι η επίμαχη άρνηση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί να της επιβάλει υποχρέωση γνωστοποιήσεως των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών. Επικουρικώς, η Microsoft επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1998, C‑7/97, Bronner (Συλλογή 1998, σ. I‑7791) και υποστηρίζει ότι τα προβλεπόμενα στην απόφαση αυτή κριτήρια δεν πληρούνται, ομοίως, εν προκειμένω.

113    Δεύτερον, πρέπει να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο η Microsoft δομεί τα επιχειρήματα που προβάλλει στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως και ο τρόπος με τον οποίο το Πρωτοδικείο θα εξετάσει τα επιχειρήματα αυτά.

114    Πράγματι, η Microsoft, πριν από την ανάπτυξη καθαυτών των επιχειρημάτων της (βλ., στο εξής, σημείο δ΄ του πρώτου σκέλους), προβάλλει ορισμένες εκτιμήσεις όσον αφορά τη διαλειτουργικότητα, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: πρώτον, αναφέρει πέντε μεθόδους οι οποίες καθιστούν δυνατή τη διαλειτουργικότητα μεταξύ, αφενός, των λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές και, αφετέρου, των λειτουργικών συστημάτων για ανταγωνιστικούς διακομιστές. Δεύτερον, επικρίνει, αφενός, τον βαθμό διαλειτουργικότητας που δέχθηκε, εν προκειμένω, η Επιτροπή –επισημαίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή επιδιώκει, στην πραγματικότητα, να παράσχει στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα να κλωνοποιήσουν τα προϊόντα της ή ορισμένα από τα χαρακτηριστικά τους– και, αφετέρου, το περιεχόμενο του διορθωτικού μέτρου που προβλέπει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

115    Πέραν των διαφόρων αυτών εκτιμήσεων, η Microsoft προβάλλει σειρά επιχειρημάτων προκειμένου να αποδείξει ότι τα πρωτόκολλα επικοινωνίας που πρέπει να κοινοποιήσει στους ανταγωνιστές της βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως παρουσιάζουν καινοτομία από τεχνολογικής απόψεως και ότι τα πρωτόκολλα αυτά ή οι προδιαγραφές τους καλύπτονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

116    Τα επιχειρήματα καθαυτά που η Microsoft αναπτύσσει στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του υπό εξέταση λόγου ακυρώσεως, συνοψίζονται ως εξής:

–        η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των διαφόρων περιστάσεων τις οποίες δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση Magill και οι οποίες επαναλαμβάνονται στην προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση IMS Health·

–        οι περιστάσεις στις οποίες μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική η άρνηση κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως να χορηγήσει σε τρίτους άδεια εκμεταλλεύσεως αφορώσα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι, πρώτον, όταν το οικείο προϊόν ή υπηρεσία είναι απαραίτητα για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας, δεύτερον, όταν η άρνηση είναι ικανή να αποκλείσει κάθε είδους ανταγωνισμό σε παράγωγη αγορά, τρίτον, όταν η άρνηση εμποδίζει την εμφάνιση νέου προϊόντος για το οποίο υφίσταται δυνητική ζήτηση των καταναλωτών και, τέταρτον, όταν η άρνηση δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς·

–        καμία από τις τέσσερις περιστάσεις δεν συντρέχει εν προκειμένω·

–        επικουρικώς, εφαρμοστέα είναι τα κριτήρια που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα στη σκέψη 112 απόφαση Bronner, τα οποία αντιστοιχούν στην πρώτη, δεύτερη και τέταρτη από τις ανωτέρω περιστάσεις που προβλέπουν οι προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health·

–        κατά συνέπεια, δεν συντρέχει επίσης, εν προκειμένω, κανένα από τα τρία κριτήρια της προαναφερθείσας στη σκέψη 112 αποφάσεως Bronner.

117    Το Πρωτοδικείο θα εξετάσει, καταρχάς, τους ισχυρισμούς της Microsoft περί των διαφόρων βαθμών διαλειτουργικότητας και το περιεχόμενο του διορθωτικού μέτρου που προβλέπει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τα επιχειρήματα σχετικά με την ύπαρξη πέντε μεθόδων οι οποίες καθιστούν δυνατή τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των λειτουργικών συστημάτων της και εκείνων των ανταγωνιστών της θα αναλυθούν στο πλαίσιο της εξετάσεως του φερόμενου απαραίτητου χαρακτήρα των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών. Το Πρωτοδικείο θα αποφανθεί, ακολούθως, επί των επιχειρημάτων της Microsoft σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που καλύπτουν τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας ή τις προδιαγραφές τους. Τέλος, θα εκτιμήσει καθαυτά τα επιχειρήματα που η Microsoft αναπτύσσει στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, προσδιορίζοντας, πρώτον, τις περιστάσεις βάσει των οποίων πρέπει να αναλυθεί η προσαπτόμενη στη Microsoft συμπεριφορά και εξετάζοντας, δεύτερον, αν οι περιστάσεις αυτές συντρέχουν εν προκειμένω.

 Επί των διαφόρων βαθμών διαλειτουργικότητας και του περιεχομένου του διορθωτικού μέτρου που προβλέπει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

118    Η Microsoft φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι η έννοια της διαλειτουργικότητας, στην οποία στηρίζεται η Επιτροπή για να διαπιστώσει ότι η άρνηση παροχής των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών αποτελεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως και να επιβάλει το διορθωτικό μέτρο που προβλέπει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι ανακριβής.

119    Η Microsoft επισημαίνει ότι «η διαλειτουργικότητα είναι συνεχής και αδιάσπαστη» και ότι «[δ]εν αποτελεί απόλυτο κανόνα».

120    Η Microsoft υποστηρίζει ότι «για την εξασφάλιση ουσιαστικού ανταγωνισμού απαιτείται, ενδεχομένως, ένας ελάχιστος βαθμός διαλειτουργικότητας», αλλά κρίνει ότι ο βαθμός αυτός δεν είναι δύσκολο να επιτευχθεί, επισημαίνοντας την ύπαρξη διαφόρων μέσων επιτεύξεως της διαλειτουργικότητας, υπό την έννοια της «υπάρξεως λειτουργικών συστημάτων που προέρχονται από διαφορετικούς διανομείς και λειτουργούν άρτια από κοινού».

121    Η Microsoft κρίνει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δέχεται μια ερμηνεία της διαλειτουργικότητας εντελώς διαφορετική από εκείνη η οποία προβλέπεται από την οδηγία 91/250 και χρησιμοποιείται, στην πράξη, από τις επιχειρήσεις για την οργάνωση των δικτύων τους πληροφορικής. Η Επιτροπή αναφέρεται, συγκεκριμένα, στη δυνατότητα ενός ανταγωνιστικού προς τη Microsoft λειτουργικού συστήματος για διακομιστές να «λειτουργεί από κάθε άποψη» όπως ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές (ήτοι να επιτευχθεί η «δυνατότητα πλήρους υποκαταστάσεως» ή «plug replaceability»). Προς τούτο είναι απαραίτητο να παρέχεται στους ανταγωνιστές της Microsoft η δυνατότητα να κλωνοποιήσουν τα προϊόντα της ή τα χαρακτηριστικά τους. Η Microsoft προσθέτει ότι δύο λειτουργικά συστήματα για διακομιστές μπορούν να διαλειτουργούν, υπό την έννοια της ανταλλαγής πληροφοριών ή της αμοιβαίας παροχής υπηρεσιών, χωρίς να είναι «πανομοιότυπα». Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διάκριση της έννοιας «διαλειτουργικότητα» από τις έννοιες «κλωνοποίηση» ή «διπλασιασμός».

122    Προς στήριξη των ισχυρισμών της, η Microsoft παραπέμπει σε μια έκθεση δύο εμπειρογνωμόνων της πληροφορικής, την οποία είχε προσαρτήσει στην από 16 Νοεμβρίου 2001 απάντησή της στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων και με την οποία οι εν λόγω εμπειρογνώμονες παρέχουν διευκρινίσεις επί των εννοιών «στενή σύζευξη» και «χαλαρή σύζευξη» καθώς και επί των λόγων για τους οποίους δεν τελεσφόρησαν οι προσπάθειες «στενών συζεύξεων» με λογισμικά προϊόντα προερχόμενα από διαφορετικούς κατασκευαστές (παράρτημα A.9.2 του δικογράφου της προσφυγής). Οι λόγοι αυτοί είναι τόσο τεχνικής όσο και εμπορικής φύσεως.

123    Η Microsoft επισημαίνει επίσης ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, προσκόμισε 50 εκθέσεις δημόσιων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν σε όλους τους τομείς της βιομηχανίας και προέρχονταν από διάφορα κράτη μέλη την εποχή εκείνη. Οι εν λόγω επιχειρήσεις πιστοποιούν την ύπαρξη υψηλού βαθμού διαλειτουργικότητας μεταξύ των λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές, αφενός, και των λειτουργικών συστημάτων για ανταγωνιστικούς διακομιστές, αφετέρου, τούτο δε χάρη στη χρήση μεθόδων ήδη διαθέσιμων στην αγορά. Προσθέτει ότι από τις εκθέσεις Mercer προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις δεν επιλέγουν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές βάσει εκτιμήσεων περί της διαλειτουργικότητάς τους με λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και για διακομιστές.

124    Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Microsoft, ως εισαγωγή των επιχειρημάτων που προβάλλει για να αποδείξει ότι τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας προστατεύονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς και με την απάντησή της σε μία από τις γραπτές ερωτήσεις του Πρωτοδικείου, προβάλλει σειρά ισχυρισμών όσον αφορά το περιεχόμενο του διορθωτικού μέτρου που προβλέπει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με τους ισχυρισμούς αυτούς, θέτει επίσης το ζήτημα του βαθμού διαλειτουργικότητας που απαιτεί εν προκειμένω η Επιτροπή.

125    Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Microsoft επικαλείται έλλειψη συνοχής μεταξύ του περιεχομένου του εν λόγω διορθωτικού μέτρου και του «προτύπου διαλειτουργικότητας» στο οποίο προσφεύγει με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή για να εκτιμήσει τη λυσιτέλεια των «εναλλακτικών μεθόδων διαλειτουργικότητας». Με την απάντησή της σε μία από τις γραπτές ερωτήσεις του Πρωτοδικείου, υποστηρίζει ότι η έκταση της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως αποτέλεσε αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών εκ μέρους της Επιτροπής.

126    Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, η Microsoft επισημαίνει ότι, με την αιτιολογική σκέψη 669 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι «τα διαθέσιμα βιομηχανικά πρότυπα δεν παρέχουν στους ανταγωνιστές τη δυνατότητα επιτεύξεως διαλειτουργικότητας με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows στον ίδιο βαθμό με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας». Επισημαίνει επιπλέον ότι, με την αιτιολογική σκέψη 679 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι «ένα λειτουργικό σύστημα Novell για διακομιστές ομάδας εργασίας “χωρίς λειτουργία πελάτη” δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες των προσωπικών υπολογιστών πελάτη που λειτουργούν με Windows και των διακομιστών ομάδας εργασίας που λειτουργούν με Windows εξίσου αποτελεσματικά με ένα λειτουργικό σύστημα [Windows] για διακομιστές ομάδας εργασίας». Η Microsoft συνάγει από τις διαπιστώσεις αυτές ότι η Επιτροπή ερμήνευε αρχικώς τη διαλειτουργικότητα ως ικανότητα των ανταγωνιστών της να χρησιμοποιούν τα προϊόντα τους κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές. Κατά την Επιτροπή, υφίστατο επίσης μια «οιονεί ταύτιση» των εν λόγω λειτουργικών συστημάτων και των ανταγωνιστικών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές.

127    Η Μicrosoft ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι, για να επιτευχθεί ο απαιτούμενος από την Επιτροπή βαθμός διαλειτουργικότητας (βαθμός τον οποίο η Microsoft συνδέει αδιακρίτως με τις φράσεις «plug replacement», «plug-replaceability», «drop-in», «λειτουργικό ισοδύναμο» και «λειτουργικός κλώνος»), θα έπρεπε να γνωστοποιούνται πολύ περισσότερες πληροφορίες από εκείνες που αφορά το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως πληροφορίες σχετικές με τους εσωτερικούς μηχανισμούς των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές (περιλαμβανομένων των «αλγορίθμων και των κανόνων λήψεως αποφάσεων»).

128    Η Microsoft επισημαίνει, ακολούθως, ότι η Επιτροπή ερμήνευσε στενά το εν λόγω άρθρο 5, κρίνοντας ότι το άρθρο αυτό την υποχρέωνε να χορηγήσει άδεια εκμεταλλεύσεως στους ανταγωνιστές της μόνο για τα πρωτόκολλα επικοινωνίας «on the wire». Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η Microsoft επικαλείται το ότι, κατά την ακρόαση στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, οι διάδικοι στους οποίους επετράπη να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής δήλωσαν ότι δεν ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν δυνατότητα προσβάσεως στις πληροφορίες περί των εσωτερικών μηχανισμών των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές. Η Microsoft αναφέρει επίσης ότι, με το υπόμνημα αντικρούσεως και με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεν σκόπευε να εξασφαλίσει στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα κλωνοποιήσεως των υπηρεσιών κατανομής των αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και των υπηρεσιών διαχειρίσεως χρηστών και ομάδας χρηστών που παρέχουν τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές. Η Microsoft επισημαίνει ότι οι χιλιάδες σελίδες που κοινοποίησε στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως θα παράσχουν, πάντως, στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα να αντιγράψουν ορισμένα «χαρακτηριστικά» των προϊόντων που ανέπτυξε χάρη στις δικές της ερευνητικές και αναπτυξιακές προσπάθειες. Για παράδειγμα, έχοντας πρόσβαση στο πρωτόκολλο DRS (Directory Replication Service), οι τρίτοι είναι σε θέση να εφαρμόσουν αντίστροφη μηχανική σε άλλα τμήματα των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές που χρησιμοποιούν την τεχνολογία Active Directory.

129    Περαιτέρω, τον Οκτώβριο του 2005, ήτοι πολλούς μήνες μετά τη λήξη της έγγραφης διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ερμήνευσε εκ νέου το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως υπό την έννοια ότι οι πληροφορίες που έπρεπε να γνωστοποιήσει η Microsoft έπρεπε να παρέχουν στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα δημιουργίας λειτουργικών συστημάτων αντίστοιχων με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ή, με άλλα λόγια, συστημάτων «δυνάμενων να τα υποκαταστήσουν πλήρως». Η Microsoft επιβεβαιώνει ότι αυτή η ερμηνεία του άρθρου 5 την υποχρεώνει να εξασφαλίζει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με τους εσωτερικούς μηχανισμούς των λειτουργικών συστημάτων της Windows για διακομιστές.

130    Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Microsoft ασχολήθηκε εκτενώς με τον μηχανισμό «πολλαπλής αναπαραγωγής» και, στο πλαίσιο αυτό, προέβαλε επιχειρήματα αντίστοιχα των προεκτεθέντων.

131    Η Microsoft εξήγησε, μεταξύ άλλων, ότι στο παρελθόν οι υπηρεσίες καταλόγου παρέχονταν μέσω ενός αποκλειστικού διακομιστή μεγάλου μεγέθους και κόστους. Σήμερα, αντιθέτως, οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται εν γένει από πολυάριθμους μικρούς διακομιστές μικρότερου κόστους, οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία και συνδέονται μεταξύ τους σε ένα σύνολο το οποίο απεικονίστηκε, επί διαφορετικών διαφανών ταινιών που προβλήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, με ένα «μπλε σφαιρίδιο». Η Microsoft επισήμανε ότι τα λογισμικά που εγκαταστάθηκαν στους διακομιστές που αποτελούν μέρος αυτού του «μπλε σφαιριδίου» και σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών καταλόγου έπρεπε να ακολουθούν την ίδια εσωτερική λογική, προκειμένου οι εν λόγω διακομιστές να μπορούν να λειτουργούν από κοινού σαν να αποτελούν ενιαίο σύνολο. Καθένας από τους διακομιστές αυτούς πρέπει, στην πραγματικότητα, να λειτουργεί με δεδομένο ότι οι άλλοι θα αντιδράσουν κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο προς απάντηση σε συγκεκριμένο αίτημα. Η Microsoft προσέθεσε ότι οι επικοινωνίες μεταξύ διακομιστών που λειτουργούν στο πλαίσιο συγκεκριμένου λειτουργικού συστήματος εντός του «μπλε σφαιριδίου» είχαν πολύ ιδιαίτερη φύση.

132    Η Microsoft εξήγησε επίσης ότι, χάρη στον μηχανισμό της πολλαπλής αναπαραγωγής, κάθε μεταβολή των δεδομένων ενός διακομιστή που λειτουργεί ως ελεγκτής του τομέα και βρίσκεται στο εσωτερικό του «μπλε σφαιριδίου» (για παράδειγμα, η μεταβολή του κωδικού προσβάσεως ενός χρήστη) μπορεί στη συνέχεια να «αναπαραχθεί» αυτομάτως σε όλους τους άλλους τομείς που έχουν ρόλο ελεγκτή του τομέα και ανήκουν στο ίδιο «μπλε σφαιρίδιο».

133    Η Microsoft διευκρίνισε ότι η πρώτη εταιρία που κατόρθωσε να αναπτύξει τον μηχανισμό αυτό ήταν η Novell το 1993. Ωστόσο, ο μηχανισμός τον οποίο περιλαμβάνει το λειτουργικό σύστημά της για διακομιστές NetWare δεν της παρείχε τη δυνατότητα να λειτουργεί σε πλήρη συγχρονισμό εντός ενός «μπλε σφαιριδίου» με μέγιστο αριθμό 150 ελεγκτών τομέα, ενώ ο μηχανισμός που χρησιμοποιείται από την τεχνολογία Active Directory και περιλαμβάνεται στο σύστημα Windows 2000 Server θα μπορούσε συγχρόνως να αναλάβει πολλές χιλιάδες ελεγκτές τομέα.

134    Πάντα στο πλαίσιο των επιχειρημάτων της σχετικά με τον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής, η Microsoft επανέλαβε ότι σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν να παράσχει στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα να αναπτύξουν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές τα οποία αποτελούν λογισμικά ισοδύναμα των δικών της λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές. Κατά τη Microsoft, με την απόφαση αυτή η Επιτροπή επιδιώκει, μεταξύ άλλων, να καταστεί δυνατό για διακομιστές που παρέχουν υπηρεσίες καταλόγου και στους οποίους είναι εγκατεστημένο ανταγωνιστικό της Microsoft λειτουργικό σύστημα για διακομιστές να αντικαταστήσουν, εντός ενός «μπλε σφαιριδίου», υφιστάμενους διακομιστές στους οποίους έχει εγκατασταθεί ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές που χρησιμοποιούν την τεχνολογία Active Directory. Για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό, τα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές πρέπει να λειτουργούν κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο και, συνεπώς, να ακολουθούν την ίδια εσωτερική λογική με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές που χρησιμοποιούν την τεχνολογία Active Directory. Τούτο είναι εφικτό μόνον αν οι ανταγωνιστές της έχουν στη διάθεσή τους πληροφορίες σχετικές με τους εσωτερικούς μηχανισμούς των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων αλγορίθμων, ήτοι πληροφορίες που βαίνουν πέραν των απλών πληροφοριών περί διαλειτουργικότητας κατά την έννοια της προσβαλλομένης αποφάσεως.

135    Η Microsoft προσέθεσε ότι η πολλαπλή αναπαραγωγή δεν μπορούσε, επομένως, να πραγματοποιηθεί μεταξύ διακομιστών που λειτουργούν στο πλαίσιο λειτουργικών συστημάτων προερχομένων από διαφορετικούς προμηθευτές. Για παράδειγμα, ένας διακομιστής στον οποίο είναι εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα της Sun δεν μπορεί να τοποθετηθεί στο εσωτερικό ενός «μπλε σφαιριδίου» που συγκεντρώνει διακομιστές οι οποίοι λειτουργούν με σύστημα της Novell ή χρησιμοποιούν την τεχνολογία Active Directory. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η Active Directory, στο μέτρο που στηρίζεται σε βασικά πρωτόκολλα όπως το πρωτόκολλο LDAP (Lightweight Directory Access Protocol), μπορεί να λειτουργήσει, εντός του ίδιου δικτύου πληροφορικής, με τις υπηρεσίες καταλόγου που παρέχουν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές των ανταγωνιστών της. Δεν έχει σημασία αν η διαλειτουργικότητα πραγματοποιείται μεταξύ, αφενός, δύο χωριστών λειτουργικών συστημάτων ή, αφετέρου, μεταξύ ενός διακομιστή και ενός συνόλου διακομιστών συγκεντρωμένων στον ίδιο «μπλε σφαιρίδιο».

136    Η Επιτροπή απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Microsoft.

137    Καταρχάς, υπενθυμίζει τον ορισμό που δίδει το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως στις έννοιες «σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες» και «πρωτόκολλα». Εξηγεί ότι η απόφαση αυτή υποχρεώνει τη Microsoft να παράσχει τεχνική τεκμηρίωση, η οποία καλείται «προδιαγραφές» και περιγράφει λεπτομερώς τα εν λόγω πρωτόκολλα. Οι προδιαγραφές περιγράφουν «πώς μορφοποιούνται τα μηνύματα, πότε πρέπει να αποστέλλονται, πώς πρέπει να ερμηνεύονται, τι πρέπει να γίνεται με τα εσφαλμένα μηνύματα κ.λπ.». Η Επιτροπή εμμένει στην ανάγκη διακρίσεως της εν λόγω τεχνικής τεκμηριώσεως από τον πηγαίο κώδικα των προϊόντων Microsoft. Εξηγεί ότι ο ανταγωνιστής που επιθυμεί να αναπτύξει λειτουργικό σύστημα διακομιστή το οποίο «περιλαμβάνει» τα πρωτόκολλα της Microsoft θα πρέπει να εξοπλίσει το προϊόν του με πηγαίο κώδικα ο οποίος εφαρμόζει τις προδιαγραφές των πρωτοκόλλων αυτών. Πάντως, δύο προγραμματιστές που εφαρμόζουν τις ίδιες προδιαγραφές πρωτοκόλλου δεν περιλαμβάνουν τον ίδιο πηγαίο κώδικα και οι παροχές των προγραμμάτων τους είναι διαφορετικές (αιτιολογικές σκέψεις 24, 25, 698 και 719 έως 722 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Από την άποψη αυτή, τα πρωτόκολλα μπορούν να συγκριθούν με μια γλώσσα της οποίας το συντακτικό και το λεξιλόγιο είναι οι προδιαγραφές, στο μέτρο που το γεγονός και μόνον ότι δύο πρόσωπα μαθαίνουν το συντακτικό και το λεξιλόγιο της ίδιας γλώσσας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι θα τη χρησιμοποιήσουν με τον ίδιο τρόπο. Η Επιτροπή διευκρινίζει, περαιτέρω, ότι «το γεγονός ότι δύο προϊόντα παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέσω συμβατών πρωτοκόλλων δεν σημαίνει τίποτα για τον τρόπο με τον οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές».

138    Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Microsoft τάσσεται υπέρ μιας στενής και ασυμβίβαστης προς την οδηγία 91/250 έννοια της διαλειτουργικότητας. Παραπέμπει στις αιτιολογικές σκέψεις 749 έως 763 της προσβαλλομένης αποφάσεως και επισημαίνει ότι η Microsoft δεν προβάλλει κανένα νέο επιχείρημα σε σχέση με τα ήδη προβληθέντα κατά τη διοικητική διαδικασία. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι στηρίχθηκε στην οδηγία αυτή τόσο για να θεμελιώσει τη σπουδαιότητα της διαλειτουργικότητας στον τομέα των λογισμικών, όσο και για να εκτιμήσει την έννοια της διαλειτουργικότητας.

139    Εξάλλου, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι υφίσταται ολόκληρο φάσμα πιθανών βαθμών διαλειτουργικότητας μεταξύ των υπολογιστών που λειτουργούν με Windows και των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας και ότι μπορεί ήδη να επιτευχθεί «ορισμένου βαθμού διαλειτουργικότητα» με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows. Υποστηρίζει ότι δεν καθόρισε εκ των προτέρων τον συγκεκριμένο βαθμό διαλειτουργικότητας που απαιτείται για τη διατήρηση ουσιαστικού ανταγωνισμού στην αγορά, αλλά διαπίστωσε, κατόπιν της έρευνάς της, ότι ο βαθμός διαλειτουργικότητας που μπορούσαν να επιτύχουν οι ανταγωνιστές προσφεύγοντας στις διαθέσιμες μεθόδους ήταν πολύ μικρός για να μπορέσουν να διατηρηθούν στην αγορά υπό συνθήκες βιώσιμου ανταγωνισμού. Παραπέμποντας στην ενότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία αποδεικνύει ότι η «διαλειτουργικότητα αποτελεί κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft» (αιτιολογικές σκέψεις 637 έως 665), η Επιτροπή διευκρινίζει ότι έχει διαπιστωθεί ότι οι εν λόγω μέθοδοι «δεν εξασφάλιζαν βαθμό διαλειτουργικότητας που απαιτούν οι πελάτες για την εξασφάλιση οικονομικής βιωσιμότητας».

140    Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν κρίνει απαραίτητο να έχουν οι ανταγωνιστές της Microsoft τη δυνατότητα αναπαραγωγής των «λύσεων διαλειτουργικότητας» που αυτή εφαρμόζει. Σημασία έχει να μπορούν να επιτύχουν αντίστοιχο βαθμό διαλειτουργικότητας χάρη στις δικές τους προσπάθειες καινοτομίας.

141    Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι να μπορούν τα λειτουργικά συστήματα για ανταγωνιστικούς διακομιστές να λειτουργούν από κάθε άποψη όπως ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές και, συνεπώς, οι ανταγωνιστές της να είναι σε θέση να κλωνοποιήσουν τα χαρακτηριστικά των προϊόντων της. Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πράγματι ως σκοπό να παράσχει στους εν λόγω ανταγωνιστές τη δυνατότητα να αναπτύξουν προϊόντα τα οποία «λειτουργούν διαφορετικά αλλά […] είναι ικανά να αποκωδικοποιήσουν τα μηνύματα που εκπέμπουν τα οικεία προϊόντα της Microsoft». Προσθέτει ότι οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιήσει η Microsoft στους ανταγωνιστές της κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θα τους παράσχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ακριβώς τα ίδια προϊόντα με τη Microsoft.

142    Η Επιτροπή διευκρίνισε επ’ αυτού, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ήταν απαραίτητη η διάκριση μεταξύ των εννοιών «λειτουργικό ισοδύναμο» και «λειτουργικός κλώνος». Συγκεκριμένα, το λειτουργικό ισοδύναμο δεν είναι ένα σύστημα το οποίο λειτουργεί ακριβώς όπως το λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας που αντικαθιστά, αλλά ένα σύστημα το οποίο μπορεί να δώσει απάντηση σε συγκεκριμένο αίτημα υπό τους ίδιους όρους με το εν λόγω λειτουργικό σύστημα Windows και με το οποίο ένας προσωπικός υπολογιστής πελάτη ή διακομιστής που λειτουργεί με Windows μπορεί να αντιδράσει στα μηνύματά του όπως ακριβώς θα αντιδρούσε αν τα μηνύματα αυτά προέρχονταν από το εν λόγω λειτουργικό σύστημα Windows.

143    Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι έννοιες «στενή σύζευξη» και «χαλαρή σύζευξη» δεν είναι σαφώς προσδιορισμένοι τεχνικοί όροι, ιδίως στον τομέα των λογισμικών λειτουργικών συστημάτων. Αμφισβητεί, εν πάση περιπτώσει, τον καινοτόμο χαρακτήρα των «πληροφοριών διασυνδέσεως στενής συζεύξεως» στις οποίες αναφέρεται η έκθεση του παραρτήματος A.9.2 του δικογράφου της προσφυγής.

144    Όσον αφορά τις δηλώσεις πελατών που επικαλέστηκε η Microsoft κατά τη διοικητική διαδικασία, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι σχολιάστηκαν ήδη με τις αιτιολογικές σκέψεις 357, 358, 440 έως 444, 511, 513, 595, 602, 628 και 707 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι δηλώσεις αυτές, που ανατρέχουν στα έτη 2000 και 2001, αφορούν, κατ’ ουσίαν, επιχειρήσεις που είχαν σε μεγάλο βαθμό υιοθετήσει το σύστημα Windows ως «προδιαγραφή» για το δίκτυό τους ομάδας εργασίας. Όσον αφορά τις εκθέσεις Mercer, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, με την αιτιολογική σκέψη 645 της προσβαλλομένης αποφάσεως, απέδειξε ότι από τα στοιχεία που αναλύονταν στις εκθέσεις αυτές προκύπτει το αντίθετο ακριβώς συμπέρασμα από αυτό που συνήγαγε η Microsoft.

145    Εξάλλου, η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα που η Microsoft αντλεί από τη φερόμενη έλλειψη συνοχής μεταξύ του διορθωτικού μέτρου του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως και του προτύπου διαλειτουργικότητας που χρησιμοποιείται, στην ίδια απόφαση, για να εξακριβωθεί η κρισιμότητα των «εναλλακτικών μεθόδων διαλειτουργικότητας».

146    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δυσκολεύεται να αντιληφθεί το επιχείρημα αυτό. Επισημαίνει, συναφώς, ότι, με τα παρατιθέμενα από τη Microsoft αποσπάσματα των αιτιολογικών σκέψεων 669 και 679 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδόλως απορρίπτει ορισμένες εναλλακτικές της γνωστοποιήσεως των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών λύσεις με την αιτιολογία ότι οι λύσεις αυτές δεν καθιστούν δυνατή την κλωνοποίηση των προϊόντων της –ή ορισμένων χαρακτηριστικών τους. Διαπιστώνει απλώς ότι οι λύσεις αυτές «εξασφαλίζουν μικρότερο βαθμό διαλειτουργικότητας με τα κυρίαρχα προϊόντα της Microsoft (μικρότερη ικανότητα προσβάσεως στις λειτουργίες των προϊόντων αυτών) έναντι καθαυτής της προσφοράς της Microsoft». Συνεπώς, διακυβεύεται κατ’ ουσίαν η ικανότητα «εργασίας με» το περιβάλλον Windows.

147    Η Επιτροπή προσθέτει ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 568 έως 572, 740 και 749 έως 763 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η απόφαση αυτή αφορά μόνον τη γνωστοποίηση προδιαγραφών συστημάτων διασυνδέσεως. Εξάλλου, υποστηρίζει ότι η Microsoft δεν αποδεικνύει επαρκώς κατά νόμο τον ισχυρισμό της ότι οι τρίτοι, έχοντας πρόσβαση σε ορισμένες προδιαγραφές των πρωτοκόλλων της επικοινωνίας, μπορούν να εφαρμόσουν αντίστροφη μηχανική σε άλλα τμήματα του λειτουργικού συστήματος Windows για διακομιστές που χρησιμοποιούν την τεχνολογία Active Directory.

148    Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αμφισβήτησε τη βασιμότητα των ισχυρισμών που η Microsoft αντλούσε από τον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής. Επιβεβαίωσε ότι σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν, μεταξύ άλλων, να μπορούν διακομιστές οι οποίοι λειτουργούν με ανταγωνιστικό της Microsoft λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας να ενταχθούν σε «μπλε σφαιρίδιο» αποτελούμενο από διακομιστές στους οποίους είναι εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και ότι, ως εκ τούτου, η υποχρέωση γνωστοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 5 της αποφάσεως αυτής καλύπτει επίσης τις πληροφορίες περί των επικοινωνιών μεταξύ διακομιστών εντός αυτού του «μπλε σφαιριδίου». Η Επιτροπή απέρριψε, ωστόσο, τον ισχυρισμό της Microsoft ότι ο σκοπός αυτός μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την παροχή προσβάσεως σε πληροφορίες περί των εσωτερικών μηχανισμών των προϊόντων της.

149    Η SIIA εμμένει στον ουσιώδη ρόλο της διαλειτουργικότητας στον τομέα των λογισμικών. Κατά την άποψή της, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι καταναλωτές αποδίδουν ιδιαιτέρως μεγάλη σημασία στη δυνατότητα των προγραμμάτων υπολογιστή να διαλειτουργούν με προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο οιονεί μονοπωλίου, όπως συμβαίνει με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές. Επισημαίνει ότι, υπό τις συνήθεις συνθήκες ανταγωνισμού, οι κατασκευαστές λογισμικών έχουν κάθε συμφέρον να ενθαρρύνουν τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των προϊόντων τους και των προϊόντων των ανταγωνιστών τους και να γνωστοποιούν σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες. Με τον τρόπο αυτό, ασκούν ανταγωνισμό βάσει «συνήθων» παραγόντων όπως η τιμή και η ασφάλεια των προϊόντων, η ταχύτητα επεξεργασίας των αιτημάτων ή ο καινοτόμος χαρακτήρας ορισμένων λειτουργιών. Η Microsoft, αντιθέτως, χρησιμοποιεί, σε παραπλήσιες αγορές και μέσω πρακτικής «μοχλεύσεως» (leveraging), το οιονεί μονοπώλιο που κατέχει σε άλλες αγορές. Ειδικότερα, η Microsoft περιορίζει την ικανότητα των ανταγωνιστών της να επιτύχουν τη διαλειτουργικότητα με τα προϊόντα της που αποτελούν αντικείμενο οιονεί μονοπωλίου, στο μέτρο που δεν τηρεί τα βασικά πρωτόκολλα του τομέα, επιφέρει σε αυτά «μικρές (και επιφανειακές) τροποποιήσεις» και δεν κοινοποιεί, ακολούθως, στους ανταγωνιστές της πληροφορίες όσον αφορά τα εν λόγω «διευρυμένα πρωτόκολλα».

150    Εξάλλου, η SIIA αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Microsoft ότι σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι να καταστήσει δυνατό για τους ανταγωνιστές της εταιρίας αυτής να αναπτύξουν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές που λειτουργούν από κάθε άποψη όπως ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές. Κατά την άποψη της SIIA, σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι να παράσχει στα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας τη δυνατότητα διαλειτουργικότητας με λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και για διακομιστές ομάδας εργασίας κατά τον ίδιο τρόπο με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

151    Η Microsoft, με τα διάφορα επιχειρήματα που προέβαλε με τις ανωτέρω σκέψεις 118 έως 135, εγείρει δύο κύρια ζητήματα, ήτοι, αφενός, τον βαθμό διαλειτουργικότητας που δέχθηκε η Επιτροπή εν προκειμένω και, αφετέρου, το περιεχόμενο του διορθωτικού μέτρου του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

152    Επισημαίνεται ότι τα δύο αυτά ζητήματα συνδέονται στενά, υπό την έννοια ότι, όπως προκύπτει ιδίως από την αιτιολογική σκέψη 998 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σκοπός του εν λόγω διορθωτικού μέτρου είναι να επιβάλει στη Microsoft την υποχρέωση γνωστοποιήσεως των πληροφοριών που, όπως της προσάπτει η Επιτροπή, καταχρηστικώς αρνήθηκε να γνωστοποιήσει, τόσο στη Sun όσο και στους άλλους ανταγωνιστές της. Το περιεχόμενο του εν λόγω διορθωτικού μέτρου πρέπει, συνεπώς, να καθοριστεί υπό το πρίσμα της καταχρηστικής συμπεριφοράς που διαπιστώθηκε σε βάρος της Microsoft βάσει του βαθμού διαλειτουργικότητας που δέχθηκε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση.

153    Για να δοθεί απάντηση επί των ζητημάτων αυτών, πρέπει προηγουμένως να υπομνησθεί μια σειρά ουσιαστικών και τεχνικών διαπιστώσεων που περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, αφού εξέτασε, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένα τα δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας καθώς και τους δεσμούς με τους οποίους συνδέονται τα διάφορα λειτουργικά συστήματα στο εσωτερικό τους, εκτίμησε τον απαιτούμενο, εν προκειμένω, βαθμό διαλειτουργικότητας και κατέληξε ότι οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες είναι απαραίτητες. Επιβάλλεται επίσης η προηγούμενη διευκρίνιση της φύσεως των πληροφοριών που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση.

–       Ουσιαστικές και τεχνικές διαπιστώσεις

154    Με τις αιτιολογικές σκέψεις 21 έως 59, 67 έως 106 και 144 έως 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προβαίνει σε σειρά ουσιαστικής ή τεχνικής φύσεως διαπιστώσεων επί των οικείων προϊόντων και τεχνολογιών.

155    Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι η Microsoft δεν αμφισβητεί επί της ουσίας τις διάφορες αυτές διαπιστώσεις. Σε μεγάλο βαθμό, εξάλλου, οι διαπιστώσεις αυτές στηρίζονται σε δηλώσεις που πραγματοποίησε εκείνη κατά τη διοικητική διαδικασία, ιδίως με τις απαντήσεις της στις τρεις ανακοινώσεις αιτιάσεων, καθώς και σε έγγραφα και εκθέσεις που δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της στο Διαδίκτυο. Επιπλέον, οι τεχνικές παρουσιάσεις που πραγματοποίησαν εμπειρογνώμονες των διαδίκων κατά την επ’ ακορατηρίου συζήτηση, περιλαμβανομένων εκείνων της Microsoft, επιβεβαιώνουν τη βασιμότητα των εν λόγω διαπιστώσεων.

156    Πρώτον, η Επιτροπή, αφού επισήμανε ότι ο όρος «διαλειτουργικότητα» μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους τεχνικούς σε διαφορετικές περιπτώσεις και να τύχει διαφορετικών ερμηνειών, παραθέτει τη δέκατη, την ενδέκατη και τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/250 (αιτιολογική σκέψη 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

157    Οι εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις έχουν ως εξής:

«εκτιμώντας ότι η λειτουργία ενός προγράμματος ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι η επικοινωνία και η συνεργασία με τις άλλες μονάδες ενός συστήματος ηλεκτρονικών υπολογιστών και με τους χρήστες και, για τον σκοπό αυτό, απαιτείται μια λογική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υλική διασύνδεση και διάλογος, ώστε να δίνεται η δυνατότητα σε όλα τα στοιχεία του λογισμικού και του υλικού να συνεργαστούν με άλλα λογισμικά και υλικά καθώς και με χρήστες με όλους τους τρόπους λειτουργίας τους·

εκτιμώντας ότι τα μέρη του προγράμματος τα οποία εξασφαλίζουν την εν λόγω διασύνδεση και τον διάλογο μεταξύ των στοιχείων υλικού και λογισμικού είναι γενικά γνωστά [ως] “συστήματα διασύνδεσης”·

εκτιμώντας ότι η διασύνδεση και ο διάλογος αυτός είναι γενικά γνωστά ως “διαλειτουργικότητα”· ότι η εν λόγω διαλειτουργικότητα μπορεί να ορισθεί [ως] η δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών και αμοιβαίας χρησιμοποίησης των πληροφοριών που έχουν ανταλλαγεί […].»

158    H Επιτροπή επισημαίνει, ακολούθως, ότι η Microsoft της προσάπτει ότι δέχθηκε, εν προκειμένω, μια έννοια της διαλειτουργικότητας η οποία βαίνει πέραν των διατάξεων της οδηγίας 91/250. Διευκρινίζει ότι η Microsoft και η ίδια συμφωνούν, πάντως, επί του ότι «η διαλειτουργικότητα είναι ένα ζήτημα βαθμού και ότι διάφορα λογισμικά ενός συστήματος “διαλειτουργούν” (τουλάχιστον εν μέρει), όταν είναι σε θέση να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να χρησιμοποιούν αμοιβαίως τις πληροφορίες που ανταλλάσσουν» (αιτιολογική σκέψη 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

159    Δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι στις σημερινές επιχειρήσεις και οργανώσεις οι υπολογιστές λειτουργούν όλο και συχνότερα σε συνδυασμό με άλλους υπολογιστές εντός δικτύων. Διευκρινίζει ότι οι χρήστες προσωπικών υπολογιστών πελάτη, αναλόγως με τα ειδικά καθήκοντα που πρόκειται να εκπληρώσουν, χρησιμοποιούν τόσο τις δυνατότητες του προσωπικού υπολογιστή του πελάτη, όσο και τις δυνατότητες διαφόρων ειδών «πολυχρηστικών» υπολογιστών με μεγαλύτερη ισχύ, ήτοι διακομιστών, στους οποίους έχουν εμμέσως πρόσβαση μέσω του εν λόγω προσωπικού υπολογιστή πελάτη (αιτιολογική σκέψη 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξηγεί επίσης ότι, για να εξασφαλισθεί η εύκολη και αποτελεσματική πρόσβαση στις διάφορες πηγές του δικτύου, είναι σκόπιμο, αφενός, οι εφαρμογές να κατανέμονται σε πλείονες υπολογιστές, καθένας από τους οποίους θα περιλαμβάνει διάφορα τμήματα που διαλειτουργούν, και, αφετέρου, οι συνδεδεμένοι εντός του δικτύου αυτού υπολογιστές να ενσωματώνονται σε ένα ενδεδειγμένο «διανεμόμενο σύστημα πληροφορικής» (αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, «[σ]την ιδανική περίπτωση, το εν λόγω διανεμόμενο σύστημα θα έπρεπε να καθιστά την πολυπλοκότητα του σχετικού υλικού εξοπλισμού και λογισμικού “διαφανή” (ήτοι μη ορατή) τόσο για τον χρήστη όσο και για τις διανεμόμενες εφαρμογές, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί εύκολα η διέξοδος από την πολυπλοκότητα αυτή και η πρόσβαση στους πόρους πληροφορικής» (αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

160    Τρίτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η υπό κρίση υπόθεση εστιάζει στις υπηρεσίες ομάδας εργασίας, ήτοι στις υπηρεσίες βασικής δομής που χρησιμοποιούν οι υπάλληλοι στην καθημερινή εργασία τους (αιτιολογική σκέψη 53 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Προσδιορίζει, ειδικότερα, τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες υπηρεσιών: πρώτον, την κατανομή αρχείων που καταχωρίστηκαν στη μνήμη διακομιστών, δεύτερον, την κατανομή εκτυπωτών και, τρίτον, τη διαχείριση των χρηστών και των ομάδων χρηστών. Διευκρινίζει ότι η τρίτη κατηγορία υπηρεσιών συνίσταται, ειδικότερα, στην εξασφάλιση ασφαλούς προσβάσεως στις πηγές του δικτύου καθώς και την ασφαλή χρήση τους, καταρχάς προσδιορίζοντας τους χρήστες και ακολούθως εξακριβώνοντας ότι επιτρέπεται η πραγματοποίηση συγκεκριμένης πράξεως (αιτιολογική σκέψη 54 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

161    Εξάλλου, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι διάφορες αυτές υπηρεσίες συνδέονται στενά μεταξύ τους και μπορούν, πράγματι, να θεωρηθούν σε μεγάλο βαθμό ως «ενιαία υπηρεσία», η οποία όμως μπορεί να εκτιμηθεί από δύο διαφορετικές πλευρές, ήτοι, αφενός, από την πλευρά του χρήστη (υπηρεσίες κατανομής αρχείου και εκτυπώσεως) και, αφετέρου, από την πλευρά του διαχειριστή δικτύου (διαχείριση των χρηστών και των ομάδων χρηστών) (αιτιολογικές σκέψεις 56 και 176 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επισημαίνεται ότι η Microsoft, μολονότι υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο των επιχειρημάτων της περί εξαλείψεως του ανταγωνισμού, η Επιτροπή δέχθηκε ένα «τεχνηέντως στενό» ορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντος στον οποίο περιλαμβάνονται μόνον οι προαναφερθείσες τρεις κατηγορίες υπηρεσιών (βλ. ανωτέρω σκέψεις 443 έως 449), δεν αμφισβητεί, αντιθέτως, την ύπαρξη των δεσμών αυτών με τις εν λόγω υπηρεσίες.

162    Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή ορίζει ως «λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας» τα λειτουργικά συστήματα που κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο προκειμένου να παράσχουν ενσωματωμένες τις υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και τις υπηρεσίες διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών σε περιορισμένο σχετικώς αριθμό προσωπικών υπολογιστών πελάτη συνδεδεμένων σε δίκτυο μικρών ή μεσαίων διαστάσεων (αιτιολογικές σκέψεις 53 και 345 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι, για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική αποθήκευση και αναζήτηση των πληροφοριών που αφορούν τη διαχείριση των χρηστών και των ομάδων χρηστών, τα εν λόγω λειτουργικά συστήματα στηρίζονται εν γένει στις τεχνολογίες υπηρεσιών καταλόγου (αιτιολογική σκέψη 55 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

163    Τέταρτον, η Επιτροπή εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται η διαλειτουργικότητα στα δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 144 έως 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ήτοι για τις «ομάδ[ες] προσωπικών υπολογιστών πελάτη [στους οποίους είναι εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη] και διακομιστών [στους οποίους είναι εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας] συνδεδεμένων μεταξύ τους μέσω δικτύου πληροφορικής» (άρθρο 1, παράγραφος 7, της προσβαλλομένης αποφάσεως).

164    Προς τούτο, η Επιτροπή επικεντρώνεται στα λειτουργικά συστήματα της γενιάς Windows 2000 της Microsoft, επισημαίνοντας ότι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των συστημάτων αυτών είναι ανάλογα προς εκείνα των συστημάτων που τα διαδέχθηκαν (ήτοι των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη Windows XP Home Edition και Windows XP Professional και του λειτουργικού συστήματος για διακομιστές Windows 2003 Server) (υποσημείωση 182 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

165    Πρώτον, η Επιτροπή διατυπώνει σειρά εκτιμήσεων όσον αφορά τις υπηρεσίες διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών (αιτιολογικές σκέψεις 145 έως 157 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επισημαίνει ότι, στο εσωτερικό των δικτύων Windows για ομάδα εργασίας, οι «τομείς Windows» αποτελούν κεντρικό στοιχείο της παροχής των υπηρεσιών αυτών, χαρακτηρίζοντάς τους ως «διοικητικές μονάδες» μέσω των οποίων τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας διαχειρίζονται τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και τους διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 145 και 146 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή εξηγεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε «πόρος» (υπολογιστής, εκτυπωτής, χρήστης, εφαρμογή κ.λπ.) ενός τομέα Windows διαθέτει «λογαριασμό τομέα», ο οποίος καθορίζει την ταυτότητά του για ολόκληρο τον τομέα, και ότι στο εσωτερικό του ίδιου τομέα Windows υπάρχει «μία μόνο σύνδεση ανά χρήστη», υπό την έννοια ότι, όταν ο χρήστης συνδέεται με πόρο του τομέα (συνήθως με τον προσωπικό του υπολογιστή πελάτη), «αναγνωρίζεται» από όλους τους άλλους πόρους του ίδιου τομέα και δεν υποχρεούται να εισαγάγει εκ νέου το όνομά του και τον κωδικό χρήστη (αιτιολογική σκέψη 146 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

166    Η Επιτροπή τονίζει τη σπουδαιότητα του ρόλου, στο εσωτερικό των τομέων Windows, των διακομιστών που χαρακτηρίζονται ως «ελεγκτές τομέα», αντιθέτως προς τους λοιπούς διακομιστές, ήτοι τους «διακομιστές μέλη» (αιτιολογική σκέψη 147 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξηγεί ότι οι ελεγκτές τομέα είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα αποθηκεύσεως των λογαριασμών τομέα καθώς και των σχετικών πληροφοριών. Με άλλα λόγια, οι τελευταίοι αυτοί διακομιστές λειτουργούν ως «κέντρο χειρισμών» του τομέα Windows (αιτιολογική σκέψη 147 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

167    Η Επιτροπή εμμένει, ειδικότερα, στον ρόλο της τεχνολογίας Active Directory και στις αλλαγές που επέφερε η εισαγωγή στο λειτουργικό σύστημα Windows 2000 Server αυτής της «πλήρους υπηρεσίας καταλόγου» στον τρόπο με τον οποίο οι ελεγκτές τομέα συνδέονται μεταξύ τους εντός των τομέων Windows 2000 και μάλιστα σε σχέση με τα προηγούμενα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές, ήτοι με εκείνα της γενιάς Windows NT (αιτιολογική σκέψη 149 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

168    Συναφώς, η Επιτροπή εξηγεί, αφενός, ότι το λειτουργικό σύστημα Windows NT 4.0 περιελάμβανε κύριους και επικουρικούς ελεγκτές τομέα. Στο σύστημα αυτό, οι μεταβολές στους λογαριασμούς τομέα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνο με τη μεσολάβηση του κύριου ελεγκτή τομέα και, ακολούθως, επεκτάθηκαν περιοδικώς και αυτομάτως σε όλους τους επικουρικούς ελεγκτές τομέα. Αντιθέτως, σε έναν τομέα Windows 2000, όλοι οι ελεγκτές τομέα λειτουργούν ως «ομόλογοι» (peers), οπότε είναι δυνατές μεταβολές σε οποιονδήποτε από τους ελεγκτές τομέα, μεταβολές οι οποίες στη συνέχεια επηρεάζουν τους άλλους ελεγκτές τομέα (αιτιολογική σκέψη 150 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Οι εργασίες αυτές πραγματοποιούνται χάρη σε ορισμένα πρωτόκολλα συγχρονισμού διαφορετικά από εκείνα που χρησιμοποιούσε το λειτουργικό σύστημα Windows NT 4.0.

169    Αφετέρου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι τομείς Windows 2000 παρουσιάζουν επίσης ως νέο χαρακτηριστικό τη δυνατότητα να οργανώνονται κατά ιεραρχικό τρόπο, με «άξονες» τομέων Windows 2000 που συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις εγκρίσεως οι οποίες δημιουργούνται αυτομάτως, ενώ πολλοί «άξονες» μπορούν να συνδέονται μεταξύ τους στο εσωτερικό ενός «κεντρικού σώματος» με σχέσεις εγκρίσεως (αιτιολογική σκέψη 151 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι ελεγκτές τομέα Windows 2000 μπορούν να χρησιμεύουν ως «διακομιστές γενικού καταλόγου», πράγμα που σημαίνει ότι δεν διατηρούν απλώς τις πληροφορίες επί των σχετικών με τους τομείς που ελέγχουν πόρων, αλλά και μια «σύνοψη» όλων των διαθέσιμων στο «κεντρικό σώμα» πόρων, ήτοι τον «γενικό κατάλογο». Διευκρινίζει ότι τα στοιχεία που διατηρήθηκαν στον γενικό κατάλογο ενημερώνονται μέσω διαφόρων πρωτοκόλλων.

170    Εξάλλου, η Επιτροπή αναφέρει ότι η μετάβαση από την τεχνολογία Windows NT στην τεχνολογία Windows 2000 επέφερε επίσης μεταβολές όσον αφορά την αρχιτεκτονική ασφαλείας των δικτύων Windows για ομάδα εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 152 έως 154 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, ότι, στους τομείς Windows 2000, η πιστοποίηση στηρίζεται στο πρωτόκολλο Kerberos και όχι στο πρωτόκολλο NTLM (NT LAN Manager), πράγμα που συνεπάγεται σειρά πλεονεκτημάτων από απόψεως ταχύτητας των συνδέσεων, αμοιβαίας πιστοποιήσεως και διαχειρίσεως των σχέσεων εγκρίσεως. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το «κέντρο διανομής κλειδιών» (Key Distribution Centre) που προβλέπει το πρωτόκολλο Kerberos «είναι ενσωματωμένο σε άλλες υπηρεσίες ασφαλείας Windows 2000 οι οποίες εκτελούνται στον ελεγκτή τομέα και χρησιμοποιεί την τεχνολογία Active Directory του τομέα ως βάση δεδομένων των λογαριασμών ασφαλείας» (αιτιολογική σκέψη 153 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το πρωτόκολλο Kerberos που σχετίζεται με τα λειτουργικά συστήματα Windows 2000 Professional και Windows 2000 Server δεν αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, τη βασική εκδοχή που αναπτύσσει το Massachusetts Institute of Technology (MIT), αλλά μια «διευρυμένη» εκδοχή της Microsoft (αιτιολογικές σκέψεις 153 και 154 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

171    Τέλος, μεταξύ των άλλων μεταβολών που επέφερε η μετάβαση από την τεχνολογία Windows NT στις τεχνολογίες Windows 2000 και Active Directory, η Επιτροπή αναφέρει ότι ορισμένες λειτουργίες είναι ενσωματωμένες τόσο στο λειτουργικό σύστημα Windows 2000 Professional όσο και στο λειτουργικό σύστημα Windows 2000 Server, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαχείριση των προσωπικών υπολογιστών πελάτη που λειτουργούν με Windows στους τομείς Windows (αιτιολογικές σκέψεις 155 έως 157 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή τονίζει ότι οι λειτουργίες αυτές –παραπέμποντας, ειδικότερα, στις καλούμενες «Group Policy» και «Intellimirror»– είναι «αισθητά βελτιωμένες», ή απλώς διαθέσιμες, σε έναν τομέα Windows 2000 που ελέγχεται από ελεγκτή του τομέα Windows 2000 ο οποίος χρησιμοποιεί την τεχνολογία Active Directory (αιτιολογική σκέψη 156 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κατά την Επιτροπή, η Microsoft εξήγησε ότι το «[Group Policy ήταν] λειτουργία του Windows 2000 […] που [παρείχε] στους διαχειριστές τη δυνατότητα να χειρίζονται συνολικώς ομάδες χρηστών, υπολογιστών, εφαρμογών και άλλων πόρων του δικτύου, αντί να χειρίζονται όλα αυτά τα στοιχεία μεμονωμένα». Είναι δυνατός ο επιμέρους προσδιορισμός διαφόρων ομάδων για συγκεκριμένο υπολογιστή ή για το σύνολο του τομέα Windows. Όσον αφορά την Intellimirror, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η λειτουργία αυτή, που διατίθεται μόνο σε έναν τομέα Windows 2000, παρέχει στους χρήστες τη δυνατότητα να διαθέτουν το δικό τους «περιβάλλον εργασίας» (δεδομένα, λογισμικά κ.λπ.) με τις προσωπικές παραμέτρους τους, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται με το δίκτυο και σε ποιο σημείο (αιτιολογική σκέψη 157 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

172    Δεύτερον, η Επιτροπή προβαίνει σε σειρά εκτιμήσεων όσον αφορά τις υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών (αιτιολογικές σκέψεις 158 έως 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

173    Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι τα σύγχρονα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας αναλαμβάνουν τη λειτουργία «διανεμόμενων συστημάτων αρχείων» και ότι, στο τέλος του 1990, η Microsoft διέθεσε στην αγορά ένα τέτοιο σύστημα, καλούμενο «Dfs» (Distributed File System), υπό τη μορφή συμπληρωματικού προϊόντος δυνάμενου να εγκατασταθεί στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και τους διακομιστές που λειτουργούν με Windows NT 4.0. Επισημαίνει ότι το Windows 2000 είναι η πρώτη γενιά προϊόντων της Microsoft που αναλαμβάνει τη λειτουργία του συστήματος Dfs «ενσωματωμένου σε εγγενή μορφή», τόσο από την πλευρά των προσωπικών υπολογιστών πελάτη, όσο και από την πλευρά των διακομιστών για ομάδα εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 161 έως 163 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

174    Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, με το Windows 2000, το Dfs μπορεί να εγκατασταθεί είτε σε «αυτόνομη» μορφή είτε σε μορφή «τομέα», αλλά στην τελευταία αυτή μορφή, που παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα από πλευράς «έξυπνης» έρευνας των πληροφοριών Dfs στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, είναι διαθέσιμο μόνο στους τομείς Windows και ενισχύεται από την παρουσία ελεγκτών τομέα που χρησιμοποιούν την τεχνολογία Active Directory (αιτιολογική σκέψη 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

175    Τρίτον, η Επιτροπή εξηγεί ότι η Microsoft ανέπτυξε τις δικές της τεχνολογίες για «διανεμόμενα συστήματα στοιχείων λογισμικού», που περιλαμβάνουν τις τεχνολογίες COM (Component Object Model) και DCOM (Distributed Component Object Model) (αιτιολογική σκέψη 166 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Διευκρινίζει ότι οι δύο αυτές κατηγορίες συνδέονται στενά μεταξύ τους και ότι η κατηγορία COM, που αφορά τόσο τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη όσο και τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, συνδέει τα δύο αυτά λειτουργικά συστήματα σε μια ενιαία πλατφόρμα για διανεμόμενες εφαρμογές (αιτιολογική σκέψη 166 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, με την απάντησή της στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων, η Microsoft δήλωσε ότι «η τεχνολογία COM [ήταν] θεμελιώδης για την αρχιτεκτονική των λειτουργικών συστημάτων Windows και [ότι] πολλά συστήματα διασυνδέσεως στα Windows [στηρίζονταν] επομένως στην τεχνολογία COM» (αιτιολογική σκέψη 167 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τονίζει, ειδικότερα, ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των προσωπικών υπολογιστών πελάτη και της τεχνολογίας Active Directory που χαρακτηρίζει τους διακομιστές στους οποίους είναι εγκατεστημένο ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας καλύπτουν τις τεχνολογίες COM/DCOM. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το πρωτόκολλο DCOM χρησιμοποιείται στις επικοινωνίες μεταξύ πελάτη και διακομιστή χάρη στις οποίες οι διακομιστές που λειτουργούν με Windows παρέχουν υπηρεσίες πιστοποιήσεως ή κατανομής αρχείων στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη που λειτουργούν με Windows (αιτιολογική σκέψη 167 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

176    Τέταρτον, η Επιτροπή εξηγεί ότι η Microsoft ενθαρρύνει με διάφορους τρόπους τη «φυσική μετάβαση» από τα λειτουργικά συστήματά της Windows NT στα λειτουργικά συστήματά της Windows 2000, όσον αφορά τόσο τους πελάτες όσο και τους κατασκευαστές λογισμικών (αιτιολογικές σκέψεις 168 έως 175 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

177    Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σε έναν τομέα Windows, είναι δυνατή η «αναβάθμιση» υπολογιστών στους οποίους είναι εγκατεστημένες παλαιές εκδοχές Windows μέσω της «μεταβάσεως» προς το Windows 2000 και χωρίς να χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία Active Directory. Ωστόσο, οι πελάτες μπορούν να επωφεληθούν πλήρως από την αναβάθμιση μόνον αν εγκαταστήσουν «σε εγγενή μορφή» έναν τομέα Windows 2000 χρησιμοποιώντας την τεχνολογία Active Directory, πράγμα που συνεπάγεται ότι όλοι οι ελεγκτές του οικείου τομέα «θα μεταβούν» προς το Windows 2000 και την τεχνολογία Active Directory. Είναι επίσης αναγκαίο οι διακομιστές ομάδας εργασίας του εν λόγω τομέα που δεν ενεργούν ως ελεγκτές τομέα να είναι συμβατοί με το Windows 2000 (το οποίο προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του πρωτοκόλλου Kerberos με τη διευρυμένη εκδοχή της Microsoft). Η Επιτροπή εξηγεί ότι, όταν ένας τομέας Windows 2000 εγκαθίσταται σε «μικτή μορφή» (δηλαδή ο κύριος ελεγκτής τομέα έχει «μεταβεί» στο Windows 2000, αλλά ορισμένοι επικουρικοί ελεγκτές τομέα εξακολουθούν να λειτουργούν με Windows NT), ο χρήστης δεν μπορεί να επωφεληθεί από όλες τις προηγμένες λειτουργίες του τομέα. Θα απωλέσει, μεταξύ άλλων, σε μεγάλο βαθμό την επιπλέον ευελιξία που εξασφαλίζει η τεχνολογία Active Directory κατά τη διαχείριση των ομάδων χρηστών. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, εφόσον ο χρήστης έχει ενσωματώσει τον κύριο ελεγκτή του τομέα σε «εγγενή μορφή», δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί ως ελεγκτή τομέα ένα διακομιστή ο οποίος μπορεί να διαλειτουργεί μόνο με τη γενιά Windows NT 4.0 των προϊόντων της Microsoft (περιλαμβανομένων των διακομιστών ομάδας εργασίας στους οποίους είναι εγκατεστημένα άλλα συστήματα πέραν εκείνων της Microsoft).

178    Όσον αφορά τους κατασκευαστές λογισμικών, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η Microsoft τους ενθαρρύνει να χρησιμοποιούν τις νέες λειτουργίες των λειτουργικών συστημάτων Windows 2000, ειδικότερα δε την τεχνολογία Active Directory, και ιδίως μέσω προγραμμάτων πιστοποιήσεως που έχει καθιερώσει (αιτιολογικές σκέψεις 171 έως 175 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

179    Πέμπτον, η Επιτροπή συνάγει σειρά συμπερασμάτων (αιτιολογικές σκέψεις 176 έως 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

180    Επαναλαμβάνει, καταρχάς, ότι οι υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και οι υπηρεσίες διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, παρέχονται, όσον αφορά τις τεχνολογίες Windows, στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη που λειτουργούν με Windows ως «σύνολο υπηρεσιών συνδεδεμένων μεταξύ τους». Προς στήριξη της διαπιστώσεως αυτής, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σε έναν τομέα Windows 2000, «ο διακομιστής SMB (Server Message Block) πελάτη και διακομιστή που περιλαμβάνει [Dfs], το [DCOM] και η πιστοποίηση LDAP […] χρησιμοποιούν αυτομάτως για την πιστοποίηση το σύστημα Kerberos [της Microsoft]» (αιτιολογική σκέψη 176 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Προσθέτει ότι, πέραν της πιστοποιήσεως, η διαδικασία χορηγήσεως αδείας εξαρτάται από την ικανότητα δημιουργίας, τροποποιήσεως και ερμηνείας των «καταλόγων ελέγχου προσβάσεως» (CAL), η οποία προϋποθέτει επικοινωνία με τους ελεγκτές του τομέα (αιτιολογική σκέψη 176 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

181    Ακολούθως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, για να μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη «με διαφάνεια», οι διακομιστές ομάδας εργασίας που λειτουργούν με Windows χρησιμοποιούν ειδικά τμήματα κώδικα λογισμικού ενσωματωμένα στο λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (αιτιολογική σκέψη 177 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Συναφώς, επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η Microsoft δήλωσε ότι «το Dfs [περιελάμβανε] ένα επιμέρους συστατικό το οποίο [θα λειτουργούσε] ακόμη και αν ένας προσωπικός υπολογιστής πελάτη που χρησιμοποιεί Windows 2000 Professional λειτουργ[ούσε] αυτόνομα» και ότι «το Windows 2000 Professional [περιελάμβανε] έναν κωδικό πελάτη ο οποίος [μπορούσε] να χρησιμοποιηθεί για την πρόσβαση στην τεχνολογία Active Directory» (αιτιολογική σκέψη 177 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Παραθέτοντας αποσπάσματα του βιβλίου που τιτλοφορείται «Understanding Active Directory Services» (Κατανοώντας τις υπηρεσίες Active Directory) και δημοσιεύθηκε από τη Microsoft Press, η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι «η τεχνολογία Active Directory είναι πλήρως ενσωματωμένη –συχνά χωρίς αυτό να είναι ορατό– στον προσωπικό υπολογιστή [που λειτουργεί υπό] Windows» (αιτιολογική σκέψη 177 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

182    Η Επιτροπή τονίζει ότι είναι πάντως σκόπιμο να μην εκτιμάται η διασύνδεση και η αλληλεπίδραση που συνεπάγεται ο πηγαίος κώδικας του λειτουργικού συστήματος Windows 2000 Professional μόνον υπό το πρίσμα της σχέσεως μεταξύ συγκεκριμένου διακομιστή ομάδας εργασίας που λειτουργεί με Windows και συγκεκριμένου προσωπικού υπολογιστή πελάτη που λειτουργεί με Windows. Όπως επισημαίνει, στην πραγματικότητα, είναι ορθότερο αυτή η διασύνδεση και αλληλεπίδραση να περιγραφεί ως διαλειτουργικότητα στο εσωτερικό συστήματος πληροφορικής το οποίο περιλαμβάνει πλείονες προσωπικούς υπολογιστές πελάτη που λειτουργούν με Windows και πλείονες διακομιστές ομάδας εργασίας που λειτουργούν με Windows συνδεόμενους μεταξύ τους στο εσωτερικό δικτύου. Διαπιστώνει ότι η διαλειτουργικότητα στο εσωτερικό ενός τέτοιου συστήματος πληροφορικής περιλαμβάνει δύο αναπόσπαστα μέρη, ήτοι, αφενός, τη διαλειτουργικότητα μεταξύ πελάτη και διακομιστή και, αφετέρου, τη διαλειτουργικότητα μεταξύ διακομιστών (αιτιολογική σκέψη 178 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

183    Επί του δευτέρου αυτού σημείου, η Επιτροπή προσθέτει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, υφίσταται «συμμετρία μεταξύ, αφενός, των διασυνδέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ διακομιστών και, αφετέρου, των διασυνδέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ πελάτη και διακομιστή» (αιτιολογική σκέψη 179 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Αναφέρει, ως παράδειγμα, ότι το ίδιο «σύστημα διασυνδέσεως για τον προγραμματισμό εφαρμογών» (API), «ADSI» (Active Directory Service Interface), περιλαμβάνεται τόσο στο λειτουργικό σύστημα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη Windows 2000 Professional όσο και στο λειτουργικό σύστημα για διακομιστές Windows 2000 Server, όσον αφορά τη διαχείριση της προσβάσεως στους ελεγκτές τομέα της τεχνολογίας Active Directory. Άλλο παράδειγμα που παραθέτει η Επιτροπή είναι το ότι, σε έναν τομέα Windows, το πρωτόκολλο Kerberos, όπως διευρύνθηκε από τη Microsoft, χρησιμοποιείται για την πιστοποίηση τόσο μεταξύ ενός προσωπικού υπολογιστή πελάτη που λειτουργεί με Windows και ενός διακομιστή ομάδας εργασίας που λειτουργεί με Windows, όσο και μεταξύ πλειόνων διακομιστών ομάδας εργασίας που λειτουργούν με Windows.

184    Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, «διακομιστές μπορούν να θέσουν ερωτήσεις σε άλλους διακομιστές στο όνομα ενός προσωπικού υπολογιστή πελάτη» (αιτιολογική σκέψη 180 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Παραθέτει, μεταξύ άλλων, ως σχετικό παράδειγμα το «σύστημα αντιπροσωπεύσεως Kerberos», το οποίο αποτελεί λειτουργία του λειτουργικού συστήματος Windows 2000 Server παρέχουσα στον διακομιστή τη δυνατότητα να δανειστεί την ταυτότητα ενός προσωπικού υπολογιστή πελάτη και να ζητήσει από άλλο διακομιστή να του παράσχει μια υπηρεσία στο όνομα του εν λόγω προσωπικού υπολογιστή πελάτη. Πράγματι, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο διακομιστές να απευθύνουν αιτήματα σε άλλους διακομιστές, ενεργώντας, με τον τρόπο αυτό, ως προσωπικοί υπολογιστές πελάτη (βλ., επίσης, υποσημείωση 51 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

185    Η Επιτροπή προσθέτει επίσης ότι ορισμένες επικοινωνίες μεταξύ πελάτη και διακομιστή πραγματοποιούνται λαμβανομένου ως δεδομένου ότι έχουν προηγουμένως πραγματοποιηθεί επικοινωνίες μεταξύ διακομιστών. Συναφώς, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ένας προσωπικός υπολογιστής πελάτη που λειτουργεί με Windows 2000 Professional, όταν απευθύνει αίτημα σε ελεγκτή τομέα Windows 2000, απαιτεί «ορισμένου βαθμού προπαρασκευαστικό συντονισμό μεταξύ των ελεγκτών τομέα που λειτουργούν με Windows 2000 Server» (αιτιολογική σκέψη 181 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κατά την Επιτροπή, «[η απαίτηση αυτή] καλύπτει, για παράδειγμα, τόσο το να κατέχουν οι ελεγκτές τομέα πλήρες αντίγραφο των αποθηκευμένων στο Active Directory δεδομένων, τα οποία θα ενημερώνονται μέσω πρωτοκόλλων συγχρονισμού, όσο και το να είναι οι διακομιστές γενικού καταλόγου σε θέση να αποθηκεύουν πληροφορίες όσον αφορά τους υπολογιστές του κεντρικού σώματος που βρίσκονται εκτός του τομέα τους και τούτο χάρη σε διάφορα πρωτόκολλα συνδεδεμένα με τον γενικό κατάλογο» (αιτιολογική σκέψη 181 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, στην περίπτωση αυτή, η επικοινωνία μεταξύ διακομιστών «συνδέεται εύλογα» με την επικοινωνία μεταξύ πελάτη και διακομιστή, καθόσον πραγματοποιείται με σκοπό να την προετοιμάσει.

186    Από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων –τα οποία η Microsoft δεν αμφισβητεί κατ’ ουσίαν και των οποίων η ακρίβεια επιβεβαιώθηκε ευρέως από τα τεχνικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση– προκύπτει ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 182 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας στηρίζονται σε μια αρχιτεκτονική διασυνδέσεων και αλληλεπιδράσεων τόσο μεταξύ πελάτη και διακομιστή όσο και μεταξύ διακομιστών και η αρχιτεκτονική αυτή –την οποία η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως «αρχιτεκτονική του τομέα Windows»– εξασφαλίζει «διαφάνεια κατά την πρόσβαση» στις κύριες υπηρεσίες που παρέχουν οι διακομιστές ομάδας εργασίας.

187    Τα διάφορα αυτά στοιχεία αποδεικνύουν επίσης ότι, όπως επανειλημμένως διαπιστώθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση (βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 279 και 689), οι εν λόγω διασυνδέσεις και αλληλεπιδράσεις συνδέονται στενά μεταξύ τους.

188    Με άλλα λόγια, η ορθή λειτουργία των δικτύων Windows για ομάδα εργασίας στηρίζεται τόσο σε πρωτόκολλα επικοινωνίας μεταξύ πελάτη και διακομιστή –τα οποία, ως εκ της φύσεώς τους, σχετίζονται με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη αλλά και με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας– όσο και σε πρωτόκολλα επικοινωνίας μεταξύ διακομιστών. Όπως εξήγησε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, για πολλές λειτουργίες, τα πρωτόκολλα επικοινωνίας μεταξύ διακομιστών λειτουργούν, στην πραγματικότητα, ως «επεκτάσεις» των πρωτοκόλλων επικοινωνίας μεταξύ πελάτη και διακομιστή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένας διακομιστής ενεργεί, ως προς άλλο διακομιστή, όπως ένας προσωπικός υπολογιστής πελάτη (βλ. ανωτέρω σκέψη 184). Ομοίως, πρέπει να επισημανθεί ότι, ναι μεν ορισμένα πρωτόκολλα επικοινωνίας πράγματι περιλαμβάνονται μόνο στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, πλην όμως συνδέονται, από λειτουργικής απόψεως, με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη. Η Επιτροπή αναφέρεται, συναφώς, χωρίς να διαψευσθεί από τη Microsoft, στα σχετικά με τον γενικό κατάλογο πρωτόκολλα, καθώς και στα πρωτόκολλα συγχρονισμού και αναπαραγωγής μεταξύ ελεγκτών τομέα.

189    Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ορθώς η Επιτροπή διαπιστώνει ότι «η από κοινού συμμετοχή [στην αρχιτεκτονική του τομέα Windows] αποτελεί στοιχείο συμβατότητας με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη που λειτουργούν με Windows και τους διακομιστές ομάδας εργασίας που λειτουργούν με Windows» (αιτιολογική σκέψη 182 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

190    Τέλος, πρέπει να αποδοθεί σημασία στον πρωταρχικό ρόλο των υπηρεσιών καταλόγου στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Η Microsoft επισημαίνει, με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι, στην αγορά αυτή, «η υπηρεσία καταλόγου αποτελεί θεμελιώδες ανταγωνιστικό χαρακτηριστικό, στο οποίο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η επιτυχία ορισμένων προϊόντων». Τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι «η τεχνολογία Active Directory καταλαμβάνει καίρια θέση […] στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές», αφού προηγουμένως επισημαίνει ότι «[τ]όσο για τις υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, όσο και για τις υπηρεσίες διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, [ήταν] σκόπιμο να διευκρινιστεί ποιος χρήστης [μπορούσε] να έχει πρόσβαση στο δίκτυο και μάλιστα σε ποιους πόρους του δικτύου».

191    Η τεχνολογία Active Directory καταχωρίζει όλες τις σχετικές με τα στοιχεία του δικτύου πληροφορίες και καθιστά δυνατή τη συνολική διαχείρισή του. Ενσωματώνει πλήρως τις λειτουργίες διαχειρίσεως της πιστοποιήσεως των χρηστών και ελέγχου της προσβάσεως, προστατεύοντας με τον τρόπο αυτό την ασφάλεια των πληροφοριών. Υπενθυμίζεται επίσης ότι η τεχνολογία Active Directory χρησιμοποιεί τον μηχανισμό της πολλαπλής αναπαραγωγής.

–       Επί της φύσεως των πληροφοριών που περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση

192    Η πρώτη καταχρηστική συμπεριφορά που προσάπτεται στη Microsoft συνίσταται στην άρνησή της να παράσχει στους ανταγωνιστές της τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και να επιτρέψει τη χρήση τους για την ανάπτυξη και τη διανομή ανταγωνιστικών προϊόντων στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, κατά την περίοδο από τον Οκτώβριο του 1998 έως την ημερομηνία κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 2, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως).

193    Ως μέτρο επανορθώσεως της προβαλλόμενης αυτής αρνήσεως, η Επιτροπή απηύθυνε στη Microsoft (βλ. άρθρο 5, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως) την ακόλουθη εντολή:

«Η Microsoft […] θα γνωστοποιήσει, εντός προθεσμίας 120 ημερών από την κοινοποίηση της [προσβαλλομένης αποφάσεως], τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες σε κάθε επιχείρηση η οποία επιθυμεί να αναπτύξει και να διανείμει λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας και θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις αυτές, υπό εύλογους και μη εισάγοντες δυσμενείς διακρίσεις όρους, να χρησιμοποιήσουν τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες για την ανάπτυξη και τη διανομή των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.»

194    Είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή όρισε και εκτίμησε τις κύριες κρίσιμες, εν προκειμένω, έννοιες.

195    Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως, ορίζει τις «σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες» ως «εξαντλητικώς και επακριβώς καθοριζόμενες προδιαγραφές όλων των πρωτοκόλλων [που εφαρμόζονται] στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και χρησιμοποιούνται από τους διακομιστές ομάδας εργασίας Windows για την παροχή στα δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων [χρηστών], περιλαμβανομένων των υπηρεσιών ελεγκτή του τομέα Windows, της υπηρεσίας καταλόγου Active Directory και της υπηρεσίας “Group Policy”».

196    Όσον αφορά τα «πρωτόκολλα», η Επιτροπή τα παρουσιάζει ως κανόνες διασυνδέσεως και αλληλεπιδράσεως μεταξύ διαφορετικών στοιχείων λογισμικού στο εσωτερικό δικτύου (αιτιολογική σκέψη 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Όσον αφορά, ειδικότερα, τα επίμαχα στην υπό κρίση υπόθεση πρωτόκολλα, τα ορίζει ως «σύνολο κανόνων διασυνδέσεως και αλληλεπιδράσεως μεταξύ διαφορετικών λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη εγκατεστημένων σε διαφορετικούς υπολογιστές εντός δικτύου Windows για ομάδα εργασίας» (άρθρο 1, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως).

197    Διαπιστώνεται ότι η Microsoft δεν αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αντιλαμβάνεται την έννοια «πρωτόκολλα». Αντιθέτως, με το δικόγραφο της προσφυγής, περιγράφει τα πρωτόκολλα επισημαίνοντας ότι παρέχουν σε «υπολογιστές συνδεδεμένους μέσω δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών τη δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών για την εκπλήρωση προκαθορισμένων καθηκόντων». Βεβαίως, με την έκθεση ενός από τους εμπειρογνώμονές της, του κ. Madnick, η οποία προσαρτήθηκε στις παρατηρήσεις της επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως, η Microsoft διακρίνει μεταξύ δύο κατηγοριών πρωτοκόλλων επικοινωνίας, αναλόγως προς το αν είναι «απλά» ή «πολύπλοκα», αναφέροντας ότι το πρωτόκολλο DRS εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία [παράρτημα I.3 (Madnick, «Response to Mr. Ronald S. Alepin’s Annex on Interoperability and the FSFE’s Submission»)]. Ωστόσο, με τη διάκριση αυτή, η Microsoft δεν αμφισβητεί τη βασιμότητα του ως άνω ορισμού, αλλά επιδιώκει απλώς να αποδείξει ότι τα πολύπλοκα πρωτόκολλα διέπουν τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ διαφόρων παρεμφερών στοιχείων ενός δικτύου τα οποία παρέχουν από κοινού συντονισμένη υπηρεσία και «αποκαλύπτουν» σαφώς λεπτομερέστερες και εκτενέστερες πληροφορίες από τα απλά πρωτόκολλα.

198    Όσον αφορά την έννοια «προδιαγραφές», δεν ορίζεται με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ωστόσο, οι προδιαγραφές αποτελούν αναμφισβήτητα μια μορφή λεπτομερούς τεχνικής τεκμηριώσεως, πράγμα που ισοδυναμεί, εξάλλου, με κοινή αποδοχή της έννοιας αυτής στον τομέα της πληροφορικής.

199    Με την αιτιολογική σκέψη 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει την ανάγκη διακρίσεως της έννοιας «προδιαγραφές» από την έννοια «εφαρμογή», εξηγώντας ότι «[μ]ια προδιαγραφή περιγράφει λεπτομερώς τα αναμενόμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, ενώ η εφαρμογή είναι ο κώδικας που θα εκτελεστεί πραγματικά στον υπολογιστή» (βλ., υπό την ίδια έννοια, αιτιολογική σκέψη 570 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με άλλα λόγια, οι προδιαγραφές περιγράφουν τα συστήματα διασυνδέσεως μέσω των οποίων ένα συγκεκριμένο στοιχείο ενός συστήματος πληροφορικής μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα άλλο στοιχείο του ίδιου συστήματος. Περιγράφουν, μεταξύ άλλων, πολύ αφηρημένα, τις διαθέσιμες λειτουργίες καθώς και τους κανόνες που καθιστούν δυνατή την εφαρμογή τους.

200    Με την αιτιολογική σκέψη 571 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξηγεί ότι είναι δυνατή η παροχή προδιαγραφών συστημάτων διασυνδέσεως χωρίς γνωστοποίηση λεπτομερειών εφαρμογής. Διευκρινίζει ότι πρόκειται για πάγια πρακτική στον τομέα της πληροφορικής, ιδίως όταν εισάγονται πρότυπα διαλειτουργικότητας (βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, την αιτιολογική σκέψη 34 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με το υπόμνημά της παρεμβάσεως, η SIIA προβάλλει επιχειρήματα προς επίρρωση της απόψεως αυτής.

201    Η βασιμότητα των διαφόρων αυτών εκτιμήσεων προκύπτει από σειρά στοιχείων. Αφενός, η πρακτική την οποία επικαλείται η Επιτροπή στηρίζεται σε σειρά παραδειγμάτων περιλαμβανομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση –τα οποία δεν αμφισβητούνται από τη Microsoft–, ήτοι, μεταξύ άλλων, στις προδιαγραφές «POSIX 1» (αιτιολογικές σκέψεις 42 και 88), στις προδιαγραφές «Java» (αιτιολογική σκέψη 43), στις προδιαγραφές του πρωτοκόλλου Kerberos σειρά 5 (αιτιολογική σκέψη 153), στις προδιαγραφές του πρωτοκόλλου NFS (Network File System) που ανέπτυξε η Sun (αιτιολογική σκέψη 159) και στις προδιαγραφές «CORBA» που έχει θέσει το Object Management Group (αιτιολογική σκέψη 165). Αφετέρου, επισημαίνεται ότι, όπως αναφέρει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 571 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο του προγράμματος MCPP που εφαρμόστηκε βάσει της αμερικανικής συμφωνίας, οι κάτοχοι αδειών δεν έχουν πρόσβαση σε στοιχεία πηγαίου κώδικα της Microsoft, αλλά στις προδιαγραφές των οικείων πρωτοκόλλων.

202    Εξάλλου, η Microsoft αμφισβητεί, παρεμπιπτόντως, μόνον την προαναφερθείσα διάκριση μεταξύ των εννοιών «προδιαγραφές» και «εφαρμογή», περιοριζόμενη, με την υποσημείωση 74 του δικογράφου της προσφυγής, στη γενική παραπομπή σε μια γνώμη των εμπειρογνωμόνων της Madnick και Nichols, η οποία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία και προσαρτήθηκε στο δικόγραφο της προσφυγής (παράρτημα A.12.2 του δικογράφου της προσφυγής). Για τους εκτεθέντες στις ανωτέρω σκέψεις 94 και 97 λόγους, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η γνώμη αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Επιπλέον, εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι η συλλογιστική βάσει της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω γνώμη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εσφαλμένη βάση, λαμβάνει δηλαδή ως δεδομένο ότι ο βαθμός διαλειτουργικότητας που δέχθηκε, εν προκειμένω, η Επιτροπή συνεπάγεται ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft πρέπει να είναι σε θέση να αναπαραγάγουν ή να κλωνοποιήσουν τα προϊόντα της ή ορισμένες από τις λειτουργίες τους (βλ. σκέψεις 234 έως 239).

203    Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εμμένει ρητώς στο ότι η άρνηση που προσάπτεται στη Microsoft αφορά αποκλειστικώς τις προδιαγραφές ορισμένων πρωτοκόλλων και όχι στοιχεία πηγαίου κώδικα (βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 568 έως 572 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

204    Υπό την ίδια έννοια, η Επιτροπή τονίζει επανειλημμένως ότι ουδόλως προτίθεται να διατάξει τη Microsoft να γνωστοποιήσει τα στοιχεία αυτά στους ανταγωνιστές της. Συγκεκριμένα, με την αιτιολογική σκέψη 999 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι «ο όρος “προδιαγραφές” αποσαφηνίζει ότι η Microsoft δεν υποχρεούται να εξασφαλίσει πρόσβαση στη δική της εφαρμογή των εν λόγω προδιαγραφών, ήτοι στον πηγαίο κώδικά της». Ομοίως, επισημαίνει, με την αιτιολογική σκέψη 1004 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόφαση αυτή «δεν προβλέπει υποχρέωση της Microsoft να εξασφαλίσει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του Windows, διότι αυτός ο πηγαίος κώδικας δεν είναι αναγκαίος για την ανάπτυξη προϊόντων δυνάμενων να διαλειτουργήσουν». Με την ίδια αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι «[η] εντολή γνωστοποιήσεως αφορά μόνον τις προδιαγραφές συστημάτων διασυνδέσεως».

205    Επισημαίνεται ότι, με τη γνώμη που τιτλοφορείται «Innovation in Communication Protocols that Microsoft is ordered to license to its server operating system competitors» (Καινοτομία στα πρωτόκολλα επικοινωνίας για τα οποία η Microsoft υποχρεούται να χορηγήσει άδεια στους ανταγωνιστές της [στην αγορά των] λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές) και περιλαμβάνεται στο παράρτημα C.4 του υπομνήματος απαντήσεως, ο κ. Lees, ένας από τους εμπειρογνώμονες της Microsoft, αφού διακρίνει μεταξύ «των πρωτοκόλλων που χρησιμοποιούνται για τις επικοινωνίες μεταξύ διακομιστών και τους αλγορίθμους/κανόνες λήψεως αποφάσεων που λειτουργούν στο εσωτερικό κάθε διακομιστή», αποκαλύπτει ότι, βάσει του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, γνωστοποιήσεως χρήζουν τα πρωτόκολλα. Ο κ. Lees εστιάζει τη γνώμη του στο πρωτόκολλο DRS, το οποίο χρησιμοποιείται για τον μηχανισμό της πολλαπλής αναπαραγωγής, διευκρινίζοντας ότι αποτελεί ένα από τα πολλά πρωτόκολλα επικοινωνίας στα οποία η Microsoft εξασφαλίζει πρόσβαση στους ανταγωνιστές της κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως.

206    Συνεπώς, οι πληροφορίες τις οποίες αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελούν λεπτομερή τεχνική περιγραφή ορισμένων κανόνων διασυνδέσεως και αλληλεπιδράσεως οι οποίοι ισχύουν στο εσωτερικό διαφόρων δικτύων Windows για ομάδα εργασίας, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας. Η περιγραφή αυτή δεν εκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο η Microsoft εφαρμόζει τους κανόνες αυτούς, ήτοι, μεταξύ άλλων, στην εσωτερική δομή ή στον πηγαίο κώδικα των προϊόντων της.

–       Επί του βαθμού διαλειτουργικότητας που δέχθηκε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση

207    Η Επιτροπή, προκειμένου να εξακριβώσει αν οι επίμαχες πληροφορίες ήταν απαραίτητες, εφάρμοσε συλλογιστική σε δύο στάδια. Καταρχάς, εξέτασε τον βαθμό διαλειτουργικότητας με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows που έπρεπε να αναμένουν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας τα οποία προμηθεύουν οι ανταγωνιστές της Microsoft, προκειμένου να μπορούν να διατηρήσουν τη βιώσιμη θέση τους στην αγορά. Ακολούθως, εκτίμησε αν οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες στις οποίες αρνήθηκε την πρόσβαση η Microsoft ήταν απαραίτητες για την επίτευξη αυτού του βαθμού διαλειτουργικότητας.

208    Το Πρωτοδικείο θα εξετάσει, στη συνέχεια, τον βαθμό διαλειτουργικότητας που δέχθηκε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Στο στάδιο αυτό, δεν θα αποφανθεί, ωστόσο, επί του αν ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft μπορούσαν να διατηρήσουν βιώσιμη θέση στην αγορά μόνον εφόσον τα προϊόντα τους ήταν σε θέση να αποκτήσουν αυτόν τον βαθμό διαλειτουργικότητας. Το ζήτημα αυτό θα εκτιμηθεί, με τις άλλες πτυχές της προαναφερθείσας συλλογιστικής της Επιτροπής, στο πλαίσιο της εξετάσεως του προβαλλόμενου ως απαραίτητου χαρακτήρα των επίμαχων πληροφοριών (βλ. κατωτέρω σκέψεις 369 έως 436).

209    Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθούν εν συντομία τα επιχειρήματα των κυρίων διαδίκων.

210    Η Microsoft συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι «η διαλειτουργικότητα αποτελεί ζήτημα βαθμού» (αιτιολογική σκέψη 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

211    Εκτιμά, ωστόσο, ότι ο βαθμός διαλειτουργικότητας που απαιτεί η Επιτροπή εν προκειμένω δεν είναι κατάλληλος, στο μέτρο που βαίνει πέραν της προβλεπόμενης στην οδηγία 91/250 έννοιας «πλήρης διαλειτουργικότητα». Επισημαίνει ότι η έννοια αυτή –την οποία χαρακτηρίζει επίσης ως «διαλειτουργικότητα μεταξύ πλήθους κατασκευαστών»– προϋποθέτει απλώς ότι τα λειτουργικά συστήματα που προέρχονται από διαφορετικούς κατασκευαστές είναι σε θέση να «λειτουργούν άρτια» από κοινού.

212    Ειδικότερα, η Microsoft υποστηρίζει ότι, στην πραγματικότητα, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές λειτουργούν από κάθε άποψη όπως ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές. Η Microsoft αναφέρεται, επί του σημείου αυτού, στις εκφράσεις «plug replacement», «plug-replaceability», «drop-in», «λειτουργικό ισοδύναμο» και «λειτουργικός κλώνος». Υποστηρίζει ότι αυτός ο βαθμός διαλειτουργικότητας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την παροχή στους ανταγωνιστές της δυνατότητας κλωνοποιήσεως ή αναπαραγωγής των προϊόντων της (ή των χαρακτηριστικών τους) και με τη γνωστοποίηση στους ανταγωνιστές αυτούς πληροφοριών όσον αφορά τους εσωτερικούς μηχανισμούς των προϊόντων της.

213    Τέλος, η Microsoft υποστηρίζει ότι η διαλειτουργικότητα μεταξύ πλήθους κατασκευαστών μπορεί να επιτευχθεί με χρήση των μεθόδων που είναι ήδη διαθέσιμες στην αγορά.

214    Παρατηρείται ότι η προμνησθείσα άποψη της Microsoft συμπίπτει με την άποψη που διατύπωσε καθόλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.

215    Συγκεκριμένα, με την από 17 Νοεμβρίου 2000 απάντησή της στην πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων, η Microsoft επισημαίνει ότι ο βαθμός διαλειτουργικότητας που απαιτεί η Επιτροπή δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο και δεν υφίσταται στην αγορά. Επικαλούμενη, ειδικότερα, τη δέκατη αιτιολογική σκέψη (στην αγγλική και γαλλική απόδοση του κειμένου) της οδηγίας 91/250, υποστηρίζει ότι «ένας κατασκευαστής λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές διαθέτει πλήρη διαλειτουργικότητα όταν είναι δυνατή η πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες του προγράμματός του από λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη» (σημείο 143 του υπομνήματος αντικρούσεως· βλ., επίσης, την αιτιολογική σκέψη 751 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Microsoft υποστηρίζει ότι η Επιτροπή κακώς δίδει στη διαλειτουργικότητα πολύ ευρύτερη έννοια, κρίνοντας ότι, για να υπάρχει διαλειτουργικότητα μεταξύ δύο λογισμικών προϊόντων, πρέπει όλες οι λειτουργίες των δύο προϊόντων να λειτουργούν άρτια από κοινού. Αυτό ισοδυναμεί, στην πραγματικότητα, με απαίτηση «plug-replaceability» ή κλωνοποιήσεως (σημείο 144 του υπομνήματος αντικρούσεως). Η Microsoft επικρίνει το γεγονός ότι η Επιτροπή συμφωνεί κατ’ ουσίαν με την άποψη της Sun ότι θα έπρεπε να είναι δυνατή η αντικατάσταση, στο εσωτερικό του δικτύου πληροφορικής μιας επιχειρήσεως που αποτελείται από προσωπικούς υπολογιστές πελάτη οι οποίοι λειτουργούν με Windows, ενός διακομιστή που λειτουργεί με Windows 2000 με ένα διακομιστή στον οποίο έχει εγκατασταθεί λειτουργικό σύστημα Solaris, χωρίς αυτό να συνεπάγεται μείωση των λειτουργιών στις οποίες έχουν πρόσβαση οι χρήστες (σημεία 145 και 162 του υπομνήματος αντικρούσεως). Κατά τη Microsoft, για να επιτευχθεί η πλήρης διαλειτουργικότητα, αρκεί να γνωστοποιηθούν τα περιλαμβανόμενα στα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη συστήματα διασυνδέσεως που χρειάζονται οι κατασκευαστές ανταγωνιστικών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές για να καταστήσουν τις λειτουργίες των εν λόγω συστημάτων διαθέσιμες στους χρήστες προσωπικών υπολογιστών πελάτη που χρησιμοποιούν Windows.

216    Ομοίως, με την από 16 Νοεμβρίου 2001 απάντησή της στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων, η Microsoft, επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν τα επιχειρήματα που είχε αναπτύξει με την απάντησή της στην πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων, υποστηρίζει ότι οι επικρίσεις της Επιτροπής στηρίζονται σε «εσφαλμένο ορισμό της διαλειτουργικότητας» (σημεία 149 έως 163 του υπομνήματος αντικρούσεως). Επαναλαμβάνει, επί του σημείου αυτού, ότι η οδηγία 91/250 δεν απαιτεί «plug-replaceability» αλλά πλήρη διαλειτουργικότητα και ότι η γνωστοποίηση πληροφοριών στην οποία προβαίνει αρκεί για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

217    Με την από 17 Οκτωβρίου 2003 απάντησή της στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων, η Microsoft ακολουθεί, κατ’ ουσίαν, την ίδια επιχειρηματολογία, επαναλαμβάνοντας ότι η Επιτροπή εκτιμά ότι οι ανταγωνιστές της πρέπει να έχουν δυνατότητα προσβάσεως σε όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη δημιουργία «αντιγράφων των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές» και ότι, με τον τρόπο αυτό, εξομοιώνει τη διαλειτουργικότητα με κλωνοποίηση (σελίδες 29 έως 32 του υπομνήματος αντικρούσεως). Υποστηρίζει ότι «η διαλειτουργικότητα αφορά τη διαθεσιμότητα επαρκών πληροφοριών σχετικά με τα συστήματα διασυνδέσεως που περιλαμβάνονται στα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές, προκειμένου τα προϊόντα των ανταγωνιστών να μπορούν να λειτουργούν με τα εν λόγω λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές με όλους τους τρόπους με τους οποίους τα εν λόγω ανταγωνιστικά προϊόντα καλούνται να λειτουργήσουν» (σελίδα 29 του υπομνήματος απαντήσεως). Υπό την ίδια έννοια, η Microsoft επισημαίνει ότι «αναγνώρισε εξαρχής το ενδεχόμενο να ανακύψει πρόβλημα από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού, αν οι ανταγωνιστές της δεν ήταν σε θέση να αναπτύξουν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές στων οποίων τις λειτουργίες θα είχαν πλήρη πρόσβαση από τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη» (σελίδα 63 του υπομνήματος αντικρούσεως). Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε, ωστόσο, την ύπαρξη τέτοιου προβλήματος με καμία από τις τρεις ανακοινώσεις αιτιάσεων.

218    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η έννοια της διαλειτουργικότητας που έγινε δεκτή στην προσβαλλόμενη απόφαση συνάδει προς εκείνη της οδηγίας 91/250. Απορρίπτει, μεταξύ άλλων, τη μονοδιάστατη ερμηνεία που η Microsoft δίδει στην έννοια αυτή.

219    Η Επιτροπή δέχεται ότι είναι ήδη δυνατή ορισμένου βαθμού διαλειτουργικότητα με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows, αλλά υποστηρίζει ότι από την έρευνα που διεξήγαγε προκύπτει ότι ο βαθμός διαλειτουργικότητας που μπορεί να επιτευχθεί χάρη στις διαθέσιμες μεθόδους είναι υπερβολικά χαμηλός ώστε να μπορούν οι ανταγωνιστές της Microsoft να διατηρήσουν ανταγωνιστική θέση στην αγορά (υποσημείωση 712 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

220    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στα δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας, η διαλειτουργικότητα μεταξύ πελάτη και διακομιστή και η διαλειτουργικότητα μεταξύ διακομιστών συνδέονται στενά μεταξύ τους και, συνεπώς, για να είναι εφικτή η πλήρης διαλειτουργικότητα μεταξύ ενός προσωπικού υπολογιστή πελάτη που λειτουργεί με Windows και ενός διακομιστή που λειτουργεί υπό ανταγωνιστικό λειτουργικό σύστημα της Microsoft, η εταιρία αυτή πρέπει να εξασφαλίσει πρόσβαση τόσο στα πρωτόκολλα επικοινωνίας μεταξύ πελάτη και διακομιστή, όσο και στα πρωτόκολλα επικοινωνίας μεταξύ διακομιστών (αιτιολογικές σκέψεις 177 έως 182 και 689 της προσβαλλομένης αποφάσεως), περιλαμβανομένων των πρωτοκόλλων επικοινωνίας «αμιγώς» μεταξύ διακομιστών, ήτοι εκείνων που δεν εφαρμόζονται στον προσωπικό υπολογιστή πελάτη, αλλά «συνδέονται από λειτουργικής απόψεως [με αυτόν]» (αιτιολογικές σκέψεις 277, 567 και 690 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

221    Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι να αναπτύξουν οι ανταγωνιστές της Microsoft προϊόντα ικανά να λειτουργούν από κάθε άποψη ως λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές. Πράγματι, η απόφαση αυτή επιδιώκει να καταστήσει δυνατή «τη δημιουργία ανταγωνιστικών προϊόντων τα οποία λειτουργούν διαφορετικά, αλλά είναι ικανά να αποκωδικοποιούν τα μηνύματα που μεταδίδουν τα οικεία προϊόντα της Microsoft». Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα επίμαχες πληροφορίες δεν θα χρησιμοποιηθούν από τους ανταγωνιστές της Microsoft για την ανάπτυξη ακριβώς των ίδιων προϊόντων με αυτά της Microsoft, αλλά προϊόντων βελτιωμένων, με «ενισχυμένη αξία».

222    Πρώτον, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Microsoft και η Επιτροπή διαφωνούν ως προς το ζήτημα κατά πόσον η έννοια της διαλειτουργικότητας που έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση συνάδει με την προβλεπόμενη από την οδηγία 91/250 έννοιά της.

223    Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 749 έως 763 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι η μονοδιάστατη ερμηνεία που η Microsoft δίδει στην έννοια διαλειτουργικότητα είναι ανακριβής.

224    Σημειωτέον, καταρχάς, ότι, με τα υπομνήματά της, η Microsoft δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να θίξει την εκτίμηση της Επιτροπής επί του σημείου αυτού. Περιορίζεται απλώς, παραπέμποντας σε ορισμένα αποσπάσματα των απαντήσεών της στη δεύτερη και τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων, στον ισχυρισμό ότι η «προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται μια έννοια της διαλειτουργικότητας εντελώς διαφορετική από εκείνη που προβλέπει η οδηγία [91/250]» (σημείο 95 του δικογράφου της προσφυγής).

225    Διαπιστώνεται, ακολούθως, ότι η έννοια της διαλειτουργικότητας που έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση –κατά την οποία η διαλειτουργικότητα μεταξύ δύο λογισμικών προϊόντων συνίσταται στην ικανότητά τους να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να χρησιμοποιούν εκατέρωθεν τις πληροφορίες αυτές, προκειμένου να παρέχουν σε καθένα από τα προϊόντα αυτά τη δυνατότητα να λειτουργεί με όλους τους προβλεπόμενους τρόπους– συνάδει με την έννοια που προβλέπει η οδηγία 91/250.

226    Συγκεκριμένα, όπως εξηγεί η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 752 έως 754, 759 και 760 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/250 –τόσο στην αγγλική όσο και στη γαλλική απόδοση– δεν προβλέπει τη μονοδιάστατη ερμηνεία στην οποία προέβη η Microsoft. Αντιθέτως, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 758 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη προβλέπει σαφώς ότι η διαλειτουργικότητα, ως εκ της φύσεώς της, συνεπάγεται αμφίδρομη σχέση, επισημαίνοντας ότι «ένα πρόγραμμα υπολογιστή καλείται να επικοινωνεί και να εκτελεί λειτουργίες με άλλα στοιχεία ενός συστήματος πληροφορικής». Υπό την ίδια έννοια, τονίζεται ότι η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/250 ορίζει τη διαλειτουργικότητα ως ικανότητα ανταλλαγής πληροφοριών και αμοιβαίας χρήσεως των ανταλλασσόμενων πληροφοριών».

227    Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, προσβάλλεται μια απόφαση περί εφαρμογής του άρθρου 82 ΕΚ, ήτοι μια διάταξη ανώτερης ισχύος από την οδηγία 91/250. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω δεν είναι τόσο αν η έννοια της διαλειτουργικότητας που έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση συνάδει προς την έννοια που προβλέπει η οδηγία, αλλά αν η Επιτροπή καθόρισε ορθώς τον βαθμό διαλειτουργικότητας που έπρεπε να επιτευχθεί προς εκπλήρωση των σκοπών του άρθρου 82 ΕΚ.

228    Δεύτερον, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή εκτίμησε τον βαθμό διαλειτουργικότητας με γνώμονα αυτό που ήταν αναγκαίο, κατά την Επιτροπή, προκειμένου οι κατασκευαστές λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας να μπορέσουν να διατηρήσουν βιώσιμη θέση στην αγορά (βλ., μεταξύ άλλων, υποσημείωση 712 και αιτιολογική σκέψη 779 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

229    Η βασιμότητα της προσεγγίσεως αυτής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Πράγματι, το άρθρο 82 ΕΚ αφορά τη συμπεριφορά ενός ή πλειόνων επιχειρηματιών που συνίσταται στην καταχρηστική εκμετάλλευση μιας καταστάσεως οικονομικής ισχύος η οποία παρέχει στον οικείο επιχειρηματία τη δυνατότητα να παρεμποδίζει τη διατήρηση πραγματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά και να επιδεικνύει ανεξάρτητη συμπεριφορά δυνάμενη να εκτιμηθεί έναντι των ανταγωνιστών του, των πελατών του και, εν τέλει, των καταναλωτών (απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαρτίου 2000, C‑395/96 P και C‑396/96 P, Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑1365, σκέψη 34). Υπενθυμίζεται επίσης ότι, ναι μεν η διαπίστωση της υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, καμία επίκριση σε βάρος της οικείας επιχειρήσεως, πλην όμως σημαίνει ότι η επιχείρηση φέρει, ανεξαρτήτως των αιτιών που δημιούργησαν τη θέση αυτή, ιδιαίτερη ευθύνη να μη θίξει με τη συμπεριφορά της τον ουσιαστικό και ανόθευτο ανταγωνισμό στην κοινή αγορά (απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Michelin κατά Επιτροπής, σκέψη 57, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Οκτωβρίου 1999, T‑228/97, Irish Sugar κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑2969, σκέψη 112). Αν αποδειχθεί, εν προκειμένω, ότι ο υφιστάμενος βαθμός διαλειτουργικότητας δεν παρέχει στους κατασκευαστές ανταγωνιστικών της Microsoft λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές τη δυνατότητα να επιβιώσουν στην αγορά των εν λόγω λειτουργικών συστημάτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι θίγεται η διατήρηση ουσιαστικού ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά.

230    Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή, ακολουθώντας την προσέγγιση αυτή και στηριζόμενη σε ουσιαστική και τεχνική ανάλυση των οικείων προϊόντων και τεχνολογιών, καθώς και του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιείται η διαλειτουργικότητα στα δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας, έκρινε ότι, για την άσκηση ουσιαστικού ανταγωνισμού στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα έπρεπε να είναι σε θέση να διαλειτουργούν με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows επί ίσοις όροις με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας (βλ. υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 182 και 282 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

231    Η διαλειτουργικότητα που δέχθηκε η Επιτροπή αποτελείται από δύο αναπόσπαστα μέρη, ήτοι, αφενός, από τη διαλειτουργικότητα μεταξύ πελάτη και διακομιστή και, αφετέρου, από τη διαλειτουργικότητα μεταξύ διακομιστών (αιτιολογικές σκέψεις 177 έως 182 και 689 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

232    Η Επιτροπή εκτιμά επίσης ότι, όταν ένα ανταγωνιστικό της Microsoft λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας, εγκαθίσταται σε διακομιστή στο εσωτερικό δικτύου Windows για ομάδα εργασίας, πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη που χρησιμοποιούν Windows όλες τις λειτουργίες που περιλαμβάνει, αλλά και να εκμεταλλεύεται τις λειτουργίες που προσφέρουν οι εν λόγω προσωπικοί υπολογιστές πελάτη.

233    Λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων αυτών στοιχείων, η Επιτροπή εκτιμά, μεταξύ άλλων, ότι ένας διακομιστής στον οποίο είναι εγκατεστημένο ανταγωνιστικό της Microsoft λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας πρέπει να μπορεί να ενεργεί ως ελεγκτής τομέα, και όχι ως διακομιστής μέλος, στο εσωτερικό ενός τομέα Windows που χρησιμοποιεί την τεχνολογία Active Directory και, ως εκ τούτου, να είναι σε θέση να μετάσχει στον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής με τους άλλους ελεγκτές τομέα.

234    Το Πρωτοδικείο φρονεί ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, από τον βαθμό διαλειτουργικότητας που δέχθηκε η Επιτροπή δεν προκύπτει ότι, στην πραγματικότητα, σκοπός της είναι τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές να λειτουργούν από κάθε άποψη όπως ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές και, ως εκ τούτου, οι ανταγωνιστές της Microsoft να είναι σε θέση να κλωνοποιήσουν ή να αναπαραγάγουν τα προϊόντα της ή ορισμένα από τα χαρακτηριστικά τους.

235    Οι εν λόγω ισχυρισμοί της Microsoft στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία της προσβαλλομένης αποφάσεως.

236    Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 1003 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σκοπός της αποφάσεως αυτής είναι «να εξασφαλισθεί ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft αναπτύσσουν προϊόντα ικανά να διαλειτουργούν με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows που είναι εγγενώς ενσωματωμένη στο κυρίαρχο προϊόν, ήτοι στο λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, και δυνάμενα να ασκούν, με τον τρόπο αυτό, βιώσιμο ανταγωνισμό στο λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft».

237    Όπως εξήγησε λεπτομερώς η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εκπλήρωση του σκοπού αυτού προϋποθέτει ότι τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας είναι ικανά να λάβουν συγκεκριμένο μήνυμα ενός λειτουργικού συστήματος Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη ή για διακομιστές ομάδας εργασίας και να δώσουν την απαιτούμενη απάντηση στο μήνυμα αυτό υπό τις ίδιες συνθήκες με ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, καθώς και να επιτύχουν παρόμοια αντίδραση στην απάντηση αυτή εκ μέρους των λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη ή για διακομιστές ομάδας εργασίας, μόνον αν η εν λόγω απάντηση προέρχεται από λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας.

238    Για την πραγματοποίηση των ενεργειών αυτών δεν απαιτείται τα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας να λειτουργούν ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο, από εσωτερικής απόψεως, με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας.

239    Οι εκτιμήσεις αυτές δεν αντικρούονται από τα αποσπάσματα των αιτιολογικών σκέψεων 669 και 679 της προσβαλλομένης αποφάσεως που παραθέτει η Microsoft (βλ. ανωτέρω σκέψη 126). Στο πρώτο απόσπασμα, η Επιτροπή περιορίζεται στη διαπίστωση ότι ο βαθμός διαλειτουργικότητας με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows που μπορεί να επιτευχθεί με τα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας μέσω της προσφυγής στα βασικά πρωτόκολλα υπολείπεται του βαθμού διαλειτουργικότητας που επιτυγχάνεται με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας. Όσον αφορά το δεύτερο απόσπασμα, η Επιτροπή αναφέρει μόνον ότι τα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας έχουν μικρότερη ικανότητα προσβάσεως στις λειτουργίες των λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές ομάδας εργασίας έναντι των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας.

240    Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Microsoft ότι σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι να αναπτύσσουν οι ανταγωνιστές της ακριβώς τα ίδια προϊόντα με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας. Όπως θα εξηγηθεί λεπτομερώς με τις σκέψεις 653 έως 658, στο πλαίσιο της εξετάσεως της αιτιάσεως περί της εμφανίσεως νέου προϊόντος, ο σκοπός που επιδιώκει η Επιτροπή είναι η άρση του εμποδίου που συνίσταται, κατά τους ανταγωνιστές της Microsoft, στον ανεπαρκή χαρακτήρα του υφιστάμενου βαθμού διαλειτουργικότητας με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows, προκειμένου να παρασχεθεί στους εν λόγω ανταγωνιστές η δυνατότητα δημιουργίας λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας διαφοροποιημένων από εκείνα της Microsoft σε σημαντικές παραμέτρους όπως π.χ. η ασφάλεια, η αξιοπιστία, η ταχύτητα εκτελέσεως των καθηκόντων ή ο καινοτόμος χαρακτήρας ορισμένων λειτουργιών.

241    Σημειωτέον, επίσης, ότι, όπως άλλωστε αναγνωρίζει ρητώς η Microsoft με τα υπομνήματά της (βλ., για παράδειγμα, σημεία 14 και 48 του υπομνήματος απαντήσεως), οι ανταγωνιστές της δεν θα είναι σε θέση να αναπτύξουν προϊόντα τα οποία αποτελούν «κλώνους» ή αντίγραφα των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας μέσω της προσβάσεως στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως εκτέθηκε με τις ανωτέρω σκέψεις 192 έως 206, οι πληροφορίες αυτές αφορούν μόνο στοιχεία πηγαίου κώδικα της Microsoft. Ειδικότερα, το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν υποχρεώνει την εταιρία αυτή να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της λεπτομέρειες εφαρμογής.

242    Περαιτέρω, όπως θα εξηγηθεί λεπτομερώς με τη σκέψη 658, κατά την εξέταση της αιτιάσεως περί υπάρξεως νέου προϊόντος, οι ανταγωνιστές της Microsoft δεν αντλούν κανένα συμφέρον από την ανάπτυξη των ίδιων ακριβώς λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας με εκείνα της Microsoft.

243    Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Microsoft ότι από τις δηλώσεις επιχειρηματιών τις οποίες προσκόμισε κατά τη διοικητική διαδικασία προκύπτει ότι υφίσταται ήδη υψηλός βαθμός διαλειτουργικότητας μεταξύ των λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές, αφενός, και των ανταγωνιστικών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές, αφετέρου, τούτο δε χάρη στη χρήση μεθόδων ήδη διαθέσιμων στην αγορά.

244    Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι οι επίμαχες δηλώσεις εξετάστηκαν ήδη με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 357, 358, 440 έως 444, 511, 513, 595, 598, 602, 628, 702 και 707) και ότι η Microsoft δεν προβάλλει κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα ικανό να αποδείξει ότι η εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση των δηλώσεων αυτών είναι εσφαλμένη. Κατ’ ουσίαν, όπως τονίζει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 707 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι δηλώσεις αυτές αφορούν οργανώσεις που σε μεγάλο βαθμό είχαν επιλέξει μια «λύση Windows» για το δίκτυό τους ομάδας εργασίας.

245    Ο ισχυρισμός της Microsoft ότι από τις εκθέσεις Mercer προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις δεν επιλέγουν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές βάσει εκτιμήσεων περί της διαλειτουργικότητάς τους με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές είναι ανακριβής, όπως θα εξηγηθεί λεπτομερώς με τις σκέψεις 401 έως 412.

–       Επί του περιεχομένου του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως

246    Το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως αφορά τις εξαντλητικώς και επακριβώς καθοριζόμενες προδιαγραφές όλων των πρωτοκόλλων που εφαρμόζονται στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και που χρησιμοποιούνται από τους διακομιστές στους οποίους είναι εγκατεστημένα τα συστήματα αυτά για την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας σε δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας.

247    Όπως προκύπτει από τις τεχνικές και ουσιαστικές διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω σκέψεις 154 έως 191, η άρτια λειτουργία των δικτύων ομάδας εργασίας Windows στηρίζεται σε αρχιτεκτονική διασυνδέσεων και αλληλεπιδράσεων τόσο μεταξύ πελάτη και διακομιστή, όσο και μεταξύ διακομιστών.

248    Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διευκρινίζει, με την αιτιολογική σκέψη 999 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η υποχρέωση γνωστοποιήσεως που προβλέπει η απόφαση αυτή «περιλαμβάνει τόσο την άμεση διασύνδεση και αλληλεπίδραση μεταξύ διακομιστή ομάδας εργασίας που λειτουργεί με Windows και προσωπικού υπολογιστή πελάτη που λειτουργεί με Windows, όσο και την έμμεση διασύνδεση και αλληλεπίδραση μεταξύ των συστημάτων αυτών, με τη μεσολάβηση ενός ή πλειόνων άλλων διακομιστών ομάδας εργασίας που λειτουργούν με Windows».

249    Οι προδιαγραφές που η Microsoft πρέπει να αποδείξει και να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της αφορούν τόσο πρωτόκολλα επικοινωνίας μεταξύ πελάτη και διακομιστή, τα οποία εφαρμόζονται στα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη καθώς και στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, όσο και πρωτόκολλα επικοινωνίας μεταξύ διακομιστών.

250    Διευκρινίζεται ότι οι πληροφορίες τις οποίες πρέπει να γνωστοποιήσει η Microsoft στους ανταγωνιστές της βάσει του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να καθιστούν δυνατό για τους υπολογιστές στους οποίους είναι εγκατεστημένα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας να λειτουργούν, εντός ενός τομέα Windows που χρησιμοποιεί την τεχνολογία Active Directory, ως διακομιστές μέλους ή ελεγκτές τομέα και, ως εκ τούτου, να μετέχουν στον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής. Το διορθωτικό μέτρο που προβλέπει η διάταξη αυτή αφορά, επομένως, μεταξύ άλλων, τις επικοινωνίες μεταξύ διακομιστών στο εσωτερικό του «μπλε σφαιριδίου».

251    Το ως άνω διευκρινισθέν περιεχόμενο του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει από σειρά αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως αυτής, ήτοι, μεταξύ άλλων, από τις αιτιολογικές σκέψεις 194 έως 198, 206, 564 και 690.

252    Με τις αιτιολογικές σκέψεις 194 έως 198 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει, μεταξύ άλλων παραδειγμάτων πληροφοριών περί διαλειτουργικότητας που η Microsoft αρνείται να γνωστοποιήσει τόσο στη Sun όσο και στους ανταγωνιστές της, ορισμένες πληροφορίες που αφορούν τον μηχανισμό αναπαραγωγής που χρησιμοποιεί την τεχνολογία Active Directory.

253    Με την αιτιολογική σκέψη 206 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή απορρίπτει ρητώς τον ισχυρισμό που προέβαλε η Microsoft με την από 16 Νοεμβρίου 2001 απάντησή της στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων, ότι δηλαδή «τα χαρακτηριστικά της αναπαραγωγής και του γενικού καταλόγου της υπηρεσίας Active Directory δεν αφορούν τη διαλειτουργικότητα». Εξηγεί, συναφώς, ότι «ένας ελεγκτής τομέα Active Directory (εγγενώς ενσωματωμένος) αναπαράγει τα αποθηκευμένα στον κατάλογο Active Directory δεδομένα με τα αποθηκευμένα στο Active Directory δεδομένα άλλων ελεγκτών τομέα μέσω ορισμένων πρωτοκόλλων συγχρονισμού». Αναφέρει επίσης ότι, χάρη σε άλλα πρωτόκολλα των οποίων οι προδιαγραφές αποτελούν σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, τα στοιχεία του γενικού καταλόγου αποτελούν αντικείμενο ανταλλαγής μεταξύ ελεγκτών τομέα του «κεντρικού σώματος».

254    Ομοίως, η αιτιολογική σκέψη 564 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφέροντας ότι η Microsoft «ενέμεινε στην άρνησή της» μετά την παραλαβή της καταγγελίας της Sun και των τριών ανακοινώσεων αιτιάσεων της Επιτροπής, παραπέμπει στις αιτιολογικές σκέψεις 194 επ.

255    Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, με την αιτιολογική σκέψη 690 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξηγεί ότι το πρόγραμμα MCPP «δεν ασχολείται με το ευρύτερο ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω», ειδικότερα, στο μέτρο που δεν αφορά τα πρωτόκολλα επικοινωνίας «αμιγώς» μεταξύ διακομιστών, αλλά εκείνα που συνδέονται από λειτουργικής απόψεως με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, στα οποία συγκαταλέγονται τα «πρωτόκολλα αναπαραγωγής μεταξύ ελεγκτών τομέα και τα πρωτόκολλα που συνδέονται με τον γενικό κατάλογο».

256    Πρέπει να τονιστεί ότι η Microsoft ερμηνεύει υπό την ίδια έννοια το περιεχόμενο του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, με το δικόγραφο της προσφυγής, προς απόδειξη του καινοτόμου χαρακτήρα των πρωτοκόλλων επικοινωνίας για τα οποία πρέπει να γνωστοποιήσει πληροφορίες στους ανταγωνιστές της, επικαλείται ακριβώς τον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής που χρησιμοποιεί η τεχνολογία Active Directory (βλ., μεταξύ άλλων, γνώμη του κ. Campbell-Kelly που τιτλοφορείται «Commentary on Innovation in Active Directory» και περιλαμβάνεται στο παράρτημα A.20 του δικογράφου της προσφυγής). Ομοίως, με το υπόμνημα απαντήσεως, στηρίζεται, προς τούτο, κυρίως στο πρωτόκολλο DRS, το οποίο χρησιμοποιείται από την τεχνολογία Active Directory για την εκτέλεση, μεταξύ άλλων, καθηκόντων αναπαραγωγής (βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα στη σκέψη 205 γνώμη του κ. Lees). Με τη γνώμη του, ο κ. Lees εξηγεί ιδίως ότι το πρωτόκολλο DRS που δημιούργησε η Microsoft ενσωματώνει σειρά νέων χαρακτηριστικών, ήτοι «μπορεί να συνδυάσει συγχρόνως την ενημέρωση από πλείονες διακομιστές, είναι ενσωματωμένο στο βασικό πρωτόκολλο Domain Naming Service (DNS) (για την ονοματοδοσία) και στο πρωτόκολλο Kerberos (για την αμοιβαία επαλήθευση ταυτότητας), διαβιβάζει πληροφορίες περιγραφής του τρόπου με τον οποίο μια επιχείρηση οργανώνει την υπηρεσία της καταλόγου, διαβιβάζει πληροφορίες σχετικές με τον ρόλο ορισμένων διακομιστών στη διαχείριση της υπηρεσίας καταλόγου και κοινοποιεί αυτομάτως την ενημέρωση καταλόγου μεταξύ των διακομιστών». Ο κ. Lees διευκρινίζει ότι το πρωτόκολλο DRS αποτελεί ένα μόνον από τα πολλά πρωτόκολλα επικοινωνίας που η Microsoft πρέπει να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αναφέρει τα ακόλουθα πρωτόκολλα: Microsoft Remote Procedure Call (MSRPC), Network Authentication (Kerberos extensions), Dfs και File Replication Service (FRS).

257    Τονίζεται, τέλος, ότι το ως άνω καθορισθέν περιεχόμενο του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως καλύπτει επίσης το αίτημα που υπέβαλε η Sun με την από 15 Σεπτεμβρίου 1998 επιστολή της. Συγκεκριμένα, όπως θα εξηγηθεί λεπτομερώς με τις σκέψεις 737 έως 749, το αίτημα της Sun αφορούσε ιδίως την ικανότητα του λειτουργικού συστήματος για διακομιστές ομάδας εργασίας Solaris να ενεργεί ως ελεγκτής τομέα πλήρως συμβατός με δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας Windows 2000 ή ως διακομιστής μέλος (ειδικότερα, ως διακομιστής αρχείων ή εκτυπώσεως) πλήρως συμβατός με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows.

258    Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της Microsoft ότι το περιεχόμενο του διορθωτικού μέτρου που προβλέπει το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνάδει με το «πρότυπο διαλειτουργικότητας» που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για να εκτιμήσει αν ασκούν επιρροή οι «εναλλακτικές μέθοδοι διαλειτουργικότητας» (βλ. ανωτέρω σκέψεις 125 έως 129).

259    Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται, συγκεκριμένα, στην εσφαλμένη άποψη ότι η Επιτροπή ερμηνεύει τη διαλειτουργικότητα ως ικανότητα των ανταγωνιστών της Microsoft να εφαρμόζουν τα λειτουργικά συστήματά τους για διακομιστές κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τα λειτουργικά συστήματα Windows και φρονεί ότι οι εν λόγω ανταγωνιστές είναι σε θέση να κλωνοποιήσουν τα τελευταία αυτά συστήματα (βλ. ανωτέρω σκέψεις 234 έως 242).

260    Επιπλέον, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, η άποψη που υποστήριξε η Επιτροπή με τα υπομνήματά της όσον αφορά τον βαθμό διαλειτουργικότητας που απαιτείται εν προκειμένω και το περιεχόμενο του διορθωτικού μέτρου του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως συμπίπτει πλήρως με την άποψη που έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, η Microsoft δεν μπορεί να στηριχθεί σε δηλώσεις που πραγματοποίησαν οι παρεμβαίνουσες κατά την ακρόαση στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να αποδώσει στην Επιτροπή συγκεκριμένη ερμηνεία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Υπενθυμίζεται, επιπλέον, ότι, κατά τη νομολογία, η νομιμότητα μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141, σκέψεις 7 και 8, και του Πρωτοδικείου, της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T-177/94 και T-377/94, Altmann κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-2041, σκέψη 119).

261    Τέλος, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αβάσιμος ο ισχυρισμός που αντλείται από τον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής και το «μπλε σφαιρίδιο», τον οποίο προέβαλε η Microsoft κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

262    Με τον ισχυρισμό αυτό, η Microsoft επιδιώκει να αποδείξει ότι ο σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να εκπληρωθεί πλήρως χωρίς τη γνωστοποίηση στους ανταγωνιστές της ορισμένων πληροφοριών που αφορούν τους εσωτερικούς μηχανισμούς των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές και, ειδικότερα, αλγορίθμους, ήτοι πληροφορίες πέραν εκείνων τις οποίες αφορά η απόφαση αυτή. Η Microsoft στηρίζει τα επιχειρήματά της στον ισχυρισμό ότι, για να μπορεί ένας ελεγκτής τομέα που λειτουργεί με ανταγωνιστικό λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας να ενσωματωθεί σε «μπλε σφαιρίδιο» αποτελούμενο από ελεγκτές τομέα στους οποίους είναι εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας που χρησιμοποιούν την τεχνολογία Active Directory, τα διάφορα αυτά λειτουργικά συστήματα πρέπει να ακολουθούν την ίδια εσωτερική λογική.

263    Πρώτον, διαπιστώνεται ότι η Microsoft δεν αποδεικνύει ότι, για να μπορούν να λειτουργούν από κοινού εντός του «μπλε σφαιριδίου» τα λειτουργικά συστήματά της για διακομιστές ομάδας εργασίας και εκείνα των ανταγωνιστών της πρέπει οπωσδήποτε να ακολουθούν την ίδια εσωτερική λογική.

264    Δεύτερον, δεν έχει αποδειχθεί, περαιτέρω, ότι, ακόμη και αν η προϋπόθεση αυτή ήταν αναγκαία, τούτο θα σήμαινε κατ’ ανάγκη ότι η Microsoft πρέπει να κοινοποιεί τις πληροφορίες περί των εσωτερικών μηχανισμών των προϊόντων της και, ειδικότερα, αλγορίθμους στους ανταγωνιστές της. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, στη συνημμένη στο υπόμνημα απαντήσεως γνώμη ενός από τους εμπειρογνώμονες της Microsoft, που σχολιάζει το πρωτόκολλο DRS το οποίο χρησιμοποιείται για τον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής, γίνεται διάκριση μεταξύ των «πρωτοκόλλων που χρησιμοποιούνται γα τις επικοινωνίες μεταξύ διακομιστών» και των «αλγορίθμων/κανόνων λήψεως αποφάσεων που εφαρμόζονται στο εσωτερικό κάθε διακομιστή» και επισημαίνεται ότι, βάσει του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, γνωστοποιήσεως χρήζουν τα εν λόγω πρωτόκολλα (βλ. ανωτέρω σκέψη 205).

265    Τρίτον, όσον αφορά τον αλγόριθμο «Intersite Topology» που η Microsoft ανέφερε, ειδικότερα, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μπορεί να γίνει πλήρως δεκτή η άποψη ότι, όπως η Επιτροπή εξήγησε επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι ανταγωνιστές πρέπει απλώς να είναι σε θέση να εφαρμόζουν ένα αλγόριθμο που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, η Microsoft δεν όφειλε να παράσχει καμία πληροφορία όσον αφορά την εφαρμογή του αλγορίθμου αυτού στα λειτουργικά συστήματά της για διακομιστές ομάδας εργασίας, αλλά θα μπορούσε να περιοριστεί στη γενική περιγραφή του εν λόγω αλγορίθμου, αφήνοντας στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα να αναπτύξουν τη δική τους εφαρμογή.

266    Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι δεν υφίσταται καμία ασυμφωνία μεταξύ του περιεχομένου του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως και του «προτύπου διαλειτουργικότητας» που δέχθηκε η Επιτροπή με την απόφαση αυτή.

 Επί του ισχυρισμού ότι τα πρωτόκολλα επικοινωνίας της Microsoft προστατεύονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

 Επιχειρήματα των διαδίκων

267    Η Microsoft προβάλλει, καταρχάς, σειρά επιχειρημάτων προκειμένου να αποδείξει ότι τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας παρουσιάζουν καινοτομίες από τεχνολογικής απόψεως. Εξηγεί, μεταξύ άλλων, ότι συχνά αναπτύσσονται στο πλαίσιο της εκτελέσεως ειδικών καθηκόντων από λειτουργικά συστήματα για διακομιστές και συνδέονται στενά με τον τρόπο με τον οποίο εκτελούνται τα εν λόγω καθήκοντα. Η χορήγηση αδειών όσον αφορά τα πρωτόκολλα αυτά συνεπάγεται, επομένως, τη γνωστοποίηση στους ανταγωνιστές πληροφοριών σχετικών με τα εσωτερικά χαρακτηριστικά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές με τα οποία χρησιμοποιούνται τα εν λόγω πρωτόκολλα. Η Microsoft προσθέτει ότι χρησιμοποιείται μεγάλος αριθμός μηχανικών και σημαντικοί οικονομικοί πόροι για την ανάπτυξη και τη βελτίωση των πρωτοκόλλων επικοινωνίας.

268    Η Microsoft εμμένει, ειδικότερα, στον καινοτόμο χαρακτήρα της τεχνολογίας Active Directory, τονίζοντας ότι οι υπηρεσίες καταλόγου αποτελούσαν βασικό παράγοντα ανταγωνισμού στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Συναφώς, παραπέμπει σε σημείωμα ενός από τους εμπειρογνώμονές της, του κ. Campbell-Kelly, στο οποίο περιγράφονται οι καινοτομίες της τεχνολογίας Active Directory και ιδίως «η μέθοδός της αναπαραγωγής σε διαφορετικούς διακομιστές στο εσωτερικό δικτύου πληροφορικής» (παράρτημα A.20 του δικογράφου της προσφυγής). Η Microsoft παραπέμπει επίσης στην περιλαμβανόμενη στο παράρτημα C.4 του υπομνήματος απαντήσεως γνώμη του κ. Lees, (βλ. ανωτέρω σκέψεις 205 και 265), με την οποία περιγράφονται οι καινοτόμες πτυχές ενός από τα πρωτόκολλα που χρησιμοποίησε η τεχνολογία Active Directory, ήτοι του πρωτοκόλλου DRS, και επισημαίνεται ότι πρέπει να κοινοποιηθούν πληροφορίες στους ανταγωνιστές της βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τέλος, η Microsoft παραπέμπει στο παράρτημα C.8.1 του υπομνήματος απαντήσεως, με το οποίο ένας από τους μηχανικούς της, ο κ. Hirst, περιγράφει μια σειρά προδιαγραφών όσον αφορά τον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής που χρησιμοποιεί η τεχνολογία Active Directory, προδιαγραφές τις οποίες υποστηρίζει ότι έπρεπε να είχε θέσει κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως.

269    Ακολούθως, η Microsoft προβάλλει σειρά επιχειρημάτων προκειμένου να αποδείξει ότι τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας προστατεύονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

270    Πρώτον, υποστηρίζει ότι οι καινοτόμες πτυχές των εν λόγω πρωτοκόλλων επικοινωνίας προστατεύονται από διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Επισημαίνει ότι απέκτησε πολλά διπλώματα ευρεσιτεχνίας για τα πρωτόκολλα αυτά στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ και ότι εκκρεμούν είκοσι περίπου σχετικές αιτήσεις. Εξάλλου, στηριζόμενη σε δύο γνώμες του κ. Knauer (παράρτημα A.21 του δικογράφου της προσφυγής και παράρτημα C.6 του υπομνήματος απαντήσεως), δικηγόρου ειδικευμένου στο δίκαιο των ευρεσιτεχνιών, επισημαίνει ότι το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιλαμβάνει την υποχρεωτική χορήγηση αδειών ευρεσιτεχνίας.

271    Δεύτερον, η Microsoft υποστηρίζει ότι οι προδιαγραφές των πρωτοκόλλων επικοινωνίας μεταξύ διακομιστών τις οποίες πρέπει να θέσει και να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως προστατεύονται με δικαίωμα του δημιουργού.

272    Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Microsoft εξετάζει το ζήτημα της προστασίας με δικαίωμα του δημιουργού από δύο διαφορετικές πλευρές. Αφενός, αναφέρεται στις έννοιες «αναγκαστική δημιουργία» και «αναγκαστική δημοσίευση», υποστηρίζοντας ότι, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν της είχε επιβάλει σχετική υποχρέωση, δεν θα είχε αναπτύξει τις επίμαχες προδιαγραφές ούτε θα είχε χορηγήσει τις σχετικές άδειες στους ανταγωνιστές της. Αφετέρου, επικαλούμενη το άρθρο 4 της οδηγίας 91/250, εγείρει το ζήτημα της «προσαρμογής ή [της] μεταβολής προστατευόμενων έργων». Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ένας ανταγωνιστής που χρησιμοποιεί αυτές τις προδιαγραφές προκειμένου να καταστήσει δυνατή τη διαλειτουργικότητα του λειτουργικού συστήματός του για διακομιστές με τα τμήματα των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές που παρέχουν τις υπηρεσίες ομάδας εργασίας δεν δημιουργεί με τον τρόπο αυτό «χωριστό έργο».

273    Τρίτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι τα πρωτόκολλα επικοινωνίας αποτελούν επιχειρηματικά απόρρητα μεγάλης αξίας. Επισημαίνει, ιδίως, επί του σημείου αυτού, ότι γνωστοποιεί τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας μεταξύ πελάτη και διακομιστή μόνο στο πλαίσιο συμφωνιών χορηγήσεως αδειών οι οποίες προβλέπουν υποχρέωση εμπιστευτικότητας και στις οποίες αναγνωρίζεται η ιδιότητα του κατόχου της τεχνολογίας αυτής. Υποστηρίζει ότι τα επιχειρηματικά απόρρητα αποτελούν μια μορφή πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι η προστασία τους διέπεται από το εθνικό δίκαιο. Τέλος, απορρίπτει την άποψη της Επιτροπής ότι μια επιχείρηση υφίσταται λιγότερο σοβαρή ζημία όταν πρέπει να αποκαλύψει επαγγελματικό απόρρητο, από όσο όταν υποχρεούται να δεχθεί την προσβολή των ευρεσιτεχνιών της ή των δικαιωμάτων του δημιουργού.

274    Η Microsoft συνάγει από τις ανωτέρω εκτιμήσεις ότι η επιβολή υποχρεώσεως στους ανταγωνιστές της χορηγήσεως αδειών σχετικών με τις προδιαγραφές των πρωτοκόλλων της επικοινωνίας της στερεί το πλεονέκτημα σημαντικών επενδύσεων, καθώς και ερευνητικών και αναπτυξιακών προσπαθειών για την κατάρτιση και τη βελτίωση των πρωτοκόλλων επικοινωνίας. Επιπλέον, η υποχρέωση αυτή περιορίζει, τόσο ως προς την ίδια όσο και ως προς τους ανταγωνιστές της, τα κίνητρα για επενδύσεις στα πρωτόκολλα επικοινωνίας.

275    Η Επιτροπή αμφισβητεί τα διάφορα επιχειρήματα που εκτέθηκαν με τις ανωτέρω σκέψεις 267 έως 274.

276    Καταρχάς, η Επιτροπή απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Microsoft ότι, αφενός, τα επίμαχα πρωτόκολλα επικοινωνίας παρουσιάζουν χαρακτήρα καινοτομίας και, αφετέρου, η χορήγηση αδειών για τα πρωτόκολλα αυτά συνεπάγεται την κοινοποίηση πληροφοριών όσον αφορά τα εσωτερικά χαρακτηριστικά των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές ομάδας εργασίας. Εκτιμά, μεταξύ άλλων, ότι τα έγγραφα των κυρίων Lees (παράρτημα C.4 του υπομνήματος απαντήσεως) και Hirst (παράρτημα C.8.1 του υπομνήματος απαντήσεως) δεν αποδεικνύουν ότι οι οικείες πληροφορίες περιλαμβάνουν «οποιαδήποτε εφεύρεση εγγενούς αξίας». Παραπέμπει σε δύο σημειώματα του συμβούλου της OTR (παραρτήματα D.2 και D.3 του υπομνήματος ανταπαντήσεως), με τα οποία αυτός σχολιάζει τα έγγραφα των κυρίων Lees και Hirst και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι απόψεις και οι αρχές στις οποίες στηρίζονται τα οικεία πρωτόκολλα επικοινωνίας δεν προβάλλονται για πρώτη φορά.

277    Ακολούθως, η Επιτροπή απορρίπτει την άποψη της Microsoft ότι, αφενός, τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και, αφετέρου, η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται υποχρεωτική χορήγηση αδειών.

278    Πρώτον, υποστηρίζει ότι η Microsoft δεν αποδεικνύει ότι οι προβαλλόμενες καινοτομίες των επίμαχων πρωτοκόλλων επικοινωνίας αποτελούν αντικείμενο ευρεσιτεχνίας. Επιπλέον, από πολλά στοιχεία προκύπτει ότι η άρνηση της Microsoft δεν δικαιολογείται από εκτιμήσεις όσον αφορά την προστασία των ευρεσιτεχνιών της. Συναφώς, επισημαίνει, ειδικότερα, ότι η Microsoft αναφέρθηκε στην ευρεσιτεχνία μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, ήτοι λίγες εβδομάδας πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, και κατόπιν επιμονής της στο σημείο αυτό (ήτοι την ευρεσιτεχνία EP 0669020).

279    Δεύτερον, η Επιτροπή απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Microsoft περί των δικαιωμάτων του δημιουργού. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι προδιαγραφές να μπορούν, αφ’ εαυτών, να καλυφθούν από το δικαίωμα του δημιουργού. Διευκρινίζει, πάντως, ότι τούτο δεν σημαίνει ότι η χρήση των «τεκμηριωμένων κατ’ αυτόν τον τρόπο» πληροφοριών στο πλαίσιο της εφαρμογής τους σε λειτουργικό σύστημα συνιστά προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή μιας προδιαγραφής δεν αποτελεί αντίγραφο, αλλά καταλήγει σε σαφώς χωριστό έργο. Εξάλλου, η Επιτροπή εμμένει στο ότι το ζήτημα κατά πόσον οι προδιαγραφές καλύπτονται από το δικαίωμα του δημιουργού αποτελεί, ως εκ της φύσεώς του, αμιγώς επικουρικό ζήτημα, υπενθυμίζοντας ότι κεντρικό ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση αποτελεί η επιβληθείσα στη Microsoft υποχρέωση να γνωστοποιήσει πληροφορίες και να επιτρέψει τη χρήση τους, πράγμα που προϋποθέτει κατ’ ανάγκην τη σύνταξη εγγράφου. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Microsoft προέβαλε δύο νέα επιχειρήματα όσον αφορά το ζήτημα των δικαιωμάτων του δημιουργού στο υπόμνημα απαντήσεως (βλ. ανωτέρω σκέψη 272) και εκτιμά ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτα βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Κρίνει ότι, εν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι βάσιμα.

280    Τρίτον, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι πληροφορίες τις οποίες πρέπει να γνωστοποιήσει η Microsoft κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως θεωρούνταν μέχρι το σημείο εκείνο απόρρητες έναντι των ανταγωνιστών της στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Αντιθέτως, φρονεί ότι η εκ μέρους της Microsoft εξομοίωση αυτών των «επιχειρηματικών απορρήτων» με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας «που καθορίζει ο νόμος» δεν είναι καθόλου προφανής. Η Επιτροπή υποστηρίζει, συναφώς, ότι η νομολογία περί της υποχρεωτικής χορηγήσεως αδειών δεν εφαρμόζεται, αυτή καθαυτή, στα επιχειρηματικά απόρρητα και ότι η προστασία τους στο εθνικό δίκαιο είναι κατά κανόνα πιο περιορισμένη από εκείνη που εξασφαλίζει το δικαίωμα του δημιουργού ή των ευρεσιτεχνιών. Στην υπό κρίση υπόθεση, η αξία του οικείου «απορρήτου» δεν έγκειται στο ότι περιλαμβάνει καινοτομία, αλλά στο ότι ανήκει σε κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση.

281    Η SIIA, προβάλλοντας κατ’ ουσίαν τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα που ανέπτυξε επί του σημείου αυτού η Επιτροπή, υποστηρίζει ότι η Microsoft δεν αποδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει τα δικαιώματά της πνευματικής ιδιοκτησίας και συνεπάγεται την υποχρεωτική χορήγηση αδειών.

282    Η FSFE υποστηρίζει ότι η «τεχνολογία» την οποία η Microsoft αρνείται να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της δεν είναι ούτε νέα ούτε καινοτόμος. Εξηγεί ότι η πολιτική της εταιρίας αυτής συνίσταται, πράγματι, στην έκδοση ήδη υφιστάμενων πρωτοκόλλων στα οποία επιφέρει επουσιώδεις και ανώφελες τροποποιήσεις με σκοπό να παρεμποδίσει τη διαλειτουργικότητα. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα πρωτόκολλα: CIFS/SMB (Common Internet File System/Server Message Block), DCE/RPC (Distributed Computing Environment/Remote Procedure Call), Kerberos 5 και LDAP.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

283    Μολονότι οι διάδικοι ασχολήθηκαν εκτενώς, τόσο με τα υπομνήματά τους όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, με το ζήτημα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που καλύπτει τα πρωτόκολλα επικοινωνίας της Microsoft ή τις προδιαγραφές τους, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο για την επίλυση της υπό κρίση υποθέσεως να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.

284    Πράγματι, τα επιχειρήματα που η Microsoft αντλεί από τα φερόμενα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν μπορούν, αφ’ εαυτών, να θίξουν τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Χωρίς να λάβει θέση επί της βασιμότητας των επιχειρημάτων αυτών, η Επιτροπή εξέδωσε την οικεία απόφαση, εκτιμώντας ότι η Microsoft μπορούσε να επικαλεστεί τα εν λόγω δικαιώματα εν προκειμένω. Με άλλα λόγια, η Επιτροπή εκκινεί από την άποψη ότι ήταν πιθανό η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση συμπεριφορά της Microsoft, όσον αφορά την πρώτη προβληματική, να μην αποτελεί απλή άρνηση παροχής προϊόντος ή υπηρεσίας απαραίτητης για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας, αλλά άρνηση χορηγήσεως σε τρίτο αδείας αφορώσας δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, προτάσσοντας με τον τρόπο αυτό την αυστηρότερη νομολογιακή λύση και, ως εκ τούτου, την ευνοϊκότερη για τη Microsoft (βλ. κατωτέρω σκέψεις 312 έως 336). Συνεπώς, η Επιτροπή ούτε διαπίστωσε ούτε απέκλεισε, αφενός, ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στη Microsoft αποτελούσε άρνηση χορηγήσεως αδείας και, αφετέρου, ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως διορθωτικό μέτρο περιελάμβανε υποχρέωση χορηγήσεως αδειών.

285    Συγκεκριμένα, με την αιτιολογική σκέψη 190 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, η Microsoft επικαλέστηκε την ύπαρξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και το γεγονός ότι οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα επίμαχες πληροφορίες αποτελούσαν επιχειρηματικά απόρρητα. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν αποκλείεται η Microsoft να μπορεί να στηριχθεί στα δικαιώματα αυτά για να αποτρέψει την εκ μέρους της Sun εφαρμογή των επίμαχων προδιαγραφών στα προϊόντα της. Η Επιτροπή δέχεται επίσης ότι είναι πιθανόν οι προδιαγραφές αυτές να περιέχουν καινοτομίες και να αποτελούν επιχειρηματικά απόρρητα. Γενικότερα, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η εντολή προς τη Microsoft να γνωστοποιήσει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες σε τρίτους και να επιτρέψει τη χρήση τους να προσκρούει στην ελεύθερη άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η Επιτροπή εμμένει στην τελευταία αυτή διαπίστωση με την αιτιολογική σκέψη 546 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με την υποσημείωση 249 της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξηγεί ότι, «[ε]ν πάση περιπτώσει, εφόσον δεν είναι δυνατή η πρόσβαση στις κρίσιμες προδιαγραφές, δεν [μπορεί] να εξακριβώσει σε ποιο βαθμό οι σχετικές με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας εκτιμήσεις της Microsoft είναι ακριβείς».

286    Περαιτέρω, με τις αιτιολογικές σκέψεις 1003 και 1004 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή, περιγράφοντας το περιεχόμενο του μέτρου που σκοπεί στη διόρθωση της καταχρηστικής αρνήσεως που προσάπτεται στη Microsoft, τονίζει ότι το μέτρο αυτό, αφενός, αφορά μόνον προδιαγραφές συστημάτων διασυνδέσεως και όχι στοιχεία πηγαίου κώδικα και, αφετέρου, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι καθίσταται δυνατή για τους ανταγωνιστές της Microsoft η εφαρμογή των προδιαγραφών που γνωστοποιούνται στα λειτουργικά συστήματά τους για διακομιστές ομάδας εργασίας. Πράγματι, η Επιτροπή επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι «οι προδιαγραφές δεν πρόκειται επίσης να αναπαραχθούν, να αναπροσαρμοστούν, να μεταβληθούν ή να τροποποιηθούν, αλλά θα χρησιμοποιηθούν από τρίτους για τη δημιουργία ιδίων συστημάτων διασυνδέσεως συμβατών με τις εν λόγω προδιαγραφές» (αιτιολογική σκέψη 1004 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή καταλήγει στη διαπίστωση ότι, «[ε]ν πάση περιπτώσει, αν η [προσβαλλόμενη] απόφαση απαγόρευε στη Microsoft να ασκήσει πλήρως ορισμένα από τα δικαιώματά της πνευματικής ιδιοκτησίας, η απαγόρευση αυτή θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από την ανάγκη παύσεως της διαπιστωθείσας καταχρήσεως» (1004η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως).

287    Με τα υπομνήματά της, η Επιτροπή προβάλλει επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της ίδιας απόψεως. Πράγματι, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, χαρακτηρίζει ως «παραπλανητικό» τον ισχυρισμό που διατύπωσε η Microsoft με το υπόμνημα απαντήσεως, κατά τον οποίο «η [προσβαλλόμενη] απόφαση επιβάλλει [στην εταιρία αυτή] την υποχρέωση να χορηγήσει άδεια για όλα τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που ενδεχομένως είναι αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαγραφών στα προϊόντα της». Διευκρινίζει, καταρχάς, συναφώς ότι «η προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεώνει τη Microsoft να αναγνωρίσει το δικαίωμα χρήσεως των προδιαγραφών με σκοπό τη δημιουργία προϊόντων δυνάμενων να διαλειτουργούν» και ότι, «[η υποχρέωση αυτή], στο μέτρο που μπορεί να περιορίσει την ικανότητα της Microsoft να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση ορισμένων από τα [δικαιώματά της πνευματικής ιδιοκτησίας], δικαιολογείται από την ανάγκη παύσεως της παραβάσεως». Η Επιτροπή τονίζει ότι «[η προσβαλλόμενη] απόφαση δεν λαμβάνει θέση επί του ζητήματος αν προσβάλλονται τα [δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας] της Microsoft». Διευκρινίζει, ακολούθως, ότι δεν είναι δυνατή, πάντως, η διαπίστωση ότι η άρνηση που προσάπτεται στη Microsoft δικαιολογείται από την άσκηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ούτε ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά την υποχρεωτική χορήγηση αδειών. Συγκεκριμένα, ούτε από τη δικογραφία ούτε από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει ότι συντρέχει η περίπτωση αυτή και, ειδικότερα, ότι «οι ανταγωνιστές χρειάζονται άδεια η οποία θα τους εξασφαλίζει πρόσβαση σε ορισμένα [δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας] της Microsoft προκειμένου να εξασφαλισθεί η διαλειτουργικότητα με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows».

288    Τονίζεται, επίσης, ότι η Επιτροπή, προς απάντηση μίας από τις γραπτές ερωτήσεις που της έθεσε το Πρωτοδικείο, επιβεβαίωσε ότι δεν έχει διευκρινιστεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αν οι πληροφορίες σχετικά με τη διαλειτουργικότητα καλύπτονταν από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή από το δικαίωμα του δημιουργού. Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί επί του σημείου αυτού, καθόσον, εν πάση περιπτώσει, «οι προϋποθέσεις διαπιστώσεως καταχρήσεως και επιβολής του διορθωτικού μέτρου [που προβλέπει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως] πληρούνταν, ανεξαρτήτως του αν οι πληροφορίες προστατεύονται από οποιοδήποτε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή δικαίωμα του δημιουργού».

289    Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η βασιμότητα του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως πρέπει να εκτιμηθεί λαμβανομένου ως δεδομένου ότι τα επίμαχα πρωτόκολλα ή οι προδιαγραφές τους καλύπτονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή αποτελούν επιχειρηματικά απόρρητα και ότι τα δικαιώματα αυτά πρέπει να εξομοιωθούν με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

290    Συνεπώς, το κύριο ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο αυτού του σκέλους είναι το αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή και διαψεύδει η Microsoft, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση μπορεί να χορηγήσει άδεια όσον αφορά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας πληρούνται εν προκειμένω.

 Επί καθαυτού του επιχειρήματος που προβάλλεται προς στήριξη του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως

 i) Επί των περιστάσεων υπό το πρίσμα των οποίων πρέπει να αναλυθεί η προσαπτόμενη παράβαση


 Επιχειρήματα των διαδίκων

291    Η Microsoft, υποστηριζόμενη από την CompTIA και την ACT, υποστηρίζει, κυρίως, ότι η πρώτη προβληματική πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των κριτηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση Magill και που υπενθυμίστηκαν με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση IMS Health.

292    Προς στήριξη της απόψεως αυτής, η Microsoft, πρώτον, επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει την υποχρεωτική χορήγηση αδειών όσον αφορά τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας τα οποία παρουσιάζουν καινοτομίες από τεχνολογικής απόψεως και καλύπτονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

293    Δεύτερον, η Microsoft ερμηνεύει το επιχείρημα της Επιτροπής που θα εκτεθεί στη σκέψη 302 υπό την έννοια ότι, κατά την Επιτροπή, δεν πρέπει να εφαρμόζει τα προαναφερθέντα κριτήρια όταν πρόκειται περί «τεχνολογικής φύσεως συνδεόμενες πωλήσεις». Το επιχείρημα αυτό, πάντως, δεν βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 1994, T‑83/91, Tetra Pak κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II‑755), κυρωθείσα κατ’ αναίρεση με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 1996, C‑333/94 P, Tetra Pak κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I‑5951) (στο εξής: υπόθεση Tetra Pak II), την οποία επικαλείται η Επιτροπή.

294    Τρίτον, η Microsoft απορρίπτει τα επιχειρήματα που η Επιτροπή αντλεί από την άποψη ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρουν από εκείνες της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 υποθέσεως IMS Health.

295    Συναφώς, πρώτον, η Microsoft επισημαίνει ότι η τελευταία αυτή υπόθεση αφορούσε σημαντικά αποτελέσματα δικτύου και ότι, ακριβώς λόγω της παρουσίας των αποτελεσμάτων αυτών, έγινε δεκτό ότι η αποτελούμενη από 1 860 ενότητες δομή που δημιούργησε η IMS Health αποτελεί βιομηχανικό πρότυπο. Η Microsoft προσθέτει ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το επιχείρημα ότι, αρνούμενη να «καταστήσει δυνατή τη συμβατότητα», η Microsoft δεν εκπλήρωσε τους σκοπούς γενικού συμφέροντος που καθορίζει η οδηγία 91/250. Εν πάση περιπτώσει, αόριστες εκτιμήσεις περί του γενικού συμφέροντος δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την εντολή σε μια επιχείρηση να χορηγήσει άδειες. Τέλος, η Microsoft υποστηρίζει ότι η οδηγία 91/250 δεν προβλέπει καμία υποχρέωση γνωστοποιήσεως πληροφοριών.

296    Δεύτερον, η Microsoft απορρίπτει τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι χρησιμοποίησε την ισχύ που διαθέτει στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη για να κατακτήσει την αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Υποστηρίζει ότι ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε από το υπόμνημα αντικρούσεως προκύπτει σαφώς η ισχύς που χρησιμοποιήθηκε ή ο τρόπος με τον οποίο ασκήθηκε η ισχύς αυτή.

297    Τρίτον, η Microsoft φρονεί ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι σημειώθηκε σημαντική μείωση σε σχέση με τα υψηλότερα επίπεδα προμήθειας του παρελθόντος είναι εσφαλμένος τόσο από νομικής απόψεως όσο και από απόψεως πραγματικών περιστατικών και δεν λαμβάνει υπόψη αρχές οι οποίες τέθηκαν με την προαναφερθείσα στη σκέψη 112 απόφαση Bronner. Όπως επισημαίνει, σε καμία στιγμή δεν χορήγησε στη Sun ή σε άλλο προμηθευτή ανταγωνιστικών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας άδεια όσον αφορά τις προδιαγραφές των πρωτοκόλλων της επικοινωνίας. Η Microsoft επισημαίνει ότι χορήγησε στην AT&T, το 1994, άδεια εκμεταλλεύσεως μιας τεχνολογίας δικτύου προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη του προϊόντος που καλείται «Advanced Server for UNIX (AS/U)» και ότι ορισμένα προϊόντα που στηρίζονται στην τεχνολογία AS/U κατασκευάστηκαν από σημαντικούς προμηθευτές UNIX, περιλαμβανομένου του συστήματος «PC NetLink» της Sun. Η Microsoft διευκρινίζει ότι, μολονότι συμφώνησε με την AT&T το 2001 να μην επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της αδείας προκειμένου να συμπεριληφθούν νέες τεχνολογίες, η «τεχνολογία AS/U» και τα προϊόντα που στηρίζονται σε αυτή εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα. Κατά την άποψή της, το γεγονός ότι χορήγησε με τον τρόπο αυτό στην AT&T, προ δεκαετίας τουλάχιστον, άδεια εκμεταλλεύσεως για συγκεκριμένη τεχνολογία δεν μπορεί να την υποχρεώσει να χορηγεί στο μέλλον και για αόριστο χρόνο άδειες για όλες τις σχετικές τεχνολογίες, μεταξύ των οποίων και για τα πρωτόκολλα επικοινωνίας.

298    Τέταρτον, η Microsoft επισημαίνει ότι, με την αιτιολογική σκέψη 577 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι «η άρνηση παροχής που αντιτάσσει η Microsoft στη Sun εντάσσεται σε μια ευρύτερη συμπεριφορά σκοπός της οποίας είναι να μη γνωστοποιούνται στους κατασκευαστές λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας ορισμένες σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες». Κατά την άποψή της, η κατευθυντήρια γραμμή που της προσάπτεται ισοδυναμεί με την «εφαρμογή, χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, μιας πολιτικής την οποία εφαρμόζουν όλες σχεδόν οι εταιρίες τεχνολογίας προκειμένου να προστατεύσουν τις ερευνητικές και αναπτυξιακές προσπάθειές τους» και η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει «εξαιρετική περίσταση» κατά την έννοια των προαναφερθεισών στη σκέψη 107 αποφάσεων Magill και IMS Health.

299    Επικουρικώς, η Microsoft, υποστηριζόμενη από την CompTIA και την ACT, υποστηρίζει ότι, αν γίνει δεκτό ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν προσβάλλεται κανένα δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοστούν είναι εκείνα που δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα στη σκέψη 112 απόφαση Bronner, τα οποία αντιστοιχούν στο πρώτο, δεύτερο και τέταρτο κριτήριο της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 αποφάσεως IMS Health, όπως προσδιορίστηκαν με την ανωτέρω σκέψη 116.

300    Τέλος, η Microsoft, η CompTIA και η ACT υποστηρίζουν ότι κανένα από τα τέσσερα κριτήρια της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 αποφάσεως IMS Health και, κατά συνέπεια, κανένα από τα τρία κριτήρια της προαναφερθείσας στη σκέψη 112 αποφάσεως Bronner δεν πληρούται εν προκειμένω.

301    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την SIIA και την FSFE, υποστηρίζει, κυρίως, ότι, ακόμη και αν έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη άρνηση δικαιολογείται από την άσκηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται την υποχρεωτική χορήγηση αδειών, η παρούσα προβληματική δεν θα έπρεπε να εκτιμηθεί αυτομάτως βάσει των κριτηρίων που έχει θέσει η «νομολογία IMS Health».

302    Στο πλαίσιο αυτό, καταρχάς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο «κανόνας περί εξαιρετικών περιστάσεων» που προβλέπει η νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί «αυτός καθαυτόν και χωρίς άλλη διευκρίνιση» στην περίπτωση αρνήσεως χορηγήσεως επιχειρηματικών απορρήτων που δημιουργεί «τεχνολογικό δεσμό» μεταξύ ενός χωριστού προϊόντος και ενός κυρίαρχου προϊόντος.

303    Ακολούθως, η Επιτροπή διατείνεται ότι η προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση IMS Health δεν αριθμεί εξαντλητικώς τις εξαιρετικές περιστάσεις. Υποστηρίζει ότι, με την απόφαση αυτή, όπως και με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση Magill, το Δικαστήριο έθεσε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ήταν δυνατή η έκδοση αποφάσεως προβλέπουσας την υποχρεωτική χορήγηση αδειών, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων των αντίστοιχων υποθέσεων. Συγκεκριμένα, με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση IMS Health, το Δικαστήριο περιορίστηκε σε έναν κατάλογο κριτηρίων τα οποία «ήταν αρκετό» να πληρούνται. Στην πραγματικότητα, για να εξακριβώσει αν η εκ μέρους κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως άρνηση προμήθειας έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, η Επιτροπή θα έπρεπε να εξετάσει το σύνολο των παραγόντων που συνοδεύουν την άρνηση αυτή και ιδίως το ειδικό οικονομικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται.

304    Περαιτέρω, η Επιτροπή αριθμεί τα στοιχεία που διακρίνουν τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως από εκείνες της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 υποθέσεως IMS Health και από τα οποία προκύπτει ότι η άρνηση που προσάπτεται στη Microsoft αποτελεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως.

305    Πρώτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την ιδιαιτερότητα ότι αφορά άρνηση παροχής σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών στον τομέα των λογισμικών. Σκοπός της αποφάσεως αυτής είναι να καταστήσει δυνατή την ανάπτυξη προϊόντων συμβατών με εκείνα της Microsoft, ενώ οι αναφερθείσες από τη Microsoft προηγούμενες υποθέσεις αφορούσαν καταστάσεις στις οποίες το «προστατευόμενο προϊόν» έπρεπε να ενσωματωθεί στα προϊόντα των ανταγωνιστών για λόγους που έβαιναν πέραν του στόχου απλής εξασφαλίσεως συμβατότητας δύο χωριστών προϊόντων. Επιπλέον, οι προηγούμενες αυτές υποθέσεις δεν αφορούσαν ειδικά προβλήματα σε τομείς στους οποίους τα αποτελέσματα δικτύου εμφανίζουν υψηλό βαθμό παρουσίας. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αντιθέτως προς τον επίμαχο στην υπό κρίση υπόθεση τομέα, οι επίμαχοι στις προηγούμενες αυτές υποθέσεις οικονομικοί τομείς δεν ήταν «τομείς στους οποίους ο νομοθέτης αναγνώρισε σαφώς τη χρησιμότητα της συμβατότητας για την εταιρία εν γένει». Ειδικότερα, παραπέμποντας στις αιτιολογικές σκέψεις 745 έως 763 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υπενθυμίζει τη σπουδαιότητα που απέδωσε ο κοινοτικός νομοθέτης στη διαλειτουργικότητα, ιδίως στο πλαίσιο της οδηγίας 91/250, καθώς και την κρίση του ότι η γνωστοποίηση πληροφοριών για σκοπούς διαλειτουργικότητας ευνοεί τον ανταγωνισμό και την καινοτομία.

306    Δεύτερον, η Επιτροπή επικαλείται το ότι η παρούσα προβληματική αφορά έναν κατέχοντα δεσπόζουσα θέση προμηθευτή ο οποίος χρησιμοποιεί την ισχύ που διαθέτει σε συγκεκριμένη αγορά, εν προκειμένω στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, προκειμένου να εξαλείψει τον ανταγωνισμό σε παραπλήσια αγορά, ήτοι στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, «ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τα εμπόδια εισόδου στην αρχική αγορά του ενώ συγχρόνως αποκομίζει επιπλέον προσόδους μονοπωλίου». Η κατάσταση αυτή επιβαρύνει τη ζημία που συνεπάγεται ήδη για τους καταναλωτές ο περιορισμός της αναπτύξεως νέων προϊόντων.

307    Τρίτον, η Επιτροπή τονίζει ότι η παρούσα προβληματική αφορά έναν κατέχοντα δεσπόζουσα θέση προμηθευτή ο οποίος πραγματοποιεί σημαντική μείωση σε σχέση με τα υψηλότερα επίπεδα προμήθειας του παρελθόντος (αιτιολογικές σκέψεις 578 έως 584 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επισημαίνει ότι, αρχικώς, πολιτική της Microsoft ήταν να γνωστοποιήσει και να μην αποκρύψει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, πράγμα που διευκόλυνε ιδίως την εισαγωγή στην αγορά των δικών της λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, χωρίς να αποθαρρύνει την καινοτομία. Ωστόσο, αφ’ ης στιγμής τα «προϊόντα διακομιστών» διατέθηκαν επαρκώς στην αγορά, η Microsoft μετέβαλε τη στάση της και επέλεξε να αποκλείσει τους ανταγωνιστές της, αρνούμενη να τους παράσχει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες (αιτιολογικές σκέψεις 587, 588, 637 επ. της προσβαλλομένης αποφάσεως).

308    Η Επιτροπή εκτιμά ότι η Microsoft δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη σημαντική μείωση σε σχέση με τα υψηλότερα επίπεδα προμήθειας του παρελθόντος. Συναφώς, επισημαίνει, καταρχάς, ότι η συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της Microsoft και της AT&T, η οποία παρέσχε στην AT&T τη δυνατότητα να αναπτύξει την τεχνολογία AS/U, δεν αφορούσε τη γνωστοποίηση μόνο σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών όπως οι επίμαχες στην προσβαλλόμενη απόφαση πληροφορίες, αλλά και συμπληρωματικών πληροφοριών. Επιπλέον, η Επιτροπή φρονεί ότι το γεγονός ότι η τεχνολογία AS/U εξακολουθεί να είναι διαθέσιμη δεν ασκεί επιρροή. Παραπέμποντας στις αιτιολογικές σκέψεις 580 έως 583 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνει, επί του σημείου αυτού, ότι οι γνωστοποιήσεις που πραγματοποιούνται «στο πλαίσιο της τεχνολογίας AS/U» είναι πλέον παρωχημένες, καθόσον η Microsoft έχει τροποποιήσει τα σχετικά πρωτόκολλα στις μεταγενέστερες εκδοχές του συστήματος Windows. Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι ο ισχυρισμός της Microsoft ότι η χορήγηση στην AT&T άδειας εκμεταλλεύσεως, προ δεκαετίας τουλάχιστον, για συγκεκριμένη τεχνολογία δεν την υποχρεώνει να χορηγήσει, για το μέλλον και επ’ αόριστον, άδειες για όλες τις συνδεόμενες τεχνολογίες δεν ασκεί επιρροή στην προσέγγιση που ακολουθήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, η σημαντική μείωση σε σχέση με τα υψηλότερα επίπεδα προμήθειας του παρελθόντος δεν νοείται ως κατάχρηση καθαυτή, αλλά ως στοιχείο εκτιμήσεως της αρνήσεως παροχής που προσάπτεται στη Microsoft (αιτιολογικές σκέψεις 578 επ. της προσβαλλομένης αποφάσεως).

309    Τέταρτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι η απλή άρνηση χορηγήσεως άδειας για δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας εντάσσεται σε μια γενική κατευθυντήρια γραμμή αποτελεί, αφ’ εαυτού, «εξαιρετική περίσταση» αρκετή για να καταστήσει καταχρηστική την εν λόγω άρνηση. Εκτιμά απλώς ότι το γεγονός ότι η Sun δεν είναι ο μοναδικός ανταγωνιστής στον οποίο η Microsoft αρνήθηκε την πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες είναι κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση της συμβατότητας της συμπεριφοράς της εταιρίας αυτής με το άρθρο 82 EΚ.

310    Όσον αφορά το επιχείρημα που η Microsoft προβάλλει επικουρικώς, ότι δηλαδή η υπό κρίση υπόθεση θα έπρεπε να εξετασθεί από πλευράς των κριτηρίων που τέθηκαν με την προαναφερθείσα στη σκέψη 112 απόφαση Bronner, η Επιτροπή κρίνει ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Επισημαίνει ότι η απόφαση Bronner αφορά την πρόσβαση σε μια υποδομή που χρειάστηκε σημαντικές επενδύσεις και εκτιμά ότι, αν έπρεπε να αποδειχθεί ότι οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση πληροφορίες δεν προστατεύονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά συνίστανται σε αμιγώς αυθαίρετους συνδυασμούς μηνυμάτων, η εν λόγω απόφαση δεν θα αποτελούσε βεβαίως «κατάλληλο σημείο αναφοράς».

311    Επικουρικώς, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την SIIA και την FSFE, υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που σχετίζεται με την πρώτη προβληματική, πρέπει να εκτιμηθεί από πλευράς των κριτηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση IMS Health, τα κριτήρια αυτά πληρούνται εν προκειμένω.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

312    Υπενθυμίζεται ότι η Microsoft προβάλλει την άποψη ότι η άρνηση παροχής των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών που της προσάπτεται δεν μπορεί να αποτελεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ, καθόσον, αφενός, οι πληροφορίες αυτές προστατεύονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας –ή αποτελούν επιχειρηματικά απόρρητα– και, αφετέρου, τα νομολογιακά κριτήρια που υποχρεώνουν μια κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να χορηγήσει άδεια σε τρίτο δεν πληρούνται εν προκειμένω.

313    Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι, κατά την Επιτροπή, δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο αν η συμπεριφορά που προσάπτεται στη Microsoft αποτελεί άρνηση χορηγήσεως σε τρίτον αδείας όσον αφορά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και αν τα επιχειρηματικά απόρρητα χρήζουν του ίδιου βαθμού προστασίας με τα εν λόγω δικαιώματα, καθόσον, εν πάση περιπτώσει, τα αυστηρά κριτήρια βάσει των οποίων η εν λόγω άρνηση μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ πληρούνται εν προκειμένω (βλ. ανωτέρω σκέψεις 284 έως 288).

314    Μολονότι η Microsoft και η Επιτροπή συμφωνούν με την άποψη ότι η επίμαχη άρνηση μπορεί να εκτιμηθεί από πλευράς του άρθρου 82 ΕΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι αποτελεί άρνηση χορηγήσεως αδείας αφορώσας δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, διαφωνούν, αντιθέτως, ως προς τα νομολογιακά κριτήρια που εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή.

315    Συγκεκριμένα, η Microsoft επικαλείται, κυρίως, τα κριτήρια που τέθηκαν με τις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health, και, επικουρικώς, τα κριτήρια που τέθηκαν με την προαναφερθείσα στη σκέψη 112 απόφαση Bronner.

316    Η Επιτροπή εκτιμά ότι μια «αυτόματη» εφαρμογή των κριτηρίων της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 αποφάσεως IMS Health είναι «προβληματική» εν προκειμένω. Υποστηρίζει ότι, για να εξακριβωθεί αν η άρνηση αυτή έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των ειδικών περιστάσεων που συνοδεύουν την άρνηση αυτή, οι οποίες δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να συμπίπτουν με εκείνες που καθορίστηκαν με τις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health. Στο πλαίσιο αυτό διευκρινίζει, με την αιτιολογική σκέψη 558 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «[α]πό τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει το σύνολο των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν ένα συγκεκριμένο παράδειγμα αρνήσεως προμήθειας και να εκδώσει την απόφασή της υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων της πλήρους αυτής εξετάσεως».

317    Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Πρωτοδικείου, επιβεβαίωσε ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στη Microsoft παρουσιάζει τρία χαρακτηριστικά εξαιτίας των οποίων μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική. Το πρώτο χαρακτηριστικό συνίσταται στο ότι οι πληροφορίες που η Microsoft αρνείται να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της σχετίζονται με τη διαλειτουργικότητα στον τομέα των λογισμικών, ήτοι με ένα ζήτημα στο οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης αποδίδει ιδιαίτερη σημασία. Το δεύτερο χαρακτηριστικό έγκειται στο ότι η Microsoft χρησιμοποιεί την εξαιρετική ισχύ που διαθέτει στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη προκειμένου να εξαλείψει τον ανταγωνισμό στην παραπλήσια αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Το τρίτο χαρακτηριστικό συνίσταται στο ότι η επίμαχη συμπεριφορά συνεπάγεται σημαντική μείωση σε σχέση με τα επίπεδα προμήθειας του παρελθόντος.

318    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, τα κριτήρια που δέχθηκε το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health πληρούνται επίσης εν προκειμένω.

319    Προς απάντηση στα διάφορα αυτά επιχειρήματα, επισημαίνεται ότι, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 547 της προσβαλλομένης αποφάσεως, μολονότι οι επιχειρήσεις είναι καταρχήν ελεύθερες να επιλέγουν τους εμπορικούς συνεταίρους τους, η άρνηση προμήθειας εκ μέρους κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες και εφόσον δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς, να αποτελέσει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ.

320    Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια εταιρία που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά πρώτων υλών και που, προκειμένου να διατηρήσει τις ύλες αυτές για ίδια παραγωγή προϊόντων, αρνείται την προμήθεια σε πελάτη που παράγει ο ίδιος τα προϊόντα αυτά, με κίνδυνο την εξάλειψη κάθε ανταγωνισμού εκ μέρους του εν λόγω πελάτη, εκμεταλλεύεται τη δεσπόζουσα θέση της με καταχρηστικό τρόπο κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ (απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 1974, 6/73 και 7/73, Istituto Chemioterapico Italiano και Commercial Solvents κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 113· βλ., όσον αφορά την άρνηση παροχής υπηρεσίας, απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 1985, 311/84, CBEM, Συλλογή 1985, σ. 3261).

321    Στην υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 238/87, Volvo (Συλλογή 1988, σ. 6211), το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσας δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, ερωτήθηκε επί του αν η άρνηση κατασκευαστή αυτοκινήτων, κατόχου δικαιώματος επί υποδείγματος που καλύπτει στοιχεία αμαξώματος να χορηγήσει σε τρίτους άδεια για την κατασκευή ανταλλακτικών που ενσωματώνουν το προστατευόμενο υπόδειγμα, έπρεπε να θεωρηθεί ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο τόνισε ότι η εξουσία του δικαιούχου του προστατευομένου υποδείγματος να εμποδίζει τρίτους να κατασκευάζουν και να πωλούν, χωρίς τη συναίνεσή του, προϊόντα που αποτελούν υλοποίηση του υποδείγματος συνιστούσε την ουσία καθαυτή του αποκλειστικού του δικαιώματος. Το Δικαστήριο διαπίστωσε (σκέψη 8) ότι «η επιβολή στον δικαιούχο του προστατευόμενου υποδείγματος της υποχρεώσεως να παραχωρεί σε τρίτους, έστω και έναντι ευλόγων δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως, την άδεια να προμηθεύουν προϊόντα που αποτελούν υλοποίηση του υποδείγματος θα ισοδυναμούσε με στέρηση του δικαιούχου από το αποκλειστικό του δικαίωμα, [οπότε] η άρνηση παραχωρήσεως τέτοιας αδείας δεν συνιστά, αυτή καθαυτή, καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως». Το Δικαστήριο προσέθεσε, ωστόσο, ότι «η εκ μέρους του δικαιούχου υποδείγματος στοιχείων αμαξώματος αυτοκινήτων οχημάτων άσκηση του αποκλειστικού του δικαιώματος ενδέχεται να απαγορεύεται βάσει του άρθρου [82 ΕΚ], αν συνεπ[αγόταν], εκ μέρους επιχειρήσεως που κατ[είχε] δεσπόζουσα θέση, ορισμένες μορφές συμπεριφοράς, όπως την αυθαίρετη άρνηση προμηθείας ανταλλακτικών σε ανεξάρτητα συνεργεία επισκευών, τον καθορισμό υπέρογκων τιμών των ανταλλακτικών ή την απόφαση παύσεως παραγωγής ανταλλακτικών για ορισμένο τύπο αυτοκινήτου, ενώ πολλά αυτοκίνητα αυτού του τύπου εξακολουθού[σα]ν να κυκλοφορούν, εφόσον βέβαια η συμπεριφορά αυτή μπορ[ούσε] να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» (σκέψη 9).

322    Με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση Magill, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο κατ’ αναίρεση, κλήθηκε επίσης να αποφανθεί επί του ζητήματος της αρνήσεως εκ μέρους κατέχουσας δεσπόζουσας θέσεως επιχειρήσεως να χορηγήσει άδεια σε τρίτο για τη χρήση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Η υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση είχε ως αντικείμενο απόφαση της Επιτροπής με την οποία είχε κριθεί ότι τρεις εταιρίες τηλεοπτικής μεταδόσεως είχαν ενεργήσει κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεως που κατείχαν στην αγορά που αντιπροσώπευαν τα εβδομαδιαία προγράμματά τους και στην αγορά τηλεοπτικών οδηγών στους οποίους δημοσιεύονταν τα προγράμματα αυτά, διότι επικαλέστηκαν το δικαίωμα του δημιουργού επί των εν λόγω προγραμμάτων για να εμποδίσουν τρίτους να δημοσιεύσουν πλήρεις εβδομαδιαίους οδηγούς προγραμμάτων των διαφόρων τηλεοπτικών καναλιών. Η Επιτροπή διέταξε, ως εκ τούτου, τις εν λόγω εταιρίες τηλεοπτικής μεταδόσεως να προμηθεύσουν μεταξύ τους και σε τρίτους, κατόπιν σχετικού αιτήματος και χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, τα προγράμματά τους εβδομαδιαίων εκπομπών τα οποία έχουν καταρτίσει εκ των προτέρων και να επιτρέψουν την αναπαραγωγή των προγραμμάτων αυτών από τα εν λόγω φυσικά και νομικά πρόσωπα. Διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, ότι τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως που ζητούν οι εταιρίες αυτές στην περίπτωση κατά την οποία επιλέξουν την παροχή και την αναπαραγωγή των προγραμμάτων αυτών μέσω αδειών έπρεπε να είναι εύλογου ποσού.

323    Με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση Magill (σκέψη 49), το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην προαναφερθείσα στη σκέψη 321 απόφαση Volvo, έκρινε ότι «το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής συγκαταλ[εγόταν] στα προνόμια του δημιουργού, με αποτέλεσμα η άρνηση χορηγήσεως της εν λόγω αδείας, έστω και εάν προέρχεται από επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση, να μη συνιστά, αυτή καθαυτή, καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω θέσεως». Παραπέμποντας πάντα στην προαναφερθείσα στη σκέψη 321 απόφαση Volvo, διευκρίνισε, ωστόσο, ότι «η εκ μέρους του δικαιούχου άσκηση του αποκλειστικού δικαιώματος [μπορούσε], υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεπάγεται καταχρηστική συμπεριφορά» (σκέψη 50).

324    Το Δικαστήριο έκρινε τις ακόλουθες περιστάσεις κρίσιμες για τον καθορισμό του καταχρηστικού χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσαπτόταν στις επίμαχες εταιρίες τηλεοπτικής μεταδόσεως. Πρώτον, η προσαπτόμενη σε εκείνες άρνηση αφορούσε ένα προϊόν, τα εβδομαδιαία προγράμματα τηλεοπτικών καναλιών, του οποίου η προμήθεια ήταν απαραίτητη για την άσκηση της επίμαχης δραστηριότητας, ήτοι την έκδοση πλήρους εβδομαδιαίου οδηγού των τηλεοπτικών προγραμμάτων (σκέψη 53). Δεύτερον, η άρνηση αυτή εμπόδιζε την εμφάνιση νέου προϊόντος, ενός πλήρους εβδομαδιαίου οδηγού των τηλεοπτικών προγραμμάτων, τον οποίο δεν προσέφεραν πλέον οι προαναφερθείσες εταιρίες τηλεοπτικής μεταδόσεως και για τον οποίο υφίστατο δυνητική ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών, πράγμα που συνιστούσε κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΕΚ (σκέψη 54). Τρίτον, η άρνηση αυτή δεν ήταν δικαιολογημένη (σκέψη 55). Τέταρτον και τελευταίον, με τη συμπεριφορά τους αυτή, οι εν λόγω εταιρίες τηλεοπτικής μεταδόσεως διατηρούσαν αποκλειστικότητα σε μια παράγωγη αγορά, ήτοι την αγορά των εβδομαδιαίων τηλεοπτικών οδηγών, αποκλείοντας τον ανταγωνισμό στην αγορά αυτή (σκέψη 56).

325    Στην προαναφερθείσα στη σκέψη 112 υπόθεση Bronner, το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσας δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, κλήθηκε να αποφανθεί επί του αν συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως η άρνηση επιχειρήσεως Τύπου, η οποία κατέχει πολύ σημαντικό μερίδιο της αυστριακής αγοράς των ημερησίων εφημερίδων και εκμεταλλεύεται το μοναδικό σύστημα κατ’ οίκον διανομής εφημερίδων σε εθνικό επίπεδο στην Αυστρία, να επιτρέψει στον εκδότη ανταγωνιστικής ημερήσιας εφημερίδας, έναντι κατάλληλης αμοιβής, την πρόσβαση στο εν λόγω σύστημα, εκτός αν ο εκδότης αυτός αγόραζε από τον όμιλο ορισμένες συμπληρωματικές υπηρεσίες.

326    Με την απόφαση αυτή (σκέψη 38), το Δικαστήριο επισήμανε, καταρχάς, ότι, ναι μεν, με τις προαναφερθείσες στη σκέψη 320 αποφάσεις του Istituto Chemioterapico Italiano και Commercial Solvents κατά Επιτροπής και CBEM είχε κρίνει καταχρηστική τη συμπεριφορά επιχειρήσεως κατέχουσας δεσπόζουσα θέση σε δεδομένη αγορά η οποία αρνήθηκε να παράσχει σε επιχείρηση με την οποία βρισκόταν σε ανταγωνισμό σε παραπλήσια αγορά, αντιστοίχως, τις πρώτες ύλες και τις υπηρεσίες που ήταν απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων της, πλην όμως η εκτίμηση αυτή στηριζόταν στο ότι η οικεία συμπεριφορά ήταν ικανή να εξαφανίσει κάθε ανταγωνισμό εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής.

327    Ακολούθως, το Δικαστήριο επισήμανε (σκέψη 39), ότι, με τις σκέψεις 49 και 50 της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 αποφάσεως Magill, είχε επιβεβαιώσει ότι η άρνηση χορηγήσεως αδείας εκ μέρους του κατόχου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, έστω και αν προέρχεται από κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση, δεν συνιστά, αυτή καθαυτή, καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω θέσεως, αλλά ότι η άσκηση του αποκλειστικού δικαιώματος από τον δικαιούχο μπορούσε, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να οδηγήσει σε καταχρηστική συμπεριφορά.

328    Τέλος, αφού υπενθύμισε τις εξαιρετικές περιστάσεις που είχε δεχθεί στην προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση Magill, το Δικαστήριο έκρινε ότι (σκέψη 41):

«[Α]κόμη και αν υποτεθεί ότι η νομολογία αυτή σχετικά με την άσκηση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να εφαρμοστεί στην άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος ιδιοκτησίας, θα πρέπει ακόμη, για να μπορεί να γίνει λυσιτελώς επίκληση της αποφάσεως [αυτής], προκειμένου να συναχθεί ότι υφίσταται καταχρηστική εκμετάλλευση υπό την έννοια του άρθρου [82 ΕΚ] σε μια τέτοια κατάσταση όπως αυτή που αποτελεί αντικείμενο του [...] προδικαστικού ερωτήματος, όχι μόνον η άρνηση παροχής της υπηρεσίας της κατ’ οίκον διανομής να μπορεί να εξαφανίσει οποιονδήποτε ανταγωνισμό στην αγορά των ημερησίων εφημερίδων εκ μέρους του αιτούντος την υπηρεσία και να μη μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά, αλλά και η υπηρεσία καθαυτή να είναι απαραίτητη για την άσκηση της δραστηριότητας αυτού, υπό την έννοια ότι δεν υφίσταται κανένα πραγματικό ή δυνητικό υποκατάστατο του εν λόγω συστήματος της κατ’ οίκον διανομής.»

329    Με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση IMS Health, το Δικαστήριο αποφάνθηκε εκ νέου επί των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μπορεί να αποτελέσει καταχρηστική συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ, η άρνηση κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως να χορηγήσει σε τρίτον άδεια για τη χρήση προϊόντος που προστατεύεται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.

330    Το Δικαστήριο, καταρχάς, επιβεβαίωσε εκ νέου (σκέψη 34), παραπέμποντας στην προαναφερθείσα στη σκέψη 321 απόφαση Volvo και στην προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση Magill, ότι, κατά πάγια νομολογία, το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής συγκαταλεγόταν στα προνόμια του δημιουργού, με αποτέλεσμα η άρνηση χορηγήσεως αδείας, έστω και αν προέρχεται από κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση, να μη συνιστά, αφ’ εαυτής, καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω θέσεως. Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης (σκέψη 35) ότι, όπως προκύπτει από την ίδια νομολογία, η εκ μέρους του δικαιούχου άσκηση του αποκλειστικού δικαιώματος μπορεί, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεπάγεται καταχρηστική συμπεριφορά. Ακολούθως, αφού υπενθύμισε τις εξαιρετικές περιστάσεις που έγιναν δεκτές στην προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση Magill, το Δικαστήριο έκρινε (σκέψη 38) ότι από την εν λόγω νομολογία προκύπτει ότι, για να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική η άρνηση μιας επιχειρήσεως-κατόχου πνευματικού δικαιώματος να παράσχει πρόσβαση σε ένα προϊόν ή σε μια υπηρεσία απαραίτητη για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας, αρκούσε η συνδρομή τριών σωρευτικών προϋποθέσεων, ήτοι η άρνηση αυτή να εμποδίζει την εμφάνιση νέου προϊόντος για το οποίο υφίσταται δυνητική ζήτηση των καταναλωτών, να μη δικαιολογείται και να είναι ικανή να αποκλείσει τον ανταγωνισμό σε παράγωγη αγορά.

331    Από την προμνησθείσα νομολογία προκύπτει ότι, για μια κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση, η άρνηση χορηγήσεως σε τρίτον αδείας για τη χρήση προϊόντος που καλύπτεται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί να αποτελέσει, αφ’ εαυτής, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ. Μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις η άσκηση του αποκλειστικού δικαιώματος από τον κάτοχο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως.

332    Από τη νομολογία αυτή προκύπτει επίσης ότι πρέπει να θεωρηθούν ως εξαιρετικές, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες περιστάσεις:

–        πρώτον, όταν η άρνηση αφορά προϊόν ή υπηρεσία απαραίτητη για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας σε παραπλήσια αγορά·

–        δεύτερον, όταν η άρνηση είναι ικανή να αποκλείσει τον ουσιαστικό ανταγωνισμό στην εν λόγω παραπλήσια αγορά·

–        τρίτον, όταν η άρνηση εμποδίζει την εμφάνιση νέου προϊόντος για το οποίο υφίσταται δυνητική ζήτηση των καταναλωτών.

333    Εφόσον αποδειχθεί ότι συντρέχουν οι εν λόγω περιστάσεις, η άρνηση του κατόχου δεσπόζουσας θέσεως να χορηγήσει άδεια είναι ικανή να αποτελέσει παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, εκτός αν δικαιολογείται αντικειμενικώς.

334    Επισημαίνεται ότι η περίσταση κατά την οποία η άρνηση εμποδίζει την εμφάνιση νέου προϊόντος για το οποίο υφίσταται δυνητική ζήτηση των καταναλωτών περιλαμβάνεται μόνο στη σχετική με την άσκηση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας νομολογία.

335    Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι, για να θεωρηθεί ως καταχρηστική η άρνηση προσβάσεως σε προϊόν ή υπηρεσία απαραίτητη για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας, είναι αναγκαία η διάκριση μεταξύ δύο αγορών, ήτοι, αφενός, μιας αγοράς που αποτελείται από το εν λόγω προϊόν ή την εν λόγω υπηρεσία και στην οποία η επιχείρηση που αντιτάσσει την άρνηση κατέχει δεσπόζουσα θέση και, αφετέρου, μιας παραπλήσιας αγοράς στην οποία το επίμαχο προϊόν ή υπηρεσία χρησιμοποιείται για την παραγωγή άλλου προϊόντος ή για την παροχή άλλης υπηρεσίας. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι το γεγονός ότι το απαραίτητο προϊόν ή υπηρεσία δεν διατίθεται χωριστά στο εμπόριο δεν αποκλείει εξαρχής τη δυνατότητα καθορισμού χωριστής αγοράς (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση IMS Health, σκέψη 43). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 44 της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 αποφάσεως IMS Health, ότι αρκούσε να μπορεί να προσδιορισθεί μια εν δυνάμει αγορά, ενδεχομένως και υποθετική, και ότι η περίπτωση αυτή συνέτρεχε, όταν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες ήταν απαραίτητα για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας και υπήρχε ως προς αυτά πραγματική ζήτηση εκ μέρους των επιχειρήσεων που επρόκειτο να ασκήσουν την εν λόγω δραστηριότητα. Το Δικαστήριο διαπίστωσε, με την επόμενη σκέψη της αποφάσεώς του, ότι είχε καθοριστική σημασία να μπορούν να προσδιορισθούν δύο διαφορετικά στάδια παραγωγής, η σχέση των οποίων συνίσταται στο ότι η παραγωγή του προϊόντος του πρωτογενούς σταδίου αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη διάθεση στο εμπόριο του προϊόντος του δευτερογενούς σταδίου.

336    Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι πρέπει, καταρχάς, να εξετάσει αν οι περιστάσεις που έγιναν δεκτές στις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health, όπως υπενθυμίστηκαν με τις ως άνω σκέψεις 332 και 333, πληρούνται επίσης εν προκειμένω. Μόνον αν διαπιστωθεί ότι δεν πληρούται κάποια από τις περιστάσεις αυτές το Πρωτοδικείο θα εκτιμήσει, ακολούθως, τις ειδικές περιστάσεις που επικαλείται η Επιτροπή (βλ. ανωτέρω σκέψη 317).

 ii) Επί του απαραίτητου χαρακτήρα των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών


 Επιχειρήματα των διαδίκων

337    Η Microsoft υποστηρίζει ότι οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι απαραίτητες για την άσκηση της δραστηριότητας του προμηθευτή λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Επισημαίνει ότι μια συγκεκριμένη τεχνολογία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απαραίτητη αν, χωρίς να παρέχεται πρόσβαση σε αυτή, είναι «οικονομικώς βιώσιμη», για τους ανταγωνιστές της κατέχουσας δεσπόζουσας θέσεως, η ανάπτυξη και η διάθεση των προϊόντων τους στο εμπόριο.

338    Η Microsoft φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πραγματικά περιστατικά επί του σημείου αυτού.

339    Πρώτον, όσον αφορά την πλάνη περί το δίκαιο, η Microsoft υποστηρίζει ότι συνίσταται στο ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε ακατάλληλο, ασύνηθες και απόλυτο κριτήριο για να «εκτιμήσει την ύπαρξη δυνητικού ανταγωνισμού». Παραπέμποντας στις αιτιολογικές σκέψεις 176 έως 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Microsoft υποστηρίζει ότι, κατά την Επιτροπή, τα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνούν με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές. Η νομολογία πάντως δεν απαιτεί την εξασφάλιση αυτής της «πλήρους προσβάσεως» στην αγορά.

340    Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Microsoft επικρίνει την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση του απαιτούμενου βαθμού διαλειτουργικότητας με γνώμονα αυτό που ήταν αναγκαίο για να μπορέσουν οι ανταγωνιστές της να διατηρήσουν τη βιώσιμη θέση τους στην αγορά. Υποστηρίζει ότι η έννοια της διαλειτουργικότητας που χρησιμοποίησε η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 666 έως 687 της προσβαλλομένης αποφάσεως βαίνει πέραν κάθε λογικής, στο μέτρο που προϋποθέτει ότι τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές και τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα είναι «σχεδόν πανομοιότυπα». Παραπέμποντας στα προαναφερθέντα στη σκέψη 126 αποσπάσματα των αιτιολογικών σκέψεων 669 και 679 της προσβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζει ότι, αν έπρεπε να γίνει δεκτή η έννοια αυτή, «κάθε τεχνολογικό στοιχείο θα ήταν απαραίτητο». Η Microsoft προσθέτει ότι η μοναδική δικαιολογία που προβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση προς επίρρωση της απόψεως ότι ένας τέτοιος «βαθμός» διαλειτουργικότητας είναι απαραίτητος προκειμένου να μπορούν οι ανταγωνιστές να διατηρήσουν τη βιώσιμη θέση τους στην αγορά στηρίζεται στο ότι η πρόσβαση στις επίμαχες προδιαγραφές θα μπορούσε να απαλλάξει τους χρήστες από την υποχρέωση «διπλής ταυτοποιήσεως» (αιτιολογική σκέψη 183 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Όπως υποστηρίζει, η δικαιολογία αυτή δεν είναι πειστική, καθόσον, πρώτον, πολλοί πωλητές προτείνουν ήδη λύσεις για «μία και μόνον ταυτοποίηση», δεύτερον, η υποχρέωση διπλής ταυτοποιήσεως αποτελεί σαφώς εναλλακτική λύση (έστω και λιγότερο ευνοϊκή) και, τρίτον, το διορθωτικό μέτρο του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως βαίνει σαφώς πέραν του αναγκαίου για την απάντηση στο επουσιώδες αυτό πρόβλημα.

341    Με το υπόμνημα απαντήσεως, επίσης, η Microsoft, αφού παρέπεμψε στα επιχειρήματα που υπενθυμίστηκαν με τις ως άνω σκέψεις 125 έως 128 και επανέλαβε ότι το διορθωτικό μέτρο του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θα παράσχει στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα να αναπτύξουν προϊόντα «σχεδόν πανομοιότυπα» με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εξακολουθεί να μην αποδεικνύει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της «μη διαθεσιμότητας» προδιαγραφών για τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας και της μη δυνατότητας των ανταγωνιστών της να διατηρήσουν τη βιώσιμη θέση τους στην αγορά.

342    Με τις παρατηρήσεις της στα υπομνήματα παρεμβάσεως, η Microsoft αμφισβητεί ότι οι φορείς της αγοράς και οι καταναλωτές απαιτούν ικανότητα «πλήρους υποκαταστάσεως» και υποστηρίζει ότι η απαίτηση αυτή βαίνει πέραν του «κριτηρίου περί απαραίτητου χαρακτήρα» που έθεσε το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες στις σκέψεις 112 και 107, αντιστοίχως, αποφάσεις Bronner και IMS Health. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι ανταγωνιστές της δεν «έχουν ανάγκη την τεχνολογία Active Directory», καθόσον τα λειτουργικά συστήματά τους για διακομιστές διαθέτουν ιδίες υπηρεσίες καταλόγου, οι οποίες είναι σε θέση να παράσχουν υπηρεσίες ομάδας εργασίας στα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και για διακομιστές.

343    Δεύτερον, η Microsoft φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι στην αγορά υφίστανται πολλά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας. Υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη εξακολουθούν να διαθέτουν ανομοιογενή δίκτυα πληροφορικής, ήτοι δίκτυα τα οποία περιλαμβάνουν λειτουργικά συστήματα προερχόμενα από διαφορετικούς διανομείς.

344    Συναφώς, η Microsoft υπενθυμίζει ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, προσκόμισε εκθέσεις με τις οποίες εμπειρογνώμονες της πληροφορικής περιγράφουν «τα μέσα εξασφαλίσεως διαλειτουργικότητας στο εσωτερικό δικτύων πληροφορικής». Προσθέτει ότι οι απαντήσεις στις αιτήσεις της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών επιβεβαιώνουν ότι η διαλειτουργικότητα μεταξύ διαφορετικών ειδών λειτουργικών συστημάτων είναι συνήθης στα δίκτυα πληροφορικής στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα, το 47 % των εταιριών που απάντησαν στις εν λόγω αιτήσεις παροχής πληροφοριών επισήμαναν ότι χρησιμοποιούσαν ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές, προκειμένου να παράσχουν υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών σε λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη. Υπάρχουν παρεμφερείς αποδείξεις όσον αφορά τις υπηρεσίες διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών. Εξάλλου, η Microsoft επαναλαμβάνει ότι από τις εκθέσεις Mercer προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις δεν περιορίζονται, κατά την επιλογή λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές, από σχετικές με τη διαλειτουργικότητα εκτιμήσεις.

345    Η Microsoft υποστηρίζει, επίσης, ότι η διαλειτουργικότητα μεταξύ ανταγωνιστικών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές και των λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές μπορεί να πραγματοποιηθεί χάρη σε πέντε διαφορετικές μεθόδους. Καθεμία από τις μεθόδους αυτές αποτελεί εναλλακτική της γνωστοποιήσεως των επίμαχων πρωτοκόλλων επικοινωνίας λύση και παρέχει στα διάφορα αυτά λειτουργικά συστήματα τη δυνατότητα να «λειτουργούν άρτια από κοινού». Η Microsoft υποστηρίζει ότι, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι η «δυνατότητα πλήρους υποκαταστάσεως», την οποία η Επιτροπή θεωρεί ουσιώδη, δεν μπορεί να επιτευχθεί με προσφυγή στις διάφορες αυτές μεθόδους, οι μέθοδοι αυτές μπορούν, ωστόσο, να επιτύχουν εύκολα τον «ελάχιστο βαθμό διαλειτουργικότητας […] που απαιτείται για την εξασφάλιση ουσιαστικού ανταγωνισμού».

346    Οι πέντε μέθοδοι που επικαλείται η Microsoft είναι οι ακόλουθες: πρώτον, η χρήση των προτύπων πρωτοκόλλων επικοινωνίας όπως τα TCP/IP (Transmission Control Protocol/Internet Protocol) και HTTP (HyperText Transfer Protocol)· δεύτερον, η προσθήκη κώδικα λογισμικού σε λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη ή για διακομιστές, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επικοινωνία με ανταγωνιστικό της Microsoft λειτουργικό σύστημα για διακομιστές διά της χρήσεως των ειδικών για το εν λόγω λειτουργικό σύστημα για διακομιστές πρωτοκόλλων επικοινωνίας· τρίτον, η προσθήκη κώδικα λογισμικού σε ανταγωνιστικό της Microsoft λειτουργικό σύστημα για διακομιστές, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επικοινωνία με λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ή για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη διά της χρήσεως των ειδικών για τα λειτουργικά συστήματα Windows πρωτοκόλλων επικοινωνίας· τέταρτον, η χρήση ενός λειτουργικού συστήματος για διακομιστές όπως μια «θύρα» μεταξύ δύο διαφορετικών συνόλων πρωτοκόλλων επικοινωνίας· πέμπτον, η προσθήκη συνόλου λογισμικών κωδίκων σε όλα τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές ενός δικτύου που καθιστά δυνατή την εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας μέσω επικοινωνίας μεταξύ των εν λόγω συνόλων λογισμικών κωδίκων. Στο ίδιο πλαίσιο, η Microsoft προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν απέδειξε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αντίστροφη μηχανική των πρωτοκόλλων επικοινωνίας της ήταν «από τεχνικής ή οικονομικής απόψεως αδύνατη.»

347    Η Microsoft προσθέτει ότι από τις αποδείξεις που συγκέντρωσε η Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία προκύπτει ότι οι προαναφερθείσες μέθοδοι λειτουργούν στην πράξη για τα προϊόντα Linux και για τα άλλα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας. Τονίζει ότι οι κατασκευαστές προϊόντων Linux δεν έπαυσαν να κερδίζουν μερίδια αγοράς στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, τούτο δε χωρίς να έχουν πρόσβαση στις προδιαγραφές των δικών της πρωτοκόλλων επικοινωνίας. Παραπέμποντας στις ενότητες D και E της εκθέσεως των κυρίων Evans, Nichols και Padilla (παράρτημα C.11 του υπομνήματος απαντήσεως), προσθέτει ότι τα προϊόντα αυτά θα εξακολουθήσουν να εξελίσσονται σε βάρος των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές. Διευκρινίζει, περαιτέρω, ότι γίνεται ευρέως δεκτό ότι η Linux αποτελεί σοβαρό ανταγωνιστή της Microsoft και ότι οι δέκα μεγαλύτεροι προμηθευτές διακομιστών κόστους μικρότερου των 25 000 δολαρίων ΗΠΑ (USD) προτείνουν διακομιστές ομάδας εργασίας που χρησιμοποιούν Linux.

348    Η CompTIA και η ACT προβάλλουν, κατ’ ουσίαν, επιχειρήματα αντίστοιχα εκείνων της Microsoft.

349    Η CompTIA επικρίνει, μεταξύ άλλων, την εκτίμηση της Επιτροπής ότι τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας πρέπει να παρουσιάζουν βαθμό διαλειτουργικότητας με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη «εξίσου υψηλό με εκείνο που πραγματοποίησε η Microsoft».

350    Παραπέμποντας στα επιχειρήματα που η Microsoft ανέπτυξε επί του σημείου αυτού με τα υπομνήματά της, η ACT υποστηρίζει ότι υφίστανται πλείονες μέθοδοι εξασφαλίσεως επαρκούς διαλειτουργικότητας μεταξύ των λειτουργικών συστημάτων διαφορετικών προμηθευτών. Διατείνεται, εξάλλου, ότι ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή ερμηνεύει το κριτήριο περί απαραίτητου χαρακτήρα έχει αρνητικές συνέπειες στην καινοτομία.

351    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εκ μέρους της Microsoft γνωστοποίηση των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών στους ανταγωνιστές της είναι απαραίτητη προκειμένου να εξακολουθήσουν να βρίσκονται σε ανταγωνισμό στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

352    Πρώτον, όσον αφορά τη φερόμενη πλάνη περί το δίκαιο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί της Microsoft στηρίζονται σε ανακριβή παρουσίαση της θέσεώς της και σε σύγχυση μεταξύ των διαφόρων ζητημάτων που εξετάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξηγεί ότι το κριτήριο περί απαραίτητου χαρακτήρα επιτάσσει να εξεταστεί, αφενός, ο βαθμός διαλειτουργικότητας που απαιτείται για τη διατήρηση της βιώσιμης θέσεως ανταγωνιστή στην αγορά και, αφετέρου, το αν οι πληροφορίες στις οποίες δεν παρέχεται πρόσβαση αποτελούν τη μοναδική βιώσιμη, από οικονομικής απόψεως, πηγή για την επίτευξη του εν λόγω βαθμού διαλειτουργικότητας.

353    Αφού τόνισε ότι οι πληροφορίες που η Microsoft αρνείται να γνωστοποιήσει «συνδέονται από λειτουργικής απόψεως με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη», η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο απαραίτητος χαρακτήρας των εν λόγω πληροφοριών απορρέει, αφενός, από τη σπουδαιότητα της διαλειτουργικότητας με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη για τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 383 έως 386 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και, αφετέρου, από το οιονεί μονοπώλιο που διαθέτει η Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη.

354    Η Επιτροπή αναφέρει, επίσης, ότι ανέλυσε το κριτήριο περί απαραίτητου χαρακτήρα, όπως καθορίστηκε από τη νομολογία, με τις αιτιολογικές σκέψεις 666 έως 686 της προσβαλλομένης αποφάσεως και εξέτασε, μεταξύ άλλων, αν υφίστανται άλλες λύσεις, πέραν της γνωστοποιήσεως των επίμαχων πληροφοριών, προκειμένου να καταστεί δυνατό για τις επιχειρήσεις να βρεθούν σε πραγματικό ανταγωνισμό με τη Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

355    Κατά την Επιτροπή, η Microsoft φρονεί ότι το γεγονός και μόνον ότι υφίστανται αναποτελεσματικές λύσεις διαλειτουργικότητας, οι οποίες παρέχουν στους ανταγωνιστές της απλώς τη δυνατότητα διεισδύσεως «κατά το ελάχιστο δυνατό όριο» στην αγορά ή προστασίας «κατά το ελάχιστο δυνατό όριο» της θέσεώς τους στην αγορά αυτή, αποδεικνύει ότι το κριτήριο περί απαραίτητου χαρακτήρα δεν πληρούται. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθόσον το εν λόγω κριτήριο πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με τον σκοπό διατηρήσεως αποτελεσματικής και αποδοτικής για τους καταναλωτές δομής ανταγωνισμού. Πράγματι, το ζήτημα που τίθεται είναι αν οι πληροφορίες των οποίων δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση είναι απαραίτητες για την άσκηση δραστηριότητας στην σχετική αγορά, τούτο δε «ως υποχρέωση βιώσιμου ανταγωνισμού και όχι ως επουσιώδης φορέας που πράγματι εγκατέλειψε την αγορά για να καταλάβει ένα “κλάδο περιορισμένου αγοραστικού κοινού”».

356    Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει την άποψή της ότι μια κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση δεν δικαιούται να θίξει τον ουσιαστικό ανταγωνισμό σε παράγωγη αγορά αρνούμενη καταχρηστικώς στους ανταγωνιστές της την πρόσβαση σε «παράγοντα» απαραίτητο για τη βιωσιμότητά τους. Προσθέτει ότι, μολονότι δεν υφίσταται καμία λύση αντικαταστάσεως του εν λόγω «παράγοντα», δυνάμενη να παράσχει στους ανταγωνιστές τη δυνατότητα ασκήσεως ουσιαστικής πιέσεως ανταγωνισμού στην κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση στην παράγωγη αγορά, είναι προφανές ότι ο «παράγοντας» αυτός είναι απαραίτητος για τη διατήρηση ουσιαστικού ανταγωνισμού.

357    Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή επαναλαμβάνει, εξάλλου, ότι υφίσταται ευρύ φάσμα πιθανών βαθμών διαλειτουργικότητας μεταξύ των προσωπικών υπολογιστών που λειτουργούν με Windows και των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Υποστηρίζει ότι δεν καθόρισε εκ των προτέρων τον συγκεκριμένο βαθμό διαλειτουργικότητας που απαιτείται για τη διατήρηση ουσιαστικού ανταγωνισμού στην αγορά, αλλά στήριξε τα σχετικά συμπεράσματά της στον προδήλως ανεπαρκή χαρακτήρα των εναλλακτικών μεθόδων στις οποίες είχαν ήδη πρόσβαση οι ανταγωνιστές της Microsoft και οι οποίες «δεν εξασφάλιζαν τον απαιτούμενο από τους πελάτες βαθμό διαλειτουργικότητας κατά τρόπο οικονομικώς βιώσιμο». Αμφισβητεί εκ νέου ότι έλαβε υπόψη ένα βαθμό διαλειτουργικότητας ο οποίος εξασφαλίζει την «οιονεί πλήρη ομοιότητα» που επικαλείται η Microsoft και επισημαίνει ότι, κατά την άποψή της, είναι απαραίτητο να μην επιτρέπεται στους ανταγωνιστές της Microsoft να έχουν εξουσία αναπαραγωγής των λύσεων διαλειτουργικότητας που αυτή εφαρμόζει, αλλά να τους παρέχεται η δυνατότητα επιτεύξεως «αντίστοιχου βαθμού διαλειτουργικότητας χάρη στις δικές τους προσπάθειες καινοτομίας». Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 590 έως 692 της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξετάζει τις «σοβαρές συνέπειες» που ενέχει για τους ανταγωνιστές και τους πελάτες ο περιορισμένος βαθμός διαλειτουργικότητας με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη. Διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στη Microsoft σκοπεί στον σταδιακό εξοβελισμό όλων των ανταγωνιστών της από την αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, τούτο δε παρότι ορισμένοι από αυτούς διέθεταν αρχικώς σημαντικό εμπορικό ή τεχνολογικό πλεονέκτημα σε σχέση με τη Microsoft στην ίδια αγορά (αιτιολογικές σκέψεις 587 και 668 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

358    Δεύτερον, η Επιτροπή απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί φερόμενης πλάνης περί τα πραγματικά περιστατικά.

359    Πρώτον, υποστηρίζει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι λύσεις τις οποίες πρότειναν οι εμπειρογνώμονες της πληροφορικής με τις εκθέσεις που προσκόμισε η Microsoft κατά τη διοικητική διαδικασία αποτελούν εμπορικώς βιώσιμες, εναλλακτικές της γνωστοποιήσεως των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών λύσεις.

360    Δεύτερον, το επιχείρημα που η Microsoft αντλεί από τις απαντήσεις στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών της Επιτροπής δεν ασκεί επιρροή, στο μέτρο που «σημαίνει ότι αρκεί η διαλειτουργικότητα με λιγότερο σημαντικούς επιχειρηματίες ή ότι υφίσταται ήδη ορισμένου βαθμού διαλειτουργικότητα». Στην πραγματικότητα, η Microsoft δεν λαμβάνει υπόψη ότι οι ανταγωνιστές της εισήλθαν στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας πριν εκείνη αρχίσει να διανέμει αυτό το είδος προϊόντων. Αν οι επίμαχες πληροφορίες ήταν απαραίτητες προκειμένου οι εν λόγω ανταγωνιστές να εξακολουθήσουν να ασκούν βιώσιμο ανταγωνισμό στα προϊόντα της Microsoft, τούτο συνεπαγόταν τη σταδιακή εξαφάνιση των εν λόγω ανταγωνιστών από την αγορά. Το ότι η εξαφάνιση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ακόμη δεν αποδεικνύει ότι το κριτήριο του απαραίτητου χαρακτήρα δεν πληρούται, καθόσον σημασία έχει το αν οι πληροφορίες είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της βιώσιμης θέσεως των ανταγωνιστών στην αγορά.

361    Τρίτον, όσον αφορά τις πέντε εναλλακτικές μεθόδους βάσει των οποίων εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα μεταξύ των λειτουργικών συστημάτων που παρέχουν οι διάφοροι διανομείς τους οποίους επικαλείται η Microsoft, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η εταιρία αυτή δεν αμφισβητεί τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνει επί του σημείου αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά περιορίζεται στην επισήμανση ότι οι μέθοδοι αυτές είναι «πραγματοποιήσιμες» και ότι παρέχουν στα προϊόντα της και στα προϊόντα των ανταγωνιστών της τη δυνατότητα να «λειτουργούν άρτια από κοινού».

362    Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εξέτασε ήδη τις εν λόγω μεθόδους και, ειδικότερα, το κατά πόσον η αντίστροφη μηχανική μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική της γνωστοποιήσεως των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών λύση (αιτιολογικές σκέψεις 683 έως 687 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και απέδειξε ότι δεν αποτελούσαν «βιώσιμα υποκατάστατα» της γνωστοποιήσεως των εν λόγω σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών.

363    Τέταρτον, η Επιτροπή απορρίπτει τον ισχυρισμό της Microsoft ότι η ανάλυση που πραγματοποίησε με την προσβαλλόμενη απόφαση αντικρούεται από την είσοδο και τη φερόμενη ανάπτυξη της Linux στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

364    Διευκρινίζει, καταρχάς, ότι τα σχετικά με τη Linux αριθμητικά στοιχεία «δεν [αποδεικνύουν] τη διείσδυση στην αγορά ενός μόνον ανταγωνιστή, αλλά μάλλον τις προσπάθειες ορισμένων ανταγωνιστών κατασκευαστών που στηρίζονται στη Linux (Red Hat, Novel/SuSE, IBM, Sun κ.λπ.)». Το μερίδιο αγοράς καθενός από τους εν λόγω ανταγωνιστές κατασκευαστές είναι, επομένως, «ελάχιστο».

365    Ακολούθως, η Επιτροπή επικρίνει τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνει η ενότητα D της εκθέσεως των κυρίων Evans, Nichols και Padilla, η οποία προσαρτήθηκε στο παράρτημα C.11 του υπομνήματος απαντήσεως, υποστηρίζοντας ότι:

–        όπως εξηγήθηκε, μεταξύ άλλων, με τις αιτιολογικές σκέψεις 487 έως 490 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα προερχόμενα από την International Data Corporation (IDC) στοιχεία που χρησιμοποίησαν οι εν λόγω εμπειρογνώμονες για την κατάρτιση της εκθέσεως αυτής έχουν καθοριστεί κατά προσέγγιση και, συνεπώς, δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για την αξιολόγηση της εξέλιξης της αγοράς·

–        τούτο «ισχύει a fortiori για ετήσιες μεταβολές εντελώς περιφερειακές σε σχέση με τη συνολική διάσταση της αγοράς»·

–        ουδόλως αποδεικνύεται ότι το μερίδιο αγοράς ύψους 6,75 % που κατέχει η Linux από πλευράς πωλήσεων, όπως υπολογίστηκε από τη Microsoft βάσει γενικευμένου συντελεστή που αφορά το σύνολο των διακομιστών, εφαρμόζεται στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας·

–        τα δύο παραδείγματα απαντήσεων στην έρευνα αγοράς του 2003 που επικαλέστηκαν εμπειρογνώμονες για να αποδείξουν ότι είναι δυνατή η χρήση, σε σχέση με τη Linux, λύσεων διαλειτουργικότητας στηριζομένων στην τεχνική της αντίστροφης μηχανικής δεν είναι αντιπροσωπευτικά, στο μέτρο που οι επίμαχες επιχειρήσεις είναι δύο από τις τρεις επιχειρήσεις, σε σύνολο περισσότερων από 100 που μετείχαν στην εν λόγω έρευνα αγοράς, οι οποίες «χρησιμοποιούσαν πρόγραμμα Linux/Samba σε μη αμελητέο βαθμό»·

–        οι εμπειρογνώμονες δεν παρέχουν καμία πληροφορία όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι τέσσερις άλλες μέθοδοι εξασφαλίσεως της διαλειτουργικότητας μεταξύ των λειτουργικών συστημάτων διαφόρων διανομέων, τις οποίες επικαλείται η Microsoft, κατέστησαν δυνατή την προβαλλόμενη ανάπτυξη της Linux στην αγορά κατά την περίοδο κατά την οποία εκτιμήθηκε η σχετική με την άρνηση προμήθειας κατάχρηση.

366    Ομοίως, η Επιτροπή επικρίνει τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην ενότητα E της ίδιας εκθέσεως. Υποστηρίζει ότι:

–        έχει ήδη απορρίψει, με τις αιτιολογικές σκέψεις 605 έως 610 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα επιχειρήματα τα οποία η Microsoft στηρίζει στις προβλέψεις της IDC και στα αποτελέσματα της τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer·

–        η IDC υπερεκτιμά τις προβλέψεις των μεριδίων αγοράς της Linux όσον αφορά τις υποκατηγορίες «διαχείριση δικτύου» και «κατανομή αρχείων/εκτυπωτών»·

–        η «μετάβαση» από το λειτουργικό σύστημα Windows NT στο λειτουργικό σύστημα Linux, για την οποία έγινε λόγος στην από 8 Μαρτίου 2004 έκθεση της Merrill Lynch (παράρτημα 7 του παραρτήματος C.11 του υπομνήματος απαντήσεως) ενδέχεται να αποτελεί εξειδικευμένο φαινόμενο, στο μέτρο που το Windows NT είναι ένα «παρωχημένο προϊόν που δεν καλύπτεται πλέον από τη Microsoft»·

–        η από 25 Μαΐου 2004 έκθεση της Yankee Group (παράρτημα 9 του παραρτήματος C.11 του υπομνήματος απαντήσεως) αφορά τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές εν γένει και όχι τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας, οπότε σε μεγάλο βαθμό δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση·

–        η από 27 Μαΐου 2004 έκθεση του Forrester Research (παράρτημα 10 του παραρτήματος C.11 του υπομνήματος απαντήσεως) δεν αφορά κυρίως τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας και περιέχει διαπιστώσεις οι οποίες προσκρούουν ιδίως στην άποψη της Microsoft ότι το 92 % των ερωτηθέντων θα χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία Active Directory το 2006.

367    Η SIIA προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα της Επιτροπής. Επισημαίνει ότι είναι ουσιώδες για τον αξιοκρατικό ανταγωνισμό στον τομέα των λογισμικών οι προμηθευτές λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας να είναι σε θέση να εξασφαλίσουν διαλειτουργικότητα με τα οιονεί μονοπωλιακά προϊόντα της Microsoft «επί ίσοις όροις» με εκείνη. Υποστηρίζει ότι, για να καταστεί δυνατός ο ουσιαστικός ανταγωνισμός στην αγορά, είναι απαραίτητο οι προμηθευτές αυτοί να έχουν πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα επίμαχες πληροφορίες.

368    Η FSFE απορρίπτει το επιχείρημα της Microsoft περί της υπάρξεως πέντε εναλλακτικών μεθόδων εξασφαλίσεως διαλειτουργικότητας. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, «[τ]εχνικώς, όλες αυτές οι μέθοδοι περιγράφουν πραγματικές καταστάσεις», αλλά «δεν λαμβάνουν υπόψη ένα βασικό στοιχείο: την πιστοποίηση». Εξηγεί, συναφώς, ότι η Microsoft πραγματοποίησε «στενή σύζευξη» των λειτουργικών συστημάτων της Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη με τους ιδίους «διακομιστές πιστοποιήσεως», κατά τέτοιον τρόπο ώστε είναι απλώς αδύνατος ο διαχωρισμός του καθήκοντος πιστοποιήσεως από τα άλλα καθήκοντα που εκτελούν οι διακομιστές ομάδας εργασίας οι οποίοι λειτουργούν με Windows.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

369    Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 207, η Επιτροπή ανέπτυξε συλλογιστική σε δύο στάδια για να εξακριβώσει αν οι επίμαχες πληροφορίες ήταν απαραίτητες, ήτοι, καταρχάς, εξέτασε τον βαθμό διαλειτουργικότητας με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows που έπρεπε να αναμένουν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας τα οποία προμηθεύουν οι ανταγωνιστές της Microsoft προκειμένου αυτοί να διατηρήσουν βιώσιμη θέση στην αγορά και, ακολούθως, εκτίμησε αν οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες που η Microsoft αρνήθηκε να γνωστοποιήσει ήταν απαραίτητες για την επίτευξη αυτού του βαθμού διαλειτουργικότητας.

370    Η Microsoft υποστηρίζει ότι η συλλογιστική αυτή πάσχει πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πραγματικά περιστατικά.

–       Επί της φερόμενης πλάνης περί το δίκαιο

371    Τα επιχειρήματα της Microsoft σχετικά με τη φερόμενη πλάνη περί το δίκαιο εκ μέρους της Επιτροπής αφορούν το πρώτο σκέλος του συλλογισμού της.

372    Η Microsoft επικρίνει, καταρχάς, τον βαθμό διαλειτουργικότητας που δέχθηκε η Επιτροπή εν προκειμένω, κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι με την άποψη αυτή η Επιτροπή καταλήγει να απαιτεί από τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας των ανταγωνιστών της να είναι σε θέση να επικοινωνούν με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και για διακομιστές ακριβώς με τον ίδιο τρόπο με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές. Η Microsoft επαναλαμβάνει ότι αυτός ο βαθμός διαλειτουργικότητας συνεπάγεται οιονεί ταύτιση των τελευταίων αυτών συστημάτων και των συστημάτων των ανταγωνιστών της.

373    Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν.

374    Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι, με τις ανωτέρω σκέψεις 207 έως 245, έχει ήδη καθορίσει τον βαθμό διαλειτουργικότητας που η Επιτροπή είχε δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση. Το Πρωτοδικείο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή είχε εκτιμήσει ότι, για να ασκήσουν τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα ουσιαστικό ανταγωνισμό στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, έπρεπε να είναι σε θέση να διαλειτουργούν με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows επί ίσοις όροις με τα εν λόγω συστήματα Windows (βλ. ανωτέρω σκέψη 230). Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε επίσης ότι η διαλειτουργικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται η Επιτροπή, είχε δύο αναπόσπαστα συστατικά, ήτοι τη διαλειτουργικότητα μεταξύ πελάτη και διακομιστή και τη διαλειτουργικότητα μεταξύ διακομιστών, και ότι προϋπέθετε, μεταξύ άλλων, ότι ένας διακομιστής στον οποίο έχει εγκατασταθεί ανταγωνιστικό της Microsoft λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας μπορεί να λειτουργήσει ως ελεγκτής του τομέα Windows που χρησιμοποιεί την τεχνολογία Active Directory και, συνεπώς, είναι σε θέση να μετάσχει στον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής με τους άλλους ελεγκτές τομέα (βλ. ανωτέρω σκέψεις 231 και 233).

375    Το Πρωτοδικείο έχει επίσης διαπιστώσει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, όταν η Επιτροπή δέχθηκε τον εν λόγω βαθμό διαλειτουργικότητας, δεν είχε ως σκοπό τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας να λειτουργούν από κάθε άποψη όπως ένα λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και, ως εκ τούτου, οι ανταγωνιστές της να μπορούν να αναπτύξουν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας πανομοιότυπα, ή «σχεδόν πανομοιότυπα», με τα δικά της (βλ. ανωτέρω σκέψεις 234 έως 242).

376    Ακολούθως, η Microsoft επικρίνει το ότι η Επιτροπή εκτίμησε τον απαιτούμενο βαθμό διαλειτουργικότητας με γνώμονα αυτό που, κατά την άποψή της, ήταν αναγκαίο προκειμένου οι κατασκευαστές ανταγωνιστικών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας να μπορέσουν να διατηρήσουν τη βιώσιμη θέση τους στην αγορά.

377    Αρκεί, συναφώς, η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε, με την ανωτέρω σκέψη 229, τη βασιμότητα της προσεγγίσεως της Επιτροπής.

378    Τέλος, η Microsoft υποστηρίζει ότι δεν είναι αναγκαίο τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας των ανταγωνιστών της να επιτύχουν τον βαθμό διαλειτουργικότητας που δέχθηκε η Επιτροπή, προκειμένου να διατηρήσουν τη βιώσιμη θέση τους στην αγορά.

379    Σημειωτέον ότι η ανάλυση που πραγματοποίησε, επί του ζητήματος αυτού, η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε πολύπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις και, συνεπώς, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιορισμένου μόνον ελέγχου εκ μέρους του Πρωτοδικείου (βλ. ανωτέρω σκέψη 87).

380    Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις, η Microsoft δεν αποδεικνύει ότι η ανάλυση αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη.

381    Συναφώς, πρώτον, επισημαίνεται ότι η Microsoft δεν αποδεικνύει ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι «η διαλειτουργικότητα με το λειτουργικό σύστημα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη είναι ιδιαιτέρως σημαντική για τον ανταγωνισμό στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας» (αιτιολογική σκέψη 586 της προσβαλλομένης αποφάσεως) είναι προδήλως εσφαλμένη.

382    Αντιθέτως, πολλά στοιχεία επιβεβαιώνουν τη βασιμότητα της διαπιστώσεως αυτής.

383    Πράγματι, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις τεχνικές διευκρινίσεις επί των επίμαχων προϊόντων που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 21 έως 59 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και από τις διευκρινίσεις που έδωσαν οι εμπειρογνώμονες των διαδίκων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα προγράμματα υπολογιστή, ως εκ της φύσεώς τους, δεν λειτουργούν μεμονωμένα, αλλά κατασκευάζονται για να επικοινωνούν και να λειτουργούν με άλλα προγράμματα υπολογιστή και υλικό εξοπλισμό, ιδίως στο περιβάλλον δικτύου (βλ., επίσης, στην ανωτέρω σκέψη 157, δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/250).

384    Υπογραμμίζεται επίσης ότι, στο εσωτερικό των δικτύων πληροφορικής που εφαρμόζουν οι οργανισμοί, η ανάγκη συλλογικής λειτουργίας είναι ιδιαιτέρως επιτακτική όσον αφορά τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, αφενός, και τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας, αφετέρου. Συγκεκριμένα, όπως τονίζει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 383 της προσβαλλομένης αποφάσεως και όπως ήδη διαπιστώθηκε με την ανωτέρω σκέψη 161, οι υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, συνδέονται στενά με τη χρήση των προσωπικών υπολογιστών πελάτη και παρέχονται στους χρήστες προσωπικών υπολογιστών πελάτη ως σύνολο καθηκόντων συνδεόμενων μεταξύ τους. Όπως εξήγησαν οι εμπειρογνώμονες των διαδίκων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στο εσωτερικό των δικτύων πληροφορικής, οι σχέσεις μεταξύ των διακομιστών ομάδας εργασίας, αφενός, και των προσωπικών υπολογιστών πελάτη, αφετέρου, «ενθαρρύνονται» ή «προκαλούνται» από ενέργειες ή έρευνες των χρηστών προσωπικών υπολογιστών πελάτη, όπως είναι, για παράδειγμα, η εισαγωγή ονόματος και κωδικού χρήστη, η δημιουργία φακέλου ή το αίτημα εκτυπώσεως ενός εγγράφου. Υπό την ίδια έννοια, ορθώς η Επιτροπή διαπιστώνει, με την αιτιολογική σκέψη 532 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «[ο]ι προσωπικοί υπολογιστές πελάτη και οι διακομιστές ομάδας εργασίας αποτελούν κομβικά σημεία σε ένα δίκτυο πληροφορικής και […], επομένως, συνδέονται μεταξύ τους». Τέλος, υπενθυμίζεται ότι μία από τις βασικές λειτουργίες των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας είναι ακριβώς η διαχείριση των προσωπικών υπολογιστών πελάτη.

385    Πρέπει να προστεθεί ότι, όπως επισημάνθηκε με τις αιτιολογικές σκέψεις 383 έως 386 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ορισμένα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που διενήργησε η Mercer επιβεβαιώνουν τη σπουδαιότητα της διαλειτουργικότητας των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας με τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη. Πέραν των αποτελεσμάτων της δεύτερης και τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer, που αφορούν ειδικότερα τη διαλειτουργικότητα με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη που λειτουργούν με Windows και θα εξεταστούν στις σκέψεις 401 έως 412, επισημαίνεται ότι από την πρώτη δημοσκόπηση της Mercer προκύπτει ότι η ευκολία με την οποία ένα προϊόν μπορεί να ενταχθεί σε υφιστάμενο ή προβλεπόμενο για το μέλλον περιβάλλον πληροφορικής αποτελεί ένα από τους κύριους παράγοντες που λαμβάνουν υπόψη οι υπεύθυνοι στον τομέα της πληροφορικής, όταν λαμβάνουν αποφάσεις σχετικές με την αγορά προϊόντων πληροφορικής. Επισημαίνεται, επίσης, ότι από τη σύγκριση ορισμένων αποτελεσμάτων της τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer προκύπτει ότι η σπουδαιότητα της διαλειτουργικότητας με τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη είναι μεγαλύτερη στην περίπτωση των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας έναντι των άλλων ειδών προϊόντων για διακομιστές (αιτιολογική σκέψη 386 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

386    Δεύτερον, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η διαλειτουργικότητα των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας με τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη είναι κατά μείζονα λόγο σημαντική, όταν τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη είναι συστήματα Windows.

387    Πράγματι, επισημαίνεται ότι η δεσπόζουσα θέση της Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη εμφανίζει, όπως τονίζει η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 429 και 472 της προσβαλλομένης αποφάσεως, «ασυνήθη χαρακτηριστικά» υπό την έννοια, μεταξύ άλλων, ότι το ποσοστό των μεριδίων αγοράς που κατέχει στην αγορά αυτή υπερβαίνει το 90 % (αιτιολογικές σκέψεις 430 έως 435 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και ότι το σύστημα Windows αποτελεί «de facto πρότυπο» για τα εν λόγω λειτουργικά συστήματα.

388    Λαμβανομένου υπόψη ότι το λειτουργικό σύστημα Windows περιλαμβάνεται στο σύνολο σχεδόν των εγκατεστημένων στους οργανισμούς προσωπικών υπολογιστών πελάτη, τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας δεν μπορούν να εξακολουθούν να διατίθενται κατά τρόπο βιώσιμο στο εμπόριο, αν δεν είναι σε θέση να επιτύχουν υψηλό βαθμό διαλειτουργικότητας με το σύστημα αυτό.

389    Τρίτον, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι σημαντικό τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας που ανταγωνίζονται τη Microsoft να μπορούν να διαλειτουργούν τόσο με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, όσο και, γενικότερα, με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows.

390    Ειδικότερα, η Επιτροπή φρονεί ότι, για να μπορούν τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας να διατίθενται κατά τρόπο βιώσιμο στο εμπόριο, πρέπει να είναι σε θέση να μετέχουν στην αρχιτεκτονική του τομέα Windows –η οποία αποτελεί «αρχιτεκτονική» διασυνδέσεων και αλληλεπιδράσεων τόσο μεταξύ πελάτη και διακομιστή, όσο και μεταξύ διακομιστών, συνδεόμενων στενά μεταξύ τους (βλ. ανωτέρω σκέψεις 179 έως 189)– επί ίσοις όροις με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας. Τούτο συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ένας διακομιστής στον οποίο έχει εγκατασταθεί ανταγωνιστικό της Microsoft λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας μπορεί να ενεργήσει τόσο ως ελεγκτής τομέα Windows που χρησιμοποιεί την τεχνολογία Active Directory και, συνεπώς, είναι σε θέση να μετάσχει στον μηχανισμό πολλαπλής αναπαραγωγής με τους λοιπούς ελεγκτές τομέα.

391    Διαπιστώνεται ότι η Microsoft δεν αποδεικνύει ότι η εκτίμηση αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη.

392    Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό, πρώτον, ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρως στενών και προνομιακών σχέσεων, από τεχνολογικής απόψεως, που η Microsoft καθιέρωσε μεταξύ των λειτουργικών συστημάτων της Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, αφενός, και για διακομιστές ομάδας εργασίας, αφετέρου, και δεδομένου ότι το σύστημα Windows περιλαμβάνεται στο σύνολο σχεδόν των προσωπικών υπολογιστών πελάτη που είναι εγκατεστημένοι στους οργανισμούς αυτούς, ορθώς η Επιτροπή διαπίστωσε, με την αιτιολογική σκέψη 697 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Microsoft ήταν σε θέση να επιβάλει την αρχιτεκτονική του τομέα Windows ως «de facto πρότυπο στον τομέα της πληροφορικής των δικτύων ομάδας εργασίας» (βλ, υπό την ίδια έννοια, την αιτιολογική σκέψη 779 της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία η Επιτροπή επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το οιονεί μονοπώλιο που διαθέτει η Microsoft επί σειρά ετών στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη της παρέχει τη δυνατότητα να «καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της το σύνολο των κατάλληλων κανόνων επικοινωνίας που θα διέπουν το de facto πρότυπο διαλειτουργικότητας στα δίκτυα ομάδας εργασίας»).

393    Δεύτερον, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 637 της προσβαλλομένης αποφάσεως, από διάφορες πηγές δεδομένων, όπως π.χ. τα εμπορικά βιβλία της Microsoft, διάφορες εκθέσεις αναλυτών και στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς του 2003 καθώς και δημοσκοπήσεις της Mercer, προκύπτει ότι η διαλειτουργικότητα με το περιβάλλον Windows είναι ένας παράγοντας του οποίου ο ρόλος στην καθιέρωση των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας είναι καθοριστικός.

394    Πράγματι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 638 έως 641 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται διάφορα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι, σε εμπορικό επίπεδο, η Microsoft χρησιμοποιεί συστηματικώς τη διαλειτουργικότητα με το περιβάλλον Windows ως βασικό επιχείρημα πωλήσεως των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές ομάδας εργασίας. Τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται από τη Microsoft.

395    Ομοίως, με τις αιτιολογικές σκέψεις 642 έως 646 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται ορισμένα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 για να αποδείξει τον καθοριστικό ρόλο της διαλειτουργικότητας με το περιβάλλον Windows στις αποφάσεις των οργανισμών που μετείχαν στην έρευνα στον τομέα της αγοράς λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

396    Επισημαίνεται ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής, η Microsoft περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι οι οργανισμοί δεν επιλέγουν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές βάσει εκτιμήσεων περί της διαλειτουργικότητάς τους με τα λειτουργικά συστήματα Windows, παραπέμποντας γενικώς σε ορισμένα έγγραφα του παραρτήματος του εν λόγω δικογράφου [παράρτημα A.12.1 του δικογράφου της προσφυγής (Matthews, «The Commission’s Case on Microsoft’s Interoperability: An Examination of the Survey Evidence») και παράρτημα A.22 του δικογράφου της προσφυγής (Evans, Nichols και Padilla, «The Commission Has Failed to Address Major Flaws in the Design, Conduct, and Analyses of Its Article 11 Inquiries»)]. Για τους λόγους που εκτέθηκαν με τις ανωτέρω σκέψεις 94 έως 99, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτά τα παραρτήματα.

397    Eν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι τα ως άνω αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 επιβεβαιώνουν τη βασιμότητα της απόψεως της Επιτροπής.

398    Πράγματι, με την έρευνα αυτή, η Επιτροπή ζήτησε, μεταξύ άλλων, από τις ερωτηθείσες επιχειρήσεις να διευκρινίσουν αν είχαν ήδη εφαρμόσει (ή αποφασίσει να εφαρμόσουν) την τεχνολογία Active Directory στην πλειονότητα των τομέων Windows του δικτύου τους πληροφορικής (ερώτηση 15). Ζήτησε επίσης από τις επιχειρήσεις που απάντησαν καταφατικά στην ερώτηση αυτή, ήτοι από 61 επιχειρήσεις σε σύνολο 102, να προσδιορίσουν, μεταξύ ενός συνόλου παραγόντων, εκείνους που έκριναν καθοριστικούς για την απόφασή τους να εφαρμόσουν την τεχνολογία Active Directory (ερώτηση 16). Από τις 61 αυτές επιχειρήσεις, οι 52 (ήτοι το 85,2 % περίπου) έκριναν ως καθοριστικό παράγοντα το ότι η τεχνολογία «Active Directory εξασφαλίζει καλύτερη ενσωμάτωση στους σταθμούς εργασίας Windows, περιλαμβανομένων των εφαρμογών που χρησιμοποιούνται στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη ή έχουν ενσωματωθεί στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (για παράδειγμα οι εφαρμογές Outlook και Office), έναντι των ανταγωνιστικών υπηρεσιών καταλόγου» ή το γεγονός ότι η τεχνολογία «Active Directory είναι απαραίτητη για τις εφαρμογές που χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό [τους]» (ερώτηση 16). Αντιθέτως, 17 επιχειρήσεις μόνο (ήτοι το 27,9 % περίπου) θεώρησαν σημαντική για την απόφασή τους να εφαρμόσουν την τεχνολογία Active Directory έναν από τους ακόλουθους παράγοντες: το ότι η τεχνολογία «Active Directory παρέχει καλύτερη ενσωμάτωση στις υπηρεσίες ιστού έναντι των ανταγωνιστικών υπηρεσιών καταλόγου», το ότι «αποτελεί πληρέστερο προϊόν από τις ανταγωνιστικές υπηρεσίες καταλόγου» και το ότι «παρέχει μεγαλύτερη συμβατότητα προς τις σχετικές με τις υπηρεσίες καταλόγου προδιαγραφές και καλύτερη ποιότητα εφαρμογής των προδιαγραφών αυτών έναντι των ανταγωνιστικών υπηρεσιών καταλόγου».

399    Ομοίως, επισημαίνεται ότι οι επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η έρευνα αγοράς του 2003 ερωτήθηκαν επίσης αν χρησιμοποιούσαν κυρίως διακομιστές που λειτουργούν με Windows για την παροχή υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών (ερώτηση 13). Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, έπρεπε να διευκρινίσουν αν ορισμένοι σχετικοί με τη διαλειτουργικότητα παράγοντες, οι οποίοι αναφέρονται στην ίδια ερώτηση, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην απόφασή τους να προσφύγουν στους εν λόγω διακομιστές. Από τις 77 επιχειρήσεις που απάντησαν στην ερώτηση αυτή, 58 (ήτοι 75,3 % περίπου) προσδιόρισαν έναν τουλάχιστον από τους επίμαχους παράγοντες.

400    Επισημαίνεται ότι, με την υποσημείωση 101 του δικογράφου της προσφυγής καθώς και με την υποσημείωση 68 του υπομνήματος απαντήσεως, η Microsoft υποστηρίζει, περιοριζόμενη σε μια γενική παραπομπή στις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται σε ορισμένα παραρτήματα [παράρτημα A.22 του δικογράφου της προσφυγής και ενότητα A του παραρτήματος C.13 του υπομνήματος απαντήσεως (Evans, Nichols και Padilla, «Response to the Commission’s Annex B.6 Regarding Its Article 11 Inquiries»)], ότι πολλές από τις ερωτήσεις που έθεσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς του 2003 ήταν «παραπλανητικές» ή «κατευθυνόμενες». Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι η συνολική αυτή παραπομπή σε παραρτήματα δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους λόγους που εκτέθηκαν στις ανωτέρω σκέψεις 94 έως 99, διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα της Microsoft είναι ιδιαιτέρως αντιφατικό υπό την έννοια ότι, στα αποσπάσματα των υπομνημάτων της με τα οποία σχετίζονται οι εν λόγω υποσημειώσεις, η Microsoft επικαλείται συγκεκριμένα, προς στήριξη της απόψεώς της, ορισμένα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003.

401    Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, τα αποτελέσματα της δεύτερης και τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer οδηγούν στα ίδια συμπεράσματα με την έρευνα αγοράς του 2003 όσον αφορά τη σπουδαιότητα της διαλειτουργικότητας με τα λειτουργικά συστήματα Windows για τους καταναλωτές.

402    Πράγματι, στο πλαίσιο της δεύτερης δημοσκοπήσεώς της, η Mercer, παραθέτοντας τους ίδιους σχετικούς με τη διαλειτουργικότητα παράγοντες με εκείνους που περιλαμβάνονται στην ερώτηση 13 της έρευνας αγοράς του 2003 (βλ. ανωτέρω σκέψη 399), ζήτησε από σειρά υπευθύνων στον τομέα της πληροφορικής των οποίων ο οργανισμός χρησιμοποιούσε κυρίως λειτουργικά συστήματα Windows για την παροχή υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών να διευκρινίσουν αν οι παράγοντες αυτοί είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην απόφασή τους να καθιερώσουν τα εν λόγω λειτουργικά συστήματα, βαθμολογώντας τους εν λόγω παράγοντες σε κλίμακα από το 1 (μικρή σπουδαιότητα) έως το 5 (μεγάλη σπουδαιότητα). Από τους 134 οικείους υπευθύνους στον τομέα της πληροφορικής, 99 (ήτοι 73,9 % περίπου) επισήμαναν ότι ένας τουλάχιστον από τους παράγοντες αυτούς είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Επιπλέον, 91 υπεύθυνοι στον τομέα της πληροφορικής (ήτοι 67,9 % περίπου) έδωσαν βαθμό 4 ή 5 σε έναν τουλάχιστον από τους εν λόγω παράγοντες.

403    Στο πλαίσιο της ίδιας δημοσκοπήσεως, οι ερωτηθέντες υπεύθυνοι στον τομέα της πληροφορικής κλήθηκαν επίσης να εκτιμήσουν τον ρόλο που διαδραμάτισαν 21 διαφορετικοί παράγοντες στις αποφάσεις τους στον τομέα της αγοράς λειτουργικών συστημάτων για την εκτέλεση υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, βαθμολογώντας τους παράγοντες αυτούς σε κλίμακα από το 0 (άνευ σπουδαιότητας) έως το 5 (μεγάλη σπουδαιότητα). Ο παράγοντας «διαλειτουργικότητα με τους σταθμούς εργασίας (Windows)» έλαβε μέση βαθμολογία 3,78 και κατατάχθηκε στην τέταρτη θέση, μετά τους παράγοντες «αξιοπιστία/διαθεσιμότητα» (μέση βαθμολογία 4,01), «διαθέσιμες λειτουργίες και διαθέσιμη συνδρομή (εσωτερική ή εξωτερική)» (μέση βαθμολογία 3,93) και «ασφάλεια» (μέση βαθμολογία 3,80).

404    Όσον αφορά πάντα τα αποτελέσματα της δεύτερης δημοσκοπήσεως της Mercer, επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι οι οικείοι υπεύθυνοι στον τομέα της πληροφορικής που κλήθηκαν να αξιολογήσουν τον ρόλο 18 παραγόντων στις αποφάσεις τους στον τομέα της αγοράς υπηρεσιών καταλόγου βαθμολόγησαν τον παράγοντα «διαλειτουργικότητα με τους σταθμούς εργασίας (Windows)» με 3,94 μονάδες κατά μέσο όρο (πρώτη θέση στη βαθμολογία).

405    Όσον αφορά την τρίτη δημοσκόπηση της Mercer, διαπιστώνεται ότι ζητήθηκε από τους υπευθύνους στον τομέα της πληροφορικής να αξιολογήσουν τον ρόλο 13 διαφορετικών παραγόντων στις αποφάσεις τους αγοράς λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, βαθμολογώντας τους παράγοντες αυτούς σε κλίμακα από το 0 (άνευ σπουδαιότητας) έως το 5 (μεγάλη σπουδαιότητα). Προς απάντηση στο αίτημα αυτό, ο παράγοντας «διαλειτουργικότητα με τους σταθμούς εργασίας Windows» έλαβε μέση βαθμολογία 4,25. Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι ο παράγοντας αυτός κατατάχθηκε στη δεύτερη θέση μεταξύ των παραγόντων «αξιοπιστία/διαθεσιμότητα του λειτουργικού συστήματος για διακομιστές» (μέση βαθμολογία 4,47 μονάδες) και «ασφάλεια ενσωματωμένη στο λειτουργικό σύστημα για διακομιστές» (μέση βαθμολογία 4,04 μονάδες), ωστόσο τα αποτελέσματά του αποδεικνύουν ότι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, οι αποφάσεις των αγοραστών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας υπαγορεύονται από εκτιμήσεις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη που λειτουργούν με Windows.

406    Είναι γεγονός ότι, στο πλαίσιο της τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer, οι υπεύθυνοι στον τομέα της πληροφορικής κλήθηκαν επίσης να εκτιμήσουν τη σπουδαιότητα καθενός από τους 13 παράγοντες που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και ότι, στη βάση αυτή, η απόσταση μεταξύ του παράγοντα «αξιοπιστία/διαθεσιμότητα του λειτουργικού συστήματος για διακομιστές» (που κατατάχθηκε στην πρώτη θέση με 34 %) και του παράγοντα «διαλειτουργικότητα με τους σταθμούς εργασίας Windows» (που κατατάχθηκε στη δεύτερη θέση με 9 %) είναι σαφώς μεγαλύτερη. Πάντως, τα αποτελέσματα αυτά πρέπει να σχετικοποιηθούν λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως εξηγεί η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 643 και 659 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η διαλειτουργικότητα είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει άλλους παράγοντες τους οποίους λαμβάνουν υπόψη οι αγοραστές όταν επιλέγουν λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας. Πράγματι, οι αγοραστές έχουν ενδεχομένως την εντύπωση ότι ένα ανταγωνιστικό της Microsoft λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας παρουσιάζει ελλείψεις από πλευράς ασφάλειας ή ταχύτητας εκτελέσεως των καθηκόντων, ενώ, στην πραγματικότητα, οι ελλείψεις αυτές οφείλονται στην απουσία διαλειτουργικότητας με τα λειτουργικά συστήματα Windows (βλ., συναφώς, δύο παραδείγματα που παραθέτει η Επιτροπή με την υποσημείωση 786 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Οι αγοραστές αυτοί, συνεπώς, συχνά υποτιμούν τη σπουδαιότητα της εν λόγω διαλειτουργικότητας.

407    Πρέπει να προστεθεί ότι τα αποτελέσματα της τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer είναι επίσης σημαντικά στο μέτρο που αποδεικνύουν ότι το προφανές και αυξανόμενο προβάδισμα της Microsoft έναντι των ανταγωνιστών της στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (βλ., συναφώς, την εξέταση του σχετικού με την εξάλειψη του ανταγωνισμού στοιχείου στις σκέψεις 479 έως 620) δεν οφείλεται κυρίως στην αξία των προϊόντων της, αλλά στο πλεονέκτημα που διαθέτει στον τομέα της διαλειτουργικότητας.

408    Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι οι οικείοι υπεύθυνοι στον τομέα της πληροφορικής κλήθηκαν να εκτιμήσουν τη σπουδαιότητα 13 διαφορετικών παραγόντων για τις αποφάσεις τους αγοράς λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (βλ. ανωτέρω σκέψη 406), αλλά και να αξιολογήσουν, για καθένα από τους παράγοντες αυτούς, τις επιδόσεις των συστημάτων Linux, NetWare, UNIX και Windows.

409    Το σύστημα Windows έλαβε τη μικρότερη μέση βαθμολογία (3,63) για τον παράγοντα «αξιοπιστία/διαθεσιμότητα του λειτουργικού συστήματος για διακομιστές», ενώ είχε καταταγεί στην πρώτη θέση (με ποσοστό 34 %) από τους ερωτηθέντες υπευθύνους στον τομέα της πληροφορικής. Τα συστήματα UNIX βρέθηκαν αμέσως στην κορυφή (μέση βαθμολογία 4,55), ακολουθούμενα από τα συστήματα Linux (μέση βαθμολογία 4,10) και NetWare (μέση βαθμολογία 4,01).

410    Ομοίως, το Windows έλαβε τη χαμηλότερη μέση βαθμολογία για τις επιδόσεις του σε σχέση με τον παράγοντα «ασφάλεια ενσωματωμένη στο λειτουργικό σύστημα για διακομιστές» (μέση βαθμολογία 3,14), με μεγάλη διαφορά από τα συστήματα UNIX (μέση βαθμολογία 4,09), NetWare (μέση βαθμολογία 3,82) και Linux (μέση βαθμολογία 3,73), ενώ ο παράγοντας αυτός διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις των οργανισμών στον τομέα της αγοράς λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (βλ. ανωτέρω σκέψη 405). Τα αποτελέσματα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 406, δεδομένου ότι οι αγοραστές έχουν την τάση να συνδέουν με την ασφάλεια προβλήματα τα οποία, στην πραγματικότητα, απορρέουν από την έλλειψη διαλειτουργικότητας με τα συστήματα Windows.

411    Αντιθέτως, είναι απολύτως ενδεικτικό το γεγονός ότι, όσον αφορά τις επιδόσεις σχετικά με τον παράγοντα «διαλειτουργικότητα με τους σταθμούς εργασίας Windows», τα συστήματα Windows έλαβαν την υψηλότερη μέση βαθμολογία (μέση βαθμολογία 4,87) μεταξύ των μέσων βαθμολογιών που δόθηκαν στα διάφορα λειτουργικά συστήματα για οικείους διακομιστές όσον αφορά καθέναν από τους 13 παράγοντες που δέχθηκε η Mercer. Επιπλέον, η μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ της Microsoft και των λειτουργικών συστημάτων των ανταγωνιστών της παρατηρείται ως προς αυτόν ακριβώς τον παράγοντα, καθόσον η NetWare έλαβε μέση βαθμολογία 3,78, η Linux μέση βαθμολογία 3,43 και η UNIX μέση βαθμολογία 3,29.

412    Πάντα υπό την ίδια έννοια, επισημαίνεται ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 662 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν η μέση βαθμολογία των επιδόσεων που δόθηκε στα συστήματα Linux, NetWare, UNIX και Windows για καθένα από τους 13 οικείους παράγοντες σταθμιστεί με το ποσοστό της «σχετικής επιδράσεως» που αναλογεί σε καθέναν από τους παράγοντες αυτούς και, ακολούθως, προστεθούν οι σταθμισμένες αυτές βαθμολογίες, υψηλότερο βαθμό λαμβάνουν τα συστήματα UNIX και ακολουθούν, καταρχάς, τα συστήματα Windows και έπειτα, σε αρκετά κοντινή θέση και χωρίς αισθητά χαμηλότερο βαθμό έναντι των συστημάτων Windows, τα συστήματα Linux και NetWare.

413    Τρίτον, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι, με την αιτιολογική σκέψη 183 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι «[ό]ταν ένας διακομιστής ομάδας εργασίας [που δεν λειτουργεί με Windows] προστίθεται σε δίκτυο Windows για ομάδα εργασίας, ο βαθμός διαλειτουργικότητας με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows που αυτός ο διακομιστής ομάδας εργασίας μπορεί να επιτύχει θα επιδράσει στην αποτελεσματικότητα με την οποία θα μπορέσει να παράσχει τις υπηρεσίες του στους χρήστες του δικτύου».

414    Διαπιστώνεται ότι πολλά στοιχεία της προσβαλλομένης αποφάσεως επιβεβαιώνουν τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού. Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση περιγράφει μια σειρά προβλημάτων που ανακύπτουν για τα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας λόγω του ότι δεν μπορούν να διαλειτουργήσουν με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows στον ίδιο βαθμό με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας.

415    Ως πρώτο παράδειγμα, η Επιτροπή αναφέρει ότι, αν ένας διακομιστής ομάδας εργασίας δεν διαλειτουργεί επαρκώς με την «αρχιτεκτονική ασφαλείας» του δικτύου Windows για ομάδα εργασίας, ο χρήστης θα υποχρεωθεί ενδεχομένως να συνδεθεί δύο φορές, αν επιθυμεί πρόσβαση τόσο σε «πηγές στηριζόμενες στο σύστημα Windows» όσο και σε «πηγές που προσφέρουν οι διακομιστές ομάδας εργασίας [που χρησιμοποιούν ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα]» (αιτιολογική σκέψη 183 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με τα υπομνήματά της, η Microsoft δεν αμφισβητεί ότι το πρόβλημα αυτό είναι πραγματικό, αλλά επιδιώκει απλώς να περιορίσει τη σοβαρότητά του (βλ. ανωτέρω σκέψη 340). Διαπιστώνεται ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ένας από τους εμπειρογνώμονες της Microsoft επισήμανε τους κινδύνους που ενείχε ενδεχόμενη ύπαρξη περισσότερων του ενός κωδικών χρήστη και κωδικών προσβάσεως για την ασφάλεια του δικτύου και τα μειονεκτήματα, από πλευράς αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητας, της υποχρεώσεως των χρηστών να εισάγουν περισσότερους από έναν κωδικούς χρήστη και κωδικούς προσβάσεως.

416    Ένα άλλο παράδειγμα περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 196 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει δήλωση που πραγματοποίησε η Microsoft με την από 16 Νοεμβρίου 2001 απάντησή της στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων, κατά την οποία «υφίστανται περισσότερες επιλογές στη διοίκηση [των ομάδων χρηστών], όταν ένας προσωπικός υπολογιστής πελάτη [στον οποίο είναι εγκατεστημένο] σύστημα Windows 2000 Professional συνδέεται με διακομιστή [ο οποίος λειτουργεί] με Windows 2000 με την τεχνολογία Active Directory απ’ ό,τι όταν λειτουργεί αυτόνομα ή αποτελεί μέρος τομέα ή περιοχής “εκτός Windows 2000”».

417    Με την αιτιολογική σκέψη 240 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, τουλάχιστον ένα έτος μετά την εισαγωγή του συστήματος Windows 2000, η Microsoft εξακολουθούσε να μην έχει γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της το πλήρες ενημερωμένο κείμενο των προδιαγραφών του πρωτοκόλλου CIFS/SMB. Με την υποσημείωση 319, διευκρινίζει ορθώς ότι, ακόμη και αν η Microsoft είχε γνωστοποιήσει τα σχετικά στοιχεία, τούτο δεν θα ήταν αρκετό για τη «χρηστή διοίκηση της υπηρεσίας αρχείων».

418    Πρέπει να παρατεθούν επίσης οι εκτιμήσεις που ορθώς προέβαλε η Επιτροπή όσον αφορά το σύστημα διασυνδέσεως ADSI που ανέπτυξε η Microsoft προκειμένου να παράσχει στους κατασκευαστές λογισμικών τη δυνατότητα προσβάσεως στο πρωτόκολλο LDAP στο οποίο στηρίζεται η τεχνολογία Active Directory (αιτιολογικές σκέψεις 243 έως 250 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ειδικότερα, είναι σκόπιμη η αναφορά στους περιορισμούς που περιλαμβάνει ο «προμηθευτής ADSI» της Novell (αιτιολογική σκέψη 250 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

419    Με τις αιτιολογικές σκέψεις 251 έως 266 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξηγεί ότι η Microsoft επέκτεινε «κυριαρχικώς» το βασικό πρωτόκολλο Kerberos και ότι τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας που εκτελούν τη «μη διευρυμένη» εκδοχή του εν λόγω πρωτοκόλλου ασφαλείας προσκρούουν σε δυσκολίες από πλευράς χορηγήσεως αδείας, όταν λειτουργούν σε περιβάλλον Windows (βλ., επίσης, υποσημείωση 786 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Όσον αφορά το ίδιο αυτό πρωτόκολλο Kerberos, όπως τροποποιήθηκε από τη Microsoft, υπενθυμίζεται ότι η χρήση του παρουσιάζει πλεονεκτήματα ιδίως από πλευράς ταχύτητας συνδέσεων και αποτελεσματικότητας (βλ. αιτιολογική σκέψη 152 της προσβαλλομένης αποφάσεως και ανωτέρω σκέψη 170).

420    Με τις αιτιολογικές σκέψεις 283 έως 287 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξηγεί, ορθώς, ότι τα «εργαλεία συγχρονισμού καταλόγων» στα οποία αναφέρεται η Microsoft παρέχουν στις υπηρεσίες καταλόγου που προσφέρουν τα συστήματα των ανταγωνιστών της τη δυνατότητα περιορισμένου μόνο συγχρονισμού με την τεχνολογία Active Directory. Τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα εργαλεία αυτά «συγχρονίζουν μέρος μόνον των πληροφοριών που περιλαμβάνει ένας κατάλογος» και ότι «δεν εξαλείφουν την ανάγκη διαχειρίσεως των χρηστών, των αδειών, των συμμετοχών σε ομάδες και των πολιτικών ασφάλειας χωριστά για τους διακομιστές ομάδας εργασίας [που χρησιμοποιούν] Windows και για εκείνους [που χρησιμοποιούν ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα]» (αιτιολογική σκέψη 285 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

421    Από το σύνολο των εκτιμήσεων αυτών προκύπτει ότι η Microsoft δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κρίνοντας αναγκαίο για τα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας να είναι σε θέση να διαλειτουργούν με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows επί ίσοις όροις με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, προκειμένου να μπορούν να διατίθενται με βιώσιμο τρόπο στο εμπόριο.

422    Από τις εκτιμήσεις αυτές συνάγεται επίσης ότι η έλλειψη τέτοιου βαθμού διαλειτουργικότητας με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσεως της Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, ιδίως στον βαθμό που ενθαρρύνει τους καταναλωτές να χρησιμοποιούν κατά προτίμηση το λειτουργικό σύστημά της για διακομιστές ομάδας εργασίας έναντι εκείνων των ανταγωνιστών της, ενώ τα ανταγωνιστικά αυτά συστήματα εμφανίζουν χαρακτηριστικά στα οποία οι καταναλωτές αποδίδουν μεγάλη σημασία.

–       Επί της φερόμενης πλάνης περί τα πραγματικά περιστατικά

423    Τα επιχειρήματα που η Microsoft αντλεί από τη φερόμενη πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά εκ μέρους της Επιτροπής είναι δύο ειδών.

424    Πρώτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η άποψη της Επιτροπής αντικρούεται, αφενός, από την ύπαρξη πολλών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας στην αγορά και από τον ανομοιογενή χαρακτήρα των δικτύων πληροφορικής στις επιχειρήσεις της Ευρώπης και, αφετέρου, από το γεγονός ότι, χωρίς να έχουν πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα επίμαχες πληροφορίες, οι κατασκευαστές των προϊόντων Linux εισήλθαν προσφάτως στην αγορά και δεν έπαυσαν να αποκτούν μερίδια αγοράς.

425    Όσον αφορά το πρώτο από τα επιχειρήματα που εξετάστηκαν στην προηγούμενη σκέψη, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι δεν αρκεί για να αμφισβητηθεί η βασιμότητα της απόψεως της Επιτροπής.

426    Συναφώς, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, οι εκτιμήσεις που σχετίζονται με τη διαλειτουργικότητα διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στις αποφάσεις στον τομέα της αγοράς λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (βλ. ανωτέρω σημεία 381 έως 412).

427    Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι από την τρίτη δημοσκόπηση της Mercer προκύπτει ότι ο παράγοντας «διαλειτουργικότητα με τους σταθμούς εργασίας Windows» είναι εκείνος ως προς τον οποίο είναι εντονότερη η απόσταση μεταξύ του λειτουργικού συστήματος για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft και εκείνων των ανταγωνιστών της (βλ. ανωτέρω σκέψη 411).

428    Ακολούθως, επισημαίνεται ότι, όπως θα εκτεθεί λεπτομερώς με τις κατωτέρω σκέψεις 569 έως 582, οι ανταγωνιστές της Microsoft, εξαιρουμένων των κατασκευαστών των προϊόντων Linux, δραστηριοποιούνταν στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας επί σειρά ετών, όταν η εταιρία αυτή άρχισε να αναπτύσσει και να διανέμει τα εν λόγω συστήματα. Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι εν λόγω ανταγωνιστές εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται στην αγορά, ωστόσο το μερίδιό τους αγοράς μειώθηκε αισθητά ταυτόχρονα με τη ραγδαία αύξηση του μεριδίου αγοράς της Microsoft, παρά το γεγονός ότι ορισμένοι από τους ανταγωνιστές αυτούς και ιδίως η Novell διέθεταν σημαντικά προηγμένη τεχνολογία σε σχέση με τη Microsoft. Το γεγονός ότι η εξαφάνιση του ανταγωνισμού δεν ήταν άμεση αλλά σταδιακή δεν θίγει την άποψη της Επιτροπής περί του απαραίτητου χαρακτήρα των επίμαχων πληροφοριών.

429    Πράγματι, όπως επισήμανε η Επιτροπή προς απάντηση μίας εκ των γραπτών ερωτήσεων του Πρωτοδικείου, το ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft άρχισαν να πωλούν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας λίγα έτη πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι την εποχή εκείνη εξακολουθούσε να υφίσταται, εντός των οικείων οργανισμών, μια μη αμελητέα εγκατεστημένη βάση προσωπικών υπολογιστών πελατών που χρησιμοποιούσαν λειτουργικό σύστημα Windows το οποίο ανήκει σε γκάμα προϊόντων προγενέστερη της γκάμας Windows 2000 (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 441 έως 444 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Για παράδειγμα, ο πίνακας της αιτιολογικής σκέψεως 446 της προσβαλλομένης αποφάσεως εμφαίνει ότι το 2001 χορηγούνταν ακόμη πολλές νέες άδειες για τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη Windows 98, Windows Millennium Edition (Windows Me) και Windows NT. Με αυτά ακριβώς τα λειτουργικά συστήματα της γκάμας Windows 2000 παρουσιάστηκαν οξύτατα προβλήματα διαλειτουργικότητας για τους ανταγωνιστές της Microsoft (βλ. κατωτέρω σκέψεις 571 έως 573). Την ίδια εποχή, εξακολουθούσε να υφίσταται μια μη αμελητέα εγκατεστημένη βάση διακομιστών ομάδας εργασίας που χρησιμοποιούσε τα λειτουργικά συστήματα Windows NT, τα οποία παρουσίαζαν λιγότερα προβλήματα διαλειτουργικότητας από τα συστήματα που τα διαδέχθηκαν. Επί του σημείου αυτού, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι οργανισμοί επιφέρουν μεταβολές στο δίκτυό τους διακομιστών ομάδας εργασίας μία μόνο φορά σε διάστημα πολλών ετών και μόνο σταδιακώς (βλ. αιτιολογική σκέψη 590 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

430    Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα που εξετάστηκε στη σκέψη 424, ήτοι το επιχείρημα που στηρίζεται στην εισαγωγή και την ανάπτυξη προϊόντων Linux στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, πρέπει επίσης να απορριφθεί.

431    Συναφώς, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, όπως εξηγεί η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 487 και 488 της προσβαλλομένης αποφάσεως και όπως θα διευκρινιστεί με τις σκέψεις 502 και 553, τα στοιχεία της IDC, στα οποία στηρίζεται η Microsoft για να περιγράψει την εξέλιξη των προϊόντων Linux στην αγορά, παρουσιάζουν ορισμένες ατέλειες. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται, συγκεκριμένα, από μια βάση δεδομένων την οποία δημιούργησε ο οργανισμός αυτός καθορίζοντας οκτώ κύριες κατηγορίες καθηκόντων (ή «υποχρεώσεων») τα οποία εκτελούν οι διακομιστές στο εσωτερικό των οργανισμών και διακρίνοντας περισσότερες «υποκατηγορίες» εντός των κύριων αυτών κατηγοριών. Οι δύο υποκατηγορίες καθηκόντων που προσεγγίζουν περισσότερο τα προβλεπόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση καθήκοντα ομάδας εργασίας, ήτοι κατανομή αρχείων και εκτυπωτών, αφενός, και τη διαχείριση των χρηστών και των ομάδων χρηστών, αφετέρου, είναι τα επονομαζόμενα καθήκοντα «κατανομής αρχείων/εκτυπωτών» και «διαχειρίσεως δικτύου», αντιστοίχως (αιτιολογική σκέψη 486 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ωστόσο, τα καθήκοντα που εμπίπτουν στις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες δεν αντιστοιχούν πλήρως στις υπηρεσίες που συνθέτουν την αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Επιπλέον, ορισμένα από τα καθήκοντα αυτά απαιτούν μικρότερο βαθμό διαλειτουργικότητας μεταξύ των προσωπικών υπολογιστών πελατών και των διακομιστών έναντι των καθηκόντων ομάδας εργασίας που δέχθηκε η Επιτροπή και, επομένως, μπορούν να εκτελεσθούν ευκολότερα, έναντι των τελευταίων αυτών καθηκόντων, από ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα.

432    Ακολούθως, διαπιστώνεται ότι, κατά τα έτη που προηγήθηκαν της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα προϊόντα Linux δεν σημείωσαν σημαντική αύξηση στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Αυτά τα προϊόντα Linux, όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με το λογισμικό Samba (που αναπτύχθηκε χάρη σε τεχνικές αντίστροφης μηχανικής), μπορούσαν να επιτύχουν ορισμένου βαθμού διαλειτουργικότητα με τα λειτουργικά συστήματα Windows. Αυτός ο βαθμός διαλειτουργικότητας μειώθηκε, πάντως, αισθητά κατόπιν της εισαγωγής στην αγορά της γενιάς Windows 2000. Συγκεκριμένα, τον Οκτώβριο του 2003 –πολλούς δηλαδή μήνες αφότου η Microsoft είχε ήδη αρχίσει να διαθέτει στην αγορά το λειτουργικό σύστημα για διακομιστές Windows 2003 Server, το οποίο διαδέχθηκε το σύστημα Windows 2000 Server– ο βαθμός διαλειτουργικότητας τον οποίο επέτυχαν τα προϊόντα Linux τους επέτρεπε απλώς να ενεργήσουν ως διακομιστές μέλη στο εσωτερικό ενός τομέα που χρησιμοποιεί την τεχνολογία Active Directory (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 296 και 297 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

433    Τέλος, όσον αφορά την προβλεπόμενη αύξηση των προϊόντων Linux στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, επισημαίνεται ότι, όπως θα εκτεθεί λεπτομερώς με τις σκέψεις 595 έως 605, αφενός, η αύξηση αυτή είναι λιγότερο σημαντική από όσο ισχυρίζεται η Microsoft και, αφετέρου, δεν επηρεάζει τα συστήματα της τελευταίας, αλλά ιδίως τα συστήματα της Novell και των κατασκευαστών προϊόντων UNIX.

434    Δεύτερον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι πολλές μέθοδοι, πέραν της γνωστοποιήσεως των επίμαχων πληροφοριών, εξασφαλίζουν επαρκή διαλειτουργικότητα μεταξύ των λειτουργικών συστημάτων διαφορετικών προμηθευτών.

435    Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η Microsoft αναγνώρισε, τόσο με τα υπομνήματά της όσο και προς απάντηση ερώτησης που της υποβλήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι καμία από τις μεθόδους ή τις λύσεις που πρότεινε δεν καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του απαιτούμενου, εν προκειμένω, από την Επιτροπή υψηλού βαθμού διαλειτουργικότητας.

436    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η Microsoft δεν απέδειξε ότι οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες δεν ήταν απαραίτητες εν προκειμένω.

 iii) Επί της εξαλείψεως του ανταγωνισμού


 Επιχειρήματα των διαδίκων

437    Η Microsoft υποστηρίζει ότι η άρνηση που της προσάπτεται δεν είναι ικανή να αποκλείσει κάθε είδους ανταγωνισμό σε παράγωγη αγορά, ήτοι, εν προκειμένω, στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

438    Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, πρώτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε, εν προκειμένω, εσφαλμένο νομικό κριτήριο.

439    Συναφώς, η Microsoft επισημαίνει ότι, με την αιτιολογική σκέψη 589 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή κάνει λόγο για απλό «κίνδυνο» εξαλείψεως του ανταγωνισμού στην αγορά. Στις υποθέσεις που αφορούν την υποχρεωτική χορήγηση αδειών όσον αφορά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο εξέτασε, σε κάθε περίπτωση, αν η επίμαχη άρνηση ήταν «ικανή να εξαλείψει κάθε είδους ανταγωνισμό» και απαίτησε, προς τούτο, «η κατάσταση να μη δημιουργεί καμία σχεδόν αμφιβολία». Η Επιτροπή έπρεπε, συνεπώς, να εφαρμόσει αυστηρότερο κριτήριο, ήτοι το κριτήριο της «σοβαρής πιθανότητας» εξαλείψεως του ουσιαστικού ανταγωνισμού. Η Microsoft επισημαίνει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, οι όροι «κίνδυνος», «ενδεχόμενο» και «πιθανότητα» δεν έχουν το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο.

440    Η Microsoft προσθέτει ότι η παραπομπή της προσβαλλομένης αποφάσεως στις προαναφερθείσες στη σκέψη 320 αποφάσεις Istituto Chemioterapico Italiano και Commercial Solvents κατά Επιτροπής και CBEM δεν ασκεί επιρροή. Πράγματι, οι υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές δεν αφορούσαν άρνηση χορηγήσεως αδείας όσον αφορά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Επιπλέον, κατά τη Microsoft, σε καθεμία από τις υποθέσεις αυτές, η προοπτική εξαλείψεως του ανταγωνισμού ήταν, ελλείψει οποιασδήποτε εναλλακτικής πηγής εφοδιασμού, άμεση και πραγματική.

441    Δεύτερον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η άποψη της Επιτροπής ότι ο ανταγωνισμός στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές θα μπορούσε να εξαλειφθεί λόγω της αρνήσεώς της να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας διαψεύδεται από τις συνθήκες της αγοράς. Συναφώς, επαναλαμβάνει, αφενός, ότι είναι σύνηθες για τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη να διαθέτουν ανομοιογενές περιβάλλον πληροφορικής αποτελούμενο από λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και διακομιστές και από λειτουργικά συστήματα για ανταγωνιστικούς διακομιστές και, αφετέρου, ότι από τις εκθέσεις Mercer προκύπτει ότι οι επαγγελματίες πελάτες λαμβάνουν τις αποφάσεις τους στον τομέα της αγοράς λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές βάσει σειράς κριτηρίων όπως η αξιοπιστία, η προσαρμοστικότητα και η συμβατότητα των εφαρμογών και δεν θεωρούν καθοριστικό το κριτήριο της διαλειτουργικότητας με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη.

442    Η Microsoft αναφέρει επίσης ότι έξι έτη μετά την προβαλλόμενη άρνηση εξακολουθούν να υφίστανται στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας πολλοί ανταγωνιστές και ιδίως οι IBM, Novell, Red Hat και Sun, καθώς και πολλοί διανομείς προϊόντων Linux. Επαναλαμβάνει ότι η Linux εισήλθε προσφάτως στην αγορά και γνωρίζει ταχεία ανάπτυξη και ότι δεν αμφισβητείται ότι τα προϊόντα Linux, αφ’ εαυτών ή σε συνδυασμό με τα προϊόντα Samba ή με το λογισμικό για διακομιστές Nterprise της Novell, βρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές, όσον αφορά την εκτέλεση ευρέος φάσματος καθηκόντων, μεταξύ των οποίων η παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας στα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη. Εξάλλου, η Microsoft επισημαίνει ότι η IDC, που αποτελεί τον πρώτο διεθνή συμβουλευτικό και ερευνητικό οργανισμό στις αγορές τεχνολογίας της πληροφορίας και των τηλεπικοινωνιών, δεν διαπίστωσε κίνδυνο εξαλείψεως του ανταγωνισμού. Από τις προβλέψεις της IDC προκύπτει ότι, κατά την περίοδο 2003-2008, το μερίδιο αγοράς της Microsoft στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας που χρησιμοποιούνται σε διακομιστές κόστους μικρότερου των 25 000 USD θα παραμείνει σχεδόν σταθερό, ενώ εκείνο της Linux θα διπλασιαστεί.

443    Τρίτον, η Microsoft επικρίνει τον ορισμό «τεχνηέντως στενή» που δίδεται στη δεύτερη αγορά προϊόντων που δέχθηκε η Επιτροπή.

444    Κατά τη Microsoft, πράγματι, «ο ανταγωνισμός με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές είναι […] ακόμη ισχυρότερος», αν ληφθούν επίσης υπόψη, στον ορισμό αυτό, άλλα καθήκοντα πλην της παροχής υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και υπηρεσιών διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, τα οποία μπορούν να εκπληρώσουν τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές.

445    Συναφώς, η Microsoft επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η βασική εκδοχή του λειτουργικού συστήματός της Windows Server 2003 καθιστά δυνατή την εκτέλεση ευρείας κλίμακας καθηκόντων, πολλά από τα οποία βρίσκονται εκτός της δεύτερης αγοράς προϊόντος, όπως ορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξηγεί ότι, σύμφωνα με την προσέγγιση της Επιτροπής, το ίδιο λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές εμπίπτει στη σχετική αγορά όταν παρέχει υπηρεσίες αρχείων και εκτυπωτών σε λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και αποκλείεται από αυτή όταν παρέχει υπηρεσίες «proxy» ή «τοίχου προστασίας» στα ίδια λειτουργικά συστήματα.

446    Η Microsoft κρίνει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αντλήσει επιχείρημα από το γεγονός ότι το λειτουργικό της σύστημα Windows Server 2003 έχει διάφορες εκδοχές διαφορετικού κόστους προκειμένου να αποδείξει ότι η βασική εκδοχή του συστήματος αυτού αφορά διαφορετική αγορά από εκείνη στην οποία εμπίπτουν οι άλλες εκδοχές του ίδιου συστήματος. Επισημαίνει, συναφώς, ότι οι «ακριβότερες» εκδοχές του συστήματος αυτού παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες ομάδας εργασίας με τη βασική εκδοχή της.

447    Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Microsoft αναπτύσσει κατά κάποιο τρόπο την αιτίαση που αντλείται από τον εσφαλμένο ορισμό της δεύτερης αγοράς προϊόντος. Διευκρινίζει, καταρχάς, ότι, στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές εν γένει, κατέχει μερίδιο αγοράς της τάξεως του 30 % περίπου. Ακολούθως, επισημαίνει ότι «[ο]υδείς στον σχετικό τομέα χρησιμοποιεί τον όρο “διακομιστές ομάδας εργασίας” με τον τρόπο που τον χρησιμοποιεί η Επιτροπή για να ορίσει [αυτή την αγορά προϊόντος]» και ότι, όταν οι «παρατηρητές του τομέα» αναφέρονται περιστασιακώς στους «διακομιστές ομάδας εργασίας», αναφέρονται εν γένει και στους διακομιστές που εκτελούν ευρύ φάσμα καθηκόντων, περιλαμβανομένων των «διακομιστών ιστού, βάσεων δεδομένων και εφαρμογών». Τέλος, η Microsoft υποστηρίζει ότι κανείς από τους κύριους προμηθευτές διακομιστών στην αγορά δεν πωλεί διακομιστές ομάδας εργασίας οι οποίοι περιορίζονται στην εκτέλεση των καθηκόντων που προσδιόρισε η Επιτροπή.

448    Εξάλλου, η Microsoft απορρίπτει τις εξηγήσεις που προέβαλε η Επιτροπή, με το υπόμνημα αντικρούσεως, για να δικαιολογήσει τον ορισμό της αγοράς στον οποίο κατέληξε. Συναφώς, επισημαίνει, καταρχάς, ότι «οι προμηθευτές δεν επιβάλλουν διαφορετικές τιμές σε διαφορετικά πρόσωπα για την ίδια εκδοχή ενός λειτουργικού συστήματος για διακομιστές ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο θα το χρησιμοποιήσουν». Ακολούθως, αμφισβητεί ότι τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές που η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας είναι «βελτιωμένα» ούτως ώστε να παρέχουν υπηρεσίες ομάδας εργασίας. Πράγματι, από τα στοιχεία της IDC στα οποία προσέφυγε η Επιτροπή για τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς προκύπτει ότι, με μοναδική εξαίρεση το NetWare της Novell, «αυτά τα λειτουργικά συστήματα δαπανούν πολύ περισσότερο χρόνο για την εκτέλεση καθηκόντων που δεν εμπίπτουν σε ομάδας εργασίας, έναντι καθηκόντων ομάδας εργασίας».Τέλος, επισημαίνει ότι «[τ]ο κόστος μεταβολής θα ήταν σε πολλές περιπτώσεις μηδαμινό [και] σε άλλες αμελητέο».

449    Επιπλέον, η Microsoft παραπέμπει γενικώς σε δύο εκθέσεις των κυρίων Evans, Nichols και Padilla, οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα A.23 του δικογράφου της προσφυγής και στο παράρτημα C.12 του υπομνήματος απαντήσεως.

450    Τέταρτον, με το υπόμνημα απαντήσεως, η Microsoft επικρίνει τη μεθοδολογία που εφάρμοσε η Επιτροπή για τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς των επιχειρηματιών στη δεύτερη αγορά προϊόντος, η οποία συνίσταται στη συνεκτίμηση μόνον του χρόνου που δαπανούν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας και πωλήσεως λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές κόστους μικρότερου των 25 000 USD. Η κατάσταση αυτή έχει, πράγματι, ως παράλογη συνέπεια να «θεωρείται ότι ένα υπόδειγμα λειτουργικού συστήματος βρίσκεται τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της αγοράς ανάλογα με τα καθήκοντα που εκτελεί σε συγκεκριμένο χρόνο» και δεν παρέχει καμία «κρίσιμη πληροφορία όσον αφορά τη δεσπόζουσα θέση».

451    Η CompTIA υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο εξετάζοντας αν η άρνηση που προσάπτεται στη Microsoft συνεπαγόταν απλό «κίνδυνο εξαλείψεως οποιασδήποτε μορφής ουσιαστικού ανταγωνισμού», ενώ θα έπρεπε να εξακριβώσει αν η άρνηση αυτή θα μπορούσε να εξαλείψει τον ανταγωνισμό στη δευτερεύουσα αγορά. Ακολούθως, η CompTIA υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον φάκελο δεν αποδεικνύουν ότι η άρνηση αυτή μπορούσε να έχει τέτοια συνέπεια. Εμμένει, ειδικότερα, στην «αυξανόμενη επιτυχία» της Linux.

452    Η ΑCT υπογραμμίζει τον στενό δεσμό μεταξύ του κριτηρίου περί απαραίτητου χαρακτήρα και του κριτηρίου περί εξαλείψεως του ανταγωνισμού. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντιφατική, στο μέτρο που, αφενός, αναγνωρίζει ότι έως και 40 % της αγοράς των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας ανήκει σε ανταγωνιστές οι οποίοι είναι σε θέση να προμηθεύουν προϊόντα αντικαταστάσεως χωρίς να έχουν πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και, αφετέρου, επισημαίνει ότι, ελλείψει της προσβάσεως αυτής ο ανταγωνισμός στην αγορά είναι αδύνατος λαμβανομένου υπόψη του απαραίτητου χαρακτήρα των εν λόγω πληροφοριών.

453    Εξάλλου, η ACT αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ανταγωνισμός που ασκείται από τους «επουσιώδεις φορείς». Επικρίνει, επίσης, το ότι η Επιτροπή στηρίζεται σε απλό «κίνδυνο» εξαλείψεως του ανταγωνισμού και τονίζει ότι η θέση της Linux στην αγορά διαρκώς ενισχύεται.

454    Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η επίμαχη άρνηση ενέχει κίνδυνο εξαλείψεως του ουσιαστικού ανταγωνισμού στην παράγωγη αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

455    Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναλύθηκαν με τις αιτιολογικές σκέψεις 585 έως 692 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι ο κίνδυνος αυτός «είναι πολύ πιθανόν να πραγματωθεί στο προσεχές μέλλον». Παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 700 της αποφάσεως αυτής, υποστηρίζει ότι, μολονότι η συμπεριφορά της Microsoft δεν έχει περιοριστεί, ελλοχεύει σημαντικός κίνδυνος τα προϊόντα των ανταγωνιστών της να περιοριστούν σε «κλάδους περιορισμένου αγοραστικού κοινού» ή να μην είναι καθόλου αποδοτικά.

456    Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι προαναφερθείσες στη σκέψη 320 υποθέσεις Istituto Chemioterapico Italiano και Commercial Solvents κατά Επιτροπής και CBEM παρέχουν βάσιμες ενδείξεις για την εκτίμηση της συμπεριφοράς της Microsoft από πλευράς του άρθρου 82 ΕΚ, ακόμη και αν οι υποθέσεις αυτές δεν αφορούν άρνηση χορηγήσεως αδείας που άπτεται δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι όροι «κίνδυνος», «ενδεχόμενο» και «πιθανότητα» που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο με τη νομολογία του περί καταχρηστικών αρνήσεων προμήθειας έχουν το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο.

457    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα της Microsoft στηρίζονται στην πλειονότητά τους στην εσφαλμένη αρχή ότι στην ίδια απόκειται να αποδείξει ότι ο ανταγωνισμός έχει ήδη εξαλειφθεί ή, έστω, ότι η εξάλειψή του επίκειται. Υπενθυμίζει ότι απέδειξε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι «ο βαθμός διαλειτουργικότητας που μπορεί να επιτευχθεί χάρη στις γνωστοποιήσεις πληροφοριών εκ μέρους της Microsoft αρκεί για να μπορέσουν οι ανταγωνιστές να διατηρήσουν τη βιώσιμη θέση τους στην αγορά» (υποσημείωση 712 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Microsoft όμως δεν αποδεικνύει, κατά την Επιτροπή, ότι το συμπέρασμα αυτό συνήχθη κατά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

458    Δεύτερον, η Επιτροπή αποφαίνεται επί των επιχειρημάτων που η Microsoft αντλεί από τα δεδομένα της αγοράς.

459    Επισημαίνει, καταρχάς, ότι «ο κίνδυνος πλήρους εξαλείψεως του ανταγωνισμού υφίστατο ήδη το 1998, όπως υφίσταται σήμερα», με μοναδική διαφορά ότι «αυτή η εξάλειψη του ανταγωνισμού είναι σήμερα αμεσότερη σε σχέση με το 1998».

460    Ακολούθως, αμφισβητεί τα συμπεράσματα που η Microsoft αντλεί από τις εκθέσεις Mercer, επισημαίνοντας ότι από τις εκθέσεις αυτές προκύπτει ότι οι πελάτες επιλέγουν το σύστημα Windows ως λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας λόγω του «αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος» του οποίου απολαύει η Microsoft στον τομέα της διαλειτουργικότητας, παρότι το σύστημα Windows «υπολείπεται» άλλων προϊόντων όσον αφορά πολλά χαρακτηριστικά στα οποία οι πελάτες αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία.

461    Όσον αφορά το επιχείρημα της Microsoft που αντλείται από την ανάπτυξη των προϊόντων Linux, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν αποδεικνύεται και παραπέμπει στις αιτιολογικές σκέψεις 506 και 632 της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες απέδειξε σαφώς ότι «η προγενέστερη ανάπτυξη της Linux ήταν επουσιώδης». Προσθέτει ότι από τις δύο τελευταίες έρευνες της Mercer προκύπτει ότι η Linux κατέχει ελάχιστο μερίδιο αγοράς, ήτοι της τάξεως του 5 %, στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

462    Όσον αφορά τις προβλέψεις της IDC, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι είναι υπερβολικές και στηρίζονται σε ατελή στοιχεία (βλ. ανωτέρω σκέψεις 365 και 366). Προσθέτει ότι, στην πραγματικότητα, από τα στοιχεία της IDC προκύπτει ότι η Microsoft απέκτησε ταχέως δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά, ότι εξακολουθεί να αυξάνει το μερίδιο αγοράς της και ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ολοένα και πιο περιορισμένο σύνολο επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται σε πολύ συγκεκριμένες αγορές.

463    Τρίτον, η Επιτροπή αντικρούει τις επικρίσεις της Microsoft όσον αφορά τον εκ μέρους της ορισμό της δεύτερης αγοράς προϊόντος.

464    Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, για να καταλήξει στον ορισμό αυτό, καταρχάς, κατάρτισε «κατάλογο βασικών υπηρεσιών ομάδας εργασίας, οι οποίες ικανοποιούν πλήρως μια ειδική ανάγκη των πελατών». Πρόκειται για υπηρεσίες-κλειδιά τις οποίες οι πελάτες λαμβάνουν υπόψη όταν αγοράζουν ένα λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας. Η Επιτροπή εξηγεί ότι στήριξε την ανάλυσή της σε διάφορα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων στις πληροφορίες που συνέλεξε στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς του 2003 (αιτιολογικές σκέψεις 349 έως 352 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στη «στατιστική συσχέτιση» της χρήσεως συγκεκριμένου λειτουργικού συστήματος για την εκπλήρωση ενός από τα βασικά καθήκοντα της ομάδας εργασίας και της χρήσεώς του για την εκπλήρωση των άλλων βασικών καθηκόντων (αιτιολογική σκέψη 353 της προσβαλλομένης αποφάσεως), καθώς και στην περιγραφή και κοστολόγηση από τη Microsoft των προϊόντων της (αιτιολογικές σκέψεις 359 έως 382 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

465    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας είναι «βελτιωμένα» ώστε να παρέχουν υπηρεσίες ομάδας εργασίας και ότι ο τρόπος παροχής των υπηρεσιών αυτών έχει καθοριστικό ρόλο στην απόφαση αγοράς των εν λόγω συστημάτων. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το γεγονός ότι οι διακομιστές ομάδας εργασίας χρησιμοποιούνται ενίοτε για τη λειτουργία μιας εφαρμογής δεν συνεπάγεται τον «προσωρινό» αποκλεισμό τους από την αγορά ή την «προσωρινή» ένταξη σε αυτή των διακομιστών επιχειρήσεως που είναι «βελτιωμένα» ώστε να διαχειρίζονται εφαρμογές επιχειρήσεως.

466    Σε απάντηση στο επιχείρημα της Microsoft ότι τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παροχή υπηρεσιών proxy ή τοίχου προστασίας, η Επιτροπή, παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 58 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνει ότι οι λειτουργίες αυτές εκτελούνται από ειδικούς «περιφερειακούς διακομιστές». Οι τελευταίοι αυτοί διακομιστές δεν μπορούν, συνεπώς, να ασκήσουν ανταγωνισμό στη Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

467    Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η ορολογία που χρησιμοποιεί για τον ορισμό της αγοράς προϊόντος δεν ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του ορισμού της εν λόγω αγοράς. Περαιτέρω, η φράση «λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας» χρησιμοποιείται πράγματι στον κλάδο για τον ορισμό «του είδους προϊόντων που αφορά η [προσβαλλόμενη] απόφαση».

468    Ακολούθως, η Επιτροπή αντικρούει τις επικρίσεις της Microsoft όσον αφορά τις περιλαμβανόμενες στο υπόμνημα αντικρούσεως εξηγήσεις (βλ. ανωτέρω σκέψη 448).

469    Συναφώς επισημαίνει, πρώτον, ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, τόσο εκείνη όσο και οι ανταγωνιστές της «χρεώνουν στους πελάτες διαφορετικές τιμές για το ίδιο λειτουργικό σύστημα ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να το χρησιμοποιήσουν». Οι τιμές αποτελούν πράγματι συνάρτηση του αριθμού προσωπικών υπολογιστών πελάτη που έχουν πρόσβαση στον οικείο διακομιστή. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι πωλητές λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας προτείνουν πολλές διαφορετικές εκδοχές –σε διαφορετικές τιμές– για συστήματα που ανήκουν στην ίδια «οικογένεια». Γενικότερα, επισημαίνει ότι «τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές πωλούνται στους πελάτες με άδεια της Microsoft και δεν υπάρχει, καταρχήν, κανένας λόγος να απαγορεύεται στη Microsoft να διαφοροποιεί τις τιμές ανάλογα με τη χρήση».

470    Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της Microsoft ότι τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας «απαιτούν πολύ περισσότερο χρόνο για καθήκοντα που δεν αφορούν τις ομάδες εργασίας απ’ ότι για καθήκοντα ομάδας εργασίας» στηρίζεται σε στοιχεία της IDC τα οποία αξιολογούνται βάσει ακατάλληλης μεθόδου.

471    Τρίτον, προς απάντηση στον ισχυρισμό της Microsoft ότι «[τ]ο κόστος τροποποιήσεως είναι μηδενικό σε πολλές περιπτώσεις», η Επιτροπή παραπέμπει στις αιτιολογικές σκέψεις 334 έως 341 και 388 έως 400 της προσβαλλομένης αποφάσεως, από τις οποίες προκύπτει η έλλειψη δυνατότητας υποκαταστάσεως όσον αφορά την προσφορά τόσο για τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη όσο και για τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας.

472    Εξάλλου, η Επιτροπή τονίζει, επίσης με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ότι η Microsoft δεν αμφισβητεί ότι η διαλειτουργικότητα με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη –και, ειδικότερα, με όσους λειτουργούν με Windows– είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας από ένα λειτουργικό σύστημα για διακομιστές. Υποστηρίζει ότι η άρνηση της Microsoft να γνωστοποιήσει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες θίγει αισθητά την ικανότητα των ανταγωνιστών της να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των καταναλωτών όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών και, συνεπώς, μεταβάλλει τους όρους του ανταγωνισμού για τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές που πωλούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών έναντι των διακομιστών που προορίζονται για την εκτέλεση άλλων καθηκόντων. Κατά την Επιτροπή, «τούτο εξακολουθεί να ισχύει, ακόμη και αν γίνει δεκτό […] ότι, τόσο για τη Microsoft όσο και για καθένα από τους ανταγωνιστές της, οι διάφορες εκδοχές των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές ομάδας εργασίας που υφίστανται σήμερα στην αγορά μπορούν στο σύνολό τους […] να εκτελέσουν τόσο καθήκοντα διακομιστή ομάδας εργασίας όσο και ορισμένα άλλα καθήκοντα “μικρής αξίας” (εφαρμογές που δεν είναι “καθοριστικής σημασίας”, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κ.λπ.)».

473    Η Επιτροπή προσθέτει ότι, «[ό]σον αφορά την προσφορά, αν γίνουν δεκτές για την παρούσα ανάλυση, [αφενός,] οι ανάγκες των πελατών από πλευράς ζητήσεως υπηρεσιών ομάδας εργασίας (που δεν αμφισβητούνται από τη Microsoft) και[, αφετέρου,] η εκτίμηση της Microsoft περί των διαφόρων εκδοχών των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές, σύμφωνα με την οποία οι διάφορες εκδοχές λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές κάθε κατασκευαστή έχουν τις ίδιες δυνατότητες όσον αφορά τα καθήκοντα ομάδας εργασίας, οι ίδιες στρεβλώσεις της αγοράς που αποκλείουν τους ανταγωνιστές της Microsoft από την πώληση λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές για τα καθήκοντα ομάδας εργασίας θα παρεμποδίσουν την υποκατάσταση από πλευράς προσφοράς με τη (νέα) είσοδο των οικείων “οικογενειών” λειτουργικών συστημάτων βάσει των “υψηλής ποιότητας” προϊόντων τους».

474    Τέλος, η Επιτροπή παραπέμπει στο παράρτημα B.11 του υπομνήματος αντικρούσεως και στο παράρτημα D.12 του υπομνήματος ανταπαντήσεως, με τα οποία σχολιάζει τις παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται, αντιστοίχως, στο παράρτημα A.23 του δικογράφου της προσφυγής και στο παράρτημα C.12 του υπομνήματος απαντήσεως.

475    Τέταρτον, η Επιτροπή αντικρούει τις επικρίσεις που διατυπώνει η Microsoft κατά της μεθόδου που χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς. Παρατηρεί, καταρχάς, ότι δεν είναι αναγκαίο για την εκτίμησή της η Microsoft να έχει ήδη αποκτήσει δεσπόζουσα θέση στην επίμαχη παράγωγη αγορά διά της καταχρήσεως που της προσάπτεται, πράγμα που έχει σημασία δεδομένου του κινδύνου εξαφανίσεως του ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά. Επισημαίνει, ακολούθως, ότι η μέθοδος αυτή καθιστά δυνατή την «κατάρτιση αρκούντως αξιόπιστου πίνακα ο οποίος εμφαίνει την έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των δυνάμεων στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας». Εξάλλου, υποστηρίζει ότι δεν έλαβε υπόψη τον χρόνο που αφιερώνει για τα διάφορα καθήκοντα συγκεκριμένος διακομιστής, αλλά εξέτασε, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που μετείχαν στην έρευνα αγοράς το 2003 και απάντησαν στη δεύτερη και τρίτη δημοσκόπηση της Mercer, το ποσοστό καθηκόντων ομάδας εργασίας που εκτέλεσαν οι διακομιστές των διαφόρων προμηθευτών. Ούτε από την εν λόγω έρευνα αγοράς ούτε από τις εν λόγω δημοσκοπήσεις προκύπτει ότι η Microsoft κατέχει μερίδιο αγοράς κατώτερο του 60 % για οποιοδήποτε από τα καθήκοντα ομάδας εργασίας.

476    Η Επιτροπή προσθέτει ότι «η εφαρμογή των “φίλτρων” που καθόρισε η Microsoft καθιστά δυνατή τη χρήση [των] δεδομένων [της IDC] ως προσέγγιση της πωλήσεως των προϊόντων διαφόρων κατασκευαστών που καθορίστηκαν ως λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας». Υποστηρίζει ότι «στο μέτρο που καθαυτή η συμπεριφορά αποκλεισμού της Microsoft έχει ως συνέπεια τον διαχωρισμό των πωλήσεων λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές που αγοράστηκαν κυρίως για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας από τις πωλήσεις συστημάτων που αγοράστηκαν κυρίως για άλλα καθήκοντα, ένα φίλτρο “φόρτου εργασίας” είναι ενδεικτικό της σχετικής ισχύος της Microsoft όσον αφορά τις πωλήσεις που προορίζονται κυρίως για τα πρώτα αυτά καθήκοντα». Eν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν εφαρμοζόταν μόνον το «φίλτρο των 25 000 USD», χωρίς να γίνεται διάκριση ανάλογα με τον φόρτο εργασίας, το μερίδιο του συστήματος Windows θα ήταν της τάξεως του 65 % από πλευράς όγκου και του 61 % από πλευράς κύκλου εργασιών (αιτιολογική σκέψη 491 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

477    Η SIIA υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του απαραίτητου χαρακτήρα των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών, η επίμαχη άρνηση είναι, ως εκ της φύσεώς της, ικανή να εξαλείψει τον ανταγωνισμό στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το μερίδιο αγοράς της Microsoft στην αγορά αυτή αυξήθηκε αισθητά και ταχύτατα την εποχή κατά την οποία η εταιρία αυτή εισήγαγε στην αγορά το λειτουργικό σύστημά της Windows 2000 Server. Φρονεί επίσης ότι τα επιχειρήματα που η Microsoft αντλεί από την προβαλλόμενη ανάπτυξη των προϊόντων Linux στην αγορά δεν ευσταθούν.

478    Η FSFE επισημαίνει ότι τα προϊόντα Linux δεν αποτελούν απειλή για τον ανταγωνισμό στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

479    Το Πρωτοδικείο θα εξετάσει τις τέσσερις κατηγορίες επιχειρημάτων που η Microsoft προβάλλει προς στήριξη της απόψεώς της ότι δεν τίθεται, εν προκειμένω, ζήτημα εξαλείψεως του ανταγωνισμού με την ακόλουθη σειρά: πρώτον, θα εξετάσει τον ορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντος· δεύτερον, τη μεθοδολογία που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς· τρίτον, το εφαρμοστέο κριτήριο· τέταρτον, την εκτίμηση των δεδομένων της αγοράς και της καταστάσεως του ανταγωνισμού.

–       Επί του ορισμού της σχετικής αγοράς προϊόντος

480    Τα επιχειρήματα που η Microsoft προβάλλει ως προς τον ορισμό της αγοράς προϊόντος αφορούν τη δεύτερη από τις τρεις αγορές που προσδιόρισε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. ανωτέρω σκέψεις 23 και 25 έως 27), ήτοι την αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Η Επιτροπή εξηγεί ότι τα συστήματα αυτά κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο προκειμένου να παράσχουν ενσωματωμένες τις υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, σε περιορισμένο σχετικά αριθμό προσωπικών υπολογιστών πελάτη συνδεδεμένων με δίκτυο μικρών ή μεσαίων διαστάσεων (αιτιολογικές σκέψεις 53 και 345 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

481    Η Microsoft φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή έδωσε στη δεύτερη αγορά πολύ περιοριστικό ορισμό, περιλαμβάνοντας σε αυτή μόνον τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές που χρησιμοποιούνται για την παροχή των αναφερθεισών στην προηγούμενη σκέψη υπηρεσιών, ήτοι των καλούμενων υπηρεσιών «ομάδας εργασίας». Ο σκοπός που επιδιώκει η Microsoft όταν αμφισβητεί τον ορισμό που δέχθηκε η Επιτροπή είναι, κατ’ ουσίαν, να αποδείξει ότι η εξέλιξη της αγοράς διαφέρει από εκείνη που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 590 έως 636 της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν καταδεικνύει εξάλειψη του ανταγωνισμού.

482    Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι ο ορισμός της αγοράς προϊόντος, στο μέτρο που συνεπάγεται πολύπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις εκ μέρους της Επιτροπής, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιορισμένου μόνον ελέγχου από τον κοινοτικό δικαστή (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουνίου 2002, T‑342/99, Airtours κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2585, σκέψη 26). Ωστόσο, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να παραλείψει τον έλεγχο της εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνείας δεδομένων οικονομικής φύσεως. Συναφώς, σε αυτόν απόκειται να εξακριβώσει αν η Επιτροπή στήριξε την εκτίμησή της σε ακριβή, αξιόπιστα και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία απαρτίζουν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση μιας περίπλοκης καταστάσεως και είναι ικανά να αποδείξουν τα συμπεράσματα που αντλούνται από αυτά (βλ, υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 89 απόφαση Επιτροπή κατά Tetra Laval, σκέψη 39).

483    Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι η Microsoft περιορίζεται κατ’ ουσίαν, αφενός, στην επανάληψη των επιχειρημάτων που προέβαλε κατά τη διοικητική διαδικασία και τα οποία η Επιτροπή απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους κρίνει εσφαλμένη την εκτίμησή της, και, αφετέρου, στη γενική παραπομπή σε δύο εκθέσεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα A.23 του δικογράφου της προσφυγής και στο παράρτημα C.12 του υπομνήματος απαντήσεως, αντιστοίχως. Για τους λόγους που εκτέθηκαν στις ανωτέρω σκέψεις 94 έως 99, οι τελευταίες αυτές εκθέσεις θα ληφθούν υπόψη από το Πρωτοδικείο μόνον εφόσον αποδεικνύουν ή συμπληρώνουν αιτιάσεις ή επιχειρήματα που προβλήθηκαν ρητώς από τη Microsoft με το κυρίως σώμα των υπομνημάτων της.

484    Για να καταλήξει στον αμφισβητούμενο ορισμό της αγοράς προϊόντος, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη δυνατότητα υποκαταστάσεως των προϊόντων από πλευράς ζητήσεως, αφενός, και προσφοράς, αφετέρου. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση της Επιτροπής περί του ορισμού της σχετικής αγοράς για το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού (ΕΕ 1997, C 372, σ. 5, σημείο 7), «[η] αγορά του σχετικού προϊόντος περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα και/ή τις υπηρεσίες που είναι δυνατόν να εναλλάσσονται ή να υποκαθίστανται αμοιβαία από τον καταναλωτή λόγω των χαρακτηριστικών τους, των τιμών τους και των χρήσεων για τις οποίες προορίζονται». Υπενθυμίζεται επίσης ότι, όπως αναφέρει το σημείο 20 της ίδιας ανακοινώσεως, η δυνατότητα υποκαταστάσεως από πλευράς προσφοράς μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη για τον ορισμό της σχετικής αγοράς στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει αποτελέσματα ανάλογα με εκείνα της υποκαταστάσεως από πλευράς ζητήσεως σε επίπεδο αμεσότητας και αποτελεσματικότητας. Προς τούτο, οι προμηθευτές πρέπει να μπορούν να ανακατευθύνουν την παραγωγή τους προς τα επίμαχα προϊόντα και να τα διαθέτουν βραχυπρόθεσμα στο εμπόριο, χωρίς σημαντικά πρόσθετα έξοδα και κινδύνους, προς απάντηση σε μικρές αλλά διαρκείς αυξομειώσεις των σχετικών τιμών.

485    Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι ο καθορισμός της δεύτερης αγοράς δεν στηρίζεται στην άποψη ότι υφίσταται χωριστή κατηγορία λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές που εκτελούν αποκλειστικώς τα καθήκοντα κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών. Αντιθέτως, η Επιτροπή αναγνωρίζει με την προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς και επανειλημμένως ότι τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για την εκπλήρωση άλλων καθηκόντων και μπορούν να αναλάβουν, μεταξύ άλλων, εφαρμογές που δεν είναι «καθοριστικής σημασίας» (βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 59, 355, 356 και 379 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με την αιτιολογική σκέψη 59 της προσβαλλομένης αποφάσεως, διευκρινίζει ότι οι εφαρμογές που δεν είναι «καθοριστικής σημασίας» είναι εφαρμογές οποιαδήποτε δυσλειτουργία των οποίων «θα έχει επιπτώσεις στη δραστηριότητα ορισμένων χρηστών, [αλλά] δεν θα θίξει τη συνολική δραστηριότητα του οργανισμού». Συναφώς, αναφέρεται, ειδικότερα, στην ανάληψη υπηρεσιών εσωτερικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Όπως θα εκτεθεί λεπτομερώς στη συνέχεια, ο ορισμός που δέχθηκε η Επιτροπή στηρίζεται, στην πραγματικότητα, στη διαπίστωση ότι η ικανότητα των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας να παρέχουν συλλογικώς υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, αποτελεί, τηρουμένων των άλλων καθηκόντων που είναι σε θέση να εκτελέσουν, βασικό χαρακτηριστικό των συστημάτων αυτών βάσει του οποίου έχουν κατασκευαστεί, διατεθεί στο εμπόριο, αγοραστεί και χρησιμοποιηθεί για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.

486    Όσον αφορά, πρώτον, τη δυνατότητα υποκαταστάσεως από πλευράς ζητήσεως, η Επιτροπή καταλήγει, με την 387η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «δεν υφίστανται προϊόντα […] ικανά να ασκήσουν επί των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας πιέσεις ανταγωνισμού τέτοιας κλίμακας που να οδηγήσουν στο να περιληφθούν τα προϊόντα αυτά στην ίδια επίμαχη αγορά προϊόντος».

487    Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, πρώτον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι από τις πληροφορίες που συνελέγησαν στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς του 2003 προκύπτει ότι οι διακομιστές ομάδας εργασίας εκτελούσαν χωριστή κατηγορία καθηκόντων τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους και για τα οποία υπήρχε ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών (αιτιολογικές σκέψεις 348 έως 358 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

488    Το Πρωτοδικείο φρονεί ότι η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας και ότι η Microsoft δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να την αντικρούσει.

489    Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, με την από 4 Ιουνίου 2003 αίτησή της παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή ρώτησε τους οικείους οργανισμούς αν υφίστατο, στο εσωτερικό τους, συγκεκριμένο είδος διακομιστή για την παροχή υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών (πρώτο σκέλος της ερωτήσεως 1). Από τους 85 οργανισμούς που απάντησαν στην ερώτηση αυτή, οι 70 (ήτοι το 82,3 % περίπου) έδωσαν καταφατική απάντηση.

490    Η Επιτροπή ρώτησε επίσης τους οργανισμούς αν, κατά την άποψή τους, οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούσαν «“αδιαίρετο” σύνολο καθηκόντων διακομιστή» (δεύτερο σκέλος της ερωτήσεως 1). Από τους 83 οργανισμούς που απάντησαν στην ερώτηση αυτή, 51 (ήτοι 61,4 % περίπου) ενέκριναν την πρόταση αυτή.

491    Τα αποτελέσματα αυτά εξηγούνται ιδίως από το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούν βασικές υπηρεσίες στις οποίες προσφεύγουν οι χρήστες προσωπικών υπολογιστών πελάτη στο πλαίσιο των καθημερινών δραστηριοτήτων τους. Το τμήμα I 06, για παράδειγμα, δικαιολογώντας την καταφατική απάντηση στα δύο σκέλη της προαναφερθείσας ερωτήσεως 1, χαρακτηρίζει τους διακομιστές που καθιστούν δυνατή την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας ως «διακομιστές δομής» και τις εν λόγω υπηρεσίες ως «βασικές υπηρεσίες για σταθμούς εργασίας». Επισημαίνει, επί του σημείου αυτού, ότι «[κ]άθε χρήστης πρέπει να ταυτοποιείται/πιστοποιείται· δημιουργεί/μεταβάλλει αρχεία, τα εκτυπώνει, τα ανταλλάσσει/κατανέμει». Υπό την ίδια έννοια, άλλου οργανισμοί αναφέρουν τους εν λόγω διακομιστές ως «παροχείς υπηρεσιών δομής» (βλ. απάντηση των τμημάτων I 13 και I 30).

492    Σημειωτέον, συναφώς, ότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 352 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πολλοί οργανισμοί δικαιολογούν την καταφατική απάντησή τους στα δύο σκέλη της προαναφερθείσας ερωτήσεως 1 εμμένοντας στην ανάγκη «μίας και μόνον ταυτοποιήσεως» των χρηστών που επιθυμούν πρόσβαση στους πόρους του δικτύου ή ενός και μόνο σημείου αναφοράς για τη διαχείριση του δικτύου (βλ., μεταξύ άλλων, απαντήσεις των τμημάτων I 30, I 46‑16, I 46‑37 και της εταιρίας Inditex). Άλλοι οργανισμοί πραγματοποιούν εκτιμήσεις κόστους, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η χρήση λειτουργικού συστήματος για την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας καθιστά δυνατή τη μείωση των εξόδων διαχειρίσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απαντήσεις του τμήματος I 49‑19 και της εταιρίας Inditex).

493    Είναι γεγονός ότι, στην περιγραφή των «καθηκόντων ομάδας εργασίας» που περιέχει η αίτησή της περί παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή συμπεριέλαβε «την ανάληψη υπηρεσιών εσωτερικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και συνεργασίας, καθώς και άλλες εφαρμογές που δεν είναι “καθοριστικής σημασίας”», και αρκετοί από τους ερωτηθέντες οργανισμούς ενέκριναν την ενέργειά της αυτή. Είναι επίσης γεγονός ότι, προς απάντηση στην ερώτηση 2 της ίδιας αιτήσεως παροχής πληροφοριών, 62 από τους 85 οργανισμούς (ήτοι το 72,9 % περίπου) επισήμαναν ότι εκτιμούσαν την ευελιξία που προσφέρει ένα λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας το οποίο, πέραν των υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, ήταν σε θέση να λάβει υπόψη εφαρμογές μη «καθοριστικής σημασίας».

494    Ωστόσο, δεν μπορεί να συναχθεί αποκλειστικώς από τις διαπιστώσεις αυτές το συμπέρασμα ότι ο εκ μέρους της Επιτροπής ορισμός της δεύτερης αγοράς προϊόντος ήταν υπερβολικά περιοριστικός.

495    Πράγματι, αφενός, οι διαπιστώσεις αυτές πρέπει να σχετικοποιηθούν. Συγκεκριμένα, με την από 4 Ιουνίου 2003 απάντησή τους στην ερώτηση 1 της αιτήσεως παροχής πληροφοριών, πολλοί από τους ερωτηθέντες οργανισμούς διευκρίνισαν ότι, στο πλαίσιο της οργανωτικής δομής τους, οι υπηρεσίες εσωτερικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή συνεργασίας εκτελούνταν με εξειδικευμένους διακομιστές και διακρίνονταν από τις άλλες υπηρεσίες ομάδας εργασίας που όρισε η Επιτροπή (βλ., μεταξύ άλλων, απαντήσεις των τμημάτων I 09‑1, I 11, I 22, I 37, I 53, I 46-13, I 46-15, I 59 και I 72, καθώς και των εταιριών Danish Crown, Spardat και Stork Food & Dairy Systems). Για παράδειγμα, το τμήμα I 37 έκρινε ότι τα καθήκοντα ομάδας εργασίας που καθόρισε η Επιτροπή αποτελούσαν ένα σύνολο καθηκόντων διακομιστή συνδεδεμένων μεταξύ τους, επισημαίνοντας, συγχρόνως, ότι «[οι υπηρεσίες] αρχείων/εκτυπωτών και διαχειρίσεως των σταθμών εργασίας [ήταν] αλληλένδετες», ενώ «[οι υπηρεσίες] εσωτερικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου [αφορούσαν] διαφορετικό σύνολο διακομιστών». Υπό την ίδια έννοια, το τμήμα I 46‑15 διευκρίνισε ότι διέθετε «ένα διακομιστή ο οποίος [παρείχε] μόνον υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των σταθμών εργασίας».

496    Αφετέρου, όπως η Επιτροπή επισημαίνει με τις αιτιολογικές σκέψεις 353 και 354 της προσβαλλομένης αποφάσεως και υπενθυμίζει με την απάντησή της σε μία από τις γραπτές ερωτήσεις του Πρωτοδικείου, από την έρευνα αγοράς του 2003 προκύπτει επίσης ότι, όταν οι οργανισμοί προσφεύγουν σε συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα για την παροχή υπηρεσιών κατανομής αρχείων ή εκτυπωτών, χρησιμοποιούν εν γένει το ίδιο λειτουργικό σύστημα για την παροχή υπηρεσιών διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών. Επισημαίνεται, συναφώς, ότι η Microsoft δεν αμφισβητεί τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στις υποσημειώσεις 436 και 438 της προσβαλλομένης αποφάσεως και αφορούν τους «συντελεστές συσχετισμού» που υπολόγισε η Επιτροπή βάσει των απαντήσεων στην ερώτηση 5 της από 16 Απριλίου 2003 αιτήσεώς της παροχής πληροφοριών. Η Επιτροπή εξηγεί ότι ο «συντελεστής συσχετισμού» του μεριδίου καθηκόντων ενός συστήματος NetWare, ή ενός συστήματος Windows, για κάποια από τις υπηρεσίες ομάδας εργασίας, ήτοι για την κατανομή αρχείων, την εκτύπωση και τη διαχείριση των χρηστών και των ομάδων χρηστών, και του μεριδίου καθηκόντων του ίδιου συστήματος για κάποια άλλη από τις ίδιες υπηρεσίες είναι ιδιαιτέρως αυξημένος. Αντιθέτως, ο «συντελεστής συσχετισμού» είναι κατά πολύ μικρότερος μεταξύ του μεριδίου καθηκόντων ενός συστήματος NetWare, ή ενός συστήματος Windows, για μία από τις υπηρεσίες ομάδας εργασίας και του μεριδίου καθηκόντων του ίδιου συστήματος για άλλο είδος υπηρεσιών και, ειδικότερα, για την ανάληψη υπηρεσιών εσωτερικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλων εφαρμογών που δεν είναι «καθοριστικής σημασίας». Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι ίδιες διαπιστώσεις μπορούν να αντληθούν από ορισμένα αποτελέσματα της δεύτερης και τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer. Με άλλα λόγια, από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, τα οποία δεν αμφισβητεί η Microsoft, προκύπτει ότι είναι πολύ συνηθέστερο να συνδυάζονται στον ίδιο διακομιστή οι υπηρεσίες ομάδας εργασίας που δέχθηκε η Επιτροπή, παρά μία από τις υπηρεσίες αυτές και μια άλλου είδους υπηρεσία.

497    Συνεπώς, μολονότι είναι αληθές ότι οι χρήστες αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας για την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων που δεν είναι «καθοριστικής σημασίας», πέραν των υπηρεσιών ομάδας εργασίας, τούτο ουδόλως θίγει το συμπέρασμα ότι υφίσταται ιδιαίτερη ζήτηση για λειτουργικά συστήματα για διακομιστές που παρέχουν τις τελευταίες αυτές υπηρεσίες. Εφόσον αποδειχθεί ότι οι τρεις αυτές εκτιμώμενες κατηγορίες υπηρεσιών καθορίζουν την επιλογή της ζητήσεως, είναι άνευ σημασίας αν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές που εμπίπτουν στη σχετική αγορά είναι σε θέση να εκτελέσουν ορισμένα συμπληρωματικά καθήκοντα.

498    Πρέπει να προστεθεί ότι, όπως επισημάνθηκε με τις αιτιολογικές σκέψεις 357, 358 και 628 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι δηλώσεις πελατών που προσκόμισε η Microsoft κατά τη διοικητική διαδικασία επιβεβαιώνουν τη βασιμότητα της αναλύσεως της Επιτροπής.

499    Συγκεκριμένα, από τις εν λόγω δηλώσεις προκύπτει ότι, μολονότι, βεβαίως, όπως επανειλημμένως τονίζει η Microsoft με τα υπομνήματά της, οι οργανισμοί διαθέτουν συχνά «ανομοιογενή» δίκτυα πληροφορικής, ήτοι δίκτυα στα οποία χρησιμοποιούνται λειτουργικά συστήματα για διακομιστές και για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη προερχόμενα από διαφορετικούς παραγωγούς, χρησιμοποιούν, ωστόσο, διαφορετικά είδη διακομιστών για την εκτέλεση διαφορετικών ειδών καθηκόντων. Ειδικότερα, από τις δηλώσεις αυτές προκύπτει ότι οι υπηρεσίες ομάδας εργασίας, όπως ορίζονται από την Επιτροπή, παρέχονται εν γένει από άλλα είδη διακομιστών από εκείνα που αναλαμβάνουν εφαρμογές «καθοριστικής σημασίας». Συγκεκριμένα, από την περιγραφή που οι οργανισμοί αυτοί δίδουν στο περιβάλλον τους πληροφορικής προκύπτει ότι, κατά κανόνα, οι υπηρεσίες ομάδας εργασίας παρέχονται από διακομιστές μέτριας ποιότητας στους οποίους έχει εγκατασταθεί σύστημα Windows ή NetWare, ενώ οι εφαρμογές «καθοριστικής σημασίας» λειτουργούν σε δαπανηρότερους και σημαντικότερους διακομιστές, στους οποίους έχει εγκατασταθεί λειτουργικό σύστημα UNIX, ή σε «mainframes».

500    Για παράδειγμα, ένας σημαντικός όμιλος που δραστηριοποιείται στον χημικό και φαρμακευτικό τομέα επισημαίνει ότι οι εφαρμογές «καθοριστικής σημασίας» που χρησιμοποιεί για τη μισθοδοσία του προσωπικού του και για τις εσωτερικές τραπεζικές εργασίες λειτουργούν σε «mainframes». Προσθέτει ότι άλλες εφαρμογές «καθοριστικής σημασίας», οι οποίες χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, για τη διοικητική και τεχνική διαχείριση ορισμένων από τα τμήματά του, πραγματοποιούνται από διακομιστές που λειτουργούν με σύστημα UNIX. Αντιθέτως, τα καθήκοντα που δεν είναι «καθοριστικής σημασίας» και, ειδικότερα, τα καθήκοντα κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, εκτελούνται, στο εσωτερικό του ομίλου αυτού, από χωριστούς διακομιστές στους οποίους είναι κυρίως εγκατεστημένα λειτουργικά συστήματα Windows. Υπό την ίδια έννοια, μια σημαντική αεροπορική εταιρία εξηγεί ότι οι εφαρμογές που χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων, για τον σχεδιασμό των πτήσεων και για τις υπηρεσίες κρατήσεων πραγματοποιούνται από διακομιστές που λειτουργούν με UNIX, ενώ οι εφαρμογές που δεν είναι «καθοριστικής σημασίας» πραγματοποιούνται από διακομιστές που λειτουργούν με Windows. Ένα άλλο σχετικό παράδειγμα είναι το παράδειγμα τραπεζικού ομίλου, ο οποίος επισημαίνει ότι χρησιμοποιεί διακομιστές που λειτουργούν με UNIX για τις κύριες χρηματοοικονομικές εφαρμογές, διακομιστές που λειτουργούν με Solaris για τις λοιπές χρηματοοικονομικές εφαρμογές και τις εσωτερικές εφαρμογές που αναπτύσσει, και διακομιστές που λειτουργούν με Windows NT για τις «λειτουργίες δομής, όπως είναι οι υπηρεσίες κλάδου (ειδικότερα η ταυτοποίηση και η έγκριση) καθώς και τις υπηρεσίες αρχείων και εκτυπώσεως».

501    Επισημαίνεται ότι, όπως επισημάνθηκε ιδίως με τις αιτιολογικές σκέψεις 58 και 346 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι διακομιστές χαμηλής ποιότητας δεν χρησιμοποιούνται στο σύνολό τους για την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας. Ορισμένοι από τους διακομιστές αυτούς είναι, στην πραγματικότητα, εγκατεστημένοι «στο περιθώριο» των δικτύων και προορίζονται για την εκτέλεση εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως τα καθήκοντα διακομιστή ιστού, κρυφής μνήμης και αντιπυρικής ζώνης.

502    Τέλος, το επιχείρημα της Microsoft ότι από τα στοιχεία της IDC προκύπτει ότι, με μοναδική εξαίρεση το σύστημα NetWare της Novell, τα λειτουργικά συστήματα που η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως «λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας» αφιερώνουν πολύ λιγότερο χρόνο για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας έναντι άλλων καθηκόντων δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στα στοιχεία της IDC που αποδεικνύουν ότι το 24 % μόνον των πωλήσεων διακομιστών, σε όλες τις κλίμακες τιμών, στα οποία έχει εγκατασταθεί λειτουργικό σύστημα Windows αφορούν καθήκοντα «αρχείων», «εκτυπώσεως» και «διαχειρίσεως δικτύου» (βλ. υποσημείωση 93 του υπομνήματος απαντήσεως). Όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις αιτιολογικές σκέψεις 487 και 488 της προσβαλλομένης αποφάσεως και θα εκτεθεί λεπτομερέστερα με τη σκέψη 553, η μέθοδος που χρησιμοποιεί η IDC για τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς παρουσιάζει ορισμένες ατέλειες. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι τα προαναφεθέντα καθήκοντα αντιστοιχούν στις υπηρεσίες ομάδας εργασίας που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, το υπολογιζόμενο βάσει των στοιχείων της IDC ποσοστό θα αντιστοιχούσε απλώς στο μερίδιο πωλήσεων λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές της Microsoft όλων των εκδοχών, το οποίο αναφέρεται στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, το επίμαχο ποσοστό δεν περιορίζεται στα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας.

503    Δεύτερον, η Επιτροπή διαπίστωσε, στηριζόμενη ιδίως στην περιγραφή που η ίδια η Microsoft δίδει στα προϊόντα της, ότι τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ήταν «βελτιωμένα» ανάλογα με τα καθήκοντα που έπρεπε να εκτελέσουν (αιτιολογικές σκέψεις 359 έως 368 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

504    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι τα στοιχεία της δικογραφίας επιβεβαιώνουν τη βασιμότητα της διαπιστώσεως αυτής.

505    Πράγματι, όσον αφορά τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές της γκάμας Windows 2000, από τις πληροφορίες που δημοσιεύει η Microsoft στην ιστοσελίδα της στο Διαδίκτυο προκύπτει ότι τα συστήματα αυτά διατίθενται στο εμπόριο σε τρεις διαφορετικές εκδοχές, ήτοι ως Windows 2000 Server, Windows 2000 Advanced Server και Windows 2000 Datacenter Server, και ότι καθεμία από τις εκδοχές αυτές προορίζεται για να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένη ζήτηση των χρηστών από πλευράς καθηκόντων.

506    Η Microsoft περιγράφει το Windows 2000 Server ως τη «μέτριας ποιότητας» εκδοχή των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές Windows 2000 και ως «τη λύση που προσαρμόζεται στους διακομιστές ομάδας εργασίας για τα καθήκοντα αρχείων, εκτυπώσεως και επικοινωνίας» (αιτιολογική σκέψη 361 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Διευκρινίζει ότι το Windows 2000 Server «μπορεί να χρησιμοποιεί από έναν έως τέσσερις επεξεργαστές και μέχρι τέσσερα [gigaoctets (Go)]» (αιτιολογική σκέψη 364 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

507    Όσον αφορά το Windows 2000 Advanced Server, η Microsoft παρουσιάζει το προϊόν αυτό ως «το ιδανικό λειτουργικό σύστημα για τις βασικές επαγγελματικές εφαρμογές και τις εφαρμογές ηλεκτρονικού εμπορίου, που περιλαμβάνουν δυσκολότερα καθήκοντα και διαδικασίες που απαιτούν απόλυτη προτεραιότητα» (362η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως). Διευκρινίζει ότι το Windows 2000 Advanced Server δεν περιλαμβάνει απλώς όλες τις λειτουργίες του Windows 2000 Server, αλλά, επιπλέον, παρουσιάζει «πρόσθετα χαρακτηριστικά από πλευράς πεδίου εφαρμογής και αξιοπιστίας, όπως το “clustering”, που εξασφαλίζουν τη λειτουργία [των] εφαρμογών καθοριστικής σημασίας στις πλέον απαιτητικές περιπτώσεις» (αιτιολογική σκέψη 362 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Microsoft επισημαίνει επίσης ότι το Windows 2000 Advanced Server «έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί από έναν έως οκτώ επεξεργαστές και μέχρι οκτώ Go» (αιτιολογική σκέψη 364 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

508    Τέλος, όσον αφορά το Windows 2000 Datacenter Server, η Microsoft το παρουσιάζει ως σύστημα «μέγιστης αξιοπιστίας και διαθεσιμότητας», το οποίο συνιστά το «ιδανικό λειτουργικό σύστημα για βάσεις δεδομένων καθοριστικής σημασίας και λογισμικά σχεδιασμού των πόρων της επιχειρήσεως» (αιτιολογική σκέψη 363 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Διευκρινίζει ότι το Windows 2000 Datacenter Server «απευθύνεται στις επιχειρήσεις που έχουν ανάγκη από διαχειριστές περιφερειακών μονάδων και λογισμικά υψηλής ποιότητας και αξιοπιστίας» και ότι «μπορεί να χρησιμοποιεί από 1 έως 32 επεξεργαστές και μέχρι 64 Go» (αιτιολογικές σκέψεις 363 και 364 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

509    Επισημαίνεται ότι η Microsoft παρουσιάζει με παρόμοιο τρόπο τις διαφορετικές εκδοχές των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές της γκάμας που διαδέχθηκε τη γκάμα Windows 2000, ήτοι τα Windows Server 2003 Standard Edition, Windows Server 2003 Enterprise Edition, Windows Server 2003 Datacenter Edition και Windows Server 2003 Web Edition.

510    Συγκεκριμένα, το Windows Server 2003 Standard Edition περιγράφεται από τη Microsoft ως «το ιδανικό πολλαπλό λειτουργικό σύστημα δικτύου για τις καθημερινές ανάγκες των οργανισμών κάθε μεγέθους, αλλά, ειδικότερα, για τις μικρές επιχειρήσεις και τις ομάδες εργασίας» και ως «σύστημα [που καθιστά δυνατή] την αποτελεσματική κατανομή αρχείων και εκτυπωτών [και προσφέρει] δυνατότητα ασφαλούς συνδέσεως στο Διαδίκτυο, κεντρική διαχείριση των σταθμών εργασίας, καθώς και λύσεις ιστού που εξασφαλίζουν επαφή μεταξύ των υπαλλήλων, των συνεταίρων και των πελατών» (αιτιολογική σκέψη 365 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

511    Όσον αφορά το Windows Server 2003 Enterprise Edition, η Microsoft εξηγεί ότι το σύστημα αυτό προσφέρει, πέραν των λειτουργιών που προσφέρει και το Windows Server 2003 Standard Edition, «τα χαρακτηριστικά αξιοπιστίας που απαιτούνται για τις “καθοριστικής σημασίας” εφαρμογές επιχειρήσεως» (αιτιολογική σκέψη 366 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

512    Όσον αφορά το Windows Server 2003 Datacenter Edition, η Microsoft επισημαίνει ότι αυτό το λειτουργικό σύστημα «κατασκευάστηκε για εφαρμογές καθοριστικής σημασίας που απαιτούν το υψηλότερο επίπεδο εξελιξιμότητας, διαθεσιμότητας και αξιοπιστίας» (αιτιολογική σκέψη 366 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

513    Τέλος, το Windows Server 2003 Web Edition περιγράφεται από τη Microsoft ως σύστημα «προοριζόμενο για τη δημιουργία και τη στέγαση εφαρμογών, σελίδων και υπηρεσιών ιστού» και ως σύστημα «που κατασκευάστηκε ειδικώς για να ανταποκρίνεται σε ανάγκες εξειδικευμένων υπηρεσιών ιστού» (αιτιολογική σκέψη 367 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Microsoft τονίζει ότι το σύστημα αυτό «μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για ιστοσελίδες, διαδικτυακούς τόπους, εφαρμογές ιστού και υπηρεσίες ιστού» (αιτιολογική σκέψη 367 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

514    Επομένως, από τα ως άνω στοιχεία προκύπτει ότι η Microsoft καθαυτή παρουσιάζει τις διάφορες εκδοχές των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές ως προοριζόμενες να ικανοποιήσουν χωριστά αιτήματα των χρηστών από πλευράς καθηκόντων. Από τα εν λόγω στοιχεία προκύπτει επίσης ότι οι διάφορες αυτές εκδοχές δεν προορίζονται για λειτουργία στο ίδιο υλικό πληροφορικής.

515    Εξάλλου, επισημαίνεται ότι τα προϊόντα άλλων κατασκευαστών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές είναι επίσης «βελτιωμένα» ώστε να καλύπτουν την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας. Τούτο ισχύει, ειδικότερα, για τα προϊόντα της επιχειρήσεως Red Hat, της οποίας τα λειτουργικά συστήματα Red Hat Enterprise Linux ES και Red Hat Enterprise Linux AS προορίζονται σαφώς για την ικανοποίηση χωριστών αιτημάτων των χρηστών. Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με την υποσημείωση 463 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η επιχείρηση αυτή, στην ιστοσελίδα της στο Διαδίκτυο, περιγράφει το σύστημά της Red Hat Enterprise Linux ES ως «πλήρως προσαρμοσμένο στις υπηρεσίες δικτύων, αρχείων, εκτυπώσεως, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στον διακομιστή ιστού, καθώς και στις εξειδικευμένες εφαρμογές ή στα πακέτα λογισμικών». Αντιθέτως, όσον αφορά το σύστημά της Red Hat Enterprise Linux AS, η Red Hat το παρουσιάζει ως σύστημα προοριζόμενο για τα «συστήματα υψηλής ποιότητας και καθοριστικής σημασίας» και ως «την καλύτερη λύση για τους σημαντικούς περιφερειακούς διακομιστές και τους διακομιστές κέντρων δεδομένων». Τούτο συνάδει με τη διαπίστωση ότι τα λειτουργικά συστήματα που είναι εγκατεστημένα στους διακομιστές υψηλής ποιότητας προορίζονται για την εκτέλεση καθηκόντων «καθοριστικής σημασίας» και πρέπει, προς τούτο, να είναι πιο αξιόπιστα και να διαθέτουν περισσότερες λειτουργίες από τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 57 και 346 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

516    Τρίτον, η Επιτροπή στηρίζεται στη «στρατηγική της Microsoft στον τομέα των τιμών» και, ειδικότερα, στο ότι η εταιρία αυτή χρέωνε διαφορετικές τιμές για τις διάφορες εκδοχές των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές (αιτιολογικές σκέψεις 369 έως 382 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

517    Συναφώς, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι από τα στοιχεία που περιέχουν οι αιτιολογικές σκέψεις 370 έως 373 της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν αμφισβητούνται από τη Microsoft προκύπτει ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές τιμών μεταξύ των διαφόρων εκδοχών των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές της εταιρίας αυτής όσον αφορά τόσο τη γκάμα Windows 2000 Server όσο και τη γκάμα Windows Server 2003.

518    Πράγματι, βάσει των 25 «αδειών προσβάσεως πελάτη» ή «Client Access Licenses (CAL)», η τιμή πωλήσεως του συστήματος Windows 2000 Advanced Server είναι κατά 2,22 φορές υψηλότερη από εκείνη του συστήματος Windows 2000 Server. Όσον αφορά το σύστημα Windows 2000 Datacenter Server, η τιμή πωλήσεώς του είναι κατά 5,55 φορές υψηλότερη από εκείνη του συστήματος Windows 2000 Server (βάσει των 25 CAL).

519    Ομοίως, βάσει των 25 CAL, η τιμή πωλήσεως του συστήματος Windows Server 2003 Enterprise Edition είναι κατά 2,22 φορές υψηλότερη από εκείνη του συστήματος Windows Server 2003 Standard Edition. Η τιμή πωλήσεως του συστήματος Windows Server 2003 Datacenter Edition είναι κατά 5,55 φορές υψηλότερη από εκείνη του συστήματος Windows Server 2003 Standard Edition (βάσει των 25 CAL). Όσον αφορά το σύστημα Windows Server 2003 Web Edition, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την εκτέλεση ορισμένων συγκεκριμένων καθηκόντων (βλ. ανωτέρω σκέψη 513), πωλείται σε τιμή σαφώς κατώτερη εκείνης του συστήματος Windows Server 2003 Standard Edition.

520    Ακολούθως, πρέπει να τονιστεί ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft (βλ. σκέψη 446), η Επιτροπή δεν συνάγει μόνον από το γεγονός ότι η εταιρία αυτή χρεώνει τις διαφορετικές εκδοχές του λειτουργικού συστήματός της για διακομιστές σε διαφορετικές τιμές το συμπέρασμα ότι οι εκδοχές αυτές ανήκουν σε χωριστές αγορές προϊόντων. Όσον αφορά τη δυνατότητα υποκαταστάσεως από πλευράς ζητήσεως, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη μόνον το στοιχείο αυτό, αλλά, κυρίως, το ότι καθεμία από τις διάφορες αυτές εκδοχές προορίζεται για την ικανοποίηση συγκεκριμένου αιτήματος των χρηστών.

521    Εξάλλου, η Microsoft δεν μπορεί να αντλήσει επιχείρημα από το ότι με τις «δαπανηρότερες» εκδοχές των προϊόντων αυτών της γκάμας Windows Server 2003, ήτοι με τα συστήματα Windows Server 2003 Enterprise Edition και Windows Server 2003 Datacenter Edition, εκτελούνται τα ίδια καθήκοντα ομάδας εργασίας με το σύστημα Windows Server 2003 Standard Edition. Πράγματι, ναι μεν αυτό είναι αληθές, πλην όμως τα δύο πρώτα συστήματα προορίζονται για την ικανοποίηση διαφορετικών αιτημάτων από το τρίτο και είναι μάλλον απίθανο ένας χρήστης που επιθυμεί μόνον την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας να αγοράσει, προς τούτο, ένα σύστημα σαφώς δαπανηρότερο από το Windows Server 2003 Standard Edition.

522    Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 376 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Microsoft συμμερίζεται την άποψη αυτή όταν επισημαίνει, με τα εμπορικά έγγραφά της, παραπέμποντας στα συστήματα της γκάμας Windows 2000 Server, τα εξής:

«[Τ]α τρία προϊόντα της οικογένειας –Windows 2000 Server, [Windows 2000] Advanced Server και [Windows 2000] Datacenter Server– σας παρέχουν τη δυνατότητα προσαρμογής της επενδύσεώς σας κατά τρόπον ώστε να επιτευχθεί ο κατάλληλος βαθμός διαθεσιμότητας για τις διάφορες εμπορικές πράξεις σας, χωρίς την καταβολή επιπλέον ποσών για πράξεις που δεν απαιτούν μέγιστο χρόνο λειτουργίας.»

523    Στο ίδιο πλαίσιο, η Microsoft δεν μπορεί, περαιτέρω, να αντλήσει επιχείρημα από το ότι το λειτουργικό σύστημα Windows Server 2003 Standard Edition καθιστά δυνατή την εκτέλεση και άλλων καθηκόντων, πλην των καθηκόντων ομάδας εργασίας. Το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει, συγκεκριμένα, υπόψη ότι η εταιρία αυτή κοστολογεί το εν λόγω σύστημα σε διαφορετικές τιμές ανάλογα με το αν προορίζεται για την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας ή για άλλου είδους υπηρεσίες. Όπως διευκρινίστηκε με τις αιτιολογικές σκέψεις 84 και 380 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι τιμές που καθόρισε η Microsoft για το λειτουργικό σύστημα Windows Server 2003 Standard Edition περιλαμβάνουν εισφορά ανά διακομιστή στον οποίο είναι εγκατεστημένο και εισφορά (CAL) ανά προσωπικό υπολογιστή πελάτη στον οποίο ο διακομιστής αυτός παρέχει υπηρεσίες ομάδας εργασίας. Αντιθέτως, ο χρήστης δεν χρειάζεται CAL αν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει το σύστημα αυτό για την εκπλήρωση καθηκόντων «μη ταυτοποιημένων», όπως είναι τα καθήκοντα τοίχου προστασίας, proxy ή εικονικής εντολής. Οι διαπιστώσεις αυτές αποδεικνύουν, επίσης, ότι ο ισχυρισμός της Microsoft ότι «οι προμηθευτές δεν χρεώνουν διαφορετικές τιμές σε διαφορετικά πρόσωπα για την ίδια εκδοχή ενός λειτουργικού συστήματος για διακομιστές ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να το χρησιμοποιήσουν» είναι ανακριβής.

524    Τέταρτον και τελευταίον, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα άλλα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές, πλην των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας έπρεπε να διαλειτουργούν εξίσου πλήρως με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη στο εσωτερικό των οργανισμών με τα τελευταία αυτά συστήματα (αιτιολογικές σκέψεις 346 και 383 έως 386 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

525    Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι ήδη διαπιστώθηκε με τη σκέψη 385 ότι ορθώς η Επιτροπή είχε προβεί στην εκτίμηση αυτή. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω εκτίμηση δεν αμφισβητείται από τη Microsoft.

526    Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Microsoft δεν απέδειξε ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής περί της μη υπάρξεως, από πλευράς ζητήσεως, προϊόντων ικανών να ασκήσουν έντονο ανταγωνισμό στα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας σε τέτοιο βαθμό ώστε να περιληφθούν στην ίδια σχετική αγορά προϊόντος (αιτιολογική σκέψη 387 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ήταν προδήλως εσφαλμένο.

527    Όσον αφορά, δεύτερον, τη δυνατότητα υποκαταστάσεως από πλευράς προσφοράς, το ζήτημα αυτό αναλύθηκε από την Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 388 έως 400 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

528    Η Επιτροπή φρονεί, συναφώς, ότι «άλλοι κατασκευαστές λειτουργικών συστημάτων, ιδίως οι κατασκευαστές λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές, δεν είναι σε θέση να ανακατευθύνουν την παραγωγή και τη διανομή τους προς τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας, χωρίς να αναλάβουν τα έξοδα και τους σημαντικούς επιπλέον κινδύνους και εντός προθεσμίας αρκούντως σύντομης ώστε οι σχετικές με τη δυνατότητα υποκαταστάσεως από πλευράς προσφοράς εκτιμήσεις να ασκούν επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση» (αιτιολογική σκέψη 399 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ειδικότερα, απορρίπτει την άποψη που διατύπωσε η Microsoft με την από 16 Νοεμβρίου 2001 απάντησή της στη δεύτερη ανακοίνωση αιτιάσεων, σύμφωνα με την οποία υφίσταται, «στην πράξη, άμεση υποκατάσταση από πλευράς προσφοράς», υπό την έννοια ότι αρκεί η «απενεργοποίηση» των «πιο πολύπλοκων λειτουργιών» που περιλαμβάνονται στα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές υψηλής ποιότητας για την απόκτηση προϊόντος δυνάμενου να εξομοιωθεί με λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας.

529    Διαπιστώνεται ότι, με τα υπομνήματά της, η Microsoft δεν προβάλλει κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την ανάλυση στην οποία προέβη η Επιτροπή με τις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, περιορίζεται στον γενικό ισχυρισμό ότι «[τ]ο κόστος τροποποιήσεως θα ήταν μηδενικό σε πολλές περιπτώσεις» και «αμελητέο σε άλλες», χωρίς να διευκρινίζει αν με τον ισχυρισμό αυτό αμφισβητεί τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά την έλλειψη δυνατότητας υποκαταστάσεως από πλευράς προσφοράς.

530    Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Microsoft δεν απέδειξε ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής περί ελλείψεως δυνατότητας υποκαταστάσεως από πλευράς προσφοράς ήταν, εν προκειμένω, προδήλως εσφαλμένο.

531    Από τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται ότι ορθώς η Επιτροπή καθόρισε ως δεύτερη αγορά προϊόντος την αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

532    Το τελευταίο αυτό συμπέρασμα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το επιχείρημα της Microsoft ότι «[κ]ανείς στον τομέα δεν χρησιμοποιεί τη φράση “διακομιστής ομάδας εργασίας” κατά την έννοια κατά την οποία τη χρησιμοποιεί η Επιτροπή για τον ορισμό [της σχετικής αγοράς προϊόντος]». Πράγματι, αφενός, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, η ορολογία στην οποία προσφεύγει η Microsoft για να προσδιορίσει την αγορά δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τον ορθό ορισμό της. Αφετέρου, το επιχείρημα της Microsoft δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, βάσιμο, στο μέτρο που από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι φράσεις «διακομιστής ομάδας εργασίας» και «λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας» χρησιμοποιούνται στον κλάδο για τον καθορισμό του είδους προϊόντων που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, με την από 10 Δεκεμβρίου 1998 καταγγελία της, η Sun διευκρινίζει ρητώς ότι η καταγγελία αυτή αφορά τη συμπεριφορά της Microsoft «στον τομέα των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας». Υπό την ίδια έννοια, υπενθυμίζεται ότι, με τα εμπορικά έγγραφά της, η ίδια η Microsoft παρουσιάζει το λειτουργικό σύστημά της Windows 2000 Server ως τη «λύση που έχει προσαρμοστεί στους διακομιστές ομάδας εργασίας για τα καθήκοντα κατανομής αρχείων, εκτυπώσεως και επικοινωνίας» (βλ. ανωτέρω σκέψη 506).

–       Επί της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς

533    Η Microsoft προσάπτει στην Επιτροπή ότι χρησιμοποίησε μη ενδεδειγμένη μέθοδο υπολογισμού των μεριδίων αγοράς των διαφόρων επιχειρήσεων στη δεύτερη αγορά προϊόντος. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η μέθοδος αυτή δεν παρέχει καμία κρίσιμη πληροφορία όσον αφορά τη δεσπόζουσα θέση».

534    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, για τους λόγους που θα εκτεθούν στη συνέχεια, η Microsoft δεν αποδεικνύει ότι η μέθοδος της Επιτροπής χαρακτηρίζεται από πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.

535    Με τις αιτιολογικές σκέψεις 473 έως 490 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει λεπτομερώς την εν λόγω μέθοδο.

536    Η Επιτροπή επισημαίνει, καταρχάς, ότι χρησιμοποιεί δύο κατηγορίες «ενδεικτικών αξιών» (proxies) για να εκτιμήσει τη θέση των διαφόρων επιχειρήσεων στην αγορά, ήτοι, αφενός, τις εκτιμήσεις που πραγματοποίησε η IDC βάσει της κλίμακας τιμών του υλικού εξοπλισμού καθώς και της κατανομής των διαφόρων καθηκόντων που εκτελούν οι διακομιστές και, αφετέρου, τις εκτιμήσεις των μεριδίων αγοράς που στηρίζονται στα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 και της δεύτερης και τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer (αιτιολογική σκέψη 473 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

537    Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι από τη διαπίστωση της προηγούμενης σκέψεως προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της Microsoft ότι η Επιτροπή έλαβε αποκλειστικώς υπόψη, για τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς, τον χρόνο που αφιερώνουν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές στην εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας και πωλήσεων λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές κόστους ανώτερου των 25 000 USD είναι προδήλως ανακριβής. Η Microsoft παραλείπει να αναφέρει ότι η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη στοιχεία προερχόμενα από άλλες πηγές της IDC. Όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια με τη σκέψη 556, τα μερίδια αγοράς που προκύπτουν από τη χρήση των εν λόγω στοιχείων αντιστοιχούν συνολικώς στα καθοριζόμενα βάσει των στοιχείων της IDC μερίδια.

538    Ακολούθως, η Επιτροπή αναφέρει ότι τα μερίδια αγοράς πρέπει να εκτιμηθούν λαμβανομένου υπόψη τόσο του αριθμού μονάδων προϊόντων που πωλούνται όσο και του κύκλου εργασιών που πραγματοποιείται από τις πωλήσεις του λογισμικού με τον υλικό εξοπλισμό (αιτιολογικές σκέψεις 474 έως 477 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

539    Τέλος, όσον αφορά τα στοιχεία της IDC, η Επιτροπή κρίνει αναγκαία τη διαμόρφωσή τους μέσω της εφαρμογής δύο «φίλτρων» (αιτιολογικές σκέψεις 478 έως 489 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Αφενός, λαμβάνει υπόψη μόνο διακομιστές των οποίων η τιμή πωλήσεως υπολείπεται των 25 000 USD ή των 25 000 EUR, δεδομένου ότι, την επίμαχη περίοδο, όπως προκύπτει από την υποσημείωση 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ένα ευρώ ισοδυναμούσε με ένα USD. Αφετέρου, λαμβάνει υπόψη ορισμένες μόνον από τις κατηγορίες καθηκόντων που ορίζει η IDC.

540    Η αιτίαση της Microsoft αφορά τη χρήση των δύο αυτών φίλτρων.

541    Όσον αφορά το πρώτο φίλτρο, η Microsoft, με το κυρίως σώμα του υπομνήματος απαντήσεως, απλώς αμφισβητεί, εν γένει, την κρισιμότητά του. Με το παράρτημα C.12 του υπομνήματος απαντήσεως, εξειδικεύει εν μέρει το επιχείρημά της, αφενός, υποστηρίζοντας ότι η έρευνα αγοράς του 2003 –ορισμένα αποτελέσματα της οποίας χρησιμοποιήθηκαν από την Επιτροπή για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του εν λόγω φίλτρου– αφορά τη «συμπεριφορά συγκεκριμένης ομάδας πελατών» και, αφετέρου, επικρίνοντας το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη την τιμή πωλήσεως των λειτουργικών συστημάτων, αλλά των διακομιστών. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, επισημαίνει ότι το ίδιο λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας μπορεί να λειτουργεί σε διακομιστές σαφώς διαφορετικού κόστους και ιδίως σε διακομιστές αξίας ανώτερης των 25 000 USD.

542    Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

543    Πράγματι, καταρχάς, οι ερωτηθέντες από την Επιτροπή, στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς του 2003, οργανισμοί δεν αποτελούν «συγκεκριμένη ομάδα πελατών». Όπως επισημάνθηκε με την όγδοη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οργανισμοί αυτοί είναι εταιρίες που επιλέχθηκαν τυχαία από την Επιτροπή, είναι διασκορπισμένες σε διάφορα κράτη μέλη, έχουν διαφορετικό μέγεθος και δραστηριοποιούνται σε διαφορετικούς οικονομικούς τομείς.

544    Ακολούθως, επισημαίνεται ότι, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή προς απάντηση μίας των γραπτών ερωτήσεων του Πρωτοδικείου, το όριο των 25 000 USD, ήτοι των 25 000 EUR, αφορά το «συνολικό κόστος του συστήματος (ήτοι του υλικού εξοπλισμού και του λογισμικού)». Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η Επιτροπή ορθώς έλαβε υπόψη την τιμή πωλήσεως του υλικού εξοπλισμού σε συνδυασμό με το λογισμικό, προκειμένου να εκτιμήσει τα μερίδια αγοράς των επιχειρηματιών στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώθηκε με τις αιτιολογικές σκέψεις 69 και 474 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πολλοί προμηθευτές, όπως η Sun και η πλειονότητα των προμηθευτών προϊόντων UNIX, αναπτύσσουν και διαθέτουν στο εμπόριο συγχρόνως τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές και τον υλικό εξοπλισμό. Διαπιστώνεται, επιπλέον, ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, η Microsoft καθαυτή τάχθηκε υπέρ αυτής της απόψεως της Επιτροπής (βλ. αιτιολογική σκέψη 476 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

545    Τέλος, διαπιστώνεται ότι ορθώς η Επιτροπή δέχθηκε το όριο των 25 000 USD, ήτοι των 25 000 EUR, το οποίο αντιστοιχεί στην ανώτατη τιμή πωλήσεως των διακομιστών της πρώτης από τις τρεις κατηγορίες διακομιστών βάσει των οποίων η IDC κατατέμνει τις αγορές για τους σκοπούς των αναλύσεών της (αιτιολογική σκέψη 480 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πράγματι, από τα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 προκύπτει ότι τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας λειτουργούν εν γένει σε σχετικώς φθηνούς διακομιστές, αντιθέτως προς τις εφαρμογές «καθοριστικής σημασίας», τις οποίες αναλαμβάνουν διακομιστές υψηλής ποιότητας.

546    Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, η Επιτροπή ζήτησε, μεταξύ άλλων, από τους επίμαχους οργανισμούς να διευκρινίσουν την τιμή που ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν για ένα διακομιστή ομάδας εργασίας (ερώτηση 3 της αιτήσεως παροχής διευκρινίσεων της 4ης Ιουνίου 2003). Από τους 85 οργανισμούς που απάντησαν στην ερώτηση αυτή, οι 83 (ήτοι το 97,6 % περίπου) ανέφεραν ότι δεν θα πλήρωναν ποσό ανώτερο των 25 000 EUR.

547    Ομοίως, με την από 16 Απριλίου 2003 αίτησή της περί παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή έθεσε ορισμένες ερωτήσεις στους οργανισμούς όσον αφορά προηγούμενες και προγραμματισμένες αγορές τους διακομιστών προοριζόμενων για την παροχή υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπώσεως (ερωτήσεις 8 και 9). Από τις απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές προκύπτει ότι, από τους 8 236 διακομιστές που αγόρασαν προς τον σκοπό αυτό οι εν λόγω οργανισμοί, οι 8 001 (ήτοι το 97,1 % περίπου) κόστισαν λιγότερο από 25 000 EUR και, από τις 2 695 προγραμματισμένες αγορές τέτοιων διακομιστών, οι 2 683 (ήτοι το 99,6 % περίπου) αφορούσαν τιμή κατώτερη των 25 000 EUR (αιτιολογική σκέψη 479 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

548    Όσον αφορά το δεύτερο φίλτρο, η Microsoft περιορίζεται, με το κυρίως σώμα του υπομνήματος απαντήσεως, στην παρατήρηση ότι η εφαρμογή του έχει ως παράλογη συνέπεια «να εξετάζεται ένα υπόδειγμα λειτουργικού συστήματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της αγοράς με γνώμονα τα καθήκοντα που εκτελεί σε συγκεκριμένη στιγμή». Με το παράρτημα C.12 του υπομνήματος απαντήσεως, προσθέτει ότι «μεγάλο μέρος των πωλήσεων που (τεχνιέντως) αποκλείονται από την αγορά [με τη χρήση του φίλτρου αυτού] αντιστοιχούν σχεδόν κατά βεβαιότητα σε πωλήσεις εκδοχών [λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές] σχετικών με την υποψήφια αγορά της Επιτροπής [ήτοι την αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας]».

549    Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν επίσης να τελεσφορήσουν.

550    Διαπιστώνεται, συγκεκριμένα, ότι όντως η Επιτροπή βασίμως προσέφυγε στο δεύτερο αυτό φίλτρο, αλλά και ότι η Microsoft υπερτονίζει τις συνέπειες της εφαρμογής του.

551    Συναφώς, υπενθυμίζεται ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να χρησιμοποιήσει το φίλτρο αυτό. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 482 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο λόγος αυτός έγκειται στο ότι τα λειτουργικά συστήματα που είναι εγκατεστημένα σε διακομιστές κόστους κατώτερου των 25 000 USD, ήτοι των 25 000EUR, δεν αποτελούν στο σύνολό τους συστήματα παρέχοντα υπηρεσίες ομάδας εργασίας. Ειδικότερα, ορισμένα από τα συστήματα αυτά προορίζονται αποκλειστικώς για την εκπλήρωση εξειδικευμένων καθηκόντων, τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο των δικτύων ομάδας εργασίας, όπως π.χ. οι υπηρεσίες ιστού και αντιπυρικής ζώνης. Το ίδιο ισχύει, για παράδειγμα, με το σύστημα Windows Server 2003 Web Edition, του οποίου οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας απαγορεύουν τη χρήση του για την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας και που κατά κανόνα είναι εγκατεστημένο σε διακομιστές κόστους κατώτερου των 25 000 USD, ήτοι των 25 000 EUR.

552    Συνεπώς, η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι έπρεπε να σχετικοποιήσει τα στοιχεία IDC όσον αφορά τις πωλήσεις διακομιστών κόστους κατώτερου των 25 000 USD, ήτοι των 25 000 EUR, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τα διάφορα είδη καθηκόντων που εκτελούν αυτοί οι διακομιστές (αιτιολογική σκέψη 483 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Προς τούτο, χρησιμοποίησε τα στοιχεία της IDC που περιλαμβάνονται σε βάση δεδομένων επονομαζόμενη «IDC Server Workloads 2003 Model». Πρόκειται για στοιχεία συγκεντρωθέντα από καταναλωτές από τους οποίους η IDC ζήτησε να διευκρινίσουν τα καθήκοντα (ή τις «υποχρεώσεις») που εκπληρώθηκαν από τους διακομιστές που χρησιμοποιούν στο εσωτερικό τους. Όπως εκτέθηκε με την ανωτέρω σκέψη 431, η IDC καθόρισε οκτώ κύριες κατηγορίες καθηκόντων και τις διαίρεσε σε σειρά υποκατηγοριών. Η Επιτροπή δέχθηκε τις υποκατηγορίες «κατανομή αρχείων/εκτυπωτών» και «διαχείριση δικτύου», οι οποίες προσέγγιζαν περισσότερο από κάθε άλλη τις υπηρεσίες «κατανομή αρχείων και εκτυπωτών» και «διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών», στις οποίες αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση (486η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως).

553    Βεβαίως, τα καθήκοντα που εμπίπτουν στις δύο προαναφερθείσες υποκατηγορίες δεν αντιστοιχούν πλήρως στις υπηρεσίες στις οποίες συνίσταται η αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Η Επιτροπή είχε πλήρη συνείδηση της καταστάσεως, όπως εξάλλου προκύπτει από τα παραδείγματα που παραθέτει με τις αιτιολογικές σκέψεις 487 και 488 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία αποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, ότι ορισμένα καθήκοντα που εκτελούν διακομιστές υψηλής ποιότητας μπορούν να κατανεμηθούν σε πολλές από τις εν λόγω υποκατηγορίες, ενώ είναι σαφές ότι δεν αποτελούν καθήκοντα ομάδας εργασίας.

554    Ωστόσο, ακριβώς αυτός ο συνδυασμός των δύο φίλτρων που επικρίνει η Microsoft καθιστά δυνατή την επίλυση του προβλήματος συνοχής μεταξύ των καθηκόντων που ορίζει η IDC και εκείνων που δέχεται η Επιτροπή.

555    Eν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι τα μερίδια αγοράς που αποκτήθηκαν με την εφαρμογή μόνον του πρώτου φίλτρου δεν διαφέρουν αισθητώς από εκείνα που αποκτήθηκαν με την από κοινού χρήση των δύο φίλτρων. Πράγματι, όσον αφορά το μερίδιο αγοράς της Microsoft το 2002, το οποίο υπολογίστηκε βάσει όλων των διακομιστών που πωλήθηκαν σε τιμή κατώτερη των 25 000 USD, ήταν της τάξεως του 64,9 % σε ποσοστό πωληθεισών μονάδων και 61 % σε ποσοστό κύκλου εργασιών (αιτιολογική σκέψη 491 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Λαμβάνοντας υπόψη, για τους ίδιους διακομιστές, μόνον τις υποκατηγορίες «κατανομή αρχείων/εκτυπωτών» και «διαχείριση δικτύου», τα μερίδια αγοράς της Microsoft είναι τα ακόλουθα: 66,4 % σε ποσοστό πωληθεισών μονάδων (65,7 % σε ποσοστό κύκλου εργασιών) όσον αφορά την πρώτη υποκατηγορία και 66,7 % σε ποσοστό πωληθεισών μονάδων (65,2 % σε ποσοστό κύκλου εργασιών) όσον αφορά τη δεύτερη υποκατηγορία (αιτιολογική σκέψη 493 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

556    Γενικότερα, όπως διαπιστώθηκε με την αιτιολογική σκέψη 473 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα ποσοστά που επιτεύχθηκαν με τη χρήση των στοιχείων της IDC, μέσω της από κοινού εφαρμογής των δύο φίλτρων, αντιστοιχούν συνολικώς σε εκείνα που επιτεύχθηκαν βάσει των αποτελεσμάτων της έρευνας αγοράς του 2003 και της δεύτερης και τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer (βλ., για παράδειγμα, αιτιολογικές σκέψεις 495, 497 και 498 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πρέπει να τονιστεί, επί του σημείου αυτού, ότι, σε κάθε περίπτωση, η εκτίμηση της Επιτροπής ήταν μετριοπαθής. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τη Microsoft, η Επιτροπή δέχθηκε το χαμηλότερο μερίδιο αγοράς, ήτοι «τουλάχιστον 60 %» (αιτιολογική σκέψη 499 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

557    Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η Microsoft δεν αποδεικνύει ότι η μέθοδος που εφάρμοσε η Επιτροπή για τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς χαρακτηρίζεται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ούτε, κατά συνέπεια, ότι οι εκτιμήσεις των μεριδίων αγοράς που περιλαμβάνουν οι αιτιολογικές σκέψεις 491 έως 513 της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να θεωρηθούν προδήλως εσφαλμένες.

558    Πρέπει να προστεθεί ότι η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε μόνο στα μερίδια αγοράς που κατέχει η Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, προκειμένου να διαπιστώσει ότι η Microsoft κατείχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά αυτή. Συγκεκριμένα, έλαβε επίσης υπόψη ότι υφίσταντο εμπόδια στην είσοδο στην εν λόγω αγορά (αιτιολογικές σκέψεις 515 έως 525 της προσβαλλομένης αποφάσεως), τα οποία οφείλονταν ιδίως στην ύπαρξη αποτελεσμάτων δικτύου και κωλυμάτων διαλειτουργικότητας, καθώς και στενών εμπορικών και τεχνολογικών δεσμών μεταξύ της εν λόγω αγοράς και της αγοράς των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (αιτιολογικές σκέψεις 526 έως 540 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

559    Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά την επίμαχη καταχρηστική άρνηση, η Επιτροπή προσάπτει στη Microsoft, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι χρησιμοποίησε, μέσω της πρακτικής «μοχλεύσεως» (leveraging), το οιονεί μονοπώλιο που διαθέτει στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη για να επηρεάσει την αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 533, 538, 539, 764 έως 778, 1063, 1065 και 1069). Με άλλα λόγια, η καταχρηστική συμπεριφορά που έγινε δεκτή σε βάρος της Microsoft προέρχεται από τη δεσπόζουσα θέση της στην πρώτη αγορά προϊόντος (αιτιολογικές σκέψεις 567 και 787 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η εσφαλμένη εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά τη δεσπόζουσα θέση της Microsoft στη δεύτερη αγορά (βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 491 έως 541, 781 και 788 της προσβαλλομένης αποφάσεως) δεν αρκεί, επομένως, αφ’ εαυτής, για να απορριφθεί το συμπέρασμά της όσον αφορά την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως από τη Microsoft.

–       Επί του εφαρμοστέου κριτηρίου

560    Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εξέτασε αν η επίμαχη άρνηση «[ενείχε]» κίνδυνο εξαλείψεως του ανταγωνισμού στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 585, 589, 610, 622, 626, 631, 636, 653, 691, 692, 712, 725, 781, 992 και 1070). Η Microsoft φρονεί ότι το κριτήριο αυτό δεν είναι αρκούντως αυστηρό, καθόσον η σχετική με την άσκηση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας νομολογία απαιτεί από την Επιτροπή να αποδείξει ότι η άρνηση χορηγήσεως αδείας σε τρίτο είναι «ικανή να εξαλείψει κάθε είδους ανταγωνισμό» ή, με άλλα λόγια, ότι υφίσταται «μεγάλη πιθανότητα» η άρνηση αυτή να οδηγήσει στο εν λόγω αποτέλεσμα.

561    Το Πρωτοδικείο φρονεί ότι η αιτίαση της Microsoft είναι αμιγώς τεχνολογικής φύσεως και δεν ασκεί καμία επιρροή. Οι φράσεις «κίνδυνος εξαλείψεως του ανταγωνισμού» και «ικανή να εξαλείψει κάθε είδους ανταγωνισμό» χρησιμοποιούνται, πράγματι, αδιακρίτως από τον κοινοτικό δικαστή για να περιγράψουν την ίδια κατάσταση, ότι δηλαδή το άρθρο 82 ΕΚ δεν εφαρμόζεται μόνον αφ’ ης στιγμής δεν υφίσταται καθόλου ή σχεδόν καθόλου ανταγωνισμός στην αγορά. Αν η Επιτροπή έπρεπε, προκειμένου να παρέμβει δυνάμει της διατάξεως αυτής, να αναμείνει μέχρις ότου εξαλειφθούν οι ανταγωνιστές από την αγορά ή μέχρις ότου καταστεί βέβαιο ότι επίκειται η εξάλειψή τους, τούτο θα προσέκρουε στον σκοπό της περί διασφαλίσεως μη νοθευμένου ανταγωνισμού στην κοινή αγορά και ιδίως περί προστασίας του υφιστάμενου ανταγωνισμού στην σχετική αγορά.

562    Eν προκειμένω, η εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ, προτού εξαλειφθεί ο ανταγωνισμός στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, ήταν κατά μείζονα λόγο ορθή, δεδομένου ότι η αγορά αυτή χαρακτηρίζεται από σημαντικά αποτελέσματα δικτύου και, συνεπώς, η εν λόγω εξάλειψη είναι δύσκολα αναστρέψιμη (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 515 έως 522 και 533 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

563    Πρέπει να προστεθεί ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί η εξάλειψη κάθε μορφής ανταγωνισμού στην αγορά. Για να στοιχειοθετηθεί παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, αυτό που έχει σημασία είναι το κατά πόσον η επίμαχη άρνηση ενέχει τον κίνδυνο ή είναι ικανή να εξαλείψει κάθε είδους ουσιαστικό ανταγωνισμό στην αγορά. Διευκρινίζεται, συναφώς, ότι το γεγονός ότι οι ανταγωνιστές της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως εξακολουθούν να κατέχουν περιφερειακή θέση σε ορισμένους «κλάδους περιορισμένου αγοραστικού κοινού» δεν αρκεί για να διαπιστωθεί η ύπαρξη του εν λόγω ανταγωνισμού.

564    Τέλος, υπενθυμίζεται ότι στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει ότι η επίμαχη άρνηση ενδέχεται να οδηγήσει σε εξάλειψη κάθε είδους ουσιαστικού ανταγωνισμού. Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 482, η Επιτροπή πρέπει να στηρίξει την εκτίμησή της σε ακριβή, αξιόπιστα και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία και να ελέγξει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να αξιολογηθεί μια περίπλοκη κατάσταση και αν μπορούν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν βάσει αυτών.

–       Επί της εκτιμήσεως των δεδομένων της αγοράς και της καταστάσεως του ανταγωνισμού

565    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αναλύει συγχρόνως το κατά πόσον οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες είναι απαραίτητες και το κατά πόσον η επίμαχη άρνηση ενέχει κίνδυνο εξαλείψεως του ανταγωνισμού (αιτιολογικές σκέψεις 585 έως 692 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η ανάλυσή της περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη. Πρώτον, εξετάζει την εξέλιξη της αγοράς των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 590 έως 636 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Δεύτερον, διαπιστώνει ότι η διαλειτουργικότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη δημιουργία των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 637 έως 665 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τρίτον, επισημαίνει ότι δεν υφίστανται εναλλακτικές της γνωστοποιήσεως, από τη Microsoft, των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών λύσεις (αιτιολογικές σκέψεις 666 έως 687 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέταρτον, διατυπώνει ορισμένες παρατηρήσεις όσον αφορά την MCPP (αιτιολογικές σκέψεις 688 έως 691 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

566    Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Microsoft προς στήριξη της υπό εξέταση αιτιάσεως αφορούν κυρίως το πρώτο σκέλος της προαναφερθείσας αναλύσεως της Επιτροπής. Η Microsoft υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι τα δεδομένα της αγοράς αντικρούουν την άποψη της Επιτροπής ότι η επίμαχη άρνηση ενέχει κίνδυνο εξαλείψεως του ανταγωνισμού στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

567    Στο πλαίσιο του πρώτου αυτού σκέλους, η Επιτροπή εξέτασε, καταρχάς, την εξέλιξη των μεριδίων αγοράς της Microsoft και των ανταγωνιστών της στη δεύτερη αγορά προϊόντος. Διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι το μερίδιο αγοράς της Microsoft γνώρισε ταχεία και σημαντική ανάπτυξη και ότι εξακολουθούσε να αυξάνεται, τούτο δε σε βάρος ιδίως της Novell. Η Επιτροπή επισήμανε, ακολούθως, ότι το μερίδιο αγοράς των κατασκευαστών προϊόντων UNIX ήταν χαμηλό. Τέλος, έκρινε ότι τα προϊόντα Linux είχαν περιορισμένη μόνον παρουσία στην αγορά, ότι δεν είχαν σημειώσει καμία πρόοδο στην αγορά αυτή κατά τα έτη πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι ορισμένες προβλέψεις σχετικά με τη μελλοντική ανάπτυξή τους δεν ήταν σε θέση να αναιρέσουν το συμπέρασμά της περί εξαλείψεως του ουσιαστικού ανταγωνισμού στην αγορά.

568    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι οι διάφορες αυτές διαπιστώσεις επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία της δικογραφίας και δεν μπορούν να αντικρουσθούν από τα επιχειρήματα της Microsoft.

569    Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, αρχικώς, η Microsoft διέθετε μόνο λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και ότι εισήλθε αργά στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές (βλ., μεταξύ άλλων, σημείο 47 της από 17 Νοεμβρίου 2000 απαντήσεως στην πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων). Μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άρχισε να αναπτύσσει λειτουργικό σύστημα για διακομιστές –διαθέτοντας στο εμπόριο ένα πρώτο σύστημα, επονομαζόμενο «Windows NT 3.5 Server» τον Ιούλιο του 1992– και γνώρισε για πρώτη φορά τέτοια εμπορική επιτυχία με το επονομαζόμενο «Windows NT 4.0» σύστημά της, το οποίο διατέθηκε στην αγορά τον Ιούλιο του 1996 (βλ., μεταξύ άλλων, σημείο 50 της από 17 Νοεμβρίου 2000 απαντήσεως στην πρώτη ανακοίνωση αιτιάσεων και σημεία 50 και 56 του δικογράφου της προσφυγής).

570    Από τα στοιχεία της IDC, όπως περιλαμβάνονται στην αιτιολογική σκέψη 591 της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το μερίδιο αγοράς που κατείχε η Microsoft, σε ποσοστό πωληθεισών μονάδων, στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων που είναι εγκατεστημένα σε διακομιστές κόστους κατώτερου των 25 000 USD αυξήθηκε από 25,4 % (24,5 % σε ποσοστό κύκλου εργασιών) το 1996 σε 64,9 % (61 % σε ποσοστό κύκλου εργασιών) το 2002, πρόκειται δηλαδή για άνοδο κατά 40 % περίπου σε έξι μόλις έτη.

571    Από τα στοιχεία της IDC που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 592 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι το μερίδιο αγοράς της Microsoft γνώρισε διαρκή αύξηση κατόπιν της εισαγωγής της γενιάς Windows 2000 των λειτουργικών συστημάτων της. Όπως ορθώς και επανειλημμένως διαπιστώνει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ., για παράδειγμα, αιτιολογικές σκέψεις 578 έως 584, 588 και 613), ακριβώς με τα λειτουργικά συστήματα αυτής της γκάμας προϊόντων οξύνθηκαν ιδιαιτέρως τα προβλήματα διαλειτουργικότητας για τους ανταγωνιστές της Microsoft.

572    Για παράδειγμα, το επονομαζόμενο «NDS για NT» λογισμικό, που κατασκευάστηκε από τη Novell με τη χρήση τεχνικών αντίστροφου τεχνικού σχεδιασμού, διευκόλυνε τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των ανταγωνιστικών της Microsoft λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας και την αρχιτεκτονική του τομέα Windows, εν προκειμένω του Windows NT. Το προϊόν αυτό μπορούσε να εγκατασταθεί σε ελεγκτή του τομέα Windows NT και παρείχε στους πελάτες τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν την υπηρεσία NDS (Novell Directory Service, επονομαζόμενη ακολούθως eDirectory) της Novell για να διαχειριστούν τις διάφορες πτυχές των τομέων Windows NT. Επειδή η Microsoft δεν κοινοποίησε ορισμένες πληροφορίες στη Novell, η υπηρεσία NDS για NT δεν μπορεί, αντιθέτως, να λειτουργήσει με το λειτουργικό σύστημα Windows 2000 Server (βλ. αιτιολογική σκέψη 301 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

573    Ένα άλλο παράδειγμα είναι το προϊόν με ονομασία «AS/U» που η AT&T είχε κατασκευάσει στη δεκαετία του 1990 χρησιμοποιώντας ορισμένα στοιχεία πηγαίου κώδικα του Windows τα οποία η Microsoft είχε δεχθεί να της κοινοποιήσει στο πλαίσιο αδείας εκμεταλλεύσεως. Χάρη στο σύστημα αυτό, ο διακομιστής στον οποίο ήταν εγκατεστημένο ένα σύστημα UNIX μπορούσε να λειτουργεί ως ελεγκτής του κύριου τομέα σε τομέα Windows NT (βλ. αιτιολογική σκέψη 211 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ομοίως, η Sun είχε κατασκευάσει, βάσει του πηγαίου κώδικα του AS/U που της είχε κοινοποιήσει η AT&T στο πλαίσιο αδείας εκμεταλλεύσεως, ένα παρεμφερές προς το AS/U προϊόν, το επονομαζόμενο «PC NetLink». Το προϊόν αυτό, όταν ήταν εγκατεστημένο σε διακομιστή που λειτουργούσε με λειτουργικό σύστημα Solaris, καθιστούσε δυνατό για τον εν λόγω διακομιστή, αφενός, «να παρέχει με διαφάνεια στους πελάτες Windows 3.X/95/98/NT τις υπηρεσίες αρχείων, εκτυπώσεως και ασφάλειας Windows NT», τούτο δε «εγγενώς», ήτοι χωρίς οι χρήστες να πρέπει να εγκαταστήσουν πρόσθετο λογισμικό στους προσωπικούς υπολογιστές τους πελάτη, και, αφετέρου, να ενεργεί ως ελεγκτής του κύριου τομέα ή ως ελεγκτής του επικουρικού τομέα, εντός τομέα Windows NT (βλ. αιτιολογική σκέψη 213 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Το 2001 η Microsoft και η AT&T αποφάσισαν να μην εκτείνουν το πεδίο εφαρμογής της αδείας τους σε ορισμένες νέες τεχνολογίες στον τομέα των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές. Πράγματι, η Microsoft δεν κοινοποίησε στην AT&T τα απαραίτητα στοιχεία πηγαίου κώδικα σχετικά με τα συστήματα που διαδέχθηκαν τα συστήματά της Windows NT 4.0. Ως εκ τούτου, η PC NetLink μπορούσε πλέον να λειτουργήσει μόνο με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη στους οποίους είναι εγκατεστημένο σύστημα Windows NT –δεν λειτουργούσε ιδίως με τα συστήματα Windows 2000– και σταδιακώς απώλεσε το ενδιαφέρον που παρουσίαζε.

574    Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να γίνει αναφορά στις διάφορες αλλαγές που επέφερε η μετάβαση από την τεχνολογία Windows NT στην τεχνολογία Windows 2000 και Active Directory (βλ. ανωτέρω σκέψεις 167 έως 171).

575    Δεύτερον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, παράλληλα με την ως άνω περιγραφείσα εξέλιξη της θέσεως της Microsoft, η Novell δεν έπαυσε να υποχωρεί στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, με αποτέλεσμα να βρεθεί, εντός λίγων μόνον ετών, σε μειονεκτική θέση. Κατά την εποχή εισόδου της Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές, το κορυφαίο προϊόν για την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας ήταν το σύστημα NetWare της Novell (βλ. σημείο 56 του δικογράφου της προσφυγής), το οποίο διετίθετο στην αγορά αυτή από τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

576    Από τα στοιχεία της IDC που περιλαμβάνει η αιτιολογική σκέψη 593 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της υποκατηγορίας «κατανομή αρχείων/εκτυπωτών» και των διακομιστών κόστους κατώτερου των 25 000 USD, το μερίδιο αγοράς της NetWare μειώθηκε από 33,3 % το 2000 σε 23,6 % το 2002, σε ποσοστό πωληθεισών μονάδων, και από 31,5 % το 2000 σε 22,4 % το 2002, σε ποσοστό κύκλου εργασιών.

577    Η πτώση της Novell επιβεβαιώνεται τόσο από τις δηλώσεις των αναλυτών της αγοράς όσο και από καθαυτή τη Microsoft (βλ. αιτιολογική σκέψη 596 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

578    Ομοίως, με την έκθεση που περιλαμβάνει την ανάλυση των αποτελεσμάτων της τρίτης δημοσκοπήσεώς της, η Mercer επισημαίνει ρητώς ότι πολλοί οργανισμοί μείωσαν τη χρήση του NetWare. Η Mercer αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «[α]πό τους οργανισμούς που ερωτήθηκαν σχετικά με την εκ μέρους τους χρήση των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές στις λειτουργίες διακομιστή ομάδας εργασίας κατά τα πέντε τελευταία έτη, ο αριθμός εκείνων που μείωσαν τη χρήση του NetWare υπερβαίνει τον αριθμό εκείνων που την αύξησαν σε αναλογία περίπου επτά προς ένα» (βλ. σελίδα 25 και πίνακας 16 της εκθέσεως).

579    Εξάλλου, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 594 και 595 της προσβαλλομένης αποφάσεως, από ορισμένα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 καθώς και από ορισμένες δηλώσεις πελατών που προσκόμισε η Microsoft κατά τη διοικητική διαδικασία προκύπτει σαφώς τάση, στο εσωτερικό των οργανισμών, για αντικατάσταση του NetWare με Windows 2000 Server. Αντιθέτως, είναι λίγα μόνον τα παραδείγματα «μεταβάσεως» από Windows σε NetWare (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 594 και 632 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

580    Τρίτον, όσον αφορά τους άλλους ανταγωνιστές της Microsoft, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι διατήρησαν τη σαφώς περιφερειακή θέση τους στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

581    Πράγματι, όσον αφορά, καταρχάς, τους κατασκευαστές συστημάτων UNIX (μεταξύ των οποίων η Sun), από τα στοιχεία της IDC που περιλαμβάνει η αιτιολογική σκέψη 508 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το 2002 το συνολικό μερίδιο αγοράς τους αντιπροσώπευε, λαμβανομένης υπόψη της υποκατηγορίας «κατανομή αρχείων/εκτυπωτών» και των διακομιστών κόστους κατώτερου των 25 000 USD, μόλις το 4,6 % σε ποσοστό πωληθεισών μονάδων και το 7,4 % σε ποσοστό κύκλου εργασιών. Όσον αφορά την υποκατηγορία «διαχείριση του δικτύου», τα αντίστοιχα στοιχεία ήταν 6,4 % σε ποσοστό πωληθεισών μονάδων και 10,8 % σε ποσοστό κύκλου εργασιών.

582    Επισημαίνεται, συναφώς, ότι από τα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 και από τις δηλώσεις πελατών που προσκόμισε η Microsoft προκύπτει ότι τα συστήματα UNIX δεν χρησιμοποιούνται κυρίως για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας, αλλά για την πραγματοποίηση εφαρμογών «καθοριστικής σημασίας», για την παροχή υπηρεσιών ιστού και αντιπυρικής ζώνης, καθώς και, σε μικρότερο βαθμό, για την ανάληψη υπηρεσιών εσωτερικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 509 έως 511 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

583    Ακολούθως, όσον αφορά τα προϊόντα Linux, από τα στοιχεία της IDC, τα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 και τις δηλώσεις πελατών της Microsoft προκύπτει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, τα προϊόντα αυτά είχαν περιφερειακή θέση στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

584    Πράγματι, από τα στοιχεία της IDC που περιλαμβάνει η αιτιολογική σκέψη 599 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το συνολικό μερίδιο αγοράς των κατασκευαστών προϊόντων Linux, σε ποσοστό πωληθεισών μονάδων, μειώθηκε, όσον αφορά την υποκατηγορία «κατανομή αρχείων/εκτυπωτών» και διακομιστών κόστους κατώτερου των 25 000 USD από 5,1 % το 2000 σε 4,8 % το 2002. Σε ποσοστό κύκλου εργασιών, αυτό το μερίδιο αγοράς διατηρήθηκε στο 3,9 % κατά την ίδια αυτή περίοδο.

585    Βεβαίως, όσον αφορά την υποκατηγορία «διαχείριση του δικτύου» και τους διακομιστές κόστους κατώτερου των 25 000 USD, το συνολικό μερίδιο αγοράς των κατασκευαστών προϊόντων Linux, σε ποσοστό πωληθεισών μονάδων, αυξήθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία της IDC που περιλαμβάνει η υποσημείωση 728 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 505 της προσβαλλομένης αποφάσεως), από 10,1 % το 2000 σε 13,4 % το 2002 (και από 8 σε 10,8 %, κατά την ίδια περίοδο, σε ποσοστό κύκλου εργασιών). Ωστόσο, η αύξηση αυτή μετριάζεται από το ότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 488 με την προαναφερθείσα υποσημείωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή η υποκατηγορία περιλαμβάνει υπηρεσίες οι οποίες δεν αποτελούν υπηρεσίες ομάδας εργασίας κατά την έννοια της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η εν λόγω υποκατηγορία περιγράφεται από την IDC ως «[περιλαμβάνουσα] τις ακόλουθες εφαρμογές δικτύου: υπηρεσίες καταλόγου, ασφάλειας/πιστοποιήσεως, μεταφοράς δεδομένων/αρχείων μέσω του δικτύου, επικοινωνίας και μεταφοράς δεδομένων/αρχείων μέσω του συστήματος» (αιτιολογική σκέψη 488 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η περιγραφή αυτή μπορεί να οδηγήσει τους ερωτηθέντες από την IDC χρήστες να εντάξουν στην υποκατηγορία αυτή ορισμένα καθήκοντα που δεν εμπίπτουν ούτε σε αυτή ούτε στη σχετική αγορά προϊόντος και εκτελούνται, εν γένει, από συστήματα Linux ή UNIX. Για παράδειγμα, η περιγραφή αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει καθήκοντα «εκτός των δικτύων», όπως τα καθήκοντα αντιπυρικής ζώνης, τα οποία μπορεί να γίνει δεκτό ότι αφορούν την «ασφάλεια», και δρομολογήσεως, τα οποία μπορεί να γίνει δεκτό ότι αφορούν τη «μεταφορά δεδομένων/αρχείων μέσω του δικτύου». Όπως επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, με τις αιτιολογικές σκέψεις 58, 346, 482, 600 και 601 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτό το είδος καθηκόντων εκτελείται εν γένει σε μηχανήματα φθηνού διακομιστή από συστήματα Linux. Ως εκ τούτου, τα σχετικά με την υποκατηγορία «διαχείριση του δικτύου» στοιχεία της IDC για τις πωλήσεις συστημάτων Linux στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας είναι υπερβολικά.

586    Πράγματι, με την αιτιολογική σκέψη 487 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα στοιχεία της IDC σχετικά με την υποκατηγορία «κατανομή αρχείων/εκτυπωτών» είναι επίσης ατελή, ιδίως στο μέτρο που, λόγω του ότι τα μηχανήματα φθηνού διακομιστή που εκτελούν εφαρμογές «καθοριστικής σημασίας» μπορούν να εκτυπώνουν ορισμένα έγγραφα, για παράδειγμα αποδείξεις, οι ερωτηθέντες χρήστες μπορούν να θεωρήσουν ότι οι διακομιστές αυτοί εκτελούν καθήκοντα τα οποία εμπίπτουν σε αυτή την υποκατηγορία ενώ είναι προφανές ότι δεν αποτελούν διακομιστές ομάδας εργασίας. Πάντως, η εφαρμογή του φίλτρου των 25 000 EUR, ή 25 000 USD, μπορεί να περιορίσει αυτή την ανακρίβεια (βλ. την αιτιολογική σκέψη 489 της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία η Επιτροπή εξηγεί ότι το κόστος των «mainframes» που εκτυπώνουν αποδείξεις υπερβαίνει εν γένει το ποσό αυτό). Επομένως, τα στοιχεία της IDC είναι πιο ατελή όσον αφορά την υποκατηγορία «διαχείριση του δικτύου» έναντι της υποκατηγορίας «κατανομή αρχείων/εκτυπωτών».

587    Επισημαίνεται ότι τα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 δεν παρουσιάζουν ατέλειες όπως οι αναφερθείσες στην ανωτέρω σκέψη. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η Linux είχε περιφερειακή απλώς θέση στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Συγκεκριμένα, με την από 16 Απριλίου 2003 αίτησή της παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή ρώτησε τους οικείους οργανισμούς αν χρησιμοποιούσαν διακομιστές που λειτουργούν με σύστημα Linux σε συνδυασμό με το λογισμικό Samba για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας (ερώτηση 25). Από τους 102 οργανισμούς που μετείχαν στην έρευνα αυτή, 19 μόνον χρησιμοποιούσαν τέτοιους διακομιστές για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας και, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, σε πολύ περιορισμένο βαθμό (αιτιολογική σκέψη 506 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ως εκ τούτου, σε ένα σύνολο περισσότερων από 1 200 000 προσωπικούς υπολογιστές πελάτη που καλύπτονται από την έρευνα αγοράς του 2003, λιγότεροι από 70 000 (ήτοι λιγότεροι από το 5,8 %) χρησιμοποιούνταν από διακομιστές που λειτουργούσαν με σύστημα Linux σε συνδυασμό με το λογισμικό Samba για την εκπλήρωση καθηκόντων κατανομής αρχείων και εκτυπωτών (αιτιολογικές σκέψεις 506 και 599 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

588    Υπό την ίδια έννοια, επισημαίνεται επίσης ότι, όπως αναφέρει η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως (σημείο 140), από τη δεύτερη δημοσκόπηση της Mercer προκύπτει, για τα προϊόντα Linux, συνολικό μερίδιο αγοράς ύψους 4,8 % όσον αφορά καθήκοντα κατανομής αρχείων και εκτυπωτών και 5,2 % όσον αφορά καθήκοντα διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, ενώ από την τρίτη δημοσκόπηση της Mercer προκύπτει, για τα ίδια αυτά προϊόντα, μερίδιο αγοράς 5,4 % όσον αφορά καθήκοντα κατανομής αρχείων και εκτυπωτών και 4,5 % όσον αφορά καθήκοντα διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών.

589    Στην πραγματικότητα, όπως και στα συστήματα UNIX, τα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα Linux χρησιμοποιούνται εν γένει για την εκτέλεση άλλων καθηκόντων πλην των καθηκόντων ομάδας εργασίας, ήτοι, ειδικότερα, για την παροχή υπηρεσιών ιστού και αντιπυρικής ζώνης και την πραγματοποίηση εφαρμογών «καθοριστικής σημασίας» (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 600 και 601 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες σχολιάζονται οι απαντήσεις στις ερωτήσεις 5 και 6 της από 16 Απριλίου 2003 αιτήσεως παροχής πληροφοριών).

590    Πρέπει να προστεθεί ότι η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από τις δηλώσεις πελατών που κοινοποίησε η Microsoft κατά τη διοικητική διαδικασία, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 602 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

591    Σημειωτέον ότι η παρουσία των κατασκευαστών προϊόντων Linux στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, πέραν του ότι επ’ ουδενί συγκρίνεται με την παρουσία που επέτυχε η Microsoft σε διάστημα λίγων μόνο ετών, δεν απέβη σε βάρος της, αλλά σε βάρος της Novell και των κατασκευαστών προϊόντων UNIX. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως αναφέρει η Επιτροπή με το υπόμνημα ανταπαντήσεως (σημείο 104), μεταξύ των ερωτηθέντων στο πλαίσιο της τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer οργανισμών που είχαν αυξήσει τη χρήση συστημάτων Linux κατά τα πέντε τελευταία έτη για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας, το 67 % μείωσε τη χρήση συστημάτων NetWare ή UNIX, ενώ το 14 % μόνο μείωσε τη χρήση συστημάτων Windows. Επιπλέον, όπως ορθώς διαπιστώνεται με την αιτιολογική σκέψη 632 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η έρευνα αγοράς του 2003 επισήμανε δύο μόνον περιπτώσεις «μεταβάσεως» από συστήματα Windows σε συστήματα Linux όσον αφορά την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας.

592    Οι αντίθετοι ισχυρισμοί που προβάλλει η Microsoft με το παράρτημα C.11 του υπομνήματος απαντήσεως δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της συνεχούς αυξήσεως του μεριδίου αγοράς της στην εξεταζόμενη αγορά προϊόντος καθόλη την περίοδο που καλύπτεται από την επίμαχη καταχρηστική άρνηση.

593    Τα προαναφερθέντα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η άρνηση αυτή έχει ως συνέπεια τα προϊόντα των ανταγωνιστών της Microsoft να καταλήγουν σε περιφερειακές θέσεις και, ως εκ τούτου, να καθίστανται μη αποδοτικά. Η ενδεχόμενη ύπαρξη περιθωριακού ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρηματιών στην αγορά δεν μπορεί, συνεπώς, να αναιρέσει την άποψη της Επιτροπής περί του κινδύνου πλήρους εξαλείψεως του ουσιαστικού ανταγωνισμού στην αγορά αυτή.

594    Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων στις σκέψεις 583 έως 593, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ορθώς η Επιτροπή επισήμανε, με την αιτιολογική σκέψη 603 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι κατασκευαστές προϊόντων Linux δεν αποτελούσαν σοβαρή απειλή για τη Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

595    Όσον αφορά πάντα τα προϊόντα Linux, η Microsoft υποστηρίζει ότι η παρουσία τους στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας θα εξακολουθήσει να ενισχύεται στο μέλλον. Αναπτύσσει το επιχείρημα αυτό με το παράρτημα A.19 του δικογράφου της προσφυγής και με το παράρτημα C.11 του υπομνήματος απαντήσεως. Η Επιτροπή δίδει εμπεριστατωμένη απάντηση στο επιχείρημα αυτό με το παράρτημα B.10 του υπομνήματος αντικρούσεως και με το παράρτημα D.11 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.

596    Προς στήριξη του εν λόγω επιχειρήματος, η Microsoft αναφέρεται, καταρχάς, σε ορισμένα αποτελέσματα της τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer.

597    Στο πλαίσιο της δημοσκοπήσεως αυτής, η Mercer ρώτησε τους υπεύθυνους πληροφορικής που χρησιμοποιούσαν ήδη στην οργανωτική δομή τους τα λειτουργικά συστήματα Linux για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας, μεταξύ άλλων, αν σκόπευαν να αυξήσουν τη χρήση αυτή κατά τα πέντε προσεχή έτη. Όπως προκύπτει από τον πίνακα 19 της εκθέσεως Mercer που αναλύει τα αποτελέσματα της δημοσκοπήσεως αυτής, από τους 70 υπευθύνους πληροφορικής τους οποίους αφορούσε το συγκεκριμένο ζήτημα, 53 έδωσαν καταφατική απάντηση.

598    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ορθώς η Επιτροπή διαπίστωσε, με την αιτιολογική σκέψη 605 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το στοιχείο αυτό δεν είναι καθοριστικό. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται, αφενός, ότι οι εν λόγω 53 υπεύθυνοι πληροφορικής αντιπροσώπευαν μόλις το 17,9 % περίπου των 296 σχετικών φορέων που μετείχαν στην τρίτη δημοσκόπηση της Mercer, λαμβανομένου υπόψη ότι 226 υπεύθυνοι πληροφορικής επισήμαναν ότι δεν χρησιμοποιούσαν στην οργανωτική δομή τους συστήματα Linux για την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας. Αφετέρου, οι εν λόγω 53 υπεύθυνοι πληροφορικής δεν υλοποίησαν την πρόθεσή τους να προσφύγουν ευρέως στα συστήματα Linux για την εκτέλεση καθηκόντων ομάδας εργασίας, ούτε διευκρίνισαν αν τούτο θα απέβαινε εις βάρος των συστημάτων Windows.

599    Πρέπει να σημειωθεί, επιπλέον, ότι ο πίνακας 18 της ίδιας εκθέσεως Mercer εμφαίνει ότι 58 υπεύθυνοι πληροφορικής έκριναν ότι τα συστήματα Linux δεν θα καθίσταντο ούτε καν «αποδοτικά» για την εκτέλεση των καθηκόντων ομάδας εργασίας εντός της προσεχούς πενταετίας.

600    Πράγματι, ο ίδιος πίνακας εμφαίνει ότι το 60 % των ερωτηθέντων υπεύθυνων πληροφορικής ανέφεραν ότι προέβλεπαν, στην οργανωτική δομή τους, την εφαρμογή των συστημάτων Linux εντός των πέντε προσεχών ετών για την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας. Ωστόσο, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 606 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι εν λόγω υπεύθυνοι πληροφορικής δεν κλήθηκαν να υλοποιήσουν αυτή την εφαρμογή, ούτε να διευκρινίσουν αν θα απέβαινε εις βάρος των συστημάτων Windows.

601    Ακολούθως, η Microsoft επικαλείται ορισμένες προβλέψεις της IDC σύμφωνα με τις οποίες το μερίδιο αγοράς της συστημάτων Linux θα διπλασιαστεί κατά την περίοδο 2003-2008.

602    Συναφώς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι τα στοιχεία της IDC εμφανίζουν ορισμένες ατέλειες, στον βαθμό που οι υποκατηγορίες που χρησιμοποιεί περιλαμβάνουν καθήκοντα τα οποία δεν εμπίπτουν στην προβλεπόμενη από την προσβαλλόμενη απόφαση αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Οι προβλέψεις της IDC περί αυξήσεως του οικείου μεριδίου αγοράς πρέπει, συνεπώς, να σχετικοποιηθούν.

603    Αφετέρου, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 609 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η περιορισμένη αύξηση που έπρεπε να γνωρίσουν τα συστήματα Linux στην αγορά, σύμφωνα με τις προβλέψεις αυτές, δεν έπρεπε να αποβούν εις βάρος των συστημάτων Windows, αλλά των ανταγωνιστικών συστημάτων και, ειδικότερα, των συστημάτων NetWare. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι τον Απρίλιο του 2003 η Novell ανακοίνωσε ότι, από το 2005 και εφεξής, το λειτουργικό σύστημά της «NetWare 7.0» διατίθεται στο εμπόριο σε δύο διαφορετικές εκδοχές, η μία εκ των οποίων στηρίζεται στην παραδοσιακή πλατφόρμα NetWare και η άλλη στο λειτουργικό σύστημα Linux (βλ. αιτιολογική σκέψη 95 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

604    Τέλος, με το παράρτημα A.19 του δικογράφου της προσφυγής και το παράρτημα C.11 του υπομνήματος απαντήσεως, η Microsoft επικαλείται την άποψη που εξέφρασαν ορισμένοι «επαγγελματικοί παρατηρητές του κλάδου». Παραπέμπει, ειδικότερα, σε ορισμένα αποσπάσματα της από 8 Μαρτίου 2004 εκθέσεως της Merrill Lynch (παράρτημα 7 του παραρτήματος C.11 του υπομνήματος απαντήσεως) που περιλαμβάνει τα αποτελέσματα δημοσκοπήσεως που πραγματοποίησε σε 50 υπεύθυνους στον τομέα της πληροφορικής. Όπως αναφέρει, οι μισοί από τους εν λόγω υπευθύνους πληροφορικής προέβλεπαν αυξημένη χρήση των συστημάτων Linux στο πλαίσιο της οργανωτικής δομής τους, ενώ το 34 % από την εν λόγω ομάδα υπευθύνων σκόπευε να αυξήσει τη χρήση των συστημάτων αυτών προκειμένου να αντικαταστήσει τα συστήματα Windows NT για την εκτέλεση καθηκόντων κατανομής αρχείων και εκτυπωτών.

605    Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. Συγκεκριμένα, σημαίνει απλώς ότι το 17 % των ερωτηθέντων υπεύθυνων πληροφορικής είχαν πρόθεση να αντικαταστήσουν τα Windows NT με συστήματα Linux για την εκτέλεση των καθηκόντων στα οποία αναφέρεται η προηγούμενη σκέψη, χωρίς καμία διευκρίνιση όσον αφορά την έκταση της αντικαταστάσεως αυτής. Στην πραγματικότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά την εποχή της δημοσκοπήσεως που διενήργησε η Merrill Lynch, η τεχνολογία Windows NT ήταν ήδη «παρωχημένη» (βλ. αιτιολογική σκέψη 583 της προσβαλλομένης αποφάσεως), είναι πολύ πιθανόν η εγκατεστημένη βάση διακομιστών που λειτουργούν με το σύστημα αυτό να ήταν σχετικά περιορισμένη και, ως εκ τούτου, η προαναφερθείσα «μετάβαση» να ήταν μικρής εμβέλειας. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι τα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας μπορούσαν να επιτύχουν υψηλότερο βαθμό διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της γενιάς Windows NT έναντι των συστημάτων μεταγενέστερων γενιάς της Microsoft. Όπως τονίζει η Επιτροπή στο πλαίσιο της εκ μέρους της εκτιμήσεως του απαραίτητου χαρακτήρα των επίμαχων πληροφοριών (βλ. ανωτέρω σκέψη 366, η «μετάβαση» για την οποία γίνεται λόγος στην έκθεση της Merrill Lynch αποτελεί εξαιρετική περίπτωση και, συνεπώς, δεν μπορεί να αναιρέσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής περί του κινδύνου εξαλείψεως του ανταγωνισμού.

606    Πάντα στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους της αναλύσεώς της (ήτοι του σκέλους που αφορά την εξέλιξη της αγοράς των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας), η Επιτροπή διαπίστωσε, ακολούθως, ότι οι τεχνολογίες Windows 2000 και, ειδικότερα, το Active Directory κατελάμβαναν «ολοένα και σημαντικότερη θέση στην αγορά» (αιτιολογικές σκέψεις 613 έως 618 και 781 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, «δεδομένου ότι η Microsoft έπαυσε να γνωστοποιεί σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, η διαλειτουργικότητα με [τα] χαρακτηριστικά του Windows 2000 είναι δυσχερέστερη για τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας [ανταγωνιστών] της Microsoft, έναντι των ανάλογων τεχνολογιών που λειτουργούν με Windows NT», και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η εισαγωγή [των νέων χαρακτηριστικών του τομέα Windows που προσιδιάζουν ειδικώς στο σύστημα Windows 2000] συμβάλλει στον εγκλωβισμό των πελατών σε μια ομοιογενή λύση Windows για τα δίκτυά τους ομάδας εργασίας» (αιτιολογική σκέψη 613 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

607    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι πολλά από τα στοιχεία της δικογραφίας ενισχύουν τη βασιμότητα των διαπιστώσεων αυτών.

608    Πράγματι, με το δελτίο που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2001, η IDC δήλωσε ότι, «[γ]ια την πλειονότητα των χρηστών, κρίσιμο ζήτημα δεν είναι το αν αλλά το πότε θα προσφύγουν σε υπηρεσίες καταλόγου προκειμένου να αναλάβουν τη χρήση [των συστημάτων] Windows 2000 Server και των μελλοντικών λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές» και ότι «για τους χρήστες Windows 2000, η υπηρεσία καταλόγου που θα επιλεγεί θα είναι προφανέστατα η Active Directory» (αιτιολογική σκέψη 614 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

609    Ομοίως, όπως διαπιστώνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 616 της προσβαλλομένης αποφάσεως, από δημοσκόπηση που διενήργησε η Evans Data Corporation το 2002 προκύπτει ότι, από τους κατασκευαστές εσωτερικών εφαρμογών που ερωτήθηκαν σχετικά με τις υπηρεσίες καταλόγου για τις οποίες προορίζονταν οι εφαρμογές τους, το 50,3 % των ενδιαφερομένων υπέδειξαν την υπηρεσία Active Directory.

610    Ορισμένα από τα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς του 2003 επιβεβαιώνουν επίσης το αξιοσημείωτο ενδιαφέρον που προκάλεσε η υπηρεσία Active Directory. Συγκεκριμένα, με την από 16 Απριλίου 2003 αίτησή της παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή ρώτησε τους οικείους οργανισμούς αν είχαν ήδη εισαγάγει (ή είχαν ήδη αποφασίσει να εισαγάγουν) την υπηρεσία Active Directory στην πλειονότητα των τομέων Windows του δικτύου τους πληροφορικής (ερώτηση 15). Από τους 102 φορείς στους οποίους απευθύνεται η έρευνα αυτή, 61 έδωσαν καταφατική απάντηση στην ερώτηση αυτή.

611    Το ενδιαφέρον αυτό προκύπτει επίσης από ορισμένα αποτελέσματα της δεύτερης δημοσκοπήσεως της Mercer, όπως διαπιστώνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 618 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

612    Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε στις σκέψεις 571 έως 574, η διαλειτουργικότητα την οποία μπορούν να επιτύχουν τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας με τα προϊόντα της γενιάς Windows 2000 είναι πολύ πιο περιορισμένη από εκείνη που μπορούσαν να επιτύχουν με τα συστήματα της προηγούμενης γενιάς.

613    Τέλος, η Επιτροπή ολοκλήρωσε το πρώτο σκέλος της αναλύσεώς της απορρίπτοντας τρεις κατηγορίες επιχειρημάτων που η Microsoft είχε προβάλει κατά τη διοικητική διαδικασία προς αντίκρουση του ισχυρισμού της Επιτροπής περί κινδύνου εξαλείψεως του ανταγωνισμού. Η Microsoft είχε αναφερθεί σε ορισμένες δηλώσεις των ανταγωνιστών της, είχε επικαλεστεί ανομοιογένεια των δικτύων πληροφορικής των επιχειρήσεων και είχε επισημάνει ότι υφίσταντο εναλλακτικές της αντικαταστάσεως του Windows λύσεις.

614    Με τα υπομνήματά της, η Microsoft, αναφερόμενη στις δηλώσεις των πελατών της που προσκόμισε κατά τη διοικητική διαδικασία, επαναλαμβάνει το επιχείρημα περί ανομοιογένειας των δικτύων των επιχειρήσεων.

615    Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι, με τις σκέψεις 498 έως 500, διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω δηλώσεις επιβεβαίωναν ότι, όσον αφορά τους διακομιστές ομάδας εργασίας, τα δίκτυα πληροφορικής των εν λόγω πελατών αποτελούνταν κυρίως από συστήματα Windows.

616    Με τα υπομνήματά της, η Microsoft επικαλείται επίσης το ότι οι επαγγελματίες πελάτες λαμβάνουν τις αποφάσεις τους στον τομέα της αγοράς λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές βάσει σειράς κριτηρίων και ότι το ζήτημα της διαλειτουργικότητας με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο. Συναφώς, όπως αποδείχθηκε με την ανωτέρω σκέψη 426, ο ισχυρισμός αυτός είναι ανακριβής.

617    Το επιχείρημα της Microsoft ότι έξι έτη μετά την προβαλλόμενη άρνηση εξακολουθούν να υφίστανται πολλοί ανταγωνιστές στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (βλ. ανωτέρω σκέψη 442) πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που εκτέθηκαν με την ανωτέρω σκέψη 429.

618    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι η εξέλιξη της αγοράς καταδείκνυε κίνδυνο εξαλείψεως του ανταγωνισμού στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

619    Η διαπίστωση της Επιτροπής περί υπάρξεως κινδύνου εξαλείψεως του ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά ήταν κατά μείζονα λόγο βάσιμη, δεδομένου ότι η αγορά αυτή παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά ικανά να αποθαρρύνουν τους οργανισμούς που έχουν ήδη εισαγάγει το σύστημα Windows στους διακομιστές τους ομάδας εργασίας να μεταβούν, στο μέλλον, στα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς αναφέρει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 523 της προσβαλλομένης αποφάσεως, από ορισμένα αποτελέσματα της τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer προκύπτει ότι η «εξασφαλισμένη φήμη παγιωμένης τεχνολογίας» μιας εταιρίας αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη συντριπτική πλειονότητα των ερωτηθέντων υπεύθυνων πληροφορικής. Κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Microsoft κατείχε, βάσει μετριοπαθούς εκτιμήσεως, μερίδιο αγοράς της τάξεως του 60 % τουλάχιστο στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογική σκέψη 499 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Υπό την ίδια έννοια, πρέπει να τονιστεί ότι από ορισμένα αποτελέσματα της ίδιας δημοσκοπήσεως προκύπτει επίσης ότι ο παράγοντας «διαθέσιμες λειτουργίες και κόστος/διαθεσιμότητας της συνδρομής (εσωτερικής ή εξωτερικής)» είναι σημαντικός για την πλειονότητα των ερωτηθέντων υπευθύνων πληροφορικής. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 520 της προσβαλλομένης αποφάσεως, «[τ]ούτο σημαίνει ότι όσο ευκολότερη είναι η ανεύρεση ικανών τεχνικών για συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας, τόσο περισσότεροι πελάτες θα το αγοράσουν» και, «[α]ντιστρόφως, όσο περισσότερο χρησιμοποιείται ένα λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας από τους πελάτες, τόσο ευκολότερο είναι για τους τεχνικούς να αποκτήσουν ικανότητες σε σχέση με το προϊόν αυτό (και τόσο πιο διατιθεμένοι είναι να το πράξουν)». Το ιδιαιτέρως υψηλό μερίδιο αγοράς που κατέχει η Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας έχει ως συνέπεια μεγάλος αριθμός τεχνικών να διαθέτουν εξειδικευμένες ικανότητες στα λειτουργικά συστήματα Windows.

620    Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, συντρέχει η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία η επίμαχη άρνηση ενέχει κίνδυνο εξαλείψεως του ανταγωνισμού.

 iv) Επί του νέου προϊόντος


 Επιχειρήματα των διαδίκων

621    Η Microsoft, παραπέμποντας στις αιτιολογικές σκέψεις 48 και 49 της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 αποφάσεως IMS Health, υποστηρίζει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η άρνηση που της προσάπτεται εμπόδισε την εμφάνιση νέου προϊόντος για το οποίο υφίσταται μη ικανοποιηθείσα ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών.

622    Συναφώς, η Microsoft υπενθυμίζει, αφενός, ότι ήδη διαθέτει στο εμπόριο λειτουργικά συστήματα για διακομιστές που χρησιμοποιούν τα επίμαχα πρωτόκολλα επικοινωνίας και, αφετέρου, ότι οι ανταγωνιστές της διαθέτουν στο εμπόριο τα λειτουργικά συστήματά τους για διακομιστές, τα οποία χρησιμοποιούν τα πρωτόκολλα επικοινωνίας επιλέχθηκαν για την παροχή υπηρεσιών ομάδας εργασίας.

623    Εξάλλου, η Microsoft, παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 669 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνει εκ νέου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως σκοπό να παράσχει στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τα προϊόντα τους ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές. Επαναλαμβάνει ότι σκοπός της Επιτροπής είναι τα πρωτόκολλα επικοινωνίας της Microsoft να χρησιμοποιούνται από τους ανταγωνιστές της για τη δημιουργία λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές τα οποία θα εισέρχονται σε άμεσο ανταγωνισμό με τα προϊόντα της «μιμούμενα» τις λειτουργίες τους.

624    Η Microsoft υποστηρίζει επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει κανένα νέο προϊόν το οποίο οι ανταγωνιστές της θα ανέπτυσσαν χρησιμοποιώντας τα πρωτόκολλα επικοινωνίας της και δεν αποδεικνύει ότι υφίσταται ζήτηση για τέτοιο προϊόν. Η Επιτροπή περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft «θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις κοινοποιηθείσες πληροφορίες προκειμένου να αναπτύξουν προηγμένες λειτουργίες των δικών τους προϊόντων» (αιτιολογική σκέψη 695 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

625    Η Microsoft επισημαίνει, εξάλλου, ότι ούτε το από 15 Σεπτεμβρίου 1998 έγγραφο ούτε η από 10 Δεκεμβρίου 1998 καταγγελία της Sun περιέχει οποιαδήποτε ένδειξη ως προς το ότι η τελευταία αυτή εταιρία σκόπευε να χρησιμοποιήσει την «τεχνολογία της Microsoft» για να κατασκευάσει άλλο προϊόν, πλην λειτουργικού συστήματος για διακομιστές ομάδας εργασίας.

626    Η Microsoft αντικρούει τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι, για να χαρακτηρισθεί ένα προϊόν ως νέο, αρκεί να περιλαμβάνει ουσιώδη στοιχεία ως απόρροια των προσπαθειών καθαυτού του κατόχου αδείας εκμεταλλεύσεως. Πράγματι, όπως υποστηρίζει, «[η] προσθήκη ενός χαρακτηριστικού των προϊόντων ανταγωνιστή δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως δημιουργία νέου προϊόντος».

627    Η Microsoft αντικρούει επίσης τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η άρνηση που της προσάπτεται ισοδυναμεί με «άρνηση παροχής της δυνατότητας συνακόλουθης καινοτομίας» (βλ. σκέψη 632). Αμφισβητεί τη βασιμότητα των διαπιστώσεων που περιλαμβάνει η αιτιολογική σκέψη 696 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνοντας ότι η Novell ουδέποτε χρησιμοποίησε την τεχνολογία AS/U και ότι οι πωλήσεις λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας της Sun και «πολλών άλλων πωλητών» στους οποίους χορηγήθηκε άδεια χρήσεως AS/U εξακολουθούν να είναι περιορισμένες. Στην πραγματικότητα, η καινοτομία μπορεί να περιοριστεί λόγω της προβλεπόμενης από την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεωτικής χορηγήσεως αδειών, καθόσον η Microsoft θα ενθαρρύνεται λιγότερο να αναπτύξει συγκεκριμένη τεχνολογία, αν πρέπει να τη θέσει στη διάθεση των ανταγωνιστών της.

628    Τέλος, η Microsoft αμφισβητεί ότι η επίμαχη άρνηση προκαλεί ζημία στους καταναλωτές. Επισημαίνει ότι η έκθεση Mercer την οποία επικαλείται η Επιτροπή (βλ. σκέψη 635) αφορά προϊόντα τα οποία διατίθενται σήμερα στην αγορά και, συνεπώς, δεν ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του ζητήματος αν η εν λόγω άρνηση εμπόδισε την εμφάνιση νέων προϊόντων για τα οποία υπήρχε μη ικανοποιηθείσα ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών. Επιπλέον, καμία από τις εκθέσεις Mercer δεν αποδεικνύει ότι η Microsoft «υπολείπεται» των ανταγωνιστών της. Ειδικότερα, η Επιτροπή παραλείπει να αναφέρει ότι τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές συγκέντρωσαν καλύτερη βαθμολογία από τα συστήματα NetWare και Linux όσον αφορά δέκα από τους δεκατρείς παράγοντες και από τα συστήματα UNIX όσον αφορά εννέα από τους δεκατρείς παράγοντες. Η Microsoft αναφέρει επίσης ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, κανένας πελάτης δεν υποστήριξε ότι αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ως συνέπεια της προβαλλομένης αρνήσεως γνωστοποιήσεως των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών στους ανταγωνιστές της.

629    Η CompTIA υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η προσαπτόμενη στη Microsoft άρνηση εμπόδισε την εμφάνιση νέου προϊόντος.

630    Η Επιτροπή απορρίπτει τον ισχυρισμό της Microsoft ότι η επίμαχη άρνηση δεν εμπόδισε την εμφάνιση νέου προϊόντος για το οποίο υφίσταται μη ικανοποιηθείσα ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών.

631    Συναφώς, πρώτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι από τη σκέψη 49 της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 αποφάσεως IMS Health προκύπτει ότι «νέο προϊόν» είναι ένα προϊόν το οποίο δεν περιορίζεται, κατ’ ουσίαν, στην αναπαραγωγή των προϊόντων που διατίθενται ήδη στην αγορά από τον κάτοχο του δικαιώματος του δημιουργού. Κατά συνέπεια, αρκεί ότι το επίμαχο προϊόν περιλαμβάνει ουσιώδη στοιχεία ως απόρροια των προσπαθειών καθαυτού του κατόχου της αδείας εκμεταλλεύσεως. Υπενθυμίζοντας ότι η Microsoft υποχρεούται να γνωστοποιεί μόνον τις προδιαγραφές των συστημάτων της διασυνδέσεως, και όχι την εφαρμογή τους, η Επιτροπή αναφέρει ότι οι ανταγωνιστές της εταιρίας αυτής δεν θα περιοριστούν στην αναπαραγωγή των προϊόντων της και ότι δεν θα είναι, άλλωστε, σε θέση να το πράξουν. Υποστηρίζει ότι θα χρησιμοποιήσουν τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες για τη διάθεση στο εμπόριο διαρκώς βελτιωμένων προϊόντων, «προσφέροντας ενισχυμένη αξία σε σχέση με τα προγενέστερα προϊόντα τους και την προηγούμενη προσφορά της Microsoft», αντί να εξαφανισθούν από την αγορά ως συνέπεια της αρνήσεως της Microsoft να γνωστοποιήσει τις εν λόγω πληροφορίες (αιτιολογική σκέψη 695 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Προσθέτει ότι κανένα χαρακτηριστικό των προϊόντων της Microsoft και, ειδικότερα, κανένα τμήμα του κώδικα λογισμικού της δεν θα ενσωματωθεί σε άλλα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας.

632    Δεύτερον, η Επιτροπή τονίζει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιορίστηκε στην απλή ανάλυση του κριτηρίου περί νέου προϊόντος, όπως προσδιορίστηκε με την προαναφερθείσα στη σκέψη 10 απόφαση IMS Health. Πράγματι, εξέτασε το κριτήριο αυτό από πλευράς της προβλεπόμενης στο άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΕΚ απαγορεύσεως των καταχρηστικών πρακτικών που συνίστανται στον περιορισμό της τεχνολογικής αναπτύξεως σε βάρος των καταναλωτών. Συγκεκριμένα, εξακρίβωσε με ιδιαίτερη επιμέλεια ότι η προσαπτόμενη στη Microsoft άρνηση ισοδυναμεί με «άρνηση παροχής της δυνατότητας συνακόλουθης καινοτομίας», ήτοι της αναπτύξεως νέων προϊόντων, και όχι απλή άρνηση εγκρίσεως της αναπαραγωγής τους.

633    Προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών, πρώτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι εξέτασε τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών της Microsoft στο παρελθόν, όταν εκείνη τους παρείχε σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες ή επέτρεπε από απροσεξία σε ορισμένους από αυτούς να προσφύγουν σε «λύσεις καταστρατηγήσεως» (αιτιολογική σκέψη 696 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Προς απάντηση στις επικρίσεις που η Microsoft διατυπώνει επί του σημείου αυτού (βλ. ανωτέρω σκέψη 627), η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η Novell, δεδομένου ότι δεν είναι «πωλητής UNIX», δεν ενδιαφερόταν για τις «βασιζόμενες στο UNIX εφαρμογές», όπως π.χ. την τεχνολογία AS/U. Προσθέτει ότι η Sun και άλλοι κατασκευαστές UNIX πρότειναν προϊόντα καινοτομίας τα οποία χρησιμοποιούν AS/U προς επίτευξη της διαλειτουργικότητας με τα συστήματα Windows και τα οποία θα ανταποκρίνονταν στη ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών της, αν η Microsoft δεν είχε αρνηθεί να κοινοποιήσει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες.

634    Δεύτερον, υπενθυμίζει ότι, με την αιτιολογική σκέψη 698 της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαπίστωσε ότι ήταν δυνατές πολλές διαφορετικές εφαρμογές της ίδιας προδιαγραφής.

635    Τρίτον, η Επιτροπή, παραθέτοντας την αιτιολογική σκέψη 699 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνει ότι από τα αποτελέσματα της τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer προκύπτει ότι, μολονότι «η Microsoft υπολείπεται των ανταγωνιστών της» όσον αφορά διάφορα σημαντικά για τους καταναλωτές χαρακτηριστικά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές, οι καταναλωτές αυτοί περιορίζονται στα προϊόντα της Microsoft «λόγω των εμποδίων που δημιουργεί η έλλειψη διαλειτουργικότητας στην αποδοχή εναλλακτικών λύσεων». Διευκρινίζει ότι η Microsoft επιτυγχάνει καλύτερη κατάταξη από τους ανταγωνιστές της μόνον αν, αφενός, η διαλειτουργικότητα με το Windows αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη και, αφετέρου, αποδίδεται στους δευτερεύοντες παράγοντες ίδια βαρύτητα με τους σημαντικούς παράγοντες. Όσον αφορά το επιχείρημα της Microsoft ότι κανένας πελάτης δεν διαμαρτυρήθηκε για το ότι αναγκάστηκε να περιοριστεί σε λειτουργικό σύστημα Windows λόγω της επίμαχης αρνήσεως, η Επιτροπή παραπέμπει στις αιτιολογικές σκέψεις 702 έως 708 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

636    Τέταρτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft ασκούν ερευνητικές και αναπτυξιακές δραστηριότητες, αλλά έχουν ανάγκη προσβάσεως στα πρωτόκολλα της Microsoft προκειμένου να παράσχουν στους οργανισμούς που χρησιμοποιούν προσωπικούς υπολογιστές και διακομιστές ομάδας εργασίας με Windows τη δυνατότητα να επωφελούνται από την καινοτομία τους, χωρίς να επιβαρύνονται με τις επιπτώσεις της ελλείψεως διαλειτουργικότητας. Διευκρινίζει ότι, «[αφ’] εαυτής, η άρνηση δεν έχει άμεσες επιπτώσεις στην ικανότητα των ανταγωνιστών να καινοτομούν, αλλά μάλλον στην ικανότητα του καταναλωτή να επωφελείται από αυτή την καινοτομία, καθώς και στην ικανότητα των ανταγωνιστών να επωφελούνται από την καινοτομία τους –και, συνεπώς, πιο μακροπρόθεσμα, στα κίνητρά τους για καινοτομία».

637    Πέμπτον και τελευταίον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η Microsoft όσον αφορά τα δικά της κίνητρα για καινοτομία δεν ασκούν επιρροή στην εκτίμηση των συνεπειών της επίμαχης καταχρηστικής πρακτικής στα κίνητρα καινοτομίας των ανταγωνιστών της.

638    Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της Microsoft ότι το κριτήριο περί νέου προϊόντος δεν πληρούται εν προκειμένω στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας.

639    Συναφώς, πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το κριτήριο αυτό δεν απαιτεί να αποδειχθεί συγκεκριμένα ότι το προϊόν του κατέχοντος άδεια θα ελκύσει πελάτες οι οποίοι δεν αγοράζουν τα προϊόντα του δεσπόζοντος σήμερα προμηθευτή. Με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση IMS Health, το Δικαστήριο εστίασε την ανάλυσή του στις διαφορές μεταξύ των προϊόντων που μπορούν να επηρεάσουν τις επιλογές των καταναλωτών ή, με άλλα λόγια, στο κατά πόσον υφίστατο «δυνητική ζήτηση» για το νέο προϊόν. Η Επιτροπή εμμένει στο ότι το κριτήριο περί νέου προϊόντος δεν αφορά μόνον τους περιορισμούς της παραγωγής. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα νέα προϊόντα που πρόκειται να κυκλοφορήσουν θα ανταποκριθούν προφανώς σε δυνητική ζήτηση και θα στηριχθούν στα λειτουργικά συστήματα που σήμερα διαθέτουν στο εμπόριο οι ανταγωνιστές της Microsoft και εμφανίζουν χαρακτηριστικά τα οποία εκτιμούν οι καταναλωτές συχνά περισσότερο από τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft.

640    Δεύτερον, η Επιτροπή φρονεί ότι η Microsoft δεν μπορεί να επικαλεστεί το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επικεντρώνεται στην ικανότητα των ανταγωνιστών της να προσαρμόσουν τα «υφιστάμενα προϊόντα τους». Συγκεκριμένα, το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον οι εν λόγω ανταγωνιστές θα περιοριστούν, κατ’ ουσίαν, στην αναπαραγωγή των υφιστάμενων προϊόντων που ανέπτυξε ο κάτοχος του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Η Επιτροπή τονίζει, επί του σημείου αυτού, ότι τα προϊόντα των ανταγωνιστών της Microsoft θα εφαρμόσουν τα ίδια πρωτόκολλα με τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, αλλά θα είναι πολύ διαφορετικά από απόψεως επιδόσεως, ασφάλειας και λειτουργιών.

641    Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η νομολογία δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μελλοντικά προϊόντα του κατέχοντος άδεια εκμεταλλεύσεως να βρεθούν σε ανταγωνισμό με τα προϊόντα του κατόχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health.

642    Η SIIA υποστηρίζει ότι η επίμαχη άρνηση εμποδίζει την εμφάνιση «νέων και καινοτόμων λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας που δεν [κατασκευάστηκαν από τη] Microsoft και ανταποκρίνονται στις ανάγκες διαλειτουργικότητας των πελατών». Εξηγεί ότι, χάρη στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, οι ανταγωνιστές της Microsoft θα μπορούν τόσο να προσφέρουν προϊόντα με «βελτιωμένες λειτουργίες», όσο και, κυρίως, προϊόντα δυνάμενα να διαλειτουργούν. Εξάλλου, η SIIA τονίζει ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft δεν αντλούν κανένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα από την απλή «αντιγραφή των προϊόντων [της]» και ότι δεν είναι, εξάλλου, σε θέση να το πράξουν διά της προσβάσεως στις πληροφορίες που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

643    Πρέπει να τονιστεί ότι το αν η προσαπτόμενη συμπεριφορά εμποδίζει την εμφάνιση νέου προϊόντος στην αγορά είναι ένα στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΕΚ, το οποίο απαγορεύει τις καταχρηστικές πρακτικές που συνίστανται στον «περιορισμό της παραγωγής, της διαθέσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών».

644    Πράγματι, με τη σκέψη 54 της προαναφερθείσας στη σκέψη 107 αποφάσεως Magill, το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση των οικείων εταιριών μεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών, στο μέτρο που εμπόδιζε την εμφάνιση νέου προϊόντος το οποίο δεν προσέφεραν οι εταιρίες αυτές και για το οποίο υπήρχε δυνητική ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών, έπρεπε να χαρακτηρισθεί καταχρηστική υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.

645    Από την απόφαση που αποτελούσε αντικείμενο της υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε, ειδικότερα, ότι, με την άρνησή τους, οι εν λόγω εταιρίες τηλεοπτικής αναμεταδόσεως περιόριζαν την παραγωγή ή τη διάθεση σε βάρος των καταναλωτών [βλ. σημείο 23, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 89/205/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο [82 ΕΚ] (IV/31 851, Magill TV Guide/ITP, BBC και RTE) (ΕΕ 1989, L 78, σ. 43)]. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έκρινε ότι η άρνηση αυτή εμπόδιζε τους κατασκευαστές να καταρτίζουν και να δημοσιεύουν γενικό εβδομαδιαίο τηλεοπτικό οδηγό για τους καταναλωτές στη Βόρεια Ιρλανδία, ένα είδος οδηγού που, την εποχή εκείνη, δεν διετίθετο στην εν λόγω γεωγραφική αγορά. Μολονότι καθεμία από τις οικείες εταιρίες τηλεοπτικής αναμεταδόσεως δημοσίευε εβδομαδιαίο τηλεοπτικό οδηγό, εντούτοις ο οδηγός αυτός αφορούσε αποκλειστικώς τα δικά τους προγράμματα. Η Επιτροπή κατέληξε στην κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως εκ μέρους των εν λόγω εταιριών τηλεοπτικής αναμεταδόσεως, εμμένοντας στη ζημία που προκαλούσε η απουσία γενικού εβδομαδιαίου τηλεοπτικού οδηγού στην αγορά της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στους καταναλωτές, οι οποίοι, αν επιθυμούσαν να ενημερωθούν σχετικά με τα προγράμματα της επερχόμενης εβδομάδας, δεν είχαν άλλη δυνατότητα παρά να αγοράσουν τους εβδομαδιαίους οδηγούς κάθε καναλιού και να αναζητήσουν οι ίδιοι τα χρήσιμα στοιχεία προκειμένου να προβούν σε συγκρίσεις.

646    Με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση IMS Health, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τη σχετική με την εμφάνιση νέου προϊόντος προϋπόθεση, έθεσε την προϋπόθεση αυτή στο πλαίσιο της προσβολής των συμφερόντων των καταναλωτών. Συγκεκριμένα, με τη σκέψη 48 της αποφάσεως εκείνης, τόνισε, παραπέμποντας στο σημείο 62 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Tizzano στην ίδια αυτή απόφαση (Συλλογή 2004, σ. I‑5042), ότι η προϋπόθεση αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι, κατά τη στάθμιση του συμφέροντος προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και της ελεύθερης οικονομικής πρωτοβουλίας του δικαιούχου αυτού, αφενός, και του συμφέροντος προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, αφετέρου, το συμφέρον προστασίας του ανταγωνισμού υπερισχύει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η άρνηση χορηγήσεως αδείας εμποδίζει την ανάπτυξη της παράγωγης αγοράς εις βάρος των καταναλωτών.

647    Επισημαίνεται ότι η σχετική με την εμφάνιση νέου προϊόντος προϋπόθεση, όπως προβλέπεται στις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health, δεν μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική παράμετρο η οποία μπορεί να καθορίσει αν η άρνηση χορηγήσεως αδείας για δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας δύναται να προκαλέσει ζημία στους καταναλωτές υπό την έννοια του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΕΚ. Όπως προκύπτει από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, η εν λόγω ζημία μπορεί να ανακύψει λόγω της παρουσίας περιορισμού τόσο της παραγωγής ή της διαθέσεως, όσο και της τεχνολογικής αναπτύξεως.

648    Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αποφάνθηκε επί της τελευταίας αυτής περιπτώσεως. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η άρνηση που προσάπτεται στη Microsoft περιόριζε την τεχνολογική ανάπτυξη σε βάρος των καταναλωτών, κατά την έννοια του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΕΚ (αιτιολογικές σκέψεις 693 έως 701 και 782 της προσβαλλομένης αποφάσεως), και απέρριψε τον ισχυρισμό της Microsoft ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η εν λόγω άρνηση προκαλούσε ζημία στους καταναλωτές (αιτιολογικές σκέψεις 702 έως 708 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

649    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στις αναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη αιτιολογικές σκέψεις δεν είναι προδήλως εσφαλμένες.

650    Πράγματι, πρώτον, ορθώς η Επιτροπή επισήμανε, με την αιτιολογική σκέψη 694 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, «[λ]όγω της ελλείψεως της διαλειτουργικότητας που τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας είναι σε θέση να πραγματοποιούν με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows, όλο και περισσότεροι καταναλωτές εγκλωβίζονται σε μια ομοιογενή λύση Windows όσον αφορά τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας».

651    Υπενθυμίζεται, συναφώς, όπως εκτέθηκε με τις ανωτέρω σκέψεις 371 έως 422, ότι η άρνηση που προσάπτεται στη Microsoft εμπόδιζε τους ανταγωνιστές της να αναπτύξουν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας δυνάμενα να επιτύχουν επαρκή βαθμό διαλειτουργικότητας με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows, με συνέπεια οι καταναλωτές να στραφούν, στον τομέα της αγοράς λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, προς τα προϊόντα της Microsoft. Επισημάνθηκε επίσης, με τις σκέψεις 606 έως 611, ότι από πολλά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι οι τεχνολογίες της γκάμας Windows 2000, και ειδικότερα η τεχνολογία Active Directory, επιλέγονταν με αυξανόμενο ρυθμό από τους οργανισμούς. Δεδομένου ότι τα προβλήματα διαλειτουργικότητας οξύνονται με τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας αυτής της γκάμας προϊόντων έναντι εκείνων της προηγούμενης γενιάς (βλ. ανωτέρω σκέψεις 571 έως 574 και αιτιολογικές σκέψεις 578 έως 584, 588 και 613 της προσβαλλομένης αποφάσεως), η αυξανόμενη επιλογή των εν λόγω συστημάτων ενίσχυε σαφώς το αποτέλεσμα «εγκλωβισμού» για το οποίο έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη.

652    Ο ως άνω περιορισμός της επιλογής των καταναλωτών τους προκαλεί κατά μείζονα λόγο ζημία, δεδομένου ότι, όπως επισημάνθηκε με τις σκέψεις 407 έως 412 ανωτέρω, οι καταναλωτές θεωρούν τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας ανώτερα από τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, όσον αφορά σειρά χαρακτηριστικών στα οποία αποδίδουν μεγάλη σημασία, όπως π.χ. η «αξιοπιστία/διαθεσιμότητα του συστήματος» και η «ενσωματωμένη στο λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ασφάλεια».

653    Δεύτερον, ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι το πλασματικό πλεονέκτημα από πλευράς διαλειτουργικότητας που η Microsoft διατηρούσε με την άρνησή της αποθάρρυνε τους ανταγωνιστές της από την ανάπτυξη και τη διάθεση στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας με καινοτόμα χαρακτηριστικά, βλάπτοντας ιδίως τους καταναλωτές (βλ., υπό την έννοια αυτή, αιτιολογική σκέψη 694 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η άρνηση αυτή έχει, πράγματι, ως συνέπεια, τη δυσμενή μεταχείριση των εν λόγω ανταγωνιστών σε σχέση με τη Microsoft όσον αφορά την αξία των προϊόντων τους, ιδίως από πλευράς ασφάλειας, αξιοπιστίας, ευκολίας χρήσεως ή ταχύτητας εκτελέσεως των καθηκόντων (αιτιολογική σκέψη 699 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

654    Η διαπίστωση της Επιτροπής ότι, «[α]ν οι ανταγωνιστές της Microsoft είχαν πρόσβαση στις πληροφορίες για τη διαλειτουργικότητα τις οποίες απαιτούν, θα μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν για να καταστήσουν τις προηγμένες λειτουργίες των δικών τους προϊόντων διαθέσιμες στο πλαίσιο του δικτύου σχέσεων διαλειτουργικότητας επί του οποίου στηρίζεται το περιβάλλον Windows» (αιτιολογική σκέψη 695 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ενισχύεται από τη συμπεριφορά που επέδειξαν οι εν λόγω ανταγωνιστές στο παρελθόν, όταν είχαν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες σχετικές με τα προϊόντα της Microsoft. Τα δύο παραδείγματα που παραθέτει η Επιτροπή με την 696η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι τα προϊόντα «PC NetLink» και «NDS για NT», είναι αντιπροσωπευτικά. Το PC NetLink είναι ένα λογισμικό που κατασκευάστηκε από τη Sun βάσει του AS/U, το οποίο εξελίχθηκε από την AT&T με τη χρήση ορισμένων στοιχείων πηγαίου κώδικα της Microsoft που αυτή της κοινοποίησε στο πλαίσιο αδείας εκμεταλλεύσεως τη δεκαετία του 1990 (αιτιολογικές σκέψεις 211 έως 213 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Από ένα έγγραφο που κοινοποίησε η Microsoft κατά τη διοικητική διαδικασία προκύπτει ότι τα καινοτόμα χαρακτηριστικά και η ενισχυμένη αξία που προσέδιδε η PC NetLink στα δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας τονίζονταν από τη Sun ως επιχείρημα υπέρ της πωλήσεως του εν λόγω προϊόντος (υποσημείωση 840 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ομοίως, με τα εμπορικά έγγραφά της, η Novell επισήμαινε τα νέα χαρακτηριστικά που η υπηρεσία NDS για NT –ένα λογισμικό προϊόν που είχε κατασκευάσει με τη χρήση τεχνικών αντίστροφης μηχανικής– προσέδιδε στην αρχιτεκτονική του τομέα Windows, εν προκειμένω το Windows NT (υποσημείωση 841 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

655    Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή έσπευσε να τονίσει, στο πλαίσιο αυτό, ότι υφίσταντο «πολλές δυνατότητες διαφοροποιήσεως και καινοτομίας πέραν της προβλέψεως προδιαγραφών διασυνδέσεως» (αιτιολογική σκέψη 698 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με άλλα λόγια, οι ίδιες προδιαγραφές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαφορετικών και καινοτόμων εφαρμογών εκ μέρους των κατασκευαστών λογισμικών.

656    Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στην αρχή ότι, αφ’ ης στιγμής αρθεί το εμπόδιο που συνιστά, για τους ανταγωνιστές της Microsoft, ο ανεπαρκής χαρακτήρας του υφιστάμενου βαθμού διαλειτουργικότητας με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows, οι εν λόγω ανταγωνιστές μπορούν να προσφέρουν τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας που, πέραν της απλής αναπαραγωγής των συστημάτων Windows που υφίστανται ήδη στην αγορά, θα διαφοροποιηθούν από τα συστήματα αυτά όσον αφορά σημαντικές για τους καταναλωτές παραμέτρους (βλ., υπό την έννοια αυτή, αιτιολογική σκέψη 699 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

657    Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft δεν είναι, εξάλλου, σε θέση να κλωνοποιήσουν ή να αναπαραγάγουν τα προϊόντα της διά της απλής προσβάσεως στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση. Πέραν του ότι η Microsoft καθαυτή αναγνωρίζει, με τα υπομνήματά της, ότι το διορθωτικό μέτρο που προβλέπει το άρθρο 5 της εν λόγω αποφάσεως δεν καθιστά δυνατή την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού (βλ. σκέψη 241), επαναλαμβάνεται ότι οι επίμαχες πληροφορίες δεν εκτείνονται σε λεπτομέρειες εφαρμογής ή σε άλλα στοιχεία πηγαίου κώδικα της Microsoft (βλ. σκέψεις 194 έως 206). Επισημαίνεται, επίσης, ότι τα πρωτόκολλα για τα οποία η Microsoft υποχρεούται να γνωστοποιήσει προδιαγραφές κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως αντιπροσωπεύουν ελάχιστο μόνον τμήμα των πρωτοκόλλων που εφαρμόζονται στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας.

658    Πρέπει να προστεθεί ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft δεν θα είχαν κανένα συμφέρον να περιοριστούν στην αναπαραγωγή των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας. Αφ’ ης στιγμής, χάρη στις πληροφορίες που θα τους κοινοποιηθούν, θα είναι σε θέση να αναπτύξουν συστήματα δυνάμενα να διαλειτουργούν επαρκώς με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows, δεν θα έχουν άλλη επιλογή, αν επιθυμούν να έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι της Microsoft και να διατηρήσουν τη βιώσιμη θέση τους στην αγορά, πέραν της διαφοροποιήσεως των προϊόντων τους από εκείνα της εταιρίας αυτής, όσον αφορά ορισμένες παραμέτρους και ορισμένα χαρακτηριστικά. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη, όπως εξηγεί η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 719 έως 721 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εφαρμογή προδιαγραφών αποτελεί δυσχερές καθήκον το οποίο απαιτεί σοβαρές και έγκαιρες χρηματοοικονομικές επενδύσεις.

659    Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Microsoft ότι θα έχει λιγότερα κίνητρα να αναπτύξει συγκεκριμένη τεχνολογία αν είναι υποχρεωμένη να τη θέσει στη διάθεση των ανταγωνιστών της (βλ ανωτέρω σκέψη 627), αρκεί η διαπίστωση ότι το επιχείρημα αυτό δεν ασκεί επιρροή στην εξέταση της προϋποθέσεως περί εμφανίσεως νέου προϊόντος, στο πλαίσιο της οποίας εκτιμώνται οι επιπτώσεις της επίμαχης αρνήσεως στα κίνητρα των ανταγωνιστών της Microsoft να καινοτομούν και όχι τα κίνητρά της προς καινοτομία. Το τελευταίο αυτό ζήτημα πρέπει να εκτιμηθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως της προϋποθέσεως περί ελλείψεως αντικειμενικής δικαιολογήσεως.

660    Τρίτον, ορθώς η Επιτροπή απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα κατά τη διοικητική διαδικασία ισχυρισμό της Microsoft ότι δεν αποδείχθηκε ότι η άρνηση που της προσάπτεται προκαλούσε ζημία στους καταναλωτές (αιτιολογικές σκέψεις 702 έως 708 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

661    Καταρχάς, όπως ήδη επισημάνθηκε με τις σκέψεις 407 έως 412, από τα αποτελέσματα της τρίτης δημοσκοπήσεως της Mercer προκύπτει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, οι καταναλωτές θεωρούν τα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας ανώτερα των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας, όσον αφορά μια σειρά χαρακτηριστικών στα οποία αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία.

662    Ακολούθως, η Microsoft δεν μπορεί να αντλήσει επιχείρημα από το ότι οι καταναλωτές δεν υποστήριξαν σε κανένα στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ότι αναγκάστηκαν να επιλέξουν λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας λόγω της αρνήσεώς της να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες. Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η Microsoft δεν αμφισβητεί τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 705 και 706 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, με την αιτιολογική σκέψη 705 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι κατασκευαστές συμπληρωματικών λογισμικών που πρέπει να διαλειτουργούν με τα συστήματα της Microsoft «εξαρτώνται από την εκ μέρους της γνωστοποίηση σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών» και ότι «οι καταναλωτές δεν γνωρίζουν πάντα ποιες ακριβώς πληροφορίες γνωστοποιεί η Microsoft στους κατασκευαστές λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας». Με την αιτιολογική σκέψη 706 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προβλέπει ότι, «[α]ν πρέπει να επιλέξουν μεταξύ της επιλύσεως των προβλημάτων διαλειτουργικότητας που καθιστούν την άσκηση των δραστηριοτήτων τους περιπλοκότερη, αναποτελεσματικότερη ή δαπανηρότερη και ενός ομοιογενούς περιβάλλοντος Windows, οι καταναλωτές πιθανότατα θα επιλέξουν την τελευταία αυτή λύση» και ότι, «[α]φ’ ης στιγμής ευθυγραμμιστούν με το Windows, είναι μάλλον απίθανο να επισημάνουν προβλήματα διαλειτουργικότητας μεταξύ των προσωπικών τους υπολογιστών πελάτη και των διακομιστών ομάδας εργασίας».

663    Εξάλλου, επισημαίνεται ότι από τις δηλώσεις καθαυτές της Microsoft επί του ζητήματος των γνωστοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατ’ εφαρμογήν της αμερικανικής συμφωνίας προκύπτει ότι εξασφαλίσθηκε μεγαλύτερη δυνατότητα επιλογής στους καταναλωτές (βλ. αιτιολογική σκέψη 703 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

664    Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 82 ΕΚ δεν αφορά μόνον τις πρακτικές που μπορούν να προκαλέσουν άμεση ζημία στους καταναλωτές, αλλά και αυτές που τους προκαλούν έμμεση ζημία, θίγοντας αποτελεσματικές δομές ανταγωνισμού (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 215, σκέψη 125, και προαναφερθείσα στη σκέψη 229 απόφαση Irish Sugar κατά Επιτροπής, σκέψη 232). Εν προκειμένω, η Microsoft, αποκτώντας σημαντικό μερίδιο αγοράς, έθιξε την αποτελεσματική δομή του ανταγωνισμού στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

665    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η προσαπτόμενη στη Microsoft άρνηση περιορίζει την τεχνολογική ανάπτυξη σε βάρος των καταναλωτών, κατά την έννοια του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΕΚ, δεν είναι προδήλως εσφαλμένο. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η σχετική με την εμφάνιση νέου προϊόντος προϋπόθεση πληρούται εν προκειμένω.

 v) Επί της ελλείψεως αντικειμενικής δικαιολογήσεως


 Επιχειρήματα των διαδίκων

666    Πρώτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η άρνηση που της προσάπτεται δικαιολογείται αντικειμενικώς από τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που κατέχει στην οικεία «τεχνολογία». Επισημαίνει ότι προέβη σε σημαντικές επενδύσεις προκειμένου να δημιουργήσει τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας και ότι η εμπορική επιτυχία των προϊόντων της αποτελεί τη νόμιμη ανταπόδοσή τους. Υποστηρίζει, επίσης, ότι γίνεται εν γένει δεκτό ότι η άρνηση μιας επιχειρήσεως να κοινοποιήσει στους ανταγωνιστές της συγκεκριμένη τεχνολογία μπορεί να δικαιολογηθεί από το ότι η επιχείρηση αυτή δεν επιθυμεί οι εν λόγω ανταγωνιστές να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία αυτή προκειμένου να την ανταγωνιστούν.

667    Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Microsoft επικαλείται το ότι η τεχνολογία που πρέπει να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της είναι απόρρητη, έχει μεγάλη αξία για τους δικαιούχους αδείας και περιέχει σημαντικές καινοτομίες.

668    Με την απάντησή της σε μία από τις γραπτές ερωτήσεις του Πρωτοδικείου, η Microsoft προσθέτει ότι είχε αντικειμενικό λόγο να μη χορηγήσει άδεια εκμεταλλεύσεως για την εν λόγω τεχνολογία, «λαμβανομένης υπόψη της ζημίας που θα είχε προκληθεί ως προς τα κίνητρα καινοτομίας, αν η Sun (ή άλλοι) είχε χρησιμοποιήσει την τεχνολογία αυτή για να αναπτύξει αντίστοιχη λειτουργία, ανταγωνιστική προς τα προϊόντα της Microsoft, στην ίδια αγορά».

669    Δεύτερον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η Επιτροπή αντέκρουσε τα επιχειρήματά της χρησιμοποιώντας ένα νέο κριτήριο, νομικώς εσφαλμένο και σαφώς διαφορετικό από τα κριτήρια που έχει δεχθεί η νομολογία. Πράγματι, με την αιτιολογική σκέψη 783 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι η άρνηση κοινοποιήσεως πληροφοριών προστατευόμενων από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας συνιστούσε παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, μολονότι, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων, οι θετικές συνέπειες για την καινοτομία στο σύνολο του κλάδου αντιστάθμιζε τις αρνητικές επιπτώσεις για τα κίνητρα καινοτομίας της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως.

670    Η Microsoft φρονεί ότι η εφαρμογή αυτού του «κριτηρίου σταθμίσεως» θα έχει ως συνέπεια οι κατέχουσες δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεις θα έχουν λιγότερα κίνητρα να επενδύσουν στην έρευνα και την ανάπτυξη, καθόσον θα πρέπει να μοιραστούν τους καρπούς των προσπαθειών τους με τους ανταγωνιστές τους. Υποστηρίζει ότι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ωθούν τον κάτοχό τους να εξακολουθήσει να καινοτομεί, ενθαρρύνοντας συγχρόνως τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις να αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους στον τομέα της καινοτομίας προκειμένου να μην «βρεθούν σε μειονεκτική θέση». Εξάλλου, επικρίνει το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν επιδιώκει να «συγκεκριμενοποιήσει» τις αρνητικές επιπτώσεις που θα έχει η επιβαλλόμενη από την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεωτική χορήγηση αδειών εκμεταλλεύσεως για τους ανταγωνιστές της, οι οποίοι μάλλον, αντί να κοπιάσουν για τη δημιουργία ιδίας τεχνολογίας, θα αναμένουν τη χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως, ώστε να μάθουν ποια τεχνολογία θα χρησιμοποιούν.

671    Η Microsoft επικρίνει επίσης τον αόριστο χαρακτήρα και τις απρόβλεπτες συνέπειες του κριτηρίου αυτού, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή δεν παρέχει καμία ένδειξη βάσει της οποίας οι κατέχουσες δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεις μπορούν να εκτιμήσουν αν «η διατήρηση του κινήτρου [τους] προς καινοτομία μπορεί να δικαιολογήσει μια απόφαση διατηρήσεως της πνευματικής ιδιοκτησίας [τους] για ιδία χρήση». Γενικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει καμία διευκρίνιση επί του τρόπου με τον οποίο εφαρμόστηκε το εν λόγω κριτήριο εν προκειμένω, ούτε επί του τρόπου με τον οποίο θα έπρεπε να εφαρμοστεί στο μέλλον.

672    Τρίτον, η Microsoft αμφισβητεί την κρισιμότητα των αναφορών της Επιτροπής στην αμερικανική συμφωνία και στην εμπορική συμφωνία που συνήφθη με τη Sun (βλ. σκέψη 687).

673    Όσον αφορά την αμερικανική συμφωνία, υπενθυμίζει ότι την υποχρεώνει να χορηγεί άδειες εκμεταλλεύσεως όσον αφορά τα πρωτόκολλα επικοινωνίας που εφαρμόστηκαν στα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, με μοναδικό σκοπό την εφαρμογή τους σε λογισμικό για διακομιστή. Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση της επιβάλλει την υποχρέωση να χορηγεί άδειες εκμεταλλεύσεως για τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας «μεταξύ διακομιστών», προκειμένου αυτά να μπορούν να εφαρμοστούν απευθείας στα ανταγωνιστικά λειτουργικά συστήματα για διακομιστές. Υποστηρίζει, επίσης, ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την αμερικανική συμφωνία επιβάλλονται για πέντε μόνον έτη και ότι μια εταιρία έχει επιπλέον κίνητρο να εξακολουθήσει να αναπτύσσει μια τεχνολογία όταν, κατόπιν καθορισμένης περιόδου, μπορεί εκ νέου να χρησιμοποιήσει αποκλειστικώς τις βελτιώσεις που επήλθαν στην εν λόγω τεχνολογία.

674    Όσον αφορά την εμπορική συμφωνία που συνήφθη με τη Sun, η Microsoft επισημαίνει ότι προβλέπει την αμοιβαία δέσμευση από κοινού χρήσεως τεχνολογίας και δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας υπό διαπραγματεύσιμους όρους και για περίοδο έξι κατά μέγιστο όριο ετών. Βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως, αντιθέτως, οι δικαιούχοι αδείας εκμεταλλεύσεως δεν μπορούν να επιλεγούν ελεύθερα από τη Microsoft και δεν της χορηγούν καμία άδεια εκμεταλλεύσεως προς αντιστάθμισμα, καθόσον οι εισφορές και οι λοιποί όροι χορηγήσεως αδειών υπόκεινται στον έλεγχο της Επιτροπής και οι δεσμεύσεις της Microsoft περί υποχρεωτικής χορηγήσεως αδειών «[παρατείνονται] επ’ αόριστον».

675    Η CompTIA τονίζει, καταρχάς, τη σπουδαιότητα της καινοτομίας για τον ανταγωνισμό στον τομέα των τεχνολογιών πληροφορήσεως και επικοινωνίας και την ανάγκη υπάρξεως «εύρωστου συστήματος προστασίας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας». Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι τα εν λόγω δικαιώματα ενθαρρύνουν τις εταιρίες να βελτιώνουν τα υφιστάμενα προϊόντα τους και να διαθέτουν νέα προϊόντα στην αγορά.

676    Ακολούθως, η CompTIA, παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 783 της προσβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε, εν προκειμένω, νέο κριτήριο εκτιμήσεως και εκτιμά ότι το κριτήριο αυτό δεν συνάδει με τη νομολογία.

677    Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι ορθώς έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από τη Microsoft λόγους.

678    Συναφώς, επισημαίνει, καταρχάς ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής, η Microsoft αναγνώρισε ότι προέβαλε ως δικαιολογία μόνον το ότι κατείχε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί της οικείας «τεχνολογίας». Φρονεί ότι η δικαιολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι, στην προαναφερθείσα στη σκέψη 107 υπόθεση Magill, στην οποία δεν υπήρχε αμφιβολία ως προς το ότι η προσβληθείσα απόφαση επέβαλλε στις οικείες εταιρίες την υποχρεωτική χορήγηση αδειών επί δικαιώματος δημιουργού, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη άρνηση δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς. Η Επιτροπή υποστηρίζεται επί του σημείου αυτού από τη SIIA.

679    Ακολούθως, η Επιτροπή εξηγεί ότι ερμήνευσε το επιχείρημα της Microsoft υπό την έννοια ότι τα πραγματικά περιστατικά της προκειμένης υποθέσεως και, ειδικότερα, «ο πιθανός αντίκτυπος μιας εντολής προμήθειας στα κίνητρά της καινοτομίας» παρουσίαζαν τόσες ιδιαιτερότητες, ώστε δεν μπορούσε να εφαρμόσει τις λύσεις της νομολογίας.

680    Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζει ότι στη Microsoft απέκειτο να αποδείξει ότι η καταχρηστική συμπεριφορά που της προσαπτόταν μπορούσε να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς. Ειδικότερα, φρονεί ότι η εταιρία αυτή όφειλε τουλάχιστον, αφενός, να αποδείξει ότι η επιβληθείσα υποχρέωση γνωστοποιήσεως των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στα κίνητρά της καινοτομίας και, αφετέρου, ότι υφίστατο κίνδυνος οι αρνητικές αυτές επιπτώσεις να αφορούν «το σύνολο των στοιχείων που επισήμανε η Επιτροπή και που, σε διαφορετική περίπτωση, θα καθιστούσαν τη συμπεριφορά αυτή καταχρηστική». Η Microsoft περιορίστηκε στην προβολή αμιγώς θεωρητικών επιχειρημάτων τα οποία δεν αποδείχθηκαν επί του σημείου αυτού.

681    Η Επιτροπή φρονεί, επίσης, ότι η Microsoft δεν μπορεί να δικαιολογήσει την άρνησή της επικαλούμενη το ότι η οικεία τεχνολογία είναι απόρρητη, έχει μεγάλη αξία και περιέχει σημαντικές καινοτομίες. Η δικαιολογία αυτή, επιπλέον, δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής.

682    Δεύτερον, η Επιτροπή δεν δέχεται ότι εφάρμοσε νέο κριτήριο εκτιμήσεως εν προκειμένω.

683    Συναφώς, καταρχάς, απορρίπτει τον ισχυρισμό της Microsoft ότι μια επιχείρηση βασίμως μπορεί να αρνηθεί να κοινοποιήσει συγκεκριμένη τεχνολογία στους ανταγωνιστές της, προκειμένου να μην τους παράσχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία αυτή για να την ανταγωνιστούν. Ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να ερμηνευθεί, αφενός, υπό την έννοια ότι, ακόμη και αν πληρούνται τα τρία πρώτα κριτήρια που έχει θέσει το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health, η άρνηση χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως είναι σύννομη, αν οι ανταγωνιστές σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν την άδεια για να ανταγωνιστούν την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση. Η άποψη αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη. Ο εν λόγω ισχυρισμός μπορεί να ερμηνευθεί, αφετέρου, υπό την έννοια ότι οι αρχές που έχει θέσει το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα στη σκέψη 107 απόφαση Magill δεν έχουν εφαρμογή, όταν το οικείο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας αφορά τεχνολογία. Πέραν του ότι η Microsoft δεν εξηγεί την έννοια που δίδει στον όρο «τεχνολογία» στο πλαίσιο αυτό, είναι εξαιρετικώς δυσχερής η διάκριση μεταξύ δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας «τεχνολογικής φύσεως» και «μη τεχνολογικής φύσεως». Επιπλέον, δεν είναι βέβαιον ότι οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα επίμαχες πληροφορίες συνιστούν τέτοιου είδους τεχνολογία, ιδίως αν αποτελούν αυθαίρετες απλώς συμφωνίες στερούμενες χαρακτήρα καινοτομίας.

684    Ακολούθως, η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Microsoft ότι, λόγω της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ανταγωνιστές της δεν θα έχουν πλέον κίνητρο να δημιουργήσουν ιδία τεχνολογία. Υποστηρίζει ότι η Microsoft δεν εκφέρει άποψη επί της περιλαμβανομένης στην αιτιολογική σκέψη 697 της προσβαλλομένης αποφάσεως διαπιστώσεως ότι, λαμβανομένου υπόψη του οιονεί μονοπωλίου της στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, οι ανταγωνιστές δεν είναι σε θέση να αναπτύξουν βιώσιμες εναλλακτικές των πρωτοκόλλων της επικοινωνίας λύσεις.

685    Περαιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Microsoft κάνει λόγο μόνο για τα κίνητρά της προς καινοτομία στον τομέα της δημιουργίας πρωτοκόλλων, χωρίς καμία αναφορά στα άλλα προϊόντα της. Παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 724 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσέγγιση αυτή είναι εσφαλμένη.

686    Η Επιτροπή τονίζει, εξάλλου, ότι η Microsoft δεν αποδίδει καμία σημασία στο ότι οι επίμαχες πληροφορίες είναι αναγκαίες για τη διαλειτουργικότητα κατά την έννοια της οδηγίας 91/250. Από το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης κρίνει ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών ευνοεί την καινοτομία.

687    Τρίτον, η Επιτροπή αναφέρεται σε ορισμένες δηλώσεις που πραγματοποίησε η Microsoft κατά τη διοικητική διαδικασία καθώς και μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της ακροάσεως, η Microsoft επισήμανε, προς απάντηση σε ερώτηση των υπηρεσιών της Επιτροπής, ότι δεν είχε διαπιστώσει ότι η αμερικανική συμφωνία είχε αρνητικές επιπτώσεις στα κίνητρά της για καινοτομία. Ομοίως, κατά τη διάρκεια κοινής συνεντεύξεως Τύπου με τη Sun, κατόπιν της συνάψεως εμπορικής συμφωνίας μεταξύ τους, η Microsoft δήλωσε ότι οι δύο εταιρίες θα εξακολουθούσαν να ασκούν ανταγωνισμό μεταξύ τους και να καινοτομούν και ότι «ο αντίκτυπος της συμφωνίας δεν είναι λιγότερη καινοτομία, αλλά περισσότερη». Κατά την Επιτροπή, το επιχείρημα που η Microsoft συνάγει από το ότι η εν λόγω εμπορική συμφωνία προβλέπει αμοιβαίες δεσμεύσεις δεν ασκεί επιρροή. Επισημαίνει, συναφώς, ότι η πολιτική της Sun ήταν ήδη, όταν συνήψε αυτή τη συμφωνία, να γνωστοποιήσει τα κρίσιμα πρωτόκολλα σε ολόκληρο τον κλάδο.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

688    Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, μολονότι η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως όσον αφορά την ύπαρξη περιστάσεων που στοιχειοθετούν παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, εντούτοις δεν απόκειται στην Επιτροπή αλλά στην κατέχουσα δεσπόζουσα θέση, αν παραστεί ανάγκη και πριν το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, να προβάλει ενδεχόμενη αντικειμενική δικαιολόγηση καθώς και συναφή επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία. Στην Επιτροπή απόκειται, ακολούθως, αν διαπιστώσει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, να αποδείξει ότι τα επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία που προβλήθηκαν από την εν λόγω επιχείρηση δεν μπορούν να υπερισχύσουν και, ως εκ τούτου, ότι η προβληθείσα δικαιολόγηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

689    Εν προκειμένω, όπως διαπιστώθηκε με την αιτιολογική σκέψη 709 της προσβαλλομένης αποφάσεως και όπως ρητώς επιβεβαίωσε η Microsoft με το δικόγραφο της προσφυγής, επικαλέστηκε, προς δικαιολόγηση της συμπεριφοράς της, το ότι η οικεία τεχνολογία καλυπτόταν από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Στο πλαίσιο αυτό, διευκρίνισε ότι, αν υποχρεωνόταν να παράσχει στους τρίτους πρόσβαση στην τεχνολογία αυτή, τούτο «θα εξουδετέρωνε τα μελλοντικά κίνητρα επενδύσεων στη δημιουργία πνευματικής ιδιοκτησίας» (αιτιολογική σκέψη 709 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, επικαλέστηκε επίσης το ότι η εν λόγω τεχνολογία ήταν απόρρητη, είχε μεγάλη αξία και περιείχε σημαντικές καινοτομίες.

690    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι το γεγονός και μόνον –εφόσον αποδειχθεί– ότι τα πρωτόκολλα επικοινωνίας που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση ή οι προδιαγραφές τους καλύπτονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικειμενική δικαιολόγηση κατά την έννοια των προαναφερθεισών στη σκέψη 107 αποφάσεων Magill και IMS Health. Πράγματι, η άποψη της Microsoft είναι ασυμβίβαστη προς τον λόγο υπάρξεως της εξαιρέσεως που η νομολογία αυτή αναγνωρίζει, συναφώς, υπέρ του ελεύθερου ανταγωνισμού, υπό την έννοια ότι, αν η απλή κατοχή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μπορούσε να αποτελέσει, καθαυτή, αντικειμενική δικαιολόγηση της αρνήσεως χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, η εξαίρεση που προβλέπει η νομολογία δεν θα εφαρμοζόταν ποτέ. Με άλλα λόγια, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει δεκτό ότι η άρνηση χορηγήσεως αδείας για δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας συνιστά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, ενώ, με τις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health, το Δικαστήριο έκρινε ακριβώς το αντίθετο.

691    Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, όπως εκτέθηκε με τις σκέψεις 321, 323, 327 και 330, ο κοινοτικός δικαστής κρίνει ότι η δυνατότητα του κατόχου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας να εκμεταλλευτεί το δικαίωμα αυτό αποκλειστικώς προς όφελός του αποτελεί την ουσία καθαυτή του αποκλειστικού δικαιώματός του. Συνεπώς, η απλή άρνηση χορηγήσεως αδείας σε τρίτο, ακόμη και αν προέρχεται από κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση, δεν μπορεί να συνιστά, αφ’ εαυτής, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ. Μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις, όπως αυτές που προβλέπει μέχρι σήμερα η νομολογία, μπορεί η άρνηση αυτή να χαρακτηριστεί καταχρηστική και να επιτραπεί, ως εκ τούτου, προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος διατηρήσεως ουσιαστικού ανταγωνισμού στην αγορά, καταπάτηση του αποκλειστικού δικαιώματος του κατόχου πνευματικής ιδιοκτησίας, μέσω της επιβολής στον εν λόγω κάτοχο υποχρεώσεως χορηγήσεως άδειας στους τρίτους που επιδιώκουν να εισέλθουν στην εν λόγω αγορά ή να διατηρηθούν σε αυτή. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, όπως αποδείχθηκε ήδη, οι εξαιρετικές αυτές περιστάσεις συνέτρεχαν εν προκειμένω.

692    Όσον αφορά το επιχείρημα που προβλήθηκε από τη Microsoft με το υπόμνημα ανταπαντήσεως και αντλείται από το ότι η οικεία τεχνολογία είναι απόρρητη, έχει μεγάλη αξία για τους κατόχους αδείας και περιέχει σημαντικές καινοτομίες, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

693    Συγκεκριμένα, πρώτον, το ότι η οικεία τεχνολογία είναι απόρρητη αποτελεί συνέπεια μονομερούς εμπορικής αποφάσεως της Microsoft. Επιπλέον, η εταιρία αυτή δεν μπορεί να αντλήσει επιχείρημα από τον προβαλλόμενο απόρρητο χαρακτήρα των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών, προκειμένου να υποστηρίξει ότι μπορεί να υποχρεωθεί να τις γνωστοποιήσει μόνον εφόσον συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που καθόρισε το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health, και συγχρόνως να δικαιολογήσει την άρνησή της στηριζόμενη στον ίδιο προβαλλόμενο απόρρητο χαρακτήρα των εν λόγω πληροφοριών. Τέλος, κανένα στοιχείο δεν δικαιολογεί την παροχή αυξημένου βαθμού προστασίας σε μια απόρρητη τεχνολογία έναντι, για παράδειγμα, μιας τεχνολογίας την οποία υποχρεώθηκε ο δημιουργός της να γνωστοποιήσει στο κοινό στο πλαίσιο διαδικασίας χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

694    Δεύτερον, οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, αφ’ ης στιγμής αποδειχθεί, όπως συνέβη εν προκειμένω, ότι είναι απαραίτητες, είναι κατ’ ανάγκη μεγάλης αξίας για τους ανταγωνιστές που επιθυμούν πρόσβαση σε αυτές.

695    Τρίτον, το ότι η οικεία επιχείρηση κατέχει δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι συνυφασμένο με το ότι το αντικείμενο του δικαιώματος αυτού έχει καινοτόμο ή πρωτότυπο χαρακτήρα. Πράγματι, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη ευρεσιτεχνίας ελλείψει εφευρέσεως ή δικαιώματος δημιουργού ελλείψει πρωτότυπου έργου.

696    Εξάλλου, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε στην απόρριψη της δικαιολογήσεως που προέβαλε η Microsoft, ότι δηλαδή η οικεία τεχνολογία καλυπτόταν από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Εξέτασε, επίσης, το επιχείρημά της που αντλείται από το ότι, αν υποχρεωνόταν να παράσχει σε τρίτους πρόσβαση στην εν λόγω τεχνολογία, η ενέργειά της αυτή θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στα κίνητρά της για καινοτομία (αιτιολογικές σκέψεις 709 και 712 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

697    Διαπιστώνεται ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η Microsoft, η οποία φέρει, συναφώς, το αρχικό βάρος αποδείξεως (βλ. σκέψη 688), δεν απέδειξε με επαρκή επιχειρήματα ότι, αν υποχρεωνόταν να γνωστοποιήσει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, η ενέργειά της αυτή θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στα κίνητρά της για καινοτομία.

698    Πράγματι, η Microsoft, περιορίζεται, συναφώς, στην προβολή αόριστων, γενικών και θεωρητικών επιχειρημάτων. Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 709 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Microsoft, με την από 17 Οκτωβρίου 2003 απάντησή της στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων, δήλωσε απλώς ότι «η γνωστοποίηση […] θα εξουδετέρωνε τα μελλοντικά κίνητρα επενδύσεων στη δημιουργία πνευματικής ιδιοκτησίας», χωρίς να διευκρινίζει τις τεχνολογίες ή τα προϊόντα στα οποία αναφερόταν.

699    Σε ορισμένα αποσπάσματα της αναφερθείσας στην προηγούμενη σκέψη απαντήσεως, η Microsoft αναφέρεται στις επιπτώσεις στα κίνητρά της για καινοτομία σε σχέση με τα λειτουργικά συστήματά της εν γένει, ήτοι με τα λειτουργικά συστήματα τόσο για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη όσο και για διακομιστές.

700    Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 713 έως 729 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ορθώς αντέκρουσε τα επιχειρήματα της Microsoft σχετικά με τον φόβο αναπαραγωγής των προϊόντων της. Υπενθυμίζεται, ειδικότερα, ότι το διορθωτικό μέτρο του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν παρέχει και δεν επιδιώκει να παράσχει στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα κλωνοποιήσεως των προϊόντων της (βλ. σκέψεις 198 έως 206, 240 έως 242 και 656 έως 658).

701    Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών που αποτελούν αντικείμενο του εν λόγω διορθωτικού μέτρου θα μειώσει σημαντικά –πόσο δε μάλλον θα εξουδετερώσει– τα κίνητρα καινοτομίας της Microsoft.

702    Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι, όπως ορθώς διαπιστώνει η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 730 έως 734 της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι συνήθης πρακτική των επιχειρηματιών του επίμαχου κλάδου η γνωστοποίηση σε τρίτους των πληροφοριών που προορίζονται για τη διευκόλυνση της διαλειτουργικότητας με τα προϊόντα τους και η Microsoft, καθαυτή, είχε ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο μέχρις ότου κατοχυρώσει επαρκώς τη θέση της στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας. Η πρακτική αυτή παρέχει πράγματι στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να καταστήσουν τα προϊόντα τους πιο ελκυστικά και να αυξήσουν, επομένως, την αξία τους. Κανείς διάδικος όμως δεν υποστήριξε, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι τέτοιου είδους γνωστοποιήσεις είχαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια στα κίνητρα καινοτομίας των εν λόγω επιχειρηματιών.

703    Διαπιστώνεται, επιπλέον, ότι, αν οι γνωστοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της αμερικανικής συμφωνίας και της MCPP όσον αφορά τα πρωτόκολλα διακομιστή προς πελάτη δεν είχαν αρνητικές επιπτώσεις στα κίνητρα καινοτομίας της Microsoft (αιτιολογική σκέψη 728 της προσβαλλομένης αποφάσεως), δεν υφίσταται κανένας προφανής λόγος να γίνει δεκτό ότι οι επιπτώσεις θα έπρεπε να είναι διαφορετικές όσον αφορά τις γνωστοποιήσεις που αφορούσαν τα πρωτόκολλα μεταξύ διακομιστών.

704    Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της Microsoft ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή απέρριψε την αντικειμενική δικαιολογία που είχε προβάλει εφαρμόζοντας νέο κριτήριο εκτιμήσεως, διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της εν λόγω αποφάσεως.

705    Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται, πράγματι, σε μια απλή φράση η οποία περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 783 της προσβαλλομένης αποφάσεως και εντάσσεται στο τμήμα της αποφάσεως αυτής που περιέχει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή κατόπιν της αναλύσεως, με τις αιτιολογικές σκέψεις 560 έως 778, της επίμαχης αρνήσεως.

706    Η φράση αυτή έχει ως εξής:

«Από εμπεριστατωμένη εξέταση του περιεχομένου των επίμαχων γνωστοποιήσεων προκύπτει ότι, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων, η ενδεχόμενη αρνητική επίπτωση της επιβολής υποχρεώσεως παροχής των επίμαχων πληροφοριών στα κίνητρα της Microsoft να καινοτομήσει αντισταθμίζεται από τα θετικά αποτελέσματά της στο επίπεδο καινοτομίας στο σύνολο του κλάδου (περιλαμβανομένης και της Microsoft). […]»

707    Ωστόσο, η φράση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με την αμέσως επόμενη φράση της ίδιας αιτιολογικής σκέψεως, κατά την οποία «[...] η ανάγκη διατηρήσεως των κινήτρων της Microsoft να καινοτομήσει δεν μπορεί να συνιστά αντικειμενική δικαιολογία ικανή να αντισταθμίσει τις ως άνω διαπιστωθείσες εξαιρετικές περιστάσεις».

708    Η εν λόγω φράση πρέπει επίσης να συνδυασθεί με την αιτιολογική σκέψη 712 της προσβαλλομένης αποφάσεως, που προβλέπει τα εξής:

«Όπως διαπιστώθηκε, […] η άρνηση της Microsoft ενείχε τον κίνδυνο εξαλείψεως του ανταγωνισμού στην επίμαχη αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, καθόσον το αντικείμενο της αρνήσεως ήταν απαραίτητο για την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας στην αγορά αυτή και η άρνηση της Microsoft είχε αρνητικές επιπτώσεις στην τεχνολογική ανάπτυξη, σε βάρος των καταναλωτών. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των εξαιρετικών περιστάσεων, το απλό γεγονός ότι η άρνηση της Microsoft συνιστά άρνηση χορηγήσεως αδείας επί της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν αποτελεί αντικειμενική δικαιολόγηση. Συνεπώς, πρέπει να εκτιμηθεί αν τα επιχειρήματα της Microsoft περί των κινήτρων της για καινοτομία υπερισχύουν των εν λόγω εξαιρετικών περιστάσεων.»

709    Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία (βλ. σκέψεις 331 έως 333), η Επιτροπή, αφού απέδειξε ότι οι εξαιρετικές περιστάσεις που προσδιόρισε το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health συνέτρεχαν εν προκειμένω, εξέτασε αν η δικαιολογία που προέβαλε η Microsoft, στηριζόμενη στην προβαλλόμενη ζημία στα κίνητρά της καινοτομίας, μπορούσε να υπερισχύσει των εν λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, περιλαμβανομένου υπόψη ότι η επίμαχη άρνηση περιόριζε την τεχνολογική ανάπτυξη σε βάρος των καταναλωτών, κατά την έννοια του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΕΚ.

710    Επί του ζητήματος αυτού, η Επιτροπή κατέληξε σε αρνητικό συμπέρασμα χωρίς να έχει προηγουμένως σταθμίσει τις ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις της υποχρεώσεως παροχής των επίμαχων πληροφοριών για τα κίνητρα καινοτομίας της Microsoft με τις θετικές συνέπειες της εν λόγω υποχρεώσεως για την καινοτομία στο σύνολο του κλάδου, αλλά αντιθέτως, αφού αντέκρουσε τα επιχειρήματά της όσον αφορά τον φόβο κλωνοποιήσεως των προϊόντων της (αιτιολογικές σκέψεις 713 έως 729 της προσβαλλομένης αποφάσεως), διαπίστωσε ότι η γνωστοποίηση των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών αποτελούσε διαδεδομένη πρακτική της οικείας βιομηχανίας (αιτιολογικές σκέψεις 730 έως 735 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και επισήμανε ότι η δέσμευση που ανέλαβε η IBM έναντι της Επιτροπής το 1984 δεν διέφερε ουσιωδώς από την υποχρέωση που επέβαλε στη Microsoft η προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 736 έως 742 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και ότι η προσέγγισή της ήταν σύμφωνη προς την οδηγία 91/250 (αιτιολογικές σκέψεις 743 έως 763 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

711    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η Microsoft δεν απέδειξε ότι η άρνησή της γνωστοποιήσεως των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα επίμαχων πληροφοριών δικαιολογείται αντικειμενικώς.

712    Δεδομένου, εξάλλου, ότι οι εξαιρετικές περιστάσεις που προσδιόρισε το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες στη σκέψη 107 αποφάσεις Magill και IMS Health, συντρέχουν εν προκειμένω, το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμο.

2.     Επί του δευτέρου σκέλους που αντλείται από το ότι η Sun δεν ζήτησε από τη Microsoft να επωφεληθεί από την τεχνολογία την οποία τη διατάσσει η Επιτροπή να γνωστοποιήσει

 Επιχειρήματα των διαδίκων

713    Πρώτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η Sun δεν της ζήτησε πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες κατά την έννοια της προσβαλλομένης αποφάσεως.

714    Συναφώς, η Microsoft, παραπέμποντας σε ένα απόσπασμα της καταγγελίας της Sun, υποστηρίζει ότι το περιλαμβανόμενο στο έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 αίτημα δεν αφορούσε τις «εξαντλητικώς και επακριβώς καθοριζόμενες προδιαγραφές» των πρωτοκόλλων της επικοινωνίας, αλλά τις λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα εσωτερικά χαρακτηριστικά των λειτουργικών συστημάτων της για διακομιστές.

715    Συνεπώς, κατά τη Microsoft, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998 μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει άρνηση, πράγμα που δεν συμβαίνει, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αρνήθηκε να παράσχει στη Sun την τεχνολογία που, όπως της προσάπτει η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν γνωστοποίησε.

716    Η Microsoft προσθέτει ότι «το εύρος του αιτήματος της Sun ήταν τέτοιο ώστε δεν καθίστατο σαφές […] ότι [η εταιρία αυτή] επιδίωκε να αποκτήσει άδεια [όσον αφορά] τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας».

717    Η Microsoft επισημαίνει εξάλλου ότι, με την καταγγελία της, η Sun δεν κάνει καμία αναφορά σε πρωτόκολλα επικοινωνίας.

718    Τέλος, η Microsoft αναφέρει ότι, με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, η Sun επισήμανε ότι, κατά την άποψή της, «η Microsoft θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει μια εφαρμογή αναφοράς και την πληροφορία που απαιτείται προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι, χωρίς να χρειαστεί προσφυγή σε αντίστροφη μηχανική, τα στοιχεία λογισμικού COM και το σύνολο των τεχνολογιών Active Directory μπορούν να είναι πλήρως συμβατά με το σύστημα Solaris». Υποστηρίζει ότι η πρόσβαση στην εν λόγω «τεχνολογία» παρείχε στη Sun τη δυνατότητα να «μιμηθεί» όλες σχεδόν τις λειτουργίες των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές. Προσθέτει ότι το αίτημα της Sun αφορούσε μια «αναπτυσσόμενη ακόμη τεχνολογία», ενώ το σύστημα Windows 2000 Server και η τεχνολογία Active Directory διατέθηκαν στο εμπόριο μόλις τον Δεκέμβριο του 1999.

719    Δεύτερον, η Microsoft υποστηρίζει ότι, με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, δεν αντέταξε στο αίτημα της Sun μια «απλή άρνηση», αλλά την κάλεσε να εξετάσει μαζί της «τον τρόπο με τον οποίο οι δύο επιχειρήσεις θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη διαλειτουργικότητα των προϊόντων τους προς όφελος των κοινών πελατών τους». Αναφέρει επίσης ότι, με το έγγραφο αυτό, επισήμανε στη Sun πολλούς τρόπους «επιτεύξεως της διαλειτουργικότητας». Παραθέτοντας την αιτιολογική σκέψη 565 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Microsoft προσθέτει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι οικείες τεχνολογίες ήταν τόσο πολύπλοκες ώστε δεν ήταν δυνατό να αναμένεται από τη Sun να γνωρίζει αυτές που χρειαζόταν. Επισημαίνει, συναφώς, ότι η Sun είναι ένας ιδιαιτέρως ειδικευμένος διανομέας λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές και ότι, εν πάση περιπτώσει, όφειλε να διευκρινίσει το αίτημά της.

720    Η Microsoft υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η Sun δεν έδωσε συνέχεια στην πρόσκληση που της απευθύνθηκε, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρία αυτή δεν μετείχε σε συνεδρίαση που είχε οργανωθεί προκειμένου να συζητηθεί το ζήτημα της διαλειτουργικότητας.

721    Τέλος, η Microsoft φρονεί ότι η άποψή της ότι δεν θα είχε σίγουρα αρνηθεί να γνωστοποιήσει τις προδιαγραφές των πρωτοκόλλων της επικοινωνίας, αν η Sun ή «οποιοσδήποτε άλλος» της το είχε ζητήσει δεν είναι αντιφατική προς το αίτημά της περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, υφίσταται σημαντική διαφορά μεταξύ, αφενός, μιας «συμφωνίας αμοιβαίας χορηγήσεως αδειών η οποία αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως με άλλο μεγάλο προμηθευτή λειτουργικών συστημάτων» και, αφετέρου, μιας «γενικευμένης υποχρεώσεως παροχής της τεχνολογίας την οποία κατέχει, σύμφωνα με τις οδηγίες της δημόσιας αρχής».

722    Τρίτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η Sun δεν της ζήτησε άδεια όσον αφορά τα δικαιώματά της πνευματικής ιδιοκτησίας προκειμένου να αναπτύξει λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας εντός του ΕΟΧ. Φρονεί ότι δεν ήταν, ως εκ τούτου, υποχρεωμένη να λάβει υπόψη, με την απάντησή της στο έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, το ιδιαίτερο καθήκον προασπίσεως του ουσιαστικού και μη στρεβλωμένου ανταγωνισμού το οποίο υπέχει από το άρθρο 82 ΕΚ.

723    Στο πλαίσιο αυτό, η Microsoft υπενθυμίζει ότι η Sun είναι αμερικανική εταιρία και ότι το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 εστάλη από την έδρα της εταιρίας αυτής στις ΗΠΑ στην έδρα της Microsoft στις ΗΠΑ, η οποία είναι επίσης αμερικανική εταιρία. Όπως υποστηρίζει, λαμβανομένου υπόψη ότι ουδεμία σχέση υφίστατο με τον ΕΟΧ και ότι στο έγγραφο αυτό δεν αναφερόταν ότι η οικεία τεχνολογία ήταν αναγκαία για την ανάπτυξη και τη διάθεση λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας στο έδαφος του ΕΟΧ, δεν είχε κανένα λόγο να θεωρήσει ότι η Sun σκόπευε να αποκτήσει άδεια για το έδαφος του ΕΟΧ.

724    Η Επιτροπή απορρίπτει όλα τα επιχειρήματα της Microsoft.

725    Πρώτον, υποστηρίζει ότι το αίτημα που διατύπωσε η Sun με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, «καίτοι ευρύτερο από το πεδίο εφαρμογής της [προσβαλλομένης] αποφάσεως», ήταν αρκούντως σαφές ώστε η Microsoft να αντιληφθεί, αφενός, ότι η Sun επιθυμούσε πρόσβαση σε σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και, αφετέρου, ότι ορισμένες από τις πληροφορίες αυτές αφορούσαν χαρακτηριστικά των δικτύων Windows για ομάδα εργασίας (αρχιτεκτονική του τομέα της τεχνολογίας Active Directory) οι οποίες ήταν απαραίτητες για να ασκήσει η Sun βιώσιμο ανταγωνισμό στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.

726    Η Επιτροπή αναφέρει ότι η Microsoft παρουσιάζει κατά τρόπο ανακριβή το αίτημα της Sun, όταν υποστηρίζει ότι αφορούσε στοιχεία πηγαίου κώδικα και όχι πληροφορίες αφορώσες τα συστήματα διασυνδέσεως. Υπενθυμίζει ότι, με το αίτημά της, η Sun επιδίωκε για τα προϊόντα της «διαφάνεια στην επικοινωνία» με το περιβάλλον Windows και ότι, με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, ο κ. Maritz επισήμανε σαφώς ότι, κατά την εκτίμησή του, το αίτημα αυτό αφορούσε σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι, με την καταγγελία της, η Sun τόνισε ότι επιθυμούσε πρόσβαση σε «πληροφορίες σχετικές με τα συστήματα διασυνδέσεως».

727    Η Επιτροπή, παραπέμποντας στις αιτιολογικές σκέψεις 713 έως 722 της προσβαλλομένης αποφάσεως, προσθέτει ότι η πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες δεν θα παράσχει στους ανταγωνιστές της Microsoft τη δυνατότητα να «κλωνοποιήσουν» ή να «μιμηθούν» τις λειτουργίες των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας.

728    Η Επιτροπή φρονεί ότι το γεγονός ότι η Sun δεν χρησιμοποίησε την έκφραση «πρωτόκολλο επικοινωνίας» δεν ασκεί επιρροή, καθόσον ένα αίτημα προσβάσεως στις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διασύνδεση και την αλληλεπίδραση με το λογισμικό Windows και ένα αίτημα προσβάσεως στις προδιαγραφές είναι «ένα και το αυτό».

729    Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι, με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, η Microsoft δεν υποστήριξε ότι το αίτημα της Sun αφορούσε «αναπτυσσόμενη ακόμη τεχνολογία». Eν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, στο μέτρο που η πρώτη εκδοχή Bêta του Windows 2000 Server βρισκόταν ήδη στην αγορά επί ένα έτος όταν η Sun απηύθυνε το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 στη Microsoft.

730    Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Microsoft δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι απέρριψε το αίτημα της Sun.

731    Συναφώς, επισημαίνει, πρώτον, ότι η σχετική άποψη της Microsoft είναι αντιφατική ως προς το αίτημα ακυρώσεως του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

732    Δεύτερον, παραπέμποντας στις αιτιολογικές σκέψεις 194 έως 198 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι η Microsoft της επιβεβαίωσε ρητώς ότι δεν επρόκειτο να εξασφαλίσει πρόσβαση σε ορισμένες σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, όπως εξέθεσε με τις αιτιολογικές σκέψεις 573 έως 577 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η άρνηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο γενικής κατευθυντήριας γραμμής. Ομοίως, κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, η Microsoft επισήμανε ότι η εν λόγω άρνηση εντασσόταν στο πλαίσιο του «οικονομικού προτύπου» της.

733    Τρίτον, η Επιτροπή εκφράζει τις αμφιβολίες της ως προς το αν η Microsoft θα κοινοποιούσε στη Sun τις ζητούμενες πληροφορίες, αν η Sun είχε απαντήσει πιο αποφασιστικά στην προβαλλόμενη πρόταση της Microsoft περί ενάρξεως συζητήσεων όσον αφορά τη διαλειτουργικότητα. Αναφέρεται, συναφώς, σε ορισμένες δηλώσεις της Microsoft που επαναλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 576 και 778 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή προσθέτει ότι είναι μάλλον απίθανο ο κ. Goldberg, ο υπάλληλος της Microsoft στον οποίο έγινε αναφορά με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, να είχε εξουσία λήψεως αποφάσεων επί του ζητήματος αυτού. Όπως επισημαίνει, ο κ. Terranova, υπάλληλος της Sun, συνάντησε τον κ. Goldberg στις 25 Νοεμβρίου 1998, η δε Microsoft δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το γεγονός ότι ο κ. Terranova έπρεπε να ακυρώσει άλλη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1999 εμπόδιζε τη διενέργεια συζητήσεων σχετικών με τη διαλειτουργικότητα. Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ημερήσια διάταξη της τελευταίας αυτής συνεδριάσεως, όπως πρότεινε ο κ. Goldberg, δεν περιείχε οποιαδήποτε αναφορά στις κρίσιμες τεχνολογίες, όπως π.χ. στην Active Directory.

734    Τέταρτον, η Επιτροπή φρονεί ότι, με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, η Sun δεν αναφέρθηκε ρητώς στον ΕΟΧ. Συναφώς, αφενός, επισημαίνει ότι, δεδομένου ότι η επίμαχη γεωγραφική αγορά είναι παγκόσμιας διαστάσεως, ο ΕΟΧ καλυπτόταν κατ’ ανάγκη από το αίτημα που περιέχει το εν λόγω έγγραφο και, αφετέρου, υπενθυμίζει ότι η Sun υπέβαλε καταγγελία στις 10 Δεκεμβρίου 1998 ενώπιον της Επιτροπής.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

735    Με το επιχείρημα που προβάλλει προς στήριξη του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου της ακυρώσεως, η Microsoft επιδιώκει να αποδείξει ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε βασίμως να διαπιστώσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι είχε ενεργήσει κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεώς της όταν αρνήθηκε να γνωστοποιήσει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, καθόσον δεν είναι δυνατόν να της προσαφθεί καμία πραγματική άρνηση. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, η Microsoft επικαλείται, κατ’ ουσίαν, την ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ της ιδίας και της Sun στο τέλος του 1990. Τα επιχειρήματά της έχουν τρία κύρια σκέλη. Πρώτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι το περιλαμβάνεται στο έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 αίτημα της Sun δεν αφορούσε σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, όπως αυτές στις οποίες αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεύτερον, αμφισβητεί, εν πάση περιπτώσει, ότι, με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, έδωσε αρνητική απάντηση στην εν λόγω αίτηση. Τρίτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι, με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, η Sun δεν της ζήτησε τη χορήγηση αδείας αφορώσας δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που διαθέτει εντός του ΕΟΧ.

736    Καθένα από τα σκέλη αυτά πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής αναλύσεως.

 Επί του περιεχομένου του αιτήματος της Sun

737    Καταρχάς, πρέπει να υπενθυμιστεί το ακριβές περιεχόμενο του από 15 Σεπτεμβρίου 1998 εγγράφου, καθώς και η ανάλυση του εγγράφου αυτού που πραγματοποίησε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση.

738    Με το έγγραφο αυτό, η Sun προσδιορίζει τις πληροφορίες που επιθυμεί να της κοινοποιήσει η Microsoft ως εξής:

–        αφενός, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειμένου να ενσωματώσει σε εγγενή μορφή τα «στοιχεία λογισμικού COM» στο σύστημα Solaris·

–        αφετέρου, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να ενσωματώσει σε εγγενή μορφή το σύνολο των τεχνολογιών Active Directory στο σύστημα Solaris.

739    Με το ίδιο αυτό έγγραφο, η Sun διευκρινίζει το περιεχόμενο των ζητούμενων πληροφοριών, καθώς και τον σκοπό που επιδιώκει με το αίτημά της, επισημαίνοντας ότι:

–        οι εφαρμογές που προορίζονται για εκτέλεση στο σύστημα Solaris πρέπει να μπορούν να επικοινωνούν με διαφάνεια μέσω COM και/ή Active Directory με τα λειτουργικά συστήματα Windows και/ή τα λογισμικά που στηρίζονται σε Windows·

–        η Microsoft πρέπει να περιλάβει εφαρμογή αναφοράς και την πληροφορία που απαιτείται προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι, χωρίς να χρειαστεί προσφυγή σε αντίστροφη μηχανική, τα «στοιχεία λογισμικού COM» και το σύνολο των τεχνολογιών Active Directory είναι πλήρως συμβατά στο σύστημα Solaris·

–        οι πληροφορίες πρέπει να καλύπτουν το σύνολο των «στοιχείων λογισμικού COM», καθώς και το σύνολο των τεχνολογιών Active Directory που υφίστανται σήμερα στην αγορά·

–        οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται χωρίς παράλογη καθυστέρηση και τακτικώς για τα «στοιχεία λογισμικού COM» και τις τεχνολογίες Active Directory που θα τεθούν στην αγορά στο μέλλον.

740    Με την αιτιολογική σκέψη 186 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ερμηνεύει το δεύτερο σκέλος του αιτήματος που υπέβαλε η Sun με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 (βλ. σκέψη 738, δεύτερη περίπτωση) υπό την έννοια ότι αφορά την «ικανότητα του συστήματος Solaris να ενεργεί ως ελεγκτής τομέα πλήρως συμβατός στα δίκτυα ομάδας εργασίας Windows 2000 ή ως διακομιστής μέλος (ειδικότερα, ως διακομιστής αρχείων ή εκτυπώσεως) πλήρως συμβατός με την αρχιτεκτονική του τομέα Active Directory (ασφάλεια, υπηρεσία καταλόγου)». Η Επιτροπή προσθέτει ότι το γεγονός ότι το αίτημα αυτό αφορά τόσο τη διαλειτουργικότητα μεταξύ πελάτη και διακομιστή όσο και τη διαλειτουργικότητα μεταξύ διακομιστών συγκλίνει με το γεγονός ότι η «αρχιτεκτονική του τομέα Windows» συνδέει στενά τα δύο αυτά είδη διαλειτουργικότητας. Με άλλα λόγια, κατά την Επιτροπή, «το αίτημα της Sun περιλαμβάνει τις προδιαγραφές των πρωτοκόλλων που χρησιμοποιούν οι διακομιστές ομάδας εργασίας [που λειτουργούν υπό] Windows προκειμένου να παράσχουν στα δίκτυα Windows για ομάδας εργασίας υπηρεσίες κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων [χρηστών]», συμπεριλαμβανομένης «τόσο της άμεσης διασυνδέσεως και αλληλεπιδράσεως μεταξύ διακομιστή ομάδας εργασίας που λειτουργεί με Windows και προσωπικού υπολογιστή πελάτη που λειτουργεί με Windows, όσο και της έμμεσης διασυνδέσεως και αλληλεπιδράσεως μεταξύ των μηχανών αυτών που στηρίζεται στη μεσολάβηση ενός ή πλειόνων άλλων διακομιστών ομάδας εργασίας που λειτουργούν με Windows» (αιτιολογική σκέψη 187 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

741    Με την 188η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξετάζει το πρώτο σκέλος του αιτήματος της Sun (βλ. ανωτέρω σκέψη 738, πρώτη περίπτωση). Υπενθυμίζοντας ότι η τεχνολογία COM/DCOM είναι «σημαντική στα προϊόντα Windows για την παροχή υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών», φρονεί ότι υπάρχει αλληλοεπικάλυψη μεταξύ αυτού του σκέλους του αιτήματος Sun και του δευτέρου σκέλους του ίδιου αιτήματος, που αφορά την τεχνολογία Active Directory. Με την επόμενη αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή διευκρινίζει, ωστόσο, ότι «τα μόνα στοιχεία του αιτήματος της Sun περί της τεχνολογίας COM που είναι κρίσιμα για την εξεταζόμενη [στην προσβαλλόμενη απόφαση] άρνηση είναι εκείνα που καλύπτονται από το αίτημα της Sun περί της συμβατότητας με την τεχνολογία Active Directory». Η διευκρίνιση αυτή πρέπει να συνδεθεί με τη δήλωση στην οποία προέβη η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 566 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία, αφενός, «η μοναδική επίμαχη στην [εν λόγω] απόφαση άρνηση είναι η άρνηση της Microsoft να παράσχει πλήρεις προδιαγραφές για τα πρωτόκολλα που βασίζονται στην αρχιτεκτονική του τομέα Windows, η οποία οργανώνει τον τρόπο με τον οποίο οι διακομιστές ομάδας εργασίας [που λειτουργούν υπό] Windows παρέχουν τις υπηρεσίες ομάδας εργασίας στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη [που λειτουργούν] με Windows», και, αφετέρου, «[το] γεγονός ότι η Microsoft απέρριψε επίσης το αίτημα της Sun για να ευνοήσει την ευελιξία στη μεταφορά πλατφόρμας στοιχείων λογισμικού COM δεν εντάσσεται στην κρίσιμη για την [εν λόγω] απόφαση συμπεριφορά».

742    Η Επιτροπή προσθέτει, με την 190ή αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι από το αίτημα της Sun προκύπτει εμμέσως ότι η εταιρία αυτή επιθυμεί πρόσβαση σε προδιαγραφές προκειμένου να μπορέσει να τις εφαρμόσει στα προϊόντα της.

743    Με τις αιτιολογικές σκέψεις 199 έως 207 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διατυπώνει σειρά εκτιμήσεων για να αποδείξει ότι οι πληροφορίες στις οποίες ζητεί πρόσβαση η Sun με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 σχετίζονται με τη διαλειτουργικότητα. Συναφώς, πρώτον, απορρίπτει τον ισχυρισμό που προέβαλε η Microsoft με την από 17 Οκτωβρίου 2003 απάντησή της στην τρίτη ανακοίνωση αιτιάσεων, ότι δηλαδή η Sun επιδίωκε να δημιουργήσει η Microsoft μια εκδοχή της τεχνολογίας Active Directory δυνάμενη να χρησιμοποιηθεί με σύστημα Solaris. Δεύτερον, η Επιτροπή αντικρούει το επιχείρημα που επίσης προέβαλε η Microsoft κατά τη διοικητική διαδικασία, σύμφωνα με το οποίο το αίτημα της Sun αφορούσε την «εσωτερική δομή των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές» και, συνεπώς, έβαινε πέραν των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών. Επί του τελευταίου αυτού σημείου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, η Sun αναφέρεται ρητώς στην επιθυμία της αποκτήσεως «διαφάνειας στην επικοινωνία» μεταξύ του περιβάλλοντος Solaris και του περιβάλλοντος Windows (αιτιολογική σκέψη 207 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επισημαίνει, επίσης, ότι από το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998 προκύπτει ότι η Microsoft είχε αντιληφθεί πλήρως ότι η Sun επιδίωκε πρόσβαση σε σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες με «ορισμένα χαρακτηριστικά Windows» (αιτιολογική σκέψη 207 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

744    Ακολούθως, υπό το πρίσμα των διαφορετικών αυτών στοιχείων, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι, όπως εξάλλου αναγνωρίζει η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, ναι μεν το περιεχόμενο του περιλαμβανόμενου στο έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 αιτήματος ήταν, από πολλές απόψεις, ευρύτερο από εκείνο της προσβαλλομένης αποφάσεως, πλην όμως η Sun, με το ίδιο αυτό έγγραφο, μετρίασε το περιεχόμενο του αιτήματός της επισημαίνοντας ότι σκοπός της ήταν να καταστεί δυνατή για τα προϊόντα της η «διαφάνεια στην επικοινωνία» (seamlessly communicate) με το περιβάλλον Windows. Υπό την ίδια έννοια, επισημαίνεται ότι, με το εν λόγω έγγραφο, η Sun διευκρίνισε επίσης ότι οι ζητούμενες πληροφορίες έπρεπε να «εξασφαλίζουν ότι, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή σε αντίστροφη μηχανική, τα στοιχεία λογισμικού COM και το σύνολο των τεχνολογιών Active Directory είναι πλήρως συμβατά στο σύστημα Solaris». Με άλλα λόγια, από τη διατύπωση του εγγράφου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 προκύπτει σαφώς ότι η Sun επιθυμούσε πρόσβαση σε πληροφορίες και ότι οι πληροφορίες αυτές έπρεπε να καθιστούν δυνατή τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των προϊόντων της και του περιβάλλοντος Windows.

745    Από τη διατύπωση του εγγράφου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 προκύπτει, επιπλέον, ότι η Sun επιδίωκε να επιτύχει υψηλό επίπεδο διαλειτουργικότητας μεταξύ των προϊόντων της και της αρχιτεκτονικής του τομέα Windows. Συναφώς, τονίζεται ότι, με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, ο κ. Maritz, επισημαίνοντας ότι η Microsoft ουδεμία πρόθεση έχει να «μεταφέρει [“to port”] την τεχνολογία Active Directory στο Solaris» και ότι υφίστανται «διαβαθμίσεις στα επίπεδα […] διαλειτουργικότητας με την τεχνολογία Active Directory», διακρίνει σαφώς μεταξύ, αφενός, του ανώτατου βαθμού διαλειτουργικότητας που μπορεί να επιτευχθεί όταν τα στοιχεία ενός λειτουργικού συστήματος «μεταφέρονται» σε άλλο λειτουργικό σύστημα και, αφετέρου, χαμηλότερα επίπεδα ή «διαβαθμίσεις» στη διαλειτουργικότητα που μπορεί να επιτευχθεί με την προσφυγή στις άλλες μεθόδους που προτείνει με το ίδιο έγγραφο.

746    Δεύτερον, η Microsoft δεν μπορεί βασίμως να αντλήσει επιχείρημα από το ότι, με την καταγγελία της, η Sun δεν χρησιμοποίησε την έκφραση «πρωτόκολλα επικοινωνίας». Όπως επισημαίνει η Επιτροπή με την 49η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως και όπως ορθώς υπενθυμίζει με τα υπομνήματά της, ένα «πρωτόκολλο» αντιπροσωπεύει ένα σύνολο κανόνων διασυνδέσεως και αλληλεπιδράσεως μεταξύ διαφόρων λογισμικών στοιχείων στο εσωτερικό δικτύου (βλ. επίσης ανωτέρω σκέψεις 196 και 197). Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 740, ακριβώς για αυτό το είδος κανόνων ζητούσε πληροφορίες η Sun. Το επιχείρημα της Microsoft δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό λόγω του αμιγώς τυπολατρικού χαρακτήρα του. Συγκεκριμένα, με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, ο κ. Maritz αναφέρεται επανειλημμένως στη διαλειτουργικότητα μεταξύ, αφενός, των προϊόντων της Microsoft και, αφετέρου, εκείνων της Sun ή άλλων κατασκευαστών λογισμικών. Τούτο αποδεικνύει ότι η Microsoft είχε κατανοήσει πλήρως το περιεχόμενο του αιτήματος της Sun, μολονότι, με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, δεν γίνεται επισήμως λόγος για τα «πρωτόκολλα επικοινωνίας».

747    Τρίτον, ο ισχυρισμός της Microsoft ότι η πρόσβαση στη ζητούμενη τεχνολογία παρέσχε στη Sun τη δυνατότητα να «μιμηθεί» όλες σχεδόν τις λειτουργίες των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις, η Sun επιδίωκε πρόσβαση στις πληροφορίες που απαιτούνταν για την επίτευξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των προϊόντων της και της αρχιτεκτονικής του τομέα Windows. Όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις αιτιολογικές σκέψεις 34, 570 και 571 της προσβαλλομένης αποφάσεως και όπως ήδη επισημάνθηκε με τις ανωτέρω σκέψεις 199 έως 206, το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την κοινοποίηση μόνον των προδιαγραφών ορισμένων πρωτοκόλλων, ήτοι χωρίς να γνωστοποιηθούν στοιχεία εφαρμογής. Στο μέτρο που ο ισχυρισμός της Microsoft έγκειται στο ότι, με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, η Sun επισημαίνει ότι η Microsoft θα έπρεπε, μεταξύ άλλων, να της κοινοποιήσει μια «εφαρμογή αναφοράς», διαπιστώνεται ότι, ακόμη και αν, με τη φράση αυτή, η Sun επιδίωκε τη γνωστοποίηση στοιχείων πηγαίου κώδικα της Microsoft, λαμβανομένων υπόψη των μεταβολών που επέφερε στο περιεχόμενο του αιτήματός της (βλ. ανωτέρω σκέψη 744), από τη διαπίστωση αυτή δεν προκύπτει ότι δεν ζήτησε τις προδιαγραφές πρωτοκόλλων που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η επικρινόμενη κατά τη Sun συμπεριφορά περιορίζεται, κατά τα λοιπά, όπως υπενθυμίζει με την αιτιολογική σκέψη 569, στην άρνηση της Microsoft να κοινοποιήσει τις εν λόγω προδιαγραφές.

748    Τέταρτον, η Microsoft δεν μπορεί επίσης να ισχυρισθεί βασίμως ότι το αίτημα που υπέβαλε η Sun με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 αφορούσε μια «αναπτυσσόμενη ακόμη τεχνολογία». Πράγματι, αφενός, ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί καμία επιρροή στο ζήτημα κατά πόσον το αίτημα αυτό αφορούσε σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, όπως οι προβλεπόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αφετέρου, δεν λαμβάνει υπόψη ότι, όπως διαπιστώθηκε με τις αιτιολογικές σκέψεις 398 και 790 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Microsoft είχε ήδη διαθέσει στην αγορά στις 23 Σεπτεμβρίου 1997, ήτοι ένα έτος πριν από την αποστολή του εν λόγω εγγράφου, την πρώτη εκδοχή Bêta του Windows 2000 Server.

749    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Microsoft, το περιλαμβανόμενο στο έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 αίτημα της Sun αφορούσε σαφώς τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες που προβλέπονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αποτελούν αντικείμενο του διορθωτικού μέτρου του άρθρου 5 της εν λόγω αποφάσεως.

 Επί του περιεχομένου του εγγράφου της 6ης Οκτωβρίου 1998

750    Το δεύτερο σκέλος των επιχειρημάτων που προβάλλει η Microsoft προς στήριξη του δευτέρου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου της 6ης Οκτωβρίου 1998, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

751    Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως του εγγράφου αυτού, που εξετάστηκε υπό το πρίσμα του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, της ταυτότητας του συντάκτη του, του εύρους γνώσεων που διέθετε όσον αφορά τις επίμαχες τεχνολογίες και της στάσεως που υιοθέτησε η Microsoft μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή μπορούσε βασίμως να ερμηνεύσει το εν λόγω έγγραφο, στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει άρνηση γνωστοποιήσεως στη Sun των πληροφοριών που είχε ζητήσει.

752    Συναφώς, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, όπως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Microsoft στο πλαίσιο της προβληματικής της αρνήσεως παροχής των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών και της απαγορεύσεως χρήσεώς τους στηρίζεται σαφώς στον επιδιωκόμενο βαθμό διαλειτουργικότητας μεταξύ των προϊόντων της και εκείνων των ανταγωνιστών της. Καθόλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας καθώς και της παρούσας διαδικασίας, η Microsoft υπερασπίσθηκε την άποψη ότι αρκούσε να μπορούν διαφορετικά λειτουργικά συστήματα να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες ή να παρέχουν αμοιβαίες υπηρεσίες ή, με άλλα λόγια, να μπορούν να «λειτουργούν άρτια» από κοινού. Κατά τη Microsoft, οι πληροφορίες και οι μέθοδοι που διατίθενται ήδη στην αγορά καθιστούν δυνατή την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού, οπότε δεν υποχρεούται να γνωστοποιήσει επιπλέον πληροφορίες και, ειδικότερα, εκείνες που εντάσσονται στο «μπλε σφαιρίδιο». Η Microsoft υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή απαιτεί βαθμό διαλειτουργικότητας ο οποίος υπερβαίνει σαφώς τον προβλεπόμενο από την οδηγία 91/250 και δεν αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις οργανώνουν, στην πράξη, τα δίκτυά τους πληροφορικής. Η Επιτροπή εννοεί, συγκεκριμένα, ότι τα ανταγωνιστικά της Microsoft λειτουργικά συστήματα λειτουργούν από κάθε άποψη όπως τα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές, γεγονός που την υποχρεώνει να κοινοποιεί στους ανταγωνιστές της πολύ περισσότερες πληροφορίες από εκείνες που αφορούν τα συστήματα διασυνδέσεως των προϊόντων της και θίγει τα δικαιώματά της πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και τα κίνητρά της καινοτομίας.

753    Όπως επισημάνθηκε με τις σκέψεις 207 έως 245, ο τρόπος με τον οποίο η Microsoft ερμηνεύει τον βαθμό διαλειτουργικότητας που απαιτεί η Επιτροπή και, ως εκ τούτου, το περιεχόμενο των πληροφοριών που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένος.

754    Τα στοιχεία αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή ερμήνευσε το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998 καθώς και τα σχετικά επιχειρήματα της Microsoft.

755    Όπως αποδείχθηκε με την ανωτέρω σκέψη 746, η Microsoft είχε κατανοήσει πλήρως το περιεχόμενο του αιτήματος που υπέβαλε η Sun με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 και είχε, μεταξύ άλλων, αντιληφθεί ότι η εταιρία αυτή σκόπευε να αποκτήσει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνταν για να καταστεί δυνατή για τα προϊόντα της η «διαφάνεια στην επικοινωνία» με το περιβάλλον Windows ή, με άλλα λόγια, για να αποδειχθεί η ύπαρξη υψηλού βαθμού διαλειτουργικότητας μεταξύ των προϊόντων της και του εν λόγω περιβάλλοντος.

756    Επιπλέον, το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 απευθύνθηκε προφανώς στη Microsoft με σκοπό την πρόσβαση σε πληροφορίες που δεν είχαν δημοσιοποιηθεί ή καταστεί διαθέσιμες μέσω της χορηγήσεως αδειών υφιστάμενων στην αγορά.

757    Το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998 περιλαμβάνει, πάντως, τα ακόλουθα έξι στοιχεία απαντήσεως:

–        πρώτον, ο κ. Maritz ευχαριστεί τον κ. Green για το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 και του επισημαίνει ότι η Microsoft είχε πάντα την επιθυμία να βοηθήσει τους ανταγωνιστές της να «δημιουργήσουν τα καλύτερα δυνατά προϊόντα και τον μεγαλύτερο βαθμό διαλειτουργικότητας για την πλατφόρμα [της]»·

–        δεύτερον, εφιστά την προσοχή του κ. Green στο γεγονός ότι πληροφορίες περί των υπηρεσιών και των συστημάτων διασυνδέσεως της «πλατφόρμας Windows» είναι ήδη διαθέσιμες μέσω του προϊόντος «MSDN»·

–        τρίτον, καλεί τη Sun να μετάσχει σε συνεδρίαση που οργάνωσε η Microsoft στο Denver κατά την περίοδο 11-15 Οκτωβρίου 1998·

–        τέταρτον, αναφέρεται στην ύπαρξη εφαρμογής αναφοράς COM στο Solaris, διευκρινίζοντας ότι ο πηγαίος κώδικας COM μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αδείας, ιδίως από τη Software AG·

–        πέμπτον, δηλώνει ότι η Microsoft δεν έχει πρόθεση να «μεταφέρει» την τεχνολογία Active Directory στο σύστημα Solaris, αναφέροντας συγχρόνως ότι υφίστανται μέθοδοι διαλειτουργίας, με διαβαθμίσεις, με την τεχνολογία Active Directory, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η προσφυγή στο βασικό πρωτόκολλο LDAP·

–        έκτον, καλεί τη Sun να απευθυνθεί, στην περίπτωση κατά την οποία έχει ανάγκη από «πρόσθετη συνδρομή», στους «Account Managers» της ομάδας «Developer Relations» της Microsoft, καθήκον των οποίων είναι να «βοηθήσουν τους κατασκευαστές που έχουν ανάγκη συνδρομής για τις πλατφόρμες της Microsoft», ορίζοντας τον κ. Goldberg ως υπεύθυνο προς τούτο.

758    Διαπιστώνεται, πρώτον, ότι, με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, ο κ. Maritz δεν απαντά στα συγκεκριμένα αιτήματα που διατυπώνει η Sun με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, αλλά, αντιθέτως, την παραπέμπει απλώς σε πηγές πληροφορήσεως και σε μεθόδους ήδη δημοσιοποιηθείσες ή διαθέσιμες μέσω της χορηγήσεως αδειών. Δεδομένου ότι ο κ. Maritz αντιλήφθηκε σαφώς τη σπουδαιότητα των συγκεκριμένων αιτημάτων του κ. Green, η παραπομπή αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί με άλλο τρόπο, παρά ως άρνηση κοινοποιήσεως των ζητούμενων πληροφοριών.

759    Το γεγονός ότι, με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, ο κ. Maritz επισημαίνει ότι η Microsoft δεν είχε πρόθεση να «μεταφέρει» την τεχνολογία Active Directory στο σύστημα Solaris επιβεβαιώνει τη βασιμότητα της ερμηνείας αυτής, στο μέτρο που αποδεικνύει ότι ο κ. Maritz είχε πλήρη συνείδηση του ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft, μεταξύ των οποίων η Sun, μπορούσαν να προσβλέπουν σε αυξημένο βαθμό διαλειτουργικότητας έναντι εκείνου που μπορούσε να επιτευχθεί με την προσφυγή στις αναφερθείσες στο ίδιο έγγραφο μεθόδους (βλ. ανωτέρω σκέψη 745).

760    Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη περισσότερο όσον αφορά, καταρχάς, τo προϊόν MSDN, δεδομένου ότι η Microsoft δεν αμφισβητεί, με το υπό εξέταση σκέλος του λόγου ακυρώσεως, την ανάλυση που πραγματοποίησε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία ο μηχανισμός αυτός δεν παρέχει στους ανταγωνιστές της τη δυνατότητα να επιτύχουν επαρκή βαθμό διαλειτουργικότητας με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (αιτιολογική σκέψη 563 της προσβαλλομένης αποφάσεως που παραπέμπει στην ενότητα 4.1.3. και ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 209 και 210).

761    Όσον αφορά, ακολούθως, τη δυνατότητα της Sun να προσφύγει σε εφαρμογή αναφοράς COM διαθέσιμη χωρίς περιορισμούς, στην οποία αναφέρθηκε επίσης η Microsoft με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, η Microsoft δεν υποστήριξε, στο πλαίσιο του υπό εξέταση σκέλους του λόγου ακυρώσεως, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το προϊόν αυτό δεν αποτελούσε επαρκή λύση (αιτιολογική σκέψη 563 της προσβαλλομένης αποφάσεως που παραπέμπει στην ενότητα 4.1.3. και ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 218 έως 230· βλ., επίσης, αιτιολογικές σκέψεις 288 έως 291).

762    Όσον αφορά, τέλος, τη δυνατότητα της Sun να προσφύγει στο πρωτόκολλο LDAP, για το οποίο γίνεται επίσης ρητή αναφορά στο έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, η Microsoft δεν υποστήριξε, στο πλαίσιο του υπό εξέταση σκέλους του λόγου ακυρώσεως, ούτε απέδειξε, στο πλαίσιο του προηγούμενου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας, ιδίως με τις αιτιολογικές σκέψεις 194 και 195 και 243 έως 250 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το πρωτόκολλο αυτό δεν αρκούσε για να επιτευχθεί βαθμός διαλειτουργικότητας συμβατός με την τεχνολογία Active Directory.

763    Δεύτερον, το ότι ο κ. Maritz πρότεινε, με το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998, τη συμπληρωματική συνδρομή του κ. Goldberg δεν ενισχύει τον ισχυρισμό της Microsoft ότι το έγγραφο αυτό δεν περιέχει καμία άρνηση. Πράγματι, η συμπληρωματική συνδρομή για την οποία γίνεται λόγος στο τελευταίο εδάφιο του εγγράφου αυτού αφορά μόνον τις αναφερόμενες στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο του ίδιου εγγράφου πληροφορίες και μεθόδους. Κατ’ ουσίαν, η Microsoft, με την ενέργεια αυτή, προτείνει στη Sun συνδρομή ανάλογη εκείνης που προσφέρουν οι «Account Managers» της ομάδας «Developer Relations» σε κάθε κατασκευαστή που χρειάζεται βοήθεια για τις «πλατφόρμες της Microsoft».

764    Η Microsoft δεν μπορεί επίσης να υποστηρίξει βασίμως ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που συνέταξε συνοψίζοντας την ανταλλαγή εγγράφων της με τη Sun, η τελευταία αυτή εταιρία δεν επρόκειτο να δεχθεί τις προτάσεις του κ. Goldberg. Πράγματι, διαπιστώνεται ότι σε κανένα σημείο των εν λόγω πρακτικών, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 193 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν γίνεται λόγος για επίσημη πρόταση της Microsoft να παράσχει στη Sun τις πληροφορίες που ζήτησε, οι οποίες βαίνουν πέραν των διαθέσιμων στο κοινό πληροφοριών.

765    Πρέπει να προστεθεί, τρίτον, ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή μπορούσε βασίμως να ερμηνεύσει το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998 υπό την έννοια ότι περιέχει άρνηση προσβάσεως στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες που ζήτησε η Sun, δεδομένου ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, η Microsoft αναγνώρισε ρητώς ότι δεν είχε γνωστοποιήσει ορισμένες από τις πληροφορίες αυτές και ότι εξακολουθούσε να αρνείται να τις γνωστοποιήσει (βλ., επί του σημείου αυτού, αιτιολογικές σκέψεις 194 έως 198 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Μολονότι η Microsoft αμφισβήτησε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μία από τις παραπομπές που περιλαμβάνει η 195η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αρνήθηκε ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, επισήμανε ότι η αναπαραγωγή μεταξύ των διαφόρων αντιγράφων της τεχνολογίας Active Directory αποτελούσε «προτεραιότητα».

766    Το επιχείρημα της Microsoft ότι το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998 δεν αποτελεί άρνηση πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμο.

767    Κατά τα λοιπά, το έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1998 πρέπει να αναλυθεί στο γενικότερο πλαίσιο που περιγράφει η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή, χωρίς να στηρίζεται μόνο στο εν λόγω έγγραφο, έκρινε, όπως προκύπτει ειδικότερα από τις αιτιολογικές σκέψεις 194 έως 198 και 573 έως 577, ότι η συμπεριφορά της Microsoft εντασσόταν στο πλαίσιο γενικής κατευθυντήριας γραμμής της.

768    Με την αιτιολογική σκέψη 573 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 194 της ίδιας αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε, ειδικότερα, ότι πολλοί ανταγωνιστές της Microsoft επιβεβαίωσαν ότι δεν έλαβαν επαρκείς πληροφορίες όσον αφορά τη διαλειτουργικότητα και ορισμένοι από αυτούς ανέφεραν επίσης ότι η Microsoft αρνήθηκε να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες ή δεν απάντησε στα αιτήματά τους.

769    Επιπλέον, με την αιτιολογική σκέψη 576 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επανέλαβε αποσπάσματα μαρτυρικής καταθέσεως, ενώπιον των αμερικανικών δικαστηρίων, ενός υπευθύνου χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως για τον πηγαίο κώδικα Windows, από την οποία προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι η Microsoft ελέγχει περιοριστικώς τις συμφωνίες χορηγήσεως αδείας που αφορούν τεχνολογίες αναγκαίες για τη διαλειτουργικότητα με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows.

770    Η Microsoft δεν αμφισβήτησε τα συγκεκριμένα αυτά στοιχεία ενώπιον του Πρωτοδικείου.

771    Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, με τη σκέψη 778 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή, προς αντίκρουση των ισχυρισμών της Microsoft ότι δεν υφίσταται η εν λόγω άρνηση και ότι δεν είχε κανένα λόγο να αποκλείσει ανταγωνιστές ασκώντας πρακτική μοχλεύσεως (leveraging), παρέθεσε απόσπασμα ομιλίας που πραγματοποίησε ο κ. Gates, ο πρόεδρος της Microsoft, τον Φεβρουάριο του 1997 ενώπιον των προσώπων που αποτελούν το ισχυρό σώμα των πωλήσεων της Microsoft. Το απόσπασμα αυτό επιβεβαιώνει την ύπαρξη γενικής κατευθυντήριας γραμμής σκοπούσας στον περιορισμό της κοινοποιήσεως σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών, στο μέτρο που περιλαμβάνει την ακόλουθη δήλωση:

«Προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε τις γνώσεις μας στον τομέα των διακομιστών για να δημιουργήσουμε νέα πρωτόκολλα και να αποκλείσουμε, ειδικότερα, τη Sun και την Oracle […] Δεν γνωρίζω αν θα το επιτύχουμε, αλλά, εν πάση περιπτώσει, αυτό επιδιώκουμε.»

 Επί της γεωγραφικής εκτάσεως του περιλαμβανόμενου στο έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 αιτήματος

772    Το τρίτο σκέλος των επιχειρημάτων που προβάλλει η Microsoft προς στήριξη του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου της ακυρώσεως στηρίζεται στο ότι η Sun, με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, δεν της ζήτησε ρητώς άδεια εκμεταλλεύσεως όσον αφορά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των οποίων απολαύει εντός του ΕΟΧ, προκειμένου να αναπτύξει τα λειτουργικά συστήματά της για διακομιστές ομάδας εργασίας εντός του ΕΟΧ. Η Microsoft συνάγει το συμπέρασμα ότι, όταν απάντησε στη Sun, δεν όφειλε να λάβει υπόψη την ιδιαίτερη ευθύνη της να προασπίσει τον ουσιαστικό και μη στρεβλωμένο ανταγωνισμό.

773    Τα επιχειρήματα αυτά είναι αμιγώς τυπολατρικά και πρέπει να απορριφθούν.

774    Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, βεβαίως, με το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, η Sun δεν ζήτησε ρητώς από τη Microsoft άδεια εκμεταλλεύσεως όσον αφορά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των οποίων απολαύει εντός του ΕΟΧ. Ωστόσο, η Sun δεν όφειλε να εκτιμήσει, στο πλαίσιο του αιτήματός της, αν οι πληροφορίες στις οποίες ζήτησε πρόσβαση προστατεύονταν από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και αν η χρήση των πληροφοριών αυτών απαιτούσε τη χορήγηση αδείας εκ μέρους της Microsoft. Επιπλέον, είναι προφανές ότι η Sun επιθυμούσε να της κοινοποιήσει η Microsoft τις επίμαχες πληροφορίες, προκειμένου να μπορέσει να τις εφαρμόσει στα δικά της λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας. Εξάλλου, δεδομένου ότι η επίμαχη γεωγραφική αγορά για τα τελευταία αυτά συστήματα είναι παγκόσμιας διαστάσεως (βλ., επί του σημείου αυτού, την αιτιολογική σκέψη 427 της προσβαλλομένης αποφάσεως), το έδαφος του ΕΟΧ καλυπτόταν αναγκαστικά από το αορίστως διατυπωμένο αίτημα της Sun. Τέλος, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή με τα υπομνήματά της, δεδομένου ότι η Sun υπέβαλε καταγγελία ενώπιόν της λίγες εβδομάδες αργότερα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού 17, η Microsoft δεν μπορούσε πλέον, εν πάση περιπτώσει, να μην λάβει υπόψη ότι ο ΕΟΧ ενέπιπτε επίσης στο πεδίο εφαρμογής.

775    Συνεπώς, ορθώς η Επιτροπή έκρινε, με την αιτιολογική σκέψη 787 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Microsoft, με την απάντησή της στο έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την ιδιαίτερη ευθύνη της προστασίας του ουσιαστικού και μη στρεβλωμένου ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Επίσης, ορθώς η Επιτροπή επισήμανε, με την ίδια αιτιολογική σκέψη, ότι η ιδιαίτερη αυτή ευθύνη απέρρεε από το «οιονεί μονοπώλιο» που κατείχε η Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη. Πράγματι, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνει η ανωτέρω σκέψη 740, η επίμαχη άρνηση αφορούσε «τις προδιαγραφές των συστημάτων διασυνδέσεως στις οποίες στηρίζεται η επικοινωνία μέσω δικτύου διακομιστών ομάδας εργασίας [που λειτουργούν με Windows] και προσωπικών υπολογιστών πελάτη [που λειτουργούν υπό] Windows και οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να σχετισθούν με ένα από τα δύο επίμαχα [είδη προϊόντων] (ήτοι με τους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη ή τους διακομιστές ομάδας εργασίας), αλλά αποτελούν μάλλον κανόνα συμβατότητας των δύο αυτών [ειδών] προϊόντων» (αιτιολογική σκέψη 787 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

776    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Microsoft στο πλαίσιο της προβληματικής της αρνήσεως παροχής των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών και της απαγορεύσεως της χρήσεώς τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

3.     Επί του τρίτου σκέλους που αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν λαμβάνει ορθώς υπόψη τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι Κοινότητες από τη συμφωνία ΔΠΙΤΕ

 Επιχειρήματα των διαδίκων

777    Η Microsoft υποστηρίζει ότι η υποχρέωσή της χορηγήσεως στους ανταγωνιστές της αδειών όσον αφορά τις προδιαγραφές των πρωτοκόλλων της επικοινωνίας, την οποία της επιβάλει η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστά παράβαση του άρθρου 13 της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ. Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, δεν πληρούνται σωρευτικώς οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή.

778    Συναφώς, πρώτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η υποχρέωση αυτή βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη της διαλειτουργικότητας μέτρου και, κατά συνέπεια, δεν πληροί την προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο «περιορισμών» ή «εξαιρέσεων», παρά μόνο σε «ειδικές περιπτώσεις». Επιβάλλοντας την υποχρέωση αυτή, η Επιτροπή επιδίωκε, συγκεκριμένα, να παράσχει στους άλλους προμηθευτές λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές τη δυνατότητα να δημιουργήσουν προϊόντα τα οποία «μιμούνται» τις λειτουργίες των λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές. Η Microsoft βάλλει επίσης κατά της υποχρεώσεως που της επιβάλλεται να θέτει τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας στη διάθεση των ανταγωνιστών, ανεξαρτήτως αν αυτά επηρεάστηκαν από την προβαλλόμενη ως αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά της.

779    Δεύτερον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η υποχρέωσή της να χορηγεί άδειες αντίκειται άμεσα στη «συνήθη εκμετάλλευση» των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας. Αναφέρει, επί του σημείου αυτού, ότι, συνήθως, οι κατασκευαστές εμπορικών λογισμικών όπως η ίδια δεν χορηγούν σε τρίτους άδειες εκμεταλλεύσεως όσον αφορά τις καινοτόμες τεχνολογίες τους, αλλά εκμεταλλεύονται τα δικαιώματά τους πνευματικής ιδιοκτησίας αναπτύσσοντας και διαθέτοντας στο εμπόριο προϊόντα που εφαρμόζουν τις εν λόγω τεχνολογίες. Αναφέρει επίσης ότι η υποχρέωση αυτή θα έχει αρνητικές συνέπειες στις πωλήσεις της, καθόσον οι ανταγωνιστές της θα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας προκειμένου να δημιουργήσουν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές δυνάμενα να διαλειτουργούν με τα προϊόντα της.

780    Τρίτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η υποχρέωση που της επιβάλλεται προκαλεί «αδικαιολόγητη ζημία στα νόμιμα συμφέροντά [της]», στο μέτρο που είναι δυσανάλογη προς τον δηλωθέντα σκοπό της Επιτροπής, ήτοι την εξάλειψη των συνεπειών μιας αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς. Το νέο κριτήριο σταθμίσεως που εφαρμόζει η Επιτροπή νομιμοποιεί δηλαδή την υποχρεωτική χορήγηση αδειών κάθε φορά που ανταγωνιστές μιας κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως επωφελούνται από την πρόσβαση στην πνευματική ιδιοκτησία της, χωρίς να έχει σημασία αν το μέτρο αυτό είναι αναγκαίο για να θεραπεύσει μια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά.

781    Τέλος, η Microsoft επισημαίνει ότι είναι δυνατόν η συμφωνία ΔΠΙΤΕ να μην έχει άμεση εφαρμογή στο κοινοτικό δίκαιο. Αναφέρει, πάντως, την αρχή που έχει θέσει το Δικαστήριο, κατά την οποία το κοινοτικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 82 ΕΚ, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των διεθνών συμφωνιών που έχουν συναφθεί με την Κοινότητα, όπως είναι η εν λόγω συμφωνία (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1996, σ. I-3989, σκέψη 52).

782    Η ACT φρονεί, καταρχάς, ότι η ερμηνευτική αρχή στην οποία αναφέρεται η προηγούμενη σκέψη πρέπει να εφαρμόζεται στις διατάξεις τόσο του παράγωγου, όσο και του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου.

783    Ακολούθως, η ACT υποστηρίζει ότι η ερμηνεία που η Επιτροπή δίδει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο 82 ΕΚ δεν συνάδει προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας που απορρέουν από τη συμφωνία ΔΠΙΤΕ από τρεις απόψεις.

784    Πρώτον, το διορθωτικό μέτρο του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 13 της εν λόγω συμφωνίας.

785    Δεύτερον, το εν λόγω διορθωτικό μέτρο, στο μέτρο που συνεπάγεται την υποχρεωτική χορήγηση αδειών για ευρεσιτεχνίες της Microsoft, συνιστά παράβαση του άρθρου 13 της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ.

786    Ειδικότερα, η ACT υπενθυμίζει ότι το άρθρο αυτό προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η νομοθεσία ενός μέλους επιτρέπει άλλες χρήσεις [πλην εκείνων που επιτρέπονται βάσει του άρθρου 30] του αντικειμένου της ευρεσιτεχνίας χωρίς την άδεια του κατέχοντος το δικαίωμα, περιλαμβανομένης της χρήσεως από τις δημόσιες αρχές ή από τρίτους, πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθες διατάξεις:

α) η χρήση αυτή θα επιτραπεί αφού εξεταστούν οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε περιπτώσεως.»

787    Η ACT υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή συνεπάγεται ότι οι άδειες μπορούν να χορηγηθούν μόνον ανά περίπτωση. Το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει την υποχρεωτική χορήγηση αδειών «που περιλαμβάνουν τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγήθηκαν, εκείνα που αποτελούν αντικείμενο υπό κρίση αιτήσεως και όλα εκείνα για τα οποία θα υποβληθεί αίτηση ή τα οποία θα χορηγηθούν στο μέλλον». Η απόφαση αυτή συνεπάγεται την υποχρεωτική χορήγηση αδειών για «κατηγορίες εφευρέσεων».

788    Τρίτον, κατά την ACT, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 39 της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ (του μοναδικού άρθρου που περιλαμβάνεται στην ενότητα 7 της συμφωνίας αυτής), το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που υποχρεώνει τη Microsoft να γνωστοποιήσει στους ανταγωνιστές της επιχειρηματικά απόρρητα, δεν συνεπάγεται μόνον απώλεια του δικαιώματος ελέγχου της χρήσεως των εν λόγω επιχειρηματικών απορρήτων, αλλά και «πλήρη εξουδετέρωσή τους».

789    Η Επιτροπή υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι, κατά πάγια νομολογία, «λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και της οικονομίας τους, οι [συμφωνίες ΠΟΕ] δεν περιλαμβάνονται καταρχήν στους κανόνες με γνώμονα τους οποίους το Δικαστήριο ελέγχει τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων» (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1999, C-149/96, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. I-8395, σκέψη 47). Προσθέτει ότι, με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C-300/98 και C-392/98, Dior κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-11307, σκέψη 44), το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι διατάξεις [της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ], η οποία αποτελεί παράρτημα της [συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ], δεν μπορούν να δημιουργήσουν για τους ιδιώτες δικαιώματα που αυτοί θα μπορούν βάσει του κοινοτικού δικαίου να επικαλεστούν ευθέως ενώπιον των δικαστηρίων». Υποστηρίζει, επίσης, ότι η προαναφερθείσα στη σκέψη 781 απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, στο μέτρο που δεν αφορά την ερμηνεία διατάξεως της Συνθήκης ΕΚ, αλλά διατάξεως παράγωγου κοινοτικού δικαίου. Εν πάση περιπτώσει, η άποψη που κυρίως προβάλλει η Microsoft είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη διότι παραβιάζει τη συμφωνία ΔΠΙΤΕ.

790    Ακολούθως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα της Microsoft στηρίζεται στην εσφαλμένη αρχή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την υποχρεώνει να χορηγήσει στους ανταγωνιστές της άδειες αφορώσες τις προστατευόμενες από το δικαίωμα του δημιουργού προδιαγραφές των πρωτοκόλλων επικοινωνίας των οποίων είναι κάτοχος. Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι το ζήτημα των δικαιωμάτων του δημιουργού είναι, επιπλέον, «αμιγώς επικουρικό» εν προκειμένω και προσθέτει ότι, δεδομένου ότι το «δικαίωμα γνωστοποιήσεως» το οποίο επικαλείται η Microsoft είναι «ηθικό δικαίωμα», δεν καλύπτεται από τη συμφωνία ΔΠΙΤΕ.

791    Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της Microsoft ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ δεν πληρούνται εν προκειμένω στηρίζεται σε «εσφαλμένες υποθέσεις». Συναφώς, επισημαίνει ότι η προβαλλόμενη υποχρεωτική χορήγηση αδειών που επιβάλλει η προσβαλλόμενη απόφαση δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη της διαλειτουργικότητας μέτρου και επαναλαμβάνει ότι δεν εφάρμοσε, εν προκειμένω, νέο κριτήριο σταθμίσεως.

792    Όσον αφορά τα επιχειρήματα της ACT, η Επιτροπή φρονεί ότι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα στο μέτρο που στηρίζονται στα άρθρα 31 και 39 της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, καθόσον δεν προβλήθηκαν από τη Microsoft. Eν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα της ενώσεως αυτής δεν ευσταθούν στο σύνολό τους.

793    Η SIIA συμφωνεί με τα επιχειρήματα της Επιτροπής.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

794    Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του υπό κρίση και μοναδικού λόγου ακυρώσεως, η Microsoft προσάπτει στην Επιτροπή ότι ερμήνευσε το άρθρο 82 ΕΚ κατά τρόπο μη σύμφωνο προς το άρθρο 13 της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ. Υποστηρίζει ότι, αν η Επιτροπή είχε λάβει ορθώς υπόψη την τελευταία αυτή διάταξη, δεν μπορούσε να κρίνει, με το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επίμαχη άρνηση αποτελούσε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως ούτε να επιβάλει το διορθωτικό μέτρο των άρθρων 4, 5 και 6 της ίδιας αποφάσεως, στο μέτρο που το μέτρο αυτό αφορούσε τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες.

795    Η Microsoft στηρίζει τα επιχειρήματά της στη σκέψη 52 της προαναφερθείσας στη σκέψη 781 αποφάσεως Επιτροπή κατά Γερμανίας, με την οποία το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το κοινοτικό δίκαιο, περιλαμβανομένου του άρθρου 82 ΕΚ, έπρεπε να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των δεσμευτικών διεθνών συμφωνιών, όπως η συμφωνία ΔΠΙΤΕ. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Microsoft ενέμεινε στον ισχυρισμό ότι ουδέποτε υποστήριξε οι διατάξεις της τελευταίας αυτής συμφωνίας είχαν άμεσο αποτέλεσμα.

796    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η Microsoft δεν μπορεί βασίμως να επικαλεστεί την προαναφερθείσα στη σκέψη 781 απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας.

797    Η σκέψη 52 της αποφάσεως αυτής αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«[Η] υπεροχή των συναπτομένων από την Κοινότητα διεθνών συμφωνιών έναντι των διατάξεων του παράγωγου κοινοτικού δικαίου επιτάσσει να ερμηνεύονται οι διατάξεις αυτές, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο [συμβατό] προς τις εν λόγω συμφωνίες.»

798    Διαπιστώνεται ότι η τεθείσα από το Δικαστήριο αρχή περί συμβατής ερμηνείας έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη διεθνής συμφωνία υπερίσχυσε της οικείας κοινοτικής διατάξεως. Δεδομένου ότι μια διεθνής συμφωνία όπως η συμφωνία ΔΠΙΤΕ δεν υπερίσχυσε του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, η αρχή αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, στις οποίες η φερόμενη προς ερμηνεία διάταξη είναι το άρθρο 82 ΕΚ.

799    Επιπλέον, εν προκειμένω, αντιθέτως προς την περίπτωση που αφορά η σκέψη 52 της προαναφερθείσας στη σκέψη 781 αποφάσεως Επιτροπή κατά Γερμανίας, η Επιτροπή δεν όφειλε, στην πραγματικότητα, να επιλέξει μεταξύ πλειόνων δυνατών ερμηνειών μιας κοινοτικής διατάξεως. Στην υπό κρίση υπόθεση, πράγματι, η Επιτροπή κλήθηκε να εφαρμόσει το άρθρο 82 ΕΚ στη συγκεκριμένη πραγματική και νομική κατάσταση και πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αν δεν αποδειχθεί το αντίθετο, τα συμπεράσματα που συνήγαγε επί του σημείου αυτού είναι τα μοναδικά που μπορούσε βασίμως να προβάλει επί του ζητήματος.

800    Εξάλλου, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, υπό την αιγίδα της αρχής περί συμβατής ερμηνείας, η Microsoft, στην πραγματικότητα, αμφισβητεί τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως υποστηρίζοντας ότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 13 της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ.

801    Κατά πάγια νομολογία, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως και της οικονομίας τους, οι συμφωνίες ΠΟΕ δεν συγκαταλέγονται καταρχήν στους κανόνες από πλευράς των οποίων ο κοινοτικός δικαστής ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (αποφάσεις του Δικαστηρίου Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα στη σκέψη 789, σκέψη 47, της 12ης Μαρτίου 2002, C-27/00 και C-122/00, Omega Air κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-2569, σκέψη 93, της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-76/00 P, Petrotub και Republica κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I-79, σκέψη 53, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-93/02 P, Biret International κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I-10497, σκέψη 52).

802    Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η Κοινότητα προτίθεται να εκτελέσει ιδιαίτερη υποχρέωση που υπέχει στο πλαίσιο του ΠΟΕ ή στην περίπτωση κατά την οποία η κοινοτική πράξη παραπέμπει ρητώς σε συγκεκριμένες διατάξεις των συμφωνιών ΠΟΕ απόκειται στον κοινοτικό δικαστή να ελέγξει τη νομιμότητα της επίμαχης κοινοτικής πράξεως από πλευράς των κανόνων του ΠΟΕ (αποφάσεις Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα στη σκέψη 789, σκέψη 49, και Biret International κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα στη σκέψη 801, σκέψη 53).

803    Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δεν ανταποκρίνονται προφανώς σε καμία από τις δύο περιπτώσεις που προβλέπει η προηγούμενη σκέψη, η Microsoft δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 13 της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ προς στήριξη του αιτήματός της ακυρώσεως των άρθρων 2, 4, 5 και 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, παρέλκει η εξέταση των επιχειρημάτων που η Microsoft, υποστηριζόμενη από την ACT, προβάλλει προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου 13 δεν πληρούνται εν προκειμένω.

804    Το επιχείρημα της ACT ότι το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ασυμβίβαστο με τα άρθρα 31 και 39 της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ (βλ. ανωτέρω σκέψεις 785 έως 788) πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους με τους εκτεθέντες στις σκέψεις 796 έως 803 λόγους.

805    Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι το επιχείρημα της ACT ότι το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστά παράβαση του άρθρου 31, στοιχείο α΄, της συμφωνίας ΔΠΙΤΕ στηρίζεται στην εντελώς εσφαλμένη άποψη ότι το διορθωτικό μέτρο προβλέπει την υποχρεωτική χορήγηση αδειών όσον αφορά «κατηγορίες εφευρέσεων» και δεν προϋποθέτει καμία επιμέρους εκτίμηση. Αν γίνει δεκτό ότι, για τη συμμόρφωσή της προς το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Microsoft οφείλει να παράσχει σε ορισμένους από τους ανταγωνιστές της, μέσω της χορηγήσεως αδείας, τη δυνατότητα να εκμεταλλευθούν ευρεσιτεχνίες της, κανένα από τα στοιχεία της εν λόγω αποφάσεως δεν την εμποδίζει να διαπραγματευθεί τους όρους αυτής της αδείας ανά περίπτωση.

806    Συναφώς, επισημαίνεται ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το διορθωτικό μέτρο του άρθρου της 5 πρέπει να εφαρμοστεί βάσει διαδικασίας η οποία περιλαμβάνει τρία στάδια και πληροί τις προβλεπόμενες στις αιτιολογικές σκέψεις 1005 έως 1009 προϋποθέσεις.

807    Συγκεκριμένα, η Microsoft, πρώτον, πρέπει να επεξεργαστεί τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως, και να εφαρμόσει τον μηχανισμό εκτιμήσεως του άρθρου 5, στοιχείο γ΄, της ίδιας αποφάσεως.

808    Δεύτερον, πρέπει να εξασφαλίσει στις επιχειρήσεις που επιθυμούν να αναπτύξουν και να διανείμουν τα λειτουργικά συστήματά τους για διακομιστές ομάδας εργασίας πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, προκειμένου να μπορέσουν να εκτιμήσουν την οικονομική αξία που θα έχει για εκείνες η εφαρμογή των πληροφοριών αυτών στα προϊόντα τους (αιτιολογική σκέψη 1008, στοιχείο θ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως). Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Microsoft επιτρέπει την εν λόγω αξιολόγηση πρέπει να είναι λογικές και να μην εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις.

809    Τρίτον, η Microsoft υποχρεούται να εξασφαλίσει σε κάθε επιχείρηση που ενδιαφέρεται για το σύνολο ή για μέρος των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών πρόσβαση στις οικείες πληροφορίες και να επιτρέψει στις επιχειρήσεις αυτές την εφαρμογή τους στα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογική σκέψη 1003 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Στο πλαίσιο αυτό επίσης, οι προϋποθέσεις που θα θέσει πρέπει να είναι λογικές και να μην εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις (αιτιολογικές σκέψεις 1005 έως 1008 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

810    Από τα διάφορα αυτά στοιχεία της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι τίποτα δεν εμποδίζει τη Microsoft, οσάκις οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες που ζητεί συγκεκριμένη επιχείρηση αφορούν τεχνολογία η οποία αποτελεί αντικείμενο ευρεσιτεχνίας (ή καλύπτεται από άλλο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας), να παράσχει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές και να επιτρέψει τη χρήση τους μέσω της χορηγήσεως αδείας, υπό τον όρο της επιβολής λογικών και μη εισαγουσών δυσμενείς διακρίσεις προϋποθέσεων.

811    Το γεγονός και μόνον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαιτεί οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση των εν λόγω αδειών να είναι λογικές και να μην εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις δεν σημαίνει ότι η Microsoft πρέπει να επιβάλει ίδιες προϋποθέσεις σε κάθε αιτούσα άδεια επιχείρηση. Πράγματι, δεν αποκλείεται οι προϋποθέσεις αυτές να μπορούν να προσαρμοστούν στις ιδιαίτερες καταστάσεις καθεμίας από τις εν λόγω επιχειρήσεις και να εξαρτώνται, για παράδειγμα, από το περιεχόμενο των πληροφοριών στις οποίες ζητείται πρόσβαση ή από το είδος προϊόντων στα οποία οι επιχειρήσεις αυτές σκοπεύουν να τις εφαρμόσουν.

812    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

813    Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης προβληματικής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.

 Γ – Επί της προβληματικής της συνδυασμένης πωλήσεως του λειτουργικού συστήματος Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και του λογισμικού Windows Media Player

814    Στο πλαίσιο της δεύτερης αυτής προβληματικής, η Microsoft προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως, ο πρώτος από τους οποίους αντλείται από παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ και ο δεύτερος από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η συμπεριφορά της Microsoft κατά την οποία η προμήθεια του λειτουργικού συστήματος Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη εξαρτάται από την ταυτόχρονη αγορά του λογισμικού Windows Media Player αποτελεί καταχρηστική συνδυασμένη πώληση (άρθρο 2, στοιχείο β΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ο δεύτερος αφορά το διορθωτικό μέτρο του άρθρου 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

815    Πριν εξεταστούν αυτοί οι λόγοι ακυρώσεως, πρέπει να υπενθυμισθεί μια σειρά πραγματικών και τεχνικών διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αφορούν το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η προαναφερθείσα συμπεριφορά. Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, κατά το κύριο μέρος τους, οι διάφορες αυτές διαπιστώσεις δεν αμφισβητούνται από τη Microsoft.

1.     Πραγματικές και τεχνικές διαπιστώσεις

816    Με τις αιτιολογικές σκέψεις 60 έως 66 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή παρουσιάζει τα ψηφιακά πολυμέσα.

817    Καταρχάς, ορίζει τις διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων ως λογισμικά προϊόντα ικανά να «αναγνώσουν» σε ψηφιακή μορφή ήχους και εικόνες, δηλαδή να αποκωδικοποιήσουν τα αντίστοιχα δεδομένα και να τα μεταφράσουν σε οδηγίες για τον εξοπλισμό, όπως τα μεγάφωνα ή η οθόνη (αιτιολογική σκέψη 60 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

818    Ακολούθως, με την αιτιολογική σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξηγεί ότι τα περιεχόμενα ήχου και εικόνας σε ψηφιακή μορφή διατίθενται σε ψηφιακά πολυμέσα με συγκεκριμένο μορφότυπο και ότι έχουν αναπτυχθεί αλγόριθμοι συμπιέσεως και αποσυμπιέσεως προκειμένου να μειωθεί ο χώρος αποθηκεύσεως που απαιτούν τα περιεχόμενα αυτά, χωρίς η εν λόγω μείωση να συνεπάγεται απώλεια της ποιότητας του ήχου ή της εικόνας. Διευκρινίζει ότι οι αλγόριθμοι αυτοί εφαρμόζονται σε διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων καθώς και στα λογισμικά κωδικοποιήσεως που καθιστούν δυνατή τη δημιουργία συμπιεσμένων αρχείων. Προσθέτει ότι το τμήμα του κωδικού που εφαρμόζει αλγόριθμο συμπιέσεως και αποσυμπιέσεως σε διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων καλείται «κωδικοαποκωδικοποιητής» και ότι, για την ορθή αλληλεπίδραση με «περιεχόμενο ψηφιακού μέσου» συμπιεσμένο σε συγκεκριμένο μορφότυπο μέσω της χρήσεως συγκεκριμένου αλγορίθμου συμπιέσεως και αποσυμπιέσεως, μια διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων πρέπει να μπορεί να κατανοήσει το εν λόγω μορφότυπο και τον εν λόγω αλγόριθμο συμπιέσεως και αποσυμπιέσεως, ήτοι να μπορεί να εφαρμόσει τον αντίστοιχο κωδικοαποκωδικοποιητή.

819    Με την επόμενη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξηγεί ότι ο τελικός χρήστης μπορεί να έχει πρόσβαση μέσω Διαδικτύου σε περιεχόμενα ήχου και εικόνας τηλεφορτώνοντας το σχετικό αρχείο στον προσωπικό του υπολογιστή πελάτη, ήτοι αντιγράφοντάς το και μεταφέροντάς το σε αυτόν. Αφού τηλεφορτωθεί, το αρχείο αυτό μπορεί να «αναγνωσθεί» από διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων συμβατή με το μορφότυπό του.

820    Με την αιτιολογική σκέψη 63 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο τελικός χρήστης μπορεί επίσης να λάβει περιεχόμενα ήχου και εικόνας συνεχούς μεταδόσεως μέσω Διαδικτύου. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι πλέον αναγκαίο να αναμένει την πλήρη τηλεφόρτωση του σχετικού αρχείου, το οποίο έχει σταλεί στον προσωπικό υπολογιστή πελάτη υπό μορφή σειράς διαδοχικών μικρών στοιχείων, ήτοι μιας «ροής» δεδομένων που η διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων αναγιγνώσκει σταδιακώς. Η μετάδοση αυτή απαιτεί την παρουσία, στον προσωπικό υπολογιστή πελάτη, μιας διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων η οποία παρέχει δυνατότητα συνεχούς λήψεως.

821    Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η συνεχής μετάδοση περιεχομένων ήχου και εικόνας σε τελικό χρήστη προϋποθέτει συχνά τη χρήση ειδικών πρωτοκόλλων συνεχούς λήψεως, τα οποία διέπουν τις επικοινωνίες μεταξύ της διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων και του λογισμικού διακομιστή που μεταδίδει το περιεχόμενο στο Διαδίκτυο. Για να έχει ο εν λόγω χρήστης πρόσβαση σε περιεχόμενα ήχου και εικόνας μεταδιδόμενα βάσει συγκεκριμένου πρωτοκόλλου, πρέπει να διαθέτει διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων ικανή να «κατανοήσει» το πρωτόκολλο αυτό (αιτιολογική σκέψη 64 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

822    Τέλος, με την 66η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η χρήση λογισμικών κωδικοποιήσεως, διακομιστών συνεχούς λήψεως και διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων συμβατών από πλευράς αναγνώσεως κωδικοαποκωδικοποιητών, μορφοτύπων και πρωτοκόλλων μεταδόσεως καθιστά δυνατή τη δημιουργία λογισμικής υποδομής για την παροχή και τη χρήση σε δίκτυα πληροφορικής περιεχομένων ήχου και εικόνας συνεχούς λήψεως σε ψηφιακή μορφή. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η υποδομή αυτή θα μπορεί επίσης να αποτελέσει πλατφόρμα για την ανάπτυξη άλλων εφαρμογών, οι οποίες θα χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες της. Διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων μπορούν, μεταξύ άλλων, να έχουν άλλα συστήματα API τα οποία θα χρησιμοποιηθούν από άλλες εφαρμογές π.χ. για την ενεργοποίηση της αναγνώσεως αρχείου από τη διάταξη αναγνώσεως.

823    Με τις αιτιολογικές σκέψεις 107 έως 120 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή περιγράφει εν συντομία τους οικονομικούς παράγοντες που χαρακτηρίζουν την προσφορά, τον ανταγωνισμό και την κατανάλωση στον τομέα της ψηφιακής αναγνώσεως πολυμέσων.

824    Συναφώς, πρώτον, επισημαίνει ότι στην αρχή της αλυσίδας διανομής περιεχομένων ψηφιακών πολυμέσων βρίσκονται οι ιδιοκτήτες των περιεχομένων αυτών, οι οποίοι κατέχουν εν γένει δικαιώματα δημιουργού επί των εν λόγω περιεχομένων και μπορούν, ως εκ τούτου, να ελέγχουν την αναπαραγωγή και τη διανομή τους (αιτιολογική σκέψη 108 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

825    Δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα περιεχόμενα συγκεντρώνονται στη συνέχεια από τους προμηθευτές περιεχομένου, οι οποίοι τα διανέμουν στους καταναλωτές αποθηκεύοντάς τα, μεταξύ άλλων, σε διακομιστές συνδεδεμένους στο Διαδίκτυο στους οποίους οι καταναλωτές μπορούν να έχουν πρόσβαση από τον προσωπικό τους υπολογιστή πελάτη (αιτιολογικές σκέψεις 109 έως 111 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

826    Τρίτον, η Επιτροπή αναφέρει ότι η λογισμική υποδομή που καθιστά δυνατή τη δημιουργία, μετάδοση και ανάγνωση ψηφιακών περιεχομένων παρέχεται από τους κατασκευαστές λογισμικών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η Microsoft, η RealNetworks και η Apple (αιτιολογική σκέψη 112 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η ιδιαιτερότητα των τριών αυτών εταιριών, πέραν του ότι αναλαμβάνουν ορισμένα τυποποιημένα μορφότυπα του τομέα, είναι ότι προσφέρουν πλήρη λύση, από το λογισμικό κωδικοποιήσεως μέχρι τη διάταξη αναγνώσεως, στηριζόμενη κυρίως σε ιδίες τεχνολογίες ψηφιακών μέσων και σε μορφότυπα αρχείων ιδιοκτησίας τους (αιτιολογική σκέψη 113 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πράγματι, η Microsoft κατέχει τα ακόλουθα μορφότυπα: το Windows Media Audio (WMA), το Windows Media Video (WMV) και το Advanced Streaming Format (ASF). Τα μορφότυπα της RealNetworks καλούνται «RealAudiο» και «RealVideo». Τα μορφότυπα QuickTime της Apple περιλαμβάνουν τις επεκτάσεις αρχείων «.qt», «.mov» και «.moov». Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι άλλοι κατασκευαστές λογισμικών δεν προσφέρουν πλήρη λύση για την παροχή περιεχομένου πολυμέσων, αλλά αποκτούν εν γένει άδειες από μία εκ των τριών προαναφερθεισών εταιριών για τη χρήση της τεχνολογίας τους ή προσφεύγουν σε κοινά βιομηχανικά πρότυπα (αιτιολογική σκέψη 117 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

827    Τέταρτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι υφίστανται πολυάριθμα κυκλώματα διανομής διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων στους τελικούς χρήστες (αιτιολογικές σκέψεις 119 και 120 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

828    Καταρχάς, οι εν λόγω διατάξεις αναγνώσεως μπορούν να εγκατασταθούν στους προσωπικούς υπολογιστές πελάτη από τους κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού κατόπιν της συνάψεως συμφωνιών μεταξύ των κατασκευαστών πρωτότυπου εξοπλισμού και των κατασκευαστών λογισμικών. Με τον τρόπο αυτό, στον προσωπικό υπολογιστή πελάτη των τελικών χρηστών βρίσκονται προεγκατεστημένα, πέραν ενός λειτουργικού συστήματος, μια διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων και, ενδεχομένως, άλλα συμπληρωματικά λογισμικά. Κατά την αιτιολογική σκέψη 68 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού είναι εταιρίες των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται στον συνδυασμό υπολογιστών με τη χρήση μιας γκάμας συστατικών προερχόμενων από διαφορετικούς κατασκευαστές. Η δραστηριότητα αυτή περιλαμβάνει εν γένει την εγκατάσταση λειτουργικού συστήματος το οποίο προμηθεύει ένας κατασκευαστής λογισμικών ή αναπτύσσει καθαυτός ο κατασκευαστής πρωτότυπου εξοπλισμού, καθώς και τη συγκέντρωση σειράς εφαρμογών τις οποίες έχει ζητήσει ο τελικός χρήστης. Ο εξοπλισμός αυτός αγοράζεται στη συνέχεια από τους «αναδιανομείς», οι οποίοι τον μεταπωλούν αφού προηγουμένως ενσωματώσουν σε αυτόν συμπληρωματικά λογισμικά.

829    Ακολούθως, οι τελικοί χρήστες μπορούν να τηλεφορτώσουν διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων στον προσωπικό τους υπολογιστή πελάτη από το Διαδίκτυο.

830    Tέλος, διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων μπορούν να διατεθούν προς πώληση στο λιανικό εμπόριο ή να διανεμηθούν σε συνδυασμό με άλλα λογισμικά προϊόντα.

831    Με τις αιτιολογικές σκέψεις 121 έως 143 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή περιγράφει τα οικεία προϊόντα της Microsoft και των ανταγωνιστών της.

832    Όσον αφορά τη Microsoft, υπενθυμίζει ότι η διάταξή της αναγνώσεως πολυμέσων ονομάζεται «Windows Media Player» και διευκρινίζει ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η πιο πρόσφατη εκδοχή αυτής της διατάξεως ονομαζόταν «Windows Media Player 9 Series» (WMP 9). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το λογισμικό WMP 9, που καθιστά δυνατή, μεταξύ άλλων, την ανάγνωση περιεχομένων ήχου και εικόνας σε ψηφιακή μορφή με τηλεφόρτωση ή συνεχή λήψη, είναι διαθέσιμο από τις 7 Ιανουαρίου 2003 και λειτουργεί επίσης με τα λειτουργικά συστήματα Mac Os και UNIX από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το WMP 9 δεν αναλαμβάνει τα μορφότυπα Real και QuickTime.

833    Όσον αφορά τους ανταγωνιστές της Microsoft, η Επιτροπή περιγράφει, ειδικότερα, τα προϊόντα της RealNetworks (αιτιολογικές σκέψεις 125 έως 134 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και της Apple (αιτιολογικές σκέψεις 135 έως 140 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

834    Η Επιτροπή επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το 1995 η RealNetworks –που ονομαζόταν τότε Progressive Networks Inc.– ήταν η πρώτη μεγάλη εταιρία που διέθετε στο εμπόριο προϊόντα τα οποία καθιστούν δυνατή τη συνεχή λήψη περιεχομένων ήχου σε ψηφιακή μορφή, μεταξύ των οποίων τη διάταξη αναγνώσεως RealAudio Player. Τον Φεβρουάριο του 1997, η RealNetworks εισήγαγε το RealPlayer 4.0, το οποίο καθιστούσε δυνατή την ανάγνωση αρχείων ήχου και βίντεο απευθείας και κατόπιν παραγγελίας.

835    Όσον αφορά την Apple, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η εταιρία αυτή ανέπτυξε, στις αρχές της δεκαετίας του 90, μια διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων που ονομαζόταν «QuickTime Player» και αρχικώς λειτουργούσε μόνο στους προσωπικούς υπολογιστές για Macintosh. Τον Νοέμβριο του 1994 η Apple εισήγαγε στην αγορά τη διάταξη αναγνώσεως QuickTime 2.0 για Windows και τον Απρίλιο του 1999 τη διάταξη αναγνώσεως QuickTime 4.0, η οποία καθιστούσε δυνατή τη συνεχή λήψη περιεχομένων πολυμέσων.

836    Η Επιτροπή αναφέρεται, περαιτέρω, στη διάταξη αναγνώσεως MusicMatch Jukebox της MusicMatch και στη διάταξη αναγνώσεως Winamp Media Player της Nullsoft, διευκρινίζοντας ότι δεν στηρίζονται σε ιδίους κωδικοαποκωδικοποιητές ή ίδια μορφότυπα αρχείων, αλλά σε τεχνολογίες της Microsoft, της Apple ή της RealNetworks, ή σε κοινά μορφότυπα (αιτιολογικές σκέψεις 141 έως 143 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

837    Οι αιτιολογικές σκέψεις 302 έως 314 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιλαμβάνουν ένα χρονοδιάγραμμα των δραστηριοτήτων της Microsoft στον τομέα των λογισμικών πολυμέσων, το οποίο μπορεί να συνοψισθεί ως εξής:

–        τον Αύγουστο του 1991 η Microsoft εισήγαγε στην αγορά μια εκδοχή του λειτουργικού συστήματός της Windows 3.0 που περιελάμβανε «επεκτάσεις πολυμέσων» παρέχουσες στους χρήστες τη δυνατότητα να βλέπουν σταθερές εικόνες και να ακούν ήχους, αλλά χωρίς συνεχή λήψη των περιεχομένων πολυμέσων·

–        το 1993 η Microsoft εισήγαγε στην αγορά το προϊόν «Video for Windows», το οποίο περιελάμβανε τη διάταξη αναγνώσεως Media Player 2.0 και παρείχε στους χρήστες τη δυνατότητα αναγνώσεως, στον προσωπικό υπολογιστή τους πελάτη, αρχείων βίντεο με τηλεφόρτωση·

–        τον Αύγουστο του 1995 η Microsoft διέθεσε στην αγορά το λειτουργικό σύστημα Windows 95 στο οποίο ενσωμάτωσε σε μεταγενέστερο στάδιο τον φυλλομετρητή της Διαδικτύου Internet Explorer που περιελάμβανε τη διάταξη αναγνώσεως ήχου RealAudio Player της RealNetworks·

–        τον Σεπτέμβριο του 1996 η Microsoft εισήγαγε στην αγορά το λογισμικό NetShow 1.0, το οποίο κατασκευάστηκε για να λειτουργεί με Windows 95 και καθιστούσε δυνατή την ανάγνωση περιεχομένων ήχου και εικόνας μεταδιδόμενων μέσω δικτύων του Διαδικτύου·

–        στις 21 Ιουλίου 1997 η Microsoft και η RealNetworks ανακοίνωσαν τη σύναψη συμφωνίας συνεργασίας στον τομέα της συνεχούς μεταδόσεως περιεχομένων πολυμέσων, σύμφωνα με την οποία η Microsoft αποκτούσε, μεταξύ άλλων, από τη RealNetworks άδεια εκμεταλλεύσεως, αφενός, των κωδικοαποκωδικοποιητών των RealAudio και RealVideo 4.0 προκειμένου να τους ενσωματώσει στο λογισμικό της NetShow και, αφετέρου, του RealPlayer 4.0 προκειμένου να το ενσωματώσει στο Internet Explorer·

–        τον Οκτώβριο του 1997 η Microsoft ανήγγειλε την ενσωμάτωση του RealPlayer 4.0 στο Internet Explorer 4.0·

–        στις 4 Μαΐου 1998 η Microsoft εισήγαγε στην αγορά την εκδοχή Bêta του λογισμικού της Microsoft Media Player, η οποία καθιστά δυνατή την ανάγνωση περιεχομένων πολυμέσων συνεχούς λήψεως στο Διαδίκτυο και αναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα μορφότυπα MPEG, QuickTime, RealAudio και RealVideo, καθώς και την εκδοχή Bêta του λογισμικού της Netshow 3.0 Server·

–        στις 25 Ιουνίου 1998 η Microsoft διέθεσε στην αγορά το λειτουργικό σύστημά της Windows 98 που περιελάμβανε, στο CD εγκαταστάσεώς του, τη διάταξη αναγνώσεως NetShow 2.0 η οποία καθιστούσε δυνατή τη συνεχή λήψη περιεχομένων, αλλά δεν περιλαμβανόταν στις προκαθορισμένες ρυθμίσεις που το Windows 98 προσέφερε στους χρήστες·

–        στις 7 Ιουλίου 1998 η Microsoft διέθεσε στην αγορά το λειτουργικό σύστημα Windows Media Player 6 (WMP 6), μια διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων που καθιστούσε δυνατή την ανάγνωση περιεχομένων συνεχούς λήψεως μέσω Διαδικτύου, λειτουργούσε με τα λειτουργικά συστήματα Windows 95, Windows 98 και Windows NT 4.0 και αναλάμβανε τα μορφότυπα RealAudio 4.0, RealVideo 4.0, ASF, AVI, WAV, MPEG και QuickTime·

–        στις 5 Μαΐου 1999 η Microsoft διέθεσε στην αγορά το λειτουργικό σύστημά της για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη Windows 98 Second Edition με ενσωματωμένη τη διάταξη αναγνώσεως WMP 6, την οποία δεν μπορούσαν να αποσπάσουν από το σύστημα οι κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού ή οι χρήστες και η οποία ενσωματώθηκε επίσης στις μεταγενέστερες εκδοχές του Windows, ήτοι στο Windows Me, στο Windows 2000 Professional και στο Windows XP·

–        τον Αύγουστο του 1999 η Microsoft εισήγαγε στην αγορά την «αρχιτεκτονική Windows Media Technologies 4», η οποία περιελάμβανε τη διάταξη αναγνώσεως Windows Media Player, τα Windows Media Services και Windows Media Tools καθώς και την τεχνολογία της Microsoft για τη διαχείριση ψηφιακών δικαιωμάτων·

–        το λογισμικό αυτό δεν αναλάμβανε πλέον «σε εγγενή μορφή» ούτε τα μορφότυπα της RealNetworks ούτε το μορφότυπο QuickTime·

–        τον Σεπτέμβριο του 2002 η Microsoft ανακοίνωσε την εισαγωγή στην αγορά της εκδοχής Bêta της τεχνολογίας της Windows Media 9 Series, η οποία περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τη διάταξη αναγνώσεως WMP 9.

838    Επισημαίνεται ότι η Microsoft συμμορφώθηκε προς την επιβληθείσα στο πλαίσιο της αμερικανικής συμφωνίας υποχρέωσή της να επιτρέπει στους κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού και στους τελικούς καταναλωτές να ενεργοποιούν ή να καταργούν την πρόσβαση στα ενδιάμεσα λογισμικά της, διαθέτοντας στην αγορά το λογισμικό Windows 2000 Professional Service Pack 3, την 1η Αυγούστου 2002, και το Windows XP Service Pack 1, στις 9 Σεπτεμβρίου 2002 (αιτιολογική σκέψη 315 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

2.     Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ

839    Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Microsoft στο πλαίσιο της υπό εξέταση προβληματικής έχει τέσσερα σκέλη. Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, η Microsoft υποστηρίζει ότι η Επιτροπή διαπίστωσε αποτέλεσμα αποκλεισμού των ανταγωνιστών από την αγορά εφαρμόζοντας νέα θεωρία στηριζόμενη σε εικασίες και στερούμενη νομικής βάσεως. Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την «αρχιτεκτονική σύλληψη» του λειτουργικού συστήματός της. Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν αποδεικνύει την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 82 ΕΚ και, ειδικότερα, του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ. Τέλος, στο πλαίσιο του τετάρτου σκέλους, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η συμφωνία ΔΠΙΤΕ.

840    Εξάλλου, ως εισαγωγή των επιχειρημάτων που αναπτύσσει στο πλαίσιο της υπό εξέταση προβληματικής, η Microsoft διατυπώνει ορισμένους ισχυρισμούς όσον αφορά τις προϋποθέσεις διαπιστώσεως καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως.

841    Καταρχάς, το Πρωτοδικείο θα εξετάσει τους προαναφερθέντες στην προηγούμενη σκέψη ισχυρισμούς. Ακολούθως, υπό το πρίσμα των συμπερασμάτων στα οποία θα καταλήξει, συναφώς (βλ. ανωτέρω σκέψη 869), θα αναλύσει τα επιχειρήματα που προβάλλει η Microsoft στο πλαίσιο των τριών πρώτων σκελών του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Τέλος, θα αποφανθεί επί του τετάρτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως.

 Επί των προϋποθέσεων διαπιστώσεως καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

842    Η Microsoft, παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 794 της προσβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δέχθηκε, εν προκειμένω, τις ακόλουθες προϋποθέσεις διαπιστώσεως της υπάρξεως καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως:

–        πρώτον, το συνδέον και το συνδεόμενο προϊόν πρέπει να είναι δύο χωριστά προϊόντα·

–        δεύτερον, η οικεία επιχείρηση πρέπει να κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά του συνδέοντος προϊόντος·

–        τρίτον, η εν λόγω επιχείρηση δεν πρέπει να παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να επιλέξουν το συνδέον προϊόν χωρίς το συνδεόμενο·

–        τέταρτον, η επίμαχη πρακτική πρέπει να περιορίζει τον ανταγωνισμό.

843    Παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 961 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνει ότι η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τον ισχυρισμό ότι η επίμαχη συνδυασμένη πώληση δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς.

844    Η Microsoft αναφέρει ότι τα διάφορα αυτά στοιχεία διαφέρουν από τις προϋποθέσεις του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ από δύο απόψεις.

845    Αφενός, η Επιτροπή αντικατέστησε την προϋπόθεση περί «[εξαρτήσεως] της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών» με την προϋπόθεση περί μη παροχής, εκ μέρους της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως, «στους καταναλωτές [της δυνατότητας] να αποκτήσουν το συνδέον προϊόν χωρίς το συνδεόμενο».

846    Αφετέρου, η Επιτροπή προσέθεσε μια προϋπόθεση αφορώσα τον αποκλεισμό των ανταγωνιστών από την αγορά, η οποία δεν προβλέπεται ρητώς από το άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ και δεν λαμβάνεται κατά κανόνα υπόψη για την εκτίμηση της υπάρξεως καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως. Ειδικότερα, η Επιτροπή, αφού αναγνώρισε, με την αιτιολογική σκέψη 841 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αποτελούσε «κλασική περίπτωση συνδυασμένης πωλήσεως», διαπίστωσε αποτέλεσμα αποκλεισμού των ανταγωνιστών από την αγορά στηριζόμενη σε μια νέα και «σαφώς βασιζόμενη σε εικασίες», θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ευρεία διάδοση της λειτουργίας πολυμέσων του Windows υποχρέωνε τους προμηθευτές περιεχομένου να κωδικοποιούν το περιεχόμενό τους στα μορφότυπα Windows Media, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από την αγορά όλες οι ανταγωνιστικές διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων και να υποχρεώνονται, εμμέσως, οι καταναλωτές να χρησιμοποιούν μόνον την εν λόγω λειτουργία πολυμέσων.

847    Η Microsoft προσθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντιφατική, στο μέτρο που η Επιτροπή, με την αιτιολογική σκέψη, 792 διαπιστώνει ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ, ενώ συγχρόνως λαμβάνει υπόψη και άλλες, διαφορετικές από αυτές, προϋποθέσεις.

848    Η ACT υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τρεις διαφορετικές κατηγορίες προϋποθέσεων, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως εν προκειμένω, ήτοι, πρώτον, τις προϋποθέσεις του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ, δεύτερον, τις προϋποθέσεις του άρθρου 82 ΕΚ εν γένει και, τρίτον, τις τέσσερις προϋποθέσεις που προβλέπει η αιτιολογική σκέψη 794 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η ACT φρονεί ότι, ανεξαρτήτως της εφαρμοζόμενης κατηγορίας προϋποθέσεων, η εκτίμηση της Επιτροπής είναι εσφαλμένη.

849    Η Επιτροπή, παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 831 της προσβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζει ότι η επίμαχη συνδυασμένη πώληση παραβιάζει «το άρθρο 82 [ΕΚ] εν γένει και το άρθρο 82, [δεύτερο εδάφιο], στοιχείο δ΄, [ΕΚ] ειδικότερα». Αναφέρει ότι επικαλέστηκε αμφότερες τις διατάξεις αυτές έχοντας υπόψη τα επιχειρήματα που είχε προβάλει η Microsoft κατά τη διοικητική διαδικασία και προκειμένου να «εξαφανίσει κάθε αμφιβολία» και να «αποτρέψει οποιαδήποτε σημασιολογική συζήτηση επί της ερμηνείας [του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο] δ΄, [ΕΚ]». Προσθέτει ότι οι προϋποθέσεις που εφάρμοσε εν προκειμένω για τη διαπίστωση καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως είναι σύμφωνες με τις προϋποθέσεις που δέχεται η νομολογία.

 Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

850    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι τα επιχειρήματα της Microsoft έχουν αμιγώς σημασιολογικό περιεχόμενο και δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

851    Συναφώς, υπενθυμίζεται ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή διαρθρώνει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα σχετικά με την επίμαχη καταχρηστική συνδυασμένη πώληση επιχειρήματά της.

852    Με την αιτιολογική σκέψη 794 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή αναφέρει ότι η ύπαρξη καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ προϋποθέτει τη συνδρομή των τεσσάρων προαναφερθεισών στη σκέψη 842 προϋποθέσεων.

853    Ακολούθως, εξετάζει τη συμπεριφορά που προσάπτεται στη Microsoft υπό το πρίσμα των τεσσάρων αυτών στοιχείων (αιτιολογικές σκέψεις 799 έως 954 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

854    Συγκεκριμένα, πρώτον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η Microsoft κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (αιτιολογική σκέψη 799 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επισημαίνεται ευθύς εξαρχής ότι το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητείται από τη Microsoft.

855    Δεύτερον, αναφέρει ότι οι διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως και τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη είναι δύο χωριστά προϊόντα (αιτιολογικές σκέψεις 800 έως 825 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

856    Τρίτον, επισημαίνει ότι η Microsoft δεν εξασφαλίζει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να αποκτήσουν το λειτουργικό σύστημά της Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη χωρίς το λογισμικό Windows Media Player (αιτιολογικές σκέψεις 826 έως 834 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

857    Τέταρτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συνδυασμένη πώληση του Windows Media Player περιορίζει τον ανταγωνισμό στην αγορά διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων (αιτιολογικές σκέψεις 835 έως 954 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Συναφώς, επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, στις κλασικές περιπτώσεις συνδυασμένων πωλήσεων, η Επιτροπή και ο κοινοτικός δικαστής «έκριναν ότι η συνδυασμένη πώληση του χωριστού και του κυρίαρχου προϊόντος αποτελούσε ένδειξη του αποτελέσματος αποκλεισμού που η πρακτική αυτή είχε επί των ανταγωνιστών» (αιτιολογική σκέψη 841 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή φρονεί, ωστόσο, ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, εύλογα μπορεί να γίνει δεκτό ότι, χωρίς συμπληρωματική ανάλυση, δεν πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι η συνδυασμένη πώληση του Windows Media Player συνιστούσε συμπεριφορά ικανή, εξ ορισμού, να περιορίσει τον ανταγωνισμό (ίδια αιτιολογική σκέψη). Η Επιτροπή φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι «η σύνδεση του [Windows Media Player] με το κυρίαρχο προϊόν Windows προσδίδει στο [Windows Media Player] την ιδιότητα της πλατφόρμας επιλογής για τα συμπληρωματικά περιεχόμενα και εφαρμογές και ενέχει τον κίνδυνο περιορισμού του ανταγωνισμού στην αγορά διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων» (αιτιολογική σκέψη 842 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Προσθέτει ότι «[τ]ούτο έχει επιπτώσεις στον ανταγωνισμό στις παραπλήσιες αγορές προϊόντος, όπως π.χ. στις αγορές λογισμικών κωδικοποιήσεως και διαχειρίσεως πολυμέσων (συχνά από πλευράς διακομιστών), καθώς και στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, για τις οποίες οι συμβατές με περιεχόμενα ποιότητας διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων αποτελούν σημαντική εφαρμογή» (ίδια αιτιολογική σκέψη).

858    Τέλος, η Επιτροπή εξετάζει τα στοιχεία που προέβαλε η Microsoft προκειμένου να αποδείξει ότι η καταχρηστική συμπεριφορά που της προσάπτεται δικαιολογείται αντικειμενικώς (αιτιολογικές σκέψεις 955 έως 970 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

859    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η εκ μέρους της Επιτροπής ανάλυση των στοιχείων της έννοιας συνδυασμένη πώληση είναι ακριβής και σύμφωνη τόσο με το άρθρο 82 ΕΚ όσο και με τη νομολογία. Ορθώς η Επιτροπή, εκτιμώντας κατά πόσον η προσαπτόμενη στη Microsoft συμπεριφορά συνιστούσε καταχρηστική συνδυασμένη πώληση, στηρίχθηκε στις προϋποθέσεις που προβλέπει η αιτιολογική σκέψη 794 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και στην έλλειψη αντικειμενικής δικαιολογήσεως της συνδυασμένης πωλήσεως. Τα στοιχεία αυτά απορρέουν τόσο από την έννοια καθαυτή της συνδυασμένης πωλήσεως, όσο και από τη νομολογία (βλ., ειδικότερα, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1991, T-30/89, Συλλογή 1991, σ. II‑1439, που κυρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Μαρτίου 1994, C‑53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I‑667, και αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1994 και της 14ης Νοεμβρίου 1996, Tetra Pak κατά Επιτροπής, προαναφερθείσες στη σκέψη 293).

860    Υπενθυμίζεται ότι η απαρίθμηση των καταχρηστικών πρακτικών που περιλαμβάνει το άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ δεν είναι περιοριστική, οπότε οι αναφερόμενες πρακτικές αποτελούν απλώς παραδείγματα καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1996, Tetra Pak κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 293, σκέψη 37). Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η περιλαμβανόμενη στη διάταξη αυτή απαρίθμηση των καταχρηστικών πρακτικών δεν εξαντλεί τους τρόπους καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως που απαγορεύει η Συνθήκη ΕΚ (αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1973, 6/72, Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 445, σκέψη 26, και προαναφερθείσα στη σκέψη 229 απόφαση Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 112).

861    Συνεπώς, μια συνδυασμένη πώληση εκ μέρους κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως μπορεί επίσης να συνιστά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, όταν δεν αντιστοιχεί στο παράδειγμα του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ. Ως εκ τούτου, για τη διαπίστωση καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως, η Επιτροπή μπορούσε βασίμως να στηριχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο 82 ΕΚ στο σύνολό του και όχι αποκλειστικώς δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του εν λόγω άρθρου.

862    Eν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι οι προϋποθέσεις διαπιστώσεως καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως, όπως προσδιορίστηκαν από την Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 794 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καλύπτουν, κατ’ ουσίαν, τις προϋποθέσεις του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ.

863    Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα της Microsoft ότι η Επιτροπή εφάρμοσε, εν προκειμένω, προϋποθέσεις διαφορετικές, από δύο απόψεις, εκείνων του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ είναι απορριπτέο.

864    Συγκεκριμένα, πρώτον, αναφέροντας ότι πρέπει να εξετάσει αν η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση «δεν παρέχει στους καταναλωτές την επιλογή να αποκτήσουν το συνδέον προϊόν χωρίς το συνδεόμενο», η Επιτροπή απλώς εκφράζει, με άλλα λόγια, την άποψη ότι η έννοια της συνδυασμένης πωλήσεως προϋποθέτει ότι οι καταναλωτές υποχρεούνται, άμεσα ή έμμεσα, να δεχθούν «πρόσθετες παροχές», όπως αυτές του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ.

865    Eν προκειμένω, όπως θα εκτεθεί λεπτομερώς με τις κατωτέρω σκέψεις 962 και 965, η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται, καταρχάς, στους κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού οι οποίοι, στη συνέχεια, τη μεταβιβάζουν στον τελικό καταναλωτή. Αυτός βαρύνεται ευθέως με την υποχρέωση αυτή στη σπανιότερη περίπτωση κατά την οποία, αντί να προσφύγει σε κατασκευαστή πρωτότυπου εξοπλισμού, αγοράζει λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη απευθείας από λιανοπωλητή.

866    Δεύτερον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή έθεσε νέα προϋπόθεση αποκλεισμού των ανταγωνιστών από την αγορά, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ΕΚ.

867    Συναφώς, αφενός, επισημαίνεται ότι, μολονότι είναι αληθές ότι ούτε η τελευταία αυτή διάταξη ούτε, γενικότερα, το άρθρο 82 ΕΚ περιέχουν αναφορά στο αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα της οικείας πρακτικής, εντούτοις, μια συμπεριφορά θα χαρακτηρισθεί, καταρχήν, ως καταχρηστική μόνον αν είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑203/01, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑4071, στο εξής: απόφαση Michelin II, σκέψη 237).

868    Αφετέρου, όπως θα διευκρινιστεί με τις σκέψεις 1031 έως 1058, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε νέα και σαφώς βασιζόμενη σε εικασίες θεωρία προκειμένου να διαπιστώσει, εν προκειμένω, την ύπαρξη αποτελέσματος αποκλεισμού των ανταγωνιστών από την αγορά. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 841 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, δεν μπορούσε να περιοριστεί –όπως συμβαίνει συνήθως στις υποθέσεις που αφορούν καταχρηστικές συνδυασμένες πωλήσεις– στην εκτίμηση ότι η συνδυασμένη πώληση ενός συγκεκριμένου προϊόντος και ενός κυρίαρχου προϊόντος έχει αποτέλεσμα αποκλεισμού στην αγορά αυτή καθαυτή. Ως εκ τούτου, εξέτασε περαιτέρω τα συγκεκριμένα αποτελέσματα που η επίμαχη συνδυασμένη πώληση είχε ήδη προκαλέσει στην αγορά των διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο επρόκειτο να εξελιχθεί η αγορά αυτή.

869    Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι το ζήτημα της επίμαχης συνδυασμένης πωλήσεως πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των τεσσάρων προϋποθέσεων που προβλέπει η αιτιολογική σκέψη 794 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. ανωτέρω σκέψη 842), καθώς και της προϋποθέσεως περί ελλείψεως αντικειμενικής δικαιολογήσεως.

870    Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δεύτερη προϋπόθεση της αιτιολογικής σκέψεως 794 της προσβαλλομένης αποφάσεως πληρούται, στο μέτρο που όντως η Microsoft κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά του προβαλλόμενου ως συνδέοντος προϊόντος, ήτοι του λειτουργικού συστήματος για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη. Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Microsoft στο πλαίσιο των τριών πρώτων σκελών του πρώτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 839) θα εξεταστούν σε συνδυασμό με τις τέσσερις άλλες προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η διαπίστωση της υπάρξεως καταχρηστικής συνδυασμένης πωλήσεως. Η εξέταση αυτή θα πραγματοποιηθεί ως εξής: πρώτον, το Πρωτοδικείο θα εκτιμήσει την προϋπόθεση περί της υπάρξεως δύο χωριστών προϊόντων βάσει των εκτιμήσεων που πραγματοποίησε η Microsoft στο πλαίσιο του δευτέρου και τρίτου σκέλους. Δεύτερον, θα εξετάσει την προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία η σύναψη συμβάσεων πρέπει να εξαρτάται από πρόσθετες παροχές υπό το πρίσμα των επιχειρημάτων που η Microsoft προέβαλε προς στήριξη του τρίτου σκέλους. Τρίτον, θα αναλύσει την προϋπόθεση περί περιορισμού του ανταγωνισμού στην αγορά βάσει των εκτιμήσεων που πραγματοποίησε η Microsoft στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους. Τέταρτον, θα εξετάσει τις αντικειμενικές δικαιολογίες που προέβαλε η Microsoft, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη τα προβληθέντα στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους επιχειρήματα.

871    Το τέταρτο σκέλος, το οποίο αφορά την προβαλλόμενη μη συνεκτίμηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει στις Κοινότητες η συμφωνία ΔΠΙΤΕ, θα εξεταστεί τελευταίο.

 Επί της υπάρξεως δύο χωριστών προϊόντων

 Προσβαλλόμενη απόφαση

872    Η Επιτροπή εξετάζει την πρώτη αυτή προϋπόθεση με τις αιτιολογικές σκέψεις 800 έως 825 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η ανάλυσή της έχει τρία σκέλη. Με το πρώτο σκέλος, επιδιώκει να αποδείξει ότι οι διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως και τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη αποτελούν χωριστά προϊόντα (αιτιολογικές σκέψεις 800 έως 813 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με το δεύτερο σκέλος, απορρίπτει το επιχείρημα που Microsoft αντλεί από το ότι η σύζευξη της τεχνολογίας της αναγνώσεων πολυμέσων με το λειτουργικό σύστημά της Windows άρχισε πριν από το 1999 (αιτιολογικές σκέψεις 814 έως 820 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με το τρίτο σκέλος, απορρίπτει το επιχείρημα της Microsoft ότι η συνδυασμένη πώληση μιας διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων που καθιστά δυνατή τη συνεχή λήψη και ενός λειτουργικού συστήματος αποτελεί συνήθη εμπορική πρακτική (αιτιολογικές σκέψεις 821 έως 824 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

873    Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους της αναλύσεώς της, η Επιτροπή αναφέρει ότι, κατά τη νομολογία, η παρουσία ανεξάρτητων κατασκευαστών εξειδικευμένων στην παραγωγή του συνδεόμενου προϊόντος καταδεικνύει την ύπαρξη χωριστής ζητήσεως εκ μέρους των καταναλωτών και, ως εκ τούτου, χωριστής αγοράς για το εν λόγω προϊόν (αιτιολογική σκέψη 802 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Φρονεί, συνεπώς, ότι το αν πρόκειται για χωριστά προϊόντα, από πλευράς της αναλύσεως κατά το άρθρο 82 ΕΚ, πρέπει να εκτιμηθεί λαμβανομένης υπόψη της ζητήσεως εκ μέρους των καταναλωτών, υπό την έννοια ότι, ελλείψει ανεξάρτητης ζητήσεως για ένα προβαλλόμενο ως συνδεόμενο προϊόν, τα επίμαχα προϊόντα δεν αποτελούν χωριστά προϊόντα (αιτιολογική σκέψη 803 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

874    Δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι «η αγορά προτείνει χωριστά τις διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων» και υφίστανται κατασκευαστές οι οποίοι δημιουργούν και προμηθεύουν διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων αυτόνομα και ανεξάρτητα από τα λειτουργικά συστήματα (αιτιολογική σκέψη 804 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

875    Τρίτον, η Επιτροπή αναφέρεται στην πρακτική της Microsoft να δημιουργεί και να διανέμει εκδοχές της διατάξεώς της αναγνώσεως Windows Media Player για τα λειτουργικά συστήματα Mac της Apple και Solaris της Sun (αιτιολογική σκέψη 805 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι η Microsoft εισάγει στην αγορά αναβαθμίσεις της διατάξεώς της αναγνώσεως χωριστές από τις εκδοχές ή τις αναβαθμίσεις των λειτουργικών συστημάτων Windows (ίδια αιτιολογική σκέψη).

876    Τέταρτον, η Επιτροπή εκθέτει ότι σημαντικός αριθμός καταναλωτών επιλέγουν να αγοράσουν διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων χωριστά από το λειτουργικό σύστημά τους, όπως π.χ. τη διάταξη αναγνώσεως RealPlayer της RealNetworks, η οποία δεν αναπτύσσει και δεν διαθέτει στο εμπόριο λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας (αιτιολογική σκέψη 806 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

877    Πέμπτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορισμένοι χρήστες λειτουργικών συστημάτων δεν θα χρειάζονται ή δεν θα επιθυμούν διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων (αιτιολογική σκέψη 807 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

878    Έκτον, απορρίπτει το επιχείρημα της Microsoft ότι δεν υφίσταται ουσιαστική ζήτηση για λειτουργικά συστήματα που δεν περιλαμβάνουν τεχνολογίες αναγνώσεως πολυμέσων (αιτιολογική σκέψη 809 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

879    Έβδομον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Microsoft ασκεί δραστηριότητες προωθήσεως προϊόντων επικεντρωμένες στο Windows Media Player, ανεξαρτήτως του λειτουργικού συστήματος (αιτιολογική σκέψη 810 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

880    Όγδοον, αναφέρει ότι τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και οι διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως διαφέρουν εξίσου από πλευράς λειτουργιών (αιτιολογική σκέψη 811 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

881    Ένατον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα δύο αυτά προϊόντα «αντιστοιχούν» σε διαφορετικούς τομείς, όπως αποδεικνύει η ύπαρξη στην αγορά διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων ορισμένων ανταγωνιστών της Microsoft, ενώ, στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, οι ανταγωνιστές της κατέχουν ασήμαντο μερίδιο αγοράς (αιτιολογική σκέψη 812 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επιπλέον, τα επίπεδα τιμών των δύο προϊόντων διαφέρουν εξίσου (ίδια αιτιολογική σκέψη).

882    Δέκατον, η Επιτροπή αναφέρει ότι η Microsoft εφαρμόζει συμφωνίες χορηγήσεως αδείας καλούμενες «συμφωνίες χορηγήσεως αδείας για software developer’s kit» (στο εξής: συμφωνίες χορηγήσεως αδείας SDK), οι οποίες διαφέρουν ανάλογα με το αν το «software developer’s kit» (πακέτο για τους κατασκευαστές λογισμικών, στο εξής: SDK) αφορά το λειτουργικό σύστημα Windows ή τις τεχνολογίες Windows Media (αιτιολογική σκέψη 813 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

883    Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους της αναλύσεώς της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα της Microsoft ότι η τεχνολογία της αναγνώσεως πολυμέσων συνδυάζεται με το Windows από το 1992 δεν αναιρεί το συμπέρασμά της περί της υπάρξεως δύο χωριστών προϊόντων. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι «καταδικάζει τη συμπεριφορά της Microsoft αφ’ ης στιγμής η συνδυασμένη πώληση κατέστη περισσότερο βλαπτική από όσο ήταν στο παρελθόν», διευκρινίζοντας, συναφώς, ότι το 1999 η Microsoft «άρχισε να συνδέει ένα προϊόν (WMP 6) το οποίο αντιστοιχούσε στα προϊόντα των άλλων κατασκευαστών όσον αφορά την κύρια λειτουργία που η πλειονότητα των καταναλωτών ανέμενε από μια διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων (ήτοι τη συνεχή λήψη περιεχομένου μεταδιδόμενου μέσω Διαδικτύου) και με το οποίο εισήλθε το 1998 στην αγορά των διατάξεων αναγνώσεως πολυμέσων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχούς λήψεως» (αιτιολογική σκέψη 816 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι η πρώτη διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων που καθιστά δυνατή τη συνεχή λήψη την οποία η Microsoft διέθεσε στην αγορά, το 1995, από κοινού με το Windows ήταν η RealAudio Player της RealNetworks, δεδομένου ότι η Microsoft εξακολουθεί να μη διαθέτει «βιώσιμη» διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων (817η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο κώδικας λογισμικού RealAudio Player μπορούσε να απεγκατασταθεί πλήρως (ίδια αιτιολογική σκέψη).

884    Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους της αναλύσεώς της, η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα της Microsoft ότι ο συνδυασμός μιας διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων που καθιστά δυνατή τη συνεχή λήψη με ένα λειτουργικό σύστημα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη αποτελεί συνήθη εμπορική πρακτική. Επισημαίνει, πρώτον, ότι το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη ότι υφίστανται ανεξάρτητοι προμηθευτές του συνδεόμενου προϊόντος, δεύτερον, ότι η Sun και οι κατασκευαστές προϊόντων Linux δεν συνδέουν τις δικές τους διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων, αλλά τις διατάξεις αναγνώσεως πολυμέσων τρίτων προμηθευτών, και, τρίτον, ότι κανένας από αυτούς τους πωλητές λειτουργικών συστημάτων δεν συνδέει τη διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων με το λειτουργικό σύστημα κατά τέτοιον τρόπο ώστε να είναι αδύνατη η απεγκατάστασή του (αιτιολογική σκέψη 823 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

 Επιχειρήματα των διαδίκων

885    Πρώτον, η Microsoft, υποστηριζόμενη από τις CompTIA, DMDsecure κ.λπ., ACT, TeamSystem, Mamut και Exor, υποστηρίζει ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το Windows και η λειτουργία του πολυμέσων ανήκουν σε δύο χωριστές αγ