Language of document : ECLI:EU:C:2008:534

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 2ας Οκτωβρίου 2008 (*)

«Διεθνής δικαιοδοσία – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρο 22, σημείο 2 – Διαφορές σχετικές με το κύρος αποφάσεων των οργάνων των εταιριών – Αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους της έδρας – Επαγγελματική ένωση ιατρών»

Στην υπόθεση C‑372/07,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Supreme Court (Ιρλανδία) με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Αυγούστου 2007, στο πλαίσιο των δικών

Nicole Hassett

κατά

South Eastern Health Board,

παρισταμένων των:

Raymond Howard,

Medical Defence Union Ltd,

MDU Services Ltd,

και

Cheryl Doherty

κατά

North Western Health Board,

παρισταμένων των:

Brian Davidson,

Medical Defence Union Ltd,

MDU Services Ltd,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano (εισηγητή), A. Borg Barthet, M. Ilešič και J.-J. Kasel, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Y. Bot

γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Ιουνίου 2008,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι Medical Defence Union Ltd και MDU Services Ltd, εκπροσωπούμενες από τον R. Bourke, solicitor, και τους B. Murray, BL, και N. Travers, BL,

–        οι R. Howard και B. Davidson, εκπροσωπούμενοι από τους D. McDonald, SC, και E. Regan, SC,

–        η Ιρλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον D. O’Hagan, επικουρούμενη από τον J. O Reilly, SC,

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την A.-M. Rouchaud-Joët και τον M. Wilderspin,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ των R. Howard και B. Davidson (στο εξής: ιατροί) και των εταιριών Medical Defence Union Ltd και MDU Services Ltd (στο εξής αποκαλούμενες από κοινού: MDU), επαγγελματικών τους ενώσεων, σχετικά με αίτημα αποζημιώσεως και/ή παροχής συνδρομής για οποιοδήποτε ποσό το οποίο καθένας εξ αυτών μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει ως αποζημίωση στην υγειονομική υπηρεσία για την οποία εργάζονταν, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως για επαγγελματικό πταίσμα που άσκησαν οι N. Hassett και C. Doherty κατά των ως άνω υγειονομικών υπηρεσιών.

 Το νομικό πλαίσιο

3        Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001 έχει ως εξής:

«Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. […]»

4        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

5        Το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

1)      α)     ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·

[…]

3)      ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός·

[…]».

6        Το άρθρο 6 του κανονισμού 44/2001 έχει ως εξής:

«[Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους] μπορεί επίσης να εναχθεί:

[…]

2)      αν πρόκειται για προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή ή άλλη προσεπίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της κύριας δίκης, εκτός αν μόνος σκοπός τους ήταν να απομακρύνουν τον εγγυητή ή τον προσεπικαλούμενο από το δικαστήριο που θα είχε διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωσή τους·

[…]».

7        Το άρθρο 22 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:

[…]

2)      σε θέματα κύρους, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή κύρους αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. […]

[…]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

8        Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι διαφορές της κύριας δίκης έχουν ως αφετηρία δύο αγωγές αποζημιώσεως που άσκησαν οι N. Hassett και C. Doherty ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων κατά δύο ιρλανδικών υγειονομικών υπηρεσιών για σοβαρή βλάβη η οποία φέρεται ότι προκλήθηκε από επαγγελματικό πταίσμα ιατρών, υπαλλήλων των εν λόγω υπηρεσιών. Οι δύο αυτές αγωγές αποτέλεσαν αντικείμενο συμβιβασμού που οδήγησε στην καταβολή αποζημιώσεως στην κάθε ενάγουσα.

9        Στο πλαίσιο των αγωγών αυτών, οι εν λόγω υγειονομικές υπηρεσίες προσεπικάλεσαν τους ιατρούς για να τους ζητήσουν την καταβολή συνδρομής ή αποζημιώσεως όσον αφορά τις ανωτέρω αγωγές αποζημιώσεως.

10      Οι ιατροί ήσαν, κατά τον χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών, μέλη της MDU. Η MDU είναι επαγγελματική ένωση που έχει συσταθεί με τη μορφή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης αγγλικού δικαίου εδρεύουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αποστολή της οποίας συνίσταται, ιδίως, στη χορήγηση αποζημιώσεως στα μέλη της στο πλαίσιο υποθέσεων που αφορούν επαγγελματικά τους πταίσματα.

11      Οι ιατροί ζήτησαν, ως εκ τούτου, από την MDU να τους καταβάλει αποζημίωση και/η να τους παράσχει συνδρομή για οποιοδήποτε ποσό το οποίο καθένας εξ αυτών θα μπορούσε να υποχρεωθεί να καταβάλει στις οικείες υγειονομικές υπηρεσίες. Το διοικητικό συμβούλιο, στηριζόμενο στα άρθρα 47 και 48 του καταστατικού της MDU, που ορίζουν ότι η απόφαση επί αιτήσεως αποζημιώσεως εμπίπτει στην απόλυτη διακριτική του ευχέρεια, αποφάσισε να απορρίψει τις αιτήσεις τους για αποζημίωση.

12      Οι ιατροί, φρονώντας ότι οι ως άνω απορριπτικές αποφάσεις προσέβαλαν τα δικαιώματά τους εκ του καταστατικού, προσεπικάλεσαν την MDU στη δίκη, αφού αυτό τους επετράπη με διατάξεις του High Court της 22ας Ιουνίου 2005.

13      Η MDU προέβαλε τότε δικονομική ένσταση για την ακύρωση των προσεπικλήσεων αυτών. Υποστήριξε ότι το αντικείμενο των αιτημάτων που διατυπώθηκαν κατ’ αυτής ήταν ουσιαστικά το κύρος αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της και ότι, ως εκ τούτου, τα αιτήματα αυτά ενέπιπταν στο άρθρο 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, με αποτέλεσμα να είναι αποκλειστικά αρμόδια τα βρετανικά και όχι τα ιρλανδικά δικαστήρια.

14      Οι ιατροί ισχυρίσθηκαν αντιθέτως ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των αιτημάτων τους, τα ιρλανδικά δικαστήρια ήσαν αρμόδια δυνάμει των άρθρων 5, σημεία 1 και 3, και 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001. Ειδικότερα, αφενός, η MDU παρέβη τις συμβατικές υποχρεώσεις της μη εξετάζοντας δεόντως τις αιτήσεις αποζημιώσεως που της είχαν υποβληθεί. Αφετέρου, αφ’ ης στιγμής η MDU είχε ήδη παράσχει αρωγή στους ιατρούς κατά την άμυνά τους στο πλαίσιο της αγωγής για επαγγελματικό πταίσμα, δεν μπορούσε να τους αρνηθεί την αποζημίωση σε αυτό το ύστερο στάδιο της διαδικασίας.

15      Η προβληθείσα από την MDU δικονομική ένσταση απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι τα αιτήματα των ιατρών δεν ενέπιπταν στο άρθρο 22, σημείο 2, του εν λόγω κανονισμού. Η MDU άσκησε αναίρεση ενώπιον του Supreme Court, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει, σε περίπτωση κατά την οποία ιατροί συγκροτούν επαγγελματική ένωση υπό τη μορφή εταιρίας καταχωρισθείσας κατά το δίκαιο ενός κράτους μέλους, προκειμένου να παράσχει αρωγή και να εγγυηθεί την καταβολή αποζημιώσεως, στο πλαίσιο της ασκήσεως του επαγγέλματός τους, στα μέλη της που ασκούν την ιατρική στο ανωτέρω κράτος μέλος και σε άλλο κράτος μέλος, και η παροχή αυτής της αρωγής ή η καταβολή αυτής της αποζημιώσεως εξαρτάται από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας αυτής, η οποία λαμβάνεται, σύμφωνα με το καταστατικό, κατ’ απόλυτη διακριτική ευχέρεια, οι διαφορές, στις οποίες απόφαση που αρνείται, κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω καταστατικού, την παροχή αρωγής ή την καταβολή αποζημιώσεως σε ιατρό που ασκεί την ιατρική στο άλλο κράτος μέλος αμφισβητείται από τον ιατρό αυτόν ως συνεπαγόμενη προσβολή από την εν λόγω εταιρία των συμβατικών ή άλλων δικαιωμάτων του, να θεωρηθούν ως διαφορές σχετικές με το κύρος της αποφάσεως οργάνου της εταιρίας αυτής κατά την έννοια του άρθρου 22, σημείο 2, του [κανονισμού 44/2001], έτσι ώστε να έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει η εταιρία αυτή;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

16      Με το ως άνω ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν το άρθρο 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι μια αγωγή, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στο πλαίσιο της οποίας ένας διάδικος ισχυρίζεται ότι η απόφαση ενός οργάνου μιας εταιρίας προσέβαλε τα δικαιώματα που ο εν λόγω διάδικος υποστηρίζει ότι αντλεί από το καταστατικό της εταιρίας αυτής, αφορά το κύρος των αποφάσεων των οργάνων εταιρίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

17      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, αφενός, οι διατάξεις του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο αυτοτελή, λαμβανομένου υπόψη του συστήματος και των σκοπών του (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C‑103/05, Reisch Montage, Συλλογή 2006, σ. I‑6827, σκέψη 29).

18      Αφετέρου, όπως προκύπτει από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001, η γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Οι περιπτώσεις αυτές πρέπει επομένως να ερμηνεύονται στενά.

19      Το Δικαστήριο υιοθέτησε ακριβώς μια τέτοια ερμηνεία σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 16 της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), που ουσιαστικά ταυτίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 22 του κανονισμού 44/2001. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι, ως εξαίρεση από τον γενικό κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας, οι εν λόγω διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν πρέπει να ερμηνεύονται ευρύτερα απ’ ό,τι απαιτεί ο σκοπός τους, δεδομένου ότι έχουν ως αποτέλεσμα να στερούν τους διαδίκους από την επιλογή του δικαστηρίου η οποία διαφορετικά θα ήταν δική τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να τους φέρουν ενώπιον δικαστηρίου που δεν είναι το δικαστήριο της κατοικίας κανενός απ’ αυτούς (βλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1977, 73/77, Sanders, Συλλογή τόμος 1977, σ. 755, σκέψεις 17 και 18· της 27ης Ιανουαρίου 2000, C‑8/98, Dansommer, Συλλογή 2000, σ. I‑393, σκέψη 21, και της 18ης Μαΐου 2006, C‑343/04, ČEZ, Συλλογή 2006, σ. I‑4557, σκέψη 26).

20      Όπως επιβεβαιώνει εξάλλου η έκθεση του P. Jenard για τη Σύμβαση των Βρυξελλών (ΕΕ 1986, C 298, σ. 29), ο κύριος σκοπός της εξαιρέσεως αυτής, η οποία προβλέπει την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους της έδρας μιας εταιρίας, είναι να συγκεντρώσει τη διεθνή δικαιοδοσία ώστε να αποφευχθούν οι αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις ως προς την ύπαρξη των εταιριών και το κύρος των αποφάσεων των οργάνων τους.

21      Όπως επίσης προκύπτει από την εν λόγω έκθεση, τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου εδρεύει η εταιρία φαίνονται, ειδικότερα, ως εκείνα τα οποία ευρίσκονται σε καλύτερη θέση για να κρίνουν τέτοιες διαφορές, ιδίως λόγω του ότι οι διατυπώσεις δημοσιότητας της εταιρίας λαμβάνουν χώρα στο ίδιο αυτό κράτος. Μια τέτοια αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία απονέμεται επομένως στα δικαστήρια αυτά προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσα απόφαση Sanders, σκέψεις 11 και 17).

22      Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η MDU, δεν μπορεί ωστόσο να συναχθεί από τις υπομνησθείσες στις προηγούμενες σκέψεις αρχές ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, αρκεί μια αγωγή να έχει οποιαδήποτε σχέση με μια απόφαση οργάνου εταιρίας (βλ., κατ’ αναλογία προς το άρθρο 16, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, απόφαση της 17ης Μαΐου 1994, C‑294/92, Webb, Συλλογή 1994, σ. I‑1717, σκέψη 14, και προπαρατεθείσα απόφαση Dansommer, σκέψη 22).

23      Ειδικότερα, όπως προβάλλουν οι ιατροί, αν όλες οι διαφορές σχετικά με απόφαση οργάνου εταιρίας ενέπιπταν στο άρθρο 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, τούτο θα σήμαινε στην πραγματικότητα ότι οι αγωγές από σύμβαση, αδικοπραξία ή άλλη αιτία, ασκούμενες κατά εταιρίας, θα ενέπιπταν σχεδόν πάντοτε στη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους της έδρας της εταιρίας αυτής.

24      Μια τέτοια ερμηνεία του εν λόγω άρθρου θα κατέληγε στο να υπαχθούν στην επίμαχη εξαιρετική διεθνή δικαιοδοσία ταυτοχρόνως διαφορές οι οποίες δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έκδοση αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων ως προς το κύρος των αποφάσεων των οργάνων μιας εταιρίας, καθόσον η επίλυσή τους δεν θα είχε καμία συνέπεια για το ως άνω κύρος, καθώς και διαφορές οι οποίες ουδόλως απαιτούν την εξέταση των διατυπώσεων δημοσιότητας που εφαρμόζονται σε μια εταιρία.

25      Συνεπώς, η ερμηνεία αυτή θα διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 περισσότερο απ’ ό,τι απαιτεί ο σκοπός του, όπως αυτός υπενθυμίζεται στις σκέψεις 20 και 21 της παρούσας αποφάσεως.

26      Συνεπώς, όπως ορθώς προβάλλουν οι ιατροί και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το εν λόγω άρθρο πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν μόνον οι διαφορές στις οποίες ένας διάδικος αμφισβητεί το κύρος αποφάσεως οργάνου εταιρίας βάσει του εφαρμοστέου δικαίου εταιριών ή των καταστατικών διατάξεων περί της λειτουργίας των οργάνων της.

27      Από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι οι ιατροί προέβαλαν ενώπιον του High Court τέτοιες αιτιάσεις.

28      Ειδικότερα, στις διαφορές της κύριας δίκης, οι ιατροί ουδόλως αμφισβητούν ότι το διοικητικό συμβούλιο της MDU διέθετε, σύμφωνα με το καταστατικό της, την εξουσία να λάβει την απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεώς τους για αποζημίωση.

29      Αντιθέτως, οι ως άνω ιατροί επικρίνουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας αυτής. Εν προκειμένω, υποστηρίζουν ότι η MDU απέρριψε αυτεπαγγέλτως την αίτησή τους για αποζημίωση, χωρίς ενδελεχή εξέτασή του, προσβάλλοντας έτσι τα δικαιώματα που ισχυρίζονται ότι αντλούσαν από το καταστατικό της MDU ως μέλη της.

30      Κατά συνέπεια, οι διαφορές της κύριας δίκης μεταξύ των εν λόγω ιατρών και της MDU δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001.

31      Κατόπιν των ανωτέρω, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι μια αγωγή, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στο πλαίσιο της οποίας ένας διάδικος ισχυρίζεται ότι η απόφαση ενός οργάνου μιας εταιρίας προσέβαλε τα δικαιώματα που ο εν λόγω διάδικος υποστηρίζει ότι αντλεί από το καταστατικό της εταιρίας αυτής, δεν αφορά το κύρος των αποφάσεων των οργάνων εταιρίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

32      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 22, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι μια αγωγή, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στο πλαίσιο της οποίας ένας διάδικος ισχυρίζεται ότι η απόφαση ενός οργάνου μιας εταιρίας προσέβαλε τα δικαιώματα που ο εν λόγω διάδικος υποστηρίζει ότι αντλεί από το καταστατικό της εταιρίας αυτής, δεν αφορά το κύρος των αποφάσεων των οργάνων εταιρίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.