ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(πρώτο τμήμα)

της 28ης Σεπτεμβρίου 2011

Υπόθεση F‑13/10

Carlo De Nicola

κατά

Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Προσωπικό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Αξιολόγηση — Προαγωγή — Αγωγή αποζημιώσεως — Παραδεκτό»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 41 του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ, με την οποία ο C. De Nicola ζητεί, μεταξύ άλλων, πρώτον, την ακύρωση της αποφάσεως της επιτροπής προσφυγών της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, δεύτερον, την ακύρωση της εκθέσεως αξιολογήσεώς του για το έτος 2008, τρίτον, την ακύρωση των αποφάσεων περί προαγωγών της 18ης Μαρτίου 2009, τέταρτον, την ακύρωση της αποφάσεως περί μη προαγωγής του και, πέμπτον, να υποχρεωθεί η Τράπεζα να αποκαταστήσει την υλική ζημία και να ικανοποιήσει χρηματικώς την ηθική βλάβη που ο προσφεύγων-ενάγων εκτιμά ότι υπέστη.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Ο προσφεύγων-ενάγων φέρει τα δικαστικά του έξοδα και το ήμισυ των δικαστικών εξόδων της ΕΤΕπ. Η ΕΤΕπ φέρει το ήμισυ των δικαστικών εξόδων της.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Προσφυγή — Αιτήματα βάλλοντα κατά της θέσεως που έλαβε η επιτροπή προσφυγών — Παραδεκτό — Αποτέλεσμα

(Κανονισμός του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 41)

2.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Προσφυγή — Προσφυγή κατά πράξεως γενικής ισχύος — Οδηγός της διαδικασίας αξιολογήσεως — Απαράδεκτο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90· Κανονισμός του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 41)

3.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Προσφυγή — Προθεσμίες — Απαίτηση τηρήσεως εύλογης προθεσμίας — Χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90· Κανονισμός του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 41)

4.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Προσφυγή — Προσφυγή βάλλουσα κατά της παραλείψεως ορισμού εκπροσώπου στην επιτροπή συνδιαλλαγής — Χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90· Κανονισμός του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 41)

5.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Προσφυγή — Κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ — Πλήρης δικαιοδοσία

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 1· Κανονισμός του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 41)

6.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Προσφυγή — Αγωγή αποζημιώσεως — Παραδεκτό προσφυγής-αγωγής της οποίας προηγήθηκε αίτημα αποζημιώσεως υποβληθέν στην επιτροπή προσφυγών

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91· Κανονισμός του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 41)

7.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Εκπρόθεσμη προσφυγή ακυρώσεως — Αγωγή αποζημιώσεως που αποβλέπει στο ίδιο αποτέλεσμα — Απαράδεκτο

8.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Ετήσια έκθεση αξιολογήσεως — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)

1.      Tα αιτήματα ακυρώσεως που βάλλουν κατά της θέσεως που έλαβε επιτροπή προσφυγών συσταθείσα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για την αξιολόγηση των μελών του προσωπικού δεν έχουν αυτοτελές περιεχόμενο και συνεπάγονται ότι στην κρίση του δικαστή της Ένωσης υποβάλλεται η έκθεση αξιολογήσεως κατά της οποίας έχει ασκηθεί διοικητική προσφυγή. Γενικότερα, η απόφαση της επιτροπής προσφυγών δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο σε σχέση με το σύνολο των αποφάσεων που αμφισβητήθηκαν ενώπιον της εν λόγω επιτροπής.

(βλ. σκέψη 44)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 8 Μαρτίου 2011, F‑59/09, De Nicola κατά ΕΤΕπ, σκέψη 131 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

2.      Το άρθρο 41 του Κανονισμού του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων παρέχει στα μέλη του προσωπικού μόνον τη δυνατότητα να υποβάλλουν στα δικαστήρια της Ένωσης διαφορές ατομικής φύσεως. Έστω και αν τα μέλη του προσωπικού μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο πλαίσιο διαφοράς ατομικής φύσεως, να επικαλεστούν την έλλειψη νομιμότητας μέτρων γενικής ισχύος, δεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν ευθέως την ακύρωση των εν λόγω μέτρων. Υφίσταται, εξάλλου, ως προς το σημείο αυτό, κάποια αναλογία προς τις διατάξεις του άρθρου 90 του ΚΥΚ που προβλέπουν ότι, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως βλαπτική πράξη, ένα μέτρο πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει την οριστική θέση που έλαβε η διοίκηση έναντι της ατομικής καταστάσεως του υπαλλήλου.

Συναφώς, ο οδηγός της διαδικασίας αξιολογήσεως της Τράπεζας, ο οποίος παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγορίας προσώπων, δηλαδή των υπαλλήλων της Τράπεζας, η οποία καθορίζεται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, αποτελεί συναφώς μέτρο γενικής ισχύος. Κατά συνέπεια, το αίτημα ακυρώσεώς του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά διαφορές ατομικής φύσεως κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 41 του κανονισμού του προσωπικού. Οι υπάλληλοι της Τράπεζας δεν μπορούν, συνεπώς, να ασκήσουν ευθεία προσφυγή κατά του εν λόγω οδηγού.

(βλ. σκέψεις 54 και 55)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 16 Ιουλίου 1981, 153/79, Bowden κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 13

ΓΔΕΕ: 6 Μαρτίου 2001, T‑192/99, Dunnett κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, σκέψεις 61 και 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 16 Δεκεμβρίου 2004, T‑120/01 και T‑300/01, De Nicola κατά ΕΤΕπ, σκέψη 132· 29 Νοεμβρίου 2006, T‑35/05, T‑61/05, T‑107/05, T‑108/05 και T‑139/05, Agne-Dapper κατά Επιτροπής, σκέψη 56

3.      Η διαδικασία συνδιαλλαγής του άρθρου 41 του Κανονισμού του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και η ειδική διαδικασία προσφυγής για ζητήματα που αφορούν την ετήσια αξιολόγηση, η οποία προβλέπεται σε διοικητική ανακοίνωση της Τράπεζας, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό με την υποχρεωτική προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία του άρθρου 90 του ΚΥΚ. Οι διαδικασίες αυτές αποβλέπουν, επίσης, στο να προσφέρουν τη δυνατότητα φιλικού διακανονισμού των διαφορών, παρέχοντας στη μεν Τράπεζα τη δυνατότητα να επανεξετάσει την προσβαλλόμενη πράξη, στο δε ενδιαφερόμενο μέλος του προσωπικού τη δυνατότητα να αποδεχθεί την αιτιολογία στην οποία στηρίχθηκε η εν λόγω πράξη και να μην ασκήσει, ενδεχομένως, προσφυγή. Περαιτέρω, οι κανονιστικές ρυθμίσεις της Τράπεζας δεν προβλέπουν τις λεπτομέρειες συντονισμού αυτών των δύο διαδικασιών. Όσον αφορά τις εκθέσεις αξιολογήσεως, η απόφαση εφαρμογής μιας από τις δύο διαδικασίες ή και των δύο ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά εναπόκειται στην κρίση του ενδιαφερομένου μέλους του προσωπικού, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως της ενδεικτικής προθεσμίας που τάσσουν οι σχετικές διοικητικές ανακοινώσεις για την υποβολή του ζητήματος στη δευτεροβάθμια επιτροπή.

Στο πλαίσιο αυτό, μια προθεσμία τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο η βλαπτική πράξη ή, ενδεχομένως, η αρνητική έκβαση της διαδικασίας προσφυγής ή η αποτυχία της διαδικασίας συνδιαλλαγής πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρείται εύλογη, υπό την προϋπόθεση πάντως, αφενός, ότι η ενδεχόμενη διαδικασία προσφυγής διεξήχθη εντός εύλογης προθεσμίας και, αφετέρου, ότι ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε την ενδεχόμενη αίτησή του περί συνδιαλλαγής εντός εύλογης προθεσμίας αφότου του κοινοποιήθηκε η βλαπτική γι’ αυτόν πράξη. Ειδικότερα, η θέσπιση των δύο αυτών προαιρετικών διαδικασιών από το άρθρο 41 του κανονισμού του προσωπικού και από τις δεσμευτικές για την Τράπεζα προαναφερθείσες ανακοινώσεις προς το προσωπικό, αντιστοίχως, οδηγεί κατ’ ανάγκη στο συμπέρασμα ότι, αν ένα μέλος του προσωπικού ζητήσει διαδοχικά την κίνηση της διαδικασίας προσφυγής και της διαδικασίας συνδιαλλαγής, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης αρχίζει μόνο μετά την αποτυχία της τελευταίας αυτής διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το μέλος του προσωπικού υπέβαλε την αίτηση συνδιαλλαγής εντός εύλογης προθεσμίας μετά το πέρας της διαδικασίας προσφυγής.

(βλ. σκέψεις 61 και 62)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: De Nicola κατά ΕΤΕπ, προπαρατεθείσα, σκέψεις 136 και 137 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

4.      Ουδείς εσωτερικός κανόνας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας το προσωπικό της Τράπεζας οφείλει να προσφύγει στο δικαστήριο σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν κινήσει τη διαδικασία συνδιαλλαγής, παραλείποντας να ορίσει το ένα από τα μέλη της επιτροπής συνδιαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 41 του κανονισμού του προσωπικού.

Εντούτοις, δεδομένου ότι η Τράπεζα δεν μπορεί νομίμως να αρνηθεί την κίνηση της διαδικασίας συνδιαλλαγής και ότι θα έπληττε την απαίτηση ασφάλειας δικαίου να ποικίλλει, ελλείψει νομοθετικής προβλέψεως, η προθεσμία προσβολής των πράξεων της Τράπεζας αναλόγως της φύσεως των εν λόγω διαδικασιών, πρέπει να θεωρηθεί, σύμφωνα με το πνεύμα του άρθρου 90 του ΚΥΚ, ότι, σε περίπτωση που μέλος του προσωπικού της Τράπεζας ζητήσει την υποβολή στην επιτροπή συνδιαλλαγής διαφορών άλλων πλην αυτών που αφορούν πειθαρχικές κυρώσεις και η Τράπεζα παραλείπει να ορίσει τον εκπρόσωπό της στην εν λόγω επιτροπή, η παράλειψη αυτή, με την πάροδο προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της παραλαβής της εν λόγω αιτήσεως από την Τράπεζα, ισοδυναμεί με σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως συνδιαλλαγής. Στην περίπτωση αυτή, το μέλος του προσωπικού της Τράπεζας διαθέτει, προκειμένου να προσφύγει στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, εύλογη προθεσμία τριών μηνών, που αρχίζει από τότε που θεωρείται ότι εκδόθηκε η εν λόγω σιωπηρή απόφαση.

(βλ. σκέψεις 74, 75, 77 και 78)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: De Nicola κατά ΕΤΕπ, προπαρατεθείσα, σκέψη 137 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 28 Ιουνίου 2011, F‑49/10, De Nicola κατά ΕΤΕπ, σκέψη 71

5.      Στις προσφυγές που ασκούν οι υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, πρέπει να εφαρμόζεται κατά αναλογία ο κανόνας που απορρέει από το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ και σύμφωνα με τον οποίο ο δικαστής δεν έχει καμία αρμοδιότητα αν η ασκηθείσα ενώπιόν του προσφυγή δεν βάλλει κατά πράξεως της διοικήσεως που απορρίπτει αιτήματα του προσφεύγοντος.

(βλ. σκέψη 91)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 30 Νοεμβρίου 2009, F‑86/08, Voslamber κατά Επιτροπής, σκέψεις 224 έως 239 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

6.      Στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η διοίκηση δεν πρέπει να ερμηνεύει τις διοικητικές ενστάσεις κατά τρόπο συσταλτικό αλλ’ αντιθέτως να τις εξετάζει με ευρύτητα πνεύματος.

Συναφώς, ελλείψει αναφοράς στον κανονισμό του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων σχετικά με τις προϋποθέσεις προσφυγής στο δικαστήριο για θέματα αποζημιώσεως, ο προσφεύγων-ενάγων, σε περίπτωση που υποβάλει αίτημα αποζημιώσεως ενώπιον της επιτροπής προσφυγών της Τράπεζας, πρέπει να θεωρείται ότι έχει κατ’ ανάγκην υποβάλει, γενικότερα, στην Τράπεζα προηγούμενο αίτημα αποζημιώσεως.

(βλ. σκέψεις 92 και 95)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 23 Απριλίου 2002, C‑62/01 P, Campogrande κατά Επιτροπής, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

7.      Ο υπάλληλος που δεν προσέβαλε εμπροθέσμως τη βλαπτική γι’ αυτόν απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής δεν μπορεί να καταστρατηγήσει την προθεσμία αυτή ασκώντας αγωγή αποζημιώσεως στηριζόμενη στον ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως. Συνεπώς, ο ενάγων δεν μπορεί, μέσω της αγωγής αποζημιώσεως, να προσπαθήσει να επιτύχει ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο που θα του παρείχε η ευδοκίμηση μιας προσφυγής ακυρώσεως την οποία παρέλειψε να ασκήσει εμπροθέσμως. Εξάλλου, ο υπάλληλος δικαιούται μεν, χωρίς να ζητήσει την ακύρωση πράξεως βλαπτικής για αυτόν, να ασκήσει, βάσει της προβαλλομένης ελλείψεως νομιμότητας της πράξεως αυτής, αγωγή αποσκοπούσα μόνο στην αποκατάσταση της ζημίας που του προξένησε η εν λόγω πράξη, πλην όμως το αποζημιωτικό αυτό αίτημα είναι παραδεκτό μόνον αν υποβληθεί εντός της ισχύουσας για την εν λόγω πράξη προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.

(βλ. σκέψη 97)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 15 Δεκεμβρίου 1966, 59/65, Schreckenberg κατά Επιτροπής· 14 Φεβρουαρίου 1989, 346/87, Bossi κατά Επιτροπής,

ΔΔΔΕΕ: 21 Φεβρουαρίου 2008, F‑4/07, Σκουλίδη κατά Επιτροπής, σκέψεις 50 και 70

8.      Ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση των υπευθύνων για την αξιολόγηση με την δική του εκτίμηση. Πράγματι, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, όπως και τα λοιπά θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης, διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προς αξιολόγηση της εργασίας που παρέχουν τα μέλη του προσωπικού της. Ο έλεγχος νομιμότητας τον οποίο ασκεί ο δικαστής της Ένωσης επί των εκτιμήσεων που περιέχονται στην ετήσια έκθεση αξιολογήσεως μέλους του προσωπικού της Τράπεζας αφορά μόνον τυχόν τυπικές πλημμέλειες, ενδεχόμενη πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα που επηρεάζει τις εκτιμήσεις αυτές, καθώς και πιθανή κατάχρηση εξουσίας.

(βλ. σκέψη 108)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: Voslamber κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 126