ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 13ης Νοεμβρίου 2008 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Ρήτρα διαιτησίας – Σύμβαση σχετικά με το σχέδιο αναπτύξεως τεχνολογίας για την παραγωγή αδιάβροχου δέρματος – Επιστροφή προκαταβληθέντων ποσών – Τόκοι»
Στην υπόθεση C‑436/07 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2007,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Τριανταφύλλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Ευφροσύνη Αλεξιάδου, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από την Ε. Αλεξιάδου, επικουρούμενη από τον Χ. Ματέλλα, δικηγόρο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz, E. Juhász, Γ. Αρέστη (εισηγητή) και J. Malenovský, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 12ης Ιουλίου 2007, T‑312/05, Επιτροπή κατά Αλεξιάδου (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή που άσκησε η πρώτη, δυνάμει του άρθρου 238 ΕΚ, προκειμένου να επιτύχει την επιστροφή της προκαταβολής που είχε χορηγήσει στην Ευφροσύνη Αλεξιάδου (στο εξής: αναιρεσίβλητη), στο πλαίσιο συμβάσεως σχετικά με το σχέδιο αναπτύξεως τεχνολογίας για την παραγωγή αδιάβροχου δέρματος (σύμβαση G1ST-CT-2002-50227) (στο εξής: σύμβαση).
Ιστορικό της διαφοράς
2 Το ιστορικό της διαφοράς εκτέθηκε από το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 1 έως 18 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ως εξής:
«1 Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, συνήψε στις 10 Ιουλίου 2002 τη σύμβαση […] με κοινοπραξία περιλαμβάνουσα την ιταλική εταιρία Sicerp, ως συντονιστή του σχεδίου (στο εξής: συντονιστής), και εννέα άλλους συμβαλλομένους, μεταξύ των οποίων καταλέγεται […] [η εναγομένη].
2 Η σύμβαση προβλέπει την υλοποίηση του σχεδίου “Cold plasma treatment for new, high-quality water repellent leathers: innovative, eco-friendly technology to enhance product performances and the competitiveness of the European tanneries” (Κατεργασία νέου αδιάβροχου δέρματος υψηλής ποιότητας με ψυχρό πλάσμα: καινοτόμος και μη ρυπογόνος τεχνολογία για μεγαλύτερες επιδόσεις του προϊόντος και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών βυρσοδεψείων, στο εξής: σχέδιο) και εντάσσεται στο πλαίσιο της αποφάσεως 1999/169/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1999, για τη θέσπιση ειδικού προγράμματος έρευνας, τεχνολογικής αναπτύξεως και επιδείξεως με θέμα “Ανταγωνιστική και αειφόρος οικονομική ανάπτυξη” (1998-2002) (EE L 64, σ. 40), η οποία υπάγεται με τη σειρά της στο πέμπτο πρόγραμμα πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για δράσεις έρευνας, τεχνολογικής αναπτύξεως και επιδείξεως (1998-2002), το οποίο καταρτίστηκε με την απόφαση 182/1999/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1998 (EE 1999, L 26, σ. 1).
3 Η σύμβαση έχει συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και διέπεται, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, αυτής, από το βελγικό δίκαιο. Περιέχει δύο παραρτήματα τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Το παράρτημα I αφορά την τεχνική περιγραφή του σχεδίου, το δε παράρτημα II τους γενικούς όρους που διέπουν τη σύμβαση (στο εξής: γενικοί όροι).
4 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της συμβάσεως περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 238 ΕΚ, η οποία έχει ως εξής:
“Το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αποκλειστικά αρμόδια να επιλαμβάνονται των διαφορών μεταξύ, αφενός, της Κοινότητας και, αφετέρου, των συμβαλλομένων σχετικά με το κύρος, την εφαρμογή και την ερμηνεία της παρούσας συμβάσεως.”
5 Σχετικά με την οικονομική συνεισφορά της Κοινότητας, το άρθρο 3 των γενικών όρων προβλέπει:
“1. Η οικονομική συνεισφορά της Κοινότητας πρέπει να καταβληθεί σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:
a) Η Επιτροπή καταβάλλει αρχική προκαταβολή εντός 60 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία της τελευταίας υπογραφής εκ μέρους των συμβαλλομένων. Ο συντονιστής επιμερίζει την προκαταβολή σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον λεπτομερή ενδεικτικό πίνακα των πληρωτέων εξόδων.
[…]
3. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 26 του παρόντος παραρτήματος, όλες οι πληρωμές λογίζονται ως προκαταβολές μέχρις εγκρίσεως της τελικής εκθέσεως.
[…]
5. Μετά την ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως ή της καταγγελίας αυτής ή [της παύσεως] της συμμετοχής ενός συμβαλλομένου, η Επιτροπή δύναται ή οφείλει, κατά περίπτωση, να ζητήσει από τον συμβαλλόμενο, εφόσον αποκαλύφθηκε επ’ ευκαιρία δημοσιονομικού ελέγχου απάτη ή σοβαρή δημοσιονομική παρατυπία, την επιστροφή όλων των ποσών που του καταβλήθηκαν στα πλαίσια της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Κοινότητας. Στα οφειλόμενα ποσά προστίθενται τόκοι με οριζόμενο από την [Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα] επιτόκιο για τις βασικές πράξεις της αναχρηματοδοτήσεως κατά την πρώτη ημέρα του μηνός της λήψεως των κεφαλαίων από τον συμβαλλόμενο, προσαυξημένο κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες, για το χρονικό διάστημα μεταξύ της λήψεως των κεφαλαίων και της επιστροφής τους.”
6 Το άρθρο 7, παράγραφος 8, των γενικών όρων ορίζει:
“[…]
Και μετά την καταγγελία της συμβάσεως ή [την παύση] της συμμετοχής του συμβαλλομένου, οι ακόλουθες ρήτρες εξακολουθούν να παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους, υπό την επιφύλαξη των ορίων που προκύπτουν ενδεχομένως από τη σύμβαση:
– άρθρα 5, 6 και 8 της συμβάσεως,
[…]”.
7 Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 της συμβάσεως, το σύνολο των επιλεξίμων δαπανών του σχεδίου καθορίστηκε σε 1 665 513 ευρώ και το συνολικό ύψος της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας σε 832 362 ευρώ. Η Επιτροπή όφειλε να καταβάλει αρχική προκαταβολή ύψους 332 944 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό του συντονιστή, με την υποχρέωση του τελευταίου να την επιμερίσει μεταξύ των διαφόρων συμβαλλομένων σύμφωνα με τα στοιχεία του λεπτομερούς ενδεικτικού πίνακα των πληρωτέων δαπανών που περιλαμβάνονται στη σύμβαση.
8 Όπως προκύπτει από τον λεπτομερή ενδεικτικό πίνακα των πληρωτέων δαπανών, οι επιλέξιμες δαπάνες της εναγομένης είχαν εκτιμηθεί ως ανερχόμενες σε 61 105 ευρώ. Η συνολική συμμετοχή της Κοινότητας περιοριζόταν σε 3 000 ευρώ. Είχε προβλεφθεί καταβολή προκαταβολής ύψους 1 200 ευρώ.
9 Ο συντονιστής κατέθεσε στις 13 Σεπτεμβρίου 2002 στον λογαριασμό της εναγομένης το ποσό των 23 036,31 ευρώ με την ακόλουθη γνωστοποίηση: “προκαταβολή σχέδιο plasmaleather G1ST CT 2002/50227”.
10 Στις 30 Σεπτεμβρίου 2002, η εναγομένη απευθύνθηκε εγγράφως στην επιχείρηση Unic Servizi, επιφορτισμένη να επικουρεί τον συντονιστή κατά τη διοικητική διαχείριση του σχεδίου, προκειμένου να την ενημερώσει ως προς το ότι είχε παύσει να παράγει δερμάτινα είδη και είχε την πρόθεση να αποσυρθεί από το σχέδιο.
11 Με έγγραφα της 4ης και της 25ης Νοεμβρίου 2002, ο συντονιστής αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να επιδιώξει την απόδοση της καταβληθείσας προκαταβολής.
12 Με έγγραφο της 13ης Δεκεμβρίου 2002 που απηύθυνε στην επιχείρηση Unic Servizi, η εταιρία [ΕΛΚΕΔΕ], συμμετέχουσα στο σχέδιο ως υπεύθυνη εκτελέσεως του προγράμματος έρευνας και τεχνολογικής αναπτύξεως, αναφέρθηκε σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με την εναγομένη σχετικά με την επιστροφή των προκαταβληθέντων ποσών και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να κινηθεί ένδικη διαδικασία.
13 Με έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 2002, ο συντονιστής ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με την πρόθεση της εναγομένης να μη συμμετέχει πλέον στο πρόγραμμα, καθώς και με τις άκαρπες απόπειρες του ιδίου προς αναζήτηση της προκαταβολής.
14 Η Επιτροπή απηύθυνε στην εναγομένη στις 20 Δεκεμβρίου 2002 το ένταλμα εισπράξεως αριθ. S12.276983 ποσού ύψους 23 036,31 ευρώ αντιστοιχούντων στην καταβληθείσα προκαταβολή. Το ένταλμα εισπράξεως αναφερόταν στην “απόσυρση” της εναγομένης.
15 Η Επιτροπή εξέδωσε στις 13 Ιανουαρίου 2003 το χρεωστικό σημείωμα αριθ. 3240409847 για ποσό ύψους 23 036,31 ευρώ εις βάρος της εναγομένης, καλώντας την να το εμβάσει μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2003 το αργότερο, αναφερόμενη στην καταβολή τόκων υπερημερίας από της ημερομηνίας αυτής.
16 Με συστημένη επιστολή της 13ης Μαΐου 2003, η Επιτροπή προέβη σε υπόμνηση προς την εναγομένη σχετικά με το επίδικο χρέος. Η εν λόγω επιστολή επεστράφη στην Επιτροπή από τις ελληνικές ταχυδρομικές υπηρεσίες με τη μνεία “μη παραληφθείσα”.
17 Με συστημένη επιστολή της 26ης Ιουνίου 2003, η Επιτροπή απηύθυνε προς την εναγομένη και δεύτερη υπόμνηση σχετικά με το επίδικο χρέος και τους συναφείς τόκους. Και η εν λόγω επιστολή επεστράφη στην Επιτροπή από τις ελληνικές ταχυδρομικές υπηρεσίες με τη μνεία “μη παραληφθείσα”.
18 Ο φάκελος της εναγομένης διαβιβάστηκε στη νομική υπηρεσία της Επιτροπής στις 27 Νοεμβρίου 2003.»
3 Στην ανωτέρω περιγραφείσα από το Πρωτοδικείο κατάσταση, πρέπει επίσης να προστεθεί ότι το άρθρο 7 των γενικών όρων, με τίτλο «Καταγγελία της συμβάσεως ή παύση της συμμετοχής ενός συμβαλλομένου», περιλαμβάνει την παράγραφο 6, η οποία αναφέρει τα εξής:
«[…]
Σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως ή παύσεως της συμμετοχής ενός συμβαλλομένου:
a) […] η Επιτροπή δύναται να απαιτήσει την επιστροφή όλης ή μέρους της οικονομικής συνεισφοράς της Κοινότητας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τα αποτελέσματα των αναληφθεισών εργασιών καθώς και τη χρησιμότητά τους για την Κοινότητα στο πλαίσιο του σχετικού ειδικού προγράμματος,
[…]».
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
4 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Αυγούστου 2005, η Επιτροπή άσκησε αγωγή, δυνάμει του άρθρου 238 ΕΚ, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 26 068,11 ευρώ τα οποία αντιστοιχούν στην οφειλή ύψους 23 036,31 ευρώ υπό μορφή κεφαλαίου και στο ποσό των 3 031,80 ευρώ για τους οφειλόμενους για το χρονικό διάστημα από 1ης Μαρτίου 2003 έως 31 Αυγούστου 2005 τόκους υπερημερίας. Ζήτησε επίσης να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει τόκους ύψους 3,31 ευρώ ημερησίως, από 1ης Σεπτεμβρίου 2005, και μέχρι πλήρους αποπληρωμής του συνόλου της οφειλής.
5 Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρθηκε, με το δικόγραφο της αγωγής της, στο άρθρο 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων, υπογραμμίζοντας ότι η σχετική ρήτρα έπρεπε να ερμηνευθεί σε σχέση με τις λοιπές ρήτρες της συμβάσεως και των παραρτημάτων της. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι το αίτημά της ισοδυναμούσε με άσκηση των συμβατικών και των νόμιμων δικαιωμάτων της λόγω της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης. Επίσης, όπως προκύπτει από τη σκέψη 26 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή συνήγαγε εξ αυτού ότι, αφ’ ης στιγμής αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, αφενός, δεν συμμετέσχε σε καμία δραστηριότητα έρευνας στο πλαίσιο του ανωτέρω σχεδίου και, αφετέρου, δεν χρησιμοποίησε το ποσό της προκαταβολής των 23 036,31 ευρώ προς διενέργεια οποιασδήποτε δραστηριότητας έρευνας στο πλαίσιο του ιδίου σχεδίου, παρακρατεί παρανόμως, και κατά παράβαση της συμβάσεως, το ποσό της προκαταβολής αυτής.
6 Η νυν αναιρεσίβλητη, στην οποία επιδόθηκε το δικόγραφο της αγωγής, δεν κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Στις 10 Φεβρουαρίου 2006 η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να δεχθεί τα αιτήματά της, σύμφωνα με το άρθρο 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Η Γραμματεία επέδωσε τη σχετική αίτηση στη νυν αναιρεσίβλητη.
7 Το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας ότι διέθετε επαρκή στοιχεία προκειμένου να εκδώσει ερήμην απόφαση, χωρίς να συντρέχει λόγος διεξαγωγής προφορικής διαδικασίας, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
8 Με την απόφασή του, το Πρωτοδικείο δεν έκανε δεκτό το αίτημα της Επιτροπής περί επιστροφής των καταβληθέντων από αυτήν ποσών προς εκτέλεση της συμβάσεως και, συνακόλουθα, εκείνο περί καταβολής των σχετικών τόκων. Κατά συνέπεια, απέρριψε την αγωγή της Επιτροπής και την καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα.
9 Συναφώς, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε, στις σκέψεις 28 και 29 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι ανακύπτουσες κατά την εκτέλεση συμβάσεως διαφορές πρέπει να επιλύονται κατ’ αρχήν με βάση τις συμβατικές ρήτρες και ότι η ερμηνεία της συμβάσεως υπό το φως των διατάξεων του βελγικού δικαίου δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο της συμβάσεως ή της σημασίας ορισμένων από τις ρήτρες της, στηρίχθηκε, ειδικότερα, στην ακόλουθη συλλογιστική:
«30 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο συντονιστής προέβη στην πληρωμή 23 036,31 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης στις 13 Σεπτεμβρίου 2002. Ο συντονιστής ενήργησε δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο e, της συμβάσεως, η οποία τον υποχρέωνε να επιμερίσει εντός προθεσμίας 30 ημερών την καταβληθείσα από την Επιτροπή προκαταβολή μεταξύ των συμμετεχόντων στο σχέδιο. Ερωτηθείσα από το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της δίκης, σχετικά με την υφιστάμενη απόκλιση μεταξύ του ποσού των 23 036,31 ευρώ που έλαβε στην πραγματικότητα η εναγομένη και του ποσού των 1 200 ευρώ που έπρεπε να της καταβληθούν ως προκαταβολή, κατ’ εφαρμογήν του λεπτομερούς ενδεικτικού πίνακα των πληρωτέων εξόδων ο οποίος περιλαμβανόταν στη σύμβαση, η Επιτροπή απάντησε ότι η διαφορά εξηγούνταν από το γεγονός ότι η εναγομένη, ως συμβαλλομένη, μπορούσε επίσης να λάβει ποσά τα οποία θα κατέβαλλε η ίδια σε υπεργολάβους εμπλεκόμενους στο σχέδιο.
31 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, των γενικών όρων, όλες οι πραγματοποιούμενες από την Επιτροπή πληρωμές λογίζονται ως προκαταβολές μέχρι την έγκριση της τελικής εκθέσεως.
32 Η Επιτροπή στηρίζει το αίτημά της περί επιστροφής στο άρθρο 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων. Περαιτέρω υπογραμμίζει ότι το αίτημά της εντάσσεται στα πλαίσια της ασκήσεως των συμβατικών και νόμιμων δικαιωμάτων της.
33 Πρώτον, όσον αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η σχετική ρήτρα τυγχάνει εφαρμογής μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις, αφορώσες, αφενός, τη λήξη της συμβάσεως, την καταγγελία αυτής ή [την παύση] της συμμετοχής ενός αντισυμβαλλομένου και, αφετέρου, την άσκηση δημοσιονομικού ελέγχου αποκαλύπτοντος την ύπαρξη απάτης ή σοβαρής δημοσιονομικής παρατυπίας. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η Επιτροπή, ερωτηθείσα στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, δέχεται ότι δεν προέβη σε δημοσιονομικό έλεγχο, εκτιμώντας ότι η έλλειψη οποιασδήποτε δηλώσεως περί δαπάνης εκ μέρους της εναγομένης καθιστούσε άνευ αντικειμένου τη χρήση παρόμοιου μέτρου ελέγχου.
34 Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του άρθρου 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων, η διενέργεια δημοσιονομικού ελέγχου δεν αποτελεί ευχέρεια επαφιέμενη στην κρίση της Επιτροπής, αλλά προϋπόθεση για τη χρήση της σχετικής ρήτρας προκειμένου να θεμελιωθεί δικαίωμα επιστροφής των καταβληθέντων σε έναν από τους συμβαλλομένους ποσών. Κατά συνέπεια, και χωρίς να απαιτείται να ελεγχθεί αν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ανωτέρω ρήτρα δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
35 Η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων, σε συνδυασμό με τις λοιπές ρήτρες της συμβάσεως και των παραρτημάτων της, δεν αναιρεί το συμπέρασμα αυτό. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την ερμηνεία αυτή, ο ίδιος ο στόχος της οικείας ρήτρας έγκειται στη θέσπιση υποχρεώσεως επιστροφής σε περίπτωση δημοσιονομικής παρατυπίας ή απάτης σημειωθείσας επ’ ευκαιρία δημοσιονομικού ελέγχου, ενώ άλλες ρήτρες των γενικών όρων, ειδικότερα δε του άρθρου 7, παράγραφος 6, στοιχείο a, αυτών, του οποίου δεν έγινε επίκληση, έχουν ακριβώς ως αντικείμενο τη θέσπιση υποχρεώσεως επιστροφής σε περιπτώσεις όπου παρόμοιο μέτρο ελέγχου δεν απαιτείται, ιδίως δε σε περίπτωση αποσύρσεως συμβαλλομένου.
36 Οι αναφορές της Επιτροπής στις αρχές της καλής πίστεως και της χρηστής εμπορικής πρακτικής κατά το εφαρμοστέο επί της συμβάσεως βελγικό δίκαιο δεν ασκούν επιρροή για τους προαναφερθέντες στις σκέψεις 28 και 29 λόγους, καθόσον ουδεμία υφίσταται αμφιβολία, ως προς την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων, οπότε ουδείς λόγος παραπομπής στο βελγικό δίκαιο συντρέχει.
37 Δεύτερον, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το αίτημά της εντάσσεται στην άσκηση των συμβατικών και νόμιμων δικαιωμάτων της, λόγω της παράνομης και μη σύμφωνης προς τη σύμβαση συμπεριφοράς της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Πράγματι, παρόμοια αφηρημένη επίκληση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως παραπομπή στο άρθρο 7, παράγραφος 6, στοιχείο a, των γενικών όρων και δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον δεν είναι αρκετά σαφής και ακριβής, ώστε να μπορεί ο μεν εναγόμενος να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί της αγωγής, χωρίς να χρειαστεί ενδεχομένως πρόσθετες πληροφορίες (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T-352/94, Mo Och Domsjö κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-1989, σκέψεις 333 και 334).»
Αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
10 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
– να κάνει δεκτά τα πρωτοδίκως διατυπωθέντα αιτήματά του και
– να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα τόσο της παρούσας διαδικασίας όσο και της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου.
11 Η αναιρεσίβλητη ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
12 Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει ένα μόνο λόγο αντλούμενο από την εσφαλμένη εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς την υποχρέωση διενεργείας δημοσιονομικού ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 5 των γενικών όρων. Ο μόνος αυτός λόγος υποδιαιρείται σε έξι σκέλη.
Επί του πρώτου σκέλους του λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την πεπλανημένη ερμηνεία και την εσφαλμένη εφαρμογή εκ μέρους του Πρωτοδικείου των συμβατικών ρητρών ως «νόμου των συμβαλλομένων»
Επιχειρήματα των διαδίκων
13 Με το πρώτο σκέλος του λόγου της αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε πεπλανημένη ερμηνεία των συμβατικών ρητρών. Του προσάπτει ότι δεν προέβη σε από κοινού ερμηνεία των άρθρων 3, παράγραφος 5, και 7, παράγραφος 6, στοιχείο a, των γενικών όρων, η οποία θα του επέτρεπε να αντιληφθεί την έκταση εφαρμογής της συμβατικής απαιτήσεως περί δημοσιονομικού ελέγχου. Εφόσον αμφότερες οι διατάξεις αναφέρονται στην επιστροφή της κοινοτικής συνδρομής στην περίπτωση που ένας εκ των αντισυμβαλλομένων παύσει να συμμετέχει στην εκτέλεση της συμβάσεως, η διενέργεια ή μη δημοσιονομικού ελέγχου δεν μπορεί να εξαρτάται από την επιλογή της μεν ή της δε από τις εν λόγω διατάξεις.
14 Με τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την έκταση εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη διάταξη απαιτεί, σε κάθε περίπτωση, τη διενέργεια δημοσιονομικού ελέγχου για την επιστροφή του συνόλου της κοινοτικής συνδρομής, ενώ, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 7, παράγραφος 6, στοιχείο a, των εν λόγω διατάξεων δεν επιβάλλει έναν τέτοιον έλεγχο, αλλά προβλέπει ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η φύση και τα αποτελέσματα των πραγματοποιηθεισών εργασιών καθώς και η χρησιμότητά τους για την Κοινότητα.
15 Η νυν αναιρεσίβλητη υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις συμβατικές ρήτρες, οπότε η κριτική της Επιτροπής συναφώς είναι αβάσιμη.
16 Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων τυγχάνει εφαρμογής μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις, αφορώσες, αφενός, τη λήξη της συμβάσεως, την καταγγελία αυτής ή την παύση της συμμετοχής ενός αντισυμβαλλομένου και, αφετέρου, την άσκηση δημοσιονομικού ελέγχου αποκαλύπτοντος την ύπαρξη απάτης ή σοβαρής δημοσιονομικής παρατυπίας.
17 Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η αναιρεσίβλητη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η διενέργεια δημοσιονομικού ελέγχου συνιστά δεσμευτικό προαπαιτούμενο προκειμένου να τύχει εφαρμογής το άρθρο 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων και να θεμελιωθεί κατά νόμον αίτηση επιστροφής των καταβληθέντων σε αντισυμβαλλόμενο ποσών. Όμως, εφόσον η Επιτροπή δέχθηκε ότι δεν πραγματοποιήθηκε τέτοιος έλεγχος, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
18 Παρατηρείται ότι, ναι μεν η Επιτροπή αναφέρθηκε ρητώς, με την ενώπιον του Πρωτοδικείου αγωγή της, στο άρθρο 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων προς στήριξη της αιτήσεώς της περί επιστροφής, γεγονός, όμως, παραμένει ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αφενός, κάλεσε το Πρωτοδικείο να ερμηνεύσει τη συγκεκριμένη συμβατική διάταξη όχι μεμονωμένως, αλλά «σε σχέση με τις λοιπές ρήτρες της συμβάσεως και των παραρτημάτων της» και, αφετέρου, ισχυρίστηκε ότι έκανε χρήση «των συμβατικών και των νομίμων δικαιωμάτων της λόγω της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης».
19 Υπό τις περιστάσεις αυτές και λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προσιδιάζουν στην υπό κρίση υπόθεση και τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται, το Πρωτοδικείο θα όφειλε να λάβει υπόψη τις λοιπές ρήτρες της συμβάσεως περί πιθανολογούμενης παύσεως της συμμετοχής ενός συμβαλλομένου στην εκτέλεση της συμβάσεως, ειδικότερα το άρθρο 7, παράγραφος 6, των γενικών όρων, και όχι να στηριχτεί, όπως έπραξε στις σκέψεις 35 και 37 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο τυπικό γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έκανε ενώπιόν του ρητή μνεία της συγκεκριμένης συμβατικής διατάξεως και ότι η αναφορά της στα συμβατικά και νόμιμα δικαιώματά της δεν ανταποκρινόταν στις επιταγές περί σαφηνείας, όπως απαιτεί το άρθρο 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
20 Επομένως, κακώς το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το άρθρο 7, παράγραφος 6, των γενικών όρων και δεν επαλήθευσε αν επληρούντο εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
21 Όπως προεκτέθηκε στη σκέψη 3 της παρούσας αποφάσεως, από το άρθρο 7, παράγραφος 6, στοιχείο a, των γενικών όρων προκύπτει ότι σε περίπτωση παύσεως της συμμετοχής ενός συμβαλλομένου, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους της χρηματοδοτικής συνδρομής της Κοινότητας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τα αποτελέσματα των αναληφθεισών εργασιών καθώς και τη χρησιμότητά τους στο πλαίσιο του σχετικού συγκεκριμένου προγράμματος.
22 Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, πρέπει να τονιστεί ότι η διάταξη αυτή της παρέχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση αποσύρσεως ενός αντισυμβαλλομένου, να απαιτήσει την πλήρη ή μερική επιστροφή, με γνώμονα τις τυχόν πραγματοποιηθείσες από αυτόν εργασίες, της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής, χωρίς η προσφυγή στη δυνατότητα αυτή να εξαρτάται από την προηγούμενη διενέργεια δημοσιονομικού ελέγχου.
23 Κατόπιν αυτού, συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας το αίτημα της Επιτροπής περί επιστροφής λόγω μη τηρήσεως εν προκειμένω της υποχρεώσεως διενεργείας προηγούμενου δημοσιονομικού ελέγχου, όπως προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 5, των γενικών όρων, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ρητρών της συμβάσεως.
24 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως.
25 Εξ αυτού προκύπτει ότι, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν τα λοιπά σκέλη του μόνου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
26 Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Επί της αναπομπής της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου
27 Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο για να αποφανθεί επ’ αυτής.
28 Εν προκειμένω, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη τη σημαντική, όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, απόκλιση μεταξύ του ποσού των 1 200 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί ως προκαταβολή στην αναιρεσίβλητη κατ’ εφαρμογήν του λεπτομερούς ενδεικτικού πίνακα των πληρωτέων εξόδων ο οποίος περιλαμβανόταν στη σύμβαση, αφενός, και του ποσού των 23 036,31 ευρώ που πράγματι έλαβε η τελευταία προκειμένου να καλύψει και τις δαπάνες των εμπλεκόμενων στο σχέδιο υπεργολάβων, αφετέρου, εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να εκτιμήσει, αφού παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να εκφράσουν επί του σημείου αυτού την άποψή τους, αν, εν προκειμένω, οι περιστάσεις δικαιολογούν πλήρη ή μερική επιστροφή της καταβληθείσας στην αναιρεσίβλητη προκαταβολής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 6, στοιχείο a, των γενικών όρων.
29 Ως εκ τούτου, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Αναπέμποντας την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 12ης Ιουλίου 2007, T‑312/05, Επιτροπή κατά Αλεξιάδου.
2) Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)