Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Sąd Najwyższy (Πολωνία) στις 3 Οκτωβρίου 2018 – CP κατά Sąd Najwyższy

(Υπόθεση C-624/18)

Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική

Αιτούν δικαστήριο

Sąd Najwyższy

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Ενάγων: CP

Εναγόμενο: Sąd Najwyższy

Προδικαστικά ερωτήματα

Έχει το άρθρο 47 του Χάρτη σε συνδυασμό με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία1 , την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ανώτατο δικαστήριο κράτους μέλους επιληφθεί ένδικου βοηθήματος (αγωγής) με το οποίο προβάλλεται παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας όσον αφορά δικαστή του δικαστηρίου αυτού και με το οποίο ζητείται ταυτοχρόνως η προστασία του προβαλλόμενου δικαιώματος, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται –προκειμένου να διασφαλίσει, μέσω της λήψεως προσωρινών μέτρων κατά το εθνικό δίκαιο, την προστασία δικαιωμάτων αντλούμενων από το δίκαιο της Ένωσης– να μην εφαρμόσει τις εθνικές διατάξεις δυνάμει των οποίων η αρμοδιότητα για την εξέταση της διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκε το ένδικο βοήθημα αυτό ανατίθεται σε τμήμα του εν λόγω δικαστηρίου το οποίο δεν λειτουργεί ελλείψει πληρώσεως των προβλεπόμενων θέσεων δικαστών;

Σε περίπτωση που τυχόν πληρωθούν οι θέσεις δικαστών στο τμήμα το οποίο, βάσει του εθνικού δικαίου, είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του ασκηθέντος ένδικου βοηθήματος: έχει το άρθρο 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 19, παράγραφος 1, και με το άρθρο 2 ΣΕΕ, καθώς και με το άρθρο 47 του Χάρτη, την έννοια ότι το νεοσυσταθέν τμήμα του ανώτατου δικαστηρίου κράτους μέλους, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση διαφοράς δικαστή του εθνικού δικαστηρίου σε πρώτο και δεύτερο βαθμό και το οποίο προβλέπεται ότι απαρτίζεται αποκλειστικώς από δικαστές που επιλέγονται από εθνικό όργανο το οποίο οφείλει μεν να μεριμνά για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων [Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο)], πλην όμως λόγω του τρόπου συστάσεώς του και του τρόπου εργασίας του δεν διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία, αποτελεί ανεξάρτητο δικαστήριο κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα: έχει το άρθρο 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 19, παράγραφος 1, και με το άρθρο 2 ΣΕΕ, καθώς και με το άρθρο 47 του Χάρτη, την έννοια ότι το αναρμόδιο τμήμα του ανώτατου δικαστηρίου του κράτους μέλους, το οποίο πληροί τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν τα δικαστήρια βάσει του δικαίου της Ένωσης και ενώπιον του οποίου έχει ασκηθεί το ένδικο βοήθημα στο πλαίσιο διαφοράς που άπτεται του δικαίου της Ένωσης, οφείλει να μην εφαρμόσει τις εθνικές διατάξεις που το κηρύσσουν αναρμόδιο στην υπόθεση αυτή;

____________

1 EE L 303, σ. 16.