ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 11ης Μαΐου 2011

Υπόθεση F‑71/09

Paolo Caminiti

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Προσφυγή προδήλως στερούμενη κάθε ερείσματος – Έναρξη ισχύος του κανονισμού (EΚ, Eυρατόμ) 723/2004 – Άρθρα 44 και 46 του ΚΥΚ – Άρθρο 7 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ – Κατάταξη – Πολλαπλασιαστικός συντελεστής – Μόρια προαγωγής»

Αντικείμενο :      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με την οποία ο Ρ. Caminiti ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της διοικήσεως να τον κατατάξει στον βαθμό AST 9, κλιμάκιο 4, με πολλαπλασιαστικό συντελεστή ισοδύναμο με 1, όπως προκύπτει από το δελτίο μισθοδοσίας του Μαρτίου του 2009 και των δελτίων των επομένων μηνών, και, κατά συνέπεια, την ανακατάταξή του, με ισχύ από 1ης Μαρτίου 2009, στον βαθμό AST 9, κλιμάκιο 2, διατηρώντας πολλαπλασιαστικό συντελεστή 1,071151, καθώς και «την πλήρη αποκατάσταση της [σταδιοδρομίας του] με αναδρομική ισχύ μέχρι της 1ης Μαρτίου 2009 κατά την ημερομηνία της ούτως τροποποιηθείσας βαθμολογικής και μισθολογικής κατατάξεώς του (περιλαμβανομένης της αξιολογήσεως της πείρας του στην ούτως τροποποιηθείσα κατάταξη, των δικαιωμάτων του προαγωγής και των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων), περιλαμβανομένης της καταβολής τόκων υπερημερίας βάσει του επιτοκίου που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κύριες πράξεις χρηματοδοτήσεως, που είναι εφαρμοστέο κατά την οικεία περίοδο, αυξημένο κατά δύο μονάδες, επί του συνόλου των ποσών που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών [σχετικά με την κατάταξή του και των αποδοχών σχετικά με την] κατάταξη την οποία θα δικαιούνταν μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση της νομότυπης κατατάξεώς του· επικουρικώς, τη χορήγηση μορίων προαγωγής […] που να αντιστοιχούν στην τροποποίηση του πολλαπλασιαστικού συντελεστή σε παράγοντα “χρόνου”».

Απόφαση:      Απορρίπτει την προσφυγή ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως στερούμενη κάθε νομικού ερείσματος. Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στην καταβολή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης του ποσού των 500 ευρώ βάσει του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας, στα δικαστικά του έξοδα και στα έξοδα της Επιτροπής.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αντικείμενο – Διαταγή απευθυνόμενη στη διοίκηση – Απαράδεκτο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)

2.      Υπάλληλοι – Αποδοχές – Μεταβατικοί κανόνες εφαρμοστέοι μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 723/2004 – Πρώτη προαγωγή μετά την 1η Μαΐου 2004 μονίμου υπαλλήλου προσληφθέντος πριν από την ημερομηνία αυτή

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα XIII, άρθρο 7 § 5· κανονισμός 723/2004 του Συμβουλίου)

3.      Υπάλληλοι – Αποδοχές – Μεταβατικοί κανόνες εφαρμοστέοι μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 723/2004 – Πρώτη προαγωγή μετά την 1η Μαΐου 2004 μονίμου υπαλλήλου προσληφθέντος πριν από την ημερομηνία αυτή

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα XIII, άρθρα 7 §§ 5 και 7· κανονισμός 723/2004 του Συμβουλίου)

4.      Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως λόγω καταχρηστικής άσκησης προσφυγής εκ μέρους υπαλλήλου

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 94)

1.      Στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 91 του ΚΥΚ, ο κοινοτικός δικαστής δεν δύναται, χωρίς να σφετεριστεί τα προνόμια της διοικητικής αρχής, να προβεί σε δηλώσεις ή βασικές διαπιστώσεις ή να απευθύνει διαταγές στα κοινοτικά όργανα. Το θεσμικό όργανο μπορεί το πολύ να οδηγηθεί να λάβει μέτρα, όπως τα ζητηθέντα από τον προσφεύγοντα, σε εκτέλεση αποφάσεως δεχόμενης τα ακυρωτικά αιτήματα του προσφεύγοντος.

(βλ. σκέψη 23)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 27 Ιουνίου 1991, T‑156/89, Valverde Mordt κατά Δικαστηρίου, σκέψη 150· 30 Απριλίου 2009, F‑65/07, Aayhan κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 52

2.      Οι πολλαπλασιαστικοί συντελεστές του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ αποτελούν μεταβατικό μέτρο με σκοπό να διασφαλιστεί το επίπεδο των βασικών μηνιαίων αποδοχών που καταβάλλεται στους υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν προσληφθεί υπό τον παλαιό ΚΥΚ, διευκρινιζομένου ωστόσο ότι οι εν λόγω συντελεστές δεν διασφαλίζουν μόνον ότι οι υπάλληλοι στους οποίους έχει εφαρμογή δεν θα υποστούν καμία μείωση των βασικών μηνιαίων αποδοχών τους λόγω της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 723/2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών, αλλά και ότι οι υπάλληλοι αυτοί δεν θα λάβουν καμία αύξηση των αποδοχών αυτών, πλην της ληφθείσας κατά την πρώτη τους προαγωγή, υπολογισθείσας κατά την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, και της τυχόν απορρέουσας από μισθολογική προαγωγή αυξήσεως.

Ο συντελεστής έχει έννοια μόνον όταν η αξία του είναι κατώτερη ή ανώτερη της μονάδας. Αντιθέτως, ένας ισοδύναμος με τη μονάδα συντελεστής σημαίνει ότι οι βασικές μηνιαίες αποδοχές του οικείου υπαλλήλου αντιστοιχούν στις βασικές μηνιαίες αποδοχές οι οποίες προβλέπονται στον ΚΥΚ για τον βαθμό και το κλιμάκιό του.

(βλ. σκέψεις 47 και 48)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 2 Ιουλίου 2010, T-485/08 P, Lafili κατά Επιτροπής, σκέψεις 87, 88, 95 και 96

3.      Ο μοναδικός σκοπός του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, και της παραγράφου του 7 ειδικότερα, είναι να διασφαλιστεί, με την εφαρμογή των πολλαπλασιαστικών συντελεστών, το επίπεδο των βασικών μηνιαίων αποδοχών που καταβάλλεται στους υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν προσληφθεί υπό τον παλαιό ΚΥΚ, ούτως ώστε οι εν λόγω υπάλληλοι δεν θα υποστούν καμία μείωση των βασικών μηνιαίων αποδοχών τους ούτε θα λάβουν καμία αύξηση των αποδοχών αυτών, πλην της ληφθείσας κατά την πρώτη τους προαγωγή, υπολογισθείσας κατά την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, και της τυχόν απορρέουσας από μισθολογική προαγωγή αυξήσεως.

Ωστόσο, η χορήγηση συμπληρωματικών μορίων προαγωγής βαίνει προδήλως πέραν του εν λόγω σκοπού φορολογικής ουδετερότητας, τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ και καταλήγει σε διαφορετική μεταχείριση του οικείου υπαλλήλου, ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει επακριβώς τα επίδικα έτη υπηρεσίας, όχι μόνο σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους που προσελήφθησαν μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 723/2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών, αλλά και με αυτούς που προσελήφθησαν υπό τον παλαιό ΚΥΚ και επί των βασικών μηνιαίων αποδοχών των οποίων εφαρμοζόταν πολλαπλασιαστικός συντελεστής αρχικώς κατώτερος της μονάδας, αλλά στη συνέχεια ισοδυναμούσε με τη μονάδα και, επομένως, καταργήθηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 7, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ.

(βλ. σκέψεις 63 και 64)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 30 Σεπτεμβρίου 2010, F‑107/05, Toth κατά Επιτροπής, σκέψεις 71 και 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

4.      Κατά το άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, αν το τελευταίο υποβλήθηκε σε έξοδα που θα μπορούσαν να αποφευχθούν, ιδίως αν η προσφυγή έχει χαρακτήρα προδήλως καταχρηστικό, μπορεί να καταδικάσει τον διάδικο που τα προκάλεσε στην εν όλω ή εν μέρει πληρωμή τους, χωρίς όμως το καταβλητέο ποσό να μπορεί να υπερβεί τα 2 000 ευρώ.

Η διάταξη αυτή πρέπει να εφαρμοστεί στην περίπτωση προσφυγής η οποία, πλην του ότι είναι προδήλως απαράδεκτη ή στερείται κάθε νομικού ερείσματος, ασκήθηκε μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, εκδοθείσας επί προσφυγής η οποία προέβαλε ακριβώς τον ίδιο νομικό προβληματισμό. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν, μετά την αναστολή της διαδικασίας μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου επί της αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, η απόφαση αυτή αναιρεθεί, αλλά ο προσφεύγων εμμένει στην προσφυγή του άνευ αιτιολογίας και επαφίεται απλώς στη σοφία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.

(βλ. σκέψεις 67-69)