Υπόθεση C-619/18 R

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Δημοκρατίας της Πολωνίας

«Ασφαλιστικά μέτρα – Άρθρο 279 ΣΛΕΕ – Αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 47 – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Ανεξαρτησία των δικαστών»

Περίληψη – Διάταξη του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 17ης Δεκεμβρίου 2018

1.        Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Fumus boni juris – Επείγων χαρακτήρας – Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία – Σωρευτικός χαρακτήρας – Στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων – Εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων

(Άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 160 § 3)

2.        Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Fumus boni juris – Εκ πρώτης όψεως εξέταση των λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη της κύριας προσφυγής – Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Εθνικές διατάξεις περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και περί παροχής στον Πρόεδρο του κράτους μέλους της διακριτικής ευχέρειας να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των εν λόγω δικαστών – Λόγοι εγείροντες το ζήτημα του ακριβούς περιεχομένου των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της εκ μέρους κράτους μέλους ασκήσεως της αρμοδιότητάς του για την οργάνωση του δικαστικού συστήματός του – Λόγοι που καταδεικνύουν την ύπαρξη σύνθετων νομικών ζητημάτων – Λόγοι μη στερούμενοι εκ πρώτης όψεως σοβαρού ερείσματος

(Άρθρο 19 § 1 ΣΕΕ· άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

3.        Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Επείγων χαρακτήρας – Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία – Έννοια – Κίνδυνος να θιγεί η ανεξαρτησία του ανωτάτου δικαστηρίου κράτους μέλους – Εμπίπτει

(Άρθρα 2 και 19 § 1 ΣΕΕ· άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

4.        Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Στάθμιση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων – Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Εθνικές διατάξεις περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και περί παροχής στον Πρόεδρο του κράτους μέλους της διακριτικής ευχέρειας να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των εν λόγω δικαστών – Κίνδυνος να θιγεί η ανεξαρτησία του ανωτάτου δικαστηρίου κράτους μέλους – Συμφέρον του οικείου κράτους μέλους στην εύρυθμη λειτουργία του ανωτάτου δικαστηρίου – Υπεροχή του γενικού συμφέροντος της Ένωσης

(Άρθρο 19 § 1 ΣΕΕ· άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47

5.        Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Παράβαση – Δικαιολόγηση αντλούμενη από την εσωτερική έννομη τάξη – Δεν επιτρέπεται

(Άρθρο 258 ΣΛΕΕ)

1.      Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ.σκέψη 29)

2.      Η προϋπόθεση περί fumus boni juris πληρούται εφόσον ένας τουλάχιστον από τους λόγους που προβάλλει ο αιτών τη λήψη προσωρινών μέτρων διάδικος προς στήριξη της κύριας προσφυγής του δεν στερείται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, οσάκις ένας από τους προβληθέντες λόγους καταδεικνύει την ύπαρξη σύνθετων νομικών ζητημάτων των οποίων η επίλυση δεν είναι προφανής και απαιτεί, ως εκ τούτου, ενδελεχή εξέταση στην οποία δεν μπορεί να προβεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο της επί της ουσίας κύριας διαδικασίας, ή οσάκις η μεταξύ των διαδίκων κατ’ αντιμωλία διαδικασία αναδεικνύει την ύπαρξη σοβαρής νομικής διαμάχης της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής.

Στην περίπτωση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων υποβληθείσας στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως με αίτημα να διαπιστωθεί ότι κράτος μέλος, μειώνοντας το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εφαρμόζοντας το μέτρο αυτό στους εν ενεργεία δικαστές που έχουν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν από συγκεκριμένη ημερομηνία, αφενός, και παρέχοντας στον Πρόεδρο του κράτους μέλους αυτού τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του εν λόγω δικαστηρίου πέραν της προσφάτως καθορισθείσας ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, αφετέρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι λόγοι που προβάλλει η Επιτροπή εγείρουν το ζήτημα του ακριβούς περιεχομένου των προμνημονευθεισών διατάξεων στο πλαίσιο της εκ μέρους κράτους μέλους ασκήσεως της αρμοδιότητάς του για την οργάνωση του δικαστικού συστήματός του, οπότε πρόκειται για σύνθετο νομικό ζήτημα, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο κατ’ αντιμωλία συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων και του οποίου η επίλυση δεν είναι προφανής, αλλά απαιτεί ενδελεχή εξέταση στην οποία δεν μπορεί να προβεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων.

Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της νομολογίας του Δικαστηρίου, ιδίως δε των αποφάσεων της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C-64/16, EU:C:2018:117), και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C-216/18 PPU, EU:C:2018:586), τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή δεν στερούνται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος.

Πράγματι, κατά τη νομολογία αυτή, κάθε κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίζει ότι τα όργανα τα οποία εντάσσονται, ως «δικαστήρια», υπό την έννοια του δικαίου της Ένωσης, στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων στους «τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Για τη διασφάλιση της προστασίας αυτής, όμως, η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των εν λόγω οργάνων έχει πρωταρχική σημασία, όπως επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, το οποίο ανάγει την πρόσβαση σε «ανεξάρτητο» δικαστήριο σε μία από τις απαιτήσεις που συνδέονται με το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις παραβιάζουν την υποχρέωση που υπέχει το κράτος μέλος να διασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη.

(βλ. σκέψεις 30, 39-42, 44)

3.      Στην περίπτωση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων υποβληθείσας στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως με αίτημα να διαπιστωθεί ότι κράτος μέλος, μειώνοντας το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εφαρμόζοντας το μέτρο αυτό στους εν ενεργεία δικαστές που έχουν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν από συγκεκριμένη ημερομηνία, αφενός, και παρέχοντας στον Πρόεδρο του κράτους μέλους αυτού τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του εν λόγω δικαστηρίου πέραν της προσφάτως καθορισθείσας ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, αφετέρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ενδεχόμενο να μη διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως δύναται να προκαλέσει σοβαρή ζημία ως προς την έννομη τάξη της Ένωσης και, ως εκ τούτου, ως προς τα δικαιώματα που παρέχονται στους πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης, καθώς και ως προς τις αξίες, κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ, στις οποίες βασίζεται η Ένωση αυτή, ιδίως δε εκείνη του κράτους δικαίου. Επιπλέον, τα εθνικά ανώτατα δικαστήρια επιτελούν, εντός των δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών στα οποία υπάγονται, πρωταρχικής σημασίας αποστολή ως προς την εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, του δικαίου της Ένωσης, οπότε ενδεχόμενη προσβολή της ανεξαρτησίας εθνικού ανωτάτου δικαστηρίου μπορεί να θίγει το σύνολο του δικαστικού συστήματος του οικείου κράτους μέλους.

Εξάλλου, η προμνημονευθείσα σοβαρή ζημία μπορεί να είναι και ανεπανόρθωτη.

Πράγματι, αφενός, ως δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίδει αποφάσεις επί υποθέσεων, περιλαμβανομένων και εκείνων στις οποίες έχει εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, που περιβάλλονται με την ισχύ του δεδικασμένου και δύνανται, ως εκ τούτου, να έχουν αποτελέσματα μη αναστρέψιμα όσον αφορά την έννομη τάξη της Ένωσης.

Αφετέρου, λόγω του κύρους των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έναντι των κατώτερων εθνικών δικαστηρίων, το ενδεχόμενο να μη διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του δικαστηρίου αυτού έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως δύναται να θέσει σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη των κρατών μελών και των δικαστηρίων τους στο δικαστικό σύστημα του οικείου κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, στην εκ μέρους του εν λόγω κράτους μέλους τήρηση της αρχής του κράτους δικαίου.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι αρχές της μεταξύ των κρατών μελών αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που δικαιολογούνται από την παραδοχή ότι τα κράτη μέλη αποδέχονται από κοινού σειρά κοινών αξιών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση, όπως η αρχή του κράτους δικαίου, ενδέχεται να τίθενται σε κίνδυνο.

Η αμφισβήτηση, όμως, των αρχών αυτών δύναται να έχει σοβαρά και ανεπανόρθωτα αποτελέσματα ως προς την εύρυθμη λειτουργία της έννομης τάξεως της Ένωσης, ειδικότερα δε στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, η οποία βασίζεται σε ιδιαιτέρως υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το ότι τα δικαστικά συστήματά τους πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Πράγματι, το ενδεχόμενο να μη διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τα κράτη μέλη να αρνούνται την αναγνώριση ή την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδουν τα δικαστήρια του οικείου κράτους μέλους, κάτι που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης.

(βλ. σκέψεις 68-71, 73-76)

4.      Στην πλειονότητα των διαδικασιών ασφαλιστικών μέτρων, τόσο η παροχή όσο και η απόρριψη του αιτήματος αναστολής εκτελέσεως δύνανται να παραγάγουν, σε ορισμένο βαθμό, ορισμένα αποτελέσματα οριστικού χαρακτήρα, απόκειται δε στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, ο οποίος έχει επιληφθεί αιτήματος αναστολής, να σταθμίσει τους κινδύνους που ενέχει καθεμία από τις πιθανές λύσεις. Συγκεκριμένα, τούτο προϋποθέτει ιδίως την εξέταση του ζητήματος αν το συμφέρον του αιτούντος τη λήψη των προσωρινών μέτρων να τύχει της αναστολής εκτελέσεως των εθνικών διατάξεων κατισχύει ή όχι του συμφέροντος στην άμεση εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Κατά την οικεία εξέταση πρέπει να κριθεί αν ενδεχόμενη κατάργηση των διατάξεων αυτών, αφού το Δικαστήριο δεχθεί την κύρια προσφυγή, θα καθιστούσε δυνατό να αρθεί η κατάσταση που θα προκληθεί από την άμεση εκτέλεσή τους και, αντιστρόφως, σε ποιο βαθμό η αναστολή ενδέχεται να παρακωλύσει την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονται με τις εν λόγω διατάξεις σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας προσφυγής.

Στην περίπτωση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων υποβληθείσας στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως με αίτημα να διαπιστωθεί ότι κράτος μέλος, μειώνοντας το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εφαρμόζοντας το μέτρο αυτό στους εν ενεργεία δικαστές που έχουν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν από συγκεκριμένη ημερομηνία, αφενός, και παρέχοντας στον Πρόεδρο του κράτους μέλους αυτού τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του εν λόγω δικαστηρίου πέραν της προσφάτως καθορισθείσας ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, αφετέρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γενικό συμφέρον της Ένωσης στην εύρυθμη λειτουργία της έννομης τάξεώς της διατρέχει τον κίνδυνο να θιγεί κατά τρόπο σοβαρό και ανεπανόρθωτο, εν αναμονή της οριστικής αποφάσεως, αν δεν διαταχθούν προσωρινά μέτρα και εν συνεχεία η προσφυγή λόγω παραβάσεως γίνει δεκτή.

Αντιθέτως, το συμφέρον του οικείου κράτους μέλους στην εύρυθμη λειτουργία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν δύναται να θιγεί κατά τέτοιο τρόπο σε περίπτωση κατά την οποία ληφθούν τα προσωρινά μέτρα που ζητήθηκαν, πλην όμως, εν συνεχεία, απορριφθεί η κύρια προσφυγή, δεδομένου ότι η λήψη αυτή προσωρινών μέτρων έχει αποκλειστικώς ως αποτέλεσμα τη διατήρηση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, της εφαρμογής του νομικού καθεστώτος που ίσχυε πριν από τη θέσπιση των προμνημονευθεισών εθνικών διατάξεων.

(βλ. σκέψεις 91, 115, 116)

5.      Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψη 108)