ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 30ής Μαΐου 2018 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αιτήσεις καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος KENZO ESTATE – Προγενέστερο λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης KENZO – Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 – Άρθρο 8, παράγραφος 5 – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Φήμη – Νόμιμη αιτία»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑85/16 P και C‑86/16 P,

με αντικείμενο δύο αιτήσεις αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που κατατέθηκαν στις 11 Φεβρουαρίου 2016,

Kenzo Tsujimoto, κάτοικος Οσάκα (Ιαπωνία), εκπροσωπούμενος από τους A. Wenninger‑Lenz, M. Ring και W. von der Osten‑Sacken, Rechtsanwälte,

αναιρεσείων,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενο από τον A. Folliard‑Monguiral,

καθού πρωτοδίκως,

η Kenzo, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους P. Roncaglia, G. Lazzeretti, F. Rossi και N. Parrotta, avvocati,

παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Levits, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με τις αιτήσεις του αναιρέσεως, ο Kenzo Tsujimoto ζητεί την αναίρεση των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 2ας Δεκεμβρίου 2015, Tsujimoto κατά ΓΕΕΑ – Kenzo (KENZO ESTATE) (T‑414/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:923), και της 2ας Δεκεμβρίου 2015, Tsujimoto κατά ΓΕΕΑ – Kenzo (KENZO ESTATE) (T‑522/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:922) (στο εξής, από κοινού: αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις), με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως των αποφάσεων του δεύτερου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), αντιστοίχως, της 22ας Μαΐου 2013 (υπόθεση R 333/2012‑2) και της 3ης Ιουλίου 2013 (υπόθεση R 1363/2012‑2), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ των Kenzo και Κ. Tsujimoto.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Οι επίμαχες αιτήσεις καταχωρήσεως σήματος υποβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα, η μία βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής: κανονισμός 40/94), και η άλλη βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13 Απριλίου 2009, κωδικοποίησε τον κανονισμό 40/94 και τον κατήργησε.

3        Το άρθρο 8 του κανονισμού 207/2009, με τίτλο «Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου», ορίζει στην παράγραφο 5 τα εξής:

«Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται επίσης δεκτό για καταχώριση αν ταυτίζεται ή ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και πρόκειται να καταχωρισθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με αυτές για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον, στην περίπτωση προγενέστερου [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης], το σήμα αυτό χαίρει φήμης στην [Ευρωπαϊκή Ένωση] και, στην περίπτωση προγενέστερου εθνικού σήματος, το σήμα αυτό χαίρει φήμης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η δε χρησιμοποίηση, χωρίς νόμιμη αιτία του αιτούμενου σήματος, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.»

4        Το άρθρο 76 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Αυτεπάγγελτη εξέταση των πραγματικών περιστατικών», προβλέπει, στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Το Γραφείο μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη πραγματικά περιστατικά των οποίων δεν έγινε επίκληση ή αποδείξεις που δεν προσεκόμισαν εγκαίρως οι διάδικοι.»

5        Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 40/94 ρυθμίζονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995 (ΕΕ 1995, L 303, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1041/2005 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ 2005, L 172, σ. 4), (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής). Ο εν λόγω κανονισμός εφαρμογής ισχύει και για τον κανονισμό 207/2009.

6        Ο κανόνας 19 του κανονισμού εφαρμογής, με τίτλο «Τεκμηρίωση της ανακοπής», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Το Γραφείο δίνει τη δυνατότητα στον ανακόπτοντα να παρουσιάσει τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα που τεκμηριώνουν την ανακοπή ή να συμπληρώσει οιαδήποτε πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις ή επιχειρήματα που έχουν ήδη κατατεθεί σύμφωνα με τον κανόνα 15 παράγραφος 3 εντός ταχθείσας από αυτό προθεσμίας και η οποία πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον σε δύο μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι αρχίζει η διαδικασία ανακοπής σύμφωνα με τον κανόνα 18 παράγραφος 1.

2.      Εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο ανακόπτων πρέπει επίσης να υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη, εγκυρότητα και έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος ή του προγενέστερου δικαιώματος, καθώς επίσης και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το δικαίωμά του να ασκήσει την ανακοπή. Ειδικότερα, ο ανακόπτων παρέχει τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία:

[...]».

7        Ο κανόνας 20 του ως άνω κανονισμού εφαρμογής, με τίτλο «Εξέταση της ανακοπής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Εάν ο ανακόπτων δεν έχει αποδείξει μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στον κανόνα 19 παράγραφος 1 την ύπαρξη, εγκυρότητα και έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος ή προγενέστερου δικαιώματος, καθώς επίσης και το δικαίωμά του να ασκήσει ανακοπή, η ανακοπή απορρίπτεται ως μη αιτιολογημένη.»

8        Ο κανόνας 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει τα εξής:

«Στην περίπτωση που η προσφυγή αφορά απόφαση τμήματος ανακοπών, το τμήμα εξετάζει την προσφυγή μόνον όσον αφορά τα γεγονότα και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί εντός των προθεσμιών που ορίζονται ή διευκρινίζονται από το τμήμα ανακοπών σύμφωνα με τον κανονισμό και τους παρόντες κανόνες, εκτός εάν το τμήμα θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη επιπρόσθετα ή συμπληρωματικά γεγονότα και στοιχεία δυνάμει του [άρθρου 76], παράγραφος 2, του κανονισμού [207/2009].»

 Το ιστορικό των διαφορών και οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις

 Η υπόθεση C85/16 P

9        Στις 21 Ιανουαρίου 2008, ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτηση διεθνούς καταχωρίσεως σήματος με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση, η οποία επιδόθηκε στο EUIPO στις 13 Μαρτίου 2008, δυνάμει του κανονισμού 40/94.

10      Το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο KENZO ESTATE.

11      Τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η διεθνής καταχώριση σήματος εμπίπτουν στην κλάση 33 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας που αφορά τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Οίνοι· οινοπνευματώδη ποτά από φρούτα· ηδύποτα (γενικά)».

12      Η αίτηση καταχωρίσεως δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 12/2008, της 17ης Μαρτίου 2008.

13      Στις 16 Δεκεμβρίου 2008, η Kenzo άσκησε ανακοπή, βάσει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, κατά της διεθνούς καταχωρίσεως του σήματος που είχε ζητηθεί για όλα τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω σκέψη 11 προϊόντα.

14      Η ανακοπή στηριζόταν στο προγενέστερο κοινοτικό λεκτικό σήμα KENZO, το οποίο είχε καταχωριστεί στις 20 Φεβρουαρίου 2001 υπ’ αριθ. 720706, για προϊόντα που εμπίπτουν ιδίως στις κλάσεις 3, 18 και 25 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:

–        κλάση 3: «Λευκαντικά παρασκευάσματα και άλλες oυσίες για πλύσιμο· παρασκευάσματα για καθαρισμό, στίλβωση, αφαίρεση λίπους και απόξεση· σαπούνια· είδη αρωματοποιίας, αιθέρια έλαια, καλλυντικά, λοσιόν για τα μαλλιά, οδοντοσκευάσματα»·

–        κλάση 18: «Δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, ζώνες, τσάντες, τσάντες χειρός, μπαούλα και βαλίτσες, σακίδια, σάκοι ταξιδιού και άλλες αποσκευές· λουριά, πορτοφόλια για χαρτονομίσματα, χαρτοφύλακες, θήκες εγγράφων, χαρτοφύλακες (δερμάτινα είδη), πορτοφόλια για κέρματα, θήκες για κλειδιά (δερμάτινα είδη), κουτιά και κιβώτια από δέρμα, απομιμήσεις δέρματος, υποδοχές καρτών, θήκες για βιβλιάρια επιταγών, χαρτοφύλακες, βαλιτσάκια καλλυντικών, σετ ταξιδιού (δερμάτινα είδη)· θήκες για είδη καλλωπισμού και καλλυντικά (χωρίς εξοπλισμό), δέρματα ζώων· ομπρέλες, αλεξήλια και ράβδοι περιπάτου· μαστίγια, ιπποσκευές και είδη σελλοποιίας», και

–        κλάση 25: «Ενδύματα, υποδήματα (εκτός των ορθοπαιδικών υποδημάτων), είδη πιλοποιίας».

15      Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.

16      Με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2011, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή.

17      Στις 15 Φεβρουαρίου 2012, η Kenzo άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, βάσει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.

18      Με απόφαση της 22ας Μαΐου 2013, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO δέχθηκε την προσφυγή. Κατά το τμήμα προσφυγών, πληρούνταν εν προκειμένω οι τρεις σωρευτικά προβλεπόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι τα συγκρουόμενα σήματα παρουσίαζαν μεγάλες ομοιότητες για μη αμελητέο τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, έκρινε, αντιθέτως προς το τμήμα ανακοπών, ότι η Kenzo είχε αποδείξει ότι το προγενέστερο σήμα έχαιρε φήμης. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, το τμήμα προσφυγών θεώρησε εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, χωρίς να έχει αποδειχθεί οιαδήποτε νόμιμη αιτία χρήσεώς του, θα εκμεταλλευόταν τη φήμη του προγενέστερου σήματος προκειμένου να επωφεληθεί από την ελκτική δύναμη, τη φήμη και το κύρος του, και να καρπωθεί, άνευ χρηματικού αντιτίμου, την εμπορική προσπάθεια που κατέβαλε ο δικαιούχος του σήματος αυτού για να δημιουργήσει και να εδραιώσει την εικόνα του. Αποφάνθηκε, συνεπώς, ότι από τη χρήση της προστασίας που ζητήθηκε με τη διεθνή καταχώριση εντός της Ένωσης υφίστατο κίνδυνος αντλήσεως αθέμιτου οφέλους από τη φήμη του προγενέστερου σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.

19      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Αυγούστου 2013 ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της ως άνω αποφάσεως. Προς στήριξη της προσφυγής του, προέβαλε δύο λόγους εκ των οποίων ο μεν πρώτος στηριζόταν σε παράβαση του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 και ο δεύτερος σε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού.

20      Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε αυτούς τους λόγους ακυρώσεως και την προσφυγή στο σύνολό της.

 Η υπόθεση C86/16 P

21      Στις 18 Αυγούστου 2009, ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτηση διεθνούς καταχωρίσεως σήματος με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση, η οποία επιδόθηκε στο EUIPO στις 5 Νοεμβρίου 2009, δυνάμει του κανονισμού 207/2009.

22      Το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο KENZO ESTATE.

23      Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τις οποίες ζητείται η καταχώριση εμπίπτουν στις κλάσεις 29, 30, 31, 35, 41 και 43 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:

–        κλάση 29: «Ελαιόλαδο (εδώδιμο)· γιγαρτέλαιο (εδώδιμο)· εδώδιμα έλαια και λίπη· σταφίδες· μεταποιημένα οπωροκηπευτικά· κατεψυγμένα λαχανικά· κατεψυγμένα φρούτα· ωμά όσπρια· μεταποιημένα προϊόντα κρέατος· μεταποιημένα θαλασσινά»·

–        κλάση 30: «Είδη ζαχαροπλαστικής, άρτος και ψωμάκια· ξίδι από οίνο· σάλτσες ελιάς· αρτύματα (εκτός από μπαχαρικά)· μπαχαρικά· σάντουιτς· πίτσες· σάντουιτς με λουκάνικο (χοτ ντογκ)· κρεατόπιτες· ραβιόλια»·

–        κλάση 31: «Σταφύλια (νωπά)· ελιές (νωπές)· φρούτα (νωπά)· λαχανικά (νωπά)· σπόροι και βολβοί»·

–        κλάση 35: «Υπηρεσίες έρευνας στον τομέα των οίνων· παροχή πληροφοριών σχετικών με την πώληση οίνου· υπηρεσίες δημοσίων σχέσεων και διαφήμισης· εισαγωγές-εξαγωγές· υπηρεσίες λιανικής και χονδρικής πώλησης τροφίμων και ποτών· υπηρεσίες λιανικής και χονδρικής πώλησης λικέρ»·

–        κλάση 41: «Υπηρεσίες εκπαίδευσης και επιμόρφωσης γενικού περιεχομένου στον τομέα των οίνων· υπηρεσίες εκπαίδευσης και επιμόρφωσης γενικού περιεχομένου για την απόκτηση διπλώματος οινοχόου (σομελιέ)· διοργάνωση και πραγματοποίηση εκδηλώσεων γευσιγνωσίας οίνων και δοκιμασιών προσομοιώσεώς τους· εξέταση και αναγνώριση διπλωμάτων οινοχόου· προετοιμασία, διοργάνωση και διεξαγωγή σεμιναρίων οίνου· προετοιμασία, διοργάνωση και διεξαγωγή σεμιναρίων σχετικών με το δίπλωμα του οινοχόου· διάθεση ηλεκτρονικών δημοσιευμάτων σχετικών με τον οίνο· διάθεση ηλεκτρονικών δημοσιευμάτων σχετικών με το δίπλωμα του οινοχόου· έκδοση βιβλίων σχετικών με τον οίνο· έκδοση βιβλίων σχετικών με το δίπλωμα του οινοχόου· διάθεση εγκαταστάσεων επαγγελματικής εκπαίδευσης στον τομέα των οίνων· διάθεση εγκαταστάσεων επαγγελματικής εκπαίδευσης για την απόκτηση διπλώματος οινοχόου», και

–        κλάση 43: «Υπηρεσίες εστίασης· παροχή προσωρινών καταλυμάτων».

24      Η αίτηση καταχωρίσεως δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 44/2009, της 16ης Νοεμβρίου 2009.

25      Στις 12 Αυγούστου 2010, η Kenzo άσκησε, δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος που είχε ζητηθεί για όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που διαλαμβάνονται στη σκέψη 23 ανωτέρω.

26      Η ανακοπή στηριζόταν στο προγενέστερο κοινοτικό λεκτικό σήμα KENZO, το οποίο είχε καταχωριστεί στις 20 Φεβρουαρίου 2001 υπ’ αριθ. 720706, για προϊόντα που εμπίπτουν ιδίως στις κλάσεις 3, 18 και 25 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην περιγραφή που παρατίθεται στη σκέψη 14 ανωτέρω.

27      Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.

28      Με απόφαση της 24ης Μαΐου 2012, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή.

29      Στις 23 Ιουλίου 2012, η Kenzo άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, βάσει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.

30      Με απόφαση της 3ης Ιουλίου 2013, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή. Κατά το τμήμα προσφυγών, οι τρεις σωρευτικά προβλεπόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 πληρούνταν, εν προκειμένω, για τις υπηρεσίες που αφορούσε η αιτηθείσα καταχώριση. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι τα συγκρουόμενα σήματα παρουσίαζαν μεγάλες ομοιότητες. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, έκρινε, αντιθέτως προς το τμήμα ανακοπών, ότι η Kenzo είχε αποδείξει ότι το προγενέστερο σήμα έχαιρε φήμης. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, το τμήμα προσφυγών θεώρησε, σε σχέση με τις υπηρεσίες που αφορούσε η αιτηθείσα καταχώριση, ότι ήταν εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, χωρίς να έχει αποδειχθεί οιαδήποτε νόμιμη αιτία χρήσεώς του, θα εκμεταλλευόταν τη φήμη του προγενέστερου σήματος προκειμένου να επωφεληθεί από την ελκτική δύναμη, τη φήμη και το κύρος του, και να καρπωθεί, άνευ χρηματικού αντιτίμου, την εμπορική προσπάθεια που κατέβαλε ο δικαιούχος του σήματος αυτού για να δημιουργήσει και να εδραιώσει την εικόνα του.

31      Το τμήμα προσφυγών έκρινε, αντιθέτως, σε σχέση με τα προϊόντα που εμπίπτουν στις κλάσεις 29 έως 31 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας και αφορούν την αιτηθείσα καταχώριση, ότι δεν αποτελούν είδη πολυτελείας και ότι δεν συσχετίζονται κατ’ ανάγκη με τον κόσμο της αίγλης ή της μόδας. Είναι ευρείας καταναλώσεως τρόφιμα, τα οποία πωλούνται σε κάθε συνοικιακό κατάστημα και έχουν μόνον περιφερειακή σχέση με τα προϊόντα της Kenzo. Κατά την άποψή του, η Kenzo δεν είχε εκθέσει τους λόγους για τους οποίους η αιτηθείσα καταχώριση θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος KENZO ή θα προκαλούσε βλάβη στον διακριτικό χαρακτήρα ή στη φήμη του. Το τμήμα προσφυγών απέρριψε την ανακοπή για τα προϊόντα αυτά.

32      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Σεπτεμβρίου 2013, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2013. Προς στήριξη της προσφυγής του, προέβαλε δύο λόγους εκ των οποίων ο μεν πρώτος στηριζόταν σε παράβαση του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 και ο δεύτερος σε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού.

33      Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε αυτούς τους λόγους ακυρώσεως και την προσφυγή στο σύνολό της.

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

34      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 2016, αποφασίσθηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑85/16 P και C‑86/16 P προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

35      Με τις αιτήσεις αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις·

–        να αποφανθεί οριστικώς επί των διαφορών, και

–        να καταδικάσει το EUIPO και την Kenzo στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών.

36      Το EUIPO και η Kenzo ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει τις δύο αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Επί των αιτήσεων αναιρέσεως

37      Προς στήριξη των αιτήσεων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει δύο λόγους που στηρίζονται σε παράβαση, αντιστοίχως, του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 και του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

38      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας, στη σκέψη 23 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, ότι το τμήμα προσφυγών είχε ορθώς κρίνει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της χρήσεως και της φήμης ήταν αδιαχώριστα και ότι, επομένως, οι αποδείξεις της χρήσεως μπορούσαν να προσκομισθούν και ως αποδείξεις της φήμης. Ο αναιρεσείων θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, με την εκτίμηση αυτή, δεν έλαβε υπόψη ότι η διακριτική ευχέρεια που έχει το τμήμα προσφυγών δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 περιορίζεται από τον κανόνα 20, παράγραφος 1, και τον κανόνα 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού εφαρμογής.

39      Κατά τον αναιρεσείοντα, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανακοπή που στηρίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 πρέπει να απορρίπτεται εάν ο ανακόπτων δεν αποδεικνύει τη φήμη του προγενέστερου σήματος εντός της προθεσμίας που έχει ταχθεί από το EUIPO προς απόδειξη της υπάρξεως και της εγκυρότητας του προγενέστερου σήματος. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, Chef Revival USA κατά ΓΕΕΑ – Massagué Marín (Chef) (T‑232/00, EU:T:2002:157, σκέψη 44).

40      Από τη σκέψη 23 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, όπως και το τμήμα προσφυγών, έλαβε εσφαλμένως υπόψη τα έγγραφα που υποβλήθηκαν μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας προς απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος, δηλαδή τα παραρτήματα 1 έως 21 των παρατηρήσεων της Kenzo, προκειμένου να εκτιμήσει τη φήμη του εν λόγω σήματος. Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ούτε ο κανονισμός 207/2009 ούτε ο κανονισμός εφαρμογής προβλέπουν ότι τα έγγραφα τα οποία προσκομίζονται προς απόδειξη της χρήσεως και υποβάλλονται μετά την παρέλευση της ταχθείσας προς απόδειξη των προγενέστερων δικαιωμάτων προθεσμίας μπορούν να αποτελέσουν αποδεικτικά στοιχεία της φήμης του προγενέστερου σήματος.

41      Η Kenzo υποστηρίζει, κυρίως, ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επικουρικώς, θεωρεί ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος. Το EUIPO υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

42      Όσον αφορά το παραδεκτό του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 256 ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως αφορά μόνο νομικά ζητήματα. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να προβαίνει στη διαπίστωση και εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία. Η εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων δεν συνιστά, συνεπώς, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης παραμορφώσεώς τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθεαυτό, στον έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Calvin Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ, C‑254/09 P, EU:C:2010:488, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

43      Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά νομικό ζήτημα σχετικό με τη φύση της διακριτικής ευχέρειας που έχει το τμήμα προσφυγών δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, λαμβανομένου υπόψη του κανόνα 20, παράγραφος 1, και του κανόνα 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού εφαρμογής. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.

44      Όσον αφορά το βάσιμο του λόγου αυτού πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε, κατ’ ουσίαν, στην απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Rintisch κατά ΓΕΕΑ (C‑120/12 P, EU:C:2013:638), ότι η διακριτική ευχέρεια που έχει το τμήμα προσφυγών δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 πρέπει να ασκείται εντός των ορίων που τίθενται στον κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής και όχι στον κανόνα 20, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 32 της αποφάσεως αυτής, ότι ο κανονισμός εφαρμογής προβλέπει ρητώς ότι το τμήμα προσφυγών διαθέτει, στο πλαίσιο της εξετάσεως προσφυγής κατά αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, διακριτική ευχέρεια δυνάμει τόσο του κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής όσο και του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 ως προς το ζήτημα αν πρέπει να λάβει υπόψη, ή όχι, νέα ή συμπληρωματικά πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν προσκομίσθηκαν εντός των προθεσμιών που έταξε ή όρισε το τμήμα ανακοπών. Συνεπώς, όταν επιλαμβάνεται μιας τέτοιας προσφυγής, οι διατάξεις αυτές παρέχουν στο τμήμα προσφυγών την ευχέρεια να αποδεχθεί ή όχι εκπροθέσμως προσκομισθέντα έγγραφα που αφορούν την ύπαρξη, το κύρος και την έκταση της προστασίας προγενέστερου σήματος.

45      Στη σκέψη 38 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, όταν το EUIPO καλείται να αποφανθεί στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει να λάβει υπόψη εκπροθέσμως προβληθέντα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία τελεί υπό τη διττή προϋπόθεση ότι, αφενός, τα εκπροθέσμως προβληθέντα στοιχεία ενδέχεται εκ πρώτης όψεως να ασκούν πραγματική επιρροή όσον αφορά την τύχη της ασκηθείσας ενώπιόν του ανακοπής και, αφετέρου, το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο προβάλλονται εκπροθέσμως τα στοιχεία αυτά και οι σχετικές περιστάσεις δεν εμποδίζουν τη συνεκτίμηση αυτή.

46      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, υπενθύμισε, στις σκέψεις 16 και 17 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, αυτή τη νομολογία του Δικαστηρίου και επισήμανε ορθώς, στη σκέψη 18 καθεμιάς από τις αποφάσεις αυτές, ότι η διακριτική ευχέρεια του τμήματος προσφυγών δεν πρέπει να ερμηνευθεί βάσει του κανόνα 20, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, αλλά μόνο βάσει του κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού.

47      Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, στις σκέψεις 19 έως 23 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, εάν το τμήμα προσφυγών μπορούσε εν προκειμένω να λάβει υπόψη αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, υπό την έννοια ότι ήταν ενδεχόμενο να ασκήσουν πραγματική επιρροή στην έκβαση της υποθέσεως, και εάν τούτο επιτρεπόταν στο συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας και υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως. Στη σκέψη 23 καθεμιάς από τις εν λόγω αποφάσεις, έκρινε δε ότι τούτο ήταν δυνατό για τον λόγο ότι «επισημαίνοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της χρήσεως και τα αποδεικτικά στοιχεία της φήμης ήταν αδιαχώριστα και ότι μόνο μια άκρως φορμαλιστική και αδικαιολόγητη προσέγγιση δεν θα επέτρεπε την υποβολή των αποδείξεων χρήσεως ως αποδείξεων φήμης, το τμήμα προσφυγών έκανε χρήση της διακριτικής του ευχέρειας που απορρέει από το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 προκειμένου να αποφανθεί ότι τα εν λόγω στοιχεία έπρεπε να ληφθούν υπόψη».

48      Αποφαινόμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε επακριβώς το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με τον κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

49      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, ο αναιρεσείων εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κατά την εξέταση καθεμιάς από τις τέσσερις προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή, βάσει των οποίων μπορεί να απορριφθεί μια αίτηση καταχωρίσεως σήματος. Συγκεκριμένα, ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε τέσσερα σκέλη που αφορούν πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο με την εκτίμησή του όσον αφορά, αντιστοίχως, την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων, τη φήμη του προγενέστερου σήματος, την απουσία αθέμιτου οφέλους και, τέλος, την ύπαρξη νόμιμης αιτίας χρήσεως του σήματος του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις.

 Επί του πρώτου σκέλους

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

50      Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, καταρχάς, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας, στις σκέψεις 31 έως 33 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων χωρίς να συγκρίνει συναφώς τα εν λόγω σήματα εξετάζοντας καθένα εξ αυτών ως ενιαίο σύνολο. Θεωρεί δε ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως προέβη στην επιβαλλόμενη σύγκριση με το προγενέστερο σήμα βάσει ενός μόνον από τα συστατικά στοιχεία του σήματος του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, αν το Γενικό Δικαστήριο είχε προβεί στην αναγκαία σύγκριση των συγκρουόμενων σημάτων από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως, θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται καμία ομοιότητα μεταξύ τους. Κατά την άποψή του, το στοιχείο «estate» καταλαμβάνει σημαντική θέση στο σήμα του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις, διότι περιέχει έξι γράμματα και είναι, συνεπώς, μεγαλύτερο σε έκταση από το στοιχείο «kenzo», το οποίο αποτελείται από πέντε γράμματα. Το στοιχείο «estate» αυξάνει επίσης σημαντικά το μέγεθος του εν λόγω σήματος από οπτικής και φωνητικής απόψεως και διαφοροποιεί σημαντικά τα συγκρουόμενα σήματα τόσο από ηχητικής απόψεως όσο και από απόψεως ρυθμού.

51      Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ακολούθως, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την εκτίμησή του ότι κυρίαρχο στοιχείο του σήματος KENZO ESTATE είναι το στοιχείο «kenzo». Θεωρεί, αντιθέτως, ότι το στοιχείο «estate» έχει διακριτικό χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ του εν λόγω όρου και των ως άνω προϊόντων και υπηρεσιών, η σχέση αυτή δεν είναι τόσο άμεση ώστε να στερεί παντελώς από το στοιχείο «estate» τον διακριτικό χαρακτήρα του και να καθιστά αυτομάτως το στοιχείο «kenzo» κυρίαρχο στοιχείο.

52      Ο αναιρεσείων προσάπτει, τέλος, στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς απέρριψε την εφαρμογή της νομολογίας που απορρέει από τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 2009, Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ – Zafra Marroquineros (CK CREACIONES KENNYA) (T‑185/07, EU:T:2009:147), και της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Calvin Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ (C‑254/09 P, EU:C:2010:488), στη σκέψη 34 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις.

53      Η Kenzo και το EUIPO υποστηρίζουν ότι το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμο.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

54      Όσον αφορά το παραδεκτό του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το επιχείρημα του αναιρεσείοντος, με το οποίο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι δεν συνέκρινε τα συγκρουόμενα σήματα εξετάζοντας καθένα εξ αυτών ως ενιαίο σύνολο και δεν εφάρμοσε τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 2009, Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ – Zafra Marroquineros (CK CREACIONES KENNYA) (T‑185/07, EU:T:2009:147), και της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Calvin Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ (C‑254/09 P, EU:C:2010:488), και το επιχείρημα περί μη αιτιολογήσεως της εκτιμήσεώς του σχετικά με τον κυρίαρχο χαρακτήρα του στοιχείου «kenzo» που αποτελεί συστατικό στοιχείο του σήματος KENZO ESTATE, αφορούν νομικά ζητήματα. Τα ζητήματα αυτά είναι παραδεκτά στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως.

55      Αντιθέτως, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος με το οποίο υποστηρίζει ότι το στοιχείο «estate» έχει διακριτικό χαρακτήρα είναι απαράδεκτο, διότι ο αναιρεσείων επιδιώκει μ’ αυτό στην πραγματικότητα να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στη σκέψη 33 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, βάσει της οποίας η λέξη «estate», η οποία συνδέεται με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αφορούν οι αιτηθείσες καταχωρίσεις, δεν έχει διακριτικό χαρακτήρα για σημαντικό τμήμα των ενδιαφερόμενων καταναλωτών.

56      Όσον αφορά, πρώτον, το βάσιμο του επιχειρήματος που στηρίζεται στο ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν συνέκρινε τα συγκρουόμενα σήματα εξετάζοντας καθένα εξ αυτών ως ενιαίο σύνολο, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η σχέση του προγενέστερου σήματος με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, πρέπει να εκτιμάται σφαιρικώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση στους οποίους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο βαθμός του διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος και ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των συγκρουόμενων σημάτων ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη, μεταξύ άλλων, στοιχείων οπτικής, ακουστικής ή εννοιολογικής ομοιότητας (βλ. αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2003, Adidas-Salomon και Adidas Benelux, C‑408/01, EU:C:2003:582, σκέψη 28, και της 24ης Μαρτίου 2011, Ferrero κατά ΓΕΕΑ, C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψεις 52 και 64).

57      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στις σκέψεις 31 και 32 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, ότι το γεγονός ότι ένα σήμα αποτελείται αποκλειστικά και μόνον από το προγενέστερο σήμα στο οποίο έχει προστεθεί μια άλλη λέξη συνιστά ένδειξη της ομοιότητας αυτών των δύο σημάτων και ότι, καταρχήν, ο καταναλωτής επιδεικνύει συνήθως μεγαλύτερη προσοχή στην αρχή ενός σημείου παρά στο τέλος του. Όσον αφορά την έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα του στοιχείου «estate», το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 33 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, ότι για «τους αγγλόφωνους, η λέξη αυτή μπορεί να σημαίνει τον τόπο καλλιέργειας της αμπέλου και τον τόπο παραγωγής οίνου και συναφών προϊόντων, διότι με τον όρο “estate” νοείται “μια μεγάλη έκταση γης”». Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, συνεπώς, ότι το τμήμα προσφυγών μπορούσε να αποφανθεί ορθώς ότι οι ενδιαφερόμενοι καταναλωτές θα πρόσεχαν λιγότερο τον όρο αυτόν και θα εστίαζαν την προσοχή τους στο πρώτο στοιχείο με τον εντονότερο διακριτικό χαρακτήρα, δηλαδή στον όρο «kenzo».

58      Από τις σκέψεις 31 έως 33 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων προκύπτει ότι, στο πλαίσιο εκτιμήσεως της ομοιότητας των συγκρουόμενων σημάτων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι το σήμα του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις αποτελείται αποκλειστικά και μόνον από το προγενέστερο σήμα στο οποίο προστέθηκε το στοιχείο «estate» που στερείται διακριτικού χαρακτήρα και, αφετέρου, ότι, δεδομένου ότι ο καταναλωτής επιδεικνύει, καταρχήν, μεγαλύτερη προσοχή στην αρχή ενός σημείου παρά στο τέλος του, το ενδιαφερόμενο κοινό θα εστίαζε την προσοχή του στο πρώτο στοιχείο με τον εντονότερο διακριτικό χαρακτήρα που είναι ο όρος «kenzo».

59      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι τα δύο συγκρουόμενα σήματα είναι λεκτικά σήματα εκ των οποίων το ένα αποτελείται αποκλειστικά και μόνον από το προγενέστερο σήμα στο οποίο έχει προστεθεί ένα στοιχείο στερούμενο διακριτικού χαρακτήρα, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα σήματα αυτά, εξεταζόμενα στο σύνολό τους, είναι όμοια.

60      Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος περί μη αιτιολογήσεως των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων όσον αφορά τον κυρίαρχο χαρακτήρα του στοιχείου «kenzo», το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

61      Πράγματι, στη σκέψη 32 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία κατά την οποία, καταρχήν, ο καταναλωτής επιδεικνύει μεγαλύτερη προσοχή στην αρχή ενός σημείου παρά στο τέλος του. Στη σκέψη 33 καθεμιάς από τις εν λόγω αποφάσεις, έκρινε δε ότι η λέξη «estate», η οποία συνδέεται με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αφορούν το σήμα του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις, δεν έχει διακριτικό χαρακτήρα για σημαντικό τμήμα των ενδιαφερόμενων καταναλωτών. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού το συμπέρασμα ότι «το τμήμα προσφυγών ορθώς αποφάνθηκε ότι οι ενδιαφερόμενοι καταναλωτές θα επιδείκνυαν λιγότερη προσοχή στον όρο αυτόν και θα εστίαζαν την προσοχή τους στο πρώτο στοιχείο με τον εντονότερο διακριτικό χαρακτήρα που είναι ο όρος “kenzo”».

62      Όσον αφορά, τρίτον, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος που στηρίζεται στο ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς απέρριψε την εφαρμογή των αποφάσεων της 7ης Μαΐου 2009, Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ – Zafra Marroquineros (CK CREACIONES KENNYA) (T‑185/07, EU:T:2009:147), και της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Calvin Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ (C‑254/09 P, EU:C:2010:488), πρέπει και αυτό να απορριφθεί ως αβάσιμο.

63      Πράγματι, όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 34 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη διαφέρουν από αυτά των υπό κρίση υποθέσεων, καθόσον αρκεί η διαπίστωση ότι στις πρώτες υποθέσεις το σήμα του οποίου εζητείτο η καταχώριση συνίστατο σε ένα λεκτικό σημείο, τα δε προγενέστερα σήματα αποτελούνταν από εικονιστικά σημεία, ενώ στις υπό κρίση υποθέσεις τα συγκρουόμενα σήματα είναι δύο λεκτικά σήματα. Για τον λόγο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω παρατιθέμενες αποφάσεις, τα διακριτικά και κυρίαρχα στοιχεία των συγκρουόμενων σημάτων δεν ήταν τα ίδια ενώ, εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο κοινός όρος «kenzo» των συγκρουόμενων σημάτων είναι το στοιχείο με τον εντονότερο διακριτικό χαρακτήρα.

64      Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

 Επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

65      Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας, στη σκέψη 41 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, ότι το τμήμα προσφυγών ορθώς επιβεβαίωσε ότι το προγενέστερο σήμα KENZO έχαιρε φήμης στην Ένωση για ενδύματα, καλλυντικά και αρώματα, μολονότι τα συναφώς προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία είχαν υποβληθεί εκπρόθεσμα και δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη.

66      Η Kenzo και το EUIPO υποστηρίζουν ότι το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

67      Πρέπει να επισημανθεί ότι, στη σκέψη 41 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου αφορά το επιχείρημα του αναιρεσείοντος που στηρίζεται στο ότι το τμήμα προσφυγών δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει η Kenzo ενώπιον του τμήματος ανακοπών πριν από τις 17 Μαΐου 2010, στην υπόθεση C‑85/16 P, και πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 2011, στην υπόθεση C‑86/16 P, για να αποδείξει τη φήμη του προγενέστερου σήματος, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν συνοδεύονταν από καμία εξήγηση. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στην εν λόγω σκέψη 41, ότι κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των διεθνών καταχωρίσεων του σήματος KENZO ESTATE σε αυτές τις δύο υποθέσεις, δηλαδή αντιστοίχως στις 21 Ιανουαρίου 2008 και στις 18 Αυγούστου 2009, η φήμη του προγενέστερου σήματος αποδεικνυόταν βάσει των αποδείξεων που είχαν προσκομισθεί σε προγενέστερες υποθέσεις επί των οποίων στηρίζεται το τμήμα ανακοπών στις υπό κρίση υποθέσεις.

68      Ο αναιρεσείων δεν μπορεί, συνεπώς, να υποστηρίζει λυσιτελώς, στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, στην εν λόγω σκέψη 41, σε πλάνη περί το δίκαιο επειδή έλαβε υπόψη, προς απόδειξη της φήμης του προγενέστερου σήματος KENZO, στοιχεία τα οποία είχαν προσκομισθεί εκπρόθεσμα, διότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου δεν αφορά την εκπρόθεσμη προσκόμιση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων.

69      Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.

 Επί του τρίτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

70      Με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, δεχόμενο ότι η χρήση του σήματος KENZO ESTATE, του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τη φήμη του προγενέστερου σήματος, μολονότι δεν προέβη σε σφαιρική εκτίμηση των συγκρουόμενων σημάτων λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η φύση των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τις οποίες έχουν καταχωριστεί τα σήματα αυτά, συμπεριλαμβανομένου του βαθμού εγγύτητας ή ανομοιότητας αυτών των προϊόντων ή υπηρεσιών. Εκθέτει δε, συγκεκριμένα, ότι ο σχεδιασμός, το χρώμα και το άρωμα είναι στοιχεία που συντελούν στην επιτυχία των ενδυμάτων, αρωμάτων και καλλυντικών, δηλαδή των προϊόντων που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα, ενώ κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά δεν συνιστά στοιχείο το οποίο προσδίδει αξία στα προϊόντα που αφορούν τα σήματα για τα οποία ζητείται η καταχώριση. Περαιτέρω, λαμβανομένης υπόψη της πολύ διαφορετικής φύσεως των επίμαχων εμπορικών τομέων, θα ήταν μάλλον απίθανο η εικόνα αποκλειστικότητας και πολυτέλειας που περιβάλλει τα ενδύματα, αρώματα ή καλλυντικά να μπορεί να μεταφερθεί σε κάποιο από τα προϊόντα που αφορά το σήμα για το οποίο ζητούνται οι καταχωρίσεις, το οποίο καλύπτει αγαθά ευρείας καταναλώσεως διαθέσιμα στις υπεραγορές (σουπερμάρκετ).

71      Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, επίσης, ότι το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζεται απλώς σε υποθέσεις και εικασίες και δεν τεκμηριώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

72      Η Kenzo και το EUIPO υποστηρίζουν ότι το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

73      Πρέπει να διαπιστωθεί ότι, στο μέτρο που με την επιχειρηματολογία του ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη την πολύ διαφορετική φύση και τα πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά των καλυπτόμενων από τα συγκρουόμενα σήματα προϊόντων και υπηρεσιών, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως. Πράγματι, με την εν λόγω επιχειρηματολογία, ο αναιρεσείων επιδιώκει στην πραγματικότητα να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών στις σκέψεις 50 έως 53 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, κατά τις οποίες, κατ’ ουσίαν, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που αφορά το σήμα για το οποίο ζητούνται οι καταχωρίσεις είναι δυνατό, όπως και τα καλυπτόμενα από το προγενέστερο σήμα ενδύματα, αρώματα και καλλυντικά, να ανήκουν στην κατηγορία των ειδών πολυτελείας.

74      Στο μέτρο που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με την επιχειρηματολογία του ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε σφαιρική εξέταση όλων των κρίσιμων παραγόντων προκειμένου να εκτιμήσει τον κίνδυνο αντλήσεως αθέμιτου οφέλους από τη φήμη του προγενέστερου σήματος και στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε δεόντως την εκτίμησή του αυτή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εγείρεται νομικό ζήτημα το οποίο είναι παραδεκτό στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως.

75      Εντούτοις, η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.

76      Πράγματι, πρέπει να επισημανθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στις σκέψεις 45 έως 49 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, τη σχετική νομολογία προκειμένου να καθορίσει εν προκειμένω εάν η χρήση του σήματος του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις προσπορίζει αθέμιτο όφελος από τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Στις σκέψεις 50 και 51 των αποφάσεων αυτών, εξέτασε τη φύση και τον βαθμό εγγύτητας των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών. Επικύρωσε δε, στη σκέψη 53 καθεμιάς από τις εν λόγω αποφάσεις, την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών περί σχέσεως που θα μπορούσε να διαπιστωθεί μεταξύ των προϊόντων που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα και των προϊόντων και υπηρεσιών που προσδιορίζονται από το σήμα του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις, δηλαδή της εντάξεώς τους στην κατηγορία των ειδών πολυτελείας. Στη σκέψη 54 καθεμιάς από τις αποφάσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο ενέκρινε την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ότι ήταν εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο ότι το σήμα αυτό θα αντλούσε αθέμιτο όφελος από τη φήμη του προγενέστερου σήματος, στηριζόμενο στη σχέση μεταξύ των προϊόντων και των υπηρεσιών που καλύπτονται από τα συγκρουόμενα σήματα, στη σημαντική φήμη του προγενέστερου σήματος, στον υψηλό βαθμό ομοιότητας των εν λόγω σημάτων και στην εκλεπτυσμένη και εμβληματική εικόνα που μεταφέρει το προγενέστερο σήμα. Στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στην υπόθεση C‑86/16 P, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι οι υπηρεσίες των κλάσεων 35 και 43 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, τις οποίες αφορούσε η αίτηση καταχωρίσεως, θα μπορούσαν εντούτοις να θεωρηθούν ως παρεπόμενες υπηρεσίες της παραγωγής και πωλήσεως οίνου.

77      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν προέβη σε σφαιρική εξέταση όλων των κρίσιμων παραγόντων προκειμένου να εκτιμήσει εάν το σήμα του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις θα αντλούσε αθέμιτο όφελος από τη φήμη του προγενέστερου σήματος και ότι δεν αιτιολόγησε δεόντως την εκτίμηση αυτή.

78      Συνεπώς, το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως απαράδεκτo και εν μέρει ως αβάσιμο.

 Επί του τέταρτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

79      Με το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις στερούνται αιτιολογίας, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιόν του, απλώς επικύρωσε τη διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ότι «δεν είχε αποδειχθεί καμία νόμιμη αιτία».

80      Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών και το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσαν σε πλάνη περί το δίκαιο και για τον λόγο ότι δεν έλαβαν επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι στο σύνθετο σήμα KENZO ESTATE το στοιχείο «kenzo» προσδιορίζει το κύριο όνομα του αναιρεσείοντος. Διευκρινίζει δε ότι δεν επιδίωκε να αντλήσει αθέμιτο όφελος από τη φήμη του προγενέστερου σήματος και ότι επίσης δεν ενήργησε κακόπιστα.

81      Η Kenzo προβάλλει ότι το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο. Το EUIPO υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που το προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα σφάλμα βάλλει κατά των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών, είναι εξ αυτού του λόγου απαράδεκτο. Εν πάση περιπτώσει, κατά το EUIPO, το σκέλος αυτό είναι αβάσιμο.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

82      Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα που προβάλλεται προς στήριξη του τέταρτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως περί ελλιπούς αιτιολογήσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν επιβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο να αναπτύσσει σκεπτικό που να ακολουθεί αναλυτικά έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι και, συνεπώς, η αιτιολογία της αποφάσεώς του μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερόμενους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Dyson κατά Επιτροπής, C‑44/16 P, EU:C:2017:357, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

83      Από τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στην υπόθεση C‑85/16 P και από τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στην υπόθεση C‑86/16 P προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι η χρήση του κυρίου ονόματός του στο σήμα του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις συνιστά νόμιμη αιτία, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, η οποία του επιτρέπει να χρησιμοποιεί το σημείο αυτό. Έκρινε δε ότι, μολονότι η απάντηση του τμήματος προσφυγών στο επιχείρημα αυτό ήταν συνοπτική, ήταν εντούτοις επαρκής, καθόσον ο κανονισμός 207/2009 δεν παρέχει κανένα άνευ όρων δικαίωμα καταχωρίσεως ονόματος ή επωνύμου ως σήματος της Ένωσης. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το γεγονός ότι ο όρος Kenzo είναι το κύριο όνομα του αναιρεσείοντος δεν αρκεί για να αποτελέσει νόμιμη αιτία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

84      Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους απέρριψε το επιχείρημα του αναιρεσείοντος.

85      Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα που προβάλλεται προς στήριξη του τέταρτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, βάσει του οποίου η χρήση του κυρίου ονόματος του αναιρεσείοντος στο σήμα του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις συνιστά νόμιμη αιτία, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τούτο είναι απαράδεκτο στο μέτρο που βάλλει κατά των αποφάσεων της 22ας Μαΐου και της 3ης Ιουλίου 2013 του δεύτερου τμήματος προσφυγών (διάταξη της 26ης Μαΐου 2016, Dairek Attoumi κατά EUIPO, C‑578/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:377, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

86      Στο μέτρο που το επιχείρημα αυτό βάλλει κατά των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει την έννοια της «νόμιμης αιτίας», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), κρίνοντας ότι η έννοια αυτή δεν καλύπτει μόνον αντικειμενικώς υπέρτερους λόγους, αλλά μπορεί κάλλιστα να σχετίζεται και με τα ατομικά συμφέροντα του τρίτου που χρησιμοποιεί σημείο πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το σήμα το οποίο χαίρει φήμης (απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Leidseplein Beheer και de Vries, C‑65/12, EU:C:2014:49, σκέψη 45).

87      Εξάλλου, το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι, καθόσον το άρθρο 5, παράγραφος 2, και το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της πρώτης οδηγίας 89/104 έχουν, κατ’ ουσίαν, την ίδια διατύπωση και έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν την ίδια προστασία για τα σήματα που χαίρουν φήμης, η ερμηνεία που δόθηκε για την πρώτη διάταξη ισχύει και για τη δεύτερη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψη 25, και της 9ης Ιανουαρίου 2003, Davidoff, C‑292/00, EU:C:2003:9, σκέψη 17).

88      Δεδομένου ότι το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της πρώτης οδηγίας 89/104 είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, η ερμηνεία που παρέσχε το Δικαστήριο όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της εν λόγω πρώτης οδηγίας μπορεί να εφαρμοσθεί και στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.

89      Ειδικότερα, όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 34 των προτάσεών της, το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 5, παρέχει ευρεία προστασία στα σήματα φήμης. Τούτο δε υπό την ειδική προϋπόθεση ότι γίνεται, χωρίς νόμιμη αιτία, χρήση σημείου πανομοιότυπου ή παρόμοιου με καταχωρισμένο σήμα, η οποία θα μπορούσε να προσπορίσει αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος αυτού ή θα μπορούσε να θίξει τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Leidseplein Beheer και de Vries, C‑65/12, EU:C:2014:49, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

90      Εντούτοις, ο χρήστης ενός σημείου παρόμοιου με σήμα το οποίο χαίρει φήμης μπορεί να επικαλεστεί, όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, μια «νόμιμη αιτία» χρήσεως του σημείου αυτού, τούτο δε αποτελεί έκφραση του γενικού σκοπού που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ, αφενός, του συμφέροντος του δικαιούχου ενός σήματος να διαφυλάττει τη βασική λειτουργία του σήματός του και, αφετέρου, του συμφέροντος ενός τρίτου να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές ένα τέτοιο σημείο για τον προσδιορισμό των προϊόντων και υπηρεσιών που εμπορεύεται (βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Leidseplein Beheer και de Vries, C‑65/12, EU:C:2014:49, σκέψεις 41 και 43).

91      Συνακόλουθα, η επίκληση από τρίτο μιας νόμιμης αιτίας για τη χρήση σημείου παρόμοιου με σήμα το οποίο χαίρει φήμης δεν έχει ως αποτέλεσμα την αναγνώριση, υπέρ του τρίτου, των δικαιωμάτων που συνεπάγεται η καταχώριση σήματος, αλλά αναγκάζει απλώς τον δικαιούχο του φημισμένου σήματος να ανεχθεί τη χρήση του παρόμοιου σημείου (απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Leidseplein Beheer και de Vries, C‑65/12, EU:C:2014:49, σκέψη 46).

92      Εν προκειμένω, στη σκέψη 54 καθεμιάς από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε τη διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ότι, κατ’ ουσίαν, ήταν εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο ότι το σήμα του οποίου ζητούνται οι καταχωρίσεις θα αντλούσε αθέμιτο όφελος από το προγενέστερο σήμα. Στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στην υπόθεση C‑85/16 P και στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στην υπόθεση C‑86/16 P, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η χρήση του κυρίου ονόματος του αναιρεσείοντος, δηλαδή Kenzo, στο σύνθετο σήμα KENZO ESTATE δεν επαρκούσε για να αποτελέσει νόμιμη αιτία χρήσεως του σημείου αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.

93      Το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, αποφάνθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη νόμιμης αιτίας για την εκ μέρους του χρήση του επίμαχου σημείου.

94      Πράγματι, το γεγονός και μόνον ότι ο όρος «kenzo» που αποτελεί συστατικό στοιχείο του σήματος «KENZO ESTATE» αντιστοιχεί στο κύριο όνομα του αναιρεσείοντος δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα αν η χρήση του όρου αυτού συνιστά νόμιμη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, δεδομένου ότι, όπως επισημαίνει κατ’ ουσίαν η γενική εισαγγελέας στο σημείο 38 των προτάσεών της, η εξέταση της σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων δεν πρέπει να θίγει τη βασική λειτουργία του προγενέστερου σήματος, η οποία συνίσταται στην εγγύηση της προελεύσεως του προϊόντος.

95      Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ορθώς, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων, ότι, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας προστασίας που παρέχει ο κανονισμός 207/2009 στα σήματα φήμης, το τμήμα προσφυγών ορθώς αποφάνθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποδείξει καμία νόμιμη αιτία και ότι, επομένως, με τις αιτήσεις καταχωρίσεως σήματος της 21ης Ιανουαρίου 2008 και της 18ης Αυγούστου 2009, επιδίωκε να αντλήσει αθέμιτο όφελος από τη φήμη του σήματος KENZO, το οποίο είχε καταχωριστεί στις 20 Φεβρουαρίου 2001.

96      Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το δεύτερο επιχείρημα που προβάλλεται προς στήριξη του τέταρτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

97      Εκ του συνόλου των προεκτεθέντων προκύπτει ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

 Επί των δικαστικών εξόδων

98      Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Ο K. Tsujimoto πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι το EUIPO και η Kenzo είχαν υποβάλει σχετικό αίτημα και αυτός ηττήθηκε.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.

2)      Καταδικάζει τον KenzoTsujimoto στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.