ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 30ής Σεπτεμβρίου 2013

Υπόθεση F‑38/12

BP

κατά

Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA)

«Υπαλληλική υπόθεση – Προσωπικό του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Συμβασιούχος υπάλληλος – Μη ανανέωση της ισχύος συμβάσεως ορισμένου χρόνου για αόριστη χρονική διάρκεια – Νέα τοποθέτηση σε άλλη υπηρεσία μέχρι τη λήξη της ισχύος της συμβάσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Αγωγή αποζημιώσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή‑αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με την οποία η BP ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να ακυρώσει τις αποφάσεις του διευθυντή του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: FRA ή Οργανισμός), της 27ης Φεβρουαρίου 2012, περί μη ανανεώσεως της ισχύος της συμβάσεώς της ως συμβασιούχου υπαλλήλου για αόριστη χρονική διάρκεια και περί νέας τοποθετήσεώς της σε άλλη υπηρεσία κατά τους έξι τελευταίους μήνες της ισχύος της συμβάσεώς της, καθώς και να υποχρεώσει τον FRA να της καταβάλει αποζημίωση για την υλική της ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη.

Απόφαση:      Η προσφυγή‑αγωγή απορρίπτεται. Η BP φέρει τα έξοδά της και καταδικάζεται στο σύνολο των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Λόγοι – Λόγος αντλούμενος από κατάχρηση εξουσίας και προβαλλόμενος προς στήριξη προσφυγής κατά αποφάσεως περί μη ανανεώσεως συμβάσεως που ελήφθη κατόπιν γνωστοποιήσεως πληροφορίας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 22α)

2.      Υπαλληλικές προσφυγές – Βλαπτική πράξη – Απόφαση περί μη ανανεώσεως συμβάσεως ορισμένου χρόνου – Δικαίωμα ακροάσεως του ενδιαφερομένου

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 § 2 και 91 § 1· απόφαση 2009/13 του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης)

3.      Υπάλληλοι – Βλαπτική απόφαση – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25)

4.      Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων – Εξουσία εκτιμήσεως της Διοικήσεως – Όρια – Συμφέρον της υπηρεσίας – Τήρηση της αντιστοιχίας των θέσεων

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1)

5.      Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων – Νέα τοποθέτηση υπαλλήλου προς το συμφέρον της υπηρεσίας λόγω δυσχερειών που ανάγονται σε ζητήματα σχέσεων – Σύγκρουση με το συμφέρον της υπηρεσίας – Δεν υφίσταται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1)

6.      Ένδικη διαδικασία – Εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο – Τυπικά στοιχεία – Σαφής και συγκεκριμένη έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών – Ισχυρισμός προβαλλόμενος στο πλαίσιο συγκεκριμένου αιτήματος – Συνεκτίμηση στο πλαίσιο άλλου αιτήματος – Δεν επιτρέπεται

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 35 § 1)

1.      Το άρθρο 22α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ προβλέπει ότι ο υπάλληλος ο οποίος γνωστοποίησε, δυνάμει της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, πληροφορία αφορώσα πραγματικά περιστατικά από τα οποία είναι δυνατόν να τεκμαίρεται η ύπαρξη πιθανής παράνομης δραστηριότητας ή συμπεριφοράς υποδηλώνουσας σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων των υπαλλήλων της Ένωσης δεν υφίσταται από το όργανο καμία δυσμενή συνέπεια, εφόσον ενήργησε καλόπιστα. Συνεπώς, το γεγονός ότι μια δυσμενής για υπάλληλο απόφαση αποτελεί, χρονολογικώς, συνέχεια γνωστοποιήσεως πληροφορίας εκ μέρους του υπαλλήλου αυτού στο πλαίσιο του άρθρου 22α του ΚΥΚ πρέπει να οδηγεί τον δικαστή της Ένωσης, όταν επιλαμβάνεται προσφυγής ασκηθείσας κατά της εν λόγω αποφάσεως προς στήριξη της οποίας προβάλλεται ισχυρισμός αντλούμενος από κατάχρηση εξουσίας, να εξετάζει τον εν λόγω ισχυρισμό με ιδιαίτερη προσοχή. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν προσφέρουν στον υπάλληλο ο οποίος γνωστοποίησε, δυνάμει του άρθρου 22α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, πληροφορία για γεγονότα βάσει των οποίων μπορεί να τεκμαίρεται η ύπαρξη πιθανής παράνομης δραστηριότητας προστασία έναντι κάθε αποφάσεως ικανής να τον βλάψει, αλλά μόνον έναντι των αποφάσεων που ελήφθησαν εξαιτίας αυτής της γνωστοποιήσεως.

(βλ. σκέψεις 87 έως 89)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 24 Φεβρουαρίου 2010, F‑2/09, Menghi κατά ENISA, σκέψη 138

2.      Όταν η σύμβαση προσλήψεως υπαλλήλου μπορεί να ανανεωθεί, η απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου ή της συμβάσεως συμβασιούχου υπαλλήλου συνιστά βλαπτική για τον ενδιαφερόμενο απόφαση.

3.      Η απόφαση 2009/13 του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί της εφαρμοστέας διαδικασίας για την ανανέωση των συμβάσεων των συμβασιούχων υπαλλήλων προβλέπει την ακρόαση του ενδιαφερομένου σε δύο χρονικά σημεία: κατ’ αρχάς, κατά τη διάρκεια συζητήσεως με τον προϊστάμενο τμήματος και, ακολούθως, μέσω της επεξηγηματικής επιστολής που απευθύνει στον διευθυντή του εν λόγω Οργανισμού επτά μήνες πριν τη λήξη ισχύος της συμβάσεώς του. Με την επεξηγηματική επιστολή ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εκφράσει τις απόψεις του και να προβάλει όλους τους λόγους που συνηγορούν υπέρ μιας θετικής για αυτόν αποφάσεως.

Η γνώμη του προϊσταμένου τμήματος, της οποίας ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει αντίγραφο και επί της οποίας επιθυμεί να εκφράσει την άποψή του, συνιστά προπαρασκευαστική πράξη της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως. Δεδομένου ότι δεν πρόκειται για πράξη που θίγει τον ενδιαφερόμενο, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται εγκύρως να προβάλει δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων επί του περιεχομένου της.

(βλ. σκέψεις 103 και 106 έως 108)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 14 Σεπτεμβρίου 2011, T‑236/02, Marcuccio κατά Επιτροπής, σκέψη 133, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, υπόθεση C‑617/11 P

4.      Η υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, και η οποία αποτελεί έκφραση της γενικής υποχρεώσεως που εγκαθιδρύει το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκή στοιχεία προκειμένου να εκτιμήσει το βάσιμο της βλαπτικής πράξεως και τη σκοπιμότητα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και, αφετέρου, να παράσχει στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του όσον αφορά τη νομιμότητα της πράξεως. Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται, σε κάθε περίπτωση, σε συνάρτηση όχι μόνο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και με τις συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή εκδόθηκε.

Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη όταν εκδίδεται εντός πλαισίου που είναι γνωστό στον ενδιαφερόμενο και του επιτρέπει να αντιληφθεί την έκταση του μέτρου που ελήφθη έναντι αυτού. Τούτο συμβαίνει όταν της αποφάσεως αυτής προηγήθηκαν συζητήσεις με τους ιεραρχικώς ανωτέρους υπαλλήλους που αφορούσαν την επίμαχη κατάσταση. Επιπλέον, πληροί την απαίτηση αιτιολογήσεως η απόφαση η οποία παραπέμπει σε έγγραφο το οποίο βρίσκεται ήδη στην κατοχή του ενδιαφερομένου και περιέχει τα στοιχεία επί των οποίων το θεσμικό όργανο στήριξε την απόφασή του.

(βλ. σκέψεις 124 και 125)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 17 Μαΐου 2006, T‑93/04, Καλλιανός κατά Επιτροπής, σκέψεις 100 και 101

ΔΔΔΕΕ: 2 Ιουλίου 2009, F‑49/08, Giannini κατά Επιτροπής, σκέψη 117· 30 Νοεμβρίου 2010, F‑97/09, Taillard κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 33

5.      Τα θεσμικά όργανα διαθέτoυν ευρεία εξoυσία εκτιμήσεως τόσο ως προς την οργάνωση των υπηρεσιών τους σε συνάρτηση με την αποστολή που τους έχει ανατεθεί όσο και ως προς την τοποθέτηση, για τις ανάγκες της εν λόγω αποστολής, του προσωπικού που έχουν στη διάθεσή τους, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η τοποθέτηση αυτή ενεργείται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και ότι τηρείται η ισοτιμία των θέσεων.

Η νέα τοποθέτηση υπαλλήλου δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση της συναινέσεώς του. Εάν ίσχυε αυτό, η προϋπόθεση αυτή θα συνεπαγόταν περιορισμό της ελευθερίας των οργάνων να οργανώνουν τις υπηρεσίες τους και να προσαρμόζουν την οργάνωση αυτή στην εξέλιξη των αναγκών.

(βλ. σκέψεις 132 και 133)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 22 Ιανουαρίου 1998, T‑98/96, Costacurta κατά Επιτροπής, σκέψεις 36 και 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

6.      Η έννοια του συμφέροντος της υπηρεσίας αναφέρεται, γενικώς, στην καλή λειτουργία του θεσμικού οργάνου και, ειδικότερα, στις ειδικές απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως. Η νέα τοποθέτηση υπαλλήλου προκειμένου να τερματισθεί μια αφόρητη πλέον διοικητική κατάσταση πρέπει να θεωρείται ότι χωρεί προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Τα προβλήματα που ανάγονται σε ζητήματα σχέσεων, όταν προκαλούν εντάσεις που παρακωλύουν την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, δύνανται να δικαιολογήσουν, ακριβώς προς το συμφέρον της υπηρεσίας, τη μετάθεση υπαλλήλου, χωρίς μάλιστα να απαιτείται να προσδιοριστεί η ταυτότητα του υπευθύνου για τα επίμαχα περιστατικά ή ο βαθμός βασιμότητας των μομφών που διατυπώθηκαν εκατέρωθεν.

(βλ. σκέψεις 140 έως 142)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 18 Απριλίου 1996, T‑13/95, Κυρπίτσης κατά ΟΚΕ, σκέψη 51· Costacurta κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΔΔΔΕΕ: 5 Δεκεμβρίου 2012, F‑88/09 και F‑48/10, Z κατά Δικαστηρίου, σκέψη 123, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑88/13 P

7.      Είναι απαράδεκτη αιτίαση που προβάλλεται στο πλαίσιο αιτήματος που δεν είναι το προσήκον, καθόσον, αφενός, ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί να κατατάσσει κατά την κρίση του τα επιχειρήματα, τις αιτιάσεις και τους ισχυρισμούς της προσφυγής στα επί μέρους αιτήματα και, αφετέρου, ο τρόπος προβολής της εν λόγω αιτιάσεως μπορεί να θίγει τα δικαιώματα άμυνας του καθού.

(βλ. σκέψεις 148 και 149)