Language of document : ECLI:EU:C:2007:816

Υπόθεση C-281/06

Hans-Dieter Jundt et Hedwig Jundt

κατά

Finanzamt Offenburg

(αίτηση του Bundesfinanzhof

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Eλεύθερη παροχή υπηρεσιών — Εκπαιδευτική δραστηριότητα ασκούμενη ως παρεπόμενη επαγγελματική απασχόληση — Έννοια της “αμοιβής” — Αποζημιώσεις προς κάλυψη επαγγελματικών δαπανών — Νομοθεσία περί φορολογικής απαλλαγής — Προϋποθέσεις — Αμοιβή καταβαλλόμενη από δημόσιο πανεπιστήμιο»

Περίληψη της αποφάσεως

1.        Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Διατάξεις της Συνθήκης — Πεδίο εφαρμογής

(Άρθρα 45, εδ. 1, EΚ, 49 EΚ και 50 EΚ)

2.        Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Περιορισμοί — Φορολογική νομοθεσία

(Άρθρο 49 EΚ)

1.        Η εκπαιδευτική δραστηριότητα υποκειμένου στον φόρο κράτους μέλους, η οποία ασκείται στην υπηρεσία νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49 ΕΚ, ακόμη κι αν ασκείται ως παρεπόμενη επαγγελματική δραστηριότητα και έχει σχεδόν τιμητικό χαρακτήρα.

Συγκεκριμένα, ο αποφασιστικός παράγων βάσει του οποίου μια δραστηριότητα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών είναι οικονομικού χαρακτήρα, δηλαδή η δραστηριότητα δεν πρέπει να ασκείται χωρίς αντιπαροχή. Αντιστρόφως, δεν απαιτείται συναφώς η επιδίωξη του παρέχοντος υπηρεσίες να αποκομίζει κέρδος. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η εκπαιδευτική δραστηριότητα ασκείται για λογαριασμό ενός πανεπιστημίου, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν έχει ως αποτέλεσμα να μην εμπίπτει η παρασχεθείσα υπηρεσία στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49 ΕΚ, εφόσον οι αστικής φύσεως δραστηριότητες παροχής διδασκαλίας σε πανεπιστήμιο δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως του άρθρου 45, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 50 ΕΚ, αφού η παρέκκλιση αυτή πρέπει να περιορίζεται στις δραστηριότητες οι οποίες αποτελούν άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση εξουσίας δημόσιας αρχής.

(βλ. σκέψεις 32-33, 35, 37-39, διατακτ. 1)

2.        Ο περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από εθνική κανονιστική ρύθμιση που χορηγεί απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος μόνο για τις αμοιβές που καταβάλλονται, ως αντιπαροχή παρεπόμενης εκπαιδευτικής δραστηριότητας, από πανεπιστήμια τα οποία είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, εγκατεστημένα στην ημεδαπή, και δεν τη χορηγεί όταν οι αμοιβές αυτές καταβάλλονται από πανεπιστήμιο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, δεν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.

Συγκεκριμένα, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες σε ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, συνιστά δυσμενέστερη μεταχείριση των υπηρεσιών που παρέχονται σε αποδέκτες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη σε σχέση με τη μεταχείριση των υπηρεσιών που παρέχονται στην ημεδαπή και αποτελεί περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ο περιορισμός αυτός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν δικαιολογείται από την προώθηση της εκπαιδεύσεως, της έρευνας και της αναπτύξεως καθόσον θίγει την ελευθερία των εκπαιδευτικών που ασκούν παρεπόμενη εκπαιδευτική δραστηριότητα να επιλέγουν τον τόπο παροχής των υπηρεσιών τους εντός της Κοινότητας, χωρίς να στοιχειοθετείται ότι, για την επίτευξη του προβαλλομένου σκοπού προαγωγής της διδασκαλίας, πρέπει το επίμαχο φορολογικό πλεονέκτημα να επιφυλάσσεται μόνο στους υποκειμένους στον φόρο που ασκούν παρεπόμενη εκπαιδευτική δραστηριότητα στα πανεπιστήμια που είναι εγκατεστημένα στην ημεδαπή. Περαιτέρω, ο περιορισμός αυτός δεν δικαιολογείται από την ανάγκη διασφαλίσεως της συνοχής του φορολογικού συστήματος εφόσον δεν υφίσταται άμεσος σύνδεσμος, από απόψεως του φορολογικού συστήματος, μεταξύ της φοροαπαλλαγής των αποζημιώσεων προς κάλυψη επαγγελματικών δαπανών, τις οποίες καταβάλλουν τα ημεδαπά πανεπιστήμια, και της αντισταθμίσεως του πλεονεκτήματος αυτού από συγκεκριμένη φορολογική επιβάρυνση.

Εξάλλου, το γεγονός ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων περί της οργανώσεως του εκπαιδευτικού τους συστήματος δεν καθιστά συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο την εν λόγω ρύθμιση που χορηγεί φοροαπαλλαγή μόνο στους υποκειμένους στον φόρο οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες στην υπηρεσία ή για λογαριασμό των ημεδαπών δημοσίων πανεπιστημίων. Η κανονιστική αυτή ρύθμιση δεν αποτελεί μέτρο σχετικό με το περιεχόμενο της διδασκαλίας ή την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά φορολογικό μέτρο γενικής ισχύος που χορηγεί φορολογικό πλεονέκτημα όταν ο ιδιώτης ασκεί δραστηριότητες υπέρ του κοινωνικού συνόλου. Μολονότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση αποτελεί μέτρο οργανώσεως του εκπαιδευτικού συστήματος, παρ’ όλ’ αυτά δεν συνάδει με τη Συνθήκη, καθόσον επηρεάζει την επιλογή των εκπαιδευτικών με παρεπόμενη επαγγελματική δραστηριότητα ως προς τον τόπο παροχής των υπηρεσιών τους.

(βλ. σκέψεις 54, 56-57, 61, 69, 71, 73, 83-85, 88-89, διατακτ. 2-3)