Language of document : ECLI:EU:C:2010:589

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 7ης Οκτωβρίου 2010 (*)

«Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ – Απόσπαση εργαζομένων – Περιορισμοί – Εργοδότες εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος – Καταχώριση προηγούμενης δηλώσεως αποσπάσεως – Έγγραφα κοινωνικής ασφαλίσεως για την εργασία – Έγγραφα ισότιμα εκείνων που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής – Αντίγραφο – Τήρηση των εγγράφων στη διάθεση των εθνικών αρχών»

Στην υπόθεση C‑515/08,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen (Βέλγιο) με απόφαση της 3ης Νοεμβρίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Νοεμβρίου 2008, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας κατά

Vítor Manuel dos Santos Palhota,

Mário de Moura Gonçalves,

Fernando Luis das Neves Palhota,

Termiso Limitada,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, U. Lõhmus (εισηγητή), A. Ó Caoimh και A. Arabadjiev, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón

γραμματέας: M.‑A. Gaudissart, προϊστάμενος μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2010,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

–        οι V. M. dos Santos Palhota, Μ. de Moura Gonçalves, F. L. das Neves Palhota καθώς και η Termiso Limitada, εκπροσωπούμενοι από τον K. Stappers, advocaat,

–        η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Van den Broeck, επικουρούμενη από τους V. Pertry και H. Gilliams, advocaten,

–        η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Bering Liisberg και R. Holdgaard,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και B. Klein,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Κ. Γεωργιάδη και I. Μπακόπουλο καθώς και από τη M. Μιχελογιαννάκη,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την A. Czubinski,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους E. Traversa, W. Roels και I. V. Rogalski,

–        η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, εκπροσωπούμενη από τους B. Alterskjær και O. Einarsson,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 2010,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κίνησε ο εισαγγελέας κατά των V. M. dos Santos Palhota, Μ. de Moura Gonçalves και F. L. das Neves Palhota καθώς και της εγκατεστημένης στην Πορτογαλία εταιρίας Termiso Limitada (στο εξής, από κοινού: κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη) για τον λόγο ότι παρέλειψαν, μεταξύ άλλων, να καταρτίσουν την προβλεπόμενη από τη βελγική νομοθεσία ατομική κατάσταση μισθοδοσίας για 53 Πορτογάλους εργαζoμένους αποσπασμένους στο Βέλγιο.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η κανονιστική ρύθμιση της Ενώσεως

3        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1997, L 18, σ. 1), έχει ως εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος επιχειρήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών, προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων, σύμφωνα με την παράγραφο 3, στο έδαφος κράτους μέλους.»

4        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε, ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, να εγγυώνται στους εργαζομένους που είναι αποσπασμένοι στο έδαφός τους τους όρους εργασίας και απασχόλησης σχετικά με τα θέματα που αναφέρονται κατωτέρω, οι οποίοι, στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εκτελείται η εργασία, καθορίζονται από:

–      νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις

ή/και

–      συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες έχουν αναγορευθεί σε κανόνες γενικής εφαρμογής κατά την έννοια της παραγράφου 8, εφόσον αφορούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα:

α)      μέγιστες περίοδοι εργασίας και ελάχιστες περίοδοι ανάπαυσης·

β)      ελάχιστη διάρκεια ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών·

γ)      ελάχιστα όρια μισθού, συμπεριλαμβανομένων των αποζημιώσεων υπερωριακής εργασίας· το παρόν [στοιχείο] δεν εφαρμόζεται στα συμπληρωματικά επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα·

δ)      όροι θέσης εργαζομένων στη διάθεση επιχειρήσεων, ιδίως από επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης·

ε)      υγεία, ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία·

στ)      προστατευτικά μέτρα σχετικά με τους όρους εργασίας και απασχόλησης των γυναικών σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λοχείας, των παιδιών και των νέων·

ζ)      ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών και άλλες διατάξεις στον τομέα των μη διακρίσεων.»

 Η εθνική νομοθεσία

5        Το άρθρο 8 του νόμου της 5ης Μαρτίου 2002, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο η οδηγία 96/71 και θεσπίστηκε απλουστευμένο καθεστώς για την τήρηση εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως από τις επιχειρήσεις που αποσπούν εργαζομένους στο Βέλγιο [Belgisch Staatsblad (Βελγική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως) της 13ης Μαρτίου 2002, στο εξής: νόμος της 5ης Μαρτίου 2002], προβλέπει ότι ο εργοδότης που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 ter, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος αριθ. 5, της 23ης Οκτωβρίου 1978, σχετικά με την τήρηση εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως (Belgisch Staatsblad της 2ας Δεκεμβρίου 1978, στο εξής: βασιλικό διάταγμα αριθ. 5) δεν υποχρεούται να καταρτίζει, για την οριζόμενη στην εν λόγω παράγραφο περίοδο, μεταξύ άλλων, το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών του άρθρου 15 του νόμου της 12ης Απριλίου 1965 περί της προστασίας της αμοιβής των εργαζομένων (στο εξής: εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών).

6        Το άρθρο 9 του νόμου της 5ης Μαρτίου 2002 εισάγει στο βασιλικό διάταγμα αριθ. 5 το κεφάλαιο ΙΙ bis που περιέχει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 6 ter, στο οποίο περιγράφεται το απλουστευμένο καθεστώς που προβλέπει ο νόμος αυτός (στο εξής: απλουστευμένο καθεστώς). Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, για τους σκοπούς του εν λόγω κεφαλαίου, ως εργοδότες, υπό την έννοια του βασιλικού διατάγματος αριθ. 5, νοούνται εκείνοι που απασχολούν επί βελγικού εδάφους εργαζομένους οι οποίοι είτε εργάζονται συνήθως στο έδαφος κράτους ή κρατών πλην του Βασιλείου του Βελγίου είτε προσλήφθηκαν σε κράτος πλην του Βασιλείου του Βελγίου.

7        Κατά το άρθρο 6 ter, παράγραφος 2, του εν λόγω διατάγματος, οι εργοδότες απαλλάσσονται, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, από την υποχρέωση να καταρτίζουν και να τηρούν τα έγγραφα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει το κεφάλαιο ΙΙ του βασιλικού διατάγματος αριθ. 5, στα οποία συγκαταλέγεται η ατομική κατάσταση μισθοδοσίας του άρθρου 4, παράγραφος 1 (στο εξής: ατομική κατάσταση μισθοδοσίας), υπό τον όρο ότι, πρώτον, οι εργοδότες, πριν προσλάβουν τους εργαζομένους περί των οποίων πρόκειται, αποστέλλουν στις βελγικές αρχές δήλωση αποσπάσεως (στο εξής: προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως) και, δεύτερον, ότι οι εργοδότες θέτουν στη διάθεση των εν λόγω αρχών αντίγραφο των εγγράφων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους εγκαταστάσεως του εργοδότη, τα οποία είναι ισότιμα με την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας ή με το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών (στο εξής: ισότιμα έγγραφα).

8        Κατά το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002, σχετικά με τον καθορισμό του τρόπου υλοποιήσεως του απλουστευμένου καθεστώτος καταρτίσεως και τηρήσεως εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως για τις εταιρίες που αποσπούν εργαζομένους στο Βέλγιο και με τον ορισμό των δραστηριοτήτων στον τομέα των κατασκευών που παρατίθενται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 6, παράγραφος 2, του νόμου της 5ης Μαρτίου 2002 (Belgisch Staatsblad της 17ης Απριλίου 2002, στο εξής: βασιλικό διάταγμα του 2002), η περίοδος του άρθρου 6 ter, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος αριθ. 5 ορίζεται στους έξι μήνες από την ημερομηνία ενάρξεως απασχολήσεως του πρώτου αποσπώμενου στο Βέλγιο εργαζομένου.

9        Κατά το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002, οι εργοδότες που απασχολούν αποσπώμενους εργαζομένους στο Βέλγιο οφείλουν, πριν την έναρξη της απασχόλησης των εν λόγω εργαζομένων, να αποστέλλουν στην υπηρεσία επιθεωρήσεως των νόμων περί κοινωνικής ασφαλίσεως μια δήλωση αποσπάσεως, σε έντυπη μορφή, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με τηλεομοιοτυπία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 του βασιλικού διατάγματος. Η επιβεβαίωση της παραλαβής και η έγκριση της δηλώσεως αυτής πραγματοποιούνται εντός πέντε εργασίμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της από την προαναφερθείσα υπηρεσία, η οποία αποστέλλει, με τα ανωτέρω περιγραφόμενα μέσα, έναν αριθμό καταχωρίσεως της δηλώσεως στον εργοδότη, ο οποίος δεν μπορεί να αρχίσει να απασχολεί τον αποσπώμενο εργαζόμενο παρά μόνο μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως του αριθμού καταχωρίσεως. Σε περίπτωση δε ελλείψεως του αριθμού αυτού ο εργοδότης δεν μπορεί να τύχει της απαλλαγής από την υποχρέωση καταρτίσεως και τηρήσεως των εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει το απλουστευμένο καθεστώς.

10      Το άρθρο 4 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002 προβλέπει ότι η δήλωση αποσπάσεως, η οποία πρέπει να συντάσσεται κατά το πρότυπο που προσαρτάται στο εν λόγω βασιλικό διάταγμα, περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

«1.       Όσον αφορά τον εργοδότη: το επώνυμο, το όνομα, τον τόπο κατοικίας ή την επωνυμία ή την έδρα της επιχειρήσεως, τη φύση της δραστηριότητάς της, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και φαξ, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τον αριθμό ταυτοποίησης ή μητρώου του εργοδότη στον αρμόδιο οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους προελεύσεως.

2.       Όσον αφορά τον προστηθέντα ή εντολοδόχο του εργοδότη ο οποίος πρέπει να τηρεί διαθέσιμα τα ισότιμα έγγραφα, κατά το άρθρο 5, [παράγραφος 1], του παρόντος διατάγματος: το επώνυμο, το όνομα, την επωνυμία της επιχειρήσεως, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και φαξ και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

3.       Όσον αφορά τον καθέναν από τους αποσπώμενους εργαζομένους στο Βέλγιο: το επώνυμο, το όνομα, τον τόπο κατοικίας, την ημερομηνία γεννήσεως, την προσωπική κατάσταση, το φύλο, την εθνικότητα, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου, τον αριθμό και το είδος του εγγράφου ταυτότητας, την ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως εργασίας, την ημερομηνία ενάρξεως της απασχολήσεως στο Βέλγιο και τα εκτελούμενα καθήκοντα.

4.       Όσον αφορά τους όρους εργασίας που εφαρμόζονται στους αποσπώμενους εργαζομένους: τη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδας και τα ωράρια.

5.       Όσον αφορά την απόσπαση: το είδος της παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της αποσπάσεως, την ημερομηνία ενάρξεως της αποσπάσεως και την προβλεπόμενη διάρκειά της καθώς και τον τόπο στον οποίο θα πραγματοποιηθεί η παροχή της εργασίας.

6.       Όσον αφορά τα ισότιμα έγγραφα: τον τόπο όπου τηρούνται και φυλάσσονται, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος διατάγματος.»

11      Το άρθρο 5 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002 διέπει τους κανόνες περί διαθέσεως και φυλάξεως των ισότιμων εγγράφων κατά τη διάρκεια της περιόδου απασχόλησης των αποσπώμενων εργαζομένων στο Βέλγιο. Κατά την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, κατά τη διάρκεια των έξι μηνών της παραγράφου 2 πρέπει να τηρούνται στη διάθεση των αρμόδιων υπηρεσιών επιθεωρήσεως αντίγραφα των ισότιμων εγγράφων. Τα αντίγραφα αυτά τηρούνται είτε στον τόπο εργασίας στον οποίο είναι αποσπασμένος ο εργαζόμενος στο Βέλγιο είτε στον εντός Βελγίου τόπο κατοικίας ενός φυσικού προσώπου που τα φυλάσσει ως εντολοδόχος ή προστηθείς του εργοδότη. Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, οι εργοδότες οφείλουν να καταρτίζουν και να τηρούν την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών. Κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 5, μετά τον τερματισμό της εξάμηνης αυτής περιόδου, οι εργοδότες οφείλουν να διατηρούν το αντίγραφο αυτό για πέντε έτη και, επιπλέον, να καταρτίζουν τα έγγραφα κοινωνικής ασφαλίσεως του κεφαλαίου ΙΙ του βασιλικού διατάγματος αριθ. 5 καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών.

12      Το άρθρο 6 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002 διέπει τους κανόνες περί διαθέσεως και φυλάξεως των ισότιμων εγγράφων μετά την περίοδο απασχόλησης των αποσπώμενων εργαζομένων στο Βέλγιο. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, οι εργοδότες πρέπει να αποστέλλουν με συστημένη επιστολή ή να καταθέτουν, με αποδεικτικό παραλαβής, αντίγραφο των ισότιμων εγγράφων καθώς και κατάλογο αυτών στην υπηρεσία επιθεωρήσεως των νόμων περί κοινωνικής ασφαλίσεως.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

13      Όπως προκύπτει από τη δικογραφία καθώς και από τις γραπτές παρατηρήσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως, η εταιρία Termiso Limitada αποσπούσε ανά τακτά χρονικά διαστήματα Πορτογάλους συγκολλητές και εφαρμοστές στο ναυπηγείο της Antwerp Shiprepair ΝV προκειμένου να εκτελέσουν ναυπηγικές εργασίες. Κατά τη διάρκεια ελέγχου που διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις του εν λόγω ναυπηγείου στις 12 Ιουλίου 2004, οι υπηρεσίες επιθεωρήσεως διαπίστωσαν ότι 53 Πορτογάλοι εργαζόμενοι της Termiso Limitada απασχολούνταν στις εν λόγω εγκαταστάσεις και ότι για κανέναν από τους εν λόγω εργαζομένους δεν είχε υποβληθεί προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως. Επιπλέον, ο επικεφαλής των εργατών της Tremiso δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει κανένα πορτογαλικό έγγραφο μισθοδοσίας.

14      Κατά το rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen, οι υπηρεσίες επιθεωρήσεως διαπίστωσαν ότι οι επιβαλλόμενες από τον νόμο της 5ης Μαρτίου 2002 καθώς και από την οδηγία 96/71 προϋποθέσεις δεν τηρήθηκαν, οπότε έπρεπε αναγκαστικά να εφαρμοστεί το βελγικό δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως που αφορά την τήρηση εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως και, ειδικότερα, της ατομικής καταστάσεως μισθοδοσίας. Στους κατηγορούμενους της κύριας δίκης (στον πρώτο, στον δεύτερο και στον τρίτο ως διαχειριστές και προστηθέντες της εταιρίας Termiso Limitada και στην τελευταία αυτή ως εργοδότρια και ποινικώς υπεύθυνο νομικό πρόσωπο) προσάφθηκε ότι, μεταξύ της 31ης Μαΐου και της 13ης Ιουλίου 2004, παρέλειψαν να καταρτίσουν ατομικές καταστάσεις μισθοδοσίας για τους 53 προαναφερθέντες εργαζομένους κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, πολλών διατάξεων του βασιλικού διατάγματος αριθ. 5. Οι ανωτέρω κατηγορήθηκαν επίσης για σωρεία παραβάσεων της βελγικής κανονιστικής ρύθμισης σχετικά με τον κατώτατο μισθό και την αμοιβή της υπερωριακής εργασίας.

15      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η δυνατότητά του να αποφανθεί επί της ουσίας όσον αφορά τις διαπραχθείσες παραβάσεις της βελγικής νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως εξαρτάται από το αν ο νόμος της 5ης Μαρτίου 2002, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την υποχρέωση συμμορφώσεως προς τη νομοθεσία αυτή, συνάδει προς τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ.

16      Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Συνιστούν οι διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου της 5ης Μαρτίου 2002 και τα άρθρα 3, 4 και 5 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002 (εκτελεστικό διάταγμα) παράβαση των άρθρων 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ, καθόσον υποχρεώνουν αλλοδαπούς εργοδότες, οι οποίοι επιθυμούν να αποσπούν εργαζομένους, να προβαίνουν προηγουμένως σε δήλωση αποσπάσεως προς την υπηρεσία επιθεωρήσεως των νόμων περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθώς και να διαθέτουν έγγραφα παρόμοια με τη βελγική ατομική κατάσταση μισθοδοσίας ή το βελγικό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, με συνέπεια να παρακωλύεται ή τουλάχιστον να δυσχεραίνεται η πρόσβαση στη βελγική αγορά παροχής υπηρεσιών;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του παραδεκτού

17      Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο, καθόσον στηρίζεται στην πεπλανημένη υπόθεση ότι το απλουστευμένο καθεστώς είναι υποχρεωτικό, ενώ οι αλλοδαποί εργοδότες που αποσπούν εργαζομένους σε βελγικό έδαφος έχουν επίσης την επιλογή να καταρτίζουν και να τηρούν τα έγγραφα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά τα προβλεπόμενα στο βελγικό δίκαιο.

18      Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υποτεθεί ότι το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι το απλουστευμένο καθεστώς είναι υποχρεωτικό, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ στηρίζεται στη σαφή διάκριση των καθηκόντων μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους των κοινοτικών πράξεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο αυτό. Στο πλαίσιο αυτό δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας διατάξεων του εθνικού δικαίου ή να κρίνει αν η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία είναι ορθή (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑220/05, Auroux κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I‑385, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

19      Επιπλέον, η Βελγική και η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλουν ότι, με το δικόγραφο της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ούτε το σχετικό νομικό πλαίσιο παρατίθεται αλλά ούτε και διευκρινίζεται η συνάφεια μεταξύ της διαφοράς της κύριας δίκης και του υποβαλλόμενου προδικαστικού ερωτήματος. Συναφώς, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 96/71, η εφαρμογή της οποίας εξάλλου αμφισβητείται στην υπό κρίση διαφορά. Η Βελγική Κυβέρνηση διατηρεί επιφυλάξεις και ως προς τη χρησιμότητα της ερμηνείας του άρθρου 57 ΣΛΕΕ, καθόσον αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι δραστηριότητες που ασκούν στο Βέλγιο η εταιρία Termiso Limitada και οι εργαζόμενοι σε αυτήν συνιστούν παροχή υπηρεσιών.

20      Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι τα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που αυτό προσδιόρισε με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, απολαύουν τεκμηρίου λυσιτέλειας. Το Δικαστήριο μπορεί να μην αποφανθεί επί αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ. αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I‑4921, σκέψη 61, καθώς και της 23ης Δεκεμβρίου 2009, C‑45/08, Spector Photo Group και Van Raemdonck, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 26).

21      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 14 και 15 της παρούσας αποφάσεως, από την έκθεση του πραγματικού και του νομικού πλαισίου της διαφοράς της κύριας δίκης που περιέχεται στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι δυνατόν να συναχθεί ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, εφόσον εθνική νομοθετική ρύθμιση, όπως το απλουστευμένο καθεστώς, αντίκειται προς τις διατάξεις της ΣΛΕΕ για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης δεν μπορούν να καταδικαστούν λόγω μη τηρήσεως της υποχρεώσεως, που επιβάλλεται μόνο στην περίπτωση μη εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος, να καταρτίσουν ατομικές καταστάσεις μισθοδοσίας για τους εν λόγω εργαζομένους. Η έκθεση αυτή, μολονότι σύντομη, είναι επαρκής ώστε να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.

22      Επιπλέον, η μη υποβολή ερωτήματος περί ερμηνείας της οδηγίας 96/71 ουδόλως επηρεάζει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα, στο μέτρο που οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία είναι λυσιτελείς για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

23      Συνεπώς, το προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας

24      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και αποσπά εργαζομένους στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους να αποστέλλει προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως καθώς και να τηρεί στη διάθεση των εθνικών αρχών, κατά τη διάρκεια της περιόδου αποσπάσεως, αντίγραφο των ισότιμων εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως για την εργασία, όπως είναι η ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, κατά τα προβλεπόμενα στη νομοθεσία του πρώτου κράτους.

25      Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Βελγική Κυβέρνηση επισήμανε ότι το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί την ερμηνεία της οδηγίας 96/71. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, μολονότι το απλουστευμένο καθεστώς χρησιμεύει, όπως υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση, για να εξασφαλιστεί η τήρηση, εκ μέρους των εργοδοτών που αποσπούν εργαζομένους στο βελγικό έδαφος, των όρων εργασίας και απασχόλησης που απαριθμεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 96/71, εντούτοις τα μέτρα αυτά ελέγχου δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής ούτε είναι εναρμονισμένα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

26      Συγκεκριμένα, η οδηγία 96/71 σκοπεί να συντονίσει τις ουσιαστικού δικαίου εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις σχετικά με τους όρους εργασίας και απασχόλησης των αποσπώμενων εργαζομένων, ανεξαρτήτως των διοικητικών κανόνων εφαρμογής που προορίζονται να καθιστούν δυνατή την εξακρίβωση της τηρήσεως των όρων αυτών

27      Συνεπώς, τα μέτρα αυτά μπορούν να καθορισθούν ελεύθερα από τα κράτη μέλη, τηρουμένων της Συνθήκης και των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2007, C‑490/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2007, σ. Ι-6095, σκέψη 19, καθώς και της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑341/05, Laval un Partneri, Συλλογή 2007, σ. I‑11767, σκέψη 60).

28      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος η οποία απέσπασε τους δικούς της εργαζομένους για ορισμένο χρόνο σε εργοτάξιο ευρισκόμενο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους με σκοπό την πραγματοποίηση παροχής υπηρεσιών. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η κατάσταση αυτή εμπίπτει στα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, C‑49/98, C‑50/98, C‑52/98 έως C‑54/98 και C‑68/98 έως C‑71/98, Finalarte κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I‑7831, σκέψη 20).

 Επί της υπάρξεως περιορισμού στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών

29      Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως που υφίσταται λόγω της ιθαγενείας του ο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος παρέχων υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού, ακόμη και αν αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στους ημεδαπούς παρέχοντες υπηρεσίες όσο και σε αυτούς των άλλων κρατών μελών, οσάκις μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1999, C‑369/96 και C‑376/96, Arblade κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I‑8453, σκέψη 33, και της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑168/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2006, σ. I‑9041, σκέψη 36).

30      Επισημαίνεται, στο πλαίσιο αυτό, ότι, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, το επίμαχο στη διαφορά της κύριας δίκης απλουστευμένο καθεστώς θεσπίστηκε με τον νόμο της 5ης Μαρτίου 2002 κατόπιν της εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Arblade κ.λπ. Με το σημείο 3 του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ απαγορεύουν σε κράτος μέλος να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος και εκτελούν προσωρινώς εργασίες εντός του πρώτου κράτους την υποχρέωση να καταρτίζουν συνδεόμενα με τη σχέση εργασίας έγγραφα, όπως, μεταξύ άλλων, την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας για κάθε αποσπασμένο εργαζόμενο, υπό τη μορφή που απαιτεί η νομοθεσία του πρώτου κράτους, εφόσον η κοινωνική προστασία των εργαζομένων που μπορεί να δικαιολογήσει τις απαιτήσεις αυτές διασφαλίζεται ήδη με την προσκόμιση των συνδεομένων με τη σχέση εργασίας εγγράφων τα οποία τηρούν οι εν λόγω επιχειρήσεις κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένες.

31      Από τον νόμο αυτόν καθώς και από το βασιλικό διάταγμα της 29ης Μαρτίου 2002 προκύπτει ότι, για ένα χρονικό διάστημα έξι μηνών από την έναρξη της απασχολήσεως του πρώτου αποσπώμενου εργαζομένου, το απλουστευμένο καθεστώς απαλλάσσει τους εργοδότες που προβαίνουν σε αποσπάσεις εργαζομένων επί βελγικού εδάφους από την υποχρέωση να καταρτίζουν, μεταξύ άλλων, την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών που απαιτούνται από τη βελγική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι, πρώτον, αποστέλλουν στις βελγικές αρχές προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως και, δεύτερον, τηρούν στη διάθεση των αρχών αυτών αντίγραφο των ισότιμων εγγράφων.

32      Όσον αφορά τον χρονικό περιορισμό της εφαρμογής της εν λόγω απαλλαγής, ο ενδεχομένως περιοριστικός χαρακτήρας της δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη απόσπαση της κύριας δίκης είχε διάρκεια μικρότερη από έξι μήνες.

33      Όσον αφορά, πρώτον, την προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως, από το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002 καθώς και από τις παρατηρήσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι, αφενός, οι βελγικές αρχές οφείλουν να επιβεβαιώνουν την παραλαβή και το νομότυπο της δηλώσεως αυτής, εντός πέντε εργασίμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της, μέσω κοινοποιήσεως αριθμού καταχωρίσεως της δηλώσεως στον εργοδότη των προς απόσπαση εργαζομένων. Αφετέρου, η απόσπαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μετά την ημερομηνία κοινοποίησης του αριθμού καταχωρίσεως, ενώ, σε αντίθετη περίπτωση, ο εργοδότης δεν μπορεί να τύχει των ευνοϊκών ρυθμίσεων που προβλέπει το απλουστευμένο καθεστώς.

34      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διαδικασία που περιγράφεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απλή διαδικασία δηλωτικού χαρακτήρα. Όπως υπογράμμισε και ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 70 των προτάσεών του, η απλή διαβίβαση πληροφοριών στις αρχές του κράτους προορισμού, καθώς και η επιβεβαίωση της λήψης τους, είναι εν δυνάμει ικανές να μετατραπούν σε μηχανισμό εξακρίβωσης και έγκρισης εφαρμοζόμενο πριν την έναρξη της παροχής υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η εν λόγω κοινοποίηση πρέπει να προηγηθεί της εκ μέρους του εργοδότη αποσπάσεως των εργαζομένων του και δεδομένου ότι η απόσπαση πραγματοποιείται μόνον αφότου οι εθνικές αρχές ελέγξουν το νομότυπο της προηγούμενης δηλώσεως αποσπάσεως, η διαδικασία αυτή πρέπει να θεωρείται ότι έχει τον χαρακτήρα διοικητικής διαδικασίας χορηγήσεως αδείας (βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψη 41).

35      Μια διαδικασία που εξαρτά από τη χορήγηση τέτοιας διοικητικής άδειας την μέσω αποσπώμενων εργαζομένων παροχή υπηρεσιών την οποία πραγματοποιεί επί του εθνικού εδάφους επιχείρηση εγκατεστημένη εντός άλλου κράτους μέλους μπορεί να συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υπό την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 9ης Αυγούστου 1994, C‑43/93, Vander Elst, Συλλογή 1994, σ. I‑3803, σκέψη 15, και της 19ης Ιανουαρίου 2006, C‑244/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2006, σ. I‑885, σκέψη 34).

36      Συγκεκριμένα, η διαδικασία αυτή μπορεί να εμποδίσει, ιδιαιτέρως λόγω της προβλεπόμενης προθεσμίας για την αποστολή της κοινοποίησης αυτής, τη σκοπούμενη απόσπαση και, κατά συνέπεια, την εκ μέρους του εργοδότη των προς απόσπαση εργαζομένων άσκηση δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών, ειδικότερα οσάκις η προς εκπλήρωση παροχή απαιτεί ταχεία δράση (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 35, και Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψη 39).

37      Συναφώς, οι κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη τονίζουν, με τις γραπτές τους παρατηρήσεις, χωρίς να αντικρούονται σχετικώς, τον επείγοντα χαρακτήρα των προς εκπλήρωση παροχών στις εγκαταστάσεις της εταιρίας Antwerp Shiprepair NV, παροχών που απαιτούν την ταχύτερη δυνατή έναρξη των εργασιών μετά τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως. Η Βελγική Κυβέρνηση όμως επιβεβαίωσε, απαντώντας σε ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, όσον αφορά τις επείγουσες αποσπάσεις, το απλουστευμένο καθεστώς δεν επιτρέπει καμία εξαίρεση από τη διαδικασία που περιγράφεται στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως.

38      Λίγη σημασία έχει, όπως επίσης επισήμανε η Βελγική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η κοινοποίηση της καταχωρίσεως αποστέλλεται στην πράξη στον εργοδότη των προς απόσπαση εργαζομένων δύο ή τρεις ημέρες μετά την παραλαβή της προηγούμενης δηλώσεως αποσπάσεως, πράγμα που δεν αποκλείει εκ προοιμίου ο εργοδότης να πρέπει να αναμείνει αναγκαστικά την πάροδο τουλάχιστον των πέντε εργάσιμων ημερών που προβλέπει το απλουστευμένο καθεστώς για την αποστολή της κοινοποιήσεως πριν προβεί στην απόσπαση. Το ενδεχόμενο της αναμονής αυτής είναι δυνατόν να παρεμποδίζει τόσο τον εν λόγω εργοδότη όσο και τον αποδέκτη της παροχής των υπηρεσιών που συνδέονται με την απόσπαση εργαζομένων από την εκπλήρωση ή τη λήψη της εν λόγω παροχής, ή να καθιστά αυτήν λιγότερο ελκυστική, ειδικότερα δε όταν η παροχή αυτή έχει επείγοντα χαρακτήρα.

39      Επιπλέον, η διαδικασία που περιγράφεται στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του απλουστευμένου καθεστώτος δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002, ο εργοδότης που προβαίνει σε απόσπαση επί βελγικού εδάφους χωρίς να έχει λάβει κοινοποίηση του αριθμού καταχωρίσεως της προηγούμενης δηλώσεως αποσπάσεως δεν μπορεί, όσον αφορά την απόσπαση περί της οποίας πρόκειται, να περιοριστεί στην τήρηση ισότιμων εγγράφων, όπως προβλέπει το απλουστευμένο καθεστώς, αλλά οφείλει να καταρτίζει τα βελγικά έγγραφα κοινωνικής ασφαλίσεως όπως είναι η ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών.

40      Συνεπώς, η απαίτηση αποστολής προηγούμενης δηλώσεως αποσπάσεως καθώς και η κοινοποίηση του αριθμού καταχωρίσεως της δηλώσεως αυτής, κατά τα προβλεπόμενα από το απλουστευμένο καθεστώς, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών υπό την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.

41      Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί από τη διαπίστωση της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι το απλουστευμένο καθεστώς είναι προαιρετικό, υπό την έννοια ότι ο εργοδότης που επιθυμεί να αποσπάσει εργαζομένους επί βελγικού εδάφους μπορεί να επιλέξει τη μη υπαγωγή του στο καθεστώς αυτό, οφείλει όμως, στην περίπτωση αυτή, να καταρτίζει και να τηρεί τα προαναφερθέντα βελγικά έγγραφα κοινωνικής ασφαλίσεως. Όπως υπομνήσθηκε με τη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει, με την απόφαση Arblade κ.λπ., ότι η υποχρέωση αυτή δεν είναι καθαυτή σύμφωνη με την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών. Έτι περαιτέρω, από τον φάκελο προκύπτει ότι, στην περίπτωση της επίμαχης στην κύρια δίκη βελγικής νομοθεσίας, η παράβαση της υποχρέωσης αυτής επισύρει ποινικές κυρώσεις.

42      Όσον αφορά, δεύτερον, τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν τα άρθρα 5 και 6 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002 στους εργοδότες εργαζομένων αποσπασμένων επί βελγικού εδάφους, καταρχάς, να τηρούν αντίγραφο των ισότιμων εγγράφων στη διάθεση των βελγικών αρχών, είτε στον τόπο εργασίας στο Βέλγιο είτε στον εντός Βελγίου τόπο κατοικίας ενός φυσικού προσώπου που τα φυλάσσει ως εντολοδόχος ή προστηθείς του εργοδότη, έπειτα, να αποστέλλουν, μετά τη λήξη της περιόδου αποσπάσεως, το αντίγραφο αυτό καθώς και κατάλογο των ισότιμων εγγράφων στις βελγικές αρχές και, τέλος, να τηρούν, μετά τη λήξη εξάμηνης περιόδου, αντίγραφο των ισότιμων εγγράφων στη διάθεση των εν λόγω αρχών σε έναν από τους οριζόμενους τόπους για περίοδο πέντε ετών, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου ότι οι υποχρεώσεις αυτές συνεπάγονται επιπλέον έξοδα και διοικητικές και οικονομικές επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις αυτές να μην αντιμετωπίζουν ίσες συνθήκες ανταγωνισμού σε σχέση προς τις επιχειρήσεις που απασχολούν πρόσωπα που εργάζονται συνήθως στο Βέλγιο.

43      Μολονότι η Βελγική Κυβέρνηση επισήμανε ότι η υποχρέωση τηρήσεως αντιγράφου των ισότιμων εγγράφων στη διάθεση των βελγικών αρχών για περίοδο πέντε ετών μετά τη λήξη της αποσπάσεως δεν εφαρμόζεται στις αποσπάσεις που έχουν διάρκεια μικρότερη των έξι μηνών, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, εντούτοις, δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ως προς τις δύο άλλες υποχρεώσεις. Μάλιστα, η Βελγική Κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι επίμαχες διατάξεις μπορούν να συνιστούν περιορισμό της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών υπό την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.

44      Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι δύο αυτές υποχρεώσεις συνιστούν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

 Επί του δικαιολογητικού λόγου του περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

45      Κατά πάγια νομολογία, εθνική κανονιστική ρύθμιση διέπουσα τομέα ο οποίος δεν αποτέλεσε αντικείμενο εναρμονίσεως σε επίπεδο Ένωσης και εφαρμοζόμενη αδιακρίτως σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους μπορεί, παρά το περιοριστικό αποτέλεσμά της για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να δικαιολογείται στο μέτρο που ικανοποιεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ο οποίος δεν διασφαλίζεται ήδη από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου αυτός είναι εγκατεστημένος και εφόσον η εν λόγω ρύθμιση είναι πρόσφορη για την εξασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού τον οποίο επιδιώκει και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Arblade κ.λπ., σκέψεις 34 και 35, καθώς και Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψη 37).

46      Όπως επισημαίνεται με τη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, το απλουστευμένο καθεστώς χρησιμεύει, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, για να εξασφαλιστεί η τήρηση, εκ μέρους των εργοδοτών που αποσπούν εργαζομένους στο βελγικό έδαφος, μεταξύ άλλων, των όρων εργασίας και απασχόλησης που απαριθμεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 96/71. Επομένως, το καθεστώς αυτό επιδιώκει τον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην κοινωνική προστασία των εργαζομένων.

47      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι μεταξύ των επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος που μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών περιλαμβάνεται η προστασία των εργαζομένων (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Arblade κ.λπ., σκέψη 36, και Finalarte κ.λπ., σκέψη 33· απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2004, C‑445/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2004, σ. I‑10191, σκέψη 29).

48      Ομοίως, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ελέγχουν την τήρηση των εθνικών διατάξεων και των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, ενώ έχει δεχθεί το βάσιμο μέτρων ελέγχου που είναι αναγκαία για να εξακριβωθεί η τήρηση απαιτήσεων οι οποίες δικαιολογούνται βάσει λόγων γενικού συμφέροντος (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Arblade κ.λπ., σκέψη 38, καθώς και απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 36).

49      Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν μέτρα όπως τα προβλεπόμενα από το απλουστευμένο καθεστώς είναι ικανά να εξασφαλίσουν την επίτευξη του σκοπού που συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων χωρίς να βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.

50      Όσον αφορά, πρώτον, την προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η δήλωση αυτή παρέχει στις αρχές τη δυνατότητα να ασκούν αποτελεσματικό έλεγχο των όρων αμοιβής και εργασίας στο πλαίσιο αποσπάσεως εργαζομένων στο Βέλγιο. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εν λόγω κυβέρνηση διευκρίνισε ότι, ελλείψει της δηλώσεως αυτής, οι βελγικές αρχές δεν είναι σε θέση να εξακριβώσουν την ημερομηνία έναρξης της αποσπάσεως στο Βέλγιο, καθόσον τα ισότιμα έγγραφα δεν περιέχουν τέτοιες πληροφορίες.

51      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται σε εργοδότη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος να ενημερώνει πριν από την απόσπαση τις τοπικές αρχές για την παρουσία ενός ή περισσοτέρων αποσπασμένων μισθωτών εργαζομένων, για την προβλεπόμενη διάρκεια της εν λόγω παρουσίας και την ή τις παρεχόμενες υπηρεσίες που δικαιολογούν την απόσπαση συνιστά εξίσου αποτελεσματικό και λιγότερο περιοριστικό μέτρο απ’ ό,τι η άδεια εργασίας, ο προηγούμενος έλεγχος ή ακόμα η επιβεβαίωση της αποσπάσεως. Η υποχρέωση αυτή είναι ικανή να παράσχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να ελέγχουν την τήρηση της κανονιστικής ρυθμίσεως του κράτους μέλους υποδοχής επί κοινωνικών και μισθολογικών θεμάτων κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις που υπέχει ο εργοδότης από τους κανόνες του δικαίου κοινωνικής ασφαλίσεως που έχουν εφαρμογή στο κράτος μέλος προελεύσεως (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, σκέψη 31, της 19ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 45, και Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψη 52).

52      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, έστω και αν και η προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως αποτελεί κατάλληλο μέσο ανακοινώσεως στις βελγικές αρχές των πληροφοριών που διαλαμβάνονται στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως, εν τούτοις, η διαδικασία καταχωρίσεως και κοινοποιήσεως, δυνάμει της οποίας η εν λόγω δήλωση αποκτά, όπως επισημάνθηκε και στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, χαρακτήρα διοικητικής διαδικασίας χορηγήσεως αδείας, βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την εξασφάλιση της προστασίας των αποσπασθέντων εργαζομένων.

53      Συγκεκριμένα, από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η προηγούμενη δήλωση, στο μέτρο που παρέχει τη δυνατότητα να ελέγχεται, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως, η τήρηση της κανονιστικής ρυθμίσεως του κράτους μέλους υποδοχής περί κοινωνικής ασφαλίσεως και μισθολογικών θεμάτων, συνιστά μέτρο επίτευξης του σκοπού αυτού που συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας περισσότερο απ’ ό,τι η χορήγηση τέτοιας άδειας ή ο προηγούμενος έλεγχος. Συναφώς, κατά την ίδια τη Βελγική Κυβέρνηση, το απλουστευμένο καθεστώς δεν αφορά τίποτα περισσότερο από τον αποτελεσματικό έλεγχο των όρων αμοιβής και εργασίας των αποσπασμένων εργαζομένων κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως.

54      Ωστόσο, δεδομένου ότι η απαίτηση προηγούμενης δηλώσεως εξακολουθεί να αποτελεί μέτρο κατάλληλο ώστε να καθίστανται δυνατοί οι αναγκαίοι έλεγχοι και να αποτρέπονται οι απάτες, η διοίκηση πρέπει να παρέχει στον εργοδότη που προβαίνει σε αποσπάσεις εργαζομένων στο Βέλγιο τη δυνατότητα να προσκομίζει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι προέβη σε δήλωση περιέχουσα όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

55      Όσον αφορά, δεύτερον, τα έγγραφα που ισοδυναμούν με την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, η Βελγική Κυβέρνηση εξηγεί, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η ατομική κατάσταση μισθοδοσίας αναγράφει τις παρεχόμενες από τον εργαζόμενο υπηρεσίες καθώς και τη συναφή προς αυτές αμοιβή και ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών παραθέτει τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των ωρών εργασίας και τις ημέρες αδείας, καθώς και τις παρακρατήσεις επί της εν λόγω αμοιβής.

56      Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, από τα άρθρα 5 και 6 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002 προκύπτει ότι ο εργοδότης των αποσπασμένων εργαζομένων οφείλει να τηρεί αντίγραφο των ισότιμων εγγράφων στη διάθεση των βελγικών αρχών, είτε στον τόπο εργασίας στο Βέλγιο είτε στον εντός Βελγίου τόπο κατοικίας ενός φυσικού προσώπου που τα φυλάσσει ως εντολοδόχος ή προστηθείς του εργοδότη. Μετά τη λήξη της περιόδου αποσπάσεως, το αντίγραφο αυτό καθώς και κατάλογος των ισότιμων εγγράφων πρέπει να αποστέλλονται στις βελγικές αρχές.

57      Είναι προφανές ότι η τήρηση αντιγράφου των ισότιμων εγγράφων που περιγράφονται στη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως είναι κατάλληλη να παράσχει στις αρχές τη δυνατότητα να ελέγξουν την τήρηση, ως προς τους αποσπασμένους εργαζομένους, των όρων εργασίας που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/71 και, ως εκ τούτου, να εξασφαλίσουν την προστασία των εργαζομένων αυτών.

58      Επιπλέον, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, αν οι πληροφορίες που παρέχουν τα σχετικά με τους αποσπασθέντες εργαζομένους έγγραφα που απαιτούνται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως επαρκούν, στο σύνολό τους, για τους απαραίτητους ελέγχους εντός του κράτους μέλους υποδοχής, η προσκόμιση, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, των εγγράφων αυτών ή αντιγράφων τους ή, σε διαφορετική περίπτωση, η τήρηση των ίδιων εγγράφων στη διάθεση των ανωτέρω αρχών ή αντιγράφων τους στο εργοτάξιο ή σε προσιτό και σαφώς προσδιορισμένο μέρος επί του εδάφους του κράτους μέλους υποδοχής, συνιστά λιγότερο περιοριστικό μέσο για τη διασφάλιση της κοινωνικής προστασίας των εν λόγω εργαζομένων απ’ ό,τι η κατάρτιση εγγράφων σύμφωνων με τη νομοθεσία του κράτους αυτού (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Arblade κ.λπ., σκέψεις 64 έως 66, και Finalarte κ.λπ., σκέψη 74).

59      Ομοίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η υποχρέωση αποστολής, μετά τη λήξη της περιόδου αποσπάσεως, των εγγράφων που ο εργοδότης οφείλει να καταρτίσει κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους μέλους εγκαταστάσεως, ή αντιγράφου τους, στις εθνικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, οι οποίες μπορούν να τα ελέγξουν και, ενδεχομένως, να τα κρατήσουν στην κατοχή τους, συνιστούν λιγότερο περιοριστικό μέτρο για να διασφαλιστεί ο έλεγχος της τηρήσεως των κανόνων προστασίας των εργαζομένων απ’ ό,τι η υποχρέωση του εργοδότη να τηρεί τα έγγραφα αυτά στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής μετά την περίοδο αυτή (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Arblade κ.λπ., σκέψη 78).

60      Κατόπιν των προεκτεθέντων, τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα προς τον σκοπό που συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων.

61      Συνεπώς, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα είναι η εξής:

–        Τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και αποσπά εργαζομένους στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους να αποστέλλει προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως, στο μέτρο που η έναρξη της σκοπούμενης αποσπάσεως εξαρτάται από την κοινοποίηση, στον εργοδότη αυτόν, αριθμού καταχωρίσεως της εν λόγω δηλώσεως και στο μέτρο που οι εθνικές αρχές διαθέτουν προθεσμία πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της δηλώσεως εντός της οποίας μπορούν να προβούν στην κοινοποίηση αυτή.

–        Τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και αποσπά εργαζομένους στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους να τηρεί στη διάθεση των εθνικών αρχών αυτού, κατά τη διάρκεια της περιόδου αποσπάσεως, αντίγραφο των ισότιμων εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως για την εργασία που απαιτεί η νομοθεσία του πρώτου κράτους καθώς και να αποστέλλει το αντίγραφο αυτό στις εν λόγω αρχές μετά τη λήξη της περιόδου αποσπάσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

62      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

–        Τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και αποσπά εργαζομένους στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους να αποστέλλει προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως, στο μέτρο που η έναρξη της σκοπούμενης αποσπάσεως εξαρτάται από την κοινοποίηση, στον εργοδότη αυτόν, αριθμού καταχωρίσεως της εν λόγω δηλώσεως και στο μέτρο που οι εθνικές αρχές του πρώτου αυτού κράτους διαθέτουν προθεσμία πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της δηλώσεως εντός της οποίας μπορούν να προβούν στην κοινοποίηση αυτή.

–        Τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και αποσπά εργαζομένους στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους να τηρεί στη διάθεση των εθνικών αρχών αυτού, κατά τη διάρκεια της περιόδου αποσπάσεως, αντίγραφο των ισότιμων εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως για την εργασία που απαιτεί η νομοθεσία του πρώτου κράτους καθώς και να αποστέλλει το αντίγραφο αυτό στις εν λόγω αρχές μετά τη λήξη της περιόδου αποσπάσεως.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.