ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)

της 16ης Μαΐου 2012

Υπόθεση F‑42/10

Carina Skareby

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Καθήκον αρωγής — Άρθρα 12α και 24 του ΚΥΚ — Ηθική παρενόχληση εκ μέρους του προϊσταμένου»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία η C. Skareby ζητεί την ακύρωση της από 23 Ιουλίου 2009 αποφάσεως της Επιτροπής περί απορρίψεως της αιτήσεώς της αρωγής λόγω ηθικής παρενοχλήσεως και, στο μέτρο που είναι αναγκαίο, την ακύρωση της από 19 Φεβρουαρίου 2010 αποφάσεως της αρμόδιας για τούς διορισμούς αρχής με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική της ένσταση.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Η προσφεύγουσα φέρει, πέραν των δικαστικών της εξόδων, τα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής. Η Επιτροπή φέρει το ένα τέταρτο των δικαστικών της εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Έννομο συμφέρον — Προσφυγή υπαλλήλου φερόμενου ως θύματος ηθικής παρενοχλήσεως κατά αποφάσεως απορρίπτουσας αίτηση αρωγής — Διατήρηση του έννομου συμφέροντος παρά την πάροδο σημαντικού χρόνου από τα πραγματικά περιστατικά και παρά την απουσία κινδύνου επαναλήψεως και αιτήματος για καταβολή αποζημιώσεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)

2.      Υπάλληλοι — Πειθαρχικό καθεστώς — Έρευνα πριν από την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας — Εξουσία εκτιμήσεως της Διοικήσεως — Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα IX)

3.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Συμπεριφορά σκοπούσα στην απαξίωση του ενδιαφερόμενου ή στην υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας του — Απαίτηση επαναληπτικού χαρακτήρα της συμπεριφοράς — Απαίτηση ηθελημένου χαρακτήρα της συμπεριφοράς — Περιεχόμενο — Μη απαίτηση κακόβουλης προθέσεως του παρενοχλούντος

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α § 3)

4.      Υπάλληλοι — Βλαπτική απόφαση — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο — Ανεπαρκής αιτιολογία — Διευθέτηση κατά τη διάρκεια της δίκης — Προϋποθέσεις

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25, εδ. 2)

1.      Όταν πρόκειται για τόσο σοβαρό ζήτημα όπως είναι η ηθική παρενόχληση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο ισχυριζόμενος πως είναι θύμα ηθικής παρενοχλήσεως υπάλληλος, ο οποίος ασκεί προσφυγή κατά της αρνήσεως του οικείου οργάνου να εξετάσει επί της ουσίας αίτηση αρωγής, εξακολουθεί, κατ’ αρχήν, να έχει το έννομο συμφέρον το οποίο προβλέπεται στη νομολογία ως προϋπόθεση του παραδεκτού μιας προσφυγής, ακόμη και όταν δεν ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε συνεπεία της καταγγελλομένης παρενοχλήσεως, ούτε την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατά του προσώπου που φέρεται ως υπεύθυνος της παρενοχλήσεως, και προκύπτει ότι η παρενόχληση έπαυσε από πολλών ετών.

Η λύση αυτή επιβάλλεται, εκ πρώτης όψεως, λόγω της σοβαρότητας της πρακτικής της ηθικής παρενοχλήσεως, πρακτικής που μπορεί να έχει εξαιρετικά καταστροφικές επιπτώσεις στην κατάσταση της υγείας ενός προσώπου. Το μέλος του προσωπικού το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι θύμα ηθικής παρενοχλήσεως εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον, ανεξαρτήτως του κατά πόσον εξακολουθεί να υφίσταται τέτοια παρενόχληση ή κατά πόσον ο συγκεκριμένος υπάλληλος ή το συγκεκριμένο μέλος του λοιπού προσωπικού υποβάλλει, προτίθεται να υποβάλει, ή έστω έχει απλώς το δικαίωμα να υποβάλει άλλα αιτήματα, μεταξύ άλλων περί καταβολής αποζημιώσεως, σε σχέση με την ηθική παρενόχληση. Η ενδεχόμενη αναγνώριση εκ μέρους της Διοικήσεως της υπάρξεως ηθικής παρενοχλήσεως μπορεί, αυτή καθαυτή, να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στο πλαίσιο της θεραπευτικής διαδικασίας ανασυγκροτήσεως της προσωπικότητας του παρενοχληθέντος προσώπου.

(βλ. σκέψεις 29, 31 και 32)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 30 Νοεμβρίου 2009, F‑80/08, Wenig κατά Επιτροπής, σκέψη 35

2.      Η Διοίκηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη διεξαγωγή των διοικητικών ερευνών που της ανατίθενται. Ειδικότερα, δεδομένου ότι οι πόροι της Διοικήσεως είναι περιορισμένοι, οφείλει να διερευνά τους φακέλους που της υποβάλλονται κατά αναλογικό τρόπο, ήτοι, μεταξύ άλλων, κατά τρόπο που να της επιτρέπει να αφιερώνει σε κάθε υπόθεση τον κατάλληλο χρόνο από αυτόν που διαθέτει. Εξάλλου, η Διοίκηση διαθέτει επίσης ευρεία διακριτική ευχέρεια να αξιολογεί την ποιότητα και τη λυσιτέλεια της συνεργασίας που παρέχουν οι μάρτυρες

(βλ. σκέψη 38)


Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 13 Ιανουαρίου 2010, F‑124/05 και F‑96/06, A και G κατά Επιτροπής, σκέψη 173

3.      Το άρθρο 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ ουδόλως ανάγει σε αναγκαίο στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας συμπεριφοράς ως ηθικής παρενοχλήσεως την κακόβουλη πρόθεση του προσώπου που τεκμαίρεται ότι παρενοχλεί. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή ορίζει την ηθική παρενόχληση ως «καταχρηστική διαγωγή» η οποία, προκειμένου να αποδειχθεί, απαιτεί τη συνδρομή δύο σωρευτικών προϋποθέσεων. Η πρώτη αφορά την ύπαρξη μορφών συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις, που γίνονται «κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό» και «με πρόθεση». Η δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χωρίζεται από την πρώτη με τον σύνδεσμο «και», απαιτεί οι εν λόγω μορφές συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις, να μπορούν εκ του αποτελέσματος να «θί[ξ]ουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου». Από το γεγονός ότι η λέξη «πρόθεση» αφορά την πρώτη προϋπόθεση, και όχι τη δεύτερη, μπορούν να συναχθούν δύο συμπεράσματα. Αφενός, τα είδη συμπεριφοράς, τα λόγια, οι πράξεις, οι χειρονομίες ή τα γραπτά, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, πρέπει να είναι ηθελημένα, με συνέπεια να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής τυχόν ενέργειες που γίνονται συμπτωματικώς. Αφετέρου, δεν απαιτείται αντιθέτως οι εν λόγω μορφές συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις, να έχουν γίνει με την πρόθεση να θιγεί η προσωπικότητα, η αξιοπρέπεια ή η φυσική ή ψυχική ακεραιότητα ενός προσώπου. Με άλλα λόγια, μπορεί να υπάρξει ηθική παρενόχληση υπό την έννοια του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ χωρίς το πρόσωπο που παρενοχλεί να ήθελε, με τις ενέργειές του, να απαξιώσει τον παθόντα ή να υποβαθμίσει εσκεμμένα τις συνθήκες εργασίας του παθόντος. Αρκεί μόνο οι πράξεις αυτές, εφόσον έγιναν εκουσίως, να είχαν αντικειμενικώς τέτοιες συνέπειες.

Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να χαρακτηρισθούν ως παρενόχληση, οι κρίσιμες πράξεις πρέπει να είχαν αντικειμενικώς ως συνέπεια την απαξίωση του παθόντος ή την υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας του. Δεδομένου ότι οι κρίσιμες ενέργειες πρέπει, βάσει του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, να έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα, συνάγεται ότι προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας συμπεριφοράς ως παρενοχλήσεως είναι να προκύπτει αρκούντως αντικειμενικά ότι υφίσταται παρενόχληση, υπό την έννοια ότι ένας αμερόληπτος και συνετός παρατηρητής, με τη συνήθη ευαισθησία και υπό τις ίδιες συνθήκες, θα έκρινε την εν λόγω συμπεριφορά ακραία και κατακριτέα.

(βλ. σκέψεις 63 και 65)


Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 9 Μαρτίου 2010, F‑26/09, N κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 72

4.      Η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις επιταγές του άρθρου 25 ΕΚ, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα.

Επιπλέον, η αρχική ανεπάρκεια της αιτιολογίας μπορεί να θεραπευθεί με συμπληρωματικές διευκρινίσεις που παρέχονται ακόμη και κατά τη δίκη οσάκις, πριν από την άσκηση της προσφυγής του, ο ενδιαφερόμενος διέθετε ήδη στοιχεία αποτελούντα αρχή αιτιολογίας.

(βλ. σκέψεις 74 και 75)


Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 15 Σεπτεμβρίου 2005, T‑132/03, Casini κατά Επιτροπής, σκέψη 36· 11 Δεκεμβρίου 2007, T‑66/05, Sack κατά Επιτροπής, σκέψη 65

ΔΔΔΕΕ: 1 Δεκεμβρίου 2010, F‑89/09, Γκάγκαλης κατά Συμβουλίου, σκέψη 67· 13 Σεπτεμβρίου 2011, F‑4/10, Nastvogel κατά Συμβουλίου, σκέψη 66