ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 (*)
«Εξωσυμβατική ευθύνη – Τελωνειακή ένωση – Απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των αλιευμάτων – Αδυναμία προσκομίσεως ορισμένων αποδεικτικών εγγράφων – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που παρέχει δικαιώματα στους ιδιώτες – Ευθύνη της Κοινότητας ελλείψει παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της»
Στην υπόθεση T‑162/07,
Πήγασος Αλιευτική Ναυτική Εταιρεία, με έδρα το Μοσχάτο (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τους Ν. Σκανδάμη και Ε. Περάκη, δικηγόρους,
ενάγουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου, αρχικώς, από τον F. Florindo Gijón και τη M.‑Μ. Ιωσηφίδου, στη συνέχεια δε από τον F. Florindo Gijón και τη Μ. Μπαλτά,
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης αρχικώς από την E. Cujo και τους S. Schønberg και Μ. Κωνσταντινίδη, στη συνέχεια δε από τον S. Schønberg και τη M. Πατακιά,
εναγομένων,
με αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως με την οποία ζητείται η αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη η ενάγουσα λόγω της παραλείψεως του Συμβουλίου και της Επιτροπής να θεσπίσουν διατάξεις που να παρέχουν τη δυνατότητα στις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους, να δέχονται, ως απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των προϊόντων θαλάσσιας αλιείας, έγγραφα διαφορετικά του εντύπου Τ2M που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους N. J. Forwood, πρόεδρο, D. Šváby και E. Moavero Milanesi (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: K. Καντζά, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Ιουνίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
1 Κατά το άρθρο 4, σημείο 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1994, τελωνειακός χαρακτηρισμός είναι «ο χαρακτηρισμός εμπορεύματος ως κοινοτικού ή μη κοινοτικού». Στο σημείο 7, το ίδιο άρθρο 4 ορίζει ως κοινοτικά τα εμπορεύματα:
«– που παρασκευάζονται ή παράγονται εξ ολοκλήρου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπό τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 23, χωρίς την ενσωμάτωση σε αυτά εμπορευμάτων που εισάγονται από χώρες ή εδάφη που δεν αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Τα εμπορεύματα που παράγονται από εμπορεύματα που έχουν τεθεί υπό τελωνειακό καθεστώς αναστολής δεν θεωρούνται ότι κέκτηνται κοινοτικού χαρακτήρος στις περιπτώσεις ιδιαίτερης οικονομικής σημασίας που προσδιορίζονται με τη διαδικασία της επιτροπής·
– που εισάγονται από χώρες ή εδάφη που δεν αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία,
– που παρασκευάζονται ή παράγονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, είτε αποκλειστικά από εμπορεύματα που αναφέρονται στην ανωτέρω δεύτερη περίπτωση, είτε από εμπορεύματα που αναφέρονται στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση».
2 Από το άρθρο 4, σημείο 8, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι «τα μη κοινοτικά εμπορεύματα είναι τα εμπορεύματα που δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα που διαλαμβάνονται στο σημείο 7» και ότι «με την επιφύλαξη των άρθρων 163 και 164, τα κοινοτικά εμπορεύματα χάνουν τον τελωνειακό τους χαρακτηρισμό από τη στιγμή που μεταφέρονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας».
3 Το άρθρο 23 του τελωνειακού κώδικα περιέχει τον ορισμό της εννοίας «εμπορεύματα παραγόμενα εξ ολοκλήρου σε μια χώρα» με ειδική μνεία στα προϊόντα αλιείας. Ειδικότερα, ορίζει ότι:
«1. Κατάγονται από συγκεκριμένη χώρα τα εμπορεύματα που παράγονται εξ ολοκλήρου στην εν λόγω χώρα.
2. Ως εμπορεύματα παραγόμενα εξ ολοκλήρου σε μια χώρα νοούνται:
[…]
στ) τα προϊόντα της θαλάσσιας αλιείας και τα άλλα προϊόντα που εξάγονται από τη θάλασσα εκτός των χωρικών υδάτων μιας χώρας από πλοία νηολογημένα ή εγγεγραμμένα στη χώρα αυτή, και τα οποία φέρουν τη σημαία της χώρας αυτής·
ζ) τα εμπορεύματα που παράγονται επί πλοίων-εργοστασίων από προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο στ΄ καταγόμενα από τη χώρα αυτή, εφόσον τα πλοία-εργοστάσια αυτά είναι νηολογημένα ή εγγεγραμμένα στη χώρα αυτή και φέρουν τη σημαία της·
[…]
3. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2, η έννοια της χώρας καλύπτει επίσης και τα [χωρικά] ύδατα της εν λόγω χώρας.»
4 Όσον αφορά τα εμπορεύματα που τελούν υπό τελωνειακή επιτήρηση μέχρι τον καθορισμό του τελωνειακού τους χαρακτήρα, το άρθρο 37 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«1. Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους. Μπορούν επίσης να υποβληθούν σε τελωνειακούς ελέγχους σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
2. Παραμένουν υπό την επιτήρηση αυτή όσο διάστημα χρειάζονται ενδεχομένως για τον καθορισμό του τελωνειακού τους χαρακτήρα και, εφόσον πρόκειται για μη κοινοτικά εμπορεύματα και με την επιφύλαξη του άρθρου 82, παράγραφος 1, μέχρις ότου είτε αλλάξουν τελωνειακό χαρακτήρα, είτε εισαχθούν σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, είτε επανεξαχθούν ή καταστραφούν σύμφωνα με το άρθρο 182.»
5 Όπως ορίζει το άρθρο 313 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), ως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, υπό ορισμένες επιφυλάξεις, όλα τα εμπορεύματα που βρίσκονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας θεωρούνται κοινοτικά, εκτός αν αποδειχθεί ότι δεν έχουν κοινοτικό χαρακτήρα. Η παράγραφος 2 του ίδιου αυτού άρθρου έχει ως εξής:
«Δεν θεωρούνται κοινοτικά εμπορεύματα, εκτός εάν αποδειχθεί δεόντως ο κοινοτικός τους χαρακτήρας, σύμφωνα με τα άρθρα 314 έως 323 του παρόντος κανονισμού:
α) τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 37 του κώδικα.
Σύμφωνα, ωστόσο, με το άρθρο 38, παράγραφος 5, του κώδικα, τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας θεωρούνται κοινοτικά, εκτός εάν αποδειχθεί ότι δεν έχουν κοινοτικό χαρακτήρα:
– όταν, προκειμένου περί αεροπορικής μεταφοράς, αυτά φορτώθηκαν ή μεταφορτώθηκαν σε αερολιμένα ευρισκόμενο στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας με προορισμό άλλο αερολιμένα ευρισκόμενο στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, εφόσον η μεταφορά πραγματοποιείται βάσει ενιαίου τίτλου μεταφοράς, που έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος, ή
– όταν, προκειμένου για θαλάσσια μεταφορά, μεταφέρονται μεταξύ λιμένων ευρισκόμενων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στο πλαίσιο τακτικής γραμμής εγκεκριμένης σύμφωνα με τα άρθρα 313α και 313β·
β) τα εμπορεύματα που παραμένουν σε προσωρινή εναπόθεση ή σε ελεύθερη ζώνη ελέγχου τύπου I, κατά την έννοια του άρθρου 799, ή σε ελεύθερη αποθήκη·
γ) τα εμπορεύματα που υπάγονται σε καθεστώς αναστολής ή σε ελεύθερη ζώνη ελέγχου τύπου II, κατά την έννοια του άρθρου 799.»
6 Κατά το άρθρο 314 του κανονισμού εφαρμογής:
«1. Σε περίπτωση που εμπορεύματα δεν θεωρούνται κοινοτικά κατά την έννοια του άρθρου 313, ο κοινοτικός χαρακτήρας τους μπορεί να αποδειχθεί σύμφωνα με το άρθρο 314γ, παράγραφος 1, μόνον εφόσον:
α) αυτά μεταφέρονται από άλλο κράτος μέλος χωρίς διέλευση από το έδαφος τρίτης χώρας
ή
β) μεταφέρονται από άλλο κράτος μέλος με διέλευση από το έδαφος τρίτης χώρας, συνοδευόμενα από ενιαίο τίτλο μεταφοράς που έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος
ή
γ) μεταφορτώνονται σε τρίτη χώρα σε μεταφορικό μέσο άλλο από αυτό επί του οποίου φορτώθηκαν αρχικά και εκδίδεται νέο έγγραφο μεταφοράς, υπό τον όρο ότι το νέο έγγραφο μεταφοράς συνοδεύεται από αντίγραφο του αρχικού εγγράφου που χορηγήθηκε για τη μεταφορά των εμπορευμάτων από το κράτος μέλος αναχώρησης έως το κράτος μέλος προορισμού. Οι τελωνειακές αρχές του τελωνείου προορισμού, στο πλαίσιο της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, πραγματοποιούν ελέγχους εκ των υστέρων για να διασφαλίσουν την ακρίβεια των στοιχείων που αναγράφονται στο αντίγραφο του αρχικού τίτλου μεταφοράς.
3. Τα έγγραφα ή οι τρόποι που προβλέπονται στο άρθρο 314γ, παράγραφος 1, δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται για τα εμπορεύματα για τα οποία ολοκληρώθηκαν οι διατυπώσεις εξαγωγής ή τα οποία έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή με το σύστημα επιστροφής.»
7 Όσον αφορά την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων, το άρθρο 314γ, παράγραφος 1, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των εμπορευμάτων που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, η απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων μπορεί να αποδειχθεί με ένα από τα ακόλουθα μέσα:
[…]
δ) το έγγραφο που προβλέπεται στο άρθρο 325·
[…]».
8 Το άρθρο 325, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ως «κοινοτικό αλιευτικό πλοίο» το πλοίο που είναι νηολογημένο και εγγεγραμμένο στο τμήμα της επικράτειας ενός κράτους μέλους που ανήκει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, το οποίο φέρει σημαία κράτους μέλους και αλιεύει προϊόντα αλιείας και επί του οποίου, ενδεχομένως, πραγματοποιείται η επεξεργασία αυτών των προϊόντων. Το «κοινοτικό πλοίο-εργοστάσιο» διαφέρει από το κοινοτικό αλιευτικό πλοίο, λόγω του ότι δεν αλιεύει προϊόντα αλιείας, αλλά επ’ αυτού πραγματοποιείται η επεξεργασία των προϊόντων αυτών. Κατά τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου:
«2. Είναι αναγκαία η προσκόμιση εντύπου T2M, το οποίο έχει εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 327 έως 337, προκειμένου να αποδειχθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας:
α) των προϊόντων αλιείας που αλιεύονται εκτός των χωρικών υδάτων χώρας ή εδάφους που δεν ανήκει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας από κοινοτικό αλιευτικό πλοίο
και
β) των παραγόμενων από αυτά τα προϊόντα εμπορευμάτων, επί του εν λόγω πλοίου ή επί ενός κοινοτικού πλοίου εργοστασίου, στην παρασκευή των οποίων, ενδεχομένως, έχουν χρησιμοποιηθεί και άλλα προϊόντα που έχουν τον εν λόγω χαρακτήρα,
τα οποία, ενδεχομένως, προσκομίζονται με συσκευασίες που έχουν τον εν λόγω χαρακτήρα και προορίζονται να εισαχθούν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπό τις συνθήκες που προβλέπονται στο άρθρο 326.
3. Ο κοινοτικός χαρακτήρας των προϊόντων αλιείας και άλλων προϊόντων που αλιεύονται ή λαμβάνονται από τη θάλασσα, εκτός των χωρικών υδάτων χώρας ή εδάφους που δεν ανήκει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας από πλοία που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους και είναι νηολογημένα ή εγγεγραμμένα στο τμήμα της επικράτειας ενός κράτους μέλους που ανήκει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ή των ιδίων προϊόντων που λαμβάνονται ή αλιεύονται σε ύδατα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας από πλοία τρίτης χώρας πρέπει να αποδειχθεί με το ημερολόγιο του πλοίου ή με κάθε μέσο που πιστοποιεί τον εν λόγω χαρακτήρα.»
9 Το άρθρο 326 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει τα εξής:
«1. Το έντυπο T2M πρέπει να προσκομίζεται για τα προϊόντα και εμπορεύματα που αναφέρονται στο άρθρο 325, παράγραφος 2, τα οποία μεταφέρονται κατευθείαν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας:
α) με το κοινοτικό αλιευτικό πλοίο που τα αλίευσε και επί του οποίου, ενδεχομένως, τα εν λόγω προϊόντα υπέστησαν επεξεργασία
ή
β) με ένα άλλο κοινοτικό αλιευτικό πλοίο ή με το κοινοτικό πλοίο εργοστάσιο επί του οποίου, υπέστησαν επεξεργασία τα προϊόντα που μεταφορτώθηκαν από το πλοίο που αναφέρεται στο στοιχείο α΄
ή
γ) με οποιοδήποτε άλλο πλοίο επί του οποίου είχαν μεταφορτωθεί τα εν λόγω προϊόντα και εμπορεύματα από τα πλοία που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ και β΄ χωρίς να πραγματοποιηθεί καμία αλλαγή
ή
δ) με μεταφορικό που καλύπτεται από ενιαίο τίτλο μεταφοράς που εκδόθηκε στη χώρα ή στο έδαφος που δεν ανήκει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, όπου εκφορτώθηκαν τα εν λόγω προϊόντα και εμπορεύματα από τα σκάφη που αναφέρονται στα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄.
Μετά την εν λόγω προσκόμιση, το παραστατικό T2M δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των προϊόντων και των εμπορευμάτων που καλύπτονται από αυτό.
2. Οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές του λιμένα στον οποίο εκφορτώθηκαν τα προϊόντα ή/και τα εμπορεύματα από το πλοίο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α΄, έχουν τη δυνατότητα να παραιτηθούν από την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου όταν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σχετικά με την καταγωγή των εν λόγω προϊόντων ή/και εμπορευμάτων, ή σε περίπτωση που ισχύει η δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής [ΕΕ L 261, σ. 1].»
10 Το άρθρο 332, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ότι:
«1. Εφόσον τα προϊόντα και τα εμπορεύματα, στα οποία αναφέρεται το έντυπο T2M, έχουν μεταφερθεί σε χώρα ή έδαφος που δεν ανήκει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, το εν λόγω έντυπο ισχύει μόνον εφόσον η βεβαίωση στη θέση 13 του εν λόγω εντύπου έχει συμπληρωθεί και θεωρηθεί από τις τελωνειακές αρχές της συγκεκριμένης χώρας ή εδάφους.»
Το ιστορικό της διαφοράς
11 Η ενάγουσα, Πήγασος Αλιευτική Ναυτική Εταιρεία, είναι αλιευτική ναυτική εταιρία, διεπόμενη από το ελληνικό δίκαιο, η οποία ασχολείται με την αλιεία εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων και με τη διάθεση των αλιευμάτων στην ελληνική αγορά. Στην κυριότητα της εταιρίας ανήκει το αλιευτικό σκάφος «Καπετάν Γιάννος ΙΙΙ», το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Νηολόγιο Πειραιώς (Ελλάδα).
12 Πληροφορηθείσα περί της αποφάσεως 98/238/ΕΚ, ΕΚΑΧ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 1998, για τη σύναψη ευρωμεσογειακής συμφωνίας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Τυνησίας, αφετέρου (ΕΕ L 97, σ. 1, στο εξής: συμφωνία συνδέσεως), η ενάγουσα, αφού έλαβε όλες τις σχετικές άδειες κατά την ελληνική νομοθεσία, ζήτησε από τις αρμόδιες τυνησιακές αρχές άδεια αλιείας με τη μέθοδο της έλξης (τράτα βυθού) στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου θαλάσσης με διάθεση των προϊόντων αλιείας στην κοινοτική αγορά. Στις 30 Ιουνίου 2005, οι τυνησιακές αρχές ενέκριναν το αίτημα αλιείας στην ανοιχτή θάλασσα, σε θαλάσσια περιοχή όπου η Τυνησία ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα, και παρέσχον στην ενάγουσα άδεια για χρήση των εγκαταστάσεων του λιμανιού της Sousse (Τυνησία). Με την ολοκλήρωση όλων των απαιτούμενων από την τυνησιακή νομοθεσία διαδικασιών, το σκάφος της ενάγουσας επιδόθηκε στο αλιευτικό του έργο.
13 Κατά το διάστημα από 19 Νοεμβρίου 2005 έως τις 12 Δεκεμβρίου 2005, η ενάγουσα αλίευε στα διεθνή ύδατα της Τυνησιακής Δημοκρατίας και δη εντός της συνορεύουσας ζώνης της. Τα προϊόντα της αλιείας μεταφέρθηκαν στο λιμάνι της Sousse σε τρεις διαδοχικές αποστολές με σκοπό την αποστολή τους στην Ελλάδα και τη διάθεσή τους στην αγορά της χώρας αυτής. Τα προϊόντα αυτά, δεδομένου ότι είχαν αλιευθεί εκτός χωρικών υδάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας από πλοίο υπό ελληνική σημαία, ήσαν κοινοτικού χαρακτήρα, βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, έκτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα.
14 Από τον λιμένα της Sousse, τα προϊόντα μεταφέρθηκαν οδικώς, δια φορτηγών οχημάτων, στο αεροδρόμιο της Καρθαγένης (Τυνησία), από όπου διαμετακομίστηκαν στην Ελλάδα. Κατά την παραμονή τους στο έδαφος της Τυνησίας, τα αλιεύματα τέθηκαν υπό καθεστώς τελωνειακής επιτήρησης από τις αρμόδιες τυνησιακές αρχές, που βεβαίωσαν, στη σχετική τελωνειακή διασάφηση, την ελληνική προέλευση των αλιευμάτων, το υπό διαμετακόμιση καθεστώς τους, τον τόπο προορισμού, την ημερομηνία και τα μέσα αποστολής, την ποσότητα και ποιότητα των αλιευμάτων, καθώς και την έκδοση εγγυητικής επιστολής για τη συνοδεία των προϊόντων από το πλοίο έως το αεροδρόμιο της Καρθαγένης.
15 Τα επίμαχα προϊόντα, κατά την άφιξή τους στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, συνοδεύονταν από το έντυπο Τ2Μ, περί αλιευμάτων κοινοτικής καταγωγής, αλλά οι τυνησιακές τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν να συμπληρώσουν και να θεωρήσουν τη θέση 13 του εντύπου αυτού, η οποία αφορά την άσκηση τελωνειακής επιτήρησης επί των αλιευμάτων, με το αιτιολογικό ότι η συμφωνία συνδέσεως δεν προέβλεπε την υποχρέωση αυτή. Περαιτέρω, οι τυνησιακές αρχές χορήγησαν στην ενάγουσα εθνικά τελωνειακά έγγραφα ανάλογου περιεχομένου προς τη θέση 13 του κοινοτικού εντύπου Τ2Μ.
16 Όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο φορτίο αλιευμάτων τα οποία αφίχθησαν στον κοινοτικό τελωνειακό χώρο, την 25η Νοεμβρίου 2005 και τη 10η Δεκεμβρίου 2005, αντιστοίχως, οι ελληνικές τελωνειακές αρχές διατύπωσαν αντιρρήσεις για την εισαγωγή τους στην Ελλάδα, καθόσον η θέση 13 του εντύπου Τ2Μ δεν είχε συμπληρωθεί και δεν είχε θεωρηθεί από τις τυνησιακές τελωνειακές αρχές, αλλά τελικά αποφάσισαν να επιτρέψουν τη διάθεσή τους στην ελληνική αγορά κατόπιν καταβολής εγγυήσεως. Όσον αφορά το τρίτο φορτίο των επίμαχων προϊόντων, το οποίο αφίχθη στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στις 13 Δεκεμβρίου 2005, οι ελληνικές αρχές πραγματοποίησαν περαιτέρω ελέγχους και, στη συνέχεια, στις 22 Δεκεμβρίου 2005, διετάχθη η καταστροφή του χωρίς να προωθηθεί στην ελληνική αγορά.
17 Παρά τις έντονες προσπάθειες που κατέβαλε η ενάγουσα μετά την άρνηση, αφενός, των τυνησιακών τελωνειακών αρχών να συμπληρώσουν και να θεωρήσουν τη θέση 13 του εντύπου Τ2Μ και, αφετέρου, των ελληνικών τελωνειακών αρχών να δεχθούν ως ισοδύναμες της θεώρησης της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ τις πιστοποιήσεις των τυνησιακών τελωνειακών αρχών, δεν κατέστη δυνατή η λύση του προβλήματος που αντιμετώπισε στο πλαίσιο της εισαγωγής των επίμαχων προϊόντων στην Ελλάδα, ήτοι της αδυναμίας αποδείξεως του τελωνειακού χαρακτήρα τους.
18 Η ενάγουσα διενήργησε εκ νέου αλιεία κατά το διάστημα από 26 Απριλίου 2006 ως 4 Μαΐου 2006 και επιχείρησε να εισαγάγει τα προϊόντα της χρησιμοποιώντας το κοινοτικό έγγραφο της «Βεβαίωσης του παραρτήματος 110α του κανονισμού 2454/93», που αφορά προϊόντα αλιείας που αλιεύθηκαν από κοινοτικά αλιευτικά πλοία εντός των χωρικών υδάτων τρίτης χώρας. Ωστόσο, και αυτή η απόπειρα απέτυχε, λόγω του ότι δεν αποτελούσε την κατάλληλη λύση στο προαναφερθέν στην προηγούμενη παράγραφο πρόβλημα. Από τις 12 Δεκεμβρίου 2005 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, το πλοίο παρέμεινε ακινητοποιημένο στο λιμάνι της Sousse.
19 Η Επιτροπή, κατόπιν της ενημερώσεώς της για το πρόβλημα από τις ελληνικές αρχές μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, με ημερομηνία 22 Μαρτίου 2006, απέστειλε την από 8 Μαΐου 2006 επιστολή της προς τις τυνησιακές αρχές, με την οποία, αφού επισήμανε ότι η συμφωνία συνδέσεως δεν απέκλειε τη συμπλήρωση και τη θεώρηση της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ, έκανε έκκληση για συνεργασία και επίλυση του ζητήματος.
20 Στις 24 Νοεμβρίου 2006, η ενάγουσα απέστειλε επιστολή στην οποία σημείωσε ότι δεν είχε βρεθεί καμία λύση στο ζήτημα της εισαγωγής των αλιευμάτων της στην Ελλάδα και ζήτησε την παρέμβαση της Επιτροπής προς τις ελληνικές τελωνειακές αρχές. Η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής την ενημέρωσε, στις 25 Ιανουαρίου 2007, ότι η Επιτροπή ενέγραψε καταγγελία έναντι των ελληνικών αρχών και ότι θα διερευνούσε το θέμα μέσω των υπηρεσιών της για να διαπιστώσει εάν υφίσταται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Η εξέταση της καταγγελίας εκκρεμούσε έως και την ημερομηνία καταθέσεως, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, του υπομνήματος αντικρούσεως εκ μέρους της Επιτροπής.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
21 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Μαΐου 2007, η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αγωγή.
22 Η ενάγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να κρίνει παραδεκτή την αγωγή·
– να αναγνωρίσει ότι, με σειρά παράνομων πράξεων και παραλείψεων τους, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Επιτροπή παραβίασαν τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου της ελεύθερης κυκλοφορίας, της οικονομικής ελευθερίας, της αναλογικότητας, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όσον αφορά τη διενέργεια αλιείας, σε συνορεύουσα ζώνη τρίτης χώρας, εν προκειμένω της Τυνησίας, και την προώθηση των αλιευμάτων στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος διαμέσου του εδάφους της τρίτης αυτής χώρας, συνδεδεμένης προς την Κοινότητα, και υπό τελωνειακή επιτήρηση·
– να υποχρεώσει τους εναγομένους στην καταβολή στην ενάγουσα ποσού 23 608,551 τυνησιακών δηναρίων και ποσού 11 994 906,62 ευρώ, ως αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ·
– να καταδικάσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
23 Το Συμβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
24 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την αγωγή·
– να καταδικάσει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
25 Κατόπιν της αλλαγής της συνθέσεως των τμημάτων του Πρωτοδικείου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο έβδομο τμήμα, στο οποίο ανατέθηκε κατά συνέπεια η υπό κρίση υπόθεση. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το τμήμα αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2009.
Σκεπτικό
26 Η ενάγουσα προβάλλει, προς στήριξη της αγωγής της, την έλλειψη νομιμότητας διαφόρων πράξεων ή συμπεριφορών, υπό μορφή παραλείψεως, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, που συνεπάγονται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Προβάλλει επίσης την ύπαρξη ζημίας και το υποστατό της ζημίας, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προσαπτώμενης παράνομης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας. Επικουρικώς, προβάλλει άνευ πταίσματος ευθύνη της Κοινότητας.
Η ύπαρξη παράνομης πράξεως ή παράνομης συμπεριφοράς υπό μορφή παραλείψεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
27 Κατά την ενάγουσα, η Επιτροπή παραβίασε τις υπέρτερες αρχές της κοινοτικής έννομης τάξης, επιβάλλοντας, αφενός, με το άρθρο 325, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, και τα άρθρα 326 και 334 του κανονισμού εφαρμογής, την προσκόμιση του εντύπου Τ2Μ, δεόντως συμπληρωμένου, ως του μόνου μέσου απόδειξης, μεταξύ άλλων, της καταγωγής των προϊόντων που αλιεύονται από κοινοτικό πλοίο εκτός των χωρικών υδάτων τρίτης χώρας, και απαιτώντας, αφετέρου, με το άρθρο 332 του κανονισμού εφαρμογής, τη συμπλήρωση και θεώρηση της θέσης 13 του εν λόγω εντύπου από τις τελωνειακές αρχές της τρίτης χώρας, μέσω της οποίας διαμετακομίζονται στην Κοινότητα, κατ’ αποκλεισμό κάθε εναλλακτικής απόδειξης, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα οι ελληνικές αρχές να μη δεχθούν άλλη μορφή πιστοποίησης της προέλευσης των εμπορευμάτων πέραν της θεώρησης της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ.
28 Η ενάγουσα προσθέτει ότι η παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων συνίσταται στο γεγονός ότι η Επιτροπή, καθόσον μετείχε στις διαπραγματεύσεις, και το Συμβούλιο, καθόσον υπέγραψε τη συμφωνία συνδέσεως, παρέλειψαν να μεριμνήσουν ώστε οι κοινοτικοί υπήκοοι να μπορέσουν να ωφεληθούν από το άνοιγμα της τυνησιακής αγοράς και να ασκήσουν τα δικαιώματα που απορρέουν από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας.
29 Μολονότι η συμφωνία συνδέσεως προβλέπει τη δυνατότητα διεξαγωγής αλιείας τόσο στα χωρικά ύδατα της Τυνησίας όσο και στα διεθνή ύδατα, η υποχρέωση χρησιμοποιήσεως του εντύπου Τ2Μ για τη θέση των προϊόντων αυτών σε ελεύθερη κυκλοφορία αγνοεί τους κοινοτικούς αλιείς, οι οποίοι αλιεύουν τα θεωρούμενα κοινοτικής καταγωγής προϊόντα τους εκτός των χωρικών υδάτων της συνδεδεμένης χώρας και προτίθενται να τα διοχετεύσουν όχι στην αγορά της συνδεδεμένης χώρας, αλλά στην κοινοτική, μέσω του εντύπου Τ2Μ και δια του εδάφους της συνδεδεμένης χώρας υπό καθεστώς τελωνειακής επιτήρησης.
30 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ευθύνονται για παράλειψη, στον βαθμό που δεν μερίμνησαν για τη δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των αλιέων αυτών, παραλείποντας να συμπεριλάβουν στη συμφωνία υποχρέωση συνεργασίας των τυνησιακών τελωνειακών αρχών όσον αφορά τα κοινοτικά αλιεύματα που προορίζονται να προωθηθούν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και καλύπτονται από το έντυπο Τ2Μ. Συγκεκριμένα, η συμφωνία συνδέσεως δεν προβλέπει τη συμπλήρωση και θεώρηση της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ ούτε καθιερώνει μια στενότερη συνεργασία ως προς τα έγγραφα απόδειξης της καταγωγής των εμπορευμάτων.
31 Η ενάγουσα προσάπτει παράνομη συμπεριφορά στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή λόγω του ότι, παρά τη γνωστοποίηση του επίμαχου προβλήματος, τροποποίησαν ορισμένες διατάξεις της συμφωνίας χωρίς να συμπεριλάβουν το κεφάλαιο περί της αποδείξεως της καταγωγής των εμπορευμάτων, όσον αφορά το έντυπο Τ2Μ.
32 Η ενάγουσα προσάπτει τέλος στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ότι παρέλειψαν να ασκήσουν εποπτεία επί των εθνικών αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας, καθόσον παρέλειψαν να κατευθύνουν την Ελλάδα προς μια ερμηνεία σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο και τις γενικές αρχές και την αποδοχή κάθε πρόσφορου μέσου απόδειξης της καταγωγής των αλιευμάτων.
33 Όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, κατά την ενάγουσα, η απαίτηση θεώρησης της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ συνιστά εμπόδιο θέσεως σε κυκλοφορία των επίμαχων εμπορευμάτων το οποίο δεν μπορούσε να αρθεί μέσω της χρήσης άλλων εγγράφων, όπως του πιστοποιητικού EUR.1, καθόσον θα αλλοιωνόταν έτσι ο κοινοτικός χαρακτήρας και ο οικονομικός σκοπός των εμπορευμάτων αυτών. Η ενάγουσα εξηγεί ότι οι τυνησιακές αρχές δεν μπορούσαν να εκδώσουν πιστοποιητικό EUR.l, καθόσον αυτό εκδίδεται από τη χώρα εξαγωγής, ενώ τα αλιευθέντα προϊόντα παρέμεναν κοινοτικά. Μόνη λύση θα ήταν η έκδοση πιστοποιητικού EUR.l από τις ελληνικές αρχές ενόψει της εισαγωγής των προϊόντων στην Τυνησία, υπό την προϋπόθεση ότι τα αλιεύματα «θα καθίσταντο τυνησιακά». Σύμφωνα με το καθεστώς του πιστοποιητικού EUR.l, τα προϊόντα αυτά θα μπορούσαν να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας απαλλαγμένα δασμών. Ωστόσο, η περίπλοκη αυτή λύση θα είχε ως αποτέλεσμα τη ματαίωση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των αλιευθέντων προϊόντων. Με την ερμηνεία αυτή, τα αλιευθέντα προϊόντα, αν και κοινοτικά, στερούνται εντέλει του δικαιώματος εισόδου στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος, τίθενται δε σε δυσμενέστερη θέση από τα τυνησιακά προϊόντα, η εισαγωγή των οποίων απαλλάσσεται δασμών, τόσο βάσει του τελωνειακού κώδικα όσο και βάσει της συμφωνίας συνδέσεως.
34 Τέλος, για την υλοποίηση της ως άνω περιγραφόμενης λύσης, η ενάγουσα θα έπρεπε να εγκαταλείψει τον αμιγώς αλιευτικό της χαρακτήρα και να μετατραπεί σε εισαγωγική εταιρία με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία αλιευμάτων στο ελληνικό έδαφος.
35 Η ενάγουσα υπενθυμίζει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί θεμελιώδη ελευθερία, η οποία δεν μπορεί να περιοριστεί από διάταξη του παράγωγου κοινοτικού δικαίου ή του εθνικού δικαίου. Εν προκειμένω, μια διοικητική διατύπωση, η οποία αποσκοπεί στη διαπίστωση της ταυτότητας του διακινούμενου προϊόντος ή προσώπου, δεν μπορεί να νοηθεί ως συστατική πράξη του δικαιώματος, αλλά μόνον ως απλό διαπιστωτικό μέσο. Κατά συνέπεια, η απαίτηση αποδείξεως αποκλειστικά μέσω μιας συγκεκριμένης διοικητικής διατύπωσης, όταν υπάρχουν και άλλα μέσα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, είναι αντίθετη προς τους σκοπούς της Συνθήκης (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C‑459/99, MRAX, Συλλογή 2002, σ. I‑6591, σκέψη 62, και της 17ης Φεβρουαρίου 2005, C‑215/03, Oulane, Συλλογή 2005, σ. I‑1215, σκέψεις 23 έως 26).
36 Το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι η ενάγουσα θέλησε να εισαγάγει, στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος, ποσότητα ιχθύων ισοδύναμη, αλλά όχι ακριβώς ίση, προς αυτήν που είχε αλιεύσει, είναι παντελώς αστήρικτο: οι τελωνειακές τυνησιακές αρχές αρνήθηκαν να συμπληρώσουν και να θεωρήσουν τη θέση 13 του εντύπου Τ2Μ, επειδή δεν ήσαν υποχρεωμένες προς τούτο, αλλά χορήγησαν άλλα εθνικά πιστοποιητικά, που βεβαίωναν το γεγονός ότι τα αλιεύματα της ενάγουσας τελούσαν υπό τελωνειακή επιτήρηση. Το Συμβούλιο δεν καταδεικνύει γιατί το έντυπο Τ2Μ διασφαλίζει περισσότερο έναντι της αλλοίωσης των αλιευμάτων σε σχέση με άλλα εναλλακτικά αποδεικτικά μέσα. Ίδια με το έντυπο Τ2Μ δυνατότητα εξαπάτησης υφίσταται και με οποιοδήποτε άλλο πιστοποιητικό.
37 Όσον αφορά το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι η υποχρέωση προσκόμισης του εντύπου Τ2Μ, δεόντως συμπληρωμένου, επιβάλλεται για λόγους υγειονομικής φύσης, η ενάγουσα τονίζει ότι η ικανοποίηση των υγειονομικών όρων διασφαλιζόταν ήδη από το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο, όταν τα αλιεύματα εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος υφίστανται υποχρεωτικώς και απαρεγκλίτως έλεγχο από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες, οι οποίες βεβαιώνουν την καλή κατάστασή τους.
38 Όσον αφορά την αρχή της επιχειρηματικής ελευθερίας, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι η διενέργεια αλιείας ανοικτής θαλάσσης και η εν συνεχεία διοχέτευση των αλιευμάτων στην κοινοτική αγορά συνιστά το αποκλειστικό αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, η αδυναμία αποδείξεως του τελωνειακού χαρακτήρα των εν λόγω εμπορευμάτων θίγει ευθέως το θεμελιώδες δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας. Έχοντας προβεί σε δαπανηρές επενδύσεις για τη διάθεση των αλιευμάτων της ως κοινοτικών στην κοινοτική αγορά, η διατήρηση του κοινοτικού χαρακτήρα των προϊόντων είχε για την ενάγουσα καίρια σημασία για την επίτευξη του οικονομικού σκοπού της.
39 Για να αμφισβητήσει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η ενάγουσα είχε ελεύθερα επιλέξει να μην προβεί στη μεταφορά των αλιευμάτων από το πλοίο που διενήργησε την αλιεία ή από άλλο πλοίο, η ενάγουσα τονίζει ότι εμπορεύεται νωπά αλιεύματα, που πρέπει να καταναλωθούν εντός 24 ωρών. Κατά συνέπεια, ο παράγων χρόνος είναι αποφασιστικής σημασίας για το μέσο μεταφοράς που θα επιλεγεί, καθόσον τα αλιεύματα δεν μπορούν να μεταφερθούν προς κάποια κοινοτική αγορά ούτε από το ίδιο το πλοίο ούτε από άλλο, στο οποίο θα μεταφορτώνονταν τα αλιεύματα, εντός 24 ωρών από την αλίευση, ακόμη και σε πλησίον κοινοτική αγορά όπως της Ιταλίας ή της Ελλάδας, αφού η ταχύτητα των εν λόγω αλιευτικών δεν υπερβαίνει τα 10 μίλια ανά ώρα. Η μόνη δυνατή λύση ήταν η εκφόρτωση των αλιευμάτων στο πλησιέστερο τυνησιακό λιμάνι για την αεροπορική αποστολή τους στην αγορά προορισμού τους.
40 Αν και η απόδειξη της καταγωγής του αλιεύματος μπορεί, για λόγους προστασίας του καταναλωτή, αλλά και για λόγους απλοποίησης και επιτάχυνσης των διαδικασιών εκτελωνισμού, να δικαιολογήσει περιορισμούς της επιχειρηματικής ελευθερίας, ωστόσο ο αποκλεισμός κάθε άλλης εναλλακτικής απόδειξης πέραν της θεώρησης του εντύπου Τ2Μ συνιστά δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό μέσο και βαίνει πέραν της ανάγκης προστασίας του καταναλωτή.
41 Η ενάγουσα τονίζει ότι ο αποκλεισμός κάθε άλλης εναλλακτικής απόδειξης πέραν της θεώρησης του εντύπου Τ2Μ συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον δεν συνιστά το λιγότερο καταναγκαστικό ή το λιγότερο υπερβολικό μέσο σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 1995, T-481/93 και T-484/93, Exporteurs in Levende Varkens κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-2941, σκέψη 119). Η ενάγουσα προσθέτει ότι, έστω και αν η θεώρηση της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ αποτελεί προσήκουσα απόδειξη, ο αποκλεισμός οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέσου πιστοποίησης της καταγωγής είναι δυσανάλογος, εν όψει ιδίως της πιθανής άρνησης των αρχών του τρίτου κράτους να προβούν στην εν λόγω θεώρηση. Η ενάγουσα υπενθυμίζει ότι η δυνατότητα προσκομίσεως εναλλακτικής αποδείξεως υφίσταται για τις χώρες με προτιμησιακό καθεστώς, το οποίο είναι πιο ανασφαλές από αυτό των συνδεδεμένων χωρών, όπως η Τυνησία. Επομένως, η νομοθεσία θα έπρεπε να μπορεί να λαμβάνει υπόψη εξαιρετικές καταστάσεις.
42 Κατά την ενάγουσα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παραβίασαν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Εν προκειμένω, η ενάγουσα ανέλαβε τη διενέργεια αλιείας εντός της συνορεύουσας ζώνης της Τυνησίας, θεωρώντας ότι την παρακινούσε προς τούτο τόσο η συμφωνία συνδέσεως όσο και η κοινοτική νομοθεσία. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συμπεριφέρθηκε ως έμπειρος παρατηρητής της αγοράς και ότι η ζημία που υπέστη δεν οφείλεται στους συμφυείς με την οικονομική δραστηριότητα κινδύνους, αλλά στον μη σεβασμό των δυνατοτήτων που της παρείχε το κοινοτικό δίκαιο.
43 Η ενάγουσα προσάπτει, επιπλέον, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ότι παραβίασαν την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, στον βαθμό που ουδεμία λύση προσφέρεται στον διοικούμενο που αντιμετωπίζει την άρνηση συνδρομής που μπορούν να του αντιτάξουν οι δημόσιες αρχές. Η ενάγουσα βρέθηκε, πράγματι, ενώπιον του αδιεξόδου της άρνησης, αφενός, των τυνησιακών τελωνειακών αρχών να συμπληρώσουν και να θεωρήσουν το έντυπο Τ2Μ και, αφετέρου, των ελληνικών τελωνειακών αρχών να δεχθούν ως ισοδύναμες της θεώρησης της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ τις πιστοποιήσεις των τυνησιακών αρχών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ενάγουσα δεν είχε άλλη δυνατότητα παρά να ζητήσει a posteriori την αποκατάσταση της ζημίας υπό μορφή αποζημιώσεως, με δεδομένη την αδυναμία ασκήσεως ενώπιον του κοινοτικού ή του εθνικού δικαστή ενδίκου βοηθήματος για την αποτελεσματική αποκατάσταση της ζημίας και την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της επιχειρηματικής ελευθερίας. Δεδομένου ότι η προβαλλόμενη από την ενάγουσα ζημία οφείλεται σε κοινοτικό κανονισμό, τον οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν χωρίς να μπορούν να παρεκκλίνουν από αυτόν, η ευθύνη των ελληνικών τελωνειακών αρχών πρέπει να μετατεθεί στην Κοινότητα: η μόνη αρμόδια δικαστική αρχή για την αναγνώριση της ευθύνης αυτής είναι συνεπώς το Πρωτοδικείο.
44 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν τα επιχειρήματα της ενάγουσας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
45 Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, συγκεκριμένα τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτομένης στα όργανα ενέργειας, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προβαλλομένης ενέργειας και της προβαλλομένης ζημίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1974, 153/73, Holtz & Willemsen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 347, σκέψη 7, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Φεβρουαρίου 2005, T-19/01, Chiquita Brands κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-315, σκέψη 76).
46 Εφόσον οι εν λόγω τρεις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, το γεγονός ότι η μία εξ αυτών δεν πληρούται αρκεί για την απόρριψη αγωγής αποζημιώσεως, χωρίς να απαιτείται εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων θεμελιώσεως τέτοιας ευθύνης, ήτοι το υποστατό της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑257/98 P, Lucaccioni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-5251, σκέψη 14, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 2008, T‑411/06, Sogelma κατά ΕΥΑ, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 146 και 147).
47 Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, απαιτείται να αποδειχθεί κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου παρέχοντος δικαιώματα στους ιδιώτες. Συναφώς, λαμβάνεται, ιδίως, υπόψη η πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση καταστάσεων, η δυσχέρεια εφαρμογής ή ερμηνείας των διατάξεων και, ειδικότερα, τα περιθώρια εκτιμήσεως που διαθέτει η εκδίδουσα την αμφισβητούμενη πράξη αρχή. Το αποφασιστικό κριτήριο προκειμένου να κριθεί αν είναι κατάφωρη η συγκεκριμένη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου είναι αν συντρέχει, εκ μέρους του οικείου κοινοτικού οργάνου, πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Όταν το κοινοτικό αυτό όργανο δεν διαθέτει παρά αισθητά μειωμένο ή και ανύπαρκτο περιθώριο εκτιμήσεως, η απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να αρκεί προς απόδειξη της υπάρξεως κατάφωρης παραβάσεως [απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Απριλίου 2005, T‑28/03, Holcim (Deutschland) κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1357, σκέψη 86].
48 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της τελωνειακής ένωσης, την οποία θέτει το άρθρο 23 ΕΚ, απαιτεί τη γενική διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όχι μόνο στο πλαίσιο του διακρατικού εμπορίου, αλλά, ευρύτερα, σε όλη την έκταση της τελωνειακής ενώσεως. Δεύτερον, το άρθρο αυτό δεν καθορίζει ούτε τον χρόνο από του οποίου τα προϊόντα θεωρούνται ως καταγωγής κρατών μελών ούτε πώς αποδεικνύεται η κοινοτική καταγωγή τους. Τέλος, το άρθρο 27 ΕΚ διευκρινίζει ότι, για την εκτέλεση του έργου που της ανατίθεται στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η Επιτροπή καθοδηγείται, μεταξύ άλλων, από την ανάγκη προαγωγής των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών και των τρίτων χωρών.
49 Επιβάλλεται, κατά συνέπεια, η διαπίστωση ότι η Συνθήκη ΕΚ δεν καθορίζει η ίδια τους κανόνες τελωνειακού ελέγχου βάσει των οποίων γίνεται η διάκριση μεταξύ κοινοτικών και μη κοινοτικών εμπορευμάτων, κανόνες τους οποίους είχε την υποχρέωση να θεσπίσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, εκπληρώνουσα την αποστολή που της ανέθεσε η Συνθήκη ΕΚ.
50 Τα αλιεύματα που προέρχονται από διεθνή ύδατα αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία προϊόντων, δεδομένου ότι δεν προέρχονται από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αλλά προορίζονται, όπως στην παρούσα υπόθεση, να διατεθούν στην κοινοτική αγορά. Ο χαρακτήρας τους ως «κοινοτικά εμπορεύματα» απορρέει, ιδίως, από την καταγωγή των πλοίων, υπό σημαία κράτους μέλους, τα οποία αλιεύουν σε ύδατα εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον το πλοίο της ενάγουσας, υπό ελληνική σημαία, αλίευε εντός των διεθνών υδάτων τρίτης χώρας, συγκεκριμένα της Τυνησιακής Δημοκρατίας.
51 Εντούτοις, ο κανονισμός εφαρμογής εξαρτά την απόδειξη του χαρακτήρα τους ως «κοινοτικά εμπορεύματα» των αλιευμάτων που μεταφορτώθηκαν μέσω τρίτης χώρας, από ορισμένες προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η υποχρέωση για την αλιευτική εταιρία να λάβει από τις αρχές του τρίτου κράτους, απ’ όπου τα αλιεύματα διαμετακομίστηκαν ή μεταφορτώθηκαν, το έντυπο Τ2Μ με τη δέουσα θεώρηση στη θέση 13. Πράγματι, όπως προκύπτει από το έντυπο T2M, το οποίο παρατίθεται στο παράρτημα 43 του κανονισμού εφαρμογής, με τη θεώρηση στη θέση 13 του εν λόγω εντύπου, η τελωνειακή αρχή της χώρας ή του εδάφους που δεν περιλαμβάνεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας πιστοποιεί ότι τα προϊόντα θαλάσσιας αλιείας, των οποίων η ονομασία, η φύση και το ακαθάριστο βάρος σημειώνονται στις θέσεις 4 και 5 του εντύπου, παρέμειναν υπό τελωνειακή επιτήρηση καθόλη τη διάρκεια της παραμονής τους και ότι δεν υποβλήθηκαν σε άλλες εργασίες, εκτός από εκείνες που αποσκοπούν στη συντήρησή τους, κατά τη μεταφόρτωση ή τη διαμετακόμισή τους εντός της χώρας στην οποία ανήκει η τελωνειακή αυτή αρχή. Στο έντυπο σημειώνεται, επίσης, η ημερομηνία αφίξεως των εμπορευμάτων, η ημερομηνία εξόδου τους, το μεταφορικό μέσον που χρησιμοποιήθηκε για την επανεξαγωγή τους προς το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, καθώς και η υπογραφή της τελωνειακής αρχής της εν λόγω τρίτης χώρας.
52 Κατά την ενάγουσα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παραβίασαν σειρά υπέρτερων αρχών της κοινοτικής εννόμου τάξεως επιβάλλοντας την υποχρέωση προσκομίσεως του εντύπου T2M, δεόντως συμπληρωμένου και θεωρημένου, ιδίως της θέσης 13 αυτού, ως μόνου μέσου αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εν λόγω προϊόντων, παραλείποντας να περιλάβουν στη συμφωνία συνδέσεως διατάξεις σχετικές με το έντυπο αυτό ή σχετικές με μια ευρύτερη συνεργασία στον τελωνειακό τομέα και παραλείποντας να προβούν στη δέουσα εποπτεία των ελληνικών τελωνειακών αρχών.
53 Επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, να τονιστεί ότι το έντυπο T2M προβλέπεται από το άρθρο 325, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, ως πιστοποιητικό του κοινοτικού χαρακτήρα των προϊόντων θαλάσσιας αλιείας που αλιεύονται εκτός των χωρικών υδάτων μιας χώρας η οποία δεν περιλαμβάνεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας από αλιευτικό πλοίο που φέρει σημαία κράτους μέλους. Όσον αφορά τα προϊόντα αυτά, οι επιχειρηματίες γνωρίζουν ότι ο κοινοτικός τους χαρακτήρας αποδεικνύεται με την προσκόμιση του εντύπου T2M δεόντως συμπληρωμένου.
54 Σύμφωνα με το έντυπο T2M, οι τελωνειακές αρχές της οικείας τρίτης χώρας οφείλουν να πιστοποιήσουν ότι τα προϊόντα παρέμειναν υπό τελωνειακή επιτήρηση καθόλη τη διάρκεια της παραμονής τους και ότι δεν υποβλήθηκαν σε άλλες εργασίες, εκτός από εκείνες που αποσκοπούν στη συντήρησή τους. Συνεπώς, η θεώρηση στη θέση 13 του εν λόγω εντύπου δεν εξαρτάται από την ύπαρξη διεθνούς συμφωνίας με τρίτη χώρα, αλλά αποτελεί, σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, μέσο αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων. Δεν έχει σχέση με προτιμησιακές διεθνείς συμφωνίες ή με συμφωνίες συνεργασίας και συνδέσεως με τρίτες χώρες. Στο πλαίσιο αυτό, αν η διαμετακόμιση ή η μεταφόρτωση των κοινοτικών εμπορευμάτων γινόταν μέσω μιας τρίτης χώρας, θα μπορούσε να ζητηθεί από την τρίτη αυτή χώρα θεώρηση στη θέση 13 του εντύπου T2M, ανεξαρτήτως της υπάρξεως με τη χώρα αυτή συμφωνίας συνδέσεως.
55 Πρέπει, επίσης, να υπομνηστεί ότι, σκοπός μιας συμφωνίας συνδέσεως, υπό το πνεύμα της αμοιβαιότητας, της αλληλεγγύης και της από κοινού αναπτύξεως, είναι κυρίως η εμπέδωση πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνεργασίας, η σταδιακή απελευθέρωση του εμπορίου, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, καθώς και η συνεργασία για την καταστολή της απάτης. Έχοντας υπόψη τη φύση της συμφωνίας συνδέσεως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν την υποχρέωση να περιλάβουν διάταξη περί της υποχρεώσεως των τυνησιακών τελωνειακών αρχών να συμπληρώνουν και να θεωρούν τη θέση 13 του εντύπου T2M.
56 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν παρέβησαν κανένα κανόνα δικαίου συνάπτοντας με την Τυνησιακή Δημοκρατία συμφωνία συνδέσεως μη περιλαμβάνουσα ειδική υποχρέωση θεωρήσεως της θέσεως 13 του εντύπου T2M.
57 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι η ενάγουσα, όταν προέβαινε στα διοικητικά της διαβήματα με σκοπό την άσκηση της δραστηριότητας της αλιείας εντός των πέραν της εδαφικής κυριαρχίας υδάτων της Τυνησιακής Δημοκρατίας, ήταν σε θέση να γνωρίζει το κοινοτικό τελωνειακό καθεστώς, καθώς και τους ειδικούς κανόνες που πρέπει να τηρούνται για τη διάθεση εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας των προϊόντων αλιείας που προέρχονται από τα πέραν της εδαφικής κυριαρχίας ύδατα τρίτης χώρας. Όπως επισήμανε το Συμβούλιο, η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα, αφενός μεν, να ενημερωθεί εκ των προτέρων ως προς τις διάφορες δυνατότητες αποστολής των προϊόντων αλιείας στην Ελλάδα και, αφετέρου, να εξακριβώσει αν οι τελωνειακές αρχές της τρίτης χώρας διαμετακομίσεως ήταν διατεθειμένες να συνεργαστούν και να θεωρήσουν τη θέση 13 του εντύπου T2M.
58 Πράγματι, αφενός, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν υποχρεούνται να απαιτήσουν τη συνεργασία των τελωνειακών αρχών τρίτης χώρας, όσον αφορά τη θεώρηση της θέσης 13 του εντύπου T2M. Αφετέρου, το άρθρο 326 του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει, όπως υπενθύμισε η Επιτροπή, τη δυνατότητα των κοινοτικών αλιέων να διοχετεύουν τα αλιεύματά τους στην Κοινότητα μεταφορτώνοντάς τα σε πλοία φέροντα σημαία κράτους μέλους.
59 Εξάλλου, δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι η ενάγουσα προέβη σε ενέργειες με σκοπό την άντληση συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με το θέμα αυτό από τις τυνησιακές τελωνειακές αρχές, πριν ασκήσει την οικονομική της δραστηριότητα. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Πρωτοδικείου κατά την ακροαματική διαδικασία, η ενάγουσα δέχθηκε ότι δεν είχε εξακριβώσει αν οι τελωνειακές αρχές της Τυνησίας επεδείκνυαν συνεργασία στη συμπλήρωση του εντύπου T2M ή αν, αντιθέτως, δεν συμπλήρωναν τη θέση 13 του εντύπου αυτού. Ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής αποδείξεως, η ενάγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ούτε να προβάλει έλλειψη ασφάλειας δικαίου, λαμβανομένης υπόψη της σαφήνειας των διατάξεων του τελωνειακού κώδικα και του κανονισμού εφαρμογής όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
60 Επιβάλλεται, συνεπώς, η διαπίστωση ότι, παραλείποντας να επιβάλουν στις τυνησιακές τελωνειακές αρχές υποχρέωση να συμπληρώνουν και να θεωρούν τη θέση 13 του εντύπου T2M, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν υπέπεσαν σε παράνομη παράλειψη και δεν υπερέβησαν τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή της συμφωνίας συνδέσεως.
61 Όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας υπέρ της διαπιστώσεως αμέλειας του Συμβουλίου και της Επιτροπής, επειδή δεν επόπτευσαν τις ελληνικές τελωνειακές αρχές κατά την εκτέλεση του κανονισμού εφαρμογής, προκειμένου, ιδίως, να βεβαιωθούν ότι οι εν λόγω αρχές δέχονται μέσο αποδείξεως της καταγωγής των προϊόντων αλιείας διαφορετικό από το έντυπο T2M, τούτο δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό.
62 Με την αιτίασή της αυτή, η ενάγουσα προσάπτει ουσιαστικώς στην Επιτροπή ότι δεν παρενέβη και δεν ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να μην τηρήσει αυστηρώς τον κανονισμό εφαρμογής, κατ’ αντίθεση προς την αποστολή που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή και τον σκοπό που επιδιώκεται με μια κοινοτική ρύθμιση που είναι ενιαία για όλο το έδαφος της Κοινότητας. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνηστεί ότι, ενημερωθείσα από τις ελληνικές τελωνειακές αρχές αναφορικά με το πρόβλημα που προκάλεσε η έλλειψη θεωρήσεως στη θέση 13 του εντύπου T2M, η Επιτροπή απευθύνθηκε στις τυνησιακές τελωνειακές αρχές, ζητώντας τους να επιδείξουν πνεύμα συνεργασίας και να θεωρήσουν τη θέση 13 του εντύπου T2M. Πρέπει, επομένως, να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με το καθήκον επικουρίας που υπέχει και κατά την αρχή της χρηστής διοικήσεως, προέβη στις επιβαλλόμενες ενέργειες προς επίλυση του προβλήματος που αντιμετώπιζε η ενάγουσα, χωρίς βεβαίως να της επιτρέπεται να ζητήσει από τις ελληνικές τελωνειακές αρχές να μη συμμορφωθούν προς τον κανονισμό εφαρμογής.
63 Όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε προβλέψει ένα μέσο αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των προϊόντων αλιείας διαφορετικό από το έντυπο T2M, επιβάλλεται να διευκρινιστεί, όπως υπομνήστηκε ανωτέρω στη σκέψη 60, ότι το άρθρο 326 του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει σχετικώς την απευθείας μεταφορά των αλιευμάτων στο σημείο προορισμού τους εντός του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους, χωρίς διαμετακόμιση μέσω τρίτης χώρας, οπόταν το πρόβλημα που αντιμετωπίζει εν προκειμένω η ενάγουσα θα είχε αποφευχθεί.
64 Εξάλλου, σκοπός του εντύπου T2M είναι η δημιουργία μιας «αλυσίδας ευθύνης» μεταξύ της αλιεύσεως των ιχθύων και της εκφορτώσεως ή της κατ’ άλλον τρόπο εισαγωγής αυτών στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος. Η Επιτροπή επισημαίνει, συναφώς, ότι η τυποποίηση της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ είναι απαραίτητη ώστε να διατηρηθεί η αξία του εντύπου ως τίτλου που επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας· αντιθέτως, η αποδοχή άλλων εγγράφων τρίτων χωρών θα δημιουργούσε προβλήματα από απόψεως ασφάλειας δικαίου, λόγω διαφορών μεταξύ των τελωνειακών συστημάτων και γλωσσικών ή άλλων ζητημάτων κατά την κατάρτιση των εγγράφων.
65 Η ενάγουσα επισημαίνει, σχετικώς, ότι τα έγγραφα που κατέθεσε στα παραρτήματα 11 και 13 της αγωγής της ήταν, από πλευράς αξίας και περιεχομένου, ισοδύναμα με τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στη θέση 13 του εντύπου T2M.
66 Πρέπει να σημειωθεί, όπως ορθώς τόνισε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι η περιλαμβανόμενη στο παράρτημα 11 της αγωγής βεβαίωση δεν προέρχεται από τις τυνησιακές τελωνειακές αρχές, αλλά από τον προϊστάμενο της ιχθυόσκαλας της Sousse. Η βεβαίωση αυτή εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2005, δηλαδή μετά την αποστολή τριών φορτίων στην Ελλάδα και αναφέρει απλώς και κατά προσέγγιση την ποσότητα των αλιευμάτων, χωρίς μνεία της φύσεως αυτών και χωρίς να επαναλαμβάνει τη διατύπωση της θέσης 13 του εντύπου T2M. Όσον αφορά τα διαλαμβανόμενα στο παράρτημα 13 της αγωγής έγγραφα, αυτά συντάχθηκαν από την ενάγουσα με σκοπό να υποβληθούν στο γραφείο εκτελωνισμού της Sousse και αφορούν την εκκαθάριση επιβαρύνσεων και τελών σχετικά με τα συγκεκριμένα αλιεύματα. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα έγγραφα αυτά δεν έχουν περιεχόμενο και αξία ισοδύναμα προς εκείνα του εντύπου T2M, όπως αυτά εκτέθηκαν στο σημείο 52 της παρούσας αποφάσεως.
67 Πρέπει να τονιστεί ότι, λόγω των πλεονεκτημάτων που συνεπάγεται η αναγνώριση του κοινοτικού χαρακτήρα εμπορευμάτων και, ιδίως, του ότι αυτά κυκλοφορούν ελεύθερα εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, η έλλειψη άλλου μέσου αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων πλην του εντύπου T2M ουδόλως έρχεται σε αντίθεση με τη Συνθήκη ΕΚ και τις αρχές της κοινοτικής εννόμου τάξεως. Η υποχρέωση προσκομίσεως αυτού του εντύπου, δεόντως συμπληρωμένου και θεωρημένου, αποτελεί κανόνα ανάλογο του επιδιωκόμενου σκοπού που είναι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εν προκειμένω των προϊόντων αλιείας, εντός της Κοινότητας. Επομένως, θεσπίζοντας τον κανόνα αυτόν, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ουδόλως υπερέβησαν τα όρια της διακριτικής τους εξουσίας.
68 Όσον αφορά την προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας, αρκεί να υπομνηστεί ότι η ενάγουσα όφειλε να γνωρίζει ότι πρέπει να συμπληρώνει και να θεωρεί δεόντως το έντυπο T2M προκειμένου να έχει τη δυνατότητα διαθέσεως προϊόντων αλιείας που προέρχονται από διεθνή ύδατα, όταν αποφάσισε να ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας εντός των πέραν της εδαφικής κυριαρχίας υδάτων της Τυνησιακής Δημοκρατίας. Συνεπώς, το γεγονός ότι η ενάγουσα όφειλε να τηρεί την κοινοτική τελωνειακή και υγειονομική νομοθεσία προκειμένου να έχει τη δυνατότητα εμπορίας των προϊόντων αλιείας εντός του κοινοτικού εδάφους δεν επηρεάζει το δικαίωμά της να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα. Συνεπώς, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
69 Όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η ενάγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το Συμβούλιο ή η Επιτροπή, με τη δράση τους ή τις πληροφορίες τους, της δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν έχουν επ’ αυτής εφαρμογή οι σχετικές με το έντυπο T2M διατάξεις. Επομένως, η αιτίαση αυτή δεν πρέπει να γίνει δεκτή.
70 Επίσης πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Πράγματι, η ενάγουσα μπόρεσε να προσφύγει στο κοινοτικό δικαιοδοτικό όργανο ζητώντας αποκατάσταση της ζημίας που προβάλλει ότι υπέστη, είχε δε κάθε δυνατότητα να προσφύγει επίσης στο αρμόδιο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των ενεργειών των ελληνικών τελωνειακών αρχών.
71 Εφόσον η ενάγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως εκ μέρους του Συμβουλίου και της Επιτροπής κανόνα δικαίου σκοπούντος στην παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το επιχείρημα που αντλεί από την ύπαρξη παράνομης πράξεως ή παράνομης συμπεριφοράς υπό μορφή παραλείψεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Επί της υπάρξεως ευθύνης της Κοινότητας άνευ πταίσματος των οργάνων της
Επιχειρήματα των διαδίκων
72 Η ενάγουσα προβάλλει, επικουρικώς, την ύπαρξη «ευθύνης άνευ πταίσματος» της Κοινότητας, λόγω του ασυνήθους και ειδικού χαρακτήρα της ζημίας που υπέστη. Υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν εθεωρείτο νόμιμη η παράλειψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής να προβλέψουν εναλλακτικά μέσα αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων πέραν του εντύπου Τ2Μ, να περιλάβουν στη συμφωνία συνδέσεως διατάξεις σχετικές με το έντυπο αυτό ή σχετικές με μια διευρυμένη συνεργασία στον τελωνειακό τομέα και να ασκήσουν την κατάλληλη εποπτεία στις ελληνικές αρχές, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς τη ζημία που αυτή υπέστη.
73 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν το βάσιμο των επιχειρημάτων της ενάγουσας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
74 Επιβάλλεται αρχικώς να τονιστεί ότι, ενώ η νομολογία που δέχεται, δυνάμει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, την ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, λόγω παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της, και καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση μιας τέτοιας ευθύνης έχει πλήρως παγιωθεί, δεν συμβαίνει το ίδιο ως προς την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας ελλείψει παράνομης συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο, υπενθυμίζοντας ότι το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, παραπέμπει στις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, όσον αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας για ζημίες που προξένησαν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπογράμμισε ότι η αρχή της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας είναι μία μόνον έκφανση της απαντώμενης στις έννομες τάξεις όλων των κρατών μελών αρχής κατά την οποία η παράνομη πράξη ή παράλειψη συνεπάγεται υποχρέωση αποκαταστάσεως της προκαλούμενης ζημίας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1996, C‑46/93 και C‑48/93, Brasserie du pêcheur και Factortame, Συλλογή 1996, σ. I‑1029, σκέψεις 28 και 29).
75 Το Δικαστήριο υπογράμμισε, επίσης, ότι η αντίληψη που περιορίζει την ευθύνη της Κοινότητας εκ της ασκήσεως των κανονιστικών της αρμοδιοτήτων εξηγείται από τη σκέψη ότι, αφενός, η άσκηση της νομοθετικής εξουσίας, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υφίσταται δικαστικός έλεγχος των πράξεών της, δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από το ενδεχόμενο αγωγών αποζημιώσεως κάθε φορά που το γενικό συμφέρον της Κοινότητας επιτάσσει τη θέσπιση κανονιστικών μέτρων δυναμένων να θίξουν ιδιωτικά συμφέροντα, αφετέρου δε ότι, με δεδομένη την ευρεία διακριτική ευχέρεια που χαρακτηρίζει την απαραίτητη για την εφαρμογή κοινοτικής πολιτικής άσκηση της κανονιστικής εξουσίας, ευθύνη της Κοινότητας μπορεί να ανακύψει μόνον αν το αρμόδιο θεσμικό όργανο έχει υπερβεί κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του (προπαρατεθείσα απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, σκέψη 45).
76 Κατά συνέπεια, ενώ από τη συγκριτική εξέταση των εννόμων τάξεων των κρατών μελών το Δικαστήριο από μακρού ήδη διαπίστωσε την ύπαρξη συγκλίσεως των εν λόγω εννόμων τάξεων όσον αφορά την καθιέρωση της αρχής της ευθύνης λόγω παράνομης πράξεως ή παραλείψεως, έστω και κανονιστικού χαρακτήρα, ουδόλως προέβη σε μια τέτοια διαπίστωση ως προς την ενδεχόμενη ύπαρξη αρχής περί ευθύνης εκ νομίμου πράξεως ή παραλείψεως της δημόσιας αρχής, ιδίως όταν αυτή είναι κανονιστικού χαρακτήρα.
77 Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα που αντλεί η ενάγουσα από την ύπαρξη ευθύνης της Κοινότητας ελλείψει πταίσματος των οργάνων της, όταν οι κανονιστικής φύσεως πράξεις και παραλείψεις τους είναι νόμιμες.
78 Βάσει όλων των ανωτέρω λόγων, η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
79 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής και του Συμβουλίου.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (έβδομο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αγωγή αποζημιώσεως.
2) Καταδικάζει την Πήγασος Αλιευτική Ναυτική Εταιρεία στα δικαστικά έξοδα.
Forwood | Šváby | Moavero Milanesi |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Σεπτεμβρίου 2009.
Υπογραφές