Language of document : ECLI:EU:F:2010:12

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)

της 24ης Φεβρουαρίου 2010

Υπόθεση F-2/09

Riccardo Achille Menghi

κατά

Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA)

«Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτοι υπάλληλοι — Απόλυση μετά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας — Ηθική παρενόχληση»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με την οποία ο R. Menghi ζητεί, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της αποφάσεως του ENISA, της 14ης Μαρτίου 2008, περί απολύσεώς του.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Πρόσληψη — Δοκιμαστική υπηρεσία

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α)

2.      Διαδικασία — Προβολή συμπληρωματικών επιχειρημάτων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προς στήριξη ισχυρισμού ήδη προβληθέντος με το δικόγραφο της προσφυγής — Επιτρέπεται

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 21· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 35 § 1)

3.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Υποχρέωση αρωγής που βαρύνει τη διοίκηση — Πεδίο εφαρμογής

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 24)

4.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Προσφυγή — Λόγοι — Λόγος αντλούμενος από κατάχρηση εξουσίας και προβαλλόμενος προς στήριξη προσφυγής κατά αποφάσεως περί απολύσεως που ελήφθη κατόπιν γνωστοποιήσεως πληροφορίας στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 22α)

1.      Η ηθική παρενόχληση, βάσει του ορισμού που περιέχεται στο άρθρο 12α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), αποτελεί συμπεριφορά που έχει ορισμένη διάρκεια και εκδηλώνεται κατά τρόπο επαναληπτικό και συστηματικό, ενώ μια απόφαση της διοικήσεως αποτελεί μεμονωμένη πράξη, έστω και αν μπορεί να έχει διαρκή, και μάλιστα οριστικά αποτελέσματα, όπως συμβαίνει με μια απόφαση περί απολύσεως.

Συνεπώς, η απόδειξη της υπάρξεως ηθικής παρενοχλήσεως σε βάρος εκτάκτου υπαλλήλου δεν συνεπάγεται ότι κάθε βλαπτική για τον υπάλληλο αυτόν απόφαση λαμβανόμενη στο πλαίσιο αυτής της ηθικής παρενοχλήσεως είναι παράνομη. Πρέπει επιπλέον να διαφαίνεται σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω παρενοχλήσεως και της αιτιολογίας της αποφάσεως περί απολύσεώς του.

Στην περίπτωση απολύσεως κατά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας, ο έκτακτος υπάλληλος μπορεί λυσιτελώς να υποστηρίξει ότι δεν μπόρεσε να αποδείξει την ικανότητά του προς εκπλήρωση των καθηκόντων του λόγω της υπάρξεως ηθικής παρενοχλήσεως και ότι, ως εκ τούτου, η αιτιολογία περί ανικανότητας επί της οποίας στηρίζεται η απόφαση την οποία αμφισβητεί είναι εσφαλμένη, οπότε η απόφαση αυτή πάσχει από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

Ομοίως, η ύπαρξη ενός πλαισίου ηθικής παρενοχλήσεως μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη όταν ο υπαίτιος της παρενοχλήσεως αυτής είναι συγχρόνως και εκείνος που υπογράφει την απόφαση περί απολύσεως —ή ένας από τους υπογράφοντες την έκθεση δοκιμαστικής υπηρεσίας βάσει της οποίας αποφασίστηκε η απόλυση— προς απόδειξη του ότι η απόφαση αυτή περί απολύσεως ελήφθη με σκοπό να βλάψει τον υπάλληλο και, ως εκ τούτου, ενέχει κατάχρηση εξουσίας.

Έτσι, προκειμένου για ισχυρισμό περί ηθικής παρενοχλήσεως προβαλλόμενο προς στήριξη αιτημάτων που βάλλουν κατά της αποφάσεως περί απολύσεως κατά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας, η εν λόγω απόφαση ενδέχεται να πάσχει από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ιδίως, διότι ο υπάλληλος που υφίσταται παρενόχληση δεν είναι σε θέση να αποδείξει την ικανότητά του προς εκπλήρωση των καθηκόντων του. Επίσης, μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση εξουσίας αν η απόφαση περί απολύσεως ελήφθη με σκοπό να θίξει την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα του υπαλλήλου.

Εξάλλου, είναι δυνατόν τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο υπάλληλος προς απόδειξη της υπάρξεως ηθικής παρενοχλήσεως, έστω και αν δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ηθική παρενόχληση βάσει των διατάξεων του άρθρου 12α του ΚΥΚ, να επιτρέπουν, παρά ταύτα, να συναχθεί ότι η απόφαση περί απολύσεως πάσχει από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή ελήφθη κατά κατάχρηση εξουσίας και πρέπει, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί.

(βλ. σκέψεις 68 έως 73)

2.      Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, μολονότι δεν εναπόκειται σ’ αυτό να αναζητά και να εντοπίζει, στα συνημμένα στην προσφυγή έγγραφα, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που θα μπορούσε να θεωρήσει ότι αποτελούν τη βάση της προσφυγής, δεδομένου ότι τα συνημμένα αυτά έγγραφα επιτελούν απλώς λειτουργία αποδεικτικών και διευκρινιστικών στοιχείων, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των επιχειρημάτων που προβάλλει ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στον βαθμό που τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν νέον ισχυρισμό, αλλά συμπληρωματικά στοιχεία προς στήριξη ισχυρισμού ήδη προβληθέντος με το δικόγραφο της προσφυγής.

(βλ. σκέψη 114)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 14 Δεκεμβρίου 2005, T‑209/01, Honeywell κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑5527, σκέψη 57

3.      Ναι μεν το άρθρο 24 του ΚΥΚ καθιερώνει καθήκον αρωγής το οποίο υπέχουν τα κοινοτικά όργανα έναντι του προσωπικού τους και το οποίο τα υποχρεώνει να επικουρούν τον υπάλληλο σε κάθε περίπτωση επιθέσεως ή απειλής την οποία υφίσταται λόγω της ιδιότητάς του ή των καθηκόντων του, η υποχρέωση όμως αρωγής δεν αφορά την προστασία των υπαλλήλων έναντι των πράξεων του ίδιου του κοινοτικού οργάνου.

Πράγματι, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 24 του ΚΥΚ προβλέπουν υποχρέωση αρωγής βαρύνουσα τα κοινοτικά όργανα, μόνον οι διοικητικές αποφάσεις που έχουν περιεχόμενο σχετικό με την υποχρέωση αυτή, ήτοι οι αποφάσεις περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής ή, υπό ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, οι παραλείψεις του οργάνου να παράσχει αυθορμήτως την αρωγή του σε υπάλληλο, μπορούν να συνιστούν παράβαση της υποχρεώσεως αυτής.

Το αντικείμενο αποφάσεως περί απολύσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24 του ΚΥΚ και, συνεπώς, είναι άσχετο με την υποχρέωση αρωγής την οποία προβλέπει το άρθρο αυτό. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λυσιτελώς επίκληση της μη τηρήσεως των διατάξεων του εν λόγω άρθρου κατά αποφάσεως περί απολύσεως.

Κατά συνέπεια, όταν αμφισβητεί τη νομιμότητα αποφάσεως περί απολύσεως που ελήφθη σε βάρος του, ο έκτακτος υπάλληλος που θεωρεί ότι υπήρξε θύμα επιθέσεων ή απειλών εκ μέρους ιεραρχικώς ανωτέρου του δεν οφείλει τόσο να αποδείξει ότι η απόφαση αυτή περί απολύσεως ελήφθη κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 24 του ΚΥΚ, όσο να αποδείξει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας. Επομένως, ο υπάλληλος μπορεί λυσιτελώς να υποστηρίξει ιδίως ότι, λόγω επιθέσεων ή απειλών τις οποίες υφίστατο, υπέπεσε σε πταίσμα ή δεν ήταν πλέον σε θέση να εκπληρώσει τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, και ότι το πταίσμα αυτή, ή η ανικανότητα προς εκπλήρωση των καθηκόντων του, αποτέλεσε τον λόγο της απολύσεώς του.

(βλ. σκέψεις 128 έως 131)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 17 Μαΐου 2006, T‑95/04, Lavagnoli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑121 και II‑A‑2‑569, σκέψη 141

4.      Το άρθρο 22α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ προβλέπει ότι ο υπάλληλος ο οποίος γνωστοποιεί, δυνάμει της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, πληροφορία σχετική με γεγονότα βάσει των οποίων είναι δυνατόν να τεκμαίρεται η ύπαρξη πιθανής παράνομης δραστηριότητας ή συμπεριφοράς που συνιστά σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων «δεν υφίσταται από το όργανο καμία δυσμενή συνέπεια […], εφόσον ενήργησε λογικά και έντιμα». Συνεπώς, το γεγονός ότι μια δυσμενής για έκτακτο υπάλληλο απόφαση αποτελεί, χρονολογικώς, συνέχεια γνωστοποιήσεως πληροφορίας στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης εκ μέρους του υπαλλήλου αυτού πρέπει να οδηγεί το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, όταν αυτό επιλαμβάνεται προσφυγής ασκηθείσας κατά αποφάσεως περί απολύσεως προς στήριξη της οποίας προβάλλεται ισχυρισμός αντλούμενος από κατάχρηση εξουσίας, να εξετάζει τον εν λόγω ισχυρισμό με ιδιαίτερη προσοχή. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν προσφέρουν στον υπάλληλο ο οποίος γνωστοποίησε, δυνάμει του άρθρου 22α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, πληροφορίες για γεγονότα βάσει των οποίων μπορεί να τεκμαίρεται η ύπαρξη παράνομης δραστηριότητας, προστασία έναντι κάθε αποφάσεως ικανής να τον βλάψει, αλλά μόνον έναντι των αποφάσεων που λήφθηκαν εξ αιτίας αυτής της γνωστοποιήσεως.

(βλ. σκέψεις 137 έως 139)