ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 17ης Ιουλίου 2014 (*)

«Προδικαστική παραπομπή — Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 περί της νομικής καταστάσεως των προσφύγων — Άρθρο 31 — Υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος εισήλθε σε κράτος μέλος έχοντας διέλθει από άλλο κράτος μέλος — Χρήση των υπηρεσιών διακινητών λαθρομεταναστών — Παράνομη είσοδος και διαμονή — Επίδειξη πλαστογραφημένου διαβατηρίου — Ποινικές κυρώσεις — Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου»

Στην υπόθεση C‑481/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberlandesgericht Bamberg (Γερμανία), με απόφαση της 29ης Αυγούστου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Σεπτεμβρίου 2013, στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του

Mohammad Ferooz Qurbani,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, M. Safjan, J. Malenovský, A. Prechal και K. Jürimäe, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο M.‑F. Qurbani, εκπροσωπούμενος από τον M. Koch, Rechtsanwalt,

–        η Staatsanwaltschaft Würzburg, εκπροσωπούμενη από τον D. Geuder, Leitender Oberstaatsanwalt,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και την A. Wiedmann,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Bulterman και τον J. Langer,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον W. Bogensberger και τη M. Κοντού‑Durande,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 31 της Συμβάσεως περί της νομικής καταστάσεως των προσφύγων, που υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954), στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης], όπως συμπληρώθηκε από το πρωτόκολλο το σχετικό προς το καθεστώς των προσφύγων της 31ης Ιανουαρίου 1967, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του M.‑F. Qurbani για τα αδικήματα της πλαστογραφίας, παράνομης εισόδου, παράνομης διαμονής και παράνομης διαμονής άνευ διαβατηρίου.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

Η Σύμβαση της Γενεύης

3        Το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης, που φέρει τον τίτλο «Πρόσφυγες παρανόμως διαμένοντες επί του εδάφους της χώρας της εισδοχής» έχει ως εξής:

«1.      Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα επιβάλλουν ποινικάς κυρώσεις εις πρόσφυγας λόγω παρανόμου εισόδου ή διαμονής, εάν ούτοι προερχ[όμενοι] απ’ ευθείας εκ χώρας ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών ηπειλείτο, εν τη εννοία του άρθρου 1, εισέρχονται ή ευρίσκωνται ήδη επί του εδάφους αυτών άνευ αδείας, υπό την επιφύλαξιν πάντως ότι ούτοι αφ’ ενός μεν θα παρουσιασθούν αμελητί εις τας αρχάς αφ’ ετέρου δ[ε] θα δώσουν επαρκείς εξηγήσεις περί της παρανόμου αυτών εισόδου ή διαμονής.

2.      Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα εφαρμόζουν επί των κινήσεων των προσφύγων τούτων μόνον τα απαραίτητα περιοριστικά μέτρα. Τα περιοριστικά μέτρα θα εφαρμόζωνται μόνον μέχρις ότου ρυθμισθή το καθεστώς των επί του εδάφους της χώρας εισ[δ]οχής ευρισκομένων προσφύγων ή αποκτήσουν ούτοι άδειαν εισόδου εις ετέραν χώραν. Πρός λήψιν της τοιαύτης αδείας, αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα παράσχουν εις τους πρόσφυγας λογικάς προθεσμίας ως και απάσας τας αναγκαίας διευκολύνσεις.»

 Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2004/83/ΕΚ

4        Το άρθρο 14 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (EE L 304, σ. 12) έχει ως εξής:

«[...]

4.      Τα κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν, να τερματίζουν ή να αρνούνται να ανανεώσουν το καθεστώς που χορηγήθηκε σε πρόσφυγα από κυβερνητικό, διοικητικό, δικαστικό ή οιονεί δικαστικό όργανο, όταν:

α)      μπορεί για εύλογους λόγους να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται·

β)      το πρόσωπο αυτό, έχοντας καταδικασθεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος, συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του εν λόγω κράτους μέλους.

5.       Στις περιπτώσεις της παραγράφου 4, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να μην χορηγήσουν καθεστώς σε πρόσφυγα, όταν δεν έχει ληφθεί ακόμα τέτοια απόφαση.

6.       Τα πρόσωπα στα οποία έχουν εφαρμογή οι παράγραφοι 4 ή 5 απολαύουν δικαιωμάτων που προβλέπονται ή είναι ανάλογα των προβλεπομένων στα άρθρα 3, 4, 16, 22, 31, 32 και 33 της σύμβασης της Γενεύης, εφόσον είναι παρόντα στο κράτος μέλος.»

 Το γερμανικό δίκαιο

5        Το άρθρο 267, παράγραφος 1, του ποινικού κώδικα (Strafgesetzbuch) ορίζει τα εξής:

«Όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο, νοθεύει γνήσιο έγγραφο ή χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο με σκοπό την παραπλάνηση των συναλλασσομένων τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή έως πέντε ετών ή με χρηματική ποινή.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

6        Ο M.‑F. Qurbani είναι Αφγανός υπήκοος ο οποίος, έχοντας χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες ενός διακινητή λαθρομεταναστών, εισήλθε στην Ελλάδα αφού διήλθε από το Ιράν και την Τουρκία.

7        Στις 17 Αυγούστου 2010 ο ενδιαφερόμενος ταξίδεψε αεροπορικώς από την Ελλάδα στο Μόναχο (Γερμανία) με πλαστογραφημένο πακιστανικό διαβατήριο το οποίο είχε προμηθευτεί από άλλο διακινητή λαθρομεταναστών.

8        Στο αεροδρόμιο του Μονάχου, ο M.‑F. Qurbani συνελήφθη, αφού οι ελεγκτικές αρχές αντιλήφθηκαν τη νόθευση του διαβατηρίου που επέδειξε.

9        Ο ενδιαφερόμενος δήλωσε αμέσως ότι επιθυμούσε να ζητήσει την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα.

10      Στις 18 Αυγούστου 2010 o M.‑F. Qurbani οδηγήθηκε στο Bundesamt für Migration und Flüchtlinge (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μεταναστεύσεως και Προσφύγων), όπου υπέβαλε επισήμως το σχετικό αίτημα.

11      Από τα στοιχεία τα οποία γνωστοποίησε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι η διαδικασία σχετικά με το ως άνω αίτημα ασύλου εξακολουθεί να εκκρεμεί.

12      Στις 11 Απριλίου 2011 η Staatsanwaltschaft Würzburg (Εισαγγελία Würzburg) ζήτησε από το Amtsgericht Würzburg (Πλημμελειοδικείο Würzburg), βάσει απλοποιημένης διαδικασίας, την έκδοση ποινικής διατάξεως εις βάρος του M.‑F. Qurbani για παράνομη είσοδο, παράνομη διαμονή, παράνομη διαμονή άνευ διαβατηρίου και πλαστογραφία. Κατά της ποινικής διατάξεως που εξέδωσε το Amtsgericht ο M.‑F. Qurbani άσκησε ανακοπή ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.

13      Με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2013, το Amtsgericht απήλλαξε τον M.‑F. Qurbani από όλες τις ως άνω κατηγορίες.

14      Κατά το δικαστήριο αυτό, το δικαίωμα ασύλου, το οποίο κατοχυρώνεται από το γερμανικό Σύνταγμα, απαγορεύει την καταδίκη του ενδιαφερόμενου για παράνομη διαμονή και παράνομη διαμονή άνευ διαβατηρίου, ενώ για τα πλημμελήματα της παράνομης εισόδου και της πλαστογραφίας ισχύει η κατά το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης απαλλαγή από την ποινή.

15      Η Staatsanwaltschaft Würzburg άσκησε αναίρεση ενώπιον του Oberlandesgericht Bamberg (Εφετείου του Bamberg), προβάλλοντας, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος εισήλθε στο γερμανικό έδαφος όχι απευθείας από το κράτος στο οποίο υφίστατο διώξεις, αλλά έχοντας διέλθει από κράτος μέλος πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση από την Ελληνική Δημοκρατία. Εξάλλου, το ως άνω άρθρο αφορά μόνο την παράνομη είσοδο και δεν μπορεί να αποστερήσει από τις γερμανικές αρχές τη δυνατότητα να κολάζουν ποινικώς αδικήματα τα οποία συνέχονται προς την παράνομη είσοδο.

16      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Oberlandesgericht Bamberg, το οποίο διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Καλύπτει ο προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή του άρθρου 31 της [Συμβάσεως της Γενεύης] καθ’ υπέρβαση του γράμματος της διατάξεως, και την πλαστογραφία που διεπράχθη με την επίδειξη πλαστού διαβατηρίου σε αστυνομικό υπάλληλο κατά την είσοδο, αεροπορικώς, στη [Γερμανία], εφόσον η εν λόγω χρήση του πλαστού διαβατηρίου ουδόλως απαιτείται για να ζητηθεί άσυλο στο εν λόγω κράτος;

2)      Η χρήση των υπηρεσιών διακινητή λαθρομεταναστών αποκλείει την επίκληση του άρθρου 31 της [Συμβάσεως της Γενεύης];

3)      Έχει το στοιχείο του πραγματικού του άρθρου 31 της [Συμβάσεως της Γενεύης] που αφορά την “απ’ ευθείας” προέλευση από χώρα όπου απειλείτο η ζωή ή η ελευθερία του ενδιαφερομένου την έννοια ότι το στοιχείο αυτό πληρούται ακόμη και στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος εισήλθε αρχικώς σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εν προκειμένω: στην [Ελληνική Δημοκρατία]) και από εκεί συνεχίζει το ταξίδι του σε άλλο κράτος μέλος (εν προκειμένω: στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) όπου και αιτείται άσυλο;»

 Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου

17      Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει, αφενός, τη δυνατότητα ποινικού κολασμού ενός προσώπου, στο κράτος μέλος στο οποίο ζητεί άσυλο, για αδικήματα που συνδέονται με την παράνομη είσοδό του σε αυτό το κράτος μέλος, όπως είναι μεταξύ άλλων η παράνομη είσοδος με τη βοήθεια διακινητών λαθρομεταναστών και η χρήση πλαστογραφημένου εγγράφου πιστοποίησης ταυτότητας και, αφετέρου, τη δυνατότητα του προσώπου αυτού να επικαλεσθεί την προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο απαλλαγή από την ποινή στο μέτρο που το οικείο πρόσωπο εισήλθε στο εν λόγω κράτος μέλος έχοντας διέλθει από άλλο κράτος μέλος της Ένωσης.

18      Επισημαίνεται καταρχάς ότι στην υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως τίθεται το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.

19      Συναφώς, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβάλλουν αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα αυτά καθεαυτά, με τα οποία ζητείται από το Δικαστήριο η απευθείας ερμηνεία του άρθρου 31 της Συμβάσεως της Γενεύης.

20      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο, δεδομένου ότι η Σύμβαση της Γενεύης δεν περιέχει ρήτρα που να του απονέμει αρμοδιότητα, δεν δύναται να παράσχει τη ζητηθείσα ερμηνεία των διατάξεων της ως άνω Συμβάσεως, εν προκειμένω ειδικότερα του άρθρου 31 αυτής, παρά μόνον αν μια τέτοια άσκηση των καθηκόντων του εμπίπτει στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ (απόφαση TNT Express Nederland, C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψη 58).

21      Κατά πάγια νομολογία όμως, η εξουσία του Δικαστηρίου να προβαίνει σε ερμηνεία με προδικαστικές αποφάσεις, όπως απορρέει από την τελευταία διάταξη, καλύπτει μόνον τους κανόνες που ανήκουν στο δίκαιο της Ένωσης (απόφαση TNT Express Nederland, EU:C:2010:243, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

22      Όσον αφορά τις διεθνείς συμφωνίες, δεν αμφισβητείται ότι οι συμφωνίες τις οποίες συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της έννομης τάξεως της Ένωσης και συνεπώς μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν είναι, κατ’ αρχήν, αρμόδιο να ερμηνεύσει, στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, διεθνείς συμφωνίες συναφθείσες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων κρατών (απόφαση TNT Express Nederland, EU:C:2010:243, σκέψεις 60 και 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

23      Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει διεθνή σύμβαση η οποία δεν συνήφθη από την Ένωση μόνον οσάκις και στο μέτρο που η Ένωση ανέλαβε τις αρμοδιότητες που ασκούσαν προηγουμένως τα κράτη μέλη στον τομέα εφαρμογής της διεθνούς αυτής συμβάσεως και εφόσον, κατά συνέπεια, οι διατάξεις της εν λόγω συμβάσεως έχουν ως αποτέλεσμα να δεσμεύουν την Ένωση (απόφαση TNT Express Nederland, EU:C:2010:243, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

24      Εν προκειμένω, ασφαλώς μεν στο πλαίσιο της εισαγωγής ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου έχουν θεσπιστεί, στον τομέα της εφαρμογής της Συμβάσεως της Γενεύης, διάφορα νομοθετήματα της Ένωσης, πλην όμως δεν αμφισβητείται ότι τα κράτη μέλη έχουν διατηρήσει κάποιες αρμοδιότητες στον εν λόγω τομέα, μεταξύ άλλων όσον αφορά το αντικείμενο το οποίο καλύπτει το άρθρο 31 της ως άνω συμβάσεως. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει αρμοδιότητα να ερμηνεύσει απευθείας το άρθρο 31 της ως άνω συμβάσεως ή οποιοδήποτε άλλο άρθρο αυτής.

25      Το γεγονός ότι το άρθρο 78 ΣΛΕΕ διευκρινίζει ότι η κοινή πολιτική ασύλου πρέπει να συνάδει προς τη Σύμβαση της Γενεύης και ότι το άρθρο 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τονίζει ότι το δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένης της ως άνω συμβάσεως και του πρωτοκόλλου του σχετικού προς το καθεστώς των προσφύγων της 31ης Ιανουαρίου 1967 δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση περί αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου που γίνεται στην προηγούμενη σκέψη.

26      Εξάλλου, όπως κρίθηκε στη σκέψη 71 της αποφάσεως B και D (C‑57/09 και C‑101/09, EU:C:2010:661), μολονότι υφίσταται βεβαίως οπωσδήποτε συμφέρον της Ένωσης να ερμηνεύονται ομοιόμορφα οι διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που έχουν συμπεριληφθεί στο εθνικό δίκαιο και στο δίκαιο της Ένωσης, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες εφαρμόζονται, προκειμένου να αποφεύγονται στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης δεν έχει περιληφθεί σε νομοθέτημα της Ένωσης, έστω και αν διάφορες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης παραπέμπουν στο ως άνω άρθρο.

27      Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει, στις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι το άρθρο 14, παράγραφος 6, της οδηγίας 2004/83 παραπέμπει στο άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης.

28      Μολονότι όμως στις αποφάσεις Bolbol (C‑31/09, EU:C:2010:351) και Abed El Karem El Kott κ.λπ. (C‑364/11, EU:C:2012:826), το Δικαστήριο δέχθηκε την αρμοδιότητά του να ερμηνεύσει τις διατάξεις της Συμβάσεως της Γενεύης στις οποίες παρέπεμπαν οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, διαπιστώνεται ότι στην υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν γίνεται μνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης που να παραπέμπει στο άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης και ιδίως καμία μνεία του άρθρου 14, παράγραφος 6, της οδηγίας 2004/83. Υπογραμμίζεται εξάλλου ότι στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν περιέχονται στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι το ως άνω άρθρο 14, παράγραφος 6, ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης.

29      Από το σύνολο των ως άνω στοιχείων προκύπτει ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν στοιχειοθετείται αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης.

30      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Oberlandesgericht Bamberg.

 Επί των δικαστικών εξόδων

31      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αναρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε, στην υπόθεση C‑481/13, το Oberlandesgericht Bamberg (Γερμανία) με απόφαση της 29ης Αυγούστου 2013.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.