Language of document :

Προσφυγή της 15ης Απριλίου 2008 - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Ισπανίας

(Υπόθεση C-153/08)

Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.

Διάδικοι

Προσφεύγουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: R. Lyal και L. Lozano Palacios)

Καθού: Βασίλειο της Ισπανίας.

Αιτήματα της προσφεύγουσας

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναγνωρίσει ότι, διατηρώντας σε ισχύ φορολογική νομοθετική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία υπόκεινται σε φόρο τα εισοδήματα από όλα τα λαχεία, παίγνια και στοιχήματα που οργανώνονται εκτός του Βασιλείου της Ισπανίας, ενώ απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος τα εισοδήματα από ορισμένα λαχεία, παίγνια και στοιχήματα που οργανώνονται στο Βασίλειο της Ισπανίας, το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, από τα άρθρα 49 ΕΚ και 36 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο·

να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.

Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα

Σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος τα κέρδη από τα λαχεία και τα στοιχήματα που οργανώνονται από τη δημόσια επιχείρηση Loterías y Apuestas del Estado [Λαχεία και Στοιχήματα του Κράτους] και από τους οργανισμούς ή τους φορείς των Αυτόνομων Κοινοτήτων, καθώς και από τις λαχειοφόρους αγορές που οργανώνονται από τον Cruz Roja Española [Ισπανικό Ερυθρό Σταυρό] και την Organización Nacional de Ciegos Españoles [Εθνικό Οργανισμό Τυφλών της Ισπανίας]. Ωστόσο, τα εισοδήματα που προέρχονται από λαχεία, παίγνια και στοιχήματα οργανωμένα από άλλους εθνικούς και αλλοδαπούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των εγκατεστημένων σε χώρες μέλη της ΕΕ ή του ΕΟΧ, περιλαμβάνονται στη φορολογητέα βάση και υπόκεινται σε προοδευτικούς φορολογικούς συντελεστές.

Η Επιτροπή επικαλείται ειδικότερα τις αποφάσεις Lindman 1 και Safir 2 και υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία, οι δραστηριότητες οργανώσεως λαχειοφόρου αγοράς πρέπει να θεωρούνται δραστηριότητες "παροχής υπηρεσιών", κατά την έννοια της Συνθήκης. Επίσης σύμφωνα με τη νομολογία, το άρθρο 49 ΕΚ απαγορεύει κάθε περιορισμό και εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ακόμη και αν αυτά εφαρμόζονται αδιακρίτως στους ημεδαπούς και στους προερχόμενους από άλλα κράτη μέλη παρέχοντες υπηρεσίες, και αποκλείει την εφαρμογή κάθε εθνικής ρυθμίσεως που έχει ως αποτέλεσμα να δυσχεραίνει την παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών περισσότερο απ' ότι την παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους. Δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων του τομέα των παιγνίων, η νομολογία δέχεται ορισμένους περιορισμούς εκ μέρους των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η σκοπιμότητα και η αναλογικότητα του μέτρου και ότι δεν εισάγεται με αυτό δυσμενείς διακρίσεις.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ισπανική νομοθεσία εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, καθώς η απαλλαγή επιφυλάσσεται σε ορισμένους οργανισμούς που προσδιορίζονται συγκεκριμένα, ενώ αποκλείονται από το εν λόγω φορολογικό πλεονέκτημα οι φορείς άλλων κρατών μελών που έχουν τον ίδιο χαρακτήρα ή επιδιώκουν τους ίδιους σκοπούς με τους ισπανικούς οργανισμούς που αναφέρονται στον κανόνα απαλλαγής. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν οι ισπανικές αρχές είχαν αποδείξει στο πλαίσιο της διαδικασίας διαπιστώσεως της παραβάσεως ότι η επίδικη νομοθετική ρύθμιση αποτελεί σκόπιμο μέτρο, ανάλογο προς τον διακηρυχθέντα σκοπό της προστασίας των καταναλωτών και της δημοσίας τάξεως, πράγμα που δεν έπραξαν, η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο, καθώς θα εισήγε σε κάθε περίπτωση δυσμενή διάκριση.

____________

1 - Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-42/02, Lindman, Συλλογή 2003, σ. Ι-13519.

2 - Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1998, C-118/96, Safir, Συλλογή 1998, σ. Ι-1897.