Language of document : ECLI:EU:C:2009:577

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JÁN MAZÁK

της 24ης Σεπτεμβρίου 2009 (1)

Υπόθεση C‑381/08

Car Trim GmbH

κατά

KeySafety Systems Srl

[αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία επί “διαφορών εκ συμβάσεως” – Καθορισμός του τόπου εκπληρώσεως της παροχής – Κριτήρια διακρίσεως μεταξύ πωλήσεως εμπορευμάτων και παροχής υπηρεσιών»





I –    Εισαγωγή, πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης και ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασία

1.        Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το Bundesgerichtshof (ανώτατο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Γερμανίας – στο εξής: αιτούν δικαστήριο). Τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2) (στο εξής: κανονισμός 44/2001).

2.        Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα προκειμένου να αποφανθεί αν τα γερμανικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η Car Trim GmbH, επιχείρηση εγκατεστημένη στο Plauen της Γερμανίας (στο εξής: αναιρεσείουσα της κύριας δίκης), κατά της KeySafety Systems SRL, επιχειρήσεως εγκατεστημένης στο Villastone της Ιταλίας (στο εξής: αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης).

3.        Από τον Ιούλιο του 2001 έως τον Δεκέμβριο του 2003, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης αγόρασε από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης εξαρτήματα συστημάτων αερόσακων, των οποίων τα απαραίτητα μέρη και στοιχεία προέρχονταν κυρίως από προμηθευτές εμπλεκόμενους σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας παραγωγής. Για την κατασκευή και παράδοση των εξαρτημάτων αυτών, τα οποία συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης έπρεπε να παραδώσει στην αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, κατόπιν σχετικού αιτήματος της δεύτερης, «ελεύθερα στο εργοστάσιό» της στο Colleferro της Ιταλίας, οι συμβαλλόμενες σύναψαν πέντε συμβάσεις πλαίσια για την παράδοση, καθεμία από τις οποίες αφορούσε συγκεκριμένο τύπο οχήματος.

4.        Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης κατήγγειλε τις διάφορες συμβάσεις από τέλους του 2003, οπότε, κατόπιν τούτου, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, θεωρώντας ότι οι καταγγελίες αυτές συνιστούσαν ισάριθμες αθετήσεις συμβάσεως, άσκησε αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Landgericht Chemnitz, το οποίο ήταν, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, το δικαστήριο του τόπου παραγωγής. Το δικαστήριο αυτό απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, καθόσον έκρινε ότι τα γερμανικά δικαστήρια στερούνταν διεθνούς δικαιοδοσίας. Η έφεση της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης απορρίφθηκε από το Oberlandesgericht Dresden. Ακολούθως, κατόπιν αδείας του εφετείου, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

II – Νομικό πλαίσιο

5.        Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001 έχει ως εξής:

«Ορισμένες διαφορές μεταξύ των εθνικών κανόνων για τη δικαιοδοσία και την αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων δυσχεραίνουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Είναι ουσιώδης η θέσπιση διατάξεων σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και σχετικά με την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών που δεσμεύονται από τον παρόντα κανονισμό.»

6.        Κατά την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001:

«Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. […]»

7.        Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2000 έχει ως εξής:

«Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.»

8.        Οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο II του κανονισμού 44/2001.

9.        Στο τμήμα 1, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές διατάξεις», του εν λόγω κεφαλαίου II του κανονισμού 44/2001 περιλαμβάνεται το άρθρο 2, παράγραφος 1, που ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

10.      Το άρθρο 5 του κανονισμού 44/2001, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2, που φέρει τον τίτλο «Ειδικές δικαιοδοσίες», του κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού, ορίζει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

1)      α)     ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή [επίδικη παροχή]·

β)      για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:

–      εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων,

–      εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών·

γ)      το στοιχείο α΄ εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β΄·

[…]».

III – Προδικαστικά ερωτήματα και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

11.      Το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:

1)         Πρέπει το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συμβάσεις σχετικές με την παράδοση εμπορευμάτων που πρόκειται να κατασκευασθούν ή να παραχθούν πρέπει να χαρακτηρίζονται ως πωλήσεις εμπορευμάτων (πρώτη περίπτωση) και όχι ως παροχή υπηρεσιών (δεύτερη περίπτωση), μολονότι ο αγοραστής έθεσε ορισμένους όρους όσον αφορά την κατασκευή, την επεξεργασία και την παράδοση των εμπορευμάτων αυτών, ειδικότερα δε όσον αφορά τη διασφάλιση της ποιότητας κατασκευής, την αξιοπιστία των παραδόσεων και την απρόσκοπτη διεκπεραίωση της παραγγελίας; Ποια είναι τα καθοριστικής σημασίας κριτήρια για τη διάκριση [μεταξύ των δύο κατηγοριών];

2)         Εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων και δη για πώληση καταρτιζομένη εξ αποστάσεως, πρέπει ο τόπος όπου, βάσει της συμβάσεως, παραδόθηκαν ή έπρεπε να παραδοθούν τα εμπορεύματα να καθορίζεται βάσει του τόπου της πραγματικής παραδόσεως στον αγοραστή ή βάσει του τόπου όπου τα εμπορεύματα παραδίδονται στον πρώτο μεταφορέα προκειμένου να μεταβιβασθούν στον αγοραστή;

12.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, η Γερμανική και η Τσεχική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

IV – Εκτίμηση

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

13.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι συμβάσεις, οι οποίες αφορούν την παράδοση εμπορευμάτων που πρέπει να κατασκευασθούν ή να παραχθούν και να παραδοθούν σύμφωνα με τους ειδικούς όρους που έθεσε ο αγοραστής, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως «πωλήσεις εμπορευμάτων» ή ως «παροχές υπηρεσιών» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001. Ερωτά επίσης ποια είναι τα καθοριστικής σημασίας κριτήρια για τη διάκριση μεταξύ της «πωλήσεως εμπορευμάτων» και της «παροχής υπηρεσιών» όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001.

14.      Όσον αφορά τις συμβάσεις με αντικείμενο την παράδοση εμπορευμάτων που πρέπει να κατασκευασθούν ή να παραχθούν, οι μετέχοντες στη διαδικασία οι οποίοι υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις τις χαρακτηρίζουν ομόφωνα ως συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής έθεσε ορισμένους όρους όσον αφορά την κατασκευή, τη μεταποίηση και την παράδοση των εμπορευμάτων αυτών, ειδικότερα δε όσον αφορά την διασφάλιση της ποιότητας κατασκευής, την αξιοπιστία των παραδόσεων και την απρόσκοπτη διεκπεραίωση της παραγγελίας. Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο χαρακτηρισμός θα ήταν διαφορετικός σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο που παραγγέλλει τα εν λόγω εμπορεύματα πρέπει το ίδιο να προμηθεύσει σημαντικό μέρος των αναγκαίων για την κατασκευή ή την παραγωγή υλικών.

15.      Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασίλείου ανέπτυξαν επίσης τις απόψεις του όσον αφορά τα καθοριστικής σημασίας κριτήρια για τη διάκριση μεταξύ «πωλήσεως εμπορευμάτων» και «παροχής υπηρεσιών». Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, πρόκειται για οικονομικής φύσεως κριτήρια τα οποία επιβάλλουν να προσδιορισθούν οι χαρακτηριστικές παροχές της συμβάσεως. Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το καθοριστικής σημασίας στοιχείο έγκειται στο γεγονός ότι η παροχή του πωλητή έχει ως αποτέλεσμα την παράδοση και τη μεταβίβαση της κυριότητας των εμπορευμάτων.

16.      Φρονώ ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα επιδέχεται πλείονες ερμηνείες. Μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι με αυτό ζητείται από το Δικαστήριο να καθορίσει τα κριτήρια διακρίσεως μεταξύ της «πωλήσεως εμπορευμάτων» και της «παροχής υπηρεσιών» εν γένει ή να τα καθορίσει αποκλειστικά σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή, ακόμη, ως μέσο προκειμένου να εφαρμοσθεί εν προκειμένω η γενική διάκριση μεταξύ της «πωλήσεως εμπορευμάτων» και της «παροχής υπηρεσιών».

17.      Πρέπει να επισημανθεί ότι το γράμμα του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001 δεν καθιστά αφεαυτού δυνατό να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, καθόσον η διάταξη αυτή δεν ορίζει την έννοια της «πωλήσεως εμπορευμάτων» και της «παροχής υπηρεσιών». Συναφώς, το Δικαστήριο έχει υπενθυμίσει ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του ιστορικού της θεσπίσεως, του συστήματος και των σκοπών του κανονισμού 44/2001 (3). Φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετάσουμε εκ νέου το ιστορικό θεσπίσεως, το σύστημα και τους σκοπούς του κανονισμού αυτού. Συγκεκριμένα, αρκεί η παραπομπή στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου (4).

18.      Τα στοιχεία που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο και η νομολογία του Δικαστηρίου δεν είναι επαρκή για τον καθορισμό κριτηρίων γενικής διακρίσεως μεταξύ «πωλήσεως εμπορευμάτων» και «παροχής υπηρεσιών». Όπως προκύπτει από τη σκέψη 33 της αποφάσεως της 23ης Απριλίου 2009, Falco Privatstiftung και Rabitsch (5), η έννοια του όρου «υπηρεσία» κατά τον κανονισμό 44/2001 έχει αυτοτελές περιεχόμενο, το οποίο είναι ανεξάρτητο από την ερμηνεία της έννοιας αυτής στο πλαίσιο του άρθρου 50 ΕΚ ή άλλων νομοθετημάτων του παράγωγου κοινοτικού δικαίου, εκτός του κανονισμού 44/2001. Φρονώ ότι το ίδιο ισχύει και για την έννοια του όρου «εμπόρευμα». Κατά συνέπεια, η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας των όρων «υπηρεσία» και «εμπόρευμα» από απόψεως των θεμελιωδών ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του κανονισμού 44/2001.

19.      Μέχρι τούδε, το Δικαστήριο έχει ορίσει μόνον εν μέρει και εξ αντιδιαστολής της έννοια της «συμβάσεως παροχής υπηρεσιών», κατά τον κανονισμό 44/2001, αποφαινόμενο ότι στην έννοια αυτή δεν εμπίπτει σύμβαση με την οποία ο κάτοχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας παρέχει έναντι αμοιβής στον αντισυμβαλλόμενό του την άδεια εκμεταλλεύσεως του δικαιώματος αυτού (6). Πάντως, από τον ορισμό αυτό δεν είναι δυνατό να συναχθούν γενικά συμπεράσματα.

20.      Φρονώ ότι παρέλκει η γενική ανάλυση της ζητούμενης διακρίσεως. Λαμβανομένης υπόψη της πολυμορφίας της οικονομικής ζωής, αυτή η γενική διάκριση δεν είναι αντικειμενικά εφικτή. Συγκεκριμένα, καθόσον το δικονομικό δίκαιο κάνει χρήση εννοιών του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι, εν προκειμένω, οι έννοιες «εμπόρευμα» και «υπηρεσία», είναι σαφές ότι η ερμηνεία των εννοιών αυτών και η μεταξύ τους διάκριση πρέπει να αναζητείται, κατά περίπτωση, στο ουσιαστικό κοινοτικό δίκαιο, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του σκοπού για τον οποίο χρησιμοποιούνται οι έννοιες αυτές.

21.      Αυτή η προκείμενη αποτελεί τη βάση της προτεινόμενης απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Πρέπει να επισημανθεί ότι απάντηση μπορεί να δοθεί μόνον όσον αφορά τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως της κύριας δίκης.

22.      Επισημαίνεται ότι η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης σύναψε με την αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης πέντε συμβάσεις πλαίσια για την παράδοση εξαρτημάτων συστημάτων αερόσακων. Βεβαίως, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, η οποία είχε εν προκειμένω την ιδιότητα του αγοραστή, έθεσε ορισμένους όρους σχετικά με την ποιότητα των εξαρτημάτων αυτών. Αυτό, πάντως, ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι τελικό αντικείμενο των επίμαχων συμβάσεων ήταν η παράδοση εμπορευμάτων με τις συνομολογηθείσες ιδιότητες.

23.      Ακόμη κι αν γίνει δεκτό, όπως έκρινε το Oberlandesgericht Dresden, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό τη διαφορά της κύριας δίκης, ότι μεταξύ των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης καταλέγονται και υποχρεώσεις που εμπίπτουν στην έννοια της παροχής υπηρεσιών, δηλαδή η προσαρμογή και η μεταποίηση υλικών που αγοράσθηκαν από υπεργολάβους εμπλεκόμενους σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας παραγωγής, προκειμένου τα υλικά να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης, οι παροχές αυτές είναι απλώς παρεπόμενες. Το Δικαστήριο, όμως, όπως επισημαίνει και η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης με τις γραπτές παρατηρήσεις της, έχει αναγνωρίσει την αρχή ότι το παρεπόμενο ακολουθεί το κύριο (7).

24.      Ως εκ τούτου, η κύρια παροχή στις επίμαχες συμβάσεις είναι η παράδοση εξαρτημάτων για συστήματα αερόσακων και, συνεπώς, η συμβατική σχέση μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης, το περιεχόμενο και οι συνέπειές της πρέπει να υπαχθούν στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 44/2001.

25.      Τέλος, αν οι συμβάσεις τις οποίες σύναψαν η αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης εξετασθούν υπό το πρίσμα των κριτηρίων των θεμελιωδών ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς, δεν αμφισβητείται ότι υπάγονται στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και όχι στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών.

26.      Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι οι συμβάσεις με αντικείμενο την παράδοση εμπορευμάτων που πρόκειται να κατασκευασθούν ή να παραχθούν πρέπει να χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων, ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής έθεσε ορισμένους όρους όσον αφορά την κατασκευή, τη μεταποίηση και την παράδοση των εμπορευμάτων αυτών, ιδίως δε όσον αφορά τη διασφάλιση της ποιότητας κατασκευής.

 Β –         Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

27.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει, όσον αφορά τις εξ αποστάσεως καταρτιζόμενες συμβάσεις πωλήσεως, τη φράση «ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων» η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 44/2001, προκειμένου να προσδιορισθεί ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής, ο οποίος αποτελεί τον σύνδεσμο βάσει του οποίου καθορίζεται το έχον διεθνή δικαιοδοσία δικαστήριο επί διαφορών εκ συμβάσεως.

28.      Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, η Γερμανική και η Τσεχική Κυβέρνηση συμφωνούν καταρχήν ότι, στην περίπτωση της πωλήσεως εξ αποστάσεως, ο τόπος όπου, δυνάμει της συμβάσεως, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, πρέπει να καθορίζεται βάσει του τόπου της πραγματικής παραδόσεως στον αγοραστή.

29.      Με τις απαντήσεις που προτείνουν να δοθούν στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή εξειδικεύουν περαιτέρω τον τύπο της συμβάσεως πωλήσεως. 

30.      Πάντως, η απάντηση την οποία προτείνει να δοθεί η Επιτροπή είναι, καταρχήν, παρεμφερής, με τις απαντήσεις που προτείνουν η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, η Γερμανική και η Τσεχική Κυβέρνηση. Κατά την Επιτροπή, στην περίπτωση πωλήσεων που προϋποθέτουν τη μεταφορά των εμπορευμάτων και στις οποίες ο πωλητής πρέπει να παραδώσει τα εμπορεύματα αυτά στον πρώτο μεταφορέα ενόψει της μεταβιβάσεώς τους στον αγοραστή («πωλήσεις επί αποστολή»), ο τόπος παραδόσεως πρέπει να καθορισθεί βάσει του τόπου όπου ο αγοραστής αποκτά πράγματι την εξουσία διαθέσεως των παραδοθέντων εμπορευμάτων ή στον οποίο έπρεπε να την αποκτήσει βάσει της συμβάσεως (προορισμός των πωληθέντων εμπορευμάτων).

31.      Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι ο καθορισμός του τόπου παραδόσεως πρέπει να βασίζεται στους όρους της συμβάσεως. Οσάκις η κύρια υποχρέωση του πωλητή συνίσταται στην αποστολή των εμπορευμάτων και (ενδεχομένως) στην παράδοση των εγγράφων περί μεταβιβάσεως της κυριότητας στον αγοραστή, ο τόπος αυτός παραδόσεως είναι, εκτός αντίθετης συμβατικής ρήτρας, ο τόπος όπου τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στον μεταφορέα για να μεταβιβασθούν στον αγοραστή ή σύμφωνα με τις οδηγίες του αγοραστή.

32.      Καταρχάς, πρέπει να επιστήσω την προσοχή στο γεγονός ότι η έννοια της «πωλήσεως εξ αποστάσεως» είναι έννοια του εθνικού δικαίου και μπορεί να έχει διαφορετικό περιεχόμενο στις έννομες τάξεις των διαφόρων κρατών μελών. Φρονώ κατά συνέπεια ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ερμηνεύσει τη φράση «ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων» ειδικά σε σχέση με τις συμβάσεις που καταρτίζονται εξ αποστάσεως. Το Δικαστήριο μπορεί να ερμηνεύσει τη φράση αυτή μόνο σε σχέση με τη σύμβαση πωλήσεως εν γένει.

33.      Η φράση «ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων» πρέπει να ερμηνευθεί βάσει των εξής στοιχείων.

34.      Πρώτον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο κανονισμός 44/2001 επιδιώκει την επίτευξη σκοπού που αφορά την ασφάλεια δικαίου και ο οποίος έγκειται στην ενίσχυση της δικαστικής προστασίας των εγκατεστημένων εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ατόμων, παρέχοντας ταυτόχρονα στο μεν ενάγοντα τη δυνατότητα να προσδιορίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να ασκήσει αγωγή, στον δε εναγόμενο τη δυνατότητα να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί (8). Ως εκ τούτου, με τη ζητούμενη εν προκειμένω ερμηνεία πρέπει να διασφαλίζεται η αναγκαία στάθμιση μεταξύ των συμφερόντων του πωλητή και των συμφερόντων του αγοραστή.

35.      Δεύτερον, ο κανόνας του άρθρου 5, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 περί ειδικής δικαιοδοσίας επί διαφορών εκ συμβάσεως, ο οποίος συμπληρώνει τον βασικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας περί δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, υπαγορεύεται από τον σκοπό της εγγύτητας και δικαιολογείται από την ύπαρξη στενού συνδέσμου μεταξύ της συμβάσεως και του δικαστηρίου που καλείται να επιληφθεί της σχετικής διαφοράς (9).

36.      Τρίτον, όσον αφορά τον τόπο εκπληρώσεως των παροχών που απορρέουν από συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων, με το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 44/2001, ο σύνδεσμος αυτός ορίζεται αυτοτελώς, προκειμένου να διευκολυνθεί η επίτευξη των σκοπών της ενοποιήσεως των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας και της προβλεψιμότητας (10).

37.      Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η επίμαχη φράση πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα τους σκοπούς της εγγύτητας και της προβλεψιμότητας και σύμφωνα με την επιταγή περί ασφάλειας δικαίου.

38.      Φρονώ ότι περισσότερο σύμφωνη με τις επιταγές αυτές είναι η ερμηνεία βάσει της οποίας «ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων» πρέπει να νοηθεί ως ο τόπος όπου τα εμπορεύματα παραδίδονται ή έπρεπε να παραδοθούν πραγματικά στον αγοραστή. Αυτή η ερμηνεία του τόπου παραδόσεως είναι, στο μέτρο του δυνατού, η πλέον σύμφωνη με τον χαρακτήρα του κανόνα περί ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας τον οποίο προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001.

39.      Η ερμηνεία αυτή, εκτός του ότι πληροί το κριτήριο της εγγύτητας, είναι επίσης σύμφωνη με την επιταγή της προβλεψιμότητας, καθόσον παρέχει στον μεν ενάγοντα τη δυνατότητα να προσδιορίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να ασκήσει αγωγή, στον δε εναγόμενο τη δυνατότητα να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί.

40.      Η προτεινόμενη ερμηνεία καθιστά τον τόπο της πραγματικής παραδόσεως των εμπορευμάτων στον αγοραστή κριτήριο για τον καθορισμό του τόπου παραδόσεως των εμπορευμάτων, χωρίς να απαιτείται να ληφθεί υπόψη το εθνικό δίκαιο των διαφόρων κρατών μελών. Το κριτήριο αυτό μπορεί να προσδιορισθεί ευχερώς, η δε απόδειξή του είναι ομοίως ευχερής, οπότε καθιστά δυνατό τον άνευ ουδεμίας δυσχέρειας προσδιορισμό του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου.

41.      Ως εκ τούτου, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η φράση «ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων», η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 44/2001, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια του τόπου όπου τα εμπορεύματα παραδίδονται πραγματικά ή έπρεπε να παραδοθούν πραγματικά στον αγοραστή.

V –    Πρόταση

42.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof ως εξής:

«1)      Το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι οι συμβάσεις με αντικείμενο την παράδοση εμπορευμάτων που πρόκειται να κατασκευασθούν ή να παραχθούν πρέπει να χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων, ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής έθεσε ορισμένους όρους όσον αφορά την κατασκευή, τη μεταποίηση και την παράδοση των εμπορευμάτων αυτών, ιδίως δε όσον αφορά τη διασφάλιση της ποιότητας κατασκευής.

2)      Η φράση “ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων”, η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 44/2001, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια του τόπου όπου τα εμπορεύματα παραδίδονται πραγματικά ή έπρεπε να παραδοθούν πραγματικά στον αγοραστή.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 – ΕΕ 2001, L 12, σ. 1.


3 – Βλ. αποφάσεις της 3ης Μαΐου 2007, C-386/05, Color Drack (Συλλογή 2007, σ. I-3699, σκέψη 18), της 23ης Απριλίου 2009, C-533/07, Falco Privatstiftung και Rabitsch, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 20, και της 9ης Ιουλίου 2009, C-204/08, Rehder, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 31.


4 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Falco Privatstiftung και Rabitsch, σκέψεις 21 έως 27.


5 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3.


6 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Falco Privatstiftung και Rabitsch, σκέψη 44.


7 – Βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, 266/85, Shenavai (Συλλογή 1987, σ. 239, σκέψη 19).


8 – Βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-103/05, Reisch Montage (Συλλογή 2006, σ. I-6827, σκέψεις 24 και 25), και προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 3 αποφάσεις της 3ης Μαΐου 2007, Color Drack, σκέψη 20, και της 23ης Απριλίου 2009, Falco Privatstiftung και Rabitsch, σκέψη 22.


9 – Βλ. προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 3 αποφάσεις της 3ης Μαΐου 2007, Color Drack, σκέψη 22, και της 9ης Ιουλίου 2009, Rehder, σκέψη 32.


10 – Βλ. προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 3 αποφάσεις της 3ης Μαΐου 2007, Color Drack, σκέψεις 24 και 26, και της 9ης Ιουλίου 2009, Rehder, σκέψη 33.