Language of document : ECLI:EU:C:2010:829

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 22ας Δεκεμβρίου 2010 (*)

«Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 – Γαμικές διαφορές και γονική μέριμνα – Τέκνο γονέων που δεν έχουν συνάψει γάμο – Έννοια του όρου “συνήθης διαμονή τροφής” – Έννοια του όρου “δικαίωμα επιμέλειας”»

Στην υπόθεση C‑497/10 PPU,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (Ηνωμένο Βασίλειο) με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Οκτωβρίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης

Barbara Mercredi

κατά

Richard Chaffe,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet, M. Ilešič, E. Levits (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón

γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου να εκδικαστεί η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατά την επείγουσα διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 104β του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

έχοντας υπόψη την απόφαση του πρώτου τμήματος της 28ης Οκτωβρίου 2010 να γίνει δεκτό το αίτημα αυτό,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2010,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

–        η B. Mercredi, εκπροσωπούμενη από τον M. Scott-Manderson, QC, καθώς και από τις M.-C. Sparrow, barrister, και H. Newman, solicitor,

–        ο R. Chaffe, εκπροσωπούμενος από τους H. Setright, QC, και D. Williams, barrister, καθώς και από την K. Gieve, solicitor,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον S. Ossowski, επικουρούμενο από την H. Walker, solicitor, και τον D. Beard, barrister,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και την J. Kemper,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την B. Beaupère-Manokha,

–        η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον N. Travers, BL,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A.-M. Rouchaud-Joët και τον M. Wilderspin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (ΕΕ L 338, σ. 1, στο εξής: κανονισμός).

2        Η αίτηση αυτή υπεβλήθη στο πλαίσιο δίκης μεταξύ του R. Chaffe, πατέρα ενός κοριτσιού, και της B. Mercredi, μητέρας του κοριτσιού, σχετικά με το δικαίωμα επιμέλειας του τέκνου αυτού που βρίσκεται ήδη με τη μητέρα του στη νήσο Réunion (Γαλλία).

 Το νομικό πλαίσιο

 Η Σύμβαση της Χάγης του 1980

3        Το άρθρο 1 της Συμβάσεως της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980, για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (στο εξής: Σύμβαση της Χάγης του 1980), ορίζει:

«Η παρούσα Σύμβαση έχει ως αντικείμενο:

α)      να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατούνται παράνομα σε οποιοδήποτε συμβαλλόμενο κράτος·

[...]».

4        Το άρθρο 13 της Συμβάσεως αυτής ορίζει:

«Παρά τις διατάξεις του προηγουμένου άρθρου, η δικαστική ή διοικητική αρχή του προς ο η αίτηση κράτους δεν υποχρεούται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού οσάκις το πρόσωπο, το ίδρυμα ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει:

α)      το πρόσωπο, το ίδρυμα ή η οργάνωση που είχε τη φροντίδα του παιδιού δεν ασκούσε πράγματι το δικαίωμα επιμελείας κατά τον χρόνο της μετακινήσεως ή της μη κατακράτησης ή είχε συμφωνήσει ή εγκρίνει εκ των υστέρων τη μετακίνηση ή την κατακράτηση· [...]».

5        Κατά το άρθρο 19 της εν λόγω συμβάσεως:

«Η απόφαση περί επιστροφής του παιδιού που εκδίδεται στο πλαίσιο της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, δεν επηρεάζει την ουσία του δικαιώματος επιμελείας.»

 Το δίκαιο της Ένωσης

6        Το άρθρο 2 του κανονισμού ορίζει:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)      ο όρος “δικαστήριο” καλύπτει όλες τις αρχές των κρατών μελών που έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τα ζητήματα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 1·

[...]

7)      ο όρος “γονική μέριμνα” περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση, απευθείας από το νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία όσον αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού. Ειδικότερα ο όρος περιλαμβάνει το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας·

[...]

9)      ο όρος “δικαίωμα επιμέλειας” περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του·

10)      Ο όρος “δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας” περιλαμβάνει ιδίως το δικαίωμα μετακίνησης του παιδιού για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του·

11)      Ο όρος “παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού” σημαίνει τη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού:

α)      εφόσον γίνονται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση […] σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του

και

β)      με την επιφύλαξη ότι το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά. Η επιμέλεια θεωρείται ότι ασκείται από κοινού όταν ο ένας από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας δεν μπορεί, σύμφωνα με απόφαση ή απευθείας από το νόμο, να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεση άλλου δικαιούχου της γονικής μέριμνας.»

7        Το άρθρο 8 του κανονισμού είναι το ακόλουθο:

«1.      Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής.

2.      Η παράγραφος 1 δεν θίγει τις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 12.»

8        Το άρθρο 10 του κανονισμού ορίζει:

«Σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν την αρμοδιότητά τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος μέλος, και

α)      κάθε πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας έχει συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση,

ή

β)      το παιδί έχει διαμείνει σε αυτό το άλλο κράτος μέλος για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους αφότου το πρόσωπο, το ίδρυμα ή οιαδήποτε άλλη οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί και το παιδί έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του, συντρέχει δε μια από τις παρακάτω προϋποθέσεις:

i)      εντός ενός έτους αφότου ο δικαιούχος της επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί, δεν έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ενώπιον των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται το παιδί,

[...]

iii)      έχει περατωθεί υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 παράγραφος 7,

iv)      τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του έχουν εκδώσει απόφαση για επιμέλεια που δεν συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού.»

9        Tο άρθρο 11, παράγραφος 8, του κανονισμού είναι το ακόλουθο:

«Ανεξάρτητα από απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, οιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση η οποία διατάσσει την επιστροφή του παιδιού και έχει εκδοθεί από δικαστήριο αρμόδιο βάσει του παρόντος κανονισμού είναι εκτελεστή σύμφωνα με το κεφάλαιο III τμήμα 4, προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιστροφή του παιδιού.»

10      Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει:

«Όταν δεν μπορεί να διαπιστωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού […], αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το παιδί.»

11      Κατά το άρθρο 16 του κανονισμού:

«[έ]να δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν

α)      από της καταθέσεως στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, εφόσον ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο·

[...]

[...]».

12      Το άρθρο 19 του κανονισμού ορίζει:

«[...]

2.      Εάν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας ενός παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.

3.      Όταν διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο, κάθε δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη δικαιοδοσίας του υπέρ αυτού του δικαστηρίου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο διάδικος που άσκησε τη σχετική αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα μπορεί να ασκήσει την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.»

13      Κατά το άρθρο 60, στοιχείο ε΄ του κανονισμού, στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών ο κανονισμός υπερισχύει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 στον βαθμό που αφορά θέματα διεπόμενα από αυτόν.

14      Το άρθρο 3 της Συμβάσεως αυτής αντιστοιχεί κατά τα ουσιώδη στο άρθρο 2, σημείο 11, του κανονισμού, το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως αντιστοιχεί στο άρθρο 2, σημείο 9, του κανονισμού και το άρθρο 5, στοιχείο β΄, της Συμβάσεως αντιστοιχεί στο άρθρο 12, σημείο 10, του κανονισμού.

15      Το άρθρο 62 του κανονισμού ορίζει:

«1.      Οι συμφωνίες και οι συμβάσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 και στα άρθρα 60 και 61 εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα επί θεμάτων τα οποία δεν ρυθμίζει ο παρών κανονισμός.

2.      Οι συμβάσεις του άρθρου 60, και ιδίως η σύμβαση της Χάγης του 1980, συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα μεταξύ των κρατών μελών που είναι συμβαλλόμενα μέρη τους, τηρουμένου του άρθρου 60.»

 Το εθνικό δίκαιο

16      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι κατά το δίκαιο που ισχύει στην Αγγλία και στην Ουαλία, ο φυσικός πατέρας του παιδιού δεν έχει αυτοδικαίως τη γονική μέριμνα.

17      Βάσει όμως του άρθρου 4 του νόμου περί προστασίας του παιδιού του 1989 (Children Act 1989), ο πατέρας μπορεί να αποκτήσει τη γονική μέριμνα είτε με ρητή μνεία στην πράξη γεννήσεως του παιδιού είτε με τη σύναψη συμφωνίας με τη μητέρα σχετικά με τη γονική μέριμνα είτε με διάταξη δικαστηρίου που του αναθέτει τη γονική μέριμνα (parental responsibility order).

18      Εξάλλου, στις δίκες ιδιωτικού δικαίου που αφορούν παιδιά στην Αγγλία και στην Ουαλία, οι δικαστές μπορούν να εκδίδουν διατάξεις βάσει του άρθρου 8 του εν λόγω νόμου ή, στην περίπτωση του High Court of Justice (England & Wales), στο πλαίσιο των ιδίων αρμοδιοτήτων στον τομέα της προστασίας του παιδιού. Με τις διατάξεις αυτές αποφαίνονται ως προς τη διαμονή (residence order), το δικαίωμα επικοινωνίας (contact order), την απαγόρευση ορισμένων πράξεων (prohibited steps order) και την επίλυση ειδικών ζητημάτων (specific issue order).

19      Το αιτούν δικαστήριο κάνει λόγο για εθνική νομολογία κατά την οποία τα δικαστήρια της Αγγλίας και της Ουαλίας που εκδικάζουν αίτηση εκδόσεως διατάξεως στον τομέα του δικαιώματος επιμελείας μπορούν να αποκτήσουν το δικαίωμα αυτό ακόμη και αν ο αιτών δεν το έχει αποκτήσει ο ίδιος.

 Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία πηγάζει η κρινόμενη στην κύρια δίκη διαφορά

20      Από τη δικογραφία που υπεβλήθη στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η αιτούσα στην κύρια δίκη, B. Mercredi, που γεννήθηκε στη νήσο Réunion και έχει τη γαλλική ιθαγένεια, μετοίκησε το έτος 2000 στην Αγγλία όπου εργάσθηκε ως μέλος πληρώματος σε αεροπορική εταιρία. Συνέζησε επί πολλά χρόνια με τον R. Chaffe, Βρετανό υπήκοο, με τον οποίο δεν είχε παντρευτεί.

21      Από τη σχέση αυτή γεννήθηκε στις 11 Αυγούστου 2009 μια κόρη, η Chloé, γαλλικής ιθαγένειας. Κατά την εβδομάδα που ακολούθησε τη γέννηση του παιδιού, η B. Mercredi και ο R. Chaffe, των οποίων η σχέση, από τινός χρόνου, δεν ήταν πλέον σταθερή και οι οποίοι δεν συζούσαν πλέον δεδομένου ότι ο R. Chaffe είχε εγκαταλείψει την κοινή κατοικία, χώρισαν.

22      Στις 7 Οκτωβρίου 2009, όταν η Chloé ήταν δύο μηνών, η Β. Mercredi και η κόρη της εγκατέλειψαν την Αγγλία για να μεταβούν στη νήσο Réunion όπου έφτασαν την επομένη. Ο πατέρας του παιδιού δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για την αναχώρηση της μητέρας και του παιδιού, έλαβε όμως στις 10 Οκτωβρίου 2009 επιστολή με την οποία η Β. Mercredi εξηγούσε τους λόγους της αναχώρησης.

23      Δεν αμφισβητείται ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού πριν την αναχώρησή του στις 7 Οκτωβρίου 2009 βρισκόταν στην Αγγλία. Ομοίως δεν αμφισβητείται ότι η μετακίνηση της Chloé προς τη νήσο Réunion ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι η Mercredi ήταν κατά τον χρόνο εκείνο το μόνο πρόσωπο που είχε «δικαίωμα επιμέλειας» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 9, του κανονισμού.

 Η δίκη που κίνησε ο πατέρας στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά το έτος 2009

24      Ο R. Chaffe, διαπιστώνοντας, την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009, ότι η B. Mercredi είχε εγκαταλείψει την κατοικία της, άσκησε αυθημερόν διά τηλεφώνου αίτηση ενώπιον του δικαστή Holman, Duty High Court Judge. Ο εν λόγω δικαστής εξέδωσε διάταξη και ζήτησε να του διαβιβαστούν πληροφορίες ως προς τον εντοπισμό του παιδιού (location order) και διέταξε να αχθεί η υπόθεση ενώπιόν του στις 12 Οκτωβρίου 2009.

25      Στις 12 Οκτωβρίου 2009, ο R. Chaffe υπέβαλε αιτήματα περί αναγνωρίσεως της γονικής μέριμνας, εναλλασσομένης διαμονής και δικαιώματος επικοινωνίας. Την ίδια ημέρα και ενώ η Β. Mercredi δεν γνώριζε την κίνηση της διαδικασίας από τον ενδιαφερόμενο και χωρίς να παρίσταται ή να εκπροσωπείται νομίμως, ο δικαστής Holman εξέδωσε διάταξη με την οποία κάλεσε την Β. Mercredi να επαναφέρει την Chloé στην Αγγλία. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, η διάταξη διευκρινίζει ότι δεν συνεπάγεται ότι το παιδί πρέπει να παραδοθεί στον πατέρα ή να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του και ότι οι αποφάσεις επί των ζητημάτων αυτών θα ληφθούν σε μεταγενέστερη συζήτηση.

26      Διαπιστώνεται ότι το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην προκείμενη ότι «επελήφθη» της υποθέσεως κατά την έννοια του άρθρου 16 του κανονισμού το αργότερο στις 12 Οκτωβρίου 2009. Απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει ενδεχομένως το στοιχείο αυτό. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί βάσει των πραγματικών και νομικών στοιχείων που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής.

 Οι δίκες που κίνησαν η μητέρα και ο πατέρας στη Γαλλία

27      Στις 28 Οκτωβρίου 2009, η Β. Mercredi υπέβαλε αίτηση στο tribunal de grande instance de Saint-Denis (Γαλλία) και ζήτησε να της ανατεθεί η αποκλειστική γονική μέριμνα και να καθοριστεί η κατοικία της Chloé στη διεύθυνσή της.

28      Στις 18 Δεκεμβρίου 2009, ο R. Chaffe υπέβαλε στο ίδιο δικαστήριο αίτηση με την οποία ζήτησε να διαταχθεί η επιστροφή της Chloé στην Αγγλία βάσει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980. Με απόφαση της 15ης Μαρτίου 2010, η αίτηση απερρίφθη με το σκεπτικό ότι ο R. Chaffe δεν είχε «δικαίωμα επιμέλειας» επί της Chloé όταν αυτή εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά της αποφάσεως αυτής δεν ασκήθηκε έφεση.

29      Στις 23 Ιουνίου 2010, το tribunal de grande instance de Saint-Denis εξέδωσε απόφαση με την οποία ανέθεσε την αποκλειστική γονική μέριμνα για την Chloé στη Mercredi και καθόρισε τη συνήθη διαμονή του παιδιού στη διεύθυνση της μητέρας. Από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν ο Chaffe καθώς και η Γαλλική Κυβέρνηση κατά τη συνεδρίαση προκύπτει ότι η απόφαση αυτή δεν έχει ακόμα καταστεί αμετάκλητη.

 Η συνέχεια της δίκης που κίνησε ο πατέρας στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά το έτος 2009

30      Στις 15 Απριλίου 2010, ήχθη ενώπιον του δικαστή McFarlane η υπόθεση που κίνησε ο R. Chaffe κατά τον Οκτώβριο του 2009. Κατά τον R. Chaffe, το High Court of Justice (England & Wales) είχε αρμοδιότητα, στις 9 Οκτωβρίου 2009, να αποφανθεί ως προς την κατάσταση της θυγατέρας του, δεδομένου ότι κατά την ημερομηνία εκείνη η Chloé είχε ακόμη τη συνήθη διαμονή της στην Αγγλία. Επιπλέον, και κατά το δίκαιο που ισχύει στην Αγγλία και στην Ουαλία, η αίτηση για την έκδοση διατάξεως σχετικά με το δικαίωμα επιμέλειας θεωρείται ότι παρέχει «δικαίωμα επιμέλειας» στο δικαστήριο. Ο R. Chaffe προσθέτει ότι δεδομένου ότι τα αγγλικά δικαστήρια είχαν επιληφθεί αιτήσεως περί γονικής μέριμνας, το tribunal de grande instance de Saint-Denis όφειλε να αναστείλει τη διαδικασία βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού μέχρις ότου διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του αγγλικού δικαστηρίου.

31      Κατά την B. Mercredi, τα αγγλικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφανθούν επί της καταστάσεως της Chloé εφόσον, από την ημέρα που η Chloé μετακινήθηκε στη νήσο Réunion, είχε συνήθη διαμονή όχι πλέον στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά στη Γαλλία.

32      Ο δικαστής McFarlane έκρινε ότι:

–        το αγγλικό δικαστήριο επελήφθη της υποθέσεως περί την Chloé όταν ο πατέρας τηλεφώνησε στον δικαστή Holman·

–        από τη στιγμή εκείνη το αγγλικό δικαστήριο είχε δικαίωμα επιμέλειας επί της Chloé·

–        κατόπιν των ευνοϊκών για αυτόν διατάξεων που είχαν εκδοθεί, ο πατέρας είχε επίσης δικαίωμα επιμέλειας από τη στιγμή εκείνη·

–        η Chloé εξακολουθούσε να έχει συνήθη διαμονή στην Αγγλία «[...] κατά τον χρόνο κατά τον οποίο τόσο το αγγλικό δικαστήριο όσο και ο πατέρας απέκτησαν δικαίωμα επιμέλειας σε σχέση με αυτήν και το αγγλικό δικαστήριο εξέδωσε διατάξεις με τις οποίες η Chloé καλείται να παραμείνει σ’ αυτήν τη δικαιοδοσία ή να επιστρέψει εδώ», και ότι,

–        κατά συνέπεια, στις 9 Οκτωβρίου 2009, τα αγγλικά δικαστήρια ήταν αρμόδια να αποφανθούν όσον αφορά την κατάσταση της Chloé.

 Η δίκη που κίνησε η μητέρα στο Ηνωμένο Βασίλειο

33      Στις 12 Ιουλίου 2010, η Β. Mercredi άσκησε έφεση κατά των αποφάσεων του High Court of Justice (England & Wales) ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

34      Με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το εν λόγω δικαστήριο παρατηρεί ότι, για να μπορέσει να προσδιορίσει το αρμόδιο δικαστήριο βάσει του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της γονικής μέριμνας έναντι της Chloé, απαιτείται να διευκρινιστούν τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοστούν για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του παιδιού κατά την έννοια των άρθρων 8 και 10 του κανονισμού.

35      Το αιτούν δικαστήριο φρονεί επίσης ότι η απάντηση στο ερώτημα αν το High Court of Justice (England & Wales) απέκτησε δικαίωμα επιμέλειας επί της Chloé κατόπιν των αιτήσεων που υπέβαλε ο πατέρας του παιδιού εξαρτάται από την ερμηνεία του όρου «ίδρυμα ή άλλη οργάνωση» κατά την έννοια του κανονισμού, η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διαφωτιστεί ως προς την εκτίμηση της συντρέχουσας αρμοδιότητας των δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου και των γαλλικών δικαστηρίων που εκδικάζουν τις αιτήσεις του πατέρα και της μητέρας της Chloé, αντιστοίχως.

36      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Ποιο είναι το κατάλληλο κριτήριο για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής παιδιού κατά την έννοια του:

–        άρθρου 8 του κανονισμού […] 2201/2003·

–        άρθρου 10 του κανονισμού […] 2201/2003;

2)       Ένα δικαστήριο αποτελεί “ίδρυμα ή άλλη οργάνωση” στο οποίο μπορεί να ανατεθεί το δικαίωμα επιμέλειας κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003;

3)       Εξακολουθεί να έχει εφαρμογή το άρθρο 10 μετά την απόρριψη από κράτος μέλος αιτήσεως επιστροφής παιδιού βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί απαγωγής παιδιών του 1980, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 5;

Ειδικότερα, πώς αίρεται η σύγκρουση μεταξύ της κρίσεως του προς ο η αίτηση κράτους ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 5 της Συμβάσεως της Χάγης περί απαγωγής παιδιών του 1980 και της κρίσεως του αιτούντος κράτους ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 5;»

 Ως προς την επείγουσα διαδικασία

37      Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εξεταστεί η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατά την επείγουσα διαδικασία του άρθρου 104β του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

38      Αιτιολόγησε το αίτημα αυτό παρατηρώντας ότι εφόσον δεν προσδιοριστεί το δικαστήριο που είναι αρμόδιο βάσει του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τη γονική μέριμνα έναντι της Chloé, οι αιτήσεις με τις οποίες ο πατέρας της ζήτησε την έκδοση διατάξεως που θα του επιτρέπει να επικοινωνεί με την κόρη του δεν μπορούν να εκδικαστούν.

39      Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά ένα παιδί ηλικίας ενός έτους και τεσσάρων μηνών που έχει απομακρυνθεί από τον πατέρα του από διάστημα άνω του έτους. Δεδομένου ότι το παιδί διανύει ηλικία κρίσιμη για τη διάπλασή του, η παράταση της παρούσας κατάστασης, που χαρακτηρίζεται επιπλέον από τη μεγάλη απόσταση η οποία χωρίζει την κατοικία του πατέρα από την κατοικία του παιδιού, θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά τη μέλλουσα σχέση του παιδιού με τον πατέρα του.

40      Υπό τις συνθήκες αυτές το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε, στις 28 Οκτωβρίου 2010, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί εκδικάσεως της υποθέσεως κατά την επείγουσα διαδικασία.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

41      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να προσδιορισθεί η ερμηνεία που αρμόζει στον όρο «συνήθης διαμονή» κατά την έννοια των άρθρων 8 και 10 του κανονισμού προκειμένου να προσδιορίσει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί ζητημάτων αφορώντων το δικαίωμα επιμέλειας ιδίως οσάκις, όπως στην κύρια υπόθεση, πρόκειται για βρέφος που μετακινήθηκε νόμιμα από τη μητέρα του προς κράτος μέλος διαφορετικό του κράτους της συνήθους διαμονής του και όπου διέμεινε επί λίγες μόνον ημέρες όταν το δικαστήριο του κράτους αναχωρήσεως επελήφθη της υποθέσεως

42      Επ’ αυτού διαπιστώνεται προκαταρκτικώς ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού, η δικαιοδοσία δικαστηρίου κράτους μέλους επί θεμάτων γονικής μέριμνας παιδιού που μετακινείται νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος καθορίζεται με βάση το κριτήριο της συνήθους διαμονής του παιδιού κατά τη στιγμή που το εν λόγω δικαστήριο επιλαμβάνεται της υποθέσεως.

43      Κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ένα δικαστήριο λογίζεται επιληφθέν μόνον όταν έχει κατατεθεί στο συγκεκριμένο δικαστήριο εισαγωγικό δικόγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο. Όπως σημειώνεται στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως, ο R. Chaffe προσέφυγε, στις 9 Οκτωβρίου 2009, στο οικείο δικαστήριο και δη στον δικαστή Holman, Duty High Court Judge, μόνον από τηλεφώνου. Συνεπώς, το High Court of Justice (England & Wales) λογίζεται ότι επελήφθη της υποθέσεως στις 12 Οκτωβρίου 2009, υπό την επιφύλαξη, όπως υπογραμμίζεται στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, επαληθεύσεως από το αιτούν δικαστήριο του ότι ο αιτών δεν αμέλησε στη συνέχεια να λάβει τα μέτρα που όφειλε να λάβει ώστε η πράξη να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί στην καθής. Κατά την ημερομηνία εκείνη, η Chloé, που έχει φτάσει στη νήσο Réunion στις 8 Οκτωβρίου 2009, είχε συμπληρώσει σ’ αυτό το γαλλικό διαμέρισμα διαμονή τεσσάρων ημερών.

44      Συναφώς διαπιστώνεται προκαταρκτικώς ότι ο κανονισμός 2201/2003 δεν περιέχει ορισμό της έννοιας της «συνήθους διαμονής». Από τη χρήση του επιθέτου «συνήθης» μπορεί απλώς να συναχθεί ότι η διαμονή πρέπει να έχει ορισμένη σταθερότητα ή κανονικότητα.

45      Κατά πάγια νομολογία, από τις επιταγές που απορρέουν τόσο από την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου όσο και από την αρχή της ισότητας προκύπτει ότι το γράμμα μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου που δεν περιέχει καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο, με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και τον σκοπό που επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, 327/82, Ekro, Συλλογή 1984, σ. 107, σκέψη 11, και της 6ης Μαρτίου 2008, C-98/07, Nordania Finans και BG Factoring, Συλλογή 2008, σ. I-1281, σκέψη 17, καθώς και της 2ας Απριλίου 2009, C-523/07, A, Συλλογή 2009, σ. I-2805, σκέψη 34).

46      Δεδομένου ότι τα άρθρα του κανονισμού που περιέχουν τον όρο «συνήθης διαμονή» δεν περιέχουν καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της «συνήθους διαμονής», ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να γίνει με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις και τον σκοπό του κανονισμού, και κυρίως εκείνον που προκύπτει από τη δωδέκατη αιτιολογική του σκέψη, κατά την οποία οι κανόνες δικαιοδοσίας τους οποίους περιλαμβάνει ο κανονισμός αυτός έχουν διαμορφωθεί με κριτήριο το συμφέρον του παιδιού και, ειδικότερα, το κριτήριο της εγγύτητας.

47      Προκειμένου να διασφαλισθεί κατά τον καλύτερο τρόπο το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, το Δικαστήριο έχει κρίνει ήδη ότι ο όρος «συνήθης διαμονή», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού, αντιστοιχεί στον τόπο στον οποίο το παιδί έχει ενσωματωθεί σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Τον τόπο αυτόν προσδιορίζει το εθνικό δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλες τις ιδιαίτερες πραγματικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως (βλ. απόφαση A, προπαρατεθείσα, σκέψη 44).

48      Μεταξύ των κριτηρίων βάσει των οποίων το εθνικό δικαστήριο προσδιορίζει τον τόπο της συνήθους διαμονής ενός παιδιού είναι συγκεκριμένα οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής του παιδιού στο έδαφος κράτους μέλους καθώς και η ιθαγένεια του παιδιού (βλ. απόφαση A, προπαρατεθείσα, σκέψη 44).

49      Όπως άλλωστε έκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 38 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Α, για να προσδιοριστεί η συνήθης διαμονή ενός παιδιού, εκτός από την αυτοπρόσωπη παρουσία του εντός κράτους μέλους, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες από τους οποίους να μπορεί να συναχθεί ότι η παρουσία αυτή ουδόλως έχει προσωρινό ή ευκαιριακό χαρακτήρα.

50      Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η πρόθεση των γονέων να εγκατασταθούν μαζί με το παιδί εντός άλλου κράτους μέλους, εκφραζόμενη με ορισμένα απτά μέτρα, όπως η αγορά ή ενοικίαση κατοικίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να αποτελεί ένδειξη της μεταφοράς της συνήθους διαμονής (βλ. απόφαση A, προπαρατεθείσα, σκέψη 40).

51      Συναφώς υπογραμμίζεται ότι, για να διακριθεί η συνήθης διαμονή από μια απλή προσωρινή παρουσία, η διαμονή αυτή πρέπει κατ’ αρχήν να εμφανίζει ορισμένη διάρκεια ώστε να μαρτυρεί κάποια σταθερότητα. Ωστόσο ο κανονισμός δεν προβλέπει ελάχιστη διάρκεια. Συγκεκριμένα για τη μεταφορά της συνήθους διαμονής στο κράτος υποδοχής, το κρίσιμο στοιχείο είναι κυρίως η πρόθεση του ενδιαφερομένου να δημιουργήσει εκεί το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του με την πρόθεση να του προσδώσει σταθερό χαρακτήρα. Κατόπιν αυτού η διάρκεια της διαμονής δεν αποτελεί παρά μόνο ένδειξη για την εκτίμηση της σταθερότητας της διαμονής, εκτίμηση η οποία πρέπει να γίνεται υπό το φως όλων των ιδιαιτέρων πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

52      Εξάλλου στην κύρια υπόθεση η ηλικία του παιδιού έχει ιδιαίτερη σημασία.

53      Πράγματι το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού, βασικό για τον προσδιορισμό του τόπου της συνήθους διαμονής απαρτίζεται από διάφορους παράγοντες που ποικίλλουν αναλόγως της ηλικίας του παιδιού. Συγκεκριμένα, οι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη στην περίπτωση παιδιού σχολικής ηλικίας διαφέρουν αυτών που λαμβάνονται υπόψη στην περίπτωση ανηλίκου ο οποίος έχει τελειώσει τις σπουδές του ή αυτών που είναι κρίσιμοι στην περίπτωση βρέφους.

54      Κατά γενικό κανόνα, το περιβάλλον ενός παιδιού μικρής ηλικίας είναι κυρίως οικογενειακό περιβάλλον που καθορίζεται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα με τα οποία ζει το παιδί, τα οποία επιμελούνται αυτού και το φροντίζουν.

55      Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν το παιδί είναι βρέφος. Τότε εντάσσεται κατ’ ανάγκη στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του κύκλου από τον οποίο εξαρτάται. Κατά συνέπεια, οσάκις, όπως συμβαίνει στην κύρια υπόθεση, το βρέφος τελεί υπό τη μέριμνα της μητέρας του, πρέπει να εκτιμάται η ενσωμάτωση της μητέρας στο κοινωνικό και οικογενειακό της περιβάλλον. Συναφώς τα κριτήρια που έχει διαμορφώσει η νομολογία του Δικαστηρίου, όπως οι λόγοι που υπαγόρευσαν τη μετοίκηση της μητέρας του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος, οι γλωσσικές γνώσεις της μητέρας ή ακόμα η γεωγραφική και οικογενειακή καταγωγή της μπορούν να είναι κρίσιμα στοιχεία.

56      Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι ο όρος «συνήθης διαμονή», κατά την έννοια των άρθρων 8 και 10 του κανονισμού, έχει την έννοια ότι η διαμονή αυτή αντιστοιχεί στον τόπο που εκφράζει ορισμένη ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Προς τούτο και όταν πρόκειται για βρέφος που διαμένει με τη μητέρα του από διάστημα λίγων μόνον ημερών σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος της συνήθους διαμονής του, προς το οποίο μετακινήθηκε, πρέπει να λαμβάνονται μεταξύ άλλων υπόψη, αφενός, η διάρκεια, η σταθερότητα, οι όροι και οι λόγοι της διαμονής στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους και της μετοικήσεως της μητέρας στο κράτος αυτό και, αφετέρου, λόγω ιδίως της ηλικίας του παιδιού, οι γεωγραφικές και οικογενειακές ρίζες της μητέρας καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που διατηρεί η μητέρα και το παιδί στο ίδιο κράτος μέλος. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει τη συνήθη διαμονή του παιδιού λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ιδιαιτέρων πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως.

57      Στην περίπτωση που η εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων θα οδηγούσε, στην υπόθεση της κύριας δίκης, στο συμπέρασμα ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού δεν μπορεί να προσδιοριστεί, ο καθορισμός του αρμοδίου δικαστηρίου πρέπει να γίνει βάσει του κριτηρίου της «παρουσίας του παιδιού» κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

58      Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ο όρος «ίδρυμα ή οργάνωση» στο οποίο μπορεί να ανατεθεί η επιμέλεια κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει τον όρο «δικαστήριο» που απαντά στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.

59      Συναφώς διαπιστώνεται ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρίνισε τις διατάξεις του κανονισμού στο πλαίσιο των οποίων επιθυμεί να διαφωτιστεί ως προς την ερμηνεία που αρμόζει στον όρο αυτόν ούτε τους λόγους για τους οποίους η ερμηνεία αυτή του είναι αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεώς του. Ο όρος αυτός πάντως απαντά στα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού. Οι διατάξεις αυτές αφορούν την αρμοδιότητα σε περίπτωση απαγωγής παιδιού και συνεπώς έχουν εφαρμογή στην περίπτωση παράνομης μετακινήσεως ή κατακρατήσεως παιδιού, ενώ το άρθρο 9 του κανονισμού αφορά τη νόμιμη μετοίκηση του παιδιού από ένα κράτος μέλος σε άλλο.

60      Όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως, δεν αμφισβητείται ότι η μετακίνηση της Chloé προς τη νήσο Réunion υπήρξε νόμιμη.

61      Εξ αυτού προκύπτει ότι το άρθρο 10 του κανονισμού δεν έχει εφαρμογή. Κατά συνέπεια παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

62      Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν, όπως προκύπτει ιδίως από τις παραγράφους 1.4 και 4.6 της αποφάσεως περί παραπομπής, να διευκρινιστεί αν οι αποφάσεις δικαστηρίου κράτους μέλους που απορρίπτουν, βάσει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, αίτηση άμεσης επιστροφής παιδιού εντός των ορίων δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και που αφορούν τη γονική μέριμνα για το παιδί αυτό, επηρεάζουν τις αποφάσεις που πρόκειται να εκδοθούν σε άλλο κράτος μέλος, επί αγωγών σχετικών με τη γονική μέριμνα που έχουν ήδη ασκηθεί και εκκρεμούν ακόμα.

 Η απόφαση του tribunal de grande instance de Saint-Denis της 15ης Μαρτίου 2010

63      Όπως σημειώνεται στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, η αίτηση που υπέβαλε ο πατέρας της Chloé στο tribunal de grande instance de Saint-Denis στηρίχθηκε στις διατάξεις της Συμβάσεως της Χάγης του 1980. Η Σύμβαση αυτή έχει ως αντικείμενο, κατά το άρθρο 1, να εξασφαλίσει την άμεση επιστροφή παιδιών που μετακινούνται ή κατακρατούνται παράνομα σε οποιοδήποτε συμβαλλόμενο κράτος μέλος.

64      Το tribunal de grande instance de Saint-Denis απέρριψε την αίτηση με την οποία ο πατέρας της Chloé είχε ζητήσει την επιστροφή της Chloé στο Ηνωμένο Βασίλειο «διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο της μετακινήσεως της Chloé Mercredi, ο Richard Chaffe είχε δικαίωμα επιμέλειας το οποίο ασκούσε πράγματι ή θα ασκούσε αν δεν είχε μεσολαβήσει η αναχώρηση».

65      Συναφώς διαπιστώνεται ότι κατά το άρθρο 19 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, η απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 2010 δεν επηρεάζει την ουσία του δικαιώματος επιμέλειας ακόμη και αν έχει καταστεί αμετάκλητη όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως.

66      Εξ αυτού έπεται ότι στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο αποφασίσει, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων που διατυπώνονται στην απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ότι είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού όσον αφορά τη γονική μέριμνα έναντι της Chloé, η απόφαση του tribunal de grande instance de Saint-Denis της 15ης Μαρτίου 2010 δεν επηρεάζει την απόφαση που θα εκδώσει το αιτούν δικαστήριο.

 Η απόφαση του tribunal de grande instance de Saint-Denis της 23ης Ιουνίου 2010

67      Όσον αφορά την απόφαση του tribunal de grande instance de Saint-Denis, της 23ης Ιουνίου 2010, η οποία, όπως σημειώνεται στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι το αιτούν δικαστήριο θα χρειαστεί ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι το εν λόγω tribunal στήριξε την απόφασή του όχι στη Σύμβαση της Χάγης του 1980 αλλά και στον κανονισμό.

68      Σε τέτοια περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο δικαιοδοσιών διαφορετικών κρατών μελών στα οποία ασκήθηκαν βάσει του κανονισμού αγωγές αφορώσες τη γονική μέριμνα τέκνου, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, έχει εφαρμογή το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού. Βάσει του άρθρου αυτού, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο αναστέλλει τη διαδικασία μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.

69      Κατόπιν αυτού και δεδομένου ότι το High Court of Justice (England & Wales) επελήφθη, στις 12 Οκτωβρίου 2009, αιτήσεως με την οποία ο πατέρας του παιδιού ζήτησε να του ανατεθεί η γονική μέριμνα, το tribunal de grande instance de Saint-Denis στο οποίο προσέφυγε η μητέρα του παιδιού στις 28 Οκτωβρίου 2009 δεν μπορούσε να αποφανθεί επί της αιτήσεως της μητέρας.

70      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο αποφασίσει, κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων που διατυπώνονται με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού, όσον αφορά τη γονική μέριμνα έναντι της Chloé, ούτε η απόφαση του tribunal de grande instance de Saint-Denis της 15ης Μαρτίου 2010 ούτε η απόφαση της 23ης Ιουνίου 2010 επηρεάζουν την απόφαση που θα εκδώσει το αιτούν δικαστήριο.

71      Κατά συνέπεια στο τρίτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι οι αποφάσεις δικαστηρίου κράτους μέλους που απορρίπτουν, βάσει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, αίτηση άμεσης επιστροφής παιδιού εντός των ορίων δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και αφορούν τη γονική μέριμνα έναντι του παιδιού αυτού δεν επηρεάζουν τις αποφάσεις που πρόκειται να εκδοθούν στο άλλο κράτος μέλος επί αγωγών σχετικών με τη γονική μέριμνα που έχουν ασκηθεί προηγουμένως και εκκρεμούν ακόμα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

72      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Ο όρος «συνήθης διαμονή», κατά την έννοια των άρθρων 8 και 10 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, έχει την έννοια ότι η διαμονή αυτή αντιστοιχεί στον τόπο που εκφράζει ορισμένη ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Προς τούτο και όταν πρόκειται για βρέφος που διαμένει με τη μητέρα του από διάστημα λίγων μόνον ημερών σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος της συνήθους διαμονής του, προς το οποίο μετακινήθηκε, πρέπει να λαμβάνονται μεταξύ άλλων υπόψη, αφενός, η διάρκεια, η σταθερότητα, οι όροι και οι λόγοι της διαμονής στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους και της μετοικήσεως της μητέρας στο κράτος αυτό και, αφετέρου, λόγω ιδίως της ηλικίας του παιδιού, οι γεωγραφικές και οικογενειακές ρίζες της μητέρας καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που διατηρεί η μητέρα και το παιδί στο ίδιο κράτος μέλος. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει τη συνήθη διαμονή του παιδιού λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ιδιαιτέρων πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως.

Στην περίπτωση που η εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων θα οδηγούσε, στην υπόθεση της κύριας δίκης, στο συμπέρασμα ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού δεν μπορεί να προσδιοριστεί, ο καθορισμός του αρμοδίου δικαστηρίου πρέπει να γίνει βάσει του κριτηρίου της «παρουσίας του παιδιού» κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού.

2)      Οι αποφάσεις δικαστηρίου κράτους μέλους που απορρίπτουν, βάσει της Συμβάσεως της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980, αίτηση άμεσης επιστροφής παιδιού εντός των ορίων δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και αφορούν τη γονική μέριμνα έναντι του παιδιού αυτού δεν επηρεάζουν τις αποφάσεις που πρόκειται να εκδοθούν στο άλλο κράτος μέλος επί αγωγών σχετικών με τη γονική μέριμνα που έχουν ασκηθεί προηγουμένως και εκκρεμούν ακόμα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.