Language of document : ECLI:EU:C:2010:12

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 14ης Ιανουαρίου 2010 (*)

«Οδηγία 2005/29/ΕΚ – Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές – Εθνική νομοθετική ρύθμιση που απαγορεύει εξ ορισμού τις εμπορικές πρακτικές που εξαρτούν τη συμμετοχή των καταναλωτών σε διαφημιστικό παίγνιο από την αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας»

Στην υπόθεση C‑304/08,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) με απόφαση της 5ης Ιουνίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Ιουλίου 2008, στο πλαίσιο της δίκης

Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV

κατά

Plus Warenhandelsgesellschaft mbH,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος και προεδρεύοντα του πρώτου τμήματος, E. Levits, A. Borg Barthet, M. Ilešič και J.-J. Kasel, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak

γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Ιουνίου 2009,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV, εκπροσωπούμενη από την C. von Gierke, Rechtsanwältin,

–        η Plus Warenhandelsgesellschaft mbH, εκπροσωπούμενη από τους D. Mäder και C. Hunecke, Rechtsanwälte,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Lumma και την J. Kemper,

–        η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Materne,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Smolek,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον F. Díez Moreno,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον F. Arena, avvocato dello Stato,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Hable,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Dowgielewicz και τις K. Zawisza και M. Laszuk,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes και P. Mateus Calado και την A. Barros,

–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Guimaraes-Purokoski,

–        η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους F. Erlbacher και W. Wils,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Αντικείμενο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι η ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») (ΕΕ L 149, σ. 22).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV (ένωσης για την πάταξη του αθέμιτου ανταγωνισμού, στο εξής: Wettbewerbszentrale) και της Plus Warenhandelsgesellschaft mbH, γερμανικής επιχειρήσεως λιανικού εμπορίου (στο εξής: Plus), με αντικείμενο μια εμπορική πρακτική της επιχειρήσεως αυτής, την οποία η Wettbewerbszentrale χαρακτηρίζει ως αθέμιτη.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η κοινοτική νομοθεσία

3        Η έκτη, η έβδομη και η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2005/29 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:

«(6)      […] η παρούσα οδηγία επιδιώκει την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης της αθέμιτης διαφήμισης, οι οποίες βλάπτουν άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών και, συνεπώς, έμμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των [νομίμως ενεργούντων] ανταγωνιστών. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οδηγία προστατεύει τους καταναλωτές από τις συνέπειες τέτοιου είδους αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, όπου αυτές είναι ουσιώδεις, αλλά αναγνωρίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επίπτωση στους καταναλωτές μπορεί να είναι αμελητέα. Δεν καλύπτει ούτε θίγει τους εθνικούς νόμους για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν μόνο τα οικονομικά συμφέροντα των ανταγωνιστών ή τις πρακτικές που αφορούν εμπορικές συναλλαγές· τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τους την αρχή της επικουρικότητας, θα συνεχίσουν να είναι σε θέση να ρυθμίζουν τέτοιου είδους πρακτικές, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον επιλέξουν να το πράττουν. […]

(7)      Η παρούσα οδηγία αφορά εμπορικές πρακτικές που αποβλέπουν άμεσα στον επηρεασμό των αποφάσεων των καταναλωτών σε σχέση με προϊόντα. Δεν αφορά εμπορικές πρακτικές που εκτελούνται καταρχήν για άλλους σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης π.χ. της εμπορικής επικοινωνίας που στοχεύει σε επενδυτές, όπως είναι η υποβολή ετήσιων εκθέσεων και οι εταιρικές διαφημιστικές δημοσιεύσεις. Δεν καλύπτονται οι κανόνες δικαίου που σχετίζονται με την καλαισθησία και την ευπρέπεια, οι οποίοι παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Εμπορικές πρακτικές, όπως π.χ. η άγρα πελατών στους δρόμους, ενδέχεται να είναι ανεπιθύμητη στα κράτη μέλη για λόγους πολιτιστικούς. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακολουθήσουν να μπορούν να απαγορεύουν εμπορικές πρακτικές για λόγους καλαισθησίας και ευπρέπειας στην επικράτειά τους, ακόμα και όταν οι πρακτικές αυτές δεν περιορίζουν την ελευθερία επιλογής των καταναλωτών. Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, και ιδίως των γενικών ρητρών της, θα πρέπει να λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι περιστάσεις της οικείας μεμονωμένης περίπτωσης.

[...]

(17)      Είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι εμπορικές πρακτικές που είναι αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, χάριν μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου. Στο παράρτημα Ι περιλαμβάνεται ο πλήρης κατάλογος όλων αυτών των πρακτικών. Είναι οι μόνες εμπορικές πρακτικές που μπορούν να θεωρηθούν αθέμιτες, χωρίς κατά περίπτωση αξιολόγηση, παρά τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 9. Ο κατάλογος μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με αναθεώρηση της οδηγίας.»

4        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2005/29 ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

[…]

δ)      “εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές” (οι οποίες αναφέρονται στο εξής και ως “εμπορικές πρακτικές”): κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές·

[…]».

5        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας ορίζει:

«Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως αυτές [ορίζονται] στο άρθρο 5, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζομένη με ένα συγκεκριμένο προϊόν.»

6        Κατά το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας:

«Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ούτε την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών για λόγους που εμπίπτουν στον τομέα όπου επιδιώκεται η προσέγγιση της νομοθεσίας μέσω της παρούσας οδηγίας.»

7        Το άρθρο 5 της οδηγίας 2005/29, με τίτλο «Απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών», είναι διατυπωμένο ως εξής:

«1.      Απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.

2.      Μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν:

α)      είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας,

και

β)      στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών.

3.      Εμπορικές πρακτικές που ενδέχεται να στρεβλώνουν ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά μόνο μιας σαφώς προσδιοριζόμενης ομάδας καταναλωτών που είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι ως προς την πρακτική αυτή ή ως προς το συγκεκριμένο προϊόν λόγω πνευματικής ή σωματικής αναπηρίας, ηλικίας ή ακρισίας, με τέτοιο τρόπο ώστε ο εμπορευόμενος να μπορεί ευλόγως να το προβλέψει, εκτιμώνται υπό το πρίσμα του μέσου μέλους της συγκεκριμένης ομάδας. Αυτό ισχύει υπό την επιφύλαξη της κοινής και θεμιτής διαφημιστικής πρακτικής της διατύπωσης δηλώσεων που ενέχουν υπερβολές ή δηλώσεων οι οποίες δεν αναμένεται να εκληφθούν, ως έχουν, εν τη κυριολεξία τους.

4.      Ιδιαιτέρως, εμπορικές πρακτικές είναι αθέμιτες όταν:

α)      είναι παραπλανητικές όπως καθορίζεται στα άρθρα 6 και 7,

ή

β)      είναι επιθετικές όπως καθορίζεται στα άρθρα 8 και 9.

5.      Το παράρτημα Ι περιέχει τον κατάλογο των εμπορικών πρακτικών που θεωρούνται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις. Ο ίδιος ενιαίος κατάλογος ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με αναθεώρηση της παρούσας οδηγίας.»

8        Τέλος, κατά το άρθρο 19 της οδηγίας 2005/29:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 12 Ιουνίου 2007. […]

[Αρχίζουν να] εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές [το αργότερο από] τις 12 Δεκεμβρίου 2007. […]»

 Η εθνική νομοθεσία

9        Σκοπός του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού (Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb, BGBl. 2004 I, σ. 1414, στο εξής: UWG), είναι κατά το άρθρο 1 αυτού, η προστασία των ανταγωνιστών, των καταναλωτών και όσων άλλων δραστηριοποιούνται στην αγορά από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Ο νόμος προασπίζει συγχρόνως το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου που έγκειται στη μη νόθευση του ανταγωνισμού.

10      Το άρθρο 3 του UWG ορίζει τα ακόλουθα:

«Απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πράξεις, εφόσον είναι ικανές να επηρεάσουν κατά τρόπο μη αμελητέο τον ανταγωνισμό σε βάρος των ανταγωνιστών, των καταναλωτών ή όσων άλλων δραστηριοποιούνται στην αγορά.»

11      Το άρθρο 4 του UWG ορίζει:

«Διαπράττει ιδίως πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, υπό την έννοια του άρθρου 3, όποιος

[…]

6.      εξαρτά τη συμμετοχή των καταναλωτών σε διαφημιστικό διαγωνισμό ή διαφημιστικό κερδοφόρο παίγνιο από την αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας, εκτός εάν ο διαγωνισμός ή το παίγνιο συνδέεται, ως εκ της φύσεώς του, με το προϊόν ή την υπηρεσία·

[…]».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

12      Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, από τις 16 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 13 Νοεμβρίου 2004 η Plus διενήργησε διαφημιστική εκστρατεία με τίτλο «Ihre Millionenchance» («Ευκαιρία να κερδίσετε εκατομμύρια!»), στο πλαίσιο της οποίας καλούσε το κοινό να αγοράζει προϊόντα από τα καταστήματά της, προκειμένου να συγκεντρώνει πόντους. Η συγκέντρωση 20 πόντων έδινε δικαίωμα δωρεάν συμμετοχής στην κλήρωση της 6ης Νοεμβρίου 2004 ή της 27ης Νοεμβρίου 2004 που επρόκειτο να διοργανώσει η Deutscher Lottoblock (εθνική ένωση 16 επιχειρήσεων τυχηρών παιγνίων).

13      Κρίνοντας την πρακτική αυτή αθέμιτη υπό την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 3 και 4, σημείο 6, του UWG, καθόσον εξαρτούσε τη συμμετοχή των καταναλωτών σε διαφημιστικό παίγνιο από την αγορά προϊόντων, η Wettbewerbszentrale ζήτησε από το Landgericht Duisburg να υποχρεώσει την Plus να παύσει την εν λόγω πρακτική.

14      Η Plus, αφού ηττήθηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, κατέθεσε αίτηση αναιρέσεως (Revision) ενώπιον του Bundesgerichtshof.

15      Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες περί του συμβατού των ως άνω εθνικών διατάξεων με την οδηγία 2005/29, κατά το μέτρο που οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν γενικώς τους διαφημιστικούς διαγωνισμούς και τα παίγνια τα συνδεόμενα με υποχρέωση αγοράς. Η εν λόγω πρακτική δεν περιλαμβάνεται όμως στο παράρτημα Ι της οδηγίας, το οποίο απαριθμεί τις πρακτικές εκείνες μόνο που μπορούν σε κάθε περίσταση να απαγορεύονται ανεξαρτήτως της υπάρξεως συγκεκριμένης απειλής για τα συμφέροντα των καταναλωτών. Επιπλέον, κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν αποκλείεται ο UWG να διασφαλίζει, με τη διατύπωση αυτή, ευρύτερη προστασία των καταναλωτών από αυτή που προέβλεψε ο κοινοτικός νομοθέτης, παρά το γεγονός ότι σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι η πλήρης εναρμόνιση στον σχετικό τομέα.

16      Στη διάταξη περί παραπομπής, το Bundesgerichtshof διατυπώνει επίσης ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.

17      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι, μολονότι η οδηγία 2005/29 δεν έχει ακόμη μεταφερθεί στη γερμανική έννομη τάξη ούτε προβλέπεται στο πλαίσιο αυτό καμία τροποποίηση ή κατάργηση διατάξεων του εφαρμοζόμενου στην υπόθεση της κύριας δίκης UWG, είναι υποχρεωμένο, δυνάμει της νομολογίας που διαμορφώθηκε με την απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, C‑212/04, Αδενέλερ κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6057), να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 2005/29 από της 12ης Δεκεμβρίου 2007, δηλαδή από της ημερομηνίας κατά την οποία, δυνάμει του άρθρου 19 της οδηγίας αυτής, έπρεπε το αργότερο να εφαρμόζονται οι εθνικές διατάξεις μεταφοράς.

18      Επιπλέον, καίτοι είναι βέβαιο ότι η επικρινόμενη πρακτική ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο εκείνου της θέσεως σε ισχύ της οδηγίας 2005/29, δηλαδή της 12ης Ιουνίου 2005, το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι, δεδομένου ότι η αγωγή που κατέθεσε η Wettbewerbszentrale με αντικείμενο την παύση και την παράλειψη της πρακτικής αφορά μέλλουσες παραβάσεις, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή παρά μόνον εφόσον η παύση και η παράλειψη είναι δυνατό να διαταχθούν επί τη βάσει του ισχύοντος κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου δικαίου.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/29 [...] την έννοια ότι δεν επιτρέπει την εθνική ρύθμιση που χαρακτηρίζει εξ ορισμού παράνομη την εμπορική πρακτική κατά την οποία η συμμετοχή των καταναλωτών σε διαφημιστικό διαγωνισμό ή σε διαφημιστικό παίγνιο εξαρτάται από την αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας, ανεξαρτήτως του αν ο συγκεκριμένος τρόπος διαφημίσεως θίγει τα συμφέροντα των καταναλωτών;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

20      Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία, με το ερώτημά του, να διευκρινιστεί εάν η οδηγία 2005/29 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει μια εθνική ρύθμιση, όπως είναι ο UWG, δυνάμει της οποίας απαγορεύονται εξ ορισμού οι εμπορικές πρακτικές που εξαρτούν τη συμμετοχή των καταναλωτών σε διαφημιστικό διαγωνισμό ή διαφημιστικό παίγνιο από την αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας, χωρίς να εξετάζονται οι ειδικές περιστάσεις κάθε περιπτώσεως.

 Επί του παραδεκτού

21      Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ισχυριζόμενη ότι η οδηγία 2005/29 δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης.

22      Κατά την ως άνω κυβέρνηση, δεδομένου ότι η διαφορά ανέκυψε μεταξύ δυο γερμανικών επιχειρήσεων, χαρακτηριστικό της υπό κρίση περιπτώσεως στην κύρια δίκη είναι ότι όλα τα στοιχεία αυτής περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους, με συνέπεια οι διατάξεις της οδηγίας 2005/29 να μην εφαρμόζονται στη διαφορά της κύριας δίκης (βλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C‑97/98, Jägerskiöld, Συλλογή 1999, σ. I‑7319, σκέψη 45). Επικουρικώς, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει κατ’ ουσία ότι η οδηγία 2005/29 δεν εφαρμόζεται στην υπόθεση της κύριας δίκης για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα όχι μόνον προ της εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας, αλλά και προ της εκδόσεως αυτής. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει το συμβατό του γερμανικού νόμου προς την οδηγία 2005/29. Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση τονίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, αντικείμενο των ρυθμίσεων της ως άνω οδηγίας δεν είναι οι διαγωνισμοί ή οι κληρώσεις που συνδέονται με τη διάθεση στο εμπόριο προϊόντων ή υπηρεσιών προοριζόμενων για τους καταναλωτές, διότι ο τομέας αυτός αποτελούσε ρητώς το αντικείμενο της προτάσεως κανονισμού COM(2001) 546 τελικό, σχετικά με τις πρακτικές προωθήσεως των πωλήσεων στην εσωτερική αγορά, την οποία απέσυρε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 2006.

23      Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν πάντως να γίνουν δεκτά.

24      Επιβάλλεται ευθύς εξ αρχής να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, εναπόκειται αποκλειστικώς στα εθνικά δικαστήρια που έχουν επιληφθεί της διαφοράς και φέρουν την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως να εκτιμήσουν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να απαντήσει (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, C‑379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 38· της 22ας Μαΐου 2003, C‑18/01, Korhonen κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-5321, σκέψη 19· και της 19ης Απριλίου 2007, C‑295/05, Asemfo, Συλλογή 2007, σ. I-2999, σκέψη 30).

25      Κατά συνέπεια, το τεκμήριο λυσιτέλειας των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια δεν ανατρέπεται παρά μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που ζητείται με τα ερωτήματα αυτά δεν έχει σχέση με το υποστατό της διαφοράς ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 61· και της 1ης Απριλίου 2008, C‑212/06, Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon, Συλλογή 2008, σ. I-1683, σκέψη 29).

26      Εν προκειμένω, προφανώς δεν πρόκειται περί τέτοιας περιπτώσεως.

27      Όσον αφορά κατ’ αρχάς την προαναφερθείσα απόφαση Jägerskiöld, την οποία επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση προς θεμελίωση του ισχυρισμού της ότι η υπόθεση την οποία αφορά η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στερείται κοινοτικής διαστάσεως, αρκεί να επισημανθεί ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε την ερμηνεία των σχετικών με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ, οι οποίες, όπως ρητώς υπενθύμισε το Δικαστήριο με τη σκέψη 42 της εν λόγω αποφάσεως, δεν εφαρμόζονται σε δραστηριότητες το σύνολο των στοιχείων των οποίων περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους.

28      Εντούτοις, στην υπόθεση της κύριας δίκης, σε αντίθεση με τις διατάξεις της Συνθήκης στις οποίες αναφερόταν η προαναφερθείσα απόφαση Jägerskiöld, η εφαρμογή της οδηγίας 2005/29 δεν προαπαιτεί τη συνδρομή στοιχείου αλλοδαπότητας. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, η οδηγία εφαρμόζεται σε κάθε αθέμιτη εμπορική πρακτική στην οποία προβαίνει επιχείρηση έναντι των καταναλωτών.

29      Όσον αφορά, περαιτέρω, το επιχείρημα ότι η οδηγία 2005/29 δεν εφαρμόζεται στη διαφορά της κύριας δίκης για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αυτή ανέκυψε συντελέσθηκαν προ της εκδόσεως της εν λόγω οδηγίας, επιβάλλεται η επισήμανση, αφενός, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ οδηγίας τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν, στο μέτρο του δυνατού, να απέχουν από οποιαδήποτε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου που θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας, την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η οικεία οδηγία (βλ., ιδίως, απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C‑261/07 και C‑299/07, VTB-VAB και Galatea, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30      Εν προκειμένω, τέτοια υποχρέωση αποχής υφίστατο τουλάχιστον κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί παραπομπής, δηλαδή την 5η Ιουνίου 2008, ημερομηνία κατά την οποία όχι μόνον είχε τεθεί σε ισχύ η οδηγία 2005/29, αλλά και είχε εκπνεύσει η προθεσμία μεταφοράς της, η οποία έληγε στις 12 Δεκεμβρίου 2007.

31      Αφετέρου και εν πάση περιπτώσει, όπως ρητώς προκύπτει από τη απόφαση περί παραπομπής, η αίτηση αναιρέσεως που κατέθεσε η Wettbewerbszentrale δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Bundesgerichtshof παρά μόνον εάν η αξίωση για παύση και παράλειψη της πρακτικής μπορεί να στηριχθεί στο δίκαιο που θα ισχύει όταν θα εκδοθεί, κατόπιν της παρούσας αποφάσεως, η απόφαση επί της διαφοράς της κύριας δίκης, καθόσον η εν λόγω αξίωση αφορά επίσης μέλλουσες παραβάσεις.

32      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 49 έως 57 των προτάσεών της, η ερμηνεία της οδηγίας 2005/29 την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο κρίνεται χρήσιμη για την εκ μέρους του δικαστηρίου αυτού επίλυση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί.

33      Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα ότι οι επικρινόμενες στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης πρακτικές προωθήσεως των πωλήσεων δεν εμπίπτουν στην οδηγία 2005/29, επειδή αποτέλεσαν ρητώς αντικείμενο προτάσεως κανονισμού της Επιτροπής, αρκεί να επισημανθεί ότι δεν μπορεί βάσει και μόνον της περιστάσεως αυτής, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι η εν λόγω πρόταση αποσύρθηκε το 2006 και δεν κατέληξε, ως εκ τούτου, στην έκδοση κανονισμού, να αποκλείεται οι πρακτικές αυτού του είδους να αποτελούν, κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, αθέμιτες εμπορικές πρακτικές υπό την έννοια της ως άνω οδηγίας και να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.

34      Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

35      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, επιβάλλεται κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί εάν οι πρακτικές που απαγορεύει η επίμαχη διάταξη στην κύρια δίκη και που συνίστανται στην εξάρτηση της συμμετοχής των καταναλωτών σε διαγωνισμό ή παίγνιο από την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών αποτελούν εμπορικές πρακτικές υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2005/29, υπαγόμενες, ως εκ τούτου, στις προβλεπόμενες από αυτήν ρυθμίσεις.

36      Επισημαίνεται, συναφώς, ότι κατά το άρθρο 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2005/29, το οποίο χρησιμοποιεί ιδιαιτέρως ευρεία διατύπωση, ως εμπορική πρακτική νοείται «κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές».

37      Επιβάλλεται, πάντως, η επισήμανση ότι οι διαφημιστικές εκστρατείες, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, που εξαρτούν τη δωρεάν συμμετοχή καταναλωτή σε κλήρωση από την αγορά ορισμένης ποσότητας προϊόντων ή υπηρεσιών, σαφώς εντάσσονται στο πλαίσιο της εμπορικής στρατηγικής επιχειρηματία και αφορούν ευθέως την προώθηση των προϊόντων του και τη διοχέτευσή τους στην αγορά. Επομένως, αποτελούν κάλλιστα εμπορικές πρακτικές υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2005/29, οπότε εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της (βλ., κατ’ αναλογία, αναφορικά με τις συνοδευόμενες με δώρα προσφορές, προπαρατεθείσα απόφαση VTB-VAB και Galatea, σκέψη 50).

38      Η διαπίστωση αυτή δεν ανατρέπεται από το επιχείρημα που αντιτάσσουν η Τσεχική και Αυστριακή Κυβέρνηση και κατά το οποίο, επειδή, σε αντίθεση προς τις διατάξεις της οδηγίας 2005/29, πρωταρχικός σκοπός των διατάξεων του εφαρμοζόμενου στην υπόθεση της κύριας δίκης UWG είναι όχι η προστασία των καταναλωτών αλλά η προστασία των ανταγωνιστών από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ορισμένων επιχειρηματιών, οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν άπτονται του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

39      Συγκεκριμένα, όπως τονίστηκε στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία 2005/29 χαρακτηρίζεται από το ιδιαιτέρως ευρύ καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής της, το οποίο καλύπτει κάθε εμπορική πρακτική άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές. Από το ως άνω πεδίο εφαρμογής εξαιρούνται, όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, μόνο οι εθνικοί νόμοι περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών οι οποίες βλάπτουν «μόνο» τα οικονομικά συμφέροντα των ανταγωνιστών ή αφορούν εμπορικές συναλλαγές.

40      Επομένως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 65 και 66 των προτάσεών της, οι εφαρμοζόμενες στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικές διατάξεις προφανέστατα δεν εμπίπτουν στην ανωτέρω κατηγορία, καθόσον τα άρθρα 1, 3 και 4 του UWG αποσκοπούν ρητώς στην προστασία των καταναλωτών και όχι μόνον στην προστασία των ανταγωνιστών και όσων άλλων δραστηριοποιούνται στην αγορά.

41      Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως, επιβάλλεται περαιτέρω να υπομνησθεί ότι με την οδηγία 2005/29 επιχειρείται πλήρης εναρμόνιση, σε κοινοτικό επίπεδο, των κανόνων σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων έναντι των καταναλωτών. Επομένως, όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λαμβάνουν μέτρα αυστηρότερα αυτών που καθορίζονται με την εν λόγω οδηγία, ακόμη και εάν σκοπός των μέτρων αυτών είναι η διασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών (προπαρατεθείσα απόφαση VTB-VAB και Galatea, σκέψη 52).

42      Ακολούθως, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 5 της οδηγίας απαγορεύει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και προσδιορίζει τα κριτήρια με βάση τα οποία διαπιστώνεται ο αθέμιτος αυτός χαρακτήρας.

43      Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη αν είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώνει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή σε σχέση με το προϊόν.

44      Η παράγραφος 4 του ως άνω άρθρου καθιερώνει δύο συγκεκριμένες κατηγορίες αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, δηλαδή τις «παραπλανητικές πρακτικές» και τις «επιθετικές πρακτικές» οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που προσδιορίζονται αντιστοίχως στα άρθρα 6 και 7 καθώς και 8 και 9 της οδηγίας. Δυνάμει των διατάξεων αυτών, πρακτικές τέτοιου χαρακτήρα απαγορεύονται όταν, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών τους και του πλαισίου των πραγματικών περιστατικών, ωθούν ή ενδέχεται να ωθήσουν τον μέσο καταναλωτή να λάβει απόφαση σχετική με συναλλαγή που ειδάλλως δεν θα είχε λάβει.

45      Τέλος, το παράρτημα I της οδηγίας 2005/29 απαριθμεί περιοριστικά 31 εμπορικές πρακτικές που, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής, τεκμαίρονται αθέμιτες «υπό οποιεσδήποτε συνθήκες». Κατά συνέπεια, όπως ρητώς διευκρινίζει η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, πρόκειται για τις μόνες εμπορικές πρακτικές που μπορούν να χαρακτηρίζονται αθέμιτες χωρίς να αξιολογούνται κατά περίπτωση βάσει των διατάξεων των άρθρων 5 έως 9 της οδηγίας 2005/29.

46      Κατά συνέπεια, το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του περιεχομένου και της όλης οικονομίας των διαλαμβανόμενων στις προηγούμενες σκέψεις διατάξεων της οδηγίας 2005/29.

47      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εθνική ρύθμιση που, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση, απαγορεύει εξ ορισμού τις πρακτικές κατά τις οποίες η συμμετοχή των καταναλωτών σε παίγνιο ή διαγωνισμό εξαρτάται από την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών, δεν ικανοποιεί τις επιταγές της οδηγίας 2005/29.

48      Συγκεκριμένα, αφενός, το άρθρο 4, σημείο 6, του UWG απαγορεύει κάθε εμπορική πρακτική που εξαρτά τη συμμετοχή των καταναλωτών σε διαφημιστικό διαγωνισμό ή διαφημιστικό παίγνιο από την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών, εκτός εάν ο διαγωνισμός ή το παίγνιο συνδέεται, ως εκ της φύσεώς του, με το οικείο προϊόν ή την οικεία υπηρεσία. Με άλλες λέξεις, αυτός ο τύπος πρακτικής απαγορεύεται γενικώς, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί, με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε περιπτώσεως, εάν η επίμαχη εμπορική πρακτική έχει «αθέμιτο» χαρακτήρα υπό το πρίσμα των κριτηρίων που προσδιορίζουν τα άρθρα 5 έως 9 της οδηγίας 2005/29.

49      Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι αυτού του είδους οι πρακτικές, οι οποίες συναρτούν τη συμμετοχή των καταναλωτών σε παίγνιο ή διαγωνισμό προς την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών, δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας, το οποίο, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, απαριθμεί περιοριστικά τις μόνες πρακτικές που μπορούν να απαγορεύονται χωρίς κατά περίπτωση εξέταση.

50      Αφετέρου, μια εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, αντίκειται στο περιεχόμενο του άρθρου 4 της οδηγίας 2005/29, το οποίο απαγορεύει ρητώς στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν πιο περιοριστικά εθνικά μέτρα, ακόμη και όταν τα μέτρα αυτά έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.

51      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αντιβαίνει στην οδηγία 2005/29 η απαγόρευση των εμπορικών προσφορών που εξαρτούν τη συμμετοχή των καταναλωτών σε διαγωνισμό ή παίγνιο από την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών, όπως είναι η προβλεπόμενη από την επίμαχη εθνική ρύθμιση.

52      Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι το άρθρο 4, σημείο 6, του UWG καθιερώνει εξαίρεση για τις πρακτικές που αφορούν παίγνιο ή διαγωνισμό συνδεόμενο, ως εκ της φύσεώς του, με το οικείο προϊόν ή την οικεία υπηρεσία.

53      Συγκεκριμένα, ακόμη και αν η ως άνω εξαίρεση περιορίζει εν δυνάμει την έκταση της απαγορεύσεως που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, παρά ταύτα, λόγω της περιορισμένης και προκαθορισμένης φύσεώς της, η εξαίρεση αυτή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάλυση –που πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιείται με γνώμονα το πλαίσιο πραγματικών περιστατικών κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως– του «αθέμιτου» χαρακτήρα μιας εμπορικής πρακτικής επί τη βάσει των κριτηρίων των άρθρων 5 έως 9 της οδηγίας 2005/29, όταν, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρόκειται για πρακτική η οποία δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της οδηγίας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση VTB-VAB και Galatea, σκέψεις 64 και 65).

54      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2005/29 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει μια εθνική ρύθμιση, όπως είναι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας απαγορεύονται εξ ορισμού οι εμπορικές πρακτικές που εξαρτούν τη συμμετοχή των καταναλωτών σε διαφημιστικό διαγωνισμό ή διαφημιστικό παίγνιο από την αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας, χωρίς να εξετάζονται οι ειδικές περιστάσεις κάθε περιπτώσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

55      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Η οδηγία 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές»), έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει μια εθνική ρύθμιση, όπως είναι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας απαγορεύονται εξ ορισμού οι εμπορικές πρακτικές που εξαρτούν τη συμμετοχή των καταναλωτών σε διαφημιστικό διαγωνισμό ή διαφημιστικό παίγνιο από την αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας, χωρίς να εξετάζονται οι ειδικές περιστάσεις κάθε περιπτώσεως.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.