Language of document : ECLI:EU:C:2016:324

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 4ης Μαΐου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Οδηγία 2014/40/ΕΕ – Άρθρο 20 – Ηλεκτρονικά τσιγάρα και περιέκτες επαναπλήρωσης – Κύρος – Αρχή της ίσης μεταχείρισης – Αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου – Αρχή της επικουρικότητας – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρα 16 και 17»

Στην υπόθεση C‑477/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υποβληθείσα από το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Οκτωβρίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

Pillbox 38 (UK) Ltd

κατά

Secretary of State for Health,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο του πρώτου τμήματος και προεδρεύουσα του δεύτερου τμήματος, J. L. da Cruz Vilaça, A. Arabadjiev (εισηγητή), Κ. Λυκούργο και J.-C. Bonichot, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: V. Tourrès, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 1ης Οκτωβρίου 2015,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Pillbox 38 (UK) Ltd, εκπροσωπούμενη από τον K. Beal, QC, κατ’ εντολήν του P. Rowley, solicitor,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη V. Kaye, επικουρούμενη από τους M. Hoskins και I. Rogers, QC, καθώς και από την S. Abram και τον E. Metcalfe, barristers,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Gavela Llopis,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Colas και R. Coesme,

–        το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους L. Visaggio και J. Rodrigues, καθώς και από την I. McDowell,

–        το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την M. Simm, καθώς και από τους J. Herrmann και A. Norberg,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την C. Cattabriga και τον J. Tomkin,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 23ης Δεκεμβρίου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ (ΕΕ L 127, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Pillbox 38 (UK) Ltd, η οποία ασκεί δραστηριότητες υπό τον διακριτικό τίτλο «Totally Wicked» (στο εξής: Pillbox), και του Secretary of State for Health (Υπουργού Υγείας), με αντικείμενο τη νομιμότητα της «πρόθεσης και/ή της υποχρέωσης» της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου να μεταφέρει την οδηγία 2014/40 στην εθνική έννομη τάξη.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η Σύμβαση-πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τον έλεγχο του καπνού

3        Με την απόφαση 2004/513/ΕΚ του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 2004 (ΕΕ L 213, σ. 8), εγκρίθηκε στο όνομα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας η Σύμβαση-πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τον έλεγχο του καπνού, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 21 Μαΐου 2003 (στο εξής: ΣΠΕΚ).

 Η οδηγία 2014/40

4        Οι αιτιολογικές σκέψεις 7, 33, 36, 38 έως 41, 43 έως 45, 47 και 48 της οδηγίας 2014/40 έχουν ως εξής:

«(7)      Η νομοθετική δράση σε επίπεδο Ένωσης είναι επίσης αναγκαία για την εφαρμογή της [ΣΠΕΚ], από τις διατάξεις της οποίας δεσμεύονται η Ένωση και τα κράτη μέλη της. [...]

[...]

(33)      Οι διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις προϊόντων καπνού θα μπορούσαν να διευκολύνουν την πρόσβαση σε προϊόντα καπνού που δεν συμμορφώνονται προς την παρούσα οδηγία. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος πρόσβασης των νέων στα προϊόντα καπνού. Ως εκ τούτου, υπάρχει κίνδυνος υπονόμευσης της νομοθεσίας ελέγχου του καπνού. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να απαγορεύουν τις διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις. Όταν δεν απαγορεύονται οι διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις, απαιτούνται κοινοί κανόνες για την καταχώριση των καταστημάτων λιανικής πώλησης που πραγματοποιούν αυτές τις πωλήσεις, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας. [...]

[...]

(36)      Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και οι περιέκτες επαναπλήρωσης για τα εν λόγω τσιγάρα θα πρέπει να ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία, εκτός εάν, λόγω της παρουσίασής τους ή της λειτουργίας τους, υπόκεινται στην οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, [της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311, σ. 67)] ή την οδηγία 93/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου, [της 14ης Ιουνίου 1993, περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων (ΕΕ L 169, σ. 1)]. Όσον αφορά αυτά τα προϊόντα, υπάρχουν αποκλίνουσα νομοθεσία και αποκλίνουσες πρακτικές μεταξύ των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων ασφάλειας, και επομένως απαιτείται δράση σε ενωσιακό επίπεδο προκειμένου να βελτιωθεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Κατά τη ρύθμιση των προϊόντων αυτών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας. Προκειμένου να επιτραπεί στα κράτη μέλη να ασκούν τα καθήκοντά τους εποπτείας και ελέγχου, οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης θα πρέπει να οφείλουν να υποβάλλουν κοινοποίηση των σχετικών προϊόντων προτού καταστούν διαθέσιμα στην αγορά.

[...]

(38)      Το υγρό που περιέχει νικοτίνη θα πρέπει να επιτρέπεται να διατίθεται στην αγορά στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας μόνον εφόσον η συγκέντρωση νικοτίνης δεν υπερβαίνει τα 20 mg/ml. Αυτή η συγκέντρωση επιτρέπει να ελευθερώνεται νικοτίνη σε δόση που είναι συγκρίσιμη με την επιτρεπόμενη δόση νικοτίνης που αποδίδει ένα κανονικό τσιγάρο κατά τον χρόνο που απαιτείται για το κάπνισμα ενός τέτοιου τσιγάρου. Προκειμένου να περιορίζονται οι κίνδυνοι σχετικά με τη νικοτίνη, θα πρέπει να καθορισθούν μέγιστα μεγέθη για τους περιέκτες επαναπλήρωσης, τα δοχεία και τα φιαλίδια.

(39)      Στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να επιτρέπονται να διατεθούν στην αγορά αποκλειστικά τα ηλεκτρονικά τσιγάρα που ελευθερώνουν τις δόσεις νικοτίνης σε σταθερά επίπεδα. Η ελευθέρωση των δόσεων νικοτίνης σε σταθερά επίπεδα κατά τις συνήθεις συνθήκες χρήσης είναι απαραίτητη για την προστασία της υγείας, την ασφάλεια και την ποιότητα, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου της κατά λάθος κατανάλωσης υψηλών δόσεων.

(40)      Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και οι περιέκτες επαναπλήρωσης θα μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο για την υγεία όταν βρίσκονται στα χέρια παιδιών. Για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να διασφαλισθεί ότι τα προϊόντα αυτά είναι προστατευμένα από τα παιδιά και απαραβίαστα, συμπεριλαμβανομένης της επισήμανσης, των πωμάτων και των μηχανισμών ανοίγματος που είναι κατάλληλοι για τα παιδιά.

(41)      Δεδομένου ότι η νικοτίνη είναι τοξική ουσία και λαμβανομένων υπόψη των εν δυνάμει κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια, μεταξύ άλλων για άτομα στα οποία δεν απευθύνεται το προϊόν, το υγρό που περιέχει νικοτίνη θα πρέπει να διατίθεται στην αγορά μόνο σε ηλεκτρονικά τσιγάρα ή περιέκτες επαναπλήρωσης που πληρούν ορισμένα κριτήρια ασφάλειας και ποιότητας. Είναι σημαντικό να διασφαλισθεί ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα δεν σπάνε ή δεν χάνουν υγρό κατά τη χρήση και την επαναπλήρωση.

[...]

(43)      Οι αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών δικαίων και πρακτικών σχετικά με τη διαφήμιση και τις χορηγίες όσον αφορά τα ηλεκτρονικά τσιγάρα εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών και προκαλούν σημαντικό κίνδυνο στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Χωρίς περαιτέρω δράση σε ενωσιακό επίπεδο, είναι πιθανόν κατά τα επόμενα έτη να αυξηθούν οι εν λόγω αποκλίσεις, λαμβανομένης επίσης υπόψη της αναπτυσσόμενης αγοράς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης. Είναι συνεπώς απαραίτητο να πραγματοποιηθεί προσέγγιση των εθνικών διατάξεων διαφήμισης και χορηγίας των εν λόγω προϊόντων που έχουν διασυνοριακό αποτέλεσμα, λαμβάνοντας ως βάση το υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας. Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορούν να εξελιχθούν σε πύλη για τη μετάβαση προς τον εθισμό στη νικοτίνη και τελικά στην παραδοσιακή κατανάλωση καπνού, δεδομένου ότι μιμούνται και καθιστούν φυσιολογική την πράξη του καπνίσματος. Προς τον σκοπό αυτό, είναι σκόπιμο να εγκριθεί περιοριστική προσέγγιση στη διαφήμιση ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης.

(44)      Προκειμένου να ασκούν τα ρυθμιστικά τους καθήκοντα, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη χρειάζονται συνολικές πληροφορίες σχετικά με τις εξελίξεις στην αγορά όσον αφορά τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης. Προς τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να επιβληθούν στους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς των προϊόντων αυτών υποχρεώσεις υποβολής κοινοποίησης των όγκων των πωλήσεων, των προτιμήσεων των διάφορων ομάδων καταναλωτών και του τρόπου πωλήσεων. Θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι αυτές οι πληροφορίες καθίστανται προσιτές στο ευρύ κοινό, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την ανάγκη προστασίας του εμπορικού απορρήτου.

(45)      Προκειμένου να διασφαλισθεί η δέουσα εποπτεία της αγοράς από τα κράτη μέλη, είναι απαραίτητο οι κατασκευαστές, οι εισαγωγείς και οι διανομείς να διαθέτουν κατάλληλο σύστημα παρακολούθησης και καταγραφής πιθανών δυσμενών επιπτώσεων και να πληροφορούν τις αρμόδιες αρχές σχετικά με αυτές τις επιπτώσεις, ούτως ώστε να μπορούν να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα. Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ρήτρα διασφάλισης που θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να δρουν για την αντιμετώπιση των σοβαρών κινδύνων για τη δημόσια υγεία.

[...]

(47)      Η παρούσα οδηγία δεν εναρμονίζει όλες τις πτυχές των ηλεκτρονικών τσιγάρων ή περιεκτών επαναπλήρωσης. Για παράδειγμα, παραμένει υποχρέωση των κρατών μελών η θέσπιση κανόνων για τα αρώματα ή τις γεύσεις. Θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για τα κράτη μέλη να εξετάσουν το εάν θα επιτρέψουν τη διάθεση στην αγορά προϊόντων με αρώματα ή γεύσεις. Πράττοντας τούτο, θα πρέπει να έχουν επίγνωση της εν δυνάμει θελκτικότητας των εν λόγω προϊόντων για τους νέους και τους μη καπνιστές. Θα ήταν αναγκαίο οι απαγορεύσεις των εν λόγω προϊόντων με αρώματα ή γεύσεις να αιτιολογούνται και να υποβάλλονται κοινοποιήσεις για αυτές σύμφωνα με την οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, [της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 204, σ. 37)].

(48)      Επιπλέον, η παρούσα οδηγία δεν εναρμονίζει τους κανόνες για τους χώρους στους οποίους απαγορεύεται το κάπνισμα ή για τις εγχώριες διευθετήσεις σχετικά με τις πωλήσεις ή την εγχώρια διαφήμιση ή το [«brand-streching»] ούτε εισάγει όριο ηλικίας για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα ή τους περιέκτες επαναπλήρωσης. [...]»

5        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2014/40, το οποίο επιγράφεται «Αντικείμενο», ορίζει τα κάτωθι:

«Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν:

[...]

στ)      τη διάθεση στην αγορά και την επισήμανση ορισμένων προϊόντων συναφών με τα προϊόντα καπνού, συγκεκριμένα των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης και των φυτικών προϊόντων για κάπνισμα,

προκειμένου να διευκολυνθεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς για τον καπνό και τα συναφή προϊόντα, λαμβάνοντας ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας, ιδίως για τους νέους, και να τηρηθούν οι υποχρεώσεις της Ένωσης κατά τη [ΣΠΕΚ].»

6        Όπως προκύπτει από τα σημεία 4, 16 και 17 του άρθρου 2 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», νοούνται ως:

«4)      “προϊόντα καπνού” ή “καπνικά προϊόντα”, προϊόντα που μπορούν να καταναλωθούν και τα οποία αποτελούνται, έστω και εν μέρει, από καπνό, είτε γενετικά τροποποιημένο είτε όχι,

[...]

16)      “ηλεκτρονικό τσιγάρο”, προϊόν που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κατανάλωση ατμού που περιέχει νικοτίνη με επιστόμιο ή στοιχείο του εν λόγω προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του περιέκτη, του δοχείου και της συσκευής χωρίς περιέκτη ή δοχείο. Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορούν να είναι ή επαναπληρώσιμα μέσω περιέκτη επαναπλήρωσης και δοχείου ή επαναπληρώσιμα με περιέκτες μίας χρήσης,

17)      “περιέκτης επαναπλήρωσης”, δοχείο που περιέχει υγρό στο οποίο περιέχεται νικοτίνη, το οποίο μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί για να επαναπληρώσει ηλεκτρονικό τσιγάρο».

7        Το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/40, το οποίο τιτλοφορείται «Ρύθμιση των συστατικών», προβλέπει, στην παράγραφό του 6, τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη απαγορεύουν τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων καπνού που περιέχουν τα ακόλουθα πρόσθετα:

α)      βιταμίνες ή άλλα πρόσθετα που δημιουργούν την εντύπωση ότι ένα προϊόν καπνού ωφελεί την υγεία ή ενέχει μειωμένους κινδύνους για την υγεία,

β)      καφεΐνη ή ταυρίνη ή άλλα πρόσθετα και τονωτικές ενώσεις που θεωρείται ότι δίνουν ενέργεια και ζωτικότητα,

γ)      πρόσθετα με χρωστικές ιδιότητες για τις εκπομπές,

δ)      όσον αφορά τα προϊόντα καπνού για κάπνισμα, πρόσθετα που διευκολύνουν την εισπνοή ή την πρόσληψη νικοτίνης, και

ε)      πρόσθετα που έχουν [καρκινογόνες, μεταλλαξιγόνες ή τοξικές στην αναπαραγωγή ιδιότητες] πριν από την καύση τους.»

8        Το άρθρο 20 της ίδιας οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Ηλεκτρονικά τσιγάρα», έχει ως εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και οι περιέκτες επαναπλήρωσης να διατίθενται στην αγορά μόνο εφόσον τηρούν την παρούσα οδηγία και όλη την υπόλοιπη σχετική νομοθεσία της Ένωσης.

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης που υπόκεινται σε απαίτηση αδειοδότησης βάσει της οδηγίας [2001/83] ή στις απαιτήσεις της οδηγίας [93/42].

2.      Οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης υποβάλλουν κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές για τυχόν σχετικά προϊόντα που προτίθενται να θέσουν στην αγορά. Η κοινοποίηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά έξι μήνες πριν από την προβλεπόμενη διάθεση στην αγορά. Όσον αφορά τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης που ήδη κυκλοφορούν στην αγορά στις 20 Μαΐου 2016 η κοινοποίηση υποβάλλεται εντός έξι μηνών από την εν λόγω ημερομηνία. Υποβάλλεται νέα κοινοποίηση για κάθε ουσιαστική τροποποίηση του προϊόντος.

Ανάλογα με το αν το προϊόν είναι ηλεκτρονικό τσιγάρο ή περιέκτης επαναπλήρωσης, η κοινοποίηση περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)      την επωνυμία και τα στοιχεία επικοινωνίας του κατασκευαστή, του υπεύθυνου νομικού ή φυσικού προσώπου εντός της Ένωσης και, κατά περίπτωση, του εισαγωγέα στην Ένωση,

β)      κατάλογο όλων των συστατικών που περιέχονται στο προϊόν και όλων των εκπομπών από τη χρήση του, ανά μάρκα και τύπο, συμπεριλαμβανομένων των ποσοτήτων αυτών,

γ)      τοξικολογικά δεδομένα που αφορούν τα εν λόγω συστατικά και εκπομπές των προϊόντων, μεταξύ άλλων όταν θερμαίνονται, αναφέροντας συγκεκριμένα τις επιπτώσεις τους στην υγεία των καταναλωτών όταν εισπνέονται, και συνεκτιμώντας, μεταξύ άλλων, τυχόν επιπτώσεις εθισμού,

δ)      πληροφορίες σχετικά με τη δοσολογία και την πρόσληψη νικοτίνης όταν το προϊόν καταναλώνεται υπό κανονικές ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες,

ε)      περιγραφή των συστατικών του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του μηχανισμού ανοίγματος και επαναπλήρωσης του ηλεκτρονικού τσιγάρου ή του περιέκτη επαναπλήρωσης,

στ)      περιγραφή της διαδικασίας παραγωγής, μεταξύ άλλων εάν περιλαμβάνει την εν σειρά παραγωγή, και δήλωση ότι η διαδικασία παραγωγής πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου,

ζ)      δήλωση ότι ο κατασκευαστής και ο εισαγωγέας φέρουν την πλήρη ευθύνη για την ποιότητα και την ασφάλεια του προϊόντος, όταν διατίθεται στην αγορά και χρησιμοποιείται υπό κανονικές ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες.

Όταν τα κράτη μέλη θεωρούν ότι οι πληροφορίες που υποβάλλονται είναι ελλιπείς, έχουν δικαίωμα να αιτούνται τη συμπλήρωση των σχετικών πληροφοριών.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν αναλογικά τέλη στους κατασκευαστές και εισαγωγείς προϊόντων καπνού για την παραλαβή, την αποθήκευση, τον χειρισμό και την ανάλυση των πληροφοριών που υποβάλλονται σε αυτά.

3.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)      το υγρό που περιέχει νικοτίνη διατίθεται στην αγορά μόνο σε ειδικούς περιέκτες επαναπλήρωσης ο όγκος των οποίων δεν υπερβαίνει τα 10 ml, σε αναλώσιμα ηλεκτρονικά τσιγάρα ή φιαλίδια μίας χρήσης και ότι ο όγκος των φιαλιδίων ή των δοχείων δεν υπερβαίνει τα 2 ml,

β)      το υγρό που περιέχει νικοτίνη δεν περιέχει νικοτίνη που υπερβαίνει τα 20 mg/ml,

γ)      το υγρό που περιέχει νικοτίνη δεν περιέχει τα πρόσθετα που παρατίθενται στο άρθρο 7 παράγραφος 6,

δ)      για την κατασκευή του υγρού που περιέχει νικοτίνη χρησιμοποιούνται μόνο υψηλής καθαρότητας συστατικά. Ουσίες διαφορετικές των συστατικών της παραγράφου 2, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, του παρόντος άρθρου υπάρχουν μόνο σε επίπεδο ιχνών στο υγρό που περιέχει νικοτίνη, εφόσον τα ίχνη αυτά δεν μπορούν να αποφευχθούν τεχνικά κατά την κατασκευή,

ε)      εξαιρουμένης της νικοτίνης, στο υγρό που περιέχει νικοτίνη χρησιμοποιούνται μόνο συστατικά που δεν είναι επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία σε θερμαινόμενη ή μη μορφή,

στ)      τα ηλεκτρονικά τσιγάρα χορηγούν τις δόσεις νικοτίνης σε σταθερά επίπεδα υπό φυσιολογικές συνθήκες χρήσης,

ζ)      τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και οι περιέκτες επαναπλήρωσης είναι προστατευμένα από τα παιδιά και απαραβίαστα, προστατεύονται από τη θραύση και τη διαρροή και διαθέτουν μηχανισμό που εξασφαλίζει την επαναπλήρωση χωρίς διαρροή.

4.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)      οι μονάδες συσκευασίας ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης περιέχουν ενημερωτικό φυλλάδιο με πληροφορίες όσον αφορά:

i)      τις οδηγίες χρήσης και αποθήκευσης του προϊόντος, καθώς επίσης και μνεία ότι η χρήση του προϊόντος δεν συνιστάται σε νέους και μη καπνιστές,

ii)      τις αντενδείξεις,

iii)      τις προειδοποιήσεις για συγκεκριμένες ομάδες κινδύνου,

iv)      τυχόν βλαβερές συνέπειες,

v)      τον κίνδυνο εθισμού και την τοξικότητα, και

vi)      τα στοιχεία επικοινωνίας του κατασκευαστή ή του εισαγωγέα και του νομικού ή φυσικού προσώπου επαφής εντός της Ένωσης,

β)      οι μονάδες συσκευασίας και όλες οι εξωτερικές συσκευασίες ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης:

i)      περιλαμβάνουν κατάλογο όλων των συστατικών που περιέχονται στο προϊόν σε φθίνουσα σειρά βάρους και αναφέρουν το περιεχόμενο σε νικοτίνη του προϊόντος και τη χορήγηση ανά δόση, τον αριθμό της παρτίδας παραλαβής και σύσταση να φυλάσσεται το προϊόν μακριά από παιδιά,

ii)      με την επιφύλαξη του σημείου i) του παρόντος στοιχείου, δεν περιλαμβάνουν στοιχεία ή χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο άρθρο 13, εξαιρουμένου του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ σχετικά με τις πληροφορίες όσον αφορά την περιεκτικότητα σε νικοτίνη και όσον αφορά τις αρωματικές ύλες, και

iii)      φέρουν μία από τις ακόλουθες προειδοποιήσεις για την υγεία:

“Το προϊόν αυτό περιέχει νικοτίνη, η οποία είναι εξαιρετικά εθιστική ουσία. Η χρήση του δεν συνιστάται σε μη καπνιστές.”

ή

“Το προϊόν αυτό περιέχει νικοτίνη, η οποία είναι εξαιρετικά εθιστική ουσία.”

Τα κράτη μέλη καθορίζουν ποια από τις δύο προειδοποιήσεις για την υγεία πρέπει να χρησιμοποιηθεί.

γ)      οι προειδοποιήσεις για την υγεία τηρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12, παράγραφος 2.

5.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)      απαγορεύονται οι εμπορικές επικοινωνίες στις υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας, στον Τύπο και σε άλλα έντυπα, με σκοπό ή άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την προώθηση ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης, εξαιρουμένων των εντύπων που προορίζονται αποκλειστικά για επαγγελματίες του εμπορίου ηλεκτρονικών τσιγάρων ή περιεκτών επαναπλήρωσης και των εντύπων που τυπώνονται και δημοσιεύονται σε τρίτες χώρες, όπου τα εν λόγω έντυπα δεν προορίζονται πρωτίστως για την αγορά της Ένωσης,

β)      απαγορεύονται οι εμπορικές επικοινωνίες στο ραδιόφωνο, με σκοπό ή άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την προώθηση ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης,

γ)      απαγορεύεται κάθε μορφή δημόσιας ή ιδιωτικής συνεισφοράς σε ραδιοφωνικά προγράμματα με σκοπό ή άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την προώθηση ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης,

δ)       απαγορεύεται κάθε μορφή δημόσιας ή ιδιωτικής συμβολής σε οιαδήποτε εκδήλωση, δραστηριότητα ή πρόσωπο με σκοπό ή άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την προώθηση των ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης, η οποία πραγματοποιείται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη ή στην οποία συμμετέχουν περισσότερα του ενός κράτη μέλη ή έχει κατ’ άλλο τρόπο διασυνοριακές επιπτώσεις,

ε)      απαγορεύονται για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης οι οπτικοακουστικές εμπορικές επικοινωνίες στις οποίες εφαρμόζεται η οδηγία 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, [της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων) (ΕΕ L 95, σ. 1)].

6.      Το άρθρο 18 της παρούσας οδηγίας εφαρμόζεται σε διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης.

7.      Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές ετησίως:

i)      συνολικά δεδομένα για τους όγκους των πωλήσεων, ανά μάρκα και τύπο του προϊόντος,

ii)      πληροφορίες για τις προτιμήσεις διάφορων ομάδων καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων των νέων, των μη καπνιστών και των κυριότερων ειδών των σημερινών χρηστών,

iii)      τον τρόπο πώλησης των προϊόντων, και

iv)      συνοπτικές περιγραφές τυχόν ερευνών αγοράς που πραγματοποιούνται σχετικά με τα ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένης της μετάφρασής τους στα αγγλικά.

Τα κράτη μέλη παρακολουθούν τις εξελίξεις της αγοράς σχετικά με τα ηλεκτρονικά τσιγάρα καθώς και τους περιέκτες επαναπλήρωσης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν στοιχείων που αποδεικνύουν ότι η χρήση τους από νέους και μη καπνιστές οδηγεί στον εθισμό στη νικοτίνη και τελικά στην παραδοσιακή κατανάλωση καπνού.

[...]

13.      Η Επιτροπή καθορίζει, μέσω εκτελεστικής πράξης, κοινό μορφότυπο για την κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 και για τα τεχνικά πρότυπα για τον μηχανισμό επαναπλήρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 3, στοιχείο ζʹ.

[...]»

9        Κατά το άρθρο 29 της οδηγίας 2014/40, οι διατάξεις της πρέπει να μεταφερθούν στις έννομες τάξεις των κρατών μελών το αργότερο έως τις 20 Μαΐου 2016 και να τεθούν σε ισχύ από την ημερομηνία αυτή.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

10      Η Pillbox προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ζητώντας τον έλεγχο της νομιμότητας («judicial review») της «πρόθεσης και/ή της υποχρέωσης» της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου να μεταφέρει την οδηγία 2014/40 στην εθνική έννομη τάξη.

11      Ισχυρίζεται ότι το άρθρο 20 της οδηγίας αυτής είναι άκυρο διότι αντιβαίνει τόσο στις αρχές της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχείρισης, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της επικουρικότητας όσο και στα άρθρα 16 και 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

12      Κατά την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Pillbox προς στήριξη της προσφυγής της «μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν υποστηρίξιμα».

13      Κατόπιν τούτου, το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα αστικού, εμπορικού και διοικητικού δικαίου (διοικητικές διαφορές)] αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Είναι το άρθρο 20 της οδηγίας 2014/40 άκυρο, είτε στο σύνολό του είτε εν μέρει, για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:

–        επιβάλλει, είτε συνολικά είτε εν μέρει, στους κατασκευαστές και/ή στους εμπόρους ηλεκτρονικών τσιγάρων σειρά υποχρεώσεων οι οποίες παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ασφάλειας δικαίου;

–        για τους ίδιους ή για παρόμοιους λόγους, αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας και/ή νοθεύει παράνομα τον ανταγωνισμό;

–        παραβιάζει την αρχή της επικουρικότητας;

–        προσβάλλει τα δικαιώματα των κατασκευαστών ή των εμπόρων ηλεκτρονικών τσιγάρων, όπως απορρέουν από τα άρθρα 16 και/ή 17 του Χάρτη;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του παραδεκτού

14      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η αίτηση προδικαστικής απόφασης είναι απαράδεκτη καθόσον, πρώτον, δεν υφίσταται πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, δεύτερον, η προσφυγή με αίτημα τον έλεγχο της νομιμότητας («judicial review») της «πρόθεσης και/ή της υποχρέωσης» της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου να μεταφέρει συγκεκριμένη οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη συνιστά μέσο καταστρατήγησης του συστήματος ένδικων βοηθημάτων που έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη ΛΕΕ και, τρίτον, το προδικαστικό ερώτημα είναι υποθετικής φύσης αφού το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει ούτε τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία ούτε τους λόγους για τους οποίους διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40.

15      Επ’ αυτού, πρέπει να υπομνηστεί ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, κατά πόσον, αφενός, η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση και, αφετέρου, τα ερωτήματα τα οποία υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία ή το κύρος κανόνα δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να απαντήσει (απόφαση Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 24).

16      Επομένως, τα ερωτήματα τα οποία αφορούν το δίκαιο της Ένωσης είναι, κατά τεκμήριο, λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να μην απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία ή κρίση επί του κύρους του οικείου κανόνα δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (απόφαση Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 25).

17      Όσον αφορά, πρώτον, το υποστατό της διαφοράς της κύριας δίκης, επισημαίνεται ότι η προσφυγή της Pillbox ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου με αίτημα τον έλεγχο της νομιμότητας της «πρόθεσης και/ή υποχρέωσης» της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου να μεταφέρει την οδηγία 2014/40 στην εσωτερική έννομη τάξη κρίθηκε παραδεκτή από το δικαστήριο αυτό, έστω και αν, κατά τον χρόνο άσκησής της, δεν είχε ακόμη εκπνεύσει η προβλεπόμενη προθεσμία για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας ούτε είχε ληφθεί οποιοδήποτε εθνικό μέτρο μεταφοράς της. Εξάλλου, η Pillbox και ο Υπουργός Υγείας διαφωνούν ως προς το ζήτημα αν η προαναφερθείσα προσφυγή είναι βάσιμη. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί της διαφωνίας αυτής, δεν προκύπτει προδήλως ότι η διαφορά της κύριας δίκης είναι ανύπαρκτη [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψεις 36 και 38].

18      Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα ότι η προσφυγή με αίτημα τον έλεγχο της νομιμότητας («judicial review») της «πρόθεσης και/ή υποχρέωσης» της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου να μεταφέρει συγκεκριμένη οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη συνιστά μέσο καταστρατήγησης του συστήματος ένδικων βοηθημάτων το οποίο έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη ΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει παραδεκτές αιτήσεις προδικαστικής απόφασης που αφορούσαν το κύρος πράξεων του παραγώγου δικαίου και είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο τέτοιων προσφυγών, μεταξύ άλλων στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (C‑491/01, EU:C:2002:741), Intertanko κ.λπ. (C‑308/06, EU:C:2008:312), καθώς και Afton Chemical (C‑343/09, EU:C:2010:419).

19      Επιπλέον, η δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων την ακυρότητα μιας πράξης της Ένωσης η οποία έχει γενική ισχύ δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχουν ήδη ληφθεί στην πράξη, δυνάμει του εσωτερικού δικαίου, μέτρα προς εφαρμογή της πράξης αυτής. Αρκεί συναφώς να εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου πραγματική διαφορά, στο πλαίσιο της οποίας να τίθεται παρεμπιπτόντως το ζήτημα του κύρους παρόμοιας πράξης. Εν προκειμένω, η προϋπόθεση αυτή σαφώς πληρούται στην περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως συνάγεται από τη σκέψη 17 της παρούσας απόφασης [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 40, και Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 29].

20      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι σκοπός μιας προσφυγής όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης είναι να καταστρατηγηθεί το σύστημα των ένδικων βοηθημάτων το οποίο έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη ΛΕΕ.

21      Όσον αφορά, τρίτον, το επιχείρημα ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι υποθετικό αφού το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει ούτε τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία ούτε τους λόγους για τους οποίους διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40, τονίζεται κατ’ αρχάς ότι το γεγονός και μόνον ότι το αιτούν δικαστήριο παρέλειψε να διευκρινίσει αν τα ηλεκτρονικά τσιγάρα που εμπορεύεται η Pillbox ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 20 της ως άνω οδηγίας δεν καθιστά το υποβληθέν ερώτημα υποθετικό.

22      Συγκεκριμένα, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Pillbox κατασκευάζει και διανέμει, εντός της εσωτερικής αγοράς, ηλεκτρονικά τσιγάρα υπό το σήμα «Totally Wicked», καθώς και περιέκτες επαναπλήρωσης και συναφή προϊόντα. Σημειωτέον ότι, κατά το άρθρο 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2014/40, η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και την επισήμανση των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης. Επιπλέον, αντικείμενο του υποβληθέντος ερωτήματος είναι ακριβώς το κύρος ορισμένων προδιαγραφών τις οποίες το άρθρο 20 της οδηγίας 2014/40 επιβάλλει για τα προϊόντα αυτά, όπως παραδείγματος χάρη του κανόνα σχετικά με τη μέγιστη επιτρεπόμενη ποσότητα νικοτίνης που μπορεί να περιέχεται στο υγρό των εν λόγω προϊόντων.

23      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι προδήλως υποθετικό.

24      Εν συνεχεία, ως προς την υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40, υπογραμμίζεται ότι το πνεύμα συνεργασίας το οποίο πρέπει να πρυτανεύει στη λειτουργία του συστήματος της προδικαστικής παραπομπής επιτάσσει πράγματι να εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, στην απόφασή του περί παραπομπής, για ποιους συγκεκριμένους λόγους εκτιμά ότι είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς η απάντηση στα ερωτήματά του σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης (βλ. υπ’ αυτή την έννοια, μεταξύ άλλων, αποφάσεις Bertini κ.λπ., 98/85, 162/85 και 258/85, EU:C:1986:246, σκέψη 6, ABNA κ.λπ., C‑453/03, C‑11/04, C‑12/04 και C‑194/04, EU:C:2005:741, σκέψη 46, καθώς και IATA και ELFAA, C‑344/04, EU:C:2006:10, σκέψη 31).

25      Επομένως, είναι σημαντικό το αιτούν δικαστήριο, αφενός, να αναφέρει ειδικότερα για ποιους ακριβώς λόγους διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και, αφετέρου, να εκθέτει τους λόγους ακυρότητας οι οποίοι εκτιμά ότι, κατά συνέπεια, ενδέχεται να γίνουν δεκτοί (βλ. στο ίδιο πνεύμα, μεταξύ άλλων, απόφαση Greenpeace France κ.λπ., C‑6/99, EU:C:2000:148, σκέψη 55, και διάταξη Adiamix, C‑368/12, EU:C:2013:257, σκέψη 22). Η ίδια απαίτηση απορρέει και από το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

26      Άλλωστε, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα πληροφοριακά στοιχεία που περιέχονται στις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στο μεν Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, στις δε κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο οφείλει να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου, στα ενδιαφερόμενα μέρη κοινοποιούνται μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής, συνοδευόμενες από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κάθε κράτους μέλους, και όχι η εθνική δικογραφία που τυχόν διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Holdijk κ.λπ., 141/81 έως 143/81, EU:C:1982:122, σκέψη 6, Lehtonen και Castors Braine, C‑176/96, EU:C:2000:201, σκέψη 23, καθώς και διάταξη Adiamix, C‑368/12, EU:C:2013:257, σκέψη 24).

27      Επομένως, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο εξετάζει το κύρος της οικείας πράξης της Ένωσης ή ορισμένων διατάξεων αυτής μόνον σε σχέση με τους λόγους ακυρότητας που παρατίθενται στην απόφαση περί παραπομπής

28      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επανέλαβε ορισμένα από τα επιχειρήματα της Pillbox επισημαίνοντας ότι αυτά «μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν υποστηρίξιμα».

29      Διαπιστώνεται άρα, αφενός, ότι, κατά την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου, οι λόγοι ακυρότητας οι οποίοι προβλήθηκαν από την Pillbox και περιελήφθησαν στην απόφαση περί παραπομπής ενδέχεται να γίνουν δεκτοί.

30      Αφετέρου, το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση μπόρεσαν, βάσει των στοιχείων αυτών, να λάβουν λυσιτελώς θέση επί του ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.

31      Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας

32      Με το προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 20 της οδηγίας 2014/40 είναι άκυρο ως αντίθετο προς τις αρχές της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχείρισης, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της επικουρικότητας, καθώς και προς τα άρθρα 16 και 17 του Χάρτη.

 Επί του κύρους του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40 υπό το πρίσμα των αρχών της ίσης μεταχείρισης και του ελεύθερου ανταγωνισμού

33      Ενδείκνυται να εξεταστεί κατ’ αρχάς το σκέλος του υποβληθέντος ερωτήματος το οποίο αφορά το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40 υπό το πρίσμα των αρχών της ίσης μεταχείρισης και του ελεύθερου ανταγωνισμού.

34      Από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι, κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, στοιχειοθετείται παραβίαση των αρχών αυτών διότι, κατ’ ουσίαν, το άρθρο 20 επιφυλάσσει στα ηλεκτρονικά τσιγάρα λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση σε σχέση με τα προϊόντα καπνού, παρότι, κατά την άποψή της, τα πρώτα είναι λιγότερο βλαβερά από τα δεύτερα.

35      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχείρισης επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο όμοιες περιπτώσεις, ούτε με τον ίδιο τρόπο διαφορετικές περιπτώσεις, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., ιδίως, απόφαση P και S, C‑579/13, EU:C:2015:369, σκέψη 41).

36      Επ’ αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα έχουν αντικειμενικώς διαφορετικά χαρακτηριστικά απ’ ό,τι τα προϊόντα καπνού.

37      Πράγματι, πρώτον, τα αντίστοιχα συστατικά τους στοιχεία σαφώς διαφέρουν από πολλές απόψεις. Ειδικότερα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας 2014/40, τα προϊόντα καπνού είναι προϊόντα που μπορούν να καταναλωθούν και αποτελούνται, τουλάχιστον εν μέρει, από καπνό, είτε γενετικώς τροποποιημένο είτε όχι.

38      Αντιθέτως, το ηλεκτρονικό τσιγάρο δεν περιέχει καπνό, αλλά πρόκειται, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 16 της οδηγίας αυτής, για προϊόν το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καταναλωθεί, μέσω επιστομίου, ατμός που περιέχει νικοτίνη, ενώ η ίδια έννοια καλύπτει και κάθε στοιχείο του προϊόντος αυτού, περιλαμβανομένων του φιαλιδίου, του δοχείου και της συσκευής, χωρίς φιαλίδιο ή δοχείο. Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορούν να είναι αναλώσιμα ή επαναπληρώσιμα είτε μέσω περιέκτη και δοχείου είτε μέσω φιαλιδίων μιας χρήσης.

39      Ο δε περιέκτης επαναπλήρωσης περιγράφεται στο άρθρο 2, σημείο 17, της ίδιας οδηγίας ως υποδοχέας με υγρό το οποίο περιέχει νικοτίνη και μπορεί να χρησιμοποιείται για την επαναπλήρωση ηλεκτρονικού τσιγάρου.

40      Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι ο τρόπος κατανάλωσης των ηλεκτρονικών τσιγάρων διαφέρει επίσης ουσιωδώς από τον τρόπο κατανάλωσης των προϊόντων καπνού. Ενώ τα τελευταία καταναλώνονται με την καύση του καπνού, η λειτουργία των ηλεκτρονικών τσιγάρων στηρίζεται στην ηλεκτρική ή ηλεκτρομηχανική εξάτμιση του υγρού στους περιέκτες επαναπλήρωσης.

41      Τρίτον, εν αντιθέσει προς τα προϊόντα καπνού, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι σχετικά νέα προϊόντα, οπότε οι κίνδυνοι τους οποίους ενέχουν για την ανθρώπινη υγεία δεν έχουν διευκρινιστεί ακόμη.

42      Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η περίπτωση των ηλεκτρονικών τσιγάρων δεν είναι ίδια με την περίπτωση των προϊόντων καπνού κατά την έννοια της νομολογίας που υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 35 της παρούσας απόφασης.

43      Επομένως, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στον νομοθέτη της Ένωσης ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης επειδή προέβλεψε για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα ένα χωριστό, και μάλιστα λιγότερο αυστηρό, νομικό καθεστώς από το ισχύον για τα προϊόντα καπνού.

44      Δεδομένου ότι όσον αφορά την παραβίαση της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού τα επιχειρήματα για τα οποία έγινε λόγος στην απόφαση περί παραπομπής δεν είχαν αυτοτελές περιεχόμενο σε σχέση με τα επιχειρήματα για την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ισχύει συναφώς η συλλογιστική που εκτέθηκε στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας απόφασης.

45      Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος υπό το πρίσμα των αρχών της ίσης μεταχείρισης και του ελεύθερου ανταγωνισμού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος της οδηγίας 2014/40.

 Επί των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου

46      Ενδείκνυται να εξεταστεί εν συνεχεία το σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος το οποίο αφορά το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40, ή ορισμένων εκ των διατάξεων του άρθρου αυτού, υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.

–       Επί του κύρους του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40, στον βαθμό που θεσπίζεται ειδικό καθεστώς για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα

47      Από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι ο λόγος για τον οποίο η Pillbox αμφισβητεί το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40 είναι ότι θεωρεί ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, ως λιγότερο βλαβερά, ή ακόμη και ωφέλιμα για τη δημόσια υγεία, δεν θα έπρεπε να υπόκεινται σε ειδικές ρυθμίσεις, πολλώ δε μάλλον σε ρυθμίσεις, αν όχι αυστηρότερες, τουλάχιστον παρεμφερείς με τις ισχύουσες για τα προϊόντα καπνού. Επιπλέον, κατά την άποψή της, δεν προηγήθηκε της έκδοσης της οδηγίας οποιαδήποτε εκτίμηση επιπτώσεων σε σχέση με την αναλογικότητα των προβλεπόμενων στο ως άνω άρθρο μέτρων.

48      Εισαγωγικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της αναλογικότητας, που καταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει να είναι οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης πρόσφορες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με την οικεία ρύθμιση θεμιτών σκοπών και να μην υπερβαίνουν τα όρια του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών, εξυπακουομένου ότι, εφόσον υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι οι προκαλούμενες δυσχέρειες δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς [βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 122, ERG κ.λπ., C‑379/08 και C‑380/08, EU:C:2010:127, σκέψη 86, καθώς και Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 67 και 91].

49      Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των προϋποθέσεων στις οποίες αναφέρεται η αμέσως προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης, πρέπει να αναγνωρίζεται στον νομοθέτη της Ένωσης ευρεία διακριτική ευχέρεια όταν πρόκειται για τομείς όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπου καλείται να προβεί σε επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσης, καθώς και να πραγματοποιήσει σύνθετες εκτιμήσεις. Κατά συνέπεια, ζήτημα νομιμότητας ενός μέτρου το οποίο λαμβάνεται σε τέτοιον τομέα μπορεί να τεθεί μόνον εφόσον το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο προς επίτευξη του σκοπού που επιδιώκουν τα αρμόδια θεσμικά όργανα [βλ. απόφαση British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 123].

50      Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι το ζήτημα των κινδύνων που συνεπάγεται η κατανάλωση ηλεκτρονικών τσιγάρων για την υγεία αποτελεί αντικείμενο έντονης διχογνωμίας μεταξύ των μετεχόντων στην προκειμένη διαδικασία, οι οποίοι επικαλούνται, προς στήριξη των αντίστοιχων θέσεών τους, πλήθος επιστημονικών μελετών και εκθέσεων. Ειδικότερα, ενώ η Pillbox ισχυρίζεται ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι σε μεγάλο βαθμό αβλαβή για την υγεία και παρουσιάζουν σημαντικά πλεονεκτήματα είτε ως υποκατάστατο των προϊόντων καπνού είτε ως βοήθημα για την απεξάρτηση από το κάπνισμα, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και οι Κυβερνήσεις που άσκησαν παρέμβαση στην προκειμένη διαδικασία εκτιμούν ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορούν να δημιουργήσουν εθισμό στη νικοτίνη και να οδηγήσουν σε δηλητηρίαση από τη συγκεκριμένη ουσία κατόπιν είτε παρατεταμένης και εντατικής κατανάλωσης είτε ακατάλληλου χειρισμού. Επίσης, κατά την ίδια πάντοτε άποψη, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν για τους μη καπνιστές ως πύλη για τη μετάβαση προς το κάπνισμα, αφού μιμούνται την πράξη του καπνίσματος και την εμφανίζουν ως κάτι το φυσιολογικό, καθιστώντας την έτσι πιο ελκυστική. Επιπροσθέτως, είναι συζητήσιμο κατά πόσον τα ηλεκτρονικά τσιγάρα βοηθούν όντως στην απεξάρτηση από το κάπνισμα, στο μέτρο που δεν αποκλείεται οι καπνιστές να καταναλώνουν παράλληλα τόσο προϊόντα καπνού όσο και ηλεκτρονικά τσιγάρα, με συνέπεια τα τελευταία να καθίστανται, στην πραγματικότητα, μέσο συντήρησης του εθισμού στη νικοτίνη.

51      Διαπιστώνεται, ως προς το σημείο αυτό, ότι οι συνέπειες των ηλεκτρονικών τσιγάρων στην ανθρώπινη υγεία συνιστούν αμφιλεγόμενο ζήτημα σε διεθνές επίπεδο, όπως τονίζει ο ΠΟΥ σε έκθεση της 1ης Σεπτεμβρίου 2014, με τίτλο «Ηλεκτρονικές συσκευές εισπνοής με νικοτίνη» (στο εξής: έκθεση ENDS). Η έκθεση αυτή αναφέρει ότι ορισμένοι εμπειρογνώμονες είναι θετικά διακείμενοι απέναντι στα συγκεκριμένα προϊόντα, θεωρώντας ότι μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της κατανάλωσης καπνού, ενώ άλλοι εκτιμούν ότι ενδέχεται «να εξουδετερώσουν τις προσπάθειες που έχουν γίνει προκειμένου να “περιθωριοποιηθεί” το κάπνισμα». Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, στο θέμα των ηλεκτρονικών συσκευών εισπνοής με νικοτίνη «παρατηρείται μια παλινδρόμηση καθώς, στο πλαίσιο του αντικαπνιστικού αγώνα, αντιμετωπίζονται άλλοτε ως ελπίδα και άλλοτε ως απειλή».

52      Πάντως, στην έκθεση ENDS διαπιστώνεται ότι τόσο η εισπνοή νικοτίνης και τοξικών ουσιών όσο και η έκθεση στη νικοτίνη με άλλους τρόπους πέραν της εισπνοής ενέχουν ορισμένους κινδύνους για την υγεία, ιδίως των παιδιών, των εφήβων και των γυναικών που είναι είτε έγκυες είτε σε αναπαραγωγική ηλικία.

53      Στην ίδια έκθεση διευκρινίζεται επίσης ότι τα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών εισπνοής με νικοτίνη ως μεθόδου απεξάρτησης από το κάπνισμα είναι περιορισμένα, οπότε είναι αδύνατο να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Ομοίως, τα διαθέσιμα δεδομένα ούτε αναιρούν ούτε αποκλείουν κάποιο από τα ενδεχόμενα που συνδέονται με τη χρήση των συσκευών αυτών, δηλαδή να αποτελούν «πύλη για τη μετάβαση» στο κάπνισμα και μέσο για την «αποπεριθωριοποίηση» του καπνίσματος.

54      Η Pillbox αναγνωρίζει, με τις γραπτές της παρατηρήσεις, ότι το υγρό και ο ατμός των ηλεκτρονικών τσιγάρων περιέχουν τοξικά και καρκινογόνα συστατικά, πλην όμως σε χαμηλότερα επίπεδα απ’ ό,τι τα προϊόντα καπνού, και παραδέχεται ότι απαιτούνται πρόσθετες επιστημονικές μελέτες.

55      Υπό τέτοιες περιστάσεις, ο νομοθέτης της Ένωσης όφειλε να λάβει υπόψη την αρχή της προφύλαξης, σύμφωνα με την οποία, όταν υφίσταται αβεβαιότητα είτε ως προς την ύπαρξη κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία είτε ως προς την έκτασή τους, επιτρέπεται να ληφθούν μέτρα προστασίας ακόμη και προτού αποδειχθεί πλήρως ότι οι κίνδυνοι αυτοί όντως θα επέλθουν και ότι θα είναι σοβαροί. Επομένως, η αρχή της προφύλαξης δικαιολογεί τη λήψη περιοριστικών μέτρων, όταν είναι μεν ανέφικτο να αντληθούν βέβαια συμπεράσματα σχετικά με την ύπαρξη ή την έκταση του προβαλλόμενου κινδύνου επειδή τα πορίσματα των μελετών που έχουν εκπονηθεί δεν είναι οριστικά, πλην όμως η πιθανότητα πραγματικής βλάβης για τη δημόσια υγεία εξακολουθεί να υφίσταται εφόσον ο κίνδυνος επέλθει (απόφαση Neptune Distribution, C‑157/14, EU:C:2015:823, σκέψεις 81 και 82).

56      Υπό το πρίσμα αυτής ακριβώς της συλλογιστικής πρέπει να εξεταστεί το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40 υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.

57      Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, ως λιγότερο βλαβερά για τη δημόσια υγεία σε σχέση με τα προϊόντα καπνού δεν θα έπρεπε να υπόκεινται σε ειδική ρύθμιση, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα αυτό, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική σκέψη 36 της οδηγίας 2014/40. Πράγματι, στην εκτίμηση επιπτώσεων η οποία καταρτίστηκε από την Επιτροπή στις 19 Δεκεμβρίου 2012 και συνόδευε την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων [SWD(2012) 452 τελικό, τμήμα 1, σ. 26 επ., και τμήμα 4, σ. 2], γίνεται λόγος για την αβεβαιότητα που περιβάλλει τα διάφορα εθνικά νομικά καθεστώτα ως προς τα ηλεκτρονικά τσιγάρα. Από το έγγραφο αυτό συνάγεται, ειδικότερα, ότι ορισμένα κράτη μέλη τείνουν να εξομοιώνουν τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, κατά περίπτωση, με ιατρικά προϊόντα, άλλα κράτη μέλη τα απαγορεύουν, ενώ άλλα πάλι δεν προβλέπουν καμία σχετική ρύθμιση.

58      Λαμβανομένης όμως υπόψη της επέκτασης της αγοράς των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης, η οποία διαπιστώνεται τόσο στην αιτιολογική σκέψη 43 της οδηγίας 2014/40 όσο και στην έκθεση ENDS, οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα συγκεκριμένα προϊόντα ενδέχεται ως εκ της φύσης τους, ελλείψει εναρμόνισης σε επίπεδο Ένωσης, να συνιστούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 64].

59      Επίσης, κατά το πέρας της έκτης συνόδου που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα από τις 13 έως τις 18 Οκτωβρίου 2014, η διάσκεψη των μερών της ΣΠΕΚ κάλεσε, με την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2014 σχετικά με τις ηλεκτρονικές συσκευές εισπνοής με νικοτίνη και άνευ νικοτίνης [FCTC/COP/6(9)], τα μέρη της σύμβασης αυτής να εξετάσουν, μεταξύ άλλων, το ενδεχόμενο λήψης μέτρων για την απαγόρευση ή τη ρύθμιση των ηλεκτρονικών αυτών συσκευών εισπνοής ανεξαρτήτως αν περιέχουν νικοτίνη ή όχι, για την απαγόρευση ή τον περιορισμό της διαφήμισης, της προώθησης και της χορηγίας ως προς τις ηλεκτρονικές συσκευές εισπνοής με νικοτίνη, καθώς και για την πλήρη εποπτεία της χρήσης όλων των οικείων συσκευών, με και χωρίς νικοτίνη.

60      Τέλος, ο νομοθέτης ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει σύμφωνα με τις επιταγές που απορρέουν από την αρχή της προφύλαξης, λόγω τόσο των αποδεδειγμένων όσο και των πιθανών κινδύνων της χρήσης ηλεκτρονικών τσιγάρων, στους οποίους αναφέρεται η έκθεση ENDS και έγινε ήδη μνεία με τις σκέψεις 52 και 53 της παρούσας απόφασης.

61      Υπό τις συνθήκες αυτές, καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, αποφασίζοντας να αφιερώσει μια ειδική ρύθμιση στο ζήτημα της διάθεσης των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης στην αγορά, θέλησε, αφενός, να εξασφαλίσει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά αυτά τα προϊόντα, με σημείο αφετηρίας ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, ιδίως των νέων, και αφετέρου, να τηρήσει τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει η Ένωση από τη ΣΠΕΚ. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο νομοθέτης δεν υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει συναφώς, υπό την έννοια της νομολογίας η οποία υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης.

62      Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα ότι το άρθρο 20 της οδηγίας 2014/40 αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας καθόσον προβλέπει για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης καθεστώς, αν όχι αυστηρότερο, τουλάχιστον παρεμφερές με το ισχύον για τα προϊόντα καπνού, παρατηρείται ότι, όπως διαπιστώθηκε ήδη στις σκέψεις 36 έως 43 της παρούσας απόφασης, η πρώτη κατηγορία προϊόντων διακρίνεται από τη δεύτερη τόσο λόγω των αντικειμενικών χαρακτηριστικών τους όσο και επειδή πρόκειται για νέα προϊόντα στην οικεία αγορά, όπερ δικαιολογεί την εφαρμογή ειδικής ρύθμισης ως προς αυτά.

63      Υπό τις συνθήκες αυτές, στερείται νοήματος οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ των κανόνων που ισχύουν για τα προϊόντα καπνού και των κανόνων για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης.

64      Τρίτον, αληθεύει ομολογουμένως ότι τα μέτρα τα οποία προέβλεψε ο νομοθέτης της Ένωσης με το άρθρο 20 της οδηγίας 2014/40 δεν περιλαμβάνονταν σε εκείνα που είχε αρχικώς εισηγηθεί η Επιτροπή με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων [COM(2012) 788 τελικό] και, ως εκ τούτου, η συνοδευτική της εν λόγω πρότασης εκτίμηση επιπτώσεων, για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 57 της παρούσας απόφασης, δεν αφορούσε τα συγκεκριμένα μέτρα.

65      Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι η εκτίμηση επιπτώσεων δεν δεσμεύει ούτε το Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο (απόφαση Afton Chemical, C‑343/09, EU:C:2010:419, σκέψη 57). Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης της Ένωσης παραμένει ελεύθερος να λάβει και άλλα μέτρα, πέραν εκείνων που αφορά η εκτίμηση επιπτώσεων. Επιπλέον, το γεγονός και μόνον ότι ο νομοθέτης προέκρινε ένα διαφορετικό και, ενδεχομένως, επαχθέστερο μέτρο από όσα εξέτασε η Επιτροπή με την εκτίμηση επιπτώσεων για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 57 της παρούσας απόφασης δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι υπερέβη προδήλως τα όρια αυτού που ήταν αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

66      Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι, κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή έλαβαν υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, καθώς και τις γνώμες των ενδιαφερόμενων κύκλων. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας αυτής οργανώθηκαν ποικίλες διαβουλεύσεις και συναντήσεις προκειμένου ακριβώς να συγκεντρωθούν οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις επιλογές τις οποίες είχε ο νομοθέτης της Ένωσης. Παραδείγματος χάρη, η Επιτροπή διεξήγαγε, στις 25 Νοεμβρίου 2013, επιπλέον συζητήσεις με ενώσεις που εκπροσωπούσαν την καπνοβιομηχανία, ειδικότερα με την Tobacco Vapor Electronic Cigarette Association (TVECA) και με την Electronic Cigarette Industry Trade Association (ECITA). Επίσης, η Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων του Κοινοβουλίου πραγματοποίησε, στις 19 Μαρτίου 2013, ανοικτή συνάντηση με εκπροσώπους του οικείου κλάδου και, στις 7 Μαΐου 2013, ενημερωτικό σεμινάριο για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων του ΠΟΥ, εθνικών αρχών, επιστημόνων και ενώσεων καταναλωτών.

67      Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40, στον βαθμό που θεσπίζεται, με τη διάταξη αυτή, ειδικό καθεστώς για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα.

68      Επιβάλλεται, πάντως, να εξεταστούν διαδοχικά, υπό το πρίσμα των ίδιων αυτών αρχών, και οι λόγοι ακυρότητας οι οποίοι, όπως αναφέρεται στην απόφαση περί παραπομπής, προβάλλονται συγκεκριμένα ως προς το άρθρο 20, παράγραφοι 2, 3, 4, στοιχείο αʹ, και 5 έως 7 της οδηγίας 2014/40.

–       Επί του κύρους του άρθρου 20, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/40

69      Από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι οι λόγοι για τους οποίους αμφισβητείται το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/40 είναι ότι θεωρείται, πρώτον, ότι η διάταξη αυτή θεσπίζει για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα ένα σύστημα αδειοδότησης αυστηρότερο από το ισχύον για τα προϊόντα καπνού, δεύτερον, ότι το εν λόγω σύστημα είναι, εν πάση περιπτώσει, αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας, αφού υπάρχουν άλλα μέτρα τα οποία είναι λιγότερο επαχθή αλλά εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την οδηγία σκοπού, τρίτον, ότι το προβλεπόμενο στην ίδια αυτή διάταξη χρονικό διάστημα των έξι μηνών είναι δυσανάλογο καθόσον αποτελεί τροχοπέδη στην καινοτομία και, τέταρτον, ότι ορισμένες από τις πληροφορίες οι οποίες πρέπει να κοινοποιούνται, όπως παραδείγματος χάρη εκείνες που μνημονεύονται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2014/40, είναι διατυπωμένες πολύ αόριστα, κατά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

70      Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα ότι, δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/40, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα υπόκεινται σε σύστημα αδειοδότησης αυστηρότερο από το ισχύον για τα προϊόντα καπνού, διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε μια προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της εν λόγω διάταξης. Συγκεκριμένα, δεν προβλέπεται για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα σύστημα αδειοδότησης, αλλά κοινοποίησης. Εν αντιθέσει προς ένα σύστημα αδειοδότησης, το οποίο, κατά κανόνα, υποχρεώνει τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς να ζητήσουν εκ των προτέρων έγκριση από την αρμόδια αρχή προκειμένου να τους επιτραπεί να διαθέσουν το προϊόν τους στην αγορά, το σύστημα που θεσπίζεται με το άρθρο 20, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/40 είναι αισθητά λιγότερο επαχθές, δεδομένου ότι απαιτεί απλώς από τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης να υποβάλουν κοινοποίηση έξι μήνες πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διάθεσης οποιουδήποτε παρόμοιου προϊόντος στην αγορά.

71      Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα ότι η ως άνω υποχρέωση είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, τονίζεται κατ’ αρχάς ότι, όπως καθίσταται σαφές στην αιτιολογική σκέψη 36 της οδηγίας 2014/40, η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται προκειμένου να μπορούν τα κράτη μέλη να εκπληρώνουν τα εποπτικά και ελεγκτικά τους καθήκοντα. Υπέρ μιας τέτοιας προσέγγισης συνηγορούν επίσης τόσο οι επιταγές που απορρέουν από την αρχή της προφύλαξης, όπως υπενθυμίστηκαν με τη σκέψη 55 της παρούσας απόφασης, όσο και το γεγονός ότι, όπως προεκτέθηκε στη σκέψη 59 της παρούσας απόφασης, τα μέρη της ΣΠΕΚ έχουν κληθεί να εξασφαλίσουν την «πλήρη εποπτεία» της χρήσης των ηλεκτρονικών τσιγάρων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προαναφερθείσα υποχρέωση συνιστά πρόσφορο μέσο για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την επίμαχη διάταξη.

72      Ως προς το ζήτημα αν η εν λόγω υποχρέωση βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού, διαπιστώνεται, αφενός, ότι το μέτρο το οποίο προτείνει η Pillbox ως εναλλακτική λύση, ήτοι ο καθορισμός, σε επίπεδο Ένωσης, κοινών προτύπων για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης δεν είναι, κατά τα φαινόμενα, εφικτό στο παρόν στάδιο, όπως υπογραμμίζουν το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, δεδομένου ότι η εκπόνηση τέτοιων προτύπων προϋποθέτει υπό κανονικές συνθήκες την ύπαρξη αρκετά εκτενών δεδομένων σχετικά με το οικείο προϊόν, τα οποία ο νομοθέτης της Ένωσης δεν διέθετε κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η οδηγία 2014/40.

73      Αφετέρου, η εξάμηνη περίοδος η οποία προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στις αρμόδιες αρχές αρκετό χρόνο για να επεξεργάζονται το σύνολο των δεδομένων που τους διαβιβάζουν οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς. Λαμβανομένων υπόψη τόσο του όγκου των πληροφοριών που πρέπει να κοινοποιούνται όσο και της αβεβαιότητας η οποία περιβάλλει την κατανάλωση ηλεκτρονικών τσιγάρων, το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί προδήλως δυσανάλογο.

74      Το δε επιχείρημα ότι το εν λόγω χρονικό διάστημα ενδέχεται να υπονομεύσει την καινοτομία στον οικείο τομέα δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσον είναι λυσιτελές. Εν πάση περιπτώσει, ανάλογα, και μάλιστα αυστηρότερα, συστήματα τα οποία ισχύουν για άλλα προϊόντα, όπως παραδείγματος χάρη αυτά που έχουν θεσπιστεί με τις οδηγίες 2001/83 και 93/42, δεν έχουν εμποδίσει διόλου την καινοτομία στους αντίστοιχους τομείς.

75      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υποχρέωση κοινοποίησης, η οποία επιβάλλεται με το άρθρο 20, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/40 δεν είναι προδήλως απρόσφορη ούτε βαίνει προδήλως πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με τη συγκεκριμένη διάταξη σκοπού.

76      Όσον αφορά, τρίτον, το επιχείρημα περί παραβίασης της αρχής της ασφάλειας δικαίου, υποστηρίζεται ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 20, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2014/40 υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τη δοσολογία και την πρόσληψη νικοτίνης «όταν το προϊόν καταναλώνεται υπό κανονικές ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες», δεν είναι αρκούντως ακριβής, δεδομένου ότι οι τιμές αυτές ποικίλλουν ανάλογα με τις συνήθειες κατανάλωσης του κάθε χρήστη.

77      Όπως όμως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 92 των προτάσεών της, είναι προφανές ότι οι πληροφορίες οι οποίες πρέπει να κοινοποιούνται δυνάμει της ως άνω διάταξης δεν αφορούν την ατομική δοσολογία και την πρόσληψη νικοτίνης στην περίπτωση κάθε μεμονωμένου καταναλωτή, αλλά τις ελάχιστες, μέσες και ανώτατες τιμές που αναμένονται κατά κανόνα από τη χρήση ενός ηλεκτρονικού τσιγάρου.

78      Επιπλέον, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί κάλλιστα να θέσει ένα γενικό νομικό πλαίσιο, το οποίο θα πρέπει, ενδεχομένως, να εξειδικευθεί εν συνεχεία. Εν προκειμένω, απόκειται ακριβώς στην Επιτροπή να εκδώσει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 20, παράγραφος 13, της οδηγίας 2014/40, εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες θα καθορίζεται, μεταξύ άλλων, κοινό υπόδειγμα για την κοινοποίηση δυνάμει της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου.

79      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ασφάλειας δικαίου από τον νομοθέτη της Ένωσης.

80      Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/40.

–       Επί του κύρους του άρθρου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/40

81      Από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι οι λόγοι ακυρότητας οι οποίοι προβάλλονται ως προς το άρθρο 20, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/40 αφορούν, στην πραγματικότητα, μόνον τις προδιαγραφές που τίθενται με τα στοιχεία αʹ, βʹ, και στʹ, της συγκεκριμένης παραγράφου.

82      Όσον αφορά κατ’ αρχάς το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/40, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα της διάταξης αυτής, το υγρό που περιέχει νικοτίνη διατίθεται στην αγορά μόνο σε ειδικούς περιέκτες επαναπλήρωσης ο όγκος των οποίων δεν υπερβαίνει τα 10 ml, ενώ, στα αναλώσιμα ηλεκτρονικά τσιγάρα ή στα φιαλίδια μίας χρήσης, ο όγκος των φιαλιδίων ή των δοχείων δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2 ml.

83      Το δε άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/40 ορίζει ότι, στο ίδιο υγρό, η περιεκτικότητα σε νικοτίνη δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 20 mg ανά ml.

84      Οι προδιαγραφές αυτές εξυπηρετούν τον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται, όπως ορίζεται στο άρθρο της 1, στη διευκόλυνση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τον καπνό και τα συναφή προϊόντα, με σημείο αφετηρίας ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, ιδίως των νέων.

85      Πρώτον, ως προς το ζήτημα κατά πόσον οι προδιαγραφές αυτές είναι πρόσφορες για την επίτευξη του ως άνω σκοπού, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 58 της παρούσας απόφασης, οι κανόνες εναρμόνισης των συστατικών των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης είναι, εκ της φύσης τους, πρόσφοροι να άρουν τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

86      Επιπλέον, οι προδιαγραφές του άρθρου 20, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2014/40 συμβάλλουν στην περιστολή των κινδύνων που συνδέονται με την έκθεση στη νικοτίνη. Επομένως, είναι επίσης πρόσφορες να εξασφαλίσουν ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας.

87      Δεύτερον, ως προς το ζήτημα κατά πόσον οι προβλεπόμενοι περιορισμοί βαίνουν τυχόν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η οδηγία 2014/40, πρέπει, αφενός, να απορριφθεί, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν στις σκέψεις 36 έως 43 της παρούσας απόφασης, το επιχείρημα ότι οι προδιαγραφές του άρθρου 20, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, είναι αυστηρότερες από τους κανόνες οι οποίοι ισχύουν για τα προϊόντα καπνού.

88      Αφετέρου, σε σχέση με το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/40, η Pillbox υποστηρίζει ότι η επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να προβλέψει ανώτατο όριο 20 mg ανά ml για την περιεκτικότητα του υγρού των ηλεκτρονικών τσιγάρων σε νικοτίνη, στηρίχθηκε σε επιστημονικώς εσφαλμένη παραδοχή. Κατά την Pillbox, ο νομοθέτης, προς δικαιολόγηση της συγκεκριμένης τιμής, έλαβε ως δεδομένο ότι η ποσότητα της νικοτίνης που ελευθερώνεται αντιστοιχεί προς την επιτρεπόμενη δόση νικοτίνης η οποία ελευθερώνεται από ένα κλασικό τσιγάρο με βάση τον καπνό, κατά τον χρόνο που χρειάζεται για το κάπνισμά του. Η Pillbox διατείνεται, όμως, ότι η παραδοχή αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τον ειδικό τρόπο λειτουργίας των ηλεκτρονικών τσιγάρων, καθόσον, ενώ η περιεκτικότητα σε νικοτίνη η οποία αναγράφεται στα πακέτα των τσιγάρων με βάση τον καπνό συναρτάται με τη μεταβολισμένη ποσότητα νικοτίνης που ελευθερώνεται στο κυκλοφορικό σύστημα του καπνιστή, η μέγιστη ποσότητα νικοτίνης κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/40 αναφέρεται στην «υλική» ποσότητα νικοτίνης μέσα στο υγρό των ηλεκτρονικών τσιγάρων. Η Pillbox καταλήγει ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο νομοθέτης της Ένωσης υπονόμευσε σημαντικά την αποτελεσματικότητα των ηλεκτρονικών τσιγάρων ως υποκατάστατου των προϊόντων καπνού, εν αντιθέσει προς τον σκοπό της εξασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας.

89      Το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν τη βασιμότητα του επιχειρήματος αυτού, παραπέμποντας σε άλλες επιστημονικές μελέτες.

90      Χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του συγκεκριμένου ζητήματος, τονίζεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης στηρίχθηκε, όπως συνάγεται από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, και σε άλλα αντικειμενικά στοιχεία προκειμένου να καθορίσει τη μέγιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα του υγρού των ηλεκτρονικών τσιγάρων σε νικοτίνη.

91      Συγκεκριμένα, πρώτον, η ανάγκη επιβολής ανώτατου ορίου ως προς τη νικοτίνη που μπορεί να περιέχεται στο υγρό των ηλεκτρονικών τσιγάρων δικαιολογείται αν ληφθούν υπόψη οι κίνδυνοι πρόσληψης υπερβολικής δόσης και δηλητηρίασης, για τους οποίους γίνεται λόγος στην έκθεση ENDS.

92      Δεύτερον, όπως υποστηρίζουν τόσο το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή όσο και η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση, χωρίς να αντικρουστούν ως προς το σημείο αυτό, τα διαθέσιμα στοιχεία κατά την έκδοση της οδηγίας 2014/40 καταδείκνυαν ότι τα τσιγάρα που πωλούνταν στην εσωτερική αγορά είχαν, στη μεγάλη τους πλειονότητα, περιεκτικότητα σε νικοτίνη μικρότερη των 30 mg ανά ml.

93      Εξάλλου, όπως παρατηρούν το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, η ίδια η Pillbox παραδέχθηκε, σε ανοικτή επιστολή της προς το Κοινοβούλιο στις 8 Ιουλίου 2013, ότι ένας καπνιστής ο οποίος καταναλώνει ημερησίως κατά μέσο όρο είκοσι τσιγάρα με βάση τον καπνό, χρειάζεται από 18 έως 24 mg νικοτίνης ανά ml, προκειμένου το ηλεκτρονικό τσιγάρο να αποτελεί ρεαλιστική εναλλακτική προς αντικατάσταση των λεγόμενων «παραδοσιακών» προϊόντων καπνού.

94      Τρίτον, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν απαγορεύει τη διάθεση στην αγορά ηλεκτρονικών τσιγάρων των οποίων το υγρό περιέχει περισσότερο από 20 mg νικοτίνης ανά ml. Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2014/40, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 36 της ίδιας οδηγίας, η εμπορία τέτοιων προϊόντων εντός της Ένωσης επιτρέπεται υπό τις προϋποθέσεις και σύμφωνα με τις διαδικασίες των οδηγιών 2001/83 και 93/42.

95      Προβλέποντας αυτή τη δυνατότητα, ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε υπόψη τις ανάγκες ορισμένων καταναλωτών, οι οποίοι λόγω είτε του σταδίου της εξάρτησής τους είτε των συνηθειών τους, πρέπει να έχουν πρόσβαση, ως βοήθημα στην απεξάρτηση από το κάπνισμα, σε ηλεκτρονικά τσιγάρα με συγκέντρωση νικοτίνης μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/40.

96      Καθίσταται σαφές, από όλα αυτά τα στοιχεία, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης στάθμισε τα διάφορα συμφέροντα λαμβάνοντας υπόψη πολλούς παράγοντες και δίχως να υπερβεί τα όρια της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας.

97      Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, θεσπίζοντας το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2014/40, ενήργησε αυθαίρετα ή υπερέβη προδήλως τα όρια αυτού που ήταν πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για τη διευκόλυνση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τον καπνό και τα συναφή προϊόντα, με σημείο αφετηρίας ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, ιδίως των νέων.

98      Εν συνεχεία, σε σχέση με το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2014/40, από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι το κύρος της συγκεκριμένης διάταξης αμφισβητείται υπό το πρίσμα της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Λαμβανομένου υπόψη ότι η δόση την οποία προσλαμβάνει ο κάθε καταναλωτής από τα ηλεκτρονικά τσιγάρα ποικίλλει ανάλογα με τον τρόπο χρήσης των προϊόντων αυτών, υποστηρίζεται ότι στερείται σαφήνειας η απαίτηση να ελευθερώνουν τα ηλεκτρονικά τσιγάρα τις δόσεις νικοτίνης «σε σταθερά επίπεδα υπό φυσιολογικές συνθήκες χρήσης».

99      Όπως σημειώνεται στην αιτιολογική σκέψη 39 της οδηγίας 2014/40, σκοπός της απαίτησης αυτής είναι, μεταξύ άλλων, να αποτραπεί ο κίνδυνος της πρόσληψης, κατά λάθος, υψηλών δόσεων νικοτίνης.

100    Διαπιστώνεται ότι, υπό το πρίσμα του συγκεκριμένου σκοπού, το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο στʹ, της οδηγίας ορίζει με επαρκή σαφήνεια το προς επίτευξη αποτέλεσμα, ήτοι ότι με κάθε εισπνοή πρέπει να ελευθερώνεται η ίδια ποσότητα νικοτίνης υπό αντίστοιχες συνθήκες χρήσης, περιλαμβανομένης της δύναμης της εισπνοής.

101    Το γεγονός ότι η διάταξη αυτή δεν προβλέπει συγκεκριμένη μέθοδο ή διαδικασία προς εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης δεν σημαίνει ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Πράγματι, ελλείψει σχετικής ρύθμισης σε επίπεδο Ένωσης, απόκειται στα κράτη μέλη ή, ενδεχομένως, στους ίδιους τους κατασκευαστές να επιλέξουν μια αξιόπιστη μέθοδο που να εξασφαλίζει την τήρηση της υποχρέωσης αυτής.

102    Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/40.

–       Επί του κύρους του άρθρου 20, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/40

103    Από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι ο λόγος για τον οποίο αμφισβητείται το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/40 είναι ότι θεωρείται αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας η απαίτηση να περιέχουν οι μονάδες συσκευασίας των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης χωριστό ενημερωτικό φυλλάδιο, δεδομένου ότι οι αναγκαίες πληροφορίες θα μπορούσαν κάλλιστα να αναγράφονται και στη συσκευασία του προϊόντος, ενώ δεν προβλέπεται οποιαδήποτε ανάλογη απαίτηση σε σχέση με τα προϊόντα καπνού.

104    Επ’ αυτού, επισημαίνεται, πρώτον, ότι το πλήθος και το είδος ορισμένων εκ των πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στο χωριστό φυλλάδιο, όπως, παραδείγματος χάρη, οι πληροφορίες για τις αντενδείξεις, τις προειδοποιήσεις για τις ειδικές ομάδες κινδύνου και τις ενδεχόμενες παρενέργειες, καθιστούν μάλλον απίθανο το ενδεχόμενο να μπορούν αυτές να παρουσιαστούν, κατά τρόπο ώστε να είναι ορατές και ευανάγνωστες, απλώς και μόνο στη συσκευασία του προϊόντος, κατά μείζονα δε λόγο αν ληφθεί υπόψη ότι, βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/40, η συσκευασία πρέπει να περιέχει τόσο κατάλογο όλων των συστατικών του προϊόντος όσο και τις απαιτούμενες προειδοποιήσεις για την υγεία.

105    Δεύτερον, η ύπαρξη φυλλαδίου το οποίο είναι χωριστό από τη συσκευασία του προϊόντος και περιέχει πληροφορίες όπως αυτές που αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης σημαίνει ότι ο καταναλωτής μπορεί να έχει τις πληροφορίες στη διάθεσή του ακόμη και αφότου πετάξει τη συσκευασία.

106    Τρίτον, το επιχείρημα ότι ουδεμία ανάλογη απαίτηση επιβάλλεται ως προς τα τσιγάρα με βάση τον καπνό δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσει για τους λόγους που προεκτέθηκαν στις σκέψεις 36 έως 43 της παρούσας απόφασης.

107    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, θεσπίζοντας το άρθρο 20, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/40, υπερέβη προδήλως τα όρια αυτού που ήταν πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω οδηγία.

108    Κατόπιν των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/40.

–       Επί του κύρους του άρθρου 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40

109    Το άρθρο 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40 απαγορεύει, κατ’ ουσίαν, τις εμπορικές επικοινωνίες και τις χορηγίες όσον αφορά τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης, εφόσον οι πρακτικές αυτές έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα, άμεσο ή έμμεσο, την προώθηση των πωλήσεων τέτοιων προϊόντων.

110    Από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι ο λόγος για τον οποίο αμφισβητείται το κύρος της συγκεκριμένης διάταξης είναι ότι θεωρείται ότι αυτή έχει δυσανάλογες επιπτώσεις σε μια αναπτυσσόμενη αγορά, ενώ αντιθέτως τα προϊόντα καπνού, επωφελούμενα από την επί μακρόν διαφήμισή τους, έχουν εδραιωθεί στην αγορά. Επιπλέον, η επίμαχη απαγόρευση είναι διατυπωμένη με ευρύ τρόπο ώστε να καλύπτει και τις διαδικτυακές πωλήσεις ηλεκτρονικών τσιγάρων, τη στιγμή που, κατά την άποψη πάντοτε της Pillbox, δεν ισχύει ανάλογη απαγόρευση ως προς τα προϊόντα καπνού.

111    Η απαγόρευση του άρθρου 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40 αποσκοπεί στην εφαρμογή ενός ενιαίου καθεστώτος για την εμπορία των ηλεκτρονικών τσιγάρων εντός της εσωτερικής αγοράς, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας, λαμβανομένων υπόψη τόσο της αβεβαιότητας η οποία περιβάλλει το προϊόν αυτό όσο και των επιταγών που απορρέουν από την αρχή της προφύλαξης.

112    Συναφώς διαπιστώνεται, πρώτον, ότι η εν λόγω απαγόρευση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του ως άνω σκοπού. Πράγματι, αφενός, όπως σημειώνεται στην αιτιολογική σκέψη 43 της οδηγίας 2014/40, οι αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και πρακτικών σχετικά με τη διαφήμιση και τις χορηγίες ως προς τα ηλεκτρονικά τσιγάρα εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, και προκαλούν έναν όχι αμελητέο κίνδυνο στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Αν δεν λαμβάνονταν μέτρα σε επίπεδο Ένωσης, οι αποκλίσεις αυτές θα ήταν πιθανό να επιταθούν στο άμεσο μέλλον, λαμβανομένης υπόψη και της ταχείας επέκτασης της αγοράς των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης.

113    Αφετέρου, το άρθρο 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40 συμβάλλει στον περιορισμό της επαφής των καταναλωτών, κυρίως των ιδιαιτέρως δεκτικών στη διαφήμιση νέων ανθρώπων, με εμπορικά ερεθίσματα που ωθούν στην αγορά ή την κατανάλωση ηλεκτρονικών τσιγάρων, ώστε αυτοί να εκτίθενται σε μικρότερο βαθμό στους αποδεδειγμένους και στους πιθανούς κινδύνους υγείας τους οποίους ενδέχεται να προκαλούν τα οικεία προϊόντα.

114    Δεύτερον, ως προς το ζήτημα κατά πόσον η απαγόρευση αυτή είναι αναγκαία, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι, με την απόφαση που προαναφέρθηκε στη σκέψη 59 της παρούσας απόφασης, η διάσκεψη των μερών της ΣΠΕΚ κάλεσε «πάραυτα τα συμβαλλόμενα μέρη να εξετάσουν το ενδεχόμενο απαγόρευσης ή περιορισμού της διαφήμισης, της προώθησης και των χορηγιών όσον αφορά τις ηλεκτρονικές συσκευές εισπνοής με νικοτίνη».

115    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, θεσπίζοντας το άρθρο 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40, υπερέβη προδήλως τα όρια αυτού που ήταν αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η ως άνω οδηγία.

116    Το γεγονός ότι τα προϊόντα καπνού μπορούσαν επί μακρόν να διαφημιστούν επ’ ουδενί συνιστά λόγο για να επιτρέψει ο νομοθέτης της Ένωσης τις διαφημίσεις και υπέρ των ηλεκτρονικών τσιγάρων. Αντιθέτως, από τη στιγμή που περιήλθαν σε γνώση του σοβαρές επιστημονικές ενδείξεις ότι ένα σχετικά νέο στην αγορά προϊόν ενείχε πιθανούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, ο νομοθέτης της Ένωσης όφειλε να ενεργήσει κατά τρόπο σύμφωνο με την αρχή της προφύλαξης, με το άρθρο 35, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, με το άρθρο 9 ΣΛΕΕ και με τα άρθρα 114, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και 168, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, βάσει των οποίων δεσμεύεται να εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας κατά τη χάραξη και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και των δράσεων της Ένωσης.

117    Όσον αφορά δε την αιτίαση ότι η απαγόρευση του άρθρου 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40 καλύπτει και τις διαδικτυακές πωλήσεις ηλεκτρονικών τσιγάρων, διαπιστώνεται ότι αυτή στηρίζεται σε μια προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της ως άνω διάταξης. Πράγματι, επ’ ουδενί συνάγεται από το γράμμα της ότι αυτή απαγορεύει καθ’ οιονδήποτε τρόπο το συγκεκριμένο μέσο εμπορίας. Αντιθέτως, το άρθρο 20, παράγραφος 6, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 18 της οδηγίας 2014/40, ορίζει ότι αυτή δεν επιβάλλει παρόμοια απαγόρευση, αλλά αφήνει τα κράτη μέλη ελεύθερα να επιλέξουν αν θα απαγορεύσουν ή θα επιτρέψουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις διασυνοριακές πωλήσεις ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης, περιλαμβανομένων των πωλήσεών τους μέσω διαδικτύου.

118    Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40.

–       Επί του κύρους του άρθρου 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40

119    Το άρθρο 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40 ορίζει ότι το άρθρο 18 της οδηγίας αυτής εφαρμόζεται ως προς τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως πώληση ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης. Το άρθρο 18, αφενός, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαγορεύσουν τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως πώληση προϊόντων καπνού στους καταναλωτές και, αφετέρου, επιβάλλει μια σειρά κοινών κανόνων στα κράτη μέλη τα οποία θα αποφασίσουν να μην την απαγορεύσουν.

120    Από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι οι λόγοι για τους οποίους αμφισβητείται το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40 είναι ότι θεωρείται, πρώτον, ότι η διάταξη αυτή αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, στον βαθμό που υφίστανται λιγότερο επαχθή αλλά εξίσου πρόσφορα μέτρα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την οδηγία σκοπού, όπως ο καθορισμός ηλικιακών ορίων ειδικά για την κατανάλωση ηλεκτρονικών τσιγάρων, και, δεύτερον, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν αιτιολόγησε την επέκταση της εφαρμογής του κανόνα του άρθρου 18 της ως άνω οδηγίας στην εμπορία ηλεκτρονικών τσιγάρων.

121    Όσον αφορά, πρώτον, την αιτίαση ότι ο κανόνας του άρθρου 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40 προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, επισημαίνεται ότι ο σκοπός της διάταξης αυτής διευκρινίζεται ρητώς στην αιτιολογική σκέψη 33 της ίδιας οδηγίας, όπου παρατηρείται ότι οι διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις προϊόντων καπνού, αφενός, θα μπορούσαν να διευκολύνουν την πρόσβαση σε προϊόντα καπνού τα οποία δεν πληρούν τις προδιαγραφές της εν λόγω οδηγίας, και, αφετέρου, επιτείνουν τον κίνδυνο να αποκτήσουν οι νέοι πρόσβαση στα οικεία προϊόντα. Τα ως άνω συμπεράσματα ισχύουν κατ’ αναλογία και για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης, όπως μαρτυρά και η παραπομπή την οποία κάνει το άρθρο 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40 στο άρθρο 18 της οδηγίας αυτής.

122    Σκοπός του άρθρου 20, παράγραφος 6, είναι να παράσχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποτρέπουν την καταστρατήγηση των προδιαγραφών τις οποίες θέτει η οδηγία 2014/40 όσον αφορά τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης, με σημείο αφετηρίας ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, ιδίως των νέων.

123    Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι πράξη της Ένωσης εκδιδόμενη βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ μπορεί να ενσωματώνει διατάξεις οι οποίες αποσκοπούν στην αποτροπή του ενδεχομένου καταστρατήγησης των προδιαγραφών που τίθενται για τη βελτίωση των όρων λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς [βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑376/98, EU:C:2000:544, σκέψη 100, καθώς και British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 82].

124    Τα μέτρα τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40 είναι πρόσφορα για την επίτευξη του προαναφερθέντος στη σκέψη 122 της παρούσας απόφασης σκοπού, στον βαθμό που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να απαγορεύσουν τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως πώληση τόσο των ηλεκτρονικών τσιγάρων όσο και των περιεκτών επαναπλήρωσης, και επιβάλλουν ορισμένους κοινούς κανόνες σε όσα κράτη μέλη αποφασίσουν να μην την απαγορεύσουν.

125    Ως προς το ζήτημα κατά πόσον τα μέτρα αυτά είναι απολύτως αναγκαία, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη διάταξη δεν καθιστά υποχρεωτική την απαγόρευση της διασυνοριακής εξ αποστάσεως πώλησης των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης, αλλά αφήνει τα κράτη μέλη να επιλέξουν αν θα απαγορεύσουν ή θα επιτρέψουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τέτοιες πωλήσεις.

126    Το άρθρο 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40 δίνει, λοιπόν, στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προσαρμόσουν ανάλογα τις ενέργειές τους, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις επιστημονικές προόδους στον οικείο τομέα όσο και την εξέλιξη της σχετικής αγοράς.

127    Όσον αφορά την καθιέρωση ηλικιακών ορίων ειδικά για την κατανάλωση των ηλεκτρονικών τσιγάρων, την οποία προτείνει η Pillbox ως λιγότερο επαχθές μέτρο, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή θα λειτουργούσε αποτελεσματικώς ως μέσο εξασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας, ιδίως των νέων, δεδομένου μάλιστα ότι ένα τέτοιο μέτρο μπορεί εύκολα να καταστρατηγηθεί στο πλαίσιο διασυνοριακής εξ αποστάσεως πώλησης.

128    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κανόνας του άρθρου 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40 υπερβαίνει προδήλως τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η οδηγία.

129    Όσον αφορά, δεύτερον, την αιτίαση ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν έχει αιτιολογηθεί, αληθεύει ασφαλώς ότι η αιτιολογική σκέψη 33 της οδηγίας 2014/40 αναφέρεται μόνο στα προϊόντα καπνού. Εντούτοις, το γεγονός ότι το άρθρο 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40 παραπέμπει απλώς, ως προς τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης, στους κανόνες του άρθρου 18 της ίδιας οδηγίας καταδεικνύει ότι, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη της Ένωσης, τα όσα εκτίθενται στην ως άνω αιτιολογική σκέψη ισχύουν κατ’ αναλογία και για τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως πώληση των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης.

130    Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, ως προς το ζήτημα αυτό, ότι η αιτιολογία μιας πράξης γενικής ισχύος μπορεί απλώς να αναφέρεται, αφενός, στην όλη κατάσταση η οποία οδήγησε στην έκδοση της πράξης, και, αφετέρου, στους γενικούς σκοπούς που επιδιώκονται με την πράξη (βλ., ιδίως, απόφαση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑398/13 P, EU:C:2015:535, σκέψη 29).

131    Διαπιστώνεται συνεπώς ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 6, της οδηγίας 2014/40.

–       Επί του κύρους του άρθρου 20, παράγραφος 7, της οδηγίας 2014/40

132    Το άρθρο 20, παράγραφος 7, της οδηγίας 2014/40 επιβάλλει στους κατασκευαστές και στους εισαγωγείς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης την υποχρέωση να υποβάλλουν ετησίως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ορισμένα δεδομένα ώστε αυτές να μπορούν να εποπτεύουν την εξέλιξη της αγοράς.

133    Ο πρώτος λόγος για τον οποίο αμφισβητείται το κύρος της διάταξης αυτής είναι ότι θεωρείται ότι οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης επωμίζονται, εξαιτίας της, ένα δυσανάλογο βάρος, ενώ ουδεμία ανάλογη υποχρέωση επιβάλλεται στους κατασκευαστές και στους εισαγωγείς προϊόντων καπνού, καθώς και ότι λιγότερο επαχθή μέτρα, όπως οι έρευνες αγοράς, θα καθιστούσαν δυνατή την εποπτεία της εξέλιξης της αγοράς. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι, κατά την Pillbox, η υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τις «προτιμήσεις διαφόρων ομάδων καταναλωτών» είναι ασαφής και, ως εκ τούτου, αντιβαίνει στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.

134    Από την αιτιολογική σκέψη 44 της οδηγίας 2014/40 συνάγεται ότι σκοπός του άρθρου 20, παράγραφος 7, της οδηγίας αυτής είναι να παράσχει στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της άσκησης των ρυθμιστικών τους καθηκόντων, να συγκεντρώνουν εξαντλητικές πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη της αγοράς των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης.

135    Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι το εν λόγω μέτρο είναι πρόσφορο, πρέπει να εξεταστεί, πρώτον, κατά πόσον βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού.

136    Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί κατ’ αρχάς η αιτίαση ότι η προαναφερθείσα υποχρέωση προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας για τον λόγο και μόνον ότι δεν προβλέπεται ανάλογη υποχρέωση για τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς προϊόντων καπνού. Συγκεκριμένα, εν αντιθέσει προς τα τελευταία αυτά προϊόντα, σε σχέση με τα οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν ήδη στη διάθεσή τους λεπτομερείς πληροφορίες λόγω της επί μακρόν παρουσίας τους στην αγορά και των επιστημονικών μελετών που έχουν εκπονηθεί σχετικά, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και οι περιέκτες επαναπλήρωσης θα μπορούσαν, και μάλιστα θα έπρεπε, να υπόκεινται σε ενισχυμένη εποπτεία κατά τη διάθεσή τους στην αγορά, τόσο επειδή πρόκειται για νέα προϊόντα όσο και επειδή επικρατεί αβεβαιότητα ως προς τους κινδύνους τους οποίους ενέχουν για την υγεία όσων τα καταναλώνουν.

137    Εν συνεχεία, τονίζεται ότι τα στοιχεία τα οποία οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης οφείλουν να διαβιβάζουν δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 7, της οδηγίας 2014/40, όπως ο όγκος και το είδος των πωλήσεων, οι προτιμήσεις διαφόρων ομάδων καταναλωτών, οι βασικοί τύποι χρηστών και η σύνοψη τυχόν ερευνών αγοράς στον οικείο τομέα, συνδέονται άμεσα με την εμπορική τους δραστηριότητα, οπότε είναι οι πλέον κατάλληλοι να παράσχουν τα σχετικά δεδομένα. Επιπλέον, εφόσον τα στοιχεία αυτά έχουν προδήλως ενδιαφέρουν για τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης στο πλαίσιο της ανάπτυξης της εμπορικής τους στρατηγικής, είναι μάλλον πιθανόν ότι συλλέγονται τακτικά και από τους ίδιους. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς επωμίζονται ένα προδήλως υπέρμετρο βάρος λόγω της υποχρέωσης αυτής.

138    Όσον αφορά, τέλος, τη δυνατότητα να προβλεφθεί η εκπόνηση ερευνών αγοράς ως λιγότερο επαχθές μέτρο, αρκεί η επισήμανση ότι τίποτε δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές ή τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης να πραγματοποιούν τέτοιες έρευνες με σκοπό είτε την παρακολούθηση της κατάστασης της αγοράς είτε τη συλλογή ορισμένων πληροφοριών, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 20, παράγραφος 7, της οδηγίας 2014/40. Εντούτοις, τέτοιες έρευνες αγοράς, αφενός, μπορούν να παράσχουν μέρος μόνον των πληροφοριών οι οποίες είναι σημαντικές για την εποπτεία της εξέλιξης της αγοράς, και, αφετέρου, είναι αδύνατο να υποκαταστήσουν τις πιο ακριβείς, αξιόπιστες και εξαντλητικές πληροφορίες που προέρχονται απευθείας από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα.

139    Δεύτερον, ως προς την αιτίαση ότι υπάρχει μια ασάφεια σε σχέση με την έκταση της υποχρέωσης, την οποία επιβάλλει το άρθρο 20, παράγραφος 7, στοιχείο ii, της οδηγίας 2014/40, για παροχή πληροφοριών σχετικών με τις «προτιμήσεις διαφόρων ομάδων καταναλωτών», από τις σκέψεις 78 και 101 της παρούσας απόφασης συνάγεται ήδη, αφενός, ότι δεν είναι αναγκαίο η ίδια η νομοθετική πράξη να διευκρινίζει τεχνικά ζητήματα, παραδείγματος χάρη να ορίζει τη μέθοδο που θα πρέπει να εφαρμόζεται για τη συλλογή των τάδε ή των δείνα δεδομένων, και, αφετέρου, ότι, ελλείψει σχετικής ρύθμισης σε επίπεδο Ένωσης, απόκειται στα κράτη μέλη να επιλέγουν μια αξιόπιστη μέθοδο προς εκπλήρωση των οικείων υποχρεώσεών τους.

140    Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 7, της οδηγίας 2014/40.

141    Βάσει της συλλογιστικής που αναπτύχθηκε στις σκέψεις 47 έως 140 της παρούσας απόφασης, διαπιστώνεται ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει, εν όλω ή εν μέρει, το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40 υπό το πρίσμα των δύο αυτών αρχών.

 Επί του κύρους του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40 υπό το πρίσμα της αρχής της επικουρικότητας

142    Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, τρίτον, από το Δικαστήριο να εξετάσει το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40 υπό το πρίσμα της αρχής της επικουρικότητας.

143    Επ’ αυτού, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει, αφενός, ότι διάφορα εθνικά κοινοβούλια έκριναν ότι το σχέδιο οδηγίας δεν ήταν σύμφωνο με την αρχή της επικουρικότητας και εξέδωσαν, για τον λόγο αυτό, αιτιολογημένες γνώμες δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, το οποίο έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη ΕΕ και στη Συνθήκη ΛΕΕ (στο εξής: πρωτόκολλο 2), και, αφετέρου, ότι δεν είχε αποδειχθεί επαρκώς η ύπαρξη, σε εθνικό επίπεδο, αποκλίσεων μεταξύ των κανόνων που ίσχυαν για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης.

144    Η αρχή της επικουρικότητας διατυπώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, ΣΕΕ, το οποίο ορίζει ότι η Ένωση, στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητά της, παρεμβαίνει μόνον αν και στον βαθμό όπου οι στόχοι της σχεδιαζόμενης δράσης είναι αδύνατο να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, οπότε μπορούν, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να υλοποιηθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης. Εξάλλου, το άρθρο 5 του πρωτοκόλλου 2 θέτει κατευθυντήριες γραμμές βάσει των οποίων εξετάζεται αν πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις (απόφαση Εσθονία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑508/13, EU:C:2015:403, σκέψη 44).

145    Ο έλεγχος της τήρησης της αρχής της επικουρικότητας ασκείται σε πρώτη φάση, σε πολιτικό επίπεδο, από τα εθνικά κοινοβούλια σύμφωνα με τις διαδικασίες τις οποίες προβλέπει σχετικά το πρωτόκολλο 2.

146    Σε δεύτερη φάση, αρμόδιος για τον έλεγχο της τήρησης της αρχής αυτής είναι ο δικαστής της Ένωσης ο οποίος οφείλει να εξετάζει αν πληρούνται τόσο οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 3, ΣΕΕ όσο και οι διαδικαστικές εγγυήσεις του πρωτοκόλλου 2.

147    Όσον αφορά, πρώτον, τον δικαστικό έλεγχο της τήρησης των διαδικαστικών εγγυήσεων του πρωτοκόλλου 2, τονίζεται ότι οι αιτιολογημένες γνώμες που εκδόθηκαν εν προκειμένω από τα εθνικά κοινοβούλια δυνάμει αυτού του πρωτοκόλλου εντάσσονται στο πλαίσιο του μηχανισμού τον οποίο θεσπίζει το εν λόγω πρωτόκολλο για τον πολιτικό έλεγχο της τήρησης της συγκεκριμένης αρχής. Στο πλαίσιο όμως αυτό, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάζει μόνον την τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπονται από το ως άνω πρωτόκολλο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υποβλήθηκε στο Δικαστήριο κανένα σχετικό αίτημα.

148    Όσον αφορά, δεύτερον, τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 3, ΣΕΕ, το Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει αν ευλόγως ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε, βάσει εμπεριστατωμένων στοιχείων, ότι ο σκοπός που επιδιωκόταν με τη σχεδιαζόμενη δράση μπορούσε να υλοποιηθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης.

149    Εν προκειμένω, δεδομένου ότι πρόκειται για τον τομέα της βελτίωσης της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ο οποίος δεν καταλέγεται μεταξύ εκείνων όπου η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, πρέπει να εξεταστεί αν ο σκοπός που επιδιώκεται με την οδηγία 2014/40 μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης [βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψεις 179 και 180].

150    Ως προς την εκτίμηση την οποία εκφράζει το αιτούν δικαστήριο στην απόφαση περί παραπομπής, ότι δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς κατά νόμον ότι υπήρχαν, σε εθνικό επίπεδο, αποκλίσεις στους κανόνες που ίσχυαν για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τους περιέκτες επαναπλήρωσης, αρκεί η παραπομπή στις σκέψεις 57 και 112 της παρούσας απόφασης όπου γίνεται λόγος για την ύπαρξη τέτοιων αποκλίσεων.

151    Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει, εν όλω ή εν μέρει, το κύρος του άρθρου 20, της οδηγίας 2014/40 υπό το πρίσμα της αρχής της επικουρικότητας.

 Επί του κύρους του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40 υπό το πρίσμα των άρθρων 16 και 17 του Χάρτη

152    Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, τέταρτον, από το Δικαστήριο να εξετάσει το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40, ιδίως δε την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, υπό το πρίσμα των άρθρων 16 και 17 του Χάρτη.

153    Στην απόφαση περί παραπομπής αναφέρεται ότι η απαγόρευση των εμπορικών επικοινωνιών την οποία επιβάλλει το άρθρο 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40 ενδέχεται να παρακωλύει την εμπορική δραστηριότητα της Pillbox, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17 του Χάρτη.

154    Σε σχέση, πρώτον, με το άρθρο 16 του Χάρτη, υπενθυμίζεται ότι η συγκεκριμένη διάταξη ορίζει ότι «[η] επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές».

155    Η προστασία που παρέχεται με το άρθρο 16 περιλαμβάνει την ελευθερία άσκησης οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας, την ελευθερία σύναψης συμβάσεων και τον ελεύθερο ανταγωνισμό, όπως προκύπτει από τις σχετικές με το άρθρο αυτό διευκρινίσεις, οι οποίες πρέπει, κατά τα άρθρα 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και 52, παράγραφος 7, του Χάρτη, να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία του τελευταίου (απόφαση Sky Österreich, C‑283/11, Συλλογή, EU:C:2013:28, σκέψη 42).

156    Εν προκειμένω, στον βαθμό που η απαγόρευση των εμπορικών επικοινωνιών την οποία επιβάλλει το άρθρο 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40 εμποδίζει τους οικονομικούς φορείς να προωθήσουν τα προϊόντα τους, στοιχειοθετείται πράγματι επέμβαση στην επιχειρηματική τους ελευθερία.

157    Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, η επιχειρηματική ελευθερία δεν συνιστά απόλυτο προνόμιο, αλλά πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τη λειτουργία της στην κοινωνία (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Sky Österreich, C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 45).

158    Ως εκ τούτου, μπορεί να υπόκειται σε ευρύ φάσμα παρεμβάσεων εκ μέρους της δημόσιας εξουσίας, μέσω των οποίων ενδέχεται να τίθενται, προς το γενικό συμφέρον, περιορισμοί στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας (απόφαση Sky Österreich, C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 46).

159    Τούτο αντανακλά και στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη (απόφαση Sky Österreich, C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 47).

160    Στην τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται ότι οι περιορισμοί στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται στον Χάρτη πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο, να σέβονται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών, και, όπως επιτάσσει η αρχή της αναλογικότητας, να είναι αναγκαίοι και να εξυπηρετούν πράγματι είτε σκοπούς γενικού συμφέροντος οι οποίοι αναγνωρίζονται από την Ένωση είτε την προστασία δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων (απόφαση Sky Österreich, C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 48).

161    Διαπιστώνεται συναφώς ότι ο επίμαχος περιορισμός τέθηκε με το άρθρο 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/40, ήτοι από τον νόμο, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, και ότι δεν θίγει το βασικό περιεχόμενο της επιχειρηματικής ελευθερίας. Πράγματι, ούτε η συγκεκριμένη ούτε κάποια άλλη από τις διατάξεις της οδηγίας απαγορεύουν στις επιχειρήσεις να κατασκευάζουν και να εμπορεύονται ηλεκτρονικά τσιγάρα και περιέκτες επαναπλήρωσης τηρώντας τις προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει η οδηγία.

162    Επιπλέον, για τους λόγους που προεκτέθηκαν στις σκέψεις 109 έως 118 της παρούσας απόφασης, η διαπιστωθείσα επέμβαση δεν υπερβαίνει τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών τους οποίους επιδιώκει η οδηγία 2014/40.

163    Σε σχέση, δεύτερον, με το άρθρο 17 του Χάρτη όπου κατοχυρώνεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας, επισημαίνεται ότι, όπως διευκρινίζεται στο δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, το δικαίωμα αυτό καλύπτει και τη διανοητική ιδιοκτησία.

164    Στο μέτρο που η Pillbox επικαλείται επέμβαση στην εκμετάλλευση της διανοητικής της ιδιοκτησίας, περιλαμβανομένου του εμπορικού της σήματος, διαπιστώνεται, αφενός, ότι το άρθρο 20 της οδηγίας 2014/40 δεν την εμποδίζει με κανέναν τρόπο να αντλεί τα οφέλη της διανοητικής της ιδιοκτησίας στο πλαίσιο της εμπορίας των προϊόντων της, οπότε το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος ιδιοκτησίας παραμένει, κατ’ ουσίαν, άθικτο. Αφετέρου, για λόγους αντίστοιχους με εκείνους που προεκτέθηκαν στις σκέψεις 109 έως 118 της παρούσας απόφασης, ούτε η επέμβαση αυτή υπερβαίνει τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών τους οποίους επιδιώκει η οδηγία 2014/40.

165    Επομένως, γίνεται δεκτό ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει, εν όλω ή εν μέρει, το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40 υπό το πρίσμα των άρθρων 16 και 17 του Χάρτη.

166    Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι από την εξέτασή του δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο να θίγει, εν όλω ή εν μέρει, το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40.

 Επί των δικαστικών εξόδων

167    Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος του άρθρου 20 της οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.