Language of document : ECLI:EU:C:2008:189

Υπόθεση C-346/06

Dirk Rüffert, υπό την ιδιότητά του ως αναγκαστικού διαχειριστή λόγω αφερεγγυότητας ως προς τα περιουσιακά στοιχεία της Objekt und Bauregie GmbH & Co. KG

κατά

Land Niedersachsen

(αίτηση του Oberlandesgericht Celle για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Άρθρο 49 ΕΚ – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Περιορισμοί – Οδηγία 96/71/ΕΚ – Απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών – Διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων – Κοινωνική προστασία των εργαζομένων»

Περίληψη της αποφάσεως

1.        Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών – Οδηγία 96/71

(Οδηγία 96/71 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3 §§ 1 και 8)

2.        Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών – Οδηγία 96/71

(Οδηγία 96/71 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3)

3.        Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών – Οδηγία 96/71

(Οδηγία 96/71 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

4.        Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Περιορισμοί – Απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών

(Άρθρο 49 ΕΚ· οδηγία 96/71 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 1)

1.        Μία νομοθεσία, η οποία επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή να συνάπτει συμβάσεις έργων μόνο με επιχειρήσεις οι οποίες, κατά την υποβολή προσφοράς, αναλαμβάνουν γραπτώς την υποχρέωση να καταβάλλουν στους εργαζομένους τους ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση των έργων αυτών τουλάχιστον την αμοιβή που προβλέπει συλλογική σύμβαση ισχύουσα στον τόπο εκπληρώσεως της εν λόγω παροχής, χωρίς η σύμβαση αυτή να μπορεί να χαρακτηριστεί γενικώς υποχρεωτική, δεν καθορίζει το όριο του μισθού σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, και παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 96/71, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, αυτό το όριο μισθού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά όριο κατώτατου μισθού, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, της ίδιας οδηγίας, το οποίο τα κράτη μέλη δικαιούνται να επιβάλλουν, δυνάμει της οδηγίας αυτής, στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εντός άλλων κρατών μελών στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών.

(βλ. σκέψεις 26, 30-31)

2.        Το άρθρο 3, παράγραφος 7, της οδηγίας 96/71, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών, δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να εξαρτά την παροχή υπηρεσιών στο έδαφός του από την εφαρμογή όρων εργασίας και απασχολήσεως που βαίνουν πέραν των επιτακτικών κανόνων περί της ελάχιστης προστασίας.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα θέματα του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως ζ΄, η οδηγία 96/71 προβλέπει ρητώς τον βαθμό προστασίας την τήρηση του οποίου το κράτος μέλος υποδοχής δικαιούται να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εντός άλλων κρατών μελών, υπέρ των εργαζομένων τους που έχουν αποσπασθεί στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής. Επομένως, και υπό την επιφύλαξη της ευχέρειας που έχουν οι εγκατεστημένες εντός άλλων κρατών μελών επιχειρήσεις να προσχωρούν εκουσίως εντός του κράτους μέλους υποδοχής, ιδίως στο πλαίσιο δεσμεύσεως αναλαμβανομένης έναντι του αποσπασθέντος προσωπικού τους, σε ενδεχομένως ευνοϊκότερη συλλογική σύμβαση εργασίας, το επίπεδο προστασίας που πρέπει να εξασφαλίζεται στους εργαζομένους που έχουν αποσπασθεί στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής περιορίζεται, κατ’ αρχήν, σε αυτό που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως ζ΄, της οδηγίας 96/71, εκτός αν οι εν λόγω εργαζόμενοι τυγχάνουν ήδη, κατ’ εφαρμογήν του νόμου ή συλλογικών συμβάσεων εντός του κράτους μέλους προελεύσεως, ευνοϊκότερων όρων εργασίας και απασχολήσεως όσον αφορά τα θέματα που διαλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη.

(βλ. σκέψεις 33-34)

3.        Ένα κράτος μέλος δεν δικαιούται, δυνάμει της οδηγίας 96/71, να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εντός άλλων κρατών μελών όριο μισθού που προβλέπει η συλλογική σύμβαση που ισχύει στον τόπο εκπληρώσεως της εν λόγω παροχής και που δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική επιβάλλοντας, μέσω νομοθετικού μέτρου, στην αναθέτουσα αρχή να συνάπτει συμβάσεις έργων μόνο με επιχειρήσεις οι οποίες, κατά την υποβολή προσφοράς, αναλαμβάνουν γραπτώς την υποχρέωση να καταβάλλουν στους εργαζομένους τους ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση των εν λόγω έργων τουλάχιστον την αμοιβή που προβλέπει η εν λόγω συλλογική σύμβαση.

(βλ. σκέψη 35)

4.        Η οδηγία 96/71, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 49 ΕΚ, απαγορεύει νομοθετικό μέτρο, λαμβανόμενο από αρχή κράτους μέλους, το οποίο επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή να συνάπτει συμβάσεις έργων μόνο με επιχειρήσεις οι οποίες, κατά την υποβολή προσφοράς, αναλαμβάνουν γραπτώς την υποχρέωση να καταβάλλουν στους εργαζομένους τους ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση των έργων αυτών τουλάχιστον την αμοιβή που προβλέπει συλλογική σύμβαση ισχύουσα στον τόπο εκπληρώσεως της παροχής αυτής, αν η αμοιβή αυτή δεν έχει καθοριστεί σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 8, της οδηγίας.

Υποχρεώνοντας τους αναδόχους και, έμμεσα, τους υπεργολάβους τους να τηρούν την κατώτατη αμοιβή που προβλέπει μια τέτοια συλλογική σύμβαση, η νομοθεσία αυτή μπορεί να επιβάλει στους παρέχοντες υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, όπου τα όρια του κατώτατου μισθού είναι χαμηλότερα, μία πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση η οποία μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την εκπλήρωση της παροχής υπηρεσιών τους στο κράτος υποδοχής. Συνεπώς, το μέτρο αυτό μπορεί να συνιστά περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ.

Ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να θεωρείται δικαιολογημένος από τον σκοπό της προστασίας των εργαζομένων στο μέτρο που τα όρια του μισθού που καθορίζει η συλλογική αυτή σύμβαση επιβάλλονται, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω νομοθεσίας, μόνο σε τμήμα του κατασκευαστικού τομέα εφόσον, αφενός, η νομοθεσία αυτή εφαρμόζεται μόνο στις δημόσιες συμβάσεις και όχι στις συμβάσεις του ιδιωτικού τομέα και, αφετέρου, η εν λόγω συλλογική σύμβαση δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική και στο μέτρο που από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προστασία που απορρέει από αυτά τα όρια μισθού είναι αναγκαία σε εργαζόμενο του κατασκευαστικού τομέα μόνον οσάκις αυτός εργάζεται στο πλαίσιο δημόσιας σύμβασης έργων και όχι οσάκις εργάζεται στο πλαίσιο ιδιωτικής σύμβασης.

Για τους ίδιους λόγους, ο εν λόγω περιορισμός δεν μπορεί να θεωρείται δικαιολογημένος ούτε από τον σκοπό διασφαλίσεως της προστασίας της αυτόνομης οργάνωσης της επαγγελματικής ζωής από τα συνδικάτα.

(βλ. σκέψεις 36-43 και διατακτ.)