ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 21ης Μαρτίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Μεταφορές – Δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές – Κανονισμός (ΕΚ) 1370/2007 – Άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2 – Απευθείας ανάθεση – Συμβάσεις παροχής δημόσιων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο και τραμ – Προϋποθέσεις – Οδηγία 2004/17/ΕΚ – Οδηγία 2004/18/ΕΚ»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-266/17 και C-267/17,

με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ντίσελντορφ, Γερμανία) με αποφάσεις της 3ης Μαΐου 2017, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 17 Μαΐου 2017, στο πλαίσιο των δικών

Rhein-Sieg-Kreis

κατά

Verkehrsbetrieb Hüttebräucker GmbH,

BVR Busverkehr Rheinland GmbH,

παρισταμένης της:

Regionalverkehr Köln GmbH (C-266/17),

και

Rhenus Veniro GmbH & Co. KG

κατά

Kreis Heinsberg,

παρισταμένης της:

WestVerkehr GmbH (C-267/17),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο του εβδόμου τμήματος, προεδρεύοντα του τετάρτου τμήματος, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο, E. Juhász (εισηγητή) και C. Vajda, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: L. Carrasco Marco, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 31ης Μαΐου 2018,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Rhein-Sieg-Kreis, εκπροσωπούμενη από τους G. Landsberg και J. Struß, Rechtsanwälte,

–        η Rhenus Veniro GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον C. Antweiler, Rechtsanwalt,

–        η Verkehrsbetrieb Hüttebräucker GmbH, εκπροσωπούμενη από τον C. Antweiler, Rechtsanwalt,

–        η BVR Busverkehr Rheinland GmbH, εκπροσωπούμενη από τον W. Tresselt, Rechtsanwalt,

–        η Kreis Heisberg, εκπροσωπούμενη από τους S. Schaefer, M. Weber και D. Marszalek, Rechtsanwälte,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Fruhmann,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους W. Mölls και P. Ondrůšek καθώς και από την J. Hottiaux,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 1191/69 και (ΕΟΚ) 1107/70 (ΕΕ 2007, L 315, σ. 1).

2        Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών, όσον αφορά την πρώτη, μεταξύ της Rhein-Sieg (περιφέρειας Rhein-Sieg, Γερμανία) και των Verkehrsbetrieb Hüttebräucker GmbH και BVR Busverkehr Rheinland GmbH και, όσον αφορά τη δεύτερη, μεταξύ της Rhenus Veniro GmbH & Co. kg (στο εξής: Rhenus Veniro) και της Kreis Heinsberg (περιφέρειας Heinsberg, Γερμανία), σχετικά με σχεδιαζόμενη απευθείας ανάθεση δημόσιων συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός 1370/2007

3        Το άρθρο 1 του κανονισμού 1370/2007, με τίτλο «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:

«1.      Ο σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι να καθορίσει, σύμφωνα με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, τον τρόπο με τον οποίον οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ενεργούν στον τομέα των δημόσιων επιβατικών μεταφορών για να εξασφαλίζουν την προσφορά υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, οι οποίες θα είναι, μεταξύ άλλων, πολυπληθέστερες, ασφαλέστερες, υψηλότερης ποιότητας ή λιγότερο δαπανηρές, από εκείνες που θα μπορούσαν να προσφέρουν από μόνες τους οι δυνάμεις της αγοράς.

Προς τον σκοπό αυτόν, ο παρών κανονισμός καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους οι αρμόδιες αρχές, όταν επιβάλλουν υποχρεώσεις παροχής δημοσίων υπηρεσιών ή συνάπτουν σχετικές συμβάσεις, αποζημιώνουν τους φορείς δημοσίων υπηρεσιών για το κόστος με το οποίο επιβαρύνονται ή/και χορηγούν αποκλειστικά δικαιώματα ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας.

2.      Ο παρών κανονισμός ισχύει για την εθνική και διεθνή παροχή δημοσίων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών, με σιδηροδρομικά ή άλλα μέσα σταθερής τροχιάς, καθώς και οδικών μεταφορικών υπηρεσιών, εξαιρουμένων των υπηρεσιών που παρέχονται κυρίως για ιστορικούς ή τουριστικούς λόγους. […]

[…]»

4        Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Ορισμοί», έχει ως εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

α)      “δημόσιες επιβατικές μεταφορές”: οι υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών γενικού οικονομικού συμφέροντος που προσφέρονται στο κοινό χωρίς διακρίσεις και σε συνεχή βάση·

β)      “αρμόδια αρχή”: κάθε δημόσια αρχή ή ομάδα δημοσίων αρχών κράτους μέλους ή κρατών μελών, η οποία έχει την εξουσία να επεμβαίνει στις δημόσιες επιβατικές μεταφορές σε δεδομένη γεωγραφική περιοχή, ή κάθε άλλο όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί τέτοια αρμοδιότητα·

γ)      “αρμόδια τοπική αρχή”: κάθε αρμόδια αρχή της οποίας η γεωγραφική περιοχή δικαιοδοσίας δεν είναι εθνική·

[…]

η)      “απευθείας ανάθεση”: ανάθεση σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας σε συγκεκριμένο φορέα δημόσιας υπηρεσίας χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού·

θ)      “σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας”: μια ή περισσότερες νομικά δεσμευτικές πράξεις, οι οποίες δηλώνουν τη συμφωνία μεταξύ αρμόδιας αρχής και φορέα δημόσιας υπηρεσίας για την ανάθεση στον εν λόγω φορέα δημόσιας υπηρεσίας της διαχείρισης και λειτουργίας των υπηρεσιών δημοσίων επιβατικών μεταφορών των υποκειμένων στις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας· η σύμβαση μπορεί, ανάλογα με το δίκαιο των κρατών μελών, να συνίσταται επίσης σε απόφαση λαμβανόμενη από την αρμόδια αρχή:

–        υπό μορφή ατομικής νομοθετικής ή κανονιστικής πράξης, ή

–        περιέχουσα όρους υπό τους οποίους η αρμόδια αρχή παρέχει η ίδια τις υπηρεσίες, ή αναθέτει την παροχή τους σε εγχώριο φορέα·

ι)      “εγχώριος φορέας”: νομικώς ανεξάρτητη οντότητα, επί της οποίας η αρμόδια τοπική αρχή, ή τουλάχιστον μία αρμόδια τοπική αρχή στην περίπτωση ομάδας αρχών, ασκεί έλεγχο ανάλογο εκείνου που ασκεί επί των υπηρεσιακών μονάδων της·

[…]».

5        Το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Ανάθεση συμβάσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας», προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας ανατίθενται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ωστόσο, οι συμβάσεις υπηρεσιών ή οι συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, όπως ορίζονται με την οδηγία 2004/17/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 1),] ή την οδηγία 2004/18/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 114)], για την παροχή δημοσίων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με το λεωφορείο ή το τραμ, ανατίθενται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπουν οι εν λόγω οδηγίες, εφόσον οι συμβάσεις αυτές δεν λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχώρησης υπηρεσιών κατά τα οριζόμενα στις οδηγίες αυτές. Όταν οι συμβάσεις ανατίθενται σύμφωνα με τις οδηγίες [2004/17] ή [2004/18], οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται.

2.      Εφόσον το εθνικό δίκαιο δεν το απαγορεύει, κάθε αρμόδια τοπική αρχή, είτε είναι μεμονωμένη αρχή είτε ομάδα αρχών που παρέχουν ολοκληρωμένες δημόσιες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών, μπορεί να αποφασίζει να παρέχει η ίδια δημόσιες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών ή να αναθέτει συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας απευθείας σε νομικώς ανεξάρτητη οντότητα, επί της οποίας η αρμόδια τοπική αρχή, ή τουλάχιστον μία αρμόδια τοπική αρχή στην περίπτωση ομάδας αρχών, ασκεί έλεγχο ανάλογο εκείνου που ασκεί επί των υπηρεσιακών μονάδων της. Οσάκις αρμόδια τοπική αρχή λαμβάνει τέτοια απόφαση, εφαρμόζονται τα εξής:

α)      για να διαπιστωθεί αν η αρμόδια τοπική αρχή ασκεί αυτόν τον έλεγχο, εξετάζονται στοιχεία, όπως το επίπεδο παρουσίας στα διοικητικά, διευθυντικά ή εποπτικά όργανα, οι ειδικές σχετικές διατάξεις στο καταστατικό, η κυριότητα, η επιρροή και ο έλεγχος επί της ουσίας στις στρατηγικές αποφάσεις και τις μεμονωμένες αποφάσεις διαχείρισης. Σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, η 100 % κυριότητα εκ μέρους της αρμόδιας δημόσιας αρχής, ιδίως στην περίπτωση συμπράξεων ιδιωτικού-δημοσίου, δεν αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι συντρέχει έλεγχος κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου, υπό τον όρο ότι ο δημόσιος τομέας έχει δεσπόζουσα επιρροή και ότι ο έλεγχος μπορεί να αποδειχθεί βάσει άλλων κριτηρίων·

β)      η προϋπόθεση για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου είναι ότι ο εγχώριος φορέας και κάθε οντότητα στην οποία ο φορέας αυτός έχει κάποια επιρροή, έστω και ελάχιστη, ασκούν τις δραστηριότητές τους στο πεδίο των δημοσίων επιβατικών μεταφορών εντός του εδάφους της αρμόδιας τοπικής αρχής, παρά την ύπαρξη τυχόν εξωτερικών γραμμών ή άλλων βοηθητικών στοιχείων της δραστηριότητας αυτής που εισέρχονται στο έδαφος γειτονικών αρμόδιων τοπικών αρχών, και δεν μετέχουν σε διαγωνισμούς που αφορούν την παροχή δημοσίων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών και διοργανώνονται εκτός του εδάφους της αρμόδιας τοπικής αρχής·

γ)      παρά το στοιχείο βʹ, εγχώριος φορέας μπορεί να συμμετέχει σε δίκαιους διαγωνισμούς αρχής γενομένης δύο έτη πριν από τη λήξη της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί απευθείας, υπό την προϋπόθεση ότι έχει αποφασισθεί οριστικά ότι οι δημόσιες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών που διέπει η σύμβαση του εγχώριου φορέα θα υποβληθούν σε δίκαιο διαγωνισμό και ότι ο εν λόγω εγχώριος φορέας δεν έχει συνάψει άλλη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας με απευθείας ανάθεση·

δ)      ελλείψει αρμόδιας τοπικής αρχής, τα στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ εφαρμόζονται σε εθνική αρχή προς όφελος γεωγραφικής περιοχής που δεν είναι εθνική, υπό τον όρο ότι ο εγχώριος φορέας δεν συμμετέχει σε διαγωνισμούς που αφορούν την παροχή δημοσίων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών και διοργανώνονται εκτός της περιοχής για την οποία έχει χορηγηθεί η σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας·

ε)      εάν εξετάζεται η περίπτωση να συναφθεί υπεργολαβία σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 7, ο εγχώριος φορέας είναι υποχρεωμένος να παράσχει ο ίδιος το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών.

3.      Κάθε αρμόδια αρχή που προσφεύγει σε τρίτον, άλλον από τον εγχώριο φορέα, αναθέτει τις συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας βάσει διαδικασίας διαγωνισμού, εξαιρουμένων των περιπτώσεων των παραγράφων 4, 5 και 6. Η διαδικασία διαγωνισμού που ακολουθείται είναι ανοικτή σε όλους τους φορείς, δίκαιη και επιτρέπει την τήρηση των αρχών της διαφάνειας και της αμεροληψίας. Μετά την υποβολή των προσφορών και την ενδεχόμενη προεπιλογή, η διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με τις ανωτέρω αρχές, με σκοπό να προσδιορισθεί πώς θα ικανοποιηθούν αποτελεσματικότερα ειδικές ή σύνθετες απαιτήσεις.

[…]»

6        Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «Δημοσίευση», προβλέπει τα εξής:

«Κάθε αρμόδια αρχή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ούτως ώστε, το αργότερο ένα έτος πριν από την έναρξη της διαδικασίας πρό[σ]κλησης υποβολής προσφορών ή ένα έτος πριν από την απευθείας ανάθεση σύμβασης, να δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες:

α)      η ονομασία και η διεύθυνση της αρμόδιας αρχής·

β)      το προβλεπόμενο είδος ανάθεσης·

γ)      οι υπηρεσίες και οι περιοχές που μπορεί να καλύπτει η ανάθεση.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίζουν να μην δημοσιεύσουν τις πληροφορίες αυτές όταν μια σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας αφορά ετήσια εκτέλεση λιγότερων των 50 000 χιλιομέτρων δημοσίων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών.

[…]»

 Η οδηγία 2004/17

7        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/17, με τίτλο «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:

«1.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ορισμοί που παρατίθενται στο παρόν άρθρο:

2.      α)      Ως “συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών”, νοούνται συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων από τους αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, και ενός ή περισσοτέρων εργοληπτών, προμηθευτών ή παρόχων υπηρεσιών·

[…]

δ)      Ως “συμβάσεις υπηρεσιών”, νοούνται συμβάσεις πλην των συμβάσεων έργων ή προμηθειών, που έχουν ως αντικείμενο την παροχή των υπηρεσιών, οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα XVΙI.

[…]

3.      […]

β)      Ως “σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών”, νοείται μια σύμβαση η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με μια σύμβαση υπηρεσιών, εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης της υπηρεσίας είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.

[…]»

8        Το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Υπηρεσίες μεταφορών», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις δραστηριότητες που αποσκοπούν στη διάθεση ή την εκμετάλλευση δικτύων που παρέχουν υπηρεσίες στο κοινό στους τομείς των μεταφορών με σιδηρόδρομο, αυτόματα συστήματα, τραμ, τρόλεϊ, λεωφορεία ή καλώδιο.

Όσον αφορά τις υπηρεσίες μεταφορών, θεωρείται ότι υφίσταται δίκτυο όταν η υπηρεσία παρέχεται με τους όρους που ορίζονται από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους, όπως εκείνοι που αφορούν τις ακολουθητέες διαδρομές, τη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα ή τη συχνότητα παροχής της υπηρεσίας.»

9        Το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Συμβάσεις παραχώρησης έργων και υπηρεσιών», έχει ως εξής:

«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις παραχώρησης έργων ή υπηρεσιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, οι οποίες ανατίθενται από αναθέτοντες φορείς κατά την άσκηση μιας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7, όταν οι παραχωρήσεις αυτές γίνονται για την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων.»

10      Το άρθρο 31 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα XVIΙ A», προβλέπει τα εξής:

«Οι συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα XVIΙ Α, συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 34 έως 59.»

11      Το άρθρο 32 της οδηγίας 2004/17, με τίτλο «Συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα XVIΙ Β», προβλέπει τα εξής:

«Οι συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα XVΙΙ B, διέπονται μόνο από τα άρθρα 34 και 43.»

12      Το άρθρο 34 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Τεχνικές προδιαγραφές», καθορίζει, μεταξύ άλλων, τον λεπτομερή τρόπο σύμφωνα με τον οποίο οι τεχνικές προδιαγραφές πρέπει να διατυπώνονται στα έγγραφα της συμβάσεως.

13      Κατά το άρθρο 43 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Γνωστοποιήσεις για συμβάσεις που έχουν συναφθεί»:

«1.      Οι αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι έχουν αναθέσει σύμβαση ή συνάψει συμφωνία-πλαίσιο, αποστέλλουν τη γνωστοποίηση που αφορά τις συναφθείσες συμβάσεις, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα XVΙ. Η γνωστοποίηση αυτή αποστέλλεται υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 68, παράγραφος 2, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ανάθεση της σύμβασης ή τη σύναψη της συμφωνίας-πλαίσιο.

[…]

4.      Στις περιπτώσεις των συμβάσεων που συνάπτονται για υπηρεσίες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα XVIΙ B, οι αναθέτοντες φορείς αναφέρουν στην προκήρυξη εάν δέχονται τη δημοσίευσή τους.

[…]»

14      Τα παραρτήματα XVIIA και XVIIB της οδηγίας 2004/17 με τίτλο «Υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 31» και «Υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 32», περιλαμβάνουν το καθένα πίνακα ο οποίος παραπέμπει, για τις κατηγορίες υπηρεσιών που προσδιορίζει, στους αριθμούς αναφοράς της κεντρικής ταξινομήσεως προϊόντων των Ηνωμένων Εθνών (στο εξής: αριθμοί αναφοράς CPC). Όσον αφορά την κατηγορία 2 του παραρτήματος XVΙΙ A, που αντιστοιχεί στις «υπηρεσίες χερσαίων μεταφορών», οι αριθμοί αναφοράς CPC είναι οι 712 (πλην 71235), 7512 και 87304. Όσον αφορά την κατηγορία 18 του παραρτήματος XVII B, που αντιστοιχεί στις «υπηρεσίες μεταφορών μέσω σιδηροδρόμων», ο αριθμός αναφοράς CPC είναι ο 711. Ο αριθμός αναφοράς CPC 712 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις τακτικές και ειδικές αστικές και προαστιακές μεταφορές επιβατών, καθώς και στις τακτικές υπεραστικές μεταφορές επιβατών, εκτός από τις υπηρεσίες υπεραστικής, αστικής, προαστιακής σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, στις οποίες αναφέρεται ο αριθμός αναφοράς CPC 711.

 Η οδηγία 2004/18

15      Το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/18, με τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:

«1.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ορισμοί που παρατίθενται στις παραγράφους 2 έως 15.

2.      […]

δ)      Οι “δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών” είναι δημόσιες συμβάσεις, πλην των δημόσιων συμβάσεων έργων ή προμηθειών, που έχουν ως αντικείμενο την παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ.

[…]

4.      Η «σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών» είναι μια σύμβαση η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με μια δημόσια σύμβαση υπηρεσιών, εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης της υπηρεσίας είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.

[…]»

16      Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Εκχώρηση ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων: ρήτρα αποφυγής διακρίσεων»:

«Όταν μια αναθέτουσα αρχή εκχωρεί σε φορέα που δεν αποτελεί τέτοια αναθέτουσα αρχή, ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα για την άσκηση δραστηριότητας δημόσιας υπηρεσίας, η πράξη εκχώρησης του δικαιώματος αυτού προβλέπει ότι, κατά τη σύναψη των συμβάσεων προμηθειών με τρίτους στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, ο εν λόγω φορέας πρέπει να τηρεί την αρχή της αποφυγής διακρίσεων λόγω εθνικότητας.»

17      Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών», προβλέπει, στο πρώτο εδάφιο:

«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις οι οποίες, στο πλαίσιο της οδηγίας [2004/17], ανατίθενται από αναθέτουσες αρχές οι οποίες ασκούν μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 της εν λόγω οδηγίας και συνάπτονται για τις δραστηριότητες αυτές, ούτε στις δημόσιες συμβάσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, και των άρθρων 19, 26 και 30 της οδηγίας αυτής.»

18      Το άρθρο 17 της οδηγίας 2004/18, με τίτλο «Συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών», έχει ως εξής:

«Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 3, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών, οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4.»

19      Το άρθρο 20 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ Α», προβλέπει τα εξής:

«Οι συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες αναφερόμενες στο παράρτημα ΙΙ Α συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 23 έως 55.»

20      Το άρθρο 21 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ B» προβλέπει τα εξής:

«Η σύναψη των συμβάσεων που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ Β, υπόκειται αποκλειστικά στο άρθρο 23 και στο άρθρο 35, παράγραφος 4.»

21      Τα παραρτήματα ΙΙ Α και ΙΙ Β της ίδιας οδηγίας περιέχουν πίνακα παρόμοιο με εκείνους που εμφαίνονται, αντιστοίχως, στο παράρτημα XVII Α και στο παράρτημα XVII Β της οδηγίας 2004/17.

 Η οδηγία 2014/24/ΕΕ

22      Η οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18 (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65), σύμφωνα με το άρθρο 91 αυτής, κατήργησε και αντικατέστησε την οδηγία 2004/18, με ισχύ από 18ης Απριλίου 2016.

23      Το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/24, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δημόσιες συμβάσεις μεταξύ φορέων του δημόσιου τομέα», προβλέπει τα εξής:

«1.      Μια δημόσια σύμβαση που ανατίθεται από αναθέτουσα αρχή σε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εάν πληρούνται οι κατωτέρω σωρευτικές προϋποθέσεις:

α)      η αναθέτουσα αρχή ασκεί επί του εν λόγω νομικού προσώπου έλεγχο ανάλογο εκείνου που ασκεί επί των δικών της υπηρεσιών·

β)      περισσότερο από το 80 % των δραστηριοτήτων του ελεγχομένου νομικού προσώπου διεξάγεται κατά την εκτέλεση καθηκόντων που [του] έχουν ανατεθεί από την ελέγχουσα αναθέτουσα αρχή ή άλλες νομικές οντότητες που ελέγχει η εν λόγω αναθέτουσα αρχή, και

γ)      δεν υπάρχει άμεση συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο, εξαιρουμένων των μορφών συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων χωρίς δυνατότητα ελέγχου ή δικαιώματος αρνησικυρίας, που απαιτούνται από εθνικές νομοθετικές διατάξεις, σύμφωνες με τις Συνθήκες και δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο.

Μια αναθέτουσα αρχή θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο επί νομικού προσώπου ανάλογο με τον έλεγχο που ασκεί στις υπηρεσίες της κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου στοιχείο αʹ, όταν ασκεί αποφασιστική επιρροή τόσο στους στρατηγικούς στόχους όσο και στις σημαντικές αποφάσεις του ελεγχόμενου νομικού προσώπου. Ο έλεγχος μπορεί, επίσης, να ασκείται από άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται με τον ίδιο τρόπο από την αναθέτουσα αρχή.

2.      Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης σε περίπτωση που ένα ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο το οποίο είναι αναθέτουσα αρχή αναθέτει σύμβαση στην αναθέτουσα αρχή η οποία το ελέγχει ή σε άλλο νομικό πρόσωπο που τελεί υπό τον έλεγχο της ίδιας αναθέτουσας αρχής, εφόσον δεν υπάρχει άμεση συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στο νομικό πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται η δημόσια σύμβαση, εξαιρουμένων των μορφών συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων χωρίς δυνατότητα ελέγχου ή δικαιώματος αρνησικυρίας που απαιτούνται από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις σύμφωνες με τις Συνθήκες και δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο.

3.      Μια αναθέτουσα αρχή που δεν ασκεί έλεγχο κατά την έννοια της παραγράφου 1 σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου μπορεί, εντούτοις, να αναθέσει δημόσια σύμβαση στο εν λόγω νομικό πρόσωπο χωρίς να εφαρμόσει τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις:

α)      η αναθέτουσα αρχή ασκεί από κοινού με άλλες αναθέτουσες αρχές έλεγχο επί του εν λόγω νομικού προσώπου ανάλογο εκείνου που ασκούν επί των δικών τους υπηρεσιών·

β)      περισσότερο από το 80 % των δραστηριοτήτων του εν λόγω νομικού προσώπου διεξάγεται κατά την εκτέλεση καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί από τις ελέγχουσες αναθέτουσες αρχές ή άλλα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τις ίδιες αναθέτουσες αρχές· και

γ)      δεν υπάρχει άμεση συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο, εξαιρουμένων των μορφών συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων χωρίς δυνατότητα ελέγχου ή δικαιώματος αρνησικυρίας, που απαιτούνται από εθνικές νομοθετικές διατάξεις σύμφωνες με τις Συνθήκες και δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο αʹ, οι αναθέτουσες αρχές ασκούν από κοινού έλεγχο επί νομικού προσώπου, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω σωρευτικές προϋποθέσεις:

i)      τα όργανα λήψης αποφάσεων του ελεγχόμενου νομικού προσώπου απαρτίζονται από αντιπροσώπους όλων των αναθετουσών αρχών που συμμετέχουν· ένας αντιπρόσωπος μπορεί να εκπροσωπεί πολλές ή όλες τις συμμετέχουσες αναθέτουσες αρχές·

ii)      οι εν λόγω αναθέτουσες αρχές είναι σε θέση να ασκούν από κοινού αποφασιστική επιρροή στους στρατηγικούς στόχους και τις σημαντικές αποφάσεις του ελεγχόμενου νομικού προσώπου· και

iii)      το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο δεν επιδιώκει συμφέροντα αντίθετα από αυτά των αναθετουσών αρχών που το ελέγχουν.

4.      Μια σύμβαση η οποία συνάπτεται αποκλειστικά μεταξύ δύο ή περισσότερων αναθετουσών αρχών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)      η σύμβαση καθιερώνει ή υλοποιεί συνεργασία μεταξύ των συμμετεχουσών αναθετουσών αρχών η οποία αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι οι δημόσιες υπηρεσίες που πρέπει να εκτελούν οι εν λόγω αρχές παρέχονται για την επιδίωξη των κοινών τους στόχων·

β)      η υλοποίηση της συνεργασίας αυτής εξυπηρετεί αποκλειστικά σκοπούς δημοσίου συμφέροντος· και

γ)      οι συμμετέχουσες αναθέτουσες αρχές εκτελούν στην ανοικτή αγορά λιγότερο από το 20 % των δραστηριοτήτων που αφορά η συνεργασία.

5.      Για τον προσδιορισμό του ποσοστού των δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο στοιχείο βʹ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, στο στοιχείο βʹ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 και στο στοιχείο γʹ της παραγράφου 4, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος συνολικός κύκλος εργασιών ή άλλο ενδεδειγμένο μέτρο βάσει δραστηριοτήτων, όπως το κόστος που βαρύνει το συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο ή αναθέτουσα αρχή όσον αφορά τις υπηρεσίες, τις προμήθειες και τα έργα κατά την τριετία που προηγείται της ανάθεσης της σύμβασης.

Αν, λόγω της ημερομηνίας κατά την οποία δημιουργήθηκε ή άρχισε τις δραστηριότητές του το συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο ή αναθέτουσα αρχή, ή λόγω αναδιοργάνωσης των δραστηριοτήτων του, ο κύκλος εργασιών ή άλλο μέτρο βάσει δραστηριοτήτων, όπως το κόστος, δεν διατίθεται για την τελευταία τριετία ή δεν είναι πλέον κατάλληλο, αρκεί να αποδειχθεί ότι η μέτρηση της δραστηριότητας είναι αξιόπιστη, ιδίως μέσω προβολών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.»

 Η οδηγία 2014/25/ΕΕ

24      Η οδηγία 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17 (ΕΕ 2014, L 94. σ. 243), σύμφωνα με το άρθρο 107 αυτής, κατήργησε και αντικατέστησε την οδηγία 2004/17, με ισχύ από 18ης Απριλίου 2016.

25      Το άρθρο 28 της οδηγίας 2014/25, με τίτλο «Συμβάσεις μεταξύ αναθετουσών αρχών», περιλαμβάνει διατάξεις κατ’ ουσίαν όμοιες με εκείνες του άρθρου 12 της οδηγίας 2014/24.

 Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Υπόθεση C-266/17

26      Η περιφέρεια Rhein-Sieg, οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1370/2007, συνέστησε μαζί με άλλους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως που έχουν την ίδια ιδιότητα, τη Zweckverband Verkehrsverbund Rhein-Sieg (ένωση φορέων συγκοινωνιών της περιφέρειας Rhein-Sieg, Γερμανία), με σκοπό την από κοινού εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζει ο Gesetz über den Öffentlichen Personennahverkehr in Nordrhein-Westfalen (νόμος περί δημόσιων επιβατικών μεταφορών στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία).

27      Σύμφωνα με το καταστατικό της, η ένωση αυτή είναι μεταξύ άλλων υπεύθυνη για τον καθορισμό της τιμολογιακής πολιτικής.

28      Η Regionalverkehr Köln GmbH είναι εταιρία παροχής υπηρεσιών δημόσιων μεταφορών, ανήκουσα απευθείας ή εμμέσως σε φορείς οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περιφέρεια Rhein-Sieg.

29      Η Regionalverkehr Köln παρέχει δημόσιες υπηρεσίες μεταφορών για λογαριασμό της περιφέρειας Rhein-Sieg, καθώς και για λογαριασμό άλλων, απευθείας ή εμμέσως συμμετεχόντων σε αυτήν, φορέων δυνάμει αναθέσεων καθηκόντων οι οποίες έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1370/2007. Επιπροσθέτως των εν λόγω δραστηριοτήτων, παρέχει υπηρεσίες μεταφορών με λεωφορεία σε τέσσερις δήμους που οργανώνουν τα δικά τους δίκτυα αστικών λεωφορείων βάσει συμβάσεων που συνήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού και χωρίς να έχει προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού.

30      Στις 21 Αυγούστου 2015, η γενική συνέλευση των εταίρων της Regionalverkehr Köln τροποποίησε το εταιρικό καταστατικό, κατά τρόπο ώστε μόνον ο εταίρος που αναθέτει σύμβαση υπηρεσιών μεταφοράς ή ο έμμεσος ή άμεσος ιδιοκτήτης του εταίρου αυτού ο οποίος αναθέτει σύμβαση υπηρεσιών μεταφοράς να διαθέτει δικαίωμα ψήφου κατά τη λήψη αποφάσεως για τη σύναψη, την τροποποίηση ή τη λύση συμβάσεως μεταφορών, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007. Σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, η ως άνω απόφαση της γενικής συνελεύσεως κηρύχθηκε προσωρινώς ανίσχυρη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση του Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Ντίσελντορφ, Γερμανία).

31      Όπως προκύπτει από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, η περιφέρεια Rhein-Sieg, στις 30 Σεπτεμβρίου 2015, δημοσίευσε στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκήρυξη προκαταρκτικής ενημερώσεως σχετικά με την απευθείας ανάθεση συμβάσεως για την παροχή δημόσιων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο που δεν λαμβάνει μορφή συμβάσεως παραχωρήσεως υπηρεσιών, κατά την έννοια των οδηγιών 2004/17 και 2004/18.

32      Η σύμβαση αυτή, η οποία αφορούσε την πραγματοποίηση πολλών εκατομμυρίων χιλιομέτρων ανά έτος, επρόκειτο να ανατεθεί στη Regionalverkehr Köln, καθότι ήταν εγχώριος φορέας, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, για διάστημα 120 μηνών, αρχής γενομένης από τις 12 Δεκεμβρίου 2016.

33      Μετά τη δημοσίευση της προκηρύξεως, οι Verkehrsbetrieb Hüttebräucker και BVR Busverkehr Rheinland προσέβαλαν τη σχεδιαζόμενη απευθείας ανάθεση ενώπιον του Vergabekammer (πρωτοβάθμιου οργάνου διαφορών από διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων, Γερμανία), υποστηρίζοντας, ιδίως, ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, καθόσον δεν λάμβανε μορφή συμβάσεως παραχωρήσεως υπηρεσιών.

34      Το Vergabekammer (πρωτοβάθμιο όργανο επιλύσεως διαφορών από διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων) απαγόρευσε την απευθείας ανάθεση της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης συμβάσεως στη Regionalverkehr Köln, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007. Προς τον σκοπό αυτό, επισήμανε ότι δεν προέκυπτε ο έλεγχος τον οποίο απαιτείται να ασκεί η περιφέρεια Rhein-Sieg επί της εταιρίας αυτής και ότι, επιπλέον, η συγκεκριμένη εταιρία παρείχε δημόσιες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών σε γεωγραφικές περιοχές εκτός της γεωγραφικής περιοχής του ως άνω οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως, γεγονός ικανό ώστε να αποκλείσει τη δυνατότητα απευθείας αναθέσεως συμβάσεων μεταφοράς.

35      Η περιφέρεια Rhein-Sieg άσκησε έφεση ενώπιον του Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Ντίσελντορφ).

36      Το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ντίσελντορφ) εκθέτει ότι, ως προς τις συμβάσεις υπηρεσιών μεταφοράς που δεν λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών, υπάρχουν αποκλίνουσες εθνικές δικαστικές αποφάσεις όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007.

37      Συγκεκριμένα, κατά την κρίση ορισμένων δικαστηρίων, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο και τραμ, οι οποίες δεν λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών, καθόσον το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1370/2007 προβλέπει ρητώς ότι οι εν λόγω συμβάσεις εξακολουθούν να διέπονται από τις οδηγίες 2004/17 και 2004/18, γεγονός που πάντως δεν αποκλείει τη δυνατότητα απευθείας αναθέσεώς τους, σύμφωνα με το γενικό καθεστώς που διαμορφώνεται με βάση τις ως άνω οδηγίες.

38      Αντιθέτως, άλλα δικαστήρια, μεταξύ των οποίων και το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ντίσελντορφ), εκτιμούν ότι, στον βαθμό που οι απευθείας αναθέσεις συμβάσεων δεν υπόκεινται στις διατάξεις των οδηγιών 2004/17 και 2004/18, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, περί της απευθείας αναθέσεως συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών πρέπει, ως ειδικός κανόνας και σύμφωνα με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2016, Hörmann Reisen (C-292/15, EU:C:2016:817), να εφαρμόζεται στις απευθείας αναθέσεις συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία, ακόμη και όταν οι συμβάσεις αυτές δεν λαμβάνουν μορφή παραχωρήσεως δημόσιων υπηρεσιών.

39      Δεδομένων των αποκλινουσών ερμηνειών, το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ντίσελντορφ) διερωτάται αν το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007 έχει, καταρχήν, εφαρμογή σε υπόθεση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης.

40      Επιπλέον, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το δικαστήριο αυτό ζητεί να διευκρινιστεί αν η ως άνω διάταξη έχει πράγματι εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών και συγκεκριμένων περιστάσεων που αναφέρονται στην απόφαση περί παραπομπής, και θέτει το ζήτημα του χρονικού σημείου κατά το οποίο πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.

41      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ντίσελντορφ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Εφαρμόζεται το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού [1370/2007] σε δημόσιες συμβάσεις οι οποίες δεν αποτελούν συμβάσεις που λαμβάνουν, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του ίδιου κανονισμού, τη μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών κατά τα οριζόμενα στις οδηγίες [2004/17] ή [2004/18];

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

2)      Σε περίπτωση που μεμονωμένη αρμόδια αρχή αναθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού [1370/2007], σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας απευθείας σε εγχώριο [ελεγχόμενο] φορέα, είναι ασύμβατο με την άσκηση ελέγχου από την αρχή αυτή από κοινού με τους λοιπούς εταίρους του εγχώριου φορέα το ότι η εξουσία επεμβάσεως στις δημόσιες επιβατικές μεταφορές σε δεδομένη γεωγραφική περιοχή [άρθρο 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1370/2007] κατανέμεται μεταξύ της μεμονωμένης αρμόδιας αρχής και μιας ομάδας δημόσιων αρχών η οποία παρέχει ολοκληρωμένες δημόσιες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών, επί παραδείγματι με το να διατηρεί η μεμονωμένη αρμόδια αρχή την εξουσία αναθέσεως συμβάσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε εγχώριο φορέα, ενώ η εξουσία του καθορισμού της τιμολογιακής πολιτικής απονέμεται σε ένωση φορέων συγκοινωνιών που φέρει τη μορφή συνδέσμου οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, στον οποίον ανήκουν, εκτός της μεμονωμένης αρχής, περαιτέρω αρχές που είναι αρμόδιες στις δικές τους γεωγραφικές περιοχές;

3)      Σε περίπτωση που μεμονωμένη αρμόδια αρχή αναθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας απευθείας σε εγχώριο [ελεγχόμενο] φορέα, είναι ασύμβατο με την άσκηση ελέγχου από την αρχή αυτή από κοινού με τους λοιπούς εταίρους του εγχώριου φορέα το ότι, βάσει του εταιρικού καταστατικού του, κατά τη λήψη αποφάσεως σχετικά με τη σύναψη, την τροποποίηση ή τη λύση συμβάσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας κατ’ άρθρον 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, δικαίωμα ψήφου έχει μόνον ο εταίρος εκείνος που αναθέτει, ο ίδιος ή μέσω του έμμεσου ή άμεσου ιδιοκτήτη του, στον εγχώριο φορέα τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας κατ’ άρθρον 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007;

4)      Επιτρέπεται, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1370/2007, να παρέχει ο εγχώριος φορέας δημόσιες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών και σε άλλες τοπικώς αρμόδιες αρχές εντός του πεδίου δικαιοδοσίας τους (συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών γραμμών ή άλλων βοηθητικών στοιχείων της δραστηριότητας αυτής που εισέρχονται στο έδαφος γειτονικών αρμόδιων τοπικών αρχών), όταν οι σχετικές συμβάσεις δεν συνάπτονται κατόπιν διοργανώσεως διαδικασίας διαγωνισμού;

5)      Επιτρέπεται, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1370/2007, να παρέχει ο εγχώριος φορέας δημόσιες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών εκτός του πεδίου δικαιοδοσίας της αναθέτουσας αρχής για λογαριασμό άλλων φορέων αστικών συγκοινωνιών δυνάμει συμβάσεων παροχής υπηρεσιών οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της μεταβατικής ρυθμίσεως που θεσπίζεται με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1370/2007;

6)      Σε ποιο χρονικό σημείο πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007;»

 Υπόθεση C-267/17

42      Η περιφέρεια Heinsberg, οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1370/2007, είναι μέλος, μαζί με άλλους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, της Zweckverband Aachener Verkehrsverbund (ενώσεως φορέων συγκοινωνιών της περιφέρειας Aachen, Γερμανία), η οποία ιδρύθηκε με σκοπό την προώθηση και υποστήριξη των δημόσιων επιβατικών μεταφορών των μελών του.

43      Όπως προκύπτει από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, η περιφέρεια Heinsberg, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, δημοσίευσε στις 15 Μαρτίου 2016 στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκήρυξη προκαταρκτικής ενημερώσεως σχετικά με το σχέδιο απευθείας αναθέσεως συμβάσεως για την παροχή δημόσιων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία και άλλα οχήματα με κινητήρα.

44      Η εν λόγω προκήρυξη προκαταρκτικής ενημερώσεως προέβλεπε ότι η σύμβαση αυτή, η οποία αφορούσε την πραγματοποίηση πολλών εκατομμυρίων χιλιομέτρων και είχε ως ημερομηνία ενάρξεως εκτελέσεως την 1η Ιανουαρίου 2018, επρόκειτο να ανατεθεί απευθείας σε εγχώριο φορέα, εν προκειμένω στη WestVerkehr GmbH, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007.

45      Η Rhenus Veniro άσκησε προσφυγή ενώπιον του Vergabekammer (πρωτοβάθμιου οργάνου επιλύσεως διαφορών από διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων της Ρηνανίας, Γερμανία) κατά της σχεδιαζόμενης απευθείας αναθέσεως, η οποία απορρίφθηκε από το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο.

46      Η Rhenus Veniro άσκησε έφεση ενώπιον του Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Ντίσελντορφ), υποστηρίζοντας ότι, ως προς τις δημόσιες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο ή τραμ, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007 έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που οι οικείες συμβάσεις λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών.

47      Για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτέθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑266/17, το δικαστήριο αυτό διερωτάται αν το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007 έχει, καταρχήν, εφαρμογή σε υπόθεση όπως η επίμαχη στην υπόθεση C-267/17.

48      Επιπλέον, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το δικαστήριο αυτό ζητεί να διευκρινιστεί αν η ως άνω διάταξη έχει πράγματι εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών και συγκεκριμένων περιστάσεων που αναφέρονται στην απόφαση περί παραπομπής, και θέτει το ζήτημα του χρονικού σημείου κατά το οποίο πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.

49      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ντίσελντορφ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Εφαρμόζεται το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007 σε απευθείας ανατιθέμενες συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο θʹ, του κανονισμού, οι οποίες δεν λαμβάνουν, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού, τη μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών κατά τα οριζόμενα στις οδηγίες [2004/17] ή [2004/18];

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

2)      Έχουν το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, λαμβανομένης υπόψη της εκεί περιλαμβανόμενης διαζεύξεως με τη λέξη “ή”, την έννοια ότι αρμόδια μπορεί να είναι, αποκλειστικώς είτε μια μεμονωμένη δημόσια αρχή είτε μια ομάδα δημόσιων αρχών ή μπορεί, βάσει των διατάξεων αυτών, να ανήκει μια μεμονωμένη δημόσια αρχή επίσης σε μια ομάδα δημόσιων αρχών και να αναθέτει στην ομάδα την εκπλήρωση μεμονωμένων καθηκόντων, διατηρώντας όμως ταυτοχρόνως την εξουσία επεμβάσεως κατ’ άρθρον 2, στοιχείο βʹ, και λογιζόμενη ως αρμόδια τοπική αρχή κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού;

3)      Αποκλείει η προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1370/2007 υποχρέωση του εγχώριου φορέα να παράσχει ο ίδιος το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών τη δυνατότητα να παράσχει ο εγχώριος φορέας το ως άνω μεγαλύτερο μέρος των υπηρεσιών μέσω μιας εξ ολοκλήρου ανήκουσας σε αυτόν θυγατρικής εταιρίας;

4)      Σε ποιο χρονικό σημείο πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, ήτοι ήδη κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της σχεδιαζόμενης απευθείας αναθέσεως κατ’ άρθρον 7 του κανονισμού 1370/2007 ή μόνο κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεως της ίδιας της απευθείας αναθέσεως;»

50      Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 2018, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C-266/17 και C-267/17 προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

 Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας

51      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Σεπτεμβρίου 2018, οι Verkehrsbetrieb Hüttebräucker και BVR Busverkehr Rheinland, στην υπόθεση C-266/17, και η Rhenus Veniro, στην υπόθεση C‑267/17, ζήτησαν να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

52      Προς στήριξη των αιτημάτων τους, οι Verkehrsbetrieb Hüttebräucker και Rhenus Veniro υποστηρίζουν ότι η ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, την οποία προέκρινε ο γενικός εισαγγελέας στις προτάσεις του, δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ιδίως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προς αμφισβήτηση της εν λόγω ερμηνείας. Επιπλέον, ορισμένα από τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, ιδίως ως προς τη σημασία του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού για την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, δεν συζητήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

53      Η BVR Busverkehr Rheinland υποστηρίζει ότι ο γενικός εισαγγελέας εσφαλμένως θεώρησε ότι το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου στην υπόθεση C-266/17 ενδέχεται να είναι υποθετικό, ενώ η τροποποίηση του καταστατικού της Regionalverkehr Köln στις 21 Αυγούστου 2015 έχει πλέον τεθεί σε ισχύ.

54      Συναφώς υπενθυμίζεται, αφενός, ότι ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου δεν προβλέπουν δυνατότητα των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού αυτού ενδιαφερομένων να διατυπώνουν παρατηρήσεις σε απάντηση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea, C-284/16, EU:C:2018:158, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

55      Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 252, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει δημοσία, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία, αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων οι οποίες, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτούν την παρέμβασή του. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τις προτάσεις αυτές ούτε από την αιτιολογία βάσει της οποίας ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει στις εν λόγω προτάσεις. Επομένως, η διαφωνία οποιουδήποτε από τους ενδιαφερομένους με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, όποια και αν είναι τα ζητήματα που εξετάζει ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του αυτές, δεν μπορεί να συνιστά αυτή καθεαυτήν λόγο που δικαιολογεί την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea, C-284/16, EU:C:2018:158, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

56      Πάντως, το Δικαστήριο μπορεί ανά πάσα στιγμή, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή ακόμη όταν η διαφορά πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των ενδιαφερομένων (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea, C-284/16, EU:C:2018:158, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

57      Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, προκειμένου να ζητήσουν την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, οι Verkehrsbetrieb Hüttebräucker, BVR Busverkehr Rheinland καθώς και Rhenus Veniro αμφισβητούν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο γενικός εισαγγελέας, προσφεύγοντας σε επιχειρήματα που έχουν ήδη αναπτύξει με τις γραπτές παρατηρήσεις τους ή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

58      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, καθόσον έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, κρίνει απορριπτέες τις αιτήσεις με τις οποίες ζητείται να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

 Επί του παραδεκτού

59      Στην υπόθεση C-266/17, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, διότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρίνισε, με την απόφαση περί παραπομπής, το μεταφορικό μέσο που αφορά η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δημόσια σύμβαση και ότι, επομένως, δεν είναι γνωστό αν η οικεία μεταφορά αποτελεί υπηρεσία μεταφορών με τρένο ή λεωφορείο ή αν πρόκειται για υπηρεσία που συνδυάζει και τα δύο μεταφορικά μέσα.

60      Στην υπόθεση C-267/17, η Δημοκρατία της Αυστρίας εκτιμά ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι εν μέρει απαράδεκτη, στον βαθμό που, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δημόσια σύμβαση αφορά τη μεταφορά όχι μόνο με λεωφορεία, αλλά και με άλλα μηχανοκίνητα οχήματα. Η Rhenus Veniro προβάλλει επίσης ότι το πρώτο ερώτημα στην υπόθεση αυτή είναι απαράδεκτο, διότι συνιστά υποθετικό ερώτημα.

61      Εν προκειμένω, όσον αφορά την υπόθεση C-266/17, πράγματι η απόφαση περί παραπομπής δεν διευκρινίζει ρητώς αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση αφορά σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταφορών με λεωφορεία.

62      Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένης της προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2015 που μνημονεύεται στην απόφαση περί παραπομπής, προκύπτει ότι η υπόθεση C-266/17 αφορά σύμβαση παροχής υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία.

63      Όσον αφορά την υπόθεση C-267/17, μολονότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση αφορά στην πραγματικότητα την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία «και με άλλα μηχανοκίνητα οχήματα», εντούτοις η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβάλλεται λυσιτελώς όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών με λεωφορεία, οπότε η απάντηση του Δικαστηρίου θα δοθεί με βάση την παραδοχή αυτή.

64      Επιπλέον, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η Rhenus Veniro, η απόφαση περί παραπομπής τονίζει τη σημασία του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση αυτή, καθόσον το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι έχει επιληφθεί του μέσου ένδικης προστασίας που έχει ασκηθεί κατά της απευθείας αναθέσεως συμβάσεως για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία και ζητεί να διευκρινιστεί το νομικό καθεστώς που εφαρμόζεται σε μια τέτοια απευθείας ανάθεση.

65      Ως εκ τούτου, οι δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτές.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

66      Με το πρώτο ερώτημά του στην υπόθεση C-266/17 και με το πρώτο ερώτημά του στην υπόθεση C-267/17, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007 εφαρμόζεται στην απευθείας ανάθεση δημοσίων συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο, οι οποίες δεν λαμβάνουν τη μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών κατά την έννοια των οδηγιών 2004/17 και 2004/18.

67      Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, μολονότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1370/2007 προβλέπει, στην πρώτη περίοδο, ότι «[ο]ι συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας ανατίθενται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό», εντούτοις προσθέτει, στη δεύτερη περίοδο, ότι οι συμβάσεις υπηρεσιών ή οι συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, όπως ορίζονται με την οδηγία [2004/17] ή την οδηγία [2004/18], για την παροχή δημοσίων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με το λεωφορείο ή το τραμ, ανατίθενται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπουν οι εν λόγω οδηγίες, εφόσον οι συμβάσεις αυτές δεν λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχώρησης υπηρεσιών κατά τα οριζόμενα στις οδηγίες αυτές» και διευκρινίζει, στην τρίτη περίοδο, ότι, «[ό]ταν οι συμβάσεις ανατίθενται σύμφωνα με τις οδηγίες [2004/17] ή [2004/18], οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται».

68      Εν προκειμένω, στις δύο υποθέσεις των κύριων δικών, το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να εξετάζει το ενδεχόμενο η απευθείας ανάθεση δημοσίων συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία να διέπεται, όταν οι συμβάσεις αυτές δεν λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών, όχι από τους κανόνες των οδηγιών 2004/17 και 2004/18 για τη διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, αλλά από τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007, επειδή οι τελευταίες αυτές διατάξεις, ως lex specialis, υποκαθιστούν το γενικό καθεστώς για τις απευθείας αναθέσεις.

69      Ωστόσο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η γενική οικονομία και το ιστορικό θεσπίσεως της νομοθεσίας της Ένωσης περί δημοσίων συμβάσεων δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοια ερμηνεία.

70      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5 και 31 της οδηγίας 2004/17, σε συνδυασμό με το παράρτημα XVII Α, κατηγορία 2, της οδηγίας αυτής, καθώς και των άρθρων 12 και 20 της οδηγίας 2004/18, σε συνδυασμό με το παράρτημα II Α, κατηγορία 2, της οδηγίας αυτής, οι συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών μεταφορών με λεωφορείο και τραμ υπόκεινται στο σύνολο των διαδικασιών για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που προβλέπονται με τις εν λόγω οδηγίες. Αντιθέτως, οι υπηρεσίες μεταφορών με σιδηρόδρομο και μετρό υπόκεινται, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5 και 32 της οδηγίας 2004/17, σε συνδυασμό με το παράρτημα XVII B, κατηγορία 18, της οδηγίας αυτής, και του άρθρου 21 της οδηγίας 2004/18, σε συνδυασμό με το παράρτημα II B, κατηγορία 18, της οδηγίας αυτής, μόνο σε πολύ περιορισμένο αριθμό διατάξεων των οδηγιών αυτών, και δη στις διατάξεις των άρθρων 34 και 43 της οδηγίας 2004/17 και των άρθρων 23 και 35 της οδηγίας 2004/18. Οι δε συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών μεταφοράς δεν υπόκεινται σε καμία από τις διατάξεις της οδηγίας 2004/17, σύμφωνα με το άρθρο 18 της ίδιας οδηγίας, ενώ υπόκεινται μόνο στο άρθρο 3 της οδηγίας 2004/18, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 της οδηγίας αυτής.

71      Ωστόσο, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1370/2007, οι συμβάσεις παραχωρήσεως και οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με σιδηρόδρομο και μετρό υπόκεινται στο σύστημα που προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 6 του εν λόγω άρθρου, το δε άρθρο αυτό παραπέμπει, ως προς τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών μεταφοράς με λεωφορείο ή τραμ, στις οδηγίες 2004/17 και 2004/18.

72      Ως εκ τούτου, ελλείψει κανόνων στις οδηγίες αυτές που να διέπουν ειδικώς την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με τρένο και μετρό, καθώς και την ανάθεση συμβάσεων που λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών, ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε, με το άρθρο 5, παράγραφοι 2 έως 6, του κανονισμού 1370/2007, μία ειδική δέσμη κανόνων για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, οι οποίοι έχουν εφαρμογή στις εν λόγω συμβάσεις και παραχωρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της απευθείας αναθέσεως τέτοιων συμβάσεων.

73      Ωστόσο, καθόσον οι δημόσιες συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο και τραμ δεν αφορούν παραχωρήσεις οι οποίες, όπως προκύπτει από τη σκέψη 70 της παρούσας αποφάσεως, υπέκειντο στις οδηγίες 2004/17 και 2004/18 πριν από την έκδοση του κανονισμού 1370/2007, δεν έχει γίνει αισθητή η ανάγκη νέας ρυθμίσεως όσον αφορά τις αναθέσεις τέτοιων συμβάσεων, οι οποίες, ως εκ τούτου, εξακολουθούν κατά κανόνα να εμπίπτουν, αναλόγως της περιπτώσεως, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/17 ή της οδηγίας 2004/18.

74      Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η νομολογία για τις απευθείας αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων αναπτύχθηκε με βάση τις οδηγίες αυτές και λαμβάνοντας υπόψη τις προβλέψεις τους, πράγμα που σημαίνει ότι το καθεστώς των απευθείας αναθέσεων θεμελιώνεται και ανάγεται στις συγκεκριμένες οδηγίες.

75      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το καθεστώς των απευθείας αναθέσεων το οποίο εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2004/17 και 2004/18 αποτελεί εξαίρεση από την εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπουν οι οδηγίες αυτές (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, Datenlotsen Informationssysteme, C-15/13, EU:C:2014:303, σκέψη 25) και, ως εκ τούτου, συνδέεται άρρηκτα με τα δύο αυτά κείμενα και με το νομικό καθεστώς τους.

76      Πράγματι, με την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1999, Teckal (C‑107/98, EU:C:1999:562, σκέψη 50), με την οποία αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά ότι η ιδιαιτερότητα των απευθείας αναθέσεων δικαιολογεί τη μη εφαρμογή των κανόνων για την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι, καίτοι για την εφαρμογή αυτών των κανόνων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ 1993, L 199, σ. 1), αρκεί, κατ’ αρχήν, ότι η δημόσια σύμβαση συνήφθη μεταξύ, αφενός, ενός οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως και, αφετέρου, ενός προσώπου το οποίο νομικώς διακρίνεται από τον οργανισμό αυτόν, τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η δημόσια αρχή, η οποία είναι αναθέτουσα αρχή, ασκεί επί του διακριτού αυτού φορέα έλεγχο ανάλογο προς εκείνον που ασκεί επί των δικών της υπηρεσιών και ο φορέας αυτός πραγματοποιεί το ουσιώδες μέρος της δραστηριότητάς του με τη ή με τις δημόσιες αρχές που τον ελέγχουν. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο διευκρίνισε τους όρους εφαρμογής του καθεστώτος αυτού, μεταξύ άλλων, με τις αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2005, Stadt Halle και RPL Lochau (C-26/03, EU:C:2005:5), και της 11ης Μαΐου 2006, Carbotermo και Consorzio Alisei (C-340/04, EU:C:2006:308), και στη συνέχεια, στο πλαίσιο των οδηγιών 2004/17 και 2004/18, με τις αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Sea (C-573/07, EU:C:2009:532), και της 8ης Μαΐου 2014, Datenlotsen Informationssysteme (C-15/13, EU:C:2014:303).

77      Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι οι οδηγίες 2014/24 και 2014/25, οι οποίες κατήργησαν και αντικατέστησαν, αντιστοίχως, τις οδηγίες 2004/18 και 2004/17, κωδικοποιούν και εξειδικεύουν, με το άρθρο 12 η πρώτη και με το άρθρο 28 η δεύτερη, τη νομολογία του Δικαστηρίου για τις απευθείας αναθέσεις.

78      Η κωδικοποίηση αυτή του γενικού καθεστώτος των απευθείας αναθέσεων, μολονότι δεν εφαρμόζεται ratione temporis στις διαφορές της κύριας δίκης, καθιστά σαφές ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να συνδέσει το καθεστώς αυτό με τις οδηγίες 2014/24 και 2014/25.

79      Η ενσωμάτωση του καθεστώτος της απευθείας αναθέσεως στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων σημαίνει ότι, στην πράξη, κάθε προσφυγή σε αυτού του είδους τις αναθέσεις προϋποθέτει την εφαρμογή των εν λόγω οδηγιών.

80      Επομένως, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007 δεν εφαρμόζεται στην απευθείας ανάθεση δημοσίων συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο οι οποίες δεν λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών.

81      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C‑266/17 και στο πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C-267/17 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1370/2007 δεν εφαρμόζεται στην απευθείας ανάθεση δημοσίων συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο οι οποίες δεν λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών κατά την έννοια των οδηγιών 2004/17 και 2004/18.

82      Καθόσον δόθηκε αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C‑266/17 και στο πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C-267/17, παρέλκει η απάντηση στα λοιπά υποβληθέντα ερωτήματα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

83      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές, δεν εφαρμόζεται στην απευθείας ανάθεση δημοσίων συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο οι οποίες δεν λαμβάνουν μορφή συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών κατά την έννοια των οδηγιών 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών, και της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.