ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚHΣ ΕΝΩΣΗΣ

της 12ης Ιουνίου 2014

Υπόθεση F‑28/14 R

Stéphane De Loecker

κατά

Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτος υπάλληλος — Καταγγελία της συμβάσεως — Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Παραδεκτό της κύριας προσφυγής»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 157 ΕΑ, καθώς και του άρθρου 279 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο S. De Loecker ζήτησε την αναστολή, εν αναμονή της επί της ουσίας αποφάσεως: — της αποφάσεως της 20ής Δεκεμβρίου 2013 της Ύπατης Εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (στο εξής: Ύπατη Εκπρόσωπος) να καταγγείλει τη σύμβασή του εκτάκτου υπαλλήλου υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο ε΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ) από 31ης Μαρτίου 2014· — της αρνήσεως της Ύπατης Εκπροσώπου να του παραχωρήσει ακρόαση κατόπιν της καταγγελίας για παρενόχληση την οποία υπέβαλε κατά του Διοικητικού Γενικού Διευθυντή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ)· — της απορρίψεως της αιτήσεώς του για ορισμό εξωτερικού υπεύθυνου έρευνας πολύ υψηλού επιπέδου για να εξετάσει την καταγγελία του περί παρενοχλήσεως· — της αποφάσεως να πρωτοκολληθεί η προαναφερθείσα καταγγελία «ως αίτηση και να ανατεθεί η εξέτασή της στη [Γενική Διεύθυνση “Ανθρώπινοι πόροι και Ασφάλεια”] της Ευρωπαϊκής Επιτροπής».

Απόφαση:      Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του S. De Loecker απορρίπτεται. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

1.      Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προϋποθέσεις παραδεκτού — Συμφέρον του αιτούντος για τη χορήγηση της αναστολής — Αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως της Ύπατης Εκπροσώπου να μη δεχθεί υπάλληλο για να του παράσχει εξηγήσεις σχετικά με απόφαση — Αναστολή μη δυνάμενη να μεταβάλει την κατάσταση του αιτούντος — Απαράδεκτο — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως περί απορρίψεως αιτήματος να οριστεί εξωτερικός υπεύθυνος έρευνας για να εξετάσει καταγγελία περί παρενοχλήσεως — Παραδεκτό

(Άρθρο 278 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 102 § 2)

2.      Υπαλληλικές προσφυγές — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Συντηρητικό μέτρο — Δεν εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

3.      Υπαλληλικές προσφυγές — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Απόφαση της Ύπατης Εκπροσώπου να αναθέσει την εξέταση καταγγελίας περί παρενοχλήσεως στις υπηρεσίες της Επιτροπής — Δεν εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

4.      Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προσωρινά μέτρα — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Επείγον — Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία — Βάρος αποδείξεως — Ηθική βλάβη της οποίας δεν χωρεί αποτελεσματικότερη επανόρθωση με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων απ’ ό,τι με τη διαδικασία επί της κύριας προσφυγής — Έλλειψη επείγοντος

(Άρθρα 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 102 § 2)

5.      Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία — Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προβαλλόμενης ζημίας και της προσβαλλομένης πράξεως

(Άρθρο 278 ΣΛΕΕ)

1.      Κατ’ αρχήν, δεν νοείται αίτηση αναστολής εκτελέσεως αρνητικής διοικητικής αποφάσεως, δεδομένου ότι η χορήγηση αναστολής δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα να μεταβάλει την κατάσταση του αιτούντος. Τούτο όμως ισχύει ακριβώς στην περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της αρνήσεως της Ύπατης Εκπροσώπου να δεχθεί υπάλληλο σε συνέντευξη για να του παράσχει εξηγήσεις σχετικά με απόφαση, εφόσον η αναστολή δεν θα είχε καμία πρακτική χρησιμότητα για τον αιτούντα, στον βαθμό που δεν θα μπορούσε να επέχει θέση θετικής αποφάσεως με την οποία θα γίνεται δεκτό το αίτημά του περί παραχωρήσεως συνεντεύξεως. Συνεπώς, η αναστολή εκτελέσεως δεν θα συνεπαγόταν μεταβολή της καταστάσεως του αιτούντος.

Αντιθέτως, η άρνηση της Ύπατης Εκπροσώπου να ορίσει εξωτερικό υπεύθυνο έρευνας για να εξετάσει την καταγγελία του ενδιαφερομένου περί ηθικής παρενοχλήσεως αποτελεί ένα αδιαίρετο όλο με απόφαση περί αναθέσεως της εξετάσεως της καταγγελίας αυτής στις υπηρεσίες του θεσμικού οργάνου. Η άρνηση αυτή δεν δύναται, συνεπώς, να θεωρηθεί αρνητική απόφαση.

(βλ. σκέψεις 27 και 28)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: διατάξεις Ελληνικός Νηογνώμων κατά Επιτροπής, T‑312/08 R, EU:T:2008:407, σκέψη 26, και Henkel και Henkel France κατά Επιτροπής, T‑607/11 R, EU:T:2012:22, σκέψη 21

ΔΔΔΕΕ: διάταξη Bermejo Garde κατά ΕΟΚΕ, F‑41/10 R, EU:F:2010:89, σκέψη 38

2.      Απλό συντηρητικό μέτρο που αποσκοπεί στο να διαφυλάξει απόφαση της Διοικήσεως που αποτελεί ήδη αντικείμενο προσφυγής δεν αποτελεί βλαπτική πράξη.

(βλ. σκέψη 31)

3.      Οι προπαρασκευαστικές πράξεις αποφάσεως δεν αποτελούν βλαπτικές πράξεις, μόνο δε στην περίπτωση ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως, η οποία ελήφθη κατά το πέρας της διαδικασίας, δύναται ο υπάλληλος να προβάλει τον μη σύννομο χαρακτήρα των προγενεστέρων πράξεων που συνδέονται στενά με την εν λόγω απόφαση. Επομένως, μολονότι κάποια αμιγώς προπαρασκευαστικά μέτρα είναι ικανά να βλάψουν τον υπάλληλο, καθόσον μπορούν να επηρεάσουν το περιεχόμενο μιας δυνάμενης να προσβληθεί μεταγενέστερης πράξεως, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν πάντως να αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς προσφυγής και πρέπει να προσβληθούν στο πλαίσιο ασκήσεως προσφυγής κατ’ αυτής της πράξεως.

Επομένως, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που συνιστούν η απόφαση της Ύπατης Εκπροσώπου, ως αρμόδιας για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχής της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, να αναθέσει την εξέταση καταγγελίας περί παρενοχλήσεως στις υπηρεσίες της Επιτροπής και η άρνησή της να ορίσει εξωτερικό υπεύθυνο έρευνας υψηλού επιπέδου για να εξετάσει την καταγγελία αυτή, αποτελούν την κατεύθυνση που δόθηκε στον τρόπο διερευνήσεως της καταγγελίας αυτής και δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς προσφυγής, χωριστής από την προσφυγή κατά της τελικής αποφάσεως της Διοικήσεως. Ειδικότερα, ούτε η ύπαρξη, αν υποτεθεί αποδεδειγμένη, προσβολών των δικαιωμάτων άμυνας και παραβιάσεων της αρχής της αμεροληψίας ούτε το γεγονός ότι το θεσμικό όργανο κίνησε την έρευνά του βάσει αιτήσεως συνδρομής αρκούν, αυτά και μόνο, για να αποδειχθεί ότι εκδόθηκαν βλαπτικές πράξεις, ήτοι πράξεις δεκτικές ένδικης προσφυγής.

(βλ. σκέψεις 34, 35 και 37)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: διατάξεις Santarelli κατά Επιτροπής, 78/87 και 220/87, EU:C:1988:255, σκέψη 13, και Gómez-Reino κατά Επιτροπής, C‑471/02 P(R), EU:C:2003:210, σκέψη 65

ΓΔΕΕ: απόφαση Latino κατά Επιτροπής, T‑145/01, EU:T:2003:42, σκέψη 101

ΔΔΔΕΕ: διάταξη Nijs κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, F‑64/08, EU:F:2008:179, σκέψη 17· αποφάσεις Marcuccio κατά Επιτροπής, F‑65/09, EU:F:2010:149, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Marcuccio κατά Επιτροπής, F‑1/10, EU:F:2010:166, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

4.      Σκοπός της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι να διασφαλισθεί η επανόρθωση ζημίας, αλλά να κατοχυρωθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της δικαστικής αποφάσεως επί της ουσίας. Για να επιτευχθεί ο δεύτερος αυτός σκοπός πρέπει τα αιτηθέντα μέτρα να έχουν τον χαρακτήρα του επείγοντος, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποτραπεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα έννομα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής. Επιπλέον, στον διάδικο ο οποίος ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου απόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης, χωρίς να υποστεί τέτοιας φύσεως ζημία.

Συναφώς, δεν υφίσταται επείγον όταν η χορήγηση αναστολής εκτελέσεως δεν μπορεί να επανορθώσει την προβαλλόμενη ηθική βλάβη σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι η ενδεχόμενη ακύρωση της επίδικης αποφάσεως κατά το πέρας της κύριας δίκης.

(βλ. σκέψεις 38 και 55)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: διάταξη De Loecker κατά ΕΥΕΔ, F‑78/13 R, EU:F:2013:134, σκέψεις 20 και 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

5.      Η χορήγηση αναστολής εκτελέσεως πράξεως δικαιολογείται μόνον αν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω πράξεως και της προβαλλόμενης σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας και, ακόμη ακριβέστερα, μόνον αν η πράξη αυτή αποτελεί την καθοριστική αιτία της εν λόγω ζημίας.

(βλ. σκέψη 56)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: διάταξη Marcuccio κατά Επιτροπής, C‑399/02 P(R), EU:C:2003:90, σκέψη 26

ΓΔΕΕ: διάταξη Al-Chihabi κατά Συμβουλίου, T‑593/11 R, EU:T:2011:770, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία