ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(πρώτο τμήμα)

της 24ης Απριλίου 2013

Υπόθεση F‑56/11

Giorgio Lebedef

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Πειθαρχική διαδικασία — Πειθαρχική ποινή — Υποβιβασμός»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο G. Lebedef ζητεί την ακύρωση της πειθαρχικής αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2010, με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή του επέβαλε την ποινή του υποβιβασμού κατά δύο βαθμούς στην ίδια ομάδα καθηκόντων.

Απόφαση:      Η προσφυγή απορρίπτεται. Ο G. Lebedef φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές — Προθεσμίες — Εκπρόθεσμη άσκηση — Απαράδεκτο λόγου ακυρώσεως στρεφομένου κατά πειθαρχικής αποφάσεως που κατέστη οριστική στο πλαίσιο προσφυγής κατά δεύτερης πειθαρχικής αποφάσεως — Απόρριψη — Επίπτωση από την ομοιότητα της αιτιολογίας των δύο αποφάσεων — Δεν υφίσταται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 86 § 1, 90 και 91· παράρτημα IX, άρθρα 9 § 3 και 22)

2.      Υπάλληλοι — Πειθαρχικό καθεστώς — Ποινή — Έννοια — Έκθεση αξιολογήσεως σταδιοδρομίας — Δεν περιλαμβάνεται — Απώλεια μορίων προαγωγής και στασιμότητα σε συγκεκριμένο βαθμό της σταδιοδρομίας — Περιλαμβάνεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43· παράρτημα IX, άρθρο 9)

3.      Υπάλληλοι — Πειθαρχικό καθεστώς — Ποινή — Επιβαρυντικές περιστάσεις — Βαθμός προθέσεως σε σχέση με το διαπραχθέν πταίσμα — Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, παράρτημα ΙΧ, άρθρο 10, στοιχείο γ΄)

1.      Ένας υπάλληλος δεν μπορεί παραδεκτώς, στο πλαίσιο προσφυγής στρεφομένης κατά πειθαρχικής ποινής, να αμφισβητήσει τη νομιμότητα άλλης πειθαρχικής αποφάσεως που ελήφθη προηγουμένως και ως προς την οποία είχε παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής. Πράγματι, εάν μια βλαπτική πράξη δεν προσβλήθηκε εντός των προβλεπομένων προς τούτο προθεσμιών, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να παρακάμψει αυτές τις προθεσμίες, επικαλούμενο, στο πλαίσιο προσφυγής κατά μεταγενέστερης βλαπτικής πράξεως, λόγο αντλούμενο από την προηγούμενη βλαπτική πράξη και στηριζόμενο σε μια απλή αναφορά της μεταγενέστερης βλαπτικής πράξεως στην προηγούμενη βλαπτική πράξη.

Συναφώς, από το άρθρο 86, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τα άρθρα 90, παράγραφος 2, 9, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, καθώς και του άρθρου 22 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ προκύπτει ότι κάθε πειθαρχική διαδικασία καταλήγει σε μια αυτοτελή πράξη που παράγει έννομα αποτελέσματα, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν τα συμφέροντα του υπαλλήλου, μεταβάλλοντας κατάφωρα τη νομική του κατάσταση, και κατά της οποίας μπορούν να ασκηθούν οι προσφυγές που προβλέπονται από τον ΚΥΚ. Το γεγονός ότι επιβλήθηκε μια ποινή για τον ίδιο λόγο όπως μια προηγούμενη ποινή δεν μπορεί να μεταβάλει τον αυτοτελή χαρακτήρα των εν λόγω πράξεων.

Εξάλλου, η παροχή δυνατότητας σε υπάλληλο, ο οποίος δεν προσέβαλε εντός των ανατρεπτικών προθεσμιών των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ, ασκώντας τα βοηθήματα που προβλέπουν τα άρθρα αυτά, ένα πειθαρχικό μέτρο που ελήφθη κατ’ αυτού, να αμφισβητήσει το μέτρο αυτό παρεμπιπτόντως, επ’ ευκαιρία προσφυγής ασκηθείσας κατά μεταγενέστερης πειθαρχικής ποινής, δεν συνάδει προς τις αρχές οι οποίες διέπουν τα ένδικα βοηθήματα που καθιερώνει ο ΚΥΚ, κλονίζει δε τη σταθερότητα του συστήματος αυτού και συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου από την οποία διαπνέεται το σύστημα αυτό.

(βλ. σκέψεις 34 έως 36)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: απόφαση Van Huffel κατά Επιτροπής, T‑142/00, EU:T:2001:268, σκέψη 35

2.      Μια έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας δεν συνιστά κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 9 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, αλλά αξιολόγηση της ικανότητας, της αποδόσεως και της συμπεριφοράς του υπαλλήλου στην υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΚΥΚ. Κατά συνέπεια, προκειμένου για υπάλληλο που αποτέλεσε αντικείμενο ποινής υποβιβασμού στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας, η απώλεια προαγωγής σε ανώτερο βαθμό και μορίων προαγωγής, καθώς και η στασιμότητα σε βαθμό, συνιστούν αποτελέσματα συμφυή με την εν λόγω ποινή.

(βλ. σκέψεις 77 και 78)

3.      Το πταίσμα που συνίσταται στη μη αλλαγή συμπεριφοράς από της λήψεως πειθαρχικής αποφάσεως, η οποία επιβάλλει ποινή στον υπάλληλο, συνιστά σαφώς πταίσμα διαπραττόμενο σε ορισμένο βαθμό εκ προθέσεως και κατάφωρη ανυπακοή εκ μέρους του οικείου υπαλλήλου.

(βλ. σκέψεις 86 και 118)