Language of document : ECLI:EU:F:2010:17

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)

της 9ης Μαρτίου 2010

Υπόθεση F-26/09

N

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Αγωγή αποζημιώσεως — Παραδεκτό — Ηθική παρενόχληση — Καθήκον αρωγής — Ηθική βλάβη»

Αντικείμενο: Αγωγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με την οποία ο N ζητεί να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να του καταβάλει το ποσό των 12 000 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, αφενός, λόγω της ηθικής και επαγγελματικής παρενοχλήσεως που υπέστη από τις 16 Αυγούστου 2006 έως την 1η Μαΐου 2007, και, αφετέρου, λόγω της μη διεξαγωγής εσωτερικής έρευνας από ανεξάρτητο όργανο.

Απόφαση: Το Κοινοβούλιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα 2 000 ευρώ ως αποζημίωση. Η αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Το Κοινοβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του, καθώς και τα τρία τέταρτα των εξόδων του ενάγοντος. Ο ενάγων φέρει το ένα τέταρτο των εξόδων του.

Περίληψη

1.       Υπάλληλοι — Προσφυγή — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Παράλειψη θεσμικού οργάνου να λάβει μέτρο επιβαλλόμενο από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων — Μη παροχή αρωγής, εκ μέρους του κοινοτικού οργάνου, στους υπαλλήλους του — Δεν εμπίπτουν — Εξαίρεση

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως, άρθρα 24, 90 και 91)

2.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Συμπεριφορά σκοπούσα στη δυσφήμιση του ενδιαφερομένου ή στην επιδείνωση των συνθηκών εργασίας του — Απαιτείται επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως, άρθρο 12α § 3)

3.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Έκθεση βαθμολογίας που περιέχει αρνητικά, αλλά όχι δυσάρεστα σχόλια για τον υπάλληλο — Δεν εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως, άρθρο 12α § 3)

4.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προθεσμίες — Αίτημα αποζημιώσεως απευθυνόμενο σε θεσμικό όργανο — Τήρηση ευλόγου προθεσμίας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως, άρθρο 90)

5.      Υπάλληλοι — Βαθμολογία — Έκθεση βαθμολογίας — Παράλειψη καθορισμού στόχων

6.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Αγωγή αποζημιώσεως — Ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως μη δυνάμενη να εξασφαλίσει τη δέουσα ικανοποίηση της ηθικής βλάβης

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως, άρθρο 91)

1.      Απόκειται, καταρχήν, στον υπάλληλο, ο οποίος εκτιμά ότι μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 24 του ΚΥΚ, να υποβάλει αίτηση αρωγής στο όργανο στο οποίο υπάγεται. Μόνον υπό ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να θεμελιωθεί υποχρέωση του κοινοτικού οργάνου να προχωρήσει, με δική του πρωτοβουλία και χωρίς προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου, σε συγκεκριμένη ενέργεια αρωγής. Ελλείψει τέτοιων περιστάσεων, η παράλειψη του οργάνου να παράσχει αυτεπαγγέλτως αρωγή στους υπαλλήλους και στο λοιπό προσωπικό του δεν αποτελεί βλαπτική πράξη. Συναφώς, σε περίπτωση που υπάλληλος ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω παραλείψεως θεσμικού οργάνου να τηρήσει την υποχρέωση αρωγής που υπέχει, το παραδεκτό του αιτήματος προς αποζημίωση εξαρτάται από την ύπαρξη αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής κατά τον χρόνο υποβολής του εν λόγω αιτήματος.

Δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς αίτημα αρωγής, κατά την έννοια του άρθρου 24 του ΚΥΚ, το έγγραφο με το οποίο ο υπάλληλος υπέβαλε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αίτημα αποζημιώσεως παραπονούμενος για ηθική παρενόχληση και παράβαση του καθήκοντος αρωγής. Δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς αίτημα αρωγής ούτε η διοικητική ένσταση με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της παραβάσεως του καθήκοντος αρωγής.

(βλ. σκέψεις 47 έως 49)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 12 Ιουνίου 1986, 229/84, Sommerlatte κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1805, σκέψη 20

ΓΔΕΕ: 18 Δεκεμβρίου 2008, T‑90/07 P και T‑99/07 P, Βέλγιο και Επιτροπής κατά Genette, Συλλογή 2008, σ. II‑3859, σκέψεις 101 έως 103

ΔΔΔΕΕ: 31 Μαΐου 2006, F‑91/05, Frankin κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑25 και II‑A‑1‑83, σκέψη 24

2.      Κατά το άρθρο 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, ως ηθική παρενόχληση νοείται η «καταχρηστική διαγωγή», για τη στοιχειοθέτηση της οποίας πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, απαιτούνται είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις που εκδηλώνονται κατά τρόπο «επαναληπτικό ή συστηματικό», πράγμα που σημαίνει ότι η ηθική παρενόχληση πρέπει οπωσδήποτε να έχει κάποια διάρκεια, και γίνονται «με πρόθεση». Σύμφωνα με τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία διαχωρίζεται από την πρώτη με τον σύνδεσμο «και», οι εν λόγω συμπεριφορές, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις, πρέπει να θίγουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου. Δεδομένου ότι ο προσδιορισμός «με πρόθεση» αφορά την πρώτη και όχι τη δεύτερη προϋπόθεση, το συμπέρασμα που αντλείται είναι διττό. Αφενός, οι συμπεριφορές, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, πρέπει να είναι σκόπιμες, οπότε δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής οι εξ αμελείας ενέργειες. Αφετέρου, δεν απαιτείται, αντιθέτως, οι εν λόγω ενέργειες να έχουν διαπραχθεί με σκοπό να θιγούν η προσωπικότητα, η αξιοπρέπεια ή η φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου. Επομένως, μπορεί να υφίσταται ηθική παρενόχληση κατά την έννοια του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, χωρίς ο παρενοχλών να αποσκοπούσε, με τις ενέργειές του, στη δυσφήμηση ή στην εκ προθέσεως υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας του παρενοχληθέντος προσώπου. Αρκεί οι ενέργειές του, εφόσον προέβη σε αυτές εκ προθέσεως, να προκάλεσαν αντικειμενικά τέτοιες συνέπειες.

(βλ. σκέψη 72)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 9 Δεκεμβρίου 2008, F‑52/05, Q κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ. Ι‑Α‑1‑409 και ΙΙ‑Α‑1‑2235, σκέψη 135, και η οποία -έχει προσβληθεί με αναίρεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑80/09 P

3.      Σε περίπτωση που το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ακυρώσει έκθεση βαθμολογίας υπαλλήλου, με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι η διοίκηση προέβη σε αξιολόγηση του ενδιαφερομένου, χωρίς να του έχει προηγουμένως αναθέσει συγκεκριμένους στόχους, η συγκεκριμένη άνιση μεταχείριση, μολονότι κατακριτέα, δεν συνιστά, από μόνη της, ηθική παρενόχληση. Ομοίως, το γεγονός ότι η έκθεση βαθμολογίας περιέχει αρνητικά σχόλια για τον υπάλληλο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ηθική παρενόχληση, εφόσον τα σχόλια αυτά εμπίπτουν στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει ο βαθμολογητής και, κυρίως, δεν υπερβαίνουν το όριο της δυσάρεστης ή προσβλητικής για το πρόσωπο του ενδιαφερομένου κριτικής.

(βλ. σκέψη 86)

4.      Ο υπάλληλος ο οποίος αμφισβητεί τη νομιμότητα της εκθέσεως βαθμολογίας του εντός της προθεσμίας ασκήσεως ένδικης προσφυγής και του οποίου το αίτημα περί αποζημιώσεως έχει υποβληθεί εντός ευλόγου χρόνου μετά τη γνωστοποίηση της εκθέσεως αυτής μπορεί παραδεκτώς να υποβάλει, με χωριστό δικόγραφο, αίτημα περί αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη λόγω της πράξεως αυτής.

(βλ. σκέψη 96)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 28 Μαΐου 1998, T‑78/96 και T‑170/96, W κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑239 και II‑745, σκέψη 159· 17 Δεκεμβρίου 2003, T‑324/02, McAuley κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑337 και II‑1657, σκέψεις 92 και 96· 19 Οκτωβρίου 2006, T‑503/04, Pessoa e Costa κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑237 και II‑A‑2‑139, σκέψεις 58 και 59

ΔΔΔΕΕ: 1 Φεβρουαρίου 2007, F‑125/05, Τσαρνάβας κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ. Ι‑Α‑1‑43 και ΙΙ‑Α‑1‑231, σκέψεις 69 έως 71

5.      Υποπίπτει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παραβιάζει το καθήκον αρωγής ο βαθμολογητής που, στο πλαίσιο της βαθμολογήσεως υπαλλήλου, δεν λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι για τον υπάλληλο αυτόν δεν καθορίστηκαν στόχοι όσον αφορά το χρονικό διάστημα για το οποίο διενεργείται η αξιολόγηση.

(βλ. σκέψη 95)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 10 Νοεμβρίου 2009, F‑71/08, N κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2009, σ. Ι‑Α‑1‑429 και ΙΙ‑Α‑1‑2319

6.      Ο κανόνας ότι η ακύρωση προσβληθείσας από υπάλληλο πράξεως της διοικήσεως συνιστά από μόνη της πρόσφορη και, καταρχήν, επαρκή ικανοποίηση κάθε προκληθείσας ηθικής βλάβης υπόκειται σε ορισμένες εξαιρέσεις. Συγκεκριμένα, η ακύρωση παράνομης διοικητικής πράξεως δεν αποτελεί πλήρη ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, αν η πράξη αυτή εμπεριέχει σαφώς αρνητική αξιολόγηση των ικανοτήτων του προσφεύγοντος, δυνάμενη να τον θίξει, αν η διαπραχθείσα παρανομία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα ή αν η ακύρωση της πράξεως στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας.

(βλ. σκέψεις 101 έως 103, 105 και 107)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 7 Φεβρουαρίου 1990, C‑343/87, Culin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑225, σκέψεις 25 έως 29

ΓΔΕΕ: 26 Ιανουαρίου 1995, T‑60/94, Pierrat κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I‑A‑23 και II‑77, σκέψη 62· 23 Μαρτίου 2000, T‑197/98, Rudolf κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑55 και II‑241, σκέψη 98· 21 Ιανουαρίου 2004, T‑328/01, Robinson κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑5 και II‑23, σκέψη 79· 30 Σεπτεμβρίου 2004, T‑16/03, Ferrer de Moncada κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑261 και II‑1163, σκέψη 68· 13 Δεκεμβρίου 2005, T‑155/03, T‑157/03 και T‑331/03, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑411 και II‑1865, σκέψεις 205 και 206

ΔΔΔΕΕ: 13 Δεκεμβρίου 2007, F‑42/06, Sundholm κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ. Ι‑Α‑1‑437 και ΙΙ‑Α‑1‑2499, σκέψη 44· 22 Οκτωβρίου 2008, F‑46/07, Tzirani κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ. Ι‑Α‑1‑323 και ΙΙ‑Α‑1‑1733, σκέψη 223· 5 Μαΐου 2009, F‑27/08, Simões Dos Santos κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2009, σ. Ι‑Α‑1‑113 και ΙΙ‑Α‑1‑613, σκέψεις 142 και 143, η οποία έχει προσβληθεί με αναίρεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑260/09 P· 7 Ιουλίου 2009, F‑99/07 και F‑45/08, Bernard κατά Europol, Συλλογή Υπ.Υπ. 2009, σ. Ι‑Α‑1‑233 και ΙΙ‑Α‑1‑1267, σκέψη 106