ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 23ης Οκτωβρίου 2012

Υπόθεση F‑57/11

Gustav Eklund

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Πρόσληψη — Γενικός διαγωνισμός — Εγγραφή στον πίνακα επιτυχόντων — Προσφορά εργασίας σε άτομο εγγεγραμμένο σε πίνακα επιτυχόντων — Προϋποθέσεις συμμετοχής — Επαγγελματική πείρα κτηθείσα μετά τη λήψη του πτυχίου — Αρμοδιότητα της εξεταστικής επιτροπής και της ΑΔΑ — Αποδοχή της προσφοράς εργασίας — Ανάκληση της προσφοράς εργασίας»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο G. Eklund ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 5ης Αυγούστου 2010, περί μη αναγνωρίσεως της εκ μέρους του αποδοχής θέσεως υπαλλήλου ως τεχνικού βοηθού την οποία του προσέφερε η Επιτροπή με απόφαση περιληφθείσα στο από 30 Ιουλίου 2010 έγγραφο που του γνωστοποιήθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και περί ανακλήσεως της εν λόγω προσφοράς.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Ο προσφεύγων φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.

Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Ανάκληση προσφοράς εργασίας — Δεν περιλαμβάνεται — Απόφαση να μην αναγνωρισθεί η αποδοχή προσφοράς εργασίας από υποψήφιο — Περιλαμβάνεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

2.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Εξεταστική επιτροπή — Ανεξαρτησία — Όρια — Έκδοση παράνομων αποφάσεων — Υποχρεώσεις της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής — Δικαστικός έλεγχος

3.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων — Προϋποθέσεις συμμετοχής — Επαγγελματική πείρα — Έννοια — Περίοδοι σπουδών –Δεν περιλαμβάνονται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III, άρθρο 5)

1.      Προσφορά εργασίας απευθυνόμενη σε υποψήφιο με σκοπό τον διορισμό του ως υπαλλήλου συνιστά δήλωση προθέσεως, η οποία συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από αίτηση παροχής πληροφοριών, και δεν γεννά δικαιώματα. Συγκεκριμένα, ο διορισμός υπαλλήλου γίνεται μόνον κατά τον τύπο και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο ΚΥΚ. Καθώς όμως η δήλωση προθέσεως συνιστά προπαρασκευαστική πράξη η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, η ανάκλησή της δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, δεδομένου ότι μια πράξη που δεν γεννά δικαιώματα μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

Αντιθέτως, η απόφαση περί μη αναγνωρίσεως της αποδοχής της προσφοράς εργασίας από υποψήφιο και περί ανακλήσεως της προσφοράς αυτής παύει τη διαδικασία δυνητικού διορισμού υπαλλήλου και συνιστά, ως εκ της φύσεώς της, βλαπτική πράξη. Συγκεκριμένα, τα αιτήματα ακυρώσεως που στρέφονται κατά τέτοιας αποφάσεως είναι παραδεκτά.

(βλ. σκέψεις 30, 31, 66 και 97)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 30 Σεπτεμβρίου 2010, F‑41/05, Jacobs κατά Επιτροπής, σκέψη 44· 30 Σεπτεμβρίου 2010, F‑20/06, De Luca κατά Επιτροπής, σκέψη 37· 14 Δεκεμβρίου 2010, F‑25/07, Bleser κατά Δικαστηρίου, σκέψη 54· 14 Απριλίου 2011, F‑113/07, Šimonis κατά Επιτροπής, σκέψεις 44 και 45

ΓΔΕΕ: 12 Μαΐου 2011, T‑267/08 και T‑279/08, Région Nord-Pas-de-Calais κατά Επιτροπής, σκέψη 190· 14 Δεκεμβρίου 2011, T‑563/10 P De Luca κατά Επιτροπής

2.      Λαμβανομένης υπόψη της ανεξαρτησίας των εξεταστικών επιτροπών των διαγωνισμών, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ) δεν έχει αρμοδιότητα να ακυρώσει ή να τροποποιήσει απόφαση εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού. Οφείλει, ωστόσο, κατά την άσκηση των δικών της αρμοδιοτήτων, να λαμβάνει σύννομες αποφάσεις. Συνεπώς, δεν μπορεί να δεσμεύεται από απόφαση εξεταστικής επιτροπής της οποίας ο παράνομος χαρακτήρας θα μπορούσε, κατά συνέπεια, να θίξει τις δικές της αποφάσεις. Για τους λόγους αυτούς η ΑΔΑ υποχρεούται να εξετάζει, πριν τον διορισμό ενός προσώπου ως υπαλλήλου, εάν το πρόσωπο αυτό πληροί τις απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις. Στην περίπτωση κατά την οποία η εξεταστική επιτροπή κακώς δέχθηκε τη συμμετοχή στον διαγωνισμό υποψηφίου και τον κατέταξε, στη συνέχεια, στον πίνακα επιτυχόντων, η ΑΔΑ πρέπει να αρνηθεί να προβεί στον διορισμό του εν λόγω υποψηφίου εκδίδοντας αιτιολογημένη απόφαση της οποίας η βασιμότητα να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.

Εντούτοις, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων της προκηρύξεως του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όταν κρίνει εάν η πρότερη επαγγελματική πείρα των υποψηφίων τους εξασφαλίζει τη συνδρομή των προϋποθέσεων συμμετοχής στον διαγωνισμό, όσον αφορά τόσο τη φύση και τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας, όσο και τον βαθμό συνάφειάς της με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής, η ΑΔΑ πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της απουσίας πρόδηλης πλάνης κατά την εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως.

Συναφώς, μια πλάνη εκτιμήσεως μπορεί να χαρακτηρισθεί πρόδηλη μόνον εάν μπορεί ευχερώς να διαπιστωθεί με γνώμονα τα κριτήρια από τα οποία ο νομοθέτης αποφάσισε να εξαρτήσει την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Διοίκηση. Κατά συνέπεια, για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία δύναται να δικαιολογήσει την ακύρωση αποφάσεως, είναι αναγκαίο να αποδειχτεί ότι οι εκτιμήσεις της επίδικης αποφάσεως δεν είναι ευλογοφανείς. Με άλλα λόγια, δεν συντρέχει πρόδηλη πλάνη εάν η αμφισβητούμενη εκτίμηση μπορεί να θεωρηθεί αληθής ή έγκυρη.

Οι αρχές αυτές έχουν επίσης εφαρμογή στον έλεγχο τον οποίο ασκεί ο δικαστής της Ένωσης επί των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής και της ΑΔΑ, όταν αυτή εξετάζει, πριν διορίσει ένα πρόσωπο ως υπάλληλο, αν το πρόσωπο αυτό πληροί τις προς τούτο απαιτούμενες προϋποθέσεις.

(βλ. σκέψεις 49 έως 52)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 23 Οκτωβρίου 1986, 142/85, Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψεις 19 και 20· 20 Φεβρουαρίου 1992, C‑345/90 P, Κοινοβούλιο κατά Hanning, σκέψη 22

ΔΔΔΕΕ: 22 Μαΐου 2008, Pascual-García κατά Επιτροπής F‑145/06, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 29 Σεπτεμβρίου 2011, F‑80/10, AJ κατά Επιτροπής, σκέψη 34

3.      Στο πλαίσιο γενικού διαγωνισμού για την κατάρτιση πίνακα μελλοντικών προσλήψεων, εκτός εάν η προκήρυξη ορίζει διαφορετικά, τυχόν περίοδοι σπουδών δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως επαγγελματική πείρα κτηθείσα μετά τη λήψη του πτυχίου, και τούτο ανεξαρτήτως του επιπέδου των εν λόγω σπουδών, δεδομένου ότι οι σπουδές έχουν ως αποτέλεσμα την απόκτηση γνώσεων και όχι επαγγελματικών προσόντων. Βεβαίως, περίοδοι κατά τις οποίες ο υποψήφιος σπούδαζε εργαζόμενος παράλληλα, μπορούν να ληφθούν υπόψη, αλλά σε αυτήν την περίπτωση ως επαγγελματική πείρα λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποιηθείσα εργασία, χωρίς οι σπουδές που πραγματοποιούνται κατά την ίδια περίοδο, δευτερευόντως και επικουρικώς, να εμποδίζουν τη συνεκτίμηση των οικείων περιόδων.

(βλ. σκέψη 54)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 6 Νοεμβρίου 1997, T‑101/96, Wolf κατά Επιτροπής, σκέψη 71

ΔΔΔΕΕ: Pascual-García κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 66