Language of document : ECLI:EU:C:2010:245

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PEDRO CRUZ VILLALÓN

της 5ης Μαΐου 2010 (1)

Υπόθεση C‑515/08

Santos Palhota κ.λπ.

(αίτηση του Rechtbank van eerste aanleg van het gerechtelijk arrondissement Antwerpen για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ – Απόσπαση εργαζομένων – Οδηγία 96/71/ΕΚ – Άρθρο 5 – Υποχρεώσεις που επιβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής στον εργοδότη που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος – Προηγούμενη δήλωση – Φύλαξη και διάθεση εγγράφων κοινωνικής ασφάλισης για την εργασία ισότιμων με εκείνα του κράτους μέλους εγκαταστάσεως – Περιορισμοί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που στηρίζονται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος – Αρχή της αναλογικότητας»





I –    Εισαγωγή

1.        Κατόπιν αιτήσεως του Rechtbank van eerste aanleg van het gerechtelijk arrondissement Antwerpen (Πρωτοδικείου της δικαστικής περιφέρειας της Αμβέρσας, στο εξής: Rechtbank), ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το βελγικό δίκαιο μπορεί να ερμηνευτεί κατά τρόπο σύμφωνο με το άρθρο 5 της οδηγίας 96/71/ΕΚ, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων (2), καθώς και με τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ.

2.        Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί, κατ’ ουσίαν, συνέπεια της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Arblade κ.λπ. (3), με την οποία καθιερώθηκαν τα αναγκαία κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται, υπό το πρίσμα των άρθρων 56 και 57 ΣΛΕΕ, αν είναι σύμφωνη με την εν λόγω Συνθήκη εθνική κανονιστική ρύθμιση που σκοπεί στον έλεγχο της νομιμότητας της διακοινοτικής κυκλοφορίας των εργαζομένων. Συγκεκριμένα, εκφράζονται αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της υποχρεώσεως που υπέχει ο εργοδότης, πριν προβεί σε απόσπαση εργαζομένων, να καταθέτει σχετική δήλωση στην αρμόδια για θέματα εργασίας βελγική αρχή, καθώς και να διαθέτει έγγραφα παρόμοια με τη βελγική ατομική κατάσταση μισθοδοσίας ή το βελγικό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών.

3.        Δέκα χρόνια μετά, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί παρόμοιου ζητήματος με αυτό που ανέκυψε στην υπόθεση Arblade κ.λπ., υπό το πρίσμα όμως ενός νέου εθνικού νομοθετικού πλαισίου και κατόπιν σημαντικής νομολογιακής εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει την ευκαιρία να διευκρινιστεί το ζήτημα αν η διαπίστωση ότι και η Ένωση επιδιώκει κοινωνικό σκοπό, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του Viking Line και Laval un Partneri (4) και κατόπιν της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ασκεί επίδραση στη νομολογία που καθιέρωσε η απόφαση Arblade κ.λπ.

II – Το εφαρμοστέο δίκαιο

 Α –       Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών

4.        Το άρθρο 56, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα ακόλουθα:

«Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, δύνανται να επεκτείνουν το ευεργέτημα των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου και σε υπηκόους τρίτου κράτους που παρέχουν υπηρεσίες και είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της Ένωσης.»

2.      Η οδηγία 96/71

5.        Η οδηγία 96/71, αποσκοπώντας στην εναρμόνιση των κανόνων που ρυθμίζουν την απόσπαση εργαζομένων λόγω διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, εισήγαγε μια σειρά μέτρων που αφορούν τα δικαιώματα των εργαζομένων και τις υποχρεώσεις των εργοδοτών. Σε σχέση με τους όρους εργασίας και απασχόλησης, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Όροι εργασίας και απασχόλησης

1.      Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε, ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, να εγγυώνται στους εργαζόμενους που είναι αποσπασμένοι στο έδαφός τους τους όρους εργασίας και απασχόλησης σχετικά με τα θέματα που αναφέρονται κατωτέρω, οι οποίοι, στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εκτελείται η εργασία, καθορίζονται από:

–      νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις

ή/και

–      συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες έχουν αναγορευθεί σε κανόνες γενικής εφαρμογής κατά την έννοια της παραγράφου 8, εφόσον αφορούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα:

α)      μέγιστες περίοδοι εργασίας και ελάχιστες περίοδοι ανάπαυσης·

β)      ελάχιστη διάρκεια ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών·

γ)      ελάχιστα όρια μισθού, συμπεριλαμβανομένων των αποζημιώσεων υπερωριακής εργασίας· το παρόν [στοιχείο] δεν εφαρμόζεται στα συμπληρωματικά επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα·

δ)      όροι θέσης εργαζομένων στη διάθεση επιχειρήσεων, ιδίως από επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης·

ε)      υγεία, ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία·

στ)      προστατευτικά μέτρα σχετικά με τους όρους εργασίας και απασχόλησης των γυναικών σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λοχείας, των παιδιών και των νέων·

ζ)      ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών και άλλες διατάξεις στον τομέα των μη διακρίσεων.

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η έννοια των ελάχιστων ορίων μισθού που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ΄, ορίζεται από τη νομοθεσία ή/και την εθνική πρακτική του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει αποσπασθεί ο εργαζόμενος.

[…]»

6.        Το άρθρο 5 εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προς εκτέλεση της οδηγίας 96/71 ορίζοντας τα εξής:

«Μέτρα

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση μη τήρησης της παρούσας οδηγίας.

Φροντίζουν, ιδίως, ώστε οι εργαζόμενοι ή/και οι εκπρόσωποί τους να έχουν στη διάθεσή τους τις κατάλληλες διαδικασίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπει η παρούσα οδηγία.»

 B –       Το εθνικό δίκαιο

7.        Το Βέλγιο μετέφερε την οδηγία 96/71 στο εσωτερικό του δίκαιο με τον νόμο της 5ης Μαρτίου 2002, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη του και τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Arblade κ.λπ. (5). Μεταξύ άλλων μέτρων, και καθόσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ο νόμος μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο καθιέρωσε ένα απλουστευμένο καθεστώς για την τήρηση εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως από τις επιχειρήσεις που αποσπούν εργαζομένους στο έδαφός τους (στο εξής: απλουστευμένο καθεστώς). Το καθεστώς αυτό εξειδικεύτηκε με το βασιλικό διάταγμα της 29ης Μαρτίου 2002 (6), το οποίο όρισε τις δραστηριότητες στον τομέα των κατασκευών που παρατίθενται ρητώς στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 6 του προαναφερθέντος νόμου μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.

8.        Όπως συνάγεται από τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, της Βελγικής Κυβερνήσεως και των καθών στην κύρια δίκη, το απλουστευμένο σύστημα τηρήσεως εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως που διαμόρφωσε ο νόμος και το βασιλικό διάταγμα της 29ης Μαρτίου 2002 έπαυσε να εφαρμόζεται από την 1η Απριλίου 2007, οπότε και αντικαταστάθηκε από ένα νέο σύστημα πιο εύχρηστο και ευκολότερα προσβάσιμο, στηριζόμενο σε ηλεκτρονική μορφή της δηλώσεως αποσπάσεως, επονομαζόμενης «δήλωση Limosa» (7)· εντούτοις, για τους σκοπούς της υπό κρίση αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο αναφοράς είναι, ratione tempore, η ρύθμιση του έτους 2002.

9.        Το άρθρο 8 του νόμου μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, απάλλασσε τον εργοδότη από την υποχρέωση πλήρωσης των όρων του άρθρου 6ter, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος αριθ. 5, της 23ης Οκτωβρίου 1978, σχετικά με την τήρηση εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως, αν και μόνο για το καθοριζόμενο με βασιλικό διάταγμα διάστημα των έξι μηνών, σύμφωνα με την ίδια αυτή διάταξη. Επομένως, ο εργοδότης απαλλασσόταν από την υποχρέωση να καταρτίζει τον κανονισμό εργασίας (8), τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών (9), τα σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας έγγραφα (10) καθώς και το έγγραφο και την άμεση δήλωση απασχολήσεως, με αποτέλεσμα να μην υπάγεται στους βελγικούς κανόνες περί κοινωνικής ασφαλίσεως (11).

10.      Κατά το άρθρο 6 ter, παράγραφος 2, του προπαρατεθέντος διατάγματος αριθ. 5, οι εργοδότες απαλλάσσονται από την υποχρέωση να καταρτίζουν και να τηρούν τα έγγραφα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει το κεφάλαιο ΙΙ του εν λόγω διατάγματος, ή που εκδίδονται δυνάμει του κεφαλαίου αυτού, υπό τον όρο και μόνον ότι πληρούνται δύο προϋποθέσεις: πρώτον, ότι οι εργοδότες, πριν προσλάβουν τους εργαζομένους, αποστέλλουν στις αρμόδιες αρχές δήλωση αποσπάσεως, κατά το πρότυπο του άρθρου 6 quater. Δεύτερον, ότι οι εργοδότες θέτουν στη διάθεση των εν λόγω αρχών, κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στην πρώτη παράγραφο, αντίγραφο των εγγράφων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους εγκαταστάσεως του εργοδότη, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι ισότιμα με την «ατομική κατάσταση μισθοδοσίας» του άρθρου 4, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος ή με το «εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών» του άρθρου 15 του νόμου της 12ης Απριλίου 1965 περί της προστασίας της αμοιβής των εργαζομένων.

11.      Στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν κατέχει τα «ισότιμα έγγραφα», το άρθρο 6 quater, παράγραφος 4, του προπαρατεθέντος διατάγματος αριθ. 5 προβλέπει ότι θα υποχρεούται να καταρτίζει και να τηρεί την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών που προβλέπονται από τη βελγική κανονιστική ρύθμιση.

12.      Το κεφάλαιο ΙΙΙ του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002, που τιτλοφορείται «κανόνες περί απαλλαγής από την υποχρέωση κατάρτισης και τήρησης εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως», αποτελείται από το άρθρο 3 που απαιτεί από τους εργοδότες, πριν την έναρξη της απασχόλησης των αποσπώμενων εργαζομένων, να αποστέλλουν στην Υπηρεσία επιθεωρήσεως των κοινωνικών νόμων μια «προηγούμενη δήλωση απόσπασης», σε έντυπη μορφή, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με τηλεομοιοτυπία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 του εν λόγω διατάγματος. Η επιβεβαίωση της παραλαβής και η έγκριση της δηλώσεως αυτής πραγματοποιούνται εντός πέντε εργασίμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της από την Υπηρεσία επιθεωρήσεως, η οποία οφείλει να αποστείλει, με τα ανωτέρω περιγραφόμενα μέσα, έναν «αριθμό καταχωρίσεως» της δηλώσεως του εργοδότη (παράγραφος 2). Μόνο μετά την ημερομηνία κοινοποίησης του αριθμού καταχωρίσεως στον εργοδότη εκ μέρους της Υπηρεσίας επιθεωρήσεως μπορούν οι εργαζόμενοι αυτοί να απασχοληθούν στην πράξη, σε περίπτωση δε ελλείψεως του αριθμού αυτού ο εργοδότης δεν μπορεί να τύχει της απαλλαγής (παράγραφος 3).

13.      Το κεφάλαιο ΙV του ίδιου βασιλικού διατάγματος, που αφορά τη «δήλωση αποσπάσεως», περιέχει το άρθρο 4, που απαριθμεί τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η εν λόγω προηγούμενη δήλωση:

«1.       Όσον αφορά τον εργοδότη: το επώνυμο, το όνομα, τον τόπο κατοικίας ή την επωνυμία ή την έδρα της επιχειρήσεως, τη φύση της δραστηριότητάς της, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και φαξ, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τον αριθμό ταυτοποίησης ή μητρώου του εργοδότη στον αρμόδιο οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους προελεύσεως.

2.       Όσον αφορά τον αντιπρόσωπο ή εντολοδόχο του εργοδότη ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη διάθεση των ισότιμων εγγράφων: το επώνυμο, το όνομα, την επωνυμία της επιχειρήσεως, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και φαξ και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

3.       Όσον αφορά τον καθέναν από τους αποσπώμενους εργαζομένους στο Βέλγιο: το επώνυμο, το όνομα, τον τόπο κατοικίας, την ημερομηνία γεννήσεως, την προσωπική κατάσταση, το φύλο, την εθνικότητα, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου, τον αριθμό και το είδος του εγγράφου ταυτότητας, την ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως εργασίας, την ημερομηνία ενάρξεως της απασχολήσεως στο Βέλγιο και τα εκτελούμενα καθήκοντα.

4.       Όσον αφορά τους όρους εργασίας που εφαρμόζονται στους αποσπώμενους εργαζομένους: τη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδας και τα ωράρια.

5.       Όσον αφορά την απόσπαση: το είδος της παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της αποσπάσεως, την ημερομηνία ενάρξεως της αποσπάσεως και την προβλεπόμενη διάρκειά της καθώς και τον τόπο στον οποίο θα πραγματοποιηθεί η παροχή της εργασίας.

6.       Όσον αφορά τα ισότιμα έγγραφα: τον τόπο όπου τηρούνται και φυλάσσονται, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος διατάγματος.»

14.      Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του εν λόγω βασιλικού διατάγματος απαιτεί η δήλωση αυτή να συντάσσεται κατά το πρότυπο που προσαρτάται στο βασιλικό διάταγμα.

15.      Το κεφάλαιο V του διατάγματος διέπει τους «κανόνες περί διαθέσεως και φυλάξεως των ισότιμων εγγράφων» διακρίνοντας μεταξύ χρονικών διαστημάτων «κατά τη διάρκεια της περιόδου απασχόλησης των αποσπώμενων εργαζομένων στο Βέλγιο», στο πρώτο τμήμα (άρθρο 5), και χρονικών διαστημάτων «μετά την περίοδο απασχόλησης των αποσπώμενων εργαζομένων στο Βέλγιο», στο δεύτερο τμήμα (άρθρο 6).

16.      Το άρθρο 5, παράγραφος 1, προβλέπει την υποχρέωση των εργοδοτών να διατηρούν αντίγραφα στη διάθεση των υπηρεσιών επιθεωρήσεως, είτε στον τόπο εργασίας στον οποίο είναι αποσπασμένος ο εργαζόμενος είτε στον εντός Βελγίου τόπο κατοικίας ενός φυσικού προσώπου που τα φυλάσσει ως εντολοδόχος ή αντιπρόσωπος. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει και το καθήκον των εργοδοτών να παρέχουν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, συμπληρωματικά έγγραφα ανάλογα με τις υποχρεώσεις τις οποίες ενδεχομένως υπέχουν από το δίκαιο του κράτους προελεύσεως. Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, το άρθρο 5, παράγραφος 1, καταλήγει ότι οι εργοδότες οφείλουν να καταρτίζουν την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών που προβλέπει η βελγική κανονιστική ρύθμιση.

17.      Με την παρέλευση του διαστήματος των έξι μηνών του άρθρου 2 του βασιλικού διατάγματος, οι εργοδότες οφείλουν να διατηρούν για πέντε έτη, στη διάθεση των υπηρεσιών επιθεωρήσεως και στους τόπους που προαναφέρθηκαν, ένα αντίγραφο των ισότιμων αυτών εγγράφων, ενώ, σε περίπτωση που δεν εκπληρώνουν το καθήκον αυτό, υποχρεούνται να καταρτίζουν τη βελγική ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το βελγικό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών. Εντούτοις, το άρθρο 5, παράγραφος 3, επιτρέπει τη φύλαξη των αντιγράφων των ισότιμων εγγράφων υπό οποιαδήποτε μορφή, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ευανάγνωστα και ότι η μέθοδος αναπαραγωγής τους παρέχει τη δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου.

18.      Επίσης, το άρθρο 6 προβλέπει την υποχρέωση των εργοδοτών να καταθέτουν στην Επιθεώρηση Εργασίας αντίγραφο των ισότιμων εγγράφων και να το φυλάσσουν μετά τον τερματισμό της περιόδου απασχόλησης.

III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαφορά της κύριας δίκης

19.      Η Termiso Limitada, πορτογαλική εταιρία ειδικευμένη σε θερμομονώσεις και ηχομονώσεις στον τομέα της επισκευής πλοίων, αποσπούσε συγκολλητές και εφαρμοστές από το εργατικό δυναμικό της στην Πορτογαλία στο ναυπηγείο που έχει η εμπορική εταιρία Antwerp Ship Repair στην Αμβέρσα, για να εκτελέσουν συμβάσεις υπεργολαβίας.

20.      Κάθε φορά που συναπτόταν μία σύμβαση, η Termiso ζητούσε από τις πορτογαλικές αρχές τα έντυπα Ε101 (12), ενώ από την πλευρά της η Antwerp Ship Repair απέστελλε στην Επιθεώρηση Εργασίας την αντίστοιχη κοινοποίηση της αποσπάσεως των εργαζομένων, όπως ορίζει το άρθρο 69 του νόμου οικονομικού αναπροσανατολισμού της 14ης Αυγούστου 1978 (13).

21.      Κατά τη διάρκεια ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στις 12 Ιουλίου 2004 από την Επιθεώρηση της ομοσπονδιακής δημόσιας υπηρεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως στις ναυπηγικές εγκαταστάσεις της Antwerp Ship Repair, διαπιστώθηκε ότι 53 μεταλλουργοί, αποσπασμένοι από την Termiso Limitada, εργάζονταν στις εν λόγω εγκαταστάσεις. Καμία από τις αποσπάσεις των εν λόγω εργαζομένων δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης δηλώσεως, οπότε καμία δήλωση δεν είχε αποσταλεί εκ των προτέρων στη βελγική υπηρεσία επιθεωρήσεως. Εν τω μεταξύ, ο επικεφαλής των εργατών της Tremiso δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει κανένα έγγραφο μισθοδοσίας.

22.      Η διοικητική διαδικασία που κινήθηκε από την Επιθεώρηση Εργασίας στις 14 Ιουλίου 2004 κατά της Tremiso Limitada λόγω παραβάσεως της βελγικής νομοθεσίας περί τηρήσεως εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως τέθηκε στο αρχείο στις 17 Νοεμβρίου του ίδιου έτους.

23.      Το Βέλγιο κατέστησε αξιόποινη πράξη τη μη τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπει η βελγική νομοθεσία περί κοινωνικών ασφαλίσεων (14). Κατόπιν της ποινικοποιήσεως αυτής, το Υπουργείο Οικονομικών προσήψε στην Termiso Limitada (εργοδότρια και ποινικώς υπεύθυνο νομικό πρόσωπο), στον Vítor Manuel dos Santos Palhota (μέτοχο και γενικό διευθυντή), στον Mário de Moura Gonçalves (αποθανόντα) και στον Fernando Luis das Neves Palhota (μέτοχο και τεχνικό διευθυντή), τη διάπραξη διαφόρων αδικημάτων συνισταμένων στη μη τήρηση της ατομικής καταστάσεως μισθοδοσίας των αποσπασμένων εργαζομένων, καθώς και στη μη καταβολή του νόμιμου κατώτατου μισθού και της πρόσθετης αμοιβής λόγω υπερωριακής απασχολήσεως, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη βελγική νομοθεσία.

IV – Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

24.      Στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε ενώπιον του Rechtbank κατά των Termiso Limitada, Vitor Manuel dos Santos Palhota, Mário de Moura Gonçalves και Fernando Luis das Neves Palhota, το δικαστήριο αυτό αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Συνιστούν οι διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου της 5ης Μαρτίου 2002 και τα άρθρα 3, 4 και 5 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002 (εκτελεστικό διάταγμα) παράβαση των άρθρων 49 και 50 της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον υποχρεώνουν αλλοδαπούς εργοδότες, οι οποίοι επιθυμούν να αποσπούν εργαζομένους, να προβαίνουν προηγουμένως σε δήλωση αποσπάσεως προς την Επιθεώρηση τηρήσεως των νόμων περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθώς και να διαθέτουν έγγραφα παρόμοια με τη βελγική ατομική κατάσταση μισθοδοσίας ή το βελγικό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, με συνέπεια να παρακωλύεται ή τουλάχιστον να δυσχεραίνεται η πρόσβαση στη βελγική αγορά παροχής υπηρεσιών;»

25.      Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Νοεμβρίου 2008.

26.      Η Βελγική, η Γερμανική, η Ελληνική και η Δανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή και οι κατηγορούμενοι της εθνικής ποινικής δίκης υπέβαλαν παρατηρήσεις, εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.

27.      Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Φεβρουαρίου 2010, παρέστησαν οι εκπρόσωποι του Βασιλείου του Βελγίου, της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Εποπτικής Αρχής της ΕΖΕΣ, καθώς και της Επιτροπής.

V –    Επί του παραδεκτού

28.      Το Βέλγιο προβάλλει τρεις λόγους απαραδέκτου της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

29.      Πρώτον, υποστηρίζει ότι το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 8 του βελγικού νόμου περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 96/71 και της κανονιστικής αποφάσεως περί εφαρμογής του νόμου αυτού, δεδομένου ότι στηρίζεται στην παραδοχή ότι το επίμαχο «απλουστευμένο καθεστώς» είναι υποχρεωτικό για τους παρέχοντες υπηρεσίες. Συναφώς, το Βέλγιο υποστηρίζει ότι η εν λόγω ρύθμιση καθιερώνει ένα εναλλακτικό σύστημα που παρέχει τη δυνατότητα στον εν λόγω εργοδότη είτε να επιλέγει το απλουστευμένο καθεστώς είτε, εναλλακτικώς, να καταρτίζει και να τηρεί τα βελγικά έγγραφα.

30.      Δεύτερον, το Βέλγιο υποστηρίζει ότι η απόφαση περί παραπομπής είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, καθόσον από το πραγματικό και νομοθετικό της πλαίσιο δεν είναι δυνατό να συναχθούν οι λόγοι για τους οποίους η βελγική νομοθετική ρύθμιση αντίκειται στο νυν άρθρο 56 ΣΛΕΕ, ενώ ταυτοχρόνως αμφισβητεί τη λυσιτέλεια της οδηγίας 96/71 για την επίλυση της διαφοράς επί της ουσίας.

31.      Τρίτον, το Βέλγιο διατείνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του άρθρου 57 ΣΛΕΕ, στο μέτρο που ουδόλως αμφισβητείται ότι η δραστηριότητα που ασκείται στο Βέλγιο από τους εργαζομένους της Termiso Limitada αποτελεί παροχή υπηρεσιών, υποστηρίζοντας, επιπλέον, ότι η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου απόκειται στο εθνικό δικαστήριο.

32.      Όσον αφορά τον πρώτο λόγο απαραδέκτου, είναι προφανές ότι ο λόγος αυτός δεν αρκεί για να στηρίξει μια εκ προοιμίου απόρριψη της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Πρώτον, διότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για να αναλύσει το εθνικό δίκαιο, δεδομένου ότι ο μηχανισμός της προδικαστικής παραπομπής στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται αποκλειστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης βάσει των πραγματικών περιστατικών που του επισημαίνονται από το εθνικό δικαστήριο (15). Δεύτερον, διότι, ανεξαρτήτως των λόγων που ενδεχομένως παρακίνησαν το Rechtbank να εστιάσει τις αμφιβολίες του στο απλουστευμένο καθεστώς, στο δικαστήριο αυτό και μόνον απόκειται να εκτιμήσει την αναγκαιότητα προσφυγής στο Δικαστήριο και να επιλέξει το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο προς στήριξη της αιτήσεώς του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (16).

33.      Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο απαραδέκτου, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, κατά πάγια νομολογία, η εκ προοιμίου απόρριψη μιας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (17), όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης (18) ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (19).

34.      Συγκεκριμένα, ο καθορισμός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαραίτητος προκειμένου το Δικαστήριο να παράσχει στον εθνικό δικαστή πρακτικώς χρήσιμη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης (20), καθώς και, σε προγενέστερο στάδιο, προκειμένου οι μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία να μπορέσουν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (21).

35.      Εντούτοις, και παρά τη συνοπτική μορφή της, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει αναμφιβόλως ορισμένα ελάχιστα αλλά επαρκή στοιχεία που διαφωτίζουν τη σχέση μεταξύ του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, της οδηγίας 96/71 και της βελγικής νομοθετικής ρυθμίσεως του 2002, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου. Επιπλέον, το γεγονός ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν κάνει επίκληση της προπαρατεθείσας οδηγίας ουδόλως επηρεάζει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, διότι το αιτούν δικαστήριο ορθώς επικαλείται επίσης το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, διάταξη η οποία είναι όντως λυσιτελής για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα.

36.      Ομοίως πρέπει να κριθεί και ο τρίτος λόγος απαραδέκτου τον οποίο προβάλλει το Βέλγιο, λαμβανομένου υπόψη ότι το άρθρο 57 ΣΛΕΕ απαγορεύει τις διακρίσεις στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, που συνιστά ακριβώς το θεμελιώδες ζήτημα της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του Rechtbank.

37.      Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει κανένας λόγος απαραδέκτου της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

VI – Επί της ουσίας

 A –       Το κριτήριο αξιολόγησης

1.      Προκαταρκτική ανάλυση: η απόσπαση εργαζομένων, η οδηγία 96/71 και τα διακυβευόμενα συμφέροντα

38.      Η υπό κρίση υπόθεση καταδεικνύει ακόμα μια φορά τις εγγενείς εντάσεις μεταξύ της εγκαθιδρύσεως μιας εσωτερικής αγοράς και της προστασίας των κοινωνικών αξιών. Όπως έχει εκτεθεί σε προγενέστερες υποθέσεις, η απόσπαση εργαζομένων προκαλεί συγκρούσεις μεταξύ των επιχειρήσεων που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, των εργαζομένων που ανήκουν στο εργατικό δυναμικό των εταιριών αυτών και οι οποίοι μετακινούνται προς παροχή των υπηρεσιών και των κρατών μελών υποδοχής της επιχειρήσεως και των αποσπασμένων εργαζομένων. Τις εντάσεις αυτές επιχειρεί να αμβλύνει η οδηγία 96/71, σκοπός της οποίας είναι η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της διασφαλίσεως συγκεκριμένου επιπέδου κοινωνικής προστασίας.

39.      Το ουσιώδες χαρακτηριστικό που είναι αποφασιστικό για την εφαρμογή της οδηγίας είναι η ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος προελεύσεως της επιχείρησης η οποία, ταυτοχρόνως, αποσπά για λογαριασμό της τον υπαγόμενο στο διευθυντικό της δικαίωμα εργαζόμενο. Προς τούτο, ο νομοθέτης της Ένωσης γνωρίζει ότι η διευκρίνιση των «όρων εργασίας και απασχόλησης [αποβαίνει] προς το συμφέρον των μερών» (22), λόγος για τον οποίο περιλαμβάνονται στην οδηγία οι κανόνες για τον καθορισμό του εφαρμοστέου εργατικού δικαίου.

40.      Το ερώτημα σχετικά με τους εφαρμοστέους κανόνες (είτε είναι εκείνοι του κράτους εγκαταστάσεως είτε του κράτους υποδοχής) επιλύεται με την επισήμανση της ανάγκης συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών, ώστε να καθοριστεί ένας πυρήνας αναγκαστικών κανόνων για την ελάχιστη προστασία (23), οι οποίοι πρέπει να τηρούνται στη χώρα προορισμού ανεξάρτητα από τη διάρκεια της αποσπάσεως του εργαζομένου (24). Η επιδίωξη αυτή συγκεκριμενοποιείται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/71, το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, «ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας, οι επιχειρήσεις […] να εγγυώνται στους εργαζομένους που είναι αποσπασμένοι στο έδαφός τους, τους όρους εργασίας και απασχόλησης» σχετικά με ιδιαιτέρως σημαντικά θέματα όπως είναι οι μέγιστες περίοδοι εργασίας και οι ελάχιστες περίοδοι αναπαύσεως, τα ελάχιστα όρια μισθού ή η υγεία στην εργασία, μεταξύ άλλων. Η διάταξη αυτή συμπληρώνεται από την έβδομη παράγραφο, η οποία εξασφαλίζει, εν πάση περιπτώσει, «την εφαρμογή όρων απασχόλησης και εργασίας ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους (25)».

41.      Ως ασφαλιστική δικλείδα, το άρθρο 3, παράγραφος 10, της οδηγίας 96/71 αναγνωρίζει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, τηρουμένων των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ, να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων στο έδαφός τους όρους εργασίας και απασχολήσεως όσον αφορά θέματα πέραν αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, του άρθρου αυτού, εφόσον πρόκειται για διατάξεις δημοσίας τάξεως.

42.      Το προεκτεθέν καθεστώς, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως το τμήμα που περιλαμβάνει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της οδηγίας στο μέτρο που αφορά τη σχέση εργασίας, συνυπάρχει με ένα συμπληρωματικό, αλλά ουσιώδες, πλέγμα διατάξεων, το οποίο σκοπεί στην εφαρμογή των πρώτων: τους εθνικούς κανόνες ελέγχου και δημοσίας τάξεως που σκοπούν στη διασφάλιση της τηρήσεως των δικαιωμάτων των εν λόγω εργαζομένων. Οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση βελγικές διατάξεις ανήκουν ακριβώς στην κατηγορία αυτή. Οι κανόνες αυτοί, που συνήθως θεσπίζονται και τίθενται σε ισχύ από το κράτος προορισμού, δεν περιλαμβάνονται στο πλέγμα των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων της οδηγίας: πρώτον, διότι δεν απαριθμούνται στο άρθρο 3 και, δεύτερον, διότι το άρθρο 5 αναθέτει στα κράτη μέλη την αποτελεσματική διασφάλιση των επιδιωκόμενων σκοπών.

43.      Από τα προεκτεθέντα συνάγεται το ακόλουθο συμπέρασμα: στο μέτρο που το προπαρατεθέν άρθρο 5 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να λαμβάνουν μέτρα που διασφαλίζουν την τήρηση της οδηγίας 96/71, η συμφωνία των μέτρων αυτών με το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των Συνθηκών (26). Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση το ζητούμενο δεν είναι τόσο η ερμηνεία του προπαρατεθέντος άρθρου 5, αλλά η ερμηνεία των άρθρων 56 και 57 ΣΛΕΕ, που κατοχυρώνουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και ορίζουν τις βασικές προϋποθέσεις που επιβάλλονται στα κράτη μέλη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της ελευθερίας αυτής.

44.      Επιπλέον, το συμπέρασμα αυτό συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο προσφάτως ερμήνευσε ευρέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της οδηγίας 97/61, κλίνοντας σαφώς υπέρ της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ως γνωστόν, με την προπαρατεθείσα απόφαση Laval un Partneri, το άρθρο 3 της οδηγίας 96/71 ερμηνεύτηκε υπό την έννοια ότι περιορίζει το περιθώριο ελιγμού των κρατών όσον αφορά την επιβολή στις αλλοδαπές επιχειρήσεις που αποσπούν εργαζομένους στο έδαφός τους μέτρων κοινωνικής προστασίας διαφορετικών από εκείνα που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή του άρθρου 3 της οδηγίας 96/71 θέτει προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, και πιο συγκεκριμένα για το επίπεδο ελέγχου στον οποίο πρέπει να υπόκεινται τα εθνικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων. Η προσέγγιση αυτή, που έχει δεχτεί επικρίσεις και δεν στερείται ασάφειας (27), επελέγη πρόσφατα στις υποθέσεις Rüffert (28) και Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (29).

45.      Εντούτοις, στο μέτρο που τα επίμαχα μέτρα αφορούν τα μέτρα ελέγχου και δημοσίας τάξεως που τα κράτη μέλη λαμβάνουν προς διασφάλιση της τηρήσεως του άρθρου 3 της οδηγίας 96/71, το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι το λυσιτελές κριτήριο ελέγχου είναι η Συνθήκη. Τούτο προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, στην οποία το Δικαστήριο αξιολόγησε τις εθνικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα του άρθρου 3 της οδηγίας 96/71, ενώ στις διατάξεις δημοσίας τάξεως επιφύλαξε εξέταση με βάση τις Συνθήκες.

46.      Συνεπώς, το κριτήριο αξιολογήσεως, καθώς και το επίπεδο ελέγχου που πρέπει να εφαρμοστεί όσον αφορά τις επίμαχες εθνικές διατάξεις, είναι εκείνο που προβλέπουν οι Συνθήκες, όπως ακριβώς συνέβη στην υπόθεση Arblade κ.λπ. Επομένως, η νομολογία που καθιέρωσε η εν λόγω υπόθεση εξακολουθεί να εφαρμόζεται πλήρως, παρά τις πρόσφατες εξελίξεις που σημειώθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως Laval un Partneri.

47.      Πάντως, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Arblade κ.λπ., το συμπέρασμα αυτό δεν εμποδίζει το αιτούν δικαστήριο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με αρχή του ποινικού του δικαίου, τις ευνοϊκότερες διατάξεις της οδηγίας 96/71 κατά την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου, έστω και αν το δίκαιο της Ένωσης δεν συνεπάγεται τέτοια υποχρέωση (30). Ως εκ τούτου, και στο μέτρο που εισάγει κριτήρια που ελαφρύνουν την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, η οδηγία 96/71 μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των άρθρων 56 και 57 ΣΛΕΕ.

2.      Οι περιορισμοί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και η δικαιολόγησή τους

48.      Στην περίπτωση έλλειψης εναρμονίσεως των κανόνων που εφαρμόζονται στις υπηρεσίες, τα εμπόδια στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ μπορούν να προέρχονται ορισμένες φορές από τη δυνατότητα των εθνικών νομοθεσιών να εφαρμόζονται υποχρεωτικώς σε οποιοδήποτε πρόσωπο βρίσκεται στο έδαφός τους, όπως επίσης και στους παρέχοντες υπηρεσίες οι οποίοι, αν και εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, βρίσκονται συγκυριακά στο έδαφός τους. Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 49 ΕΚ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως που υφίσταται λόγω της ιθαγενείας του ο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος παρέχων υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού, ακόμη και αν αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στους ημεδαπούς παρέχοντες υπηρεσίες όσο και σε αυτούς των άλλων κρατών μελών, οσάκις μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (31).

49.      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ερμηνεύει ευρέως την έννοια «περιορισμός» όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, έννοια η οποία κυμαίνεται από την πραγματική παρεμπόδιση μιας δραστηριότητας μέχρι την απλή απώλεια της ελκυστικότητάς της. Η εξέλιξη αυτή συνάδει με την ανάπτυξη που έχουν γνωρίσει άλλες ελευθερίες, ιδιαιτέρως δε η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

50.      Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 52, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, που εφαρμόζεται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δυνάμει της παραπομπής που κάνει σε αυτό το άρθρο 62 ΣΛΕΕ, οι περιορισμοί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μπορούν να δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας. Εντούτοις, οσάκις ο περιορισμός αποτελεί μέτρο αδιακρίτως εφαρμοζόμενο που δεν συνεπάγεται άμεση διάκριση, το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι και οι ρυθμίσεις αυτές δικαιολογούνται «από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και εφαρμοζόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος (32). Η δικαιολόγηση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά (33) και να υπόκειται σε έλεγχο με κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας (34).

51.      Ωστόσο, από την 1η Δεκεμβρίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη της Λισσαβώνας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφορες διατάξεις του πρωτογενούς κοινωνικού δικαίου που επηρεάζουν το πλαίσιο των ελευθεριών. Συγκεκριμένα, η απόσπαση εργαζομένων, στο μέτρο που μπορεί να μεταβάλει την ένταση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των κοινωνικών διατάξεων που θεσπίζει η εν λόγω Συνθήκη. Το άρθρο 9 ΣΛΕΕ προβλέπει μια γενικής εφαρμογής ασφαλιστική δικλείδα κοινωνικής προστασίας που υποχρεώνει τα θεσμικά όργανα να λαμβάνουν υπόψη «τις απαιτήσεις που συνδέονται με την προαγωγή υψηλού επιπέδου απασχόλησης, με τη διασφάλιση της κατάλληλης κοινωνικής προστασίας, με την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού καθώς και με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, κατάρτισης και προστασίας της ανθρώπινης υγείας». Η απαίτηση αυτή διατυπώνεται μετά τη διακήρυξη, στο άρθρο 3, παράγραφος 3, ΣΕΕ, ότι η οικοδόμηση της κοινής αγοράς πραγματοποιείται μέσω πολιτικών που στηρίζονται σε μια «κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο».

52.      Η κοινωνική αυτή αποστολή αντανακλάται ακόμα σαφέστερα στο άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος πλέον αποτελεί τμήμα του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, στο οποίο εξαγγέλλεται ότι «κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε συνθήκες εργασίας οι οποίες σέβονται την υγεία, την ασφάλεια και την αξιοπρέπειά του». Μεταξύ των συνθηκών αυτών προβλέπεται και η διασφάλιση σχετικά με τη διάρκεια της εργασίας, τις περιόδους ανάπαυσης και τις άδειες μετ’ αποδοχών, που αντιπροσωπεύει ένα ελάχιστο, όχι όμως το μόνο, προστατευτικό πλαίσιο υπέρ του εργαζομένου.

53.      Η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας συνεπάγεται ότι οι συνθήκες εργασίας δεν πρέπει πλέον να ερμηνεύονται στενά όταν συνιστούν επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που δικαιολογούν εξαίρεση από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Στο μέτρο που η προστασία του εργαζομένου ανάγεται σε παράγοντα που αξίζει προστασίας από τις ίδιες τις Συνθήκες, δεν πρόκειται για απλή εξαίρεση από μία ελευθερία, ούτε πολύ λιγότερο για μια εξαίρεση άγραφη ή συναγόμενη από τη νομολογία. Το νέο πλαίσιο του πρωτογενούς δικαίου, στο μέτρο που επιβάλλει υποχρεωτικώς έναν αυξημένο βαθμό κοινωνικής προστασίας, εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη, προς διασφάλιση συγκεκριμένου επιπέδου κοινωνικής προστασίας, να μπορούν να περιορίζουν μία ελευθερία, χωρίς η ενέργεια αυτή να θεωρείται νομικώς κρίσιμο γεγονός από απόψεως δικαίου της Ένωσης, και, ως εκ τούτου, να χρειάζεται να ερμηνευτεί περιοριστικά. Η άποψη αυτή, που βρίσκει έρεισμα στις νέες διατάξεις των προπαρατεθεισών Συνθηκών, εκφράζεται στην πράξη μέσω της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας.

54.      Επομένως, οι επίμαχες διατάξεις εργατικού δικαίου του κράτους υποδοχής, για να δικαιολογηθούν υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, πρέπει να είναι πρόσφορες ώστε να διασφαλίζεται η επίτευξη του σκοπού που επιδιώκουν και να μη βαίνουν πέρα του αναγκαίου ορίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Το κριτήριο αυτό της αναλογικότητας, που το Δικαστήριο εφαρμόζει παγίως στη νομολογία του επί των θεμελιωδών ελευθεριών, περιγράφεται συνήθως ως έλεγχος της προσφορότητας και της αναγκαιότητας, αντιστοίχως.

55.      Κατά συνέπεια, πρέπει να διευκρινιστεί το ζήτημα αν τα επίμαχα μέτρα συνιστούν περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και, εν συνεχεία, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εκτιμηθεί, κατόπιν ελέγχου βάσει της αρχής της αναλογικότητας, κατά πόσο τα μέτρα αυτά είναι δικαιολογημένα. Η ανάλυση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί ατομικώς, μέσω χωριστής εξετάσεως του κάθε επίμαχου μέτρου, και εφαρμόζοντας ένα επίπεδο ελέγχου που, κατ’ εφαρμογήν της Συνθήκης, αποδίδει ιδιαίτερη σπουδαιότητα στην προστασία των εργαζομένων.

 B –       Τα βελγικά μέτρα ελέγχου

56.      Το απλουστευμένο καθεστώς που καθιερώθηκε στο Βέλγιο το 2002 απαλλάσσει τον παρέχοντα τις υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος από την υποχρέωση να καταρτίζει ορισμένα έγγραφα που προβλέπει το δίκαιο του κράτους υποδοχής, υπό την προϋπόθεση ότι (α) αποστέλλει στη βελγική επιθεώρηση τηρήσεως της κοινωνικής νομοθεσίας μια προηγούμενη δήλωση σχετικά με κάθε εργαζόμενο που αποσπά, σύμφωνα με συγκεκριμένο λεπτομερές υπόδειγμα, (β) φυλάσσει και θέτει στη διάθεση των αντίστοιχων αρχών τα έγγραφα του κράτους εγκαταστάσεως της επιχείρησης, έγγραφα τα οποία πρέπει να είναι παρόμοια με την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας ή το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών που προβλέπει η βελγική νομοθεσία και, (γ) η εν λόγω προσωρινή απόσπαση δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.

57.      Επομένως, το απλουστευμένο καθεστώς δεν εφαρμόζεται ποτέ στις αποσπάσεις που διαρκούν περισσότερο από έξι μήνες, ενώ αποκλείεται και στις περιπτώσεις αποσπάσεων που διαρκούν λιγότερο από έξι μήνες, εφόσον δεν τηρείται η προϋπόθεση της προηγούμενης δηλώσεως, οπότε εφαρμόζεται το γενικό καθεστώς.

1.      Η προηγούμενη δήλωση αποσπάσεως

 α)     Εισαγωγή

58.      Η Επιτροπή και οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η προβλεπόμενη δήλωση, καθώς και οι συνέπειες της παραλείψεώς της, υποκρύπτουν στην πραγματικότητα μια αυθεντική έγκριση που εμποδίζει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Αντιθέτως, η Βελγική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η κοινοτική νομολογία έχει δεχτεί ρητώς αυτόν τον μηχανισμό ελέγχου, και αρνείται ότι αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την παράκαμψη του κανονικού καθεστώτος.

59.      Παρά τα επιχειρήματα που προβάλλει το Βέλγιο, όλα τα στοιχεία συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, δεδομένου ότι το κράτος μέλος παραβιάζει την αρχή της ισότητας των όρων εις βάρος του αλλοδαπού παρέχοντα υπηρεσίες σε σχέση με τον ημεδαπό, εφόσον η προσκόμιση της δηλώσεως απαιτείται μόνον από τον πρώτο.

60.      Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η νομολογία έχει κρίνει ότι η υποβολή προηγούμενης δήλωσης δικαιολογείται στο πλαίσιο της προστασίας των εργαζομένων (35). Συγκεκριμένα, ουδεμία αντίρρηση μπορεί να προβληθεί όσον αφορά την υποχρέωση του παρέχοντος υπηρεσίες να τηρεί τον τύπο αυτόν προς διαβεβαίωση του γεγονότος ότι οι οικείοι εργαζόμενοι τελούν σε κατάσταση νομιμότητας, ιδίως όσον αφορά την κατοικία, την άδεια εργασίας και την κοινωνικοασφαλιστική κάλυψη στο κράτος μέλος στο οποίο η επιχείρηση αυτή τους απασχολεί. Το μέτρο αυτό δεν υπερβαίνει αυτό το αναγκαίο όριο για την πρόληψη των καταχρήσεων που μπορούν να σημειωθούν κατά την εφαρμογή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

61.      Όπως εκτίθεται εν συνεχεία, η δικαιολόγηση αυτή μπορεί να προβληθεί επιτυχώς όσον αφορά το περιεχόμενο και τον τύπο της δηλώσεως. Εντούτοις, η πρόβλεψη ότι η αποδοχή της δηλώσεως πρέπει να γίνει σε χρόνο προγενέστερο της αποσπάσεως, καθώς και ορισμένες πτυχές σχετικές με την πρακτική εφαρμογή της θέτουν υπό αμφισβήτηση τη συμβατότητά της με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

 β)     Το περιεχόμενο της δηλώσεως

62.      Κατόπιν αναλύσεως υπό το πρίσμα των Συνθηκών, δεν εγείρονται πολλές αμφιβολίες ως προς τα στοιχεία που, κατά το άρθρο 4 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Μαρτίου 2002, πρέπει να περιέχονται στην προηγούμενη δήλωση. Όπως υποστήριξαν τα κράτη μέλη που υπέβαλαν παρατηρήσεις, ο σκοπός που επιδιώκει η λεπτομερής αυτή απαρίθμηση πληροφοριακών στοιχείων είναι να επιβεβαιώσει ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι εργαζόμενοι στο κράτος προελεύσεως είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα κριτήρια της οδηγίας 96/71, και να καθορίσει τα δικαιώματα που πρέπει να απονέμονται στους εργαζομένους αυτούς στον τόπο προσωρινής παροχής των υπηρεσιών. Επιπλέον, τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία είναι απαραίτητα ώστε να εξακριβώνεται ποιος είναι ο ευνοϊκότερος για τους εργαζομένους κανόνας. Οι λεπτομερείς πληροφορίες που αφορούν τον εργοδότη, τους ίδιους τους εργαζομένους (36), καθώς και η παράθεση των εφαρμοστέων όρων εργασίας, ειδικότερα δε η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας και τα ωράρια, σκοπό έχουν να διευκολύνουν τον έλεγχο της νομιμότητας της απασχόλησής τους στο κράτος προελεύσεως. Συνεπώς, ο σκοπός που έγκειται στον καθορισμό των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους στο κράτος μέλος υποδοχής είναι ανάλογος προς την έρευνα που αφορά «το είδος της παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της αποσπάσεως, την ημερομηνία ενάρξεως της αποσπάσεως και την προβλεπόμενη διάρκειά της καθώς και τον τόπο στον οποία θα πραγματοποιηθεί η παροχή της εργασίας».

63.      Επίσης, η υποχρέωση γνωστοποίησης του τόπου όπου τηρούνται και φυλάσσονται τα ισότιμα έγγραφα, όπως και των πληροφοριών σχετικά με το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τα έγγραφα αυτά στο Βέλγιο, συνάδει με την αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφαση Arblade κλ.π., κρίνοντας ότι η προστασία αυτή, ιδίως από πλευράς ασφάλειας και υγείας, καθώς και από πλευράς χρόνου εργασίας, «μπορεί να απαιτεί να βρίσκονται ορισμένα έγγραφα στο εργοτάξιο ή, τουλάχιστον, σε προσιτό και σαφώς προσδιορισμένο μέρος επί του εδάφους του κράτους μέλους υποδοχής, στη διάθεση των αρχών του κράτους αυτού που είναι επιφορτισμένες με τους ελέγχους, ελλείψει ενός οργανωμένου συστήματος συνεργασίας ή ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, όπως αυτό που προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 96/71».

 γ)     Ο τύπος της δηλώσεως

64.      Η απαίτηση να συντάσσεται η δήλωση κατά συγκεκριμένο πρότυπο ουδόλως πρέπει να εκλαμβάνεται ως υπέρμετρο βάρος για τον παρέχοντα τις υπηρεσίες· αντιθέτως, η απαίτηση αυτή του παρέχει ασφάλεια δικαίου και καθιστά απλούστερο το καθήκον της εκ μέρους του αποστολής της δηλώσεως. Επιπλέον, ο παρέχων υπηρεσίες δύναται να συμπληρώσει το έγγραφο της δηλώσεως στη γλώσσα του (37).

 δ)     Η βεβαίωση του νομότυπου της δηλώσεως πριν την απόσπαση

65.      Οι βελγικοί κανόνες που εντάσσονται στην επίμαχη εν προκειμένω νομοθετική ρύθμιση πρέπει να εξεταστούν αναλυτικότερα, ειδικότερα δε οι κανόνες που απαλλάσσουν από την κατάρτιση και τήρηση των βελγικών εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως υπό τον όρο ότι η Επιθεώρηση επιβεβαιώνει «την παραλαβή και το νομότυπο της δηλώσεως αυτής» εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της, εκδίδει αριθμό καταχωρίσεως της δηλώσεως αυτής και τον κοινοποιεί στον εργοδότη.

66.      Το Βέλγιο χαρακτηρίζει το σύστημα της προηγούμενης δηλώσεως ως σύστημα «απλής προηγούμενης κοινοποίησης (38)», αρνούμενο ότι πρόκειται για αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της απόσπασης. Εντούτοις, η ερμηνεία αυτή αντιφάσκει προς το επιχείρημα του Βελγίου ότι «η εφαρμογή του απλουστευμένου καθεστώτος υπόκειται στην αποστολή δηλώσεως αποσπάσεως (39)», καθώς και από το γράμμα των διατάξεων που διέπουν τα της δηλώσεως αυτής.

67.      Είναι βέβαιο ότι, όπως έχει κριθεί και με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, ο εκ των προτέρων έλεγχος που διεξάγουν οι αρχές του κράτους προορισμού «υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για την πρόληψη των καταχρήσεων που μπορούν να σημειωθούν κατά την εφαρμογή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών» (40). Η προηγούμενη εξακρίβωση της τηρήσεως των προϋποθέσεων αντίκειται στον απλώς ενημερωτικό σκοπό που αποδίδει η νομολογία σε τέτοιου είδους ανακοινώσεις, ο οποίος έγκειται αποκλειστικώς στο να παράσχει τη δυνατότητα στις εθνικές αρχές να «να ελέγχουν τα στοιχεία αυτά a posteriori και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα σε περίπτωση που η κατάσταση των εν λόγω εργαζομένων δεν είναι σύννομη» (41).

68.      Επίσης, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων υπηκόων τρίτου κράτους μέλους που εντάσσονται στο εργατικό δυναμικό επιχειρήσεως εγκατεστημένης στην Ένωση, η νομολογία δεν δέχεται ο εθνικός κανόνας να εξαρτά την παροχή υπηρεσιών από τη χορήγηση διοικητικής άδειας (42). Επομένως, ευλόγως το Δικαστήριο λαμβάνει ανάλογη θέση οσάκις πρόκειται για μισθωτούς πολίτες της Ένωσης, όπως ισχύει στην περίπτωση των εργαζομένων της Termiso Limitada.

69.      Ωστόσο, η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα ως προς τη νομολογία που αφορά τους υπηκόους τρίτων κρατών, δεδομένου ότι, κατόπιν της εκ μέρους του εργοδότη υποβολής της προηγούμενης δηλώσεως, οι βελγικές αρχές χορηγούν υποχρεωτικώς αριθμό καταχωρίσεως. Όπως προεκτέθηκε, η έγκριση εκ μέρους των αρχών του κράτους υποδοχής δεν συνεπάγεται πάντοτε ότι ελέγχεται αν η απόσπαση σκοπεί στην ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων της κοινωνικής νομοθεσίας. Αντιθέτως, η δήλωση εγκρίσεως μπορεί να θεωρηθεί ως τύπος με τον οποίο διαπιστώνεται απλώς ότι η δήλωση αποσπάσεως έχει συμπληρωθεί ορθώς. Εντούτοις, το βελγικό καθεστώς πρέπει να αξιολογηθεί εντελώς διαφορετικά οσάκις διαπιστώνεται ότι η έναρξη παροχής υπηρεσιών δεν είναι δυνατή πριν χορηγηθεί και παραδοθεί στον εργοδότη ο προαναφερθείς αριθμός καταχωρίσεως, χωρίς τον οποίο, όπως επιβεβαιώθηκε, δεν μπορεί να λάβει χώρα η απόσπαση.

70.      Κατά συνέπεια, η απλή διαβίβαση πληροφοριών στις αρχές του κράτους προορισμού, καθώς και η επιβεβαίωση της λήψης τους, είναι εν δυνάμει ικανές να μετατραπούν σε μηχανισμό εξακρίβωσης και έγκρισης εφαρμοζόμενο πριν την έναρξη της παροχής υπηρεσιών. Το αποτέλεσμα αυτό δύσκολα συμβιβάζεται με τις Συνθήκες, πολύ περισσότερο δε αν αναλυθεί από την πλευρά της αποτελεσματικότητάς του.

 ε)     Η διοικητική αποτελεσματικότητα της δήλωσης

71.      Είναι προφανές ότι η γνώση των περιστάσεων που συνδέονται με μια συγκεκριμένη σχέση εργασίας διευκολύνει τη δραστηριότητα επιθεωρήσεως. Αφού επιβεβαιωθεί το νομότυπο της προηγούμενης δηλώσεως, το περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας περιέρχεται εις γνώση του επιθεωρητή προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενα ελαττώματα που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν πριν την έναρξη της παροχής υπηρεσιών. Συνεπώς, σε περίπτωση που εντοπιστούν παρατυπίες, δεν χορηγείται στον εργοδότη ο αριθμός καταχωρίσεως (ενώ, όπως επισημάνθηκε, χωρίς καταχώριση δεν πραγματοποιείται απόσπαση ούτε εργασία) και αποφεύγεται το ενδεχόμενο να διαπιστώσει ο επιθεωρητής τα ελαττώματα αυτά στον χώρο της εργασίας.

72.      Εντούτοις, υπό το πρίσμα του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, αυτή η διαχειριστική αποτελεσματικότητα δεν δικαιολογεί την εξάρτηση της αποσπάσεως από την έγκριση της δηλώσεως μέσω χορηγήσεως αριθμού καταχωρίσεως.

73.      Η απόφαση Arblade κ.λπ. συμπεραίνει με κατηγορηματικό τρόπο ότι το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο διευκολύνεται η εκπλήρωση του καθήκοντος επιθεωρήσεως εκ μέρους των αρχών «δεν αρκεί προς δικαιολόγηση ενός […] περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών» και προσθέτει ότι «πρέπει επίσης οι αρχές αυτές να μην είναι σε θέση να εκτελέσουν την αποστολή ελέγχου κατά τρόπο αποτελεσματικό» (43). Στο ίδιο πνεύμα, η απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου έκρινε δυσανάλογη την απαίτηση σύμφωνα με την οποία ο εντολοδόχος που φυλάσσει συγκεκριμένα έγγραφα πρέπει να είναι κάτοικος Λουξεμβούργου, επιχειρηματολογώντας ότι το Μεγάλο Δουκάτο «δεν επικαλέσθηκε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι μόνον η διατήρηση των εν λόγω εγγράφων από εντολοδόχο έχοντα την κατοικία του στο Λουξεμβούργο θα παρείχε στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να διενεργούν τους ελέγχους που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους» (44).

74.      Τα στοιχεία της δηλώσεως είναι επαρκώς σαφή ώστε να παράσχουν τη δυνατότητα διενέργειας ελέγχου εκ των υστέρων, ενώ δεν προκύπτει για ποιο λόγο η εξάρτηση της δηλώσεως από την έγκρισή της εντός προθεσμίας πέντε ημερών είναι απαραίτητη για τη διεξαγωγή του ελέγχου αυτού.

75.      Ούτε συνεπάγεται η απαίτηση αυτή πραγματικό ή πρόσθετο όφελος για τους αποσπασμένους εργαζομένους σε σχέση με το όφελος που τους παρέχεται δυνάμει ενός ελέγχου εκ των υστέρων (45). Πράγματι, η ίδια η ύπαρξη της εθνικής ένδικης διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας εκτίθενται οι εκτιμήσεις των αρχών περί των μισθολογικών διεκδικήσεων των εργαζομένων της Termiso Limitada, συνιστά απόδειξη ότι ο προηγούμενος έλεγχος της ατομικής δηλώσεως αποσπάσεως δεν είναι αποφασιστικός για την εκτέλεση της αποστολής της βελγικής αρχής Επιθεωρήσεως.

76.      Εξάλλου, όσον αφορά την προθεσμία των πέντε ημερών που διαθέτουν οι βελγικές αρχές για να επιβεβαιώσουν την παραλαβή και να εκδώσουν τον αριθμό καταχωρίσεως, διαπιστώθηκε ότι το χρονικό αυτό διάστημα, μολονότι βραχύ, μπορεί να δυσχεράνει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών της οποίας απολαύουν επιχειρήσεις όπως η Termiso, στο μέτρο που η απρόσκοπτη παροχή του είδους των υπηρεσιών που προσφέρει η επιχείρηση αυτή συνεπάγεται σχεδόν άμεση απόσπαση των εργαζομένων της στο Βέλγιο (46), την οποία δεν μπορεί να πραγματοποιήσει αν πρέπει να αναμένει την απάντηση της Επιθεώρησης εντός της προθεσμίας αυτής. Επί παραδείγματι, καθεστώς σιωπηρής έγκρισης, κατά το οποίο η χορήγηση του εν λόγω αριθμού τεκμαίρεται σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή δεν απαντήσει εμπροθέσμως, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως εναλλακτική μέθοδος. Επομένως, η λύση αυτή αποδεικνύει ότι υπάρχουν λιγότερο επαχθή μέτρα από την αναμονή της επιβεβαιώσεως και της χορηγήσεως αριθμού καταχωρίσεως, πράγμα που πιστοποιεί ότι η ανάλυση του εν λόγω μέτρου δεν ικανοποιεί τα κριτήρια του ελέγχου της αναλογικότητας (47).

 στ)   Σύνοψη

77.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική νομοθεσία που εξαρτά την απόσπαση των εργαζομένων και την πραγματική έναρξη της παροχής υπηρεσιών από την επιβεβαίωση της παραλαβής και την έγκριση της δήλωσης αποσπάσεως, εντός προθεσμίας πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω δηλώσεως από την υπηρεσία Επιθεωρήσεως.

2.      Τα έγγραφα του κράτους μέλους εγκαταστάσεως που είναι ισότιμα εκείνων του κράτους μέλους υποδοχής

 α)     Εισαγωγή

78.      Το δεύτερο μέτρο που προκαλεί αμφιβολίες στο Rechtbank είναι εκείνο που υποχρεώνει την εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος επιχείρηση να διατηρεί στη διάθεση των αρμοδίων αρχών ορισμένα έγγραφα του κράτους προελεύσεως τα οποία πρέπει να είναι παρόμοια με άλλα έγγραφα του κράτους προορισμού, συγκεκριμένα έγγραφα που αφορούν τη βελγική ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το βελγικό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών.

79.      H απαγόρευση του «διπλού ελέγχου», σε συνδυασμό με τη νομολογία του Δικαστηρίου, παρέχει τη δυνατότητα να προβληθεί το επιχείρημα ότι η οδηγία 96/71 απαιτεί να υπάρχει εύλογος βαθμός ισοδυναμίας μεταξύ των μηχανισμών εξασφάλισης που επιβάλλει το κράτος υποδοχής και εκείνων που απαιτούνται στο κράτος προελεύσεως του εργοδότη. Αυτή η απαίτηση ύπαρξης συγκρίσιμων προϋποθέσεων παρατηρείται συχνά σε σχέση με τα έγγραφα κοινωνικής ασφαλίσεως, σύνηθες σημείο εκκινήσεως για την επιθεώρηση εργασίας.

80.      Με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση Arblade κ.λπ., ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer ανέλυσε την αποτελεσματικότητα της εν λόγω απαιτήσεως ισοδυναμίας, τονίζοντας ότι τα κράτη μέλη προορισμού «οφείλουν να βεβαιώνονται ότι οι επιχειρήσεις αυτές δεν υπόκεινται ήδη σε ανάλογες υποχρεώσεις δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς τους, ανεξαρτήτως της ονομασίας των διαφόρων εγγράφων, του περιεχομένου τους ή του σκοπού τους. Αν συντρέχει τέτοια περίπτωση, οφείλουν να αναγνωρίσουν την αντιστοιχία της νομοθεσίας τους με τους κανόνες του κράτους εγκαταστάσεως». Με τον τρόπο αυτόν, τα κράτη μέλη προορισμού «δεν μπορούν να απαιτήσουν [από τους παρέχοντες υπηρεσίες] να συμμορφωθούν προς τη δική τους νομοθεσία παρά μόνο στο μέτρο που η νομοθεσία αυτή συμπληρώνει τη νομοθεσία του κράτους εγκαταστάσεως, χωρίς να μπορούν να επιβάλουν κανένα ήδη υφιστάμενο μέτρο» (σημείο 89).

81.      Την προσέγγιση αυτή δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε στην εν λόγω υπόθεση, εκτιμώντας ότι η υποχρέωση καταρτίσεως και τηρήσεως των εγγράφων του κράτους μέλους υποδοχής «συνεπάγεται επιπλέον έξοδα και διοικητικές και οικονομικές επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις αυτές να μην αντιμετωπίζουν ίσες συνθήκες ανταγωνισμού σε σχέση προς τους εργοδότες που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος υποδοχής» (σκέψη 58). Το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ύπαρξη απλώς ορισμένων διαφορών ως προς το είδος ή το περιεχόμενο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την τήρηση δύο σειρών εγγράφων, των μεν σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως και των δε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, αν οι πληροφορίες που παρέχουν τα έγγραφα που απαιτούνται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως επαρκούν, στο σύνολό τους, για τους απαραίτητους ελέγχους εντός του κράτους μέλους υποδοχής» (48). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε ότι «η επιβολή τέτοιας υποχρεώσεως συνιστά, επομένως, περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 59 της Συνθήκης» (49).

82.      Η νομολογία που καθιερώθηκε με την απόφαση Arblade κ.λπ. βασίζεται σε μια αρχή αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, καθόσον, τελικώς, η απόρριψη της «διπλής επιβάρυνσης» συνεπάγεται την αναγνώριση ενός δικαίου άλλου κράτους μέλους (του κράτους προελεύσεως) ως πολύτιμου μέσου για την προστασία του γενικού συμφέροντος στο κράτος προορισμού.

83.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η απαίτηση προσκομίσεως εγγράφων του κράτους προελεύσεως (αφηρημένα, χωρίς να εξετάζονται οι υποχρεώσεις τήρησης και φύλαξής τους) δεν συνιστά περιορισμό στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι, αφενός, η επιχείρηση οφείλει να τα καταρτίζει στο κράτος εγκατάστασής της, όπως οι λοιπές επιχειρήσεις και, αφετέρου, η προσκόμιση των «ισότιμων» εγγράφων της βελγικής νομοθεσίας επιβάλλεται και στις εγκατεστημένες στον τόπο παροχής των υπηρεσιών επιχειρήσεις. Παρά ταύτα, τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του βελγικού καθεστώτος, και ιδιαίτερα η υποχρέωση φύλαξης των εν λόγω εγγράφων, μπορούν να οδηγήσουν, όπως θα αποδειχθεί εν συνεχεία, σε διαφορετικό αποτέλεσμα.

 β)     Τα έγγραφα που ισοδυναμούν με την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και με το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών του κράτους υποδοχής

84.      Χωρίς να εξεταστεί στην ουσία της η επιλογή που, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, το βελγικό σύστημα προσφέρει στους παρέχοντες υπηρεσίες (ήτοι, να προσχωρήσουν στο απλουστευμένο καθεστώς ή να αναλάβουν απευθείας την υποχρέωση καταρτίσεως των εγγράφων που προβλέπει το Βέλγιο), υπογραμμίζεται ότι το απλουστευμένο σύστημα έχει σκοπό να απαλλάξει τον εργοδότη από τη διεκπεραίωση ορισμένων διατυπώσεων, όπως είναι η κατάρτιση και η τήρηση ορισμένων εγγράφων (μεταξύ άλλων, της ατομικής καταστάσεως μισθοδοσίας και του εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών) που, κατά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, μπορούν να ζητηθούν μόνο σε περιπτώσεις προσωρινής αποσπάσεως εργαζομένων, οσάκις η κοινωνική προστασία τους δεν διασφαλίζεται μέσω των εγγράφων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως της επιχείρησης.

85.      Τα επιχειρήματα του Βελγίου επιβεβαιώνουν την ορθότητα της ερμηνείας αυτής: εφόσον η απόφαση Arblade κ.λπ. εμποδίζει την επιβολή γενικής υποχρεώσεως των αλλοδαπών εργοδοτών να καταρτίζουν την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας που προβλέπει το βελγικό δίκαιο, το εν λόγω δίκαιο απαλλάσσει τον εργοδότη από την επιβάρυνση αυτή υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

86.      Πράγματι, η νομολογία καθόρισε ένα κύριο και ένα επικουρικό κριτήριο, αναθέτοντας τη σαφή εντολή στις αρχές και, ενδεχομένως, τα δικαστήρια του κράτους μέλους υποδοχής να «εξετάζουν διαδοχικά, προτού απαιτήσουν την κατάρτιση και την τήρηση επί του εδάφους του κράτους αυτού εγγράφων συνδεομένων με τη σχέση εργασίας σύμφωνα με τη δική τους νομοθεσία, μήπως η κοινωνική προστασία των εργαζομένων που μπορεί να δικαιολογήσει τις απαιτήσεις αυτές διασφαλίζεται επαρκώς με την προσκόμιση, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, των εγγράφων που τηρούνται εντός του κράτους μέλους εγκαταστάσεως ή αντιγράφων τους» (50).

87.      Στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν κατέχει αυτά τα ισότιμα έγγραφα, η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής τον υποχρεώνει να καταρτίζει και να τηρεί την ατομική κατάσταση μισθοδοσίας και το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών που προβλέπει η βελγική κανονιστική ρύθμιση. Επομένως, δεν είναι ορθό να επικρίνεται ένα καθεστώς που απαιτεί την προσκόμιση ορισμένων εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως που ισοδυναμούν με τα έγγραφα του κράτους εγκαταστάσεως, αποδίδοντας δευτερεύουσα σημασία στην απαίτηση που επιβάλλει το κανονικό καθεστώς περί τηρήσεως εγγράφων. Είναι εμφανέστατο ότι η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με τη νομολογία του Δικαστηρίου που απορρέει από την υπόθεση Arblade κ.λπ.

88.      Πάντως, είναι πολύ δυσχερέστερο να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι το Βέλγιο περιορίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου μόνο στις αποσπάσεις που διαρκούν λιγότερο των έξι μηνών, δεδομένου ότι και οι μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας αποσπάσεις εμπίπτουν στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ. Άλλωστε, οι αποσπάσεις που υπερβαίνουν χρονικά τους έξι μήνες εξακολουθούν να είναι προσωρινές, όπως συνάγεται από τις αποφάσεις Rush Portuguesa, Vander Elst, Finalarte, ή Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, με τις οποίες το Δικαστήριο τόνισε ότι, στο μέτρο που οι εργαζόμενοι αποσπώνται για λογαριασμό μιας επιχειρήσεως που δεν είναι εγκατεστημένη στο κράτος μέλος υποδοχής αλλά απλώς παρέχει εκεί υπηρεσίες, «δεν προτίθενται να διεισδύσουν στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους αποσπάσεως» (51).

 γ)     Το περιεχόμενο των εγγράφων

89.      Η ατομική κατάσταση μισθοδοσίας κάθε εργαζομένου εμφανίζει τις υπηρεσίες που παρέχει ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια ενός έτους καθώς επίσης και τις καταβαλλόμενες σε αυτόν αμοιβές. Το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, που αποστέλλεται στον εργαζόμενο στο τέλος κάθε περιόδου μισθοδοσίας, εκθέτει την ακριβή μέθοδο υπολογισμού των αποδοχών του με τις αντίστοιχες παρακρατήσεις.

90.      Είναι προφανές ότι τα δύο αυτά έγγραφα είναι κατάλληλα να προσδιορίσουν τα οικονομικά δικαιώματα του εργαζομένου, καθόσον παρέχουν τη δυνατότητα να εξακριβωθεί ότι τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα από τον νόμο ή από τη συλλογική σύμβαση όρια, καθώς επίσης και ότι ο εργαζόμενος αμείφθηκε πραγματικά για όλες τις ημέρες κατά τις οποίες πραγματοποίησε την παροχή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων αργιών και αδειών, τα δε έγγραφα αυτά χρησιμεύουν επίσης για τον υπολογισμό του κατώτατου μισθού και της πρόσθετης αμοιβής για την υπερωριακή εργασία. Επιπλέον, η τήρηση των εν λόγω εγγράφων καθίσταται απαραίτητη για τη σύγκριση μεταξύ των δικαιωμάτων των εργαζομένων κατά τις διάφορες νομοθεσίες και, από πλευράς εκπληρώσεως της προϋποθέσεως περί ισοδυναμίας των εγγράφων του κράτους μέλους εγκαταστάσεως με εκείνα του κράτους μέλους προορισμού, είναι λιγότερο επαχθής από άλλες εναλλακτικές λύσεις, όπως είναι η υποχρέωση απευθείας συμπλήρωσης των εγγράφων του Βελγίου.

 δ)     Η φύλαξη των εγγράφων

91.      Όσον αφορά τη φύλαξη των εγγράφων, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των τριών διαφορετικών πτυχών της, που είναι: πρώτον, η σχετική με τη διάθεση και τη φύλαξη των ισότιμων εγγράφων κατά τη διάρκεια της περιόδου απασχολήσεως των αποσπασμένων εργαζομένων στο Βέλγιο· δεύτερον, η σχετική με την παράταση της υποχρεώσεως τηρήσεως των εν λόγω εγγράφων για μια πενταετία, που αρχίζει από την παρέλευση των έξι μηνών από την πρώτη απόσπαση· και, τρίτον, η σχετική με τον τόπο της φύλαξης, ήτοι, τον τόπο εργασίας όπου είναι αποσπασμένος ο εργαζόμενος ή τον εντός Βελγίου τόπο κατοικίας ενός φυσικού προσώπου που φυλάσσει τα εν λόγω έγγραφα υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου.

92.      Όσον αφορά τη χρονική παράταση της υποχρεώσεως αυτής, το οργανωμένο σύστημα συνεργασίας ή ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών που προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 96/71 καθιστά περιττή τη [φύλαξη] των εγγράφων αυτών εντός του κράτους μέλους υποδοχής αφότου ο εργοδότης παύει να απασχολεί εργαζομένους εντός του κράτους αυτού (52). Εξάλλου, η νομολογία δέχεται τη «[φύλαξη] ορισμένων εγγράφων στην κατοικία φυσικού προσώπου έχοντος την κατοικία του εντός του κράτους μέλους υποδοχής», περιοριζόμενη όμως στον χρόνο διάρκειας της αποσπάσεως (53). Επομένως, αν και η απαίτηση τα ισότιμα έγγραφα να φυλάσσονται κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, η παράταση της υποχρεώσεως αυτής για την πενταετία που έπεται της παροχής των υπηρεσιών είναι αμφισβητήσιμη, όπως επιβεβαιώνει και η απόφαση Arblade κ.λπ. με τις σκέψεις 77 και 78, καθώς και η απόφαση C-319/06, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου με τις σκέψεις 90 έως 94. Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν εναλλακτικούς μηχανισμούς συνεργασίας οι οποίοι υποκαθιστούν αυτό το βάρος που φέρει ο εργοδότης και που, επιπλέον, συνεπάγεται κόστος διαχείρισης συνεπεία του οποίου η παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως καθίσταται αδικαιολόγητα λιγότερο ελκυστική, επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για προϋπόθεση δυσανάλογη και, ως εκ τούτου, αντίθετη προς το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

 ε)     Σύνοψη

93.      Από τα προεκτεθέντα ανωτέρω συνάγεται ότι τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική νομοθεσία που απαιτεί την προσκόμιση ορισμένων εγγράφων του κράτους εγκαταστάσεως (εν προκειμένω, της βελγικής ατομικής καταστάσεως μισθοδοσίας και του βελγικού εκκαθαριστικού σημειώματος) που είναι ισότιμα εκείνων που πρέπει να καταρτίζονται στο κράτος προορισμού. Αντιθέτως, ένα καθεστώς όπως το βελγικό, που απαιτεί τη φύλαξη ορισμένων εγγράφων του κράτους εγκαταστάσεως που είναι ισότιμα εκείνων του κράτους υποδοχής, για χρονικό διάστημα που έπεται της λήξεως της πραγματικής αποσπάσεως των εργαζομένων, είναι δυσανάλογο και δεν δικαιολογείται από τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ. Ομοίως κρίνεται και ένα σύστημα το οποίο απαιτεί απευθείας την κατάρτιση των εγγράφων του κράτους μέλους υποδοχής στις προσωρινές αποσπάσεις εργαζομένων που διαρκούν περισσότερο από έξι μήνες.

VII – Πρόταση

94.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:

«1)       Τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική νομοθεσία που εξαρτά την απόσπαση των εργαζομένων και την πραγματική έναρξη της παροχής υπηρεσιών από την επιβεβαίωση της παραλαβής και την έγκριση της δηλώσεως αποσπάσεως, εντός προθεσμίας πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω δηλώσεως από την υπηρεσία Επιθεωρήσεως.

2)       Τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική νομοθεσία που απαιτεί την προσκόμιση ορισμένων εγγράφων του κράτους εγκαταστάσεως (εν προκειμένω, της βελγικής ατομικής καταστάσεως μισθοδοσίας και του βελγικού εκκαθαριστικού σημειώματος) που είναι ισότιμα εκείνων που πρέπει να καταρτίζονται στο κράτος προορισμού.

         Αντιθέτως, τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν εθνικό καθεστώς που απαιτεί

–      τη φύλαξη ορισμένων εγγράφων του κράτους εγκαταστάσεως που είναι ισότιμα εκείνων του κράτους υποδοχής, για χρονικό διάστημα που έπεται της λήξεως της πραγματικής αποσπάσεως των εργαζομένων

–      την προσκόμιση των εγγράφων του κράτους μέλους υποδοχής στις προσωρινές αποσπάσεις εργαζομένων που διαρκούν περισσότερο από έξι μήνες.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1997, L 18, σ. 1).


3 – Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1999, C-369/96 και C-376/96 (Συλλογή 1999, σ. I-8453).


4 – Αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C-438/05, International Transport Workers’ Federation και Finnish Seamen’s Union, «Viking Line» (Συλλογή 2007, σ. I-10779), και της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C-341/05 (Συλλογή 2007, σ. I-11767).


5 – Moniteurbelge της 13ης Μαρτίου 2002.


6 – Moniteurbelge της 14ης Απριλίου 2002.


7 – Ακρωνύμιο που σχηματίζεται από τη φράση «Landenoverschrijdend Informatiesysteem ten behoeve van MigratieOnderzoek bij de Sociale Administratie» (διασυνοριακό σύστημα πληροφοριών προοριζόμενο να εξυπηρετήσει την έρευνα που διεξάγει η κοινωνική υπηρεσία για τη μετανάστευση). Το σύστημα αυτό, όπως γνωστοποιεί η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις, αποτέλεσε αντικείμενο εξετάσεως σε διαδικασία λόγω παραβάσεως του άρθρου 56 ΣΛΕΕ (διαδικασία υπ’ αριθ. 2007/2367).


8 – Άρθρο 4 του νόμου της 12ης Απριλίου 1965.


9 – Άρθρο 15 του νόμου της 12ης Απριλίου 1965.


10 – Άρθρα 4 και 23 του νόμου της 3ης Ιουλίου 1978.


11 – Άρθρο 38 του νόμου της 26ης Ιουλίου 1996.


12 – Οι καθών στην κύρια δίκη αναγνωρίζουν ότι, μολονότι τα έγγραφα αυτά δεν εκδίδονταν εγκαίρως, η καθυστέρηση αυτή ουδέποτε έγειρε τις υποψίες της βελγικής Επιθεώρησης Εργασίας.


13 – Moniteurbelge της 17ης Αυγούστου 1978.


14 – Οι εφαρμοστέες ποινικές διατάξεις δεν προσδιορίστηκαν ούτε με την απόφαση περί παραπομπής του Rechtbank ούτε με τις γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις των διαφόρων μερών.


15 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Ιουνίου 1994, C-30/93, AC-ATEL Electronics Vertriebs (Συλλογή 1994, σ. I-2305, σκέψη 16), της 20ής Μαρτίου 1997, C-352/95, Phytheron International (Συλλογή 1997, σ. I-1729, σκέψη 11), και της 16ης Ιουλίου 1998, C-235/95, Dumon και Froment (Συλλογή 1998, σ. I-4531, σκέψεις 25 έως 27).


16 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25 Οκτωβρίου 2001, C-475/99, Ambulanz Glöckner (Συλλογή 2001, σ. I-8089, σκέψη 10), της 2ας Ιουνίου 2005, C-136/03, Dörr και Ünal (Συλλογή 2005, σ. I-4759, σκέψη 46), και της 22ας Ιουνίου 2006, C-419/04, Conseil général de la Vienne (Συλλογή 2006, σ. I-5645, σκέψη 24).


17 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 2009, C-505/07, Compañía Española de Comercialización de Aceite (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 26).


18 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satélite Digital (Συλλογή 2002, σ. I-607, σκέψη 19).


19 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-393, σκέψη 6).


20 – Διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero (Συλλογή 1993, σ. I-1085, σκέψη 4), της 7ης Απριλίου 1995, C-167/94, Grau Gomis κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-1023, σκέψη 8), και της 23ης Δεκεμβρίου 2009, C-45/08, Spector Photo Group (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 26).


21 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 1982, 141/81 έως 143/81, Holdijk κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6).


22 – Αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 96/71


23 – Αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας 96/71.


24 – Αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 96/71.


25 – Ο ειδικός χαρακτήρας του καθεστώτος που καθιερώνει η οδηγία 96/71 αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο αν συγκριθεί με τους γενικούς κανόνες περί εφαρμοστέου δικαίου που περιέχουν τα άρθρα 3 και 6 της Σύμβασης της Ρώμης, της 19ης Ιουνίου 1980, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (ΕΕ L 266, σ. 1). Η σύμβαση αυτή επιλέγει διαφορετική λύση, προβλέποντας ότι, αν τα μέρη δεν έχουν επιλέξει άλλως (κύριο κριτήριο), η σύμβαση εργασίας διέπεται από το δίκαιο του κράτους όπου ο εργαζόμενος, σε εκτέλεση της σύμβασης, παρέχει συνήθως την εργασία του, ακόμη και αν έχει αποσπασθεί προσωρινώς σε άλλο κράτος, ή από το δίκαιο του κράτους όπου ευρίσκεται η επιχείρηση που τον προσέλαβε (επικουρικό κριτήριο), υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ισχύουν, σωρευτικά με το δίκαιο που κηρύσσεται εφαρμοστέο στη σύμβαση, οι δημοσίας τάξεως διατάξεις άλλου δικαίου, ειδικότερα δε του δικαίου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει προσωρινώς αποσπασθεί ο εργαζόμενος (κριτήριο του αναγκαστικού κανόνα δικαίου).


26 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2004, C-60/03, Wolff & Müller (Συλλογή 2004, σ. I-9553, σκέψη 30),


27 – Kilpatrick, C., «The ECJ and Labour Law: A 2008 Retrospective», Industrial Law Journal, τόμος. 38, αριθ. 2, Oxford University Press, 2009, σ. 196 έως 202.


28 – Απόφαση της 3ης Απριλίου 2008, C-346/06 (Συλλογή 2008, σ. I-1989).


29 – Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2008, C-319/06 (Συλλογή 2008, σ. I-4323).


30 – Προπαρατεθείσα απόφαση Arblade κ.λπ. (σκέψη 29).


31 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Säger (Συλλογή 1991, σ. I-4221, σκέψη 12), της 5ης Ιουνίου 1997, C-398/95, SETTG (Συλλογή 1997, σ. I-3091, σκέψη 16), της 19ης Ιανουαρίου 2006, C-244/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2006, σ. I-885, σκέψη 30), και της 1ης Οκτωβρίου 2009, C-219/08, Επιτροπή κατά Βελγίου (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 13).


32 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Arblade κ.λπ. (σκέψη 34)· αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2001, C-165/98, Mazzoleni ISA (Συλλογή 2001, σ. I-2189, σκέψη 27)· της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-49/98, C-50/98, C-52/98 έως C-54/98 και C-68/98 έως C-71/98, Finalarte κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-7831, σκέψη 33), καθώς και προπαρατεθείσες αποφάσεις International Transport Workers’ Federation και Finnish Seamen’s Union (σκέψη 77), και Laval un Partneri (σκέψη 103).


33 – Προπαρατεθείσα απόφαση C-319/06, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (σκέψη 30).


34 – Προπαρατεθείσα απόφαση Arblade κ.λπ. (σκέψη 35).


35 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 2004, C-445/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2004, σ. I-10191, σκέψη 46)· προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψεις 41 και 42) και Επιτροπή κατά Βελγίου (σκέψη 16).


36 – Με ιδιαίτερη αναφορά στην «ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως εργασίας, την ημερομηνία ενάρξεως της απασχολήσεως στο Βέλγιο και τα εκτελούμενα καθήκοντα».


37 – Όπως διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η εκπρόσωπος της Βελγικής Κυβερνήσεως.


38 – Σημείο 32 του υπομνήματος παρεμβάσεως.


39 – Σημείο 31 του υπομνήματος παρεμβάσεως.


40 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψη 42).


41 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψη 41).


42 – Κατά την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Αυγούστου 1994, C-43/93, Vander Elst (Συλλογή 1994, σ. I-3803, σκέψη 15), και τις προπαρατεθείσες αποφάσεις C-445/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (σκέψη 24), και Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψη 34), η απαίτηση αυτή συνιστά περιορισμό στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ.


43 – Προπαρατεθείσα απόφαση Arblade κ.λπ. (σκέψη 76).


44 – Προπαρατεθείσα απόφαση C-319/06, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (σκέψη 42).


45 – Το κριτήριο του πρόσθετου οφέλους για τους εργαζομένους, αν και περιορισμένο σε σύγκριση με τις νομοθεσίες των κρατών προελεύσεως και υποδοχής, αναδεικνύεται με την προπαρατεθείσα απόφαση Finalarte.


46 – Όπως εκτίθεται με τα επιχειρήματα των κατηγορουμένων στην κύρια δίκη, τα οποία επιβεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, επισκευές όπως οι διενεργούμενες από την Tremiso απαιτούν επείγουσα απόσπαση των εργαζομένων.


47 – Είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής προέβη στην παραδοχή αυτή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.


48 – Προπαρατεθείσα απόφαση Arblade κ.λπ. (σκέψη 64).


49 – Προπαρατεθείσα απόφαση Arblade κ.λπ. (σκέψη 59).


50 – Προπαρατεθείσα απόφαση Arblade κ.λπ. (σκέψη 65).


51 – Βλ. αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1990, C-113/89, Rush Portuguesa (Συλλογή 1990, σ. I-1417, σκέψη 15)· προπαρατεθείσες αποφάσεις Vander Elst (σκέψη 21), Finalarte κ.λπ. (σκέψη 22) και C-445/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (σκέψη 38).


52 – Αποφάσεις C-319/06, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (σκέψη 92) και Arblade κ.λπ. (σκέψη 79).


53 – Τούτο συνάγεται εξ αντιδιαστολής από τη σκέψη 74 της αποφάσεως της 18ης Ιουλίου 2007, C-490/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2007, σ. Ι-6095): «Βεβαίως, ναι μεν είναι αληθές ότι, στη σκέψη 76 της ως άνω αποφάσεως [Arblade κ.λπ.], το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αρκεί, προς δικαιολόγηση ενός περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που συνίσταται στην επιβολή της υποχρεώσεως στον αλλοδαπό εργοδότη να φυλάσσει ορισμένα έγγραφα στην κατοικία φυσικού προσώπου έχοντος την κατοικία του εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το να μπορεί η ύπαρξη των εγγράφων αυτών εντός του εν λόγω κράτους να διευκολύνει γενικώς την εκπλήρωση της αποστολής ελέγχου εκ μέρους των αρχών του κράτους αυτού, πλην όμως η ως άνω σκέψη της εν λόγω αποφάσεως αφορούσε την υποχρέωση του εργοδότη να διατηρεί στη διάθεση των αρμοδίων αρχών ορισμένα έγγραφα, ακόμη και αφού ο εργοδότης παύσει να απασχολεί εργαζομένους στο κράτος μέλος υποδοχής».