Language of document : ECLI:EU:F:2009:160

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(πρώτο τμήμα)

της 30ής Νοεμβρίου 2009

Υπόθεση F-80/08

Fritz Harald Wenig

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Πειθαρχική διαδικασία – Αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων υπαλλήλου – Παρακρατήσεις επί των αποδοχών – Ισχυρισμός για βαρύ παράπτωμα – Δικαιώματα άμυνας – Αρμοδιότητα – Μη δημοσίευση εξουσιοδοτήσεως – Αναρμοδιότητα του εκδότη της προσβαλλομένης πράξεως»

Αντικείμενο: Προσφυγή, ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία ο F. H. Wenig ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 2008, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των άρθρων 23 και 24 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ και με την οποία, αφενός, τέθηκε σε αργία επ’ αόριστον ο προσφεύγων και, αφετέρου, διατάχθηκε η παρακράτηση 1 000 ευρώ ανά μήνα από τις αποδοχές του για έξι μήνες κατ’ ανώτατο όριο. Επιπλέον, με χωριστό δικόγραφο ο προσφεύγων ζήτησε τη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.

Απόφαση: Η απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2008 με την οποία η Επιτροπή, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 23 και 24 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, έθεσε σε αργία τον προσφεύγοντα επ’ αόριστον και διέταξε την παρακράτηση 1 000 ευρώ ανά μήνα από τις αποδοχές του για έξι μήνες κατ’ ανώτατο όριο ακυρώνεται. Η Επιτροπή καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της κύριας δίκης. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Έννομο συμφέρον – Υπάλληλος που έχει συνταξιοδοτηθεί

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα IX, άρθρο 24 § 2)

2.      Υπάλληλοι – Πειθαρχικό καθεστώς – Πειθαρχική διαδικασία

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα IX)

3.      Υπάλληλοι – Πειθαρχικό καθεστώς – Ποινή – Αναστολή

4.      Προσφυγή ακυρώσεως – Λόγοι – Λόγος που στηρίζεται σε αναρμοδιότητα του εκδόντος τη βλαπτική πράξη – Λόγος δημοσίας τάξεως

5.      Υπάλληλοι – Αρμόδια για τους διορισμούς αρχή – Απόφαση σχετική με την άσκηση εξουσιών που απονέμονται στην εν λόγω αρχή

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 2)

1.      Εφόσον απόφαση που είχε επιβάλει αναστολή ασκήσεως καθηκόντων του προσφεύγοντος επ’ αόριστον και παρακράτηση επί των αποδοχών του για μέγιστο διάστημα έξι μηνών παρήγαγε αποτελέσματα όχι μόνο για την περιουσιακή του κατάσταση, αλλά και για την τιμή του, δεν καθιστά άνευ αντικειμένου την προσφυγή ούτε στερεί από τον προσφεύγοντα το έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως στο σύνολό της το ότι αυτή καταργήθηκε, σιωπηρώς αλλά αναγκαστικώς, με τη συνταξιοδότηση του προσφεύγοντος και το ότι, πριν από την άσκηση της προσφυγής, η εν λόγω απόφαση, καθόσον επέβαλλε παρακράτηση επί των αποδοχών του, κατέστη πλέον ανενεργός, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του παραρτήματος IX του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), ήταν περιορισμένη για μια περίοδο έξι μηνών.

(βλ. σκέψεις 33 έως 35)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 22 Δεκεμβρίου 2008, C-198/07 P, Gordon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I-10701, σκέψεις 44 και 45

2.      Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νομίμως, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Εντούτοις, η διαδικασία επιβολής αναστολής ασκήσεως καθηκόντων και παρακρατήσεως επί των αποδοχών δεν είναι δικαστική, αλλά διοικητική, με αποτέλεσμα η Επιτροπή να μην μπορεί να χαραστηρισθεί «δικαστήριο», κατά την έννοια του άρθρου 6 της εν λόγω Συμβάσεως. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να αξιώνεται από την Επιτροπή να τηρεί τις υποχρεώσεις που το άρθρο αυτό επιβάλλει σε «δικαστήριο», όταν προβαίνει σε επιβολή αναστολής ασκήσεως καθηκόντων σε βάρος υπαλλήλου και σε παρακρατήσεις επί των αποδοχών του.

(βλ. σκέψεις 57 έως 59)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 16 Ιουλίου 1998, C-252/97 P, N κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-4871, σκέψη 52

ΠΕΚ: 17 Οκτωβρίου 1991, T-26/89, de Compte κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1991, σ. II-781, σκέψη 94· 21 Νοεμβρίου 2000, T-23/00, A κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-263 και II-1211, σκέψη 24

3.      Ο εκ μέρους του κοινοτικού δικαστική έλεγχος του βασίμου μέτρου αναστολής ασκήσεως καθηκόντων υπαλλήλου δεν μπορεί παρά να είναι πολύ περιορισμένος, λαμβανομένου υπόψη του προσωρινού χαρακτήρα ενός τέτοιου μέτρου. Ο δικαστής, συνεπώς, πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο του κατά πόσον οι ισχυρισμοί περί βαρέος παραπτώματος είναι επαρκώς αληθοφανείς και δεν στερούνται προδήλως ερείσματος.

(βλ. σκέψη 67)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 10 Φεβρουαρίου 1999, T-211/98 R, Willeme κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-15 και II-57, σκέψη 30

4.      Ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την αναρμοδιότητα του εκδόντος τη βλαπτική πράξη είναι λόγος δημοσίας τάξεως, τον οποίο πρέπει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε περίπτωση ο κοινοτικός δικαστής.

(βλ. σκέψη 83)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 13 Ιουλίου 2000, C-210/98 P, Salzgitter κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-5843, σκέψη 56

ΠΕΚ: 13 Ιουλίου 2006, T-165/04, Βουνάκης κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-2-155 και II-A-2-735, σκέψη 30

ΔΔΔ: 13 Δεκεμβρίου 2006, F-17/05, de Brito Sequeira Carvalho κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-1-149 και II-A-1-577, σκέψη 51· 18 Σεπτεμβρίου 2007, F-10/07, Botos κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 78

5.      Οι αποφάσεις περί καθορισμού της κατανομής των εξουσιών που ανατίθενται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ) αποτελούν μέτρα εσωτερικής οργανώσεως του θεσμικού οργάνου. Ούτε οι διατάξεις της Συνθήκης ούτε αυτές του ΚΥΚ, ιδίως το άρθρο 2 αυτού, προβλέπουν ότι η δημοσίευση τέτοιων αποφάσεων αποτελεί προϋπόθεση για τη θέση τους σε ισχύ και, συνεπώς, για τη δυνατότητα επικλήσεώς τους.

3      Εντούτοις, η τήρηση της αρχής της ασφαλείας δικαίου, που απαιτεί μια πράξη της δημόσιας αρχής να μην μπορεί να αντιτάσσεται στους πολίτες πριν τους δοθεί η δυνατότητα να λάβουν γνώση της εν λόγω πράξεως, επιτάσσει, έστω και αν καμία γραπτή διάταξη δεν το προβλέπει ρητώς, οι αποφάσεις που αφορούν την άσκηση των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην ΑΔΑ και το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού (στο εξής: ΚΛΠ) στην αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή (ΑΑΣΣ) να αποτελούν αντικείμενο κατάλληλου μέτρου δημοσιότητας, σύμφωνα με τους όρους και τους τύπους που εναπόκειται στη διοίκηση να καθορίσει.

Η ίδια η Επιτροπή επιμένει, κατ’ αρχήν, να διασφαλίζει τη δημοσιότητα των αποφάσεων που αφορούν την άσκηση των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην ΑΔΑ και το ΚΛΠ στην ΑΑΣΣ, αφού οι αποφάσεις αυτές συνήθως δημοσιεύονται στις Διοικητικές Πληροφορίες. Εξάλλου, η επιταγή της ασφαλείας δικαίου επιτάσσει να παρέχει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει, καθόσον οι πολίτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Τέλος, η ανάγκη διασφαλίσεως προσήκουσας δημοσιότητας των αποφάσεων που αφορούν τον καθορισμό της κατανομής των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην ΑΔΑ και το ΚΛΠ στην ΑΑΣΣ προκύπτει επίσης και από τους κανόνες χρηστής διοικήσεως στον τομέα της διαχειρίσεως προσωπικού.

Η βαρύνουσα την Επιτροπή υποχρέωση διασφαλίσεως κατάλληλης δημοσιότητας για απόφαση περί αναστολής καθηκόντων υπαλλήλου πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα όταν η αρμοδιότητα αυτή έχει μεταβιβαστεί σε ένα μόνον άτομο, δηλαδή στον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο, ενώ ανήκε προηγουμένως στην ανώτερη αρχή της Επιτροπής, εν προκειμένω στο σώμα των Επιτρόπων. Μέτρο που λαμβάνεται από ένα μόνον άτομο προσφέρει στον υπάλληλο που είναι αποδέκτης του μέτρου αυτού μικρότερο βαθμό προστασίας από αυτόν που διασφαλίζει μέτρο προερχόμενο από συλλογική αρχή, δεδομένου ότι μια συλλογική αρχή είναι σε θέση, χάρη στη διάσκεψη των μελών της, να λάβει υπόψη μεγαλύτερο αριθμό κρίσιμων πληροφοριών.

(βλ. σκέψεις 87, 89 έως 91, 93, 94 και 96)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 30 Μαΐου 1973, 46/72, De Greef κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 547, σκέψη 18· 25 Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55, σκέψη 15· 25 Ιανουαρίου 1979, 99/78, Weingut Decker, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 81, σκέψη 3· 21 Ιουνίου 2007, C-158/06, ROM-projecten, Συλλογή 2007, σ. I-5103, σκέψη 25· 11 Δεκεμβρίου 2007, C-161/06, Skoma-Lux, Συλλογή 2007, σ. I-10841, σκέψεις 37 και 38

ΠΕΚ: 25 Μαρτίου 1999, T-76/98, Hamptaux κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-59 και II-303, σκέψη 23

ΔΔΔ: 9 Ιουλίου 2008, F-89/07, Kuchta κατά ΕΚΤ, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 62