ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 12ης Ιουλίου 2019 (*)

«Κρατικές ενισχύσεις – Καθεστώς ενισχύσεων που εφάρμοσε η Γαλλία μεταξύ 1994 και 2008 – Επιδοτήσεις επενδύσεων που χορηγήθηκαν από την Περιφέρεια Île-de-France – Απόφαση κηρύσσουσα το καθεστώς ενισχύσεων συμβατό με την εσωτερική αγορά – Έννοια των όρων “υφιστάμενη ενίσχυση” και “νέα ενίσχυση” – Άρθρο 107 ΣΛΕΕ – Άρθρο 108 ΣΛΕΕ – Άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημεία i και v, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 – Προθεσμία παραγραφής – Άρθρο 17 του κανονισμού 2015/1589»

Στην υπόθεση T‑309/17,

Organisation professionnelle des transports d’Île de France (Optile), με έδρα το Παρίσι (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον F. Thiriez και την M. Dangibeaud, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την L. Armati, την C. Georgieva-Kecsmar και τον T. Maxian Rusche,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα τη μερική ακύρωση της αποφάσεως (ΕΕ) 2017/1470 της Επιτροπής, της 2ας Φεβρουαρίου 2017, σχετικά με τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων SA.26763 2014/C (πρώην 2012/NN) που εφάρμοσε η Γαλλία υπέρ των επιχειρήσεων μεταφορών με λεωφορεία στην Περιφέρεια Île-de-France (ΕΕ 2017, L 209, σ. 24),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, V. Valančius και U. Öberg (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I.      Ιστορικό της διαφοράς

1        Με την υπό κρίση προσφυγή, η προσφεύγουσα, organisation professionnelle des transports d’Île de France (Optile), ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως (ΕΕ) 2017/1470 της Επιτροπής, της 2ας Φεβρουαρίου 2017, σχετικά με τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων SA.26763 2014/C (πρώην 2012/NN) που εφάρμοσε η Γαλλία υπέρ των επιχειρήσεων μεταφορών με λεωφορεία στην Περιφέρεια Île‑de‑France (ΕΕ 2017, L 209, σ. 24, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

2        Η προσφεύγουσα είναι ένωση τα μέλη της οποίας είναι επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες σε δημόσιες τακτικές επιβατικές οδικές μεταφορές εντός της Περιφέρειας Île-de-France (Γαλλία, στο εξής: Περιφέρεια). Οι εν λόγω επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται γραμμές και δίκτυα που εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τα διαμερίσματα της αποκαλούμενης «grande couronne» (ήτοι τα διαμερίσματα Seine‑et‑Marne, Yvelines, Essonne και Val‑d’Oise), ενώ η Régie autonome des transports parisiens (RATP) έχει το μονοπώλιο στα δίκτυα οδικών μεταφορικών εντός του Παρισιού και στα πέριξ αυτού διαμερίσματα.

3        Στις 20 Οκτωβρίου 1994 το περιφερειακό συμβούλιο του Île-de-France εξέδωσε την απόφαση CR 34‑94, σχετικά με ενίσχυση προς βελτίωση των υπηρεσιών οδικών μεταφορών που παρέχονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις ή εκτελούνται με αυτεπιστασία, με σκοπό την ανανέωση σειράς μέτρων ενισχύσεων που είχαν εφαρμοσθεί προηγουμένως υπέρ των εν λόγω επιχειρήσεων. Ακολούθησαν δύο αποφάσεις, οι αποφάσεις CR 44‑98 και CR 47‑01 (στο εξής, από κοινού με την απόφαση CR 34‑94: επίμαχες αποφάσεις), αντιστοίχως το 1998 και το 2001, προτού καταργηθεί το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων το 2008.

4        Κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων αποφάσεων, η Περιφέρεια χορηγούσε οικονομικές ενισχύσεις σε υπαγόμενες σε αυτήν δημόσιες αρχές οι οποίες είχαν συνάψει συμβάσεις εκμεταλλεύσεως τακτικών γραμμών λεωφορείων με ιδιωτικές επιχειρήσεις που εκτελούσαν τακτικές οδικές μεταφορές ή εκμεταλλεύονταν τις γραμμές αυτές απευθείας με αυτεπιστασία. Οι δημόσιες αρχές κατέβαλλαν εν συνεχεία τις εν λόγω ενισχύσεις στις προμνησθείσες επιχειρήσεις μεταφορών (στο εξής: τελικοί δικαιούχοι).

5        Οι ενισχύσεις χορηγούνταν υπό τη μορφή επιχορηγήσεων επενδύσεων και αποσκοπούσαν στην ενθάρρυνση της αγοράς νέων οχημάτων και της εγκαταστάσεως νέου εξοπλισμού από τους τελικούς δικαιούχους, με σκοπό τη βελτίωση της προσφοράς μεταφορών και την αντιμετώπιση των εξωτερικών αρνητικών συνεπειών που είχε η ιδιαιτέρως πυκνή οδική κυκλοφορία στο δίκτυο της Περιφέρειας.

6        Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, 135 επιχειρήσεις έλαβαν ενισχύσεις από το 1994 έως το 2008. Η χρήση των ενισχύσεων ρυθμιζόταν διά τροποποιητικών συμφώνων των συμβάσεων εκμεταλλεύσεως που συνάπτονταν μεταξύ των δημοσίων αρχών και των τελικών δικαιούχων. Τα τροποποιητικά σύμφωνα προσυπογράφονταν από τον πρόεδρο του περιφερειακού συμβουλίου του Île‑de‑France και παρείχαν περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τις υποχρεώσεις που υπείχαν οι τελικοί δικαιούχοι ως αντιπαροχή για την καταβολή των ενισχύσεων.

7        Στις 17 Οκτωβρίου 2008 υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγγελία σχετικά με ενδεχομένως παράνομα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων τα οποία συνίσταντο σε μέτρα στηρίξεως που είχαν εφαρμόσει υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων μεταφορών με λεωφορεία η Περιφέρεια στην περιοχή αρμοδιότητάς της κατά την περίοδο 1994 έως 2008 και το Syndicat des transports d’Île‑de‑France (σωματείο μεταφορών της Περιφέρειας Île-de-France, στο εξής: STIF, Γαλλία) από το 2008 και μετά.

8        Με έγγραφο της 11ης Μαρτίου 2014, η Επιτροπή κοινοποίησε στη Γαλλική Δημοκρατία την απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Με τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2014, C 141, σ. 38), η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των επίμαχων μέτρων.

9        Στις 30 Απριλίου 2014 η Γαλλική Δημοκρατία διαβίβασε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή. Όλες οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από τα ενδιαφερόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων και από την προσφεύγουσα, κοινοποιήθηκαν στη Γαλλική Δημοκρατία, η οποία δεν προέβη σε κανένα σχόλιο.

10      Στις 21 Ιουνίου 2016 περιήλθε στην Επιτροπή κοινό σημείωμα με το οποίο τέσσερα από τα επτά ενδιαφερόμενα μέρη διευκρίνιζαν τη θέση τους κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 6ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Andersen (C‑303/13 P, EU:C:2015:647). Στις 9 Νοεμβρίου 2016 η Περιφέρεια, ως ενδιαφερόμενο μέρος, συμπλήρωσε τις παρατηρήσεις της.

11      Στις 2 Φεβρουαρίου 2017 η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και περάτωσε την επίσημη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

12      Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ειδικότερα ότι οι επιδοτήσεις επενδύσεων που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων από την Περιφέρεια κατά το διάστημα 1994‑2008 συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, οι οποίες δεν είχαν επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον και ήταν, ως εκ τούτου, συμβατές με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Κατέληξε, ωστόσο, στο συμπέρασμα ότι, εφόσον οι ενισχύσεις αυτές δεν είχαν κοινοποιηθεί και έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως «νέα ενίσχυση», είχαν τεθεί παρανόμως σε εφαρμογή, κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

13      Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει τα εξής:

«Άρθρο 1

Το καθεστώς ενισχύσεων που εφαρμόστηκε παράνομα από τη [Γαλλική Δημοκρατία] μεταξύ του 1994 και του 2008, υπό μορφή επιδοτήσεων επενδύσεων οι οποίες χορηγήθηκαν από την Περιφέρεια Île-de-France στο πλαίσιο των αποφάσεων CR 34-94, CR 44-98 και CR 47-01, είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά.

[…]

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.»

II.    Διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων

14      Τον Μάιο του 2004 το Syndicat autonome des transporteurs de voyageurs (αυτόνομο σωματείο μεταφορέων επιβατών, στο εξής: SATV) ζήτησε από τον πρόεδρο του περιφερειακού συμβουλίου του Île-de-France να καταργήσει τις επίμαχες αποφάσεις. Μετά την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, το SATV, στις 17 Ιουνίου 2004, άσκησε ενώπιον του tribunal administratif de Paris (διοικητικού πρωτοδικείου Παρισιού, Γαλλία) προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του προέδρου του περιφερειακού συμβουλίου του Île‑de‑France.

15      Με την υπ’ αριθ. 0417015 απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, το tribunal administratif de Paris (διοικητικό πρωτοδικείο Παρισιού) έκανε δεκτή την προσφυγή του SATV και διέταξε την Περιφέρεια να υποβάλει στο περιφερειακό συμβούλιο του Île-de-France νέα απόφαση με το σκεπτικό ότι το εφαρμοσθέν βάσει των επίμαχων αποφάσεων σύστημα ενισχύσεων δεν είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Επιπλέον, το tribunal administratif de Paris (διοικητικό πρωτοδικείο Παρισιού) διέταξε την Περιφέρεια να προβεί στην κατάργηση των επίμαχων αποφάσεων.

16      Η Περιφέρεια κατήργησε τις επίμαχες αποφάσεις με την απόφαση CR 80‑08, της 16ης Οκτωβρίου 2008, ενώ άσκησε παράλληλα έφεση κατά της ανωτέρω δικαστικής αποφάσεως.

17      Με την υπ’ αριθ. 08PA04753 απόφαση της 12ης Ιουλίου 2010, το cour administrative d’appel de Paris (διοικητικό εφετείο Παρισιού, Γαλλία) επικύρωσε την υπ’ αριθ. 0417015 απόφαση του tribunal administratif de Paris (διοικητικού πρωτοδικείου Παρισιού) της 10ης Ιουλίου 2008. Η Περιφέρεια άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας, Γαλλία). Με την υπ’ αριθ. 343440 απόφαση της 23ης Ιουλίου 2012, το Conseil d’État απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως.

18      Κατόπιν νέας προσφυγής που άσκησε το SATV στις 27 Οκτωβρίου 2008, το tribunal administratif de Paris (διοικητικό πρωτοδικείο Παρισιού), με την υπ’ αριθ. 0817138 απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013, διέταξε την Περιφέρεια να εκδώσει εκτελεστούς τίτλους ώστε να καταστεί δυνατή η ανάκτηση των ενισχύσεων που είχαν καταβληθεί βάσει των επίμαχων αποφάσεων. Στις 27 Νοεμβρίου 2015 το cour administrative d’appel de Paris (διοικητικό εφετείο Παρισιού) απέρριψε την προσφυγή της Περιφέρειας κατά της εν λόγω αποφάσεως (απόφαση υπ’ αριθ. 13PA03172). Η Περιφέρεια άσκησε αναίρεση ενώπιον του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας), η οποία εκκρεμούσε ακόμη κατά την ημερομηνία καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση προσφυγής.

III. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

19      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Μαΐου 2017, η προσφεύγουσα άσκησε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την υπό κρίση προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

20      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή·

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που με αυτήν διαπιστώνεται ότι το καθεστώς ενισχύσεων που εφαρμόσθηκε στο πλαίσιο των αποφάσεων CR 34‑94, CR 44‑98 και CR 47‑01 συνιστά νέο καθεστώς ενισχύσεων, το οποίο «εφαρμόστηκε παράνομα» και, επικουρικώς, κατά το μέτρο που με αυτήν διαπιστώνεται ότι η παραγραφή καλύπτει μόνον τις επιδοτήσεις που καταβλήθηκαν πριν από τον Μάιο του 1994.

21      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη·

–        επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

IV.    Σκεπτικό

1.      Επί του παραδεκτού

22      Η Επιτροπή, χωρίς να προβάλει ένσταση απαραδέκτου με χωριστό δικόγραφο βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της προσφεύγουσας.

23      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, μολονότι δεν είναι αποδέκτρια της προσβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς την υπό κρίση προσφυγή.

24      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο δικαστής της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύναται να εκτιμήσει εάν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, λόγοι ορθής απονομής της δικαιοσύνης δικαιολογούν την επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής, χωρίς προηγούμενη απόφαση επί του παραδεκτού (αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Συμβούλιο κατά Boehringer, C‑23/00 P, EU:C:2002:118, σκέψεις 51 και 52, και της 14ης Σεπτεμβρίου 2015, Brouillard κατά Δικαστηρίου, T‑420/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:633, σκέψη 18).

25      Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, για λόγους οικονομίας της δίκης, πρέπει να εξετάσει ευθύς εξ αρχής το βάσιμο της προσφυγής, χωρίς να αποφανθεί προηγουμένως επί του παραδεκτού της.

2.      Επί της ουσίας

26      Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, δύο λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται, αφενός, παράβαση του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημεία i και v, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 ΣΛΕΕ (ΕΕ 2015, L 249, σ. 9), καθόσον η Επιτροπή κακώς έκρινε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων μεταξύ 1994 και 2008 ήταν νέες ενισχύσεις οι οποίες, ελλείψει κοινοποιήσεως, ετέθησαν παρανόμως σε εφαρμογή και, αφετέρου, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του εν λόγω κανονισμού, καθότι η Επιτροπή δεν ανέλυσε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι οι εν λόγω ενισχύσεις συνιστούσαν από τη θέσπισή τους κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, αφορά παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, καθόσον η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στην προσβαλλόμενη απόφαση στο συμπέρασμα ότι είχαν παραγραφεί μόνον οι αξιώσεις σε σχέση με τις ενισχύσεις που είχαν καταβληθεί στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων πριν από τον Μάιο του 1994.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημεία i και v, του κανονισμού 2015/1589, και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

27      Προκαταρκτικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν διατύπωσε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως ως αντλούμενο από παράβαση «ουσιαστικών κανόνων» του δικαίου της Ένωσης.

28      Το ανωτέρω επιχείρημα μπορεί να απορριφθεί ευθύς εξ αρχής δεδομένου ότι η προσφεύγουσα παρέθεσε στα υπομνήματά της το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημεία i και v, του κανονισμού 2015/1589 και στήριξε ρητώς την επιχειρηματολογία της στη διάταξη αυτή. Στις επικεφαλίδες των αιτιάσεων που συνθέτουν τον πρώτο λόγο ακυρώσεως μνημονεύονται τουτέστιν, αντιστοίχως, το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2015/1589 και το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, η Επιτροπή δεν είναι δυνατόν να διατείνεται ότι η προσφεύγουσα δεν στήριξε τον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως σε συγκεκριμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.

29      Πέραν της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημεία i και v, του κανονισμού 2015/1589, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν διευκρίνισε επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων συνιστούσαν ήδη ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ κατά τη στιγμή της θεσπίσεώς τους και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να αποτελούν υφιστάμενες ενισχύσεις βάσει του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού (ΕΚ) 2015/1589.

30      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αιτιολογίας συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου και πρέπει, ως εκ τούτου, να εξετάζεται αυτοτελώς η ανακρίβεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο έλεγχος της οποίας εμπίπτει στην εξέταση του βασίμου της αποφάσεως αυτής (πρβλ. αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67, και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑66/02, EU:C:2005:768, σκέψη 26).

31      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξετασθεί η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589, πριν από τις άλλες αιτιάσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του παρόντος λόγου ακυρώσεως, οι οποίες αφορούν την ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως

–       Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

32      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την απόφασή της να μην χαρακτηρίσει τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων ως υφιστάμενες ενισχύσεις βάσει του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589, καθόσον δεν καθόρισε επακριβώς τον χρόνο θεσπίσεως του εν λόγω καθεστώτος και αρκέστηκε απλώς στο να αναφέρει ότι η θέσπισή του χρονολογούνταν «μεταξύ 1979 και 2008».

33      Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ειδικότερα ότι η Επιτροπή ακολούθησε αντιφατική συλλογιστική, καθόσον κατέληξε στο συμπέρασμα, αφενός, ότι οι βάσει του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων χορηγηθείσες ενισχύσεις θεσπίστηκαν το 1979 και, αφετέρου, ότι η απόφαση CR 84‑07 (του 1984) αποτελούσε τη νομική βάση του εν λόγω καθεστώτος. Επιπλέον, στις αιτιολογικές σκέψεις 226 και 237 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι το κριτήριο του επηρεασμού των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών πληρούνταν, όποια και αν ήταν η ημερομηνία θεσπίσεως του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων. Στην αιτιολογική σκέψη 228 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ανέφερε ωστόσο ότι μόνον οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μετά το 1993 μπορούσαν να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

34      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

35      Υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι νομικές πράξεις αιτιολογούνται. Επιπλέον, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως περιλαμβάνει την υποχρέωση της Διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.

36      Κατά πάγια νομολογία, το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της επίμαχης πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε. Από την αιτιολογία πρέπει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, κατά τρόπον ώστε, αφενός, ο δικαστής της Ένωσης να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας και, αφετέρου, οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολόγησαν τη λήψη του μέτρου, ώστε να μπορούν να προασπίσουν τα δικαιώματά τους και να εξακριβώσουν αν η απόφαση είναι επαρκώς θεμελιωμένη (βλ. απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, T‑228/99 και T‑233/99, EU:T:2003:57, σκέψη 278 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37      Δεν απαιτείται να διευκρινίζει η αιτιολογία όλα τα σχετικά πραγματικά και νομικά στοιχεία, στο μέτρο που το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του γράμματός της, αλλά και του πλαισίου της, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, T‑228/99 και T‑233/99, EU:T:2003:57, σκέψη 279).

38      Ωστόσο, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει θέση επί όλων των επιχειρημάτων που προβάλλουν ενώπιόν της οι ενδιαφερόμενοι, αλλά αρκεί να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία ενόψει της οικονομίας της αποφάσεως (πρβλ. απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, T‑228/99 και T‑233/99, EU:T:2003:57, σκέψη 280).

39      Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως, η υποχρέωση αιτιολογήσεως επιτάσσει να εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή εκτιμά ότι το συγκεκριμένο μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (απόφαση της 13ης Ιουνίου 2000, EPAC κατά Επιτροπής, T‑204/97 και T‑270/97, EU:T:2000:148, σκέψη 36).

40      Επιπλέον, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση, προκύπτει ότι είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και να στρεβλώσει ή να απειλήσει με στρέβλωση τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή οφείλει, τουλάχιστον, να παραθέσει τις περιστάσεις αυτές στην αιτιολογία της αποφάσεώς της (αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1988, Ελλάδα κατά Επιτροπής, 57/86, EU:C:1988:284, σκέψη 15· της 24ης Οκτωβρίου 1996, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑329/93, C‑62/95 και C‑63/95, EU:C:1996:394, σκέψη 52, και της 30ής Απριλίου 1998, Vlaamse Gewest κατά Επιτροπής, T‑214/95, EU:T:1998:77, σκέψη 64).

41      Συγκεκριμένα, ο επηρεασμός των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών δεν μπορεί να είναι αμιγώς υποθετικός ή να τεκμαίρεται, ειδάλλως το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ θα καθίστατο κενό περιεχομένου. Ειδικότερα, πρέπει να διαπιστώνεται ο λόγος για τον οποίο το εξεταζόμενο μέτρο νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και για τον οποίο μπορεί να επηρεάσει, με τις προβλέψιμες συνέπειές του, τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea, C‑150/16, EU:C:2017:388, σκέψη 30).

42      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589, θεωρείται υφιστάμενη κάθε ενίσχυση η οποία δεν αποτελούσε ενίσχυση όταν τέθηκε σε ισχύ, αλλά κατέστη ενίσχυση στη συνέχεια, λόγω της εξελίξεως της εσωτερικής αγοράς και χωρίς να μεταβληθεί από το κράτος μέλος. Αντιθέτως, τα μέτρα εκείνα που καθίστανται ενισχύσεις λόγω της ελευθερώσεως μιας δραστηριότητας από τη νομοθεσία της Ένωσης δεν θεωρούνται υφιστάμενη ενίσχυση μετά την ημερομηνία που ορίσθηκε για την ελευθέρωση.

43      Στις αιτιολογικές σκέψεις 226 και 237 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, εφόσον οι τελικοί δικαιούχοι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τον επιδοτούμενο εξοπλισμό στο πλαίσιο δραστηριότητας εκτάκτων μεταφορών ή σε άλλες αγορές τακτικών μεταφορών, ανοικτές στον ανταγωνισμό στη Γαλλία ή στην Ένωση, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων μπορούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, να συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ από τη στιγμή της πρώτης εφαρμογής τους.

44      Προς στήριξη του ως άνω συμπεράσματος, η Επιτροπή επικαλέστηκε την υπ’ αριθ. 0417015 απόφαση του tribunal administratif de Paris (διοικητικού πρωτοδικείου Παρισιού), της 10ης Ιουλίου 2008, και την υπ’ αριθ. 08PA04753 απόφαση του cour administrative d’appel de Paris (διοικητικού εφετείου Παρισιού), της 12ης Ιουλίου 2010, με τις οποίες διαπιστώθηκε ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων είχε τεθεί παρανόμως σε εφαρμογή.

45      Επιπλέον, έχοντας αναφέρει ότι η χορήγηση των περιφερειακών ενισχύσεων ρυθμιζόταν από τις επίμαχες αποφάσεις, η πρώτη εκ των οποίων χρονολογούνταν από το 1994 και οι οποίες αποτελούσαν τη νομική βάση του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τα επιχειρήματα με τα οποία τα μετέχοντα στη διοικητική διαδικασία μέρη επιχείρησαν να αποδείξουν ότι το εν λόγω καθεστώς είχε τεθεί σε ισχύ είτε πριν από την έναρξη ισχύος στη Γαλλία της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας είτε πριν από το 1994, όταν η αγορά των τακτικών οδικών μεταφορών δεν είχε ακόμη ανοίξει στον ανταγωνισμό, ήτοι το 1984 και, το νωρίτερο, το 1979.

46      Συναφώς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 234 έως 237 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέτασε το αν η ύπαρξη καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, μπορούσε να είχε ήδη διαπιστωθεί όσον αφορά ενδεχόμενες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από το 1994, με αποκλειστικό σκοπό να απαντήσει στα επιχειρήματα της Περιφέρειας και ορισμένων ενδιαφερόμενων μερών που προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία.

47      Κατά συνέπεια, από τις αιτιολογικές σκέψεις 234 έως 237 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ότι η ίδια η Επιτροπή έκρινε ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων μπορούσε να έχει θεσπιστεί οποτεδήποτε μεταξύ 1979 και 2008. Αντιθέτως, θεώρησε ότι το διάστημα 1979-1994 ήταν προγενέστερο της θεσπίσεως του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι δυνατόν να επικρίνεται η Επιτροπή επειδή δεν εξήγησε για ποιο λόγο οι σχετικές χορηγηθείσες κατά το διάστημα αυτό επιδοτήσεις μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως κρατικές ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

48      Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να προσάπτεται στην Επιτροπή ότι δεν διευκρίνισε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους έκρινε σκόπιμο να απορρίψει τα επιχειρήματα των ενδιαφερόμενων μερών με τα οποία προβαλλόταν ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων είχε θεσπιστεί σε χρόνο προγενέστερο του 1994 και έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων με το σκεπτικό ότι η αγορά των τακτικών επιβατικών μεταφορών δεν ήταν ακόμη ανοικτή στον ανταγωνισμό κατά τον συγκεκριμένο χρόνο.

49      Συγκεκριμένα, στις αιτιολογικές σκέψεις 226 και 237 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξήγησε ότι, ακόμη και αν το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων είχε καθιερωθεί προ του 1994, μπορούσε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, να πληροί τα κριτήρια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ήδη από τη θέσπισή του, δεδομένης της παρουσίας των τελικών δικαιούχων στην αγορά των εκτάκτων επιβατικών μεταφορών.

50      Επομένως, η Επιτροπή παρέσχε συνοπτική μεν αιτιολογία, αλλά, εν προκειμένω, επαρκή ώστε να είναι η προσφεύγουσα σε θέση να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι, από τη σύσταση του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιό του μπορούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και, συνεπώς, να συνιστούν νέες ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589.

51      Ως εκ τούτου, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παράβαση του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2015/1589

52      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων πρέπει να χαρακτηρισθεί ως υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων βάσει του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2015/1589. Κατά την άποψή της, η δυνατότητα των δημοσίων αρχών να χορηγούν επιδοτήσεις σε επιχειρήσεις δημοσίων επιβατικών οδικών μεταφορών, στο πλαίσιο συμβάσεων που καθορίζουν τις υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών και τις υποχρεώσεις ως προς την τιμολόγηση που υπέχουν οι εν λόγω επιχειρήσεις, καθιερώθηκε με το άρθρο 19 του décret nº 49‑1473, du 14 novembre 1949, relatif à la coordination et à l’harmonisation des transports ferroviaires et routiers (διατάγματος αριθ. 49‑1473, της 14ης Νοεμβρίου 1949, για τον συντονισμό και την εναρμόνιση των σιδηροδρομικών και οδικών μεταφορών) (JORF της 15ης Νοεμβρίου 1949, σ. 11104, στο εξής: διάταγμα του 1949), προ της ενάρξεως ισχύος στη Γαλλία της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, την 1η Ιανουαρίου 1958. Υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2015/1589, οι ενισχύσεις που θεσπίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της ΣΛΕΕ στο συγκεκριμένο κράτος μέλος θεωρούνται υφιστάμενες ενισχύσεις.

53      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

54      Ειδικότερα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι το διάταγμα του 1949 καθιέρωσε τη δυνατότητα των γαλλικών οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης να συνάπτουν συμβάσεις επιδοτήσεως με επιχειρήσεις δημοσίων μεταφορών, εν πάση περιπτώσει, το διάταγμα αυτό τροποποιήθηκε ουσιωδώς με τις επίμαχες αποφάσεις.

55      Το διάταγμα του 1949 προέβλεπε τα εξής:

«Άρθρο 2

Οι υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών που υπόκεινται σε μέτρα συντονισμού και εναρμονίσεως κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 7 του νόμου της 5ης Ιουλίου 1949 είναι οι ακόλουθες:

[…]

2. Οι υπηρεσίες δημόσιων οδικών επιβατικών μεταφορών που απαριθμούνται κάτωθι […]:

Οι τακτικές γραμμές, συμπεριλαμβανομένων των εποχικών και περιοδικών γραμμών […]·

Οι έκτακτες γραμμές, δηλαδή εκείνες που, μολονότι πραγματοποιούνται κατά παραγγελία, ανταποκρίνονται στις γενικές ανάγκες του κοινού, ανανεώνονται δε ανά διαστήματα ετησίως […]

Άρθρο 19

Οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να επιδοτεί υπηρεσία οδικών μεταφορών συνάπτοντας με επιχείρηση σύμβαση η οποία καθορίζει τις υποχρεώσεις που η τελευταία υπέχει επιπροσθέτως εκείνων που απορρέουν από τον κανονισμό λειτουργίας της.

Το τιμολόγιο που καταρτίζεται σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση πρέπει να συνάδει προς όλους τους κανόνες που περιέχουν τα προηγούμενα άρθρα.»

56      Όσον αφορά το ζήτημα αν οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων βασίζονται στο διάταγμα του 1949, πρώτον, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όροι χορηγήσεως των επιδοτήσεων που προβλέπονται από το διάταγμα του 1949 διαφέρουν από τους όρους χορηγήσεως των επιδοτήσεων που χορηγούνται δυνάμει της αποφάσεως CR 34-94. Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, στο πλαίσιο της αποφάσεως CR 34‑94, οι επιδοτήσεις επενδύσεων χορηγούνταν από την Περιφέρεια στις δημόσιες αρχές προτού αποδοθούν στους τελικούς δικαιούχους. Τέτοιο σύστημα αποδόσεως δεν υπήρχε στο πλαίσιο του διατάγματος του 1949.

57      Δεύτερον, από την υπ’ αριθ. 343440 απόφαση του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας), της 23ης Ιουλίου 2012, προκύπτει επιπλέον ότι οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν βάσει της αποφάσεως CR 34‑94 αφορούσαν αποκλειστικώς τη διευκόλυνση της αγοράς εξοπλισμού από τις επιχειρήσεις δημοσίων μεταφορών του Île‑de‑France, χωρίς το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την επιβολή, ως αντάλλαγμα, τιμολογιακών υποχρεώσεων στους τελικούς δικαιούχους. Τούτο δεν συνέτρεχε στην περίπτωση του άρθρου 19 του διατάγματος του 1949, το οποίο, ενώ προέβλεπε, εν γένει, τη δυνατότητα των γαλλικών οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης να συνάπτουν συμβάσεις επιδοτήσεων με τις ίδιες αυτές επιχειρήσεις, αφορούσε τον έλεγχο των εφαρμοζόμενων τιμολογίων. Το άρθρο 11 του εν λόγω διατάγματος όριζε, συγκεκριμένα, ότι, «για τις υπηρεσίες για τις οποίες υπάρχει σύμβαση με οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, τα τιμολόγια καθορίζονται […] σύμφωνα με τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ της επιχειρήσεως και του οργανισμού που καταβάλλει την επιδότηση».

58      Τρίτον, οι επίμαχες αποφάσεις δεν περιείχαν καμία αναφορά στο διάταγμα του 1949. Οι αποφάσεις αυτές ανέφεραν απλώς και μόνον τον code général des collectivités territoriales (γενικό κώδικα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης), τον loi no 82-1153, du 30 décembre 1982, d’orientation des transports intérieurs (νόμο αριθ. 82‑1153, της 30ής Δεκεμβρίου 1982, για τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις εσωτερικές μεταφορές) (JORF της 31ης Δεκεμβρίου 1982, σ. 4004) και διάφορες προγενέστερες αποφάσεις και διατάγματα που εκδόθηκαν βάσει του εθνικού δικαίου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβανόταν το διάταγμα του 1949.

59      Τέταρτον, οι επίμαχες αποφάσεις εντάσσονταν εντός ειδικού νομοθετικού πλαισίου, σχετικού με την οργάνωση των μεταφορών στο Île-de-France, το οποίο διευκρινίσθηκε για πρώτη φορά με την ordonnance no 59-151, du 7 janvier 1959, relative à l’organisation des transports de voyageurs dans la région parisienne) (διάταξη αριθ. 59-151 της 7ης Ιανουαρίου 1959, σχετικά με την οργάνωση των επιβατικών μεταφορών στην περιφέρεια του Παρισιού) (JORF της 10ης Ιανουαρίου 1959, σ. 696), σχεδόν δέκα έτη μετά την έκδοση του διατάγματος του 1949.

60      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το διάταγμα του 1949 δεν αποτελούσε τη νομική βάση του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων.

61      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ώστε να αποδείξει ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων πρέπει να χαρακτηρισθεί ως υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων βάσει του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2015/1589.

62      Ως εκ τούτου, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παράβαση του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2015/1589 πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παράβαση του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589

63      Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589, διότι δεν έκρινε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την Περιφέρεια συνιστούσαν υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων βάσει της εν λόγω διατάξεως.

64      Στο πλαίσιο αυτό, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ιδίως ότι, στον βαθμό που οι αγορές των δημοσίων μεταφορών των κρατών μελών της Ένωσης δεν ήταν ανοικτές στον ανταγωνισμό έως το 1995, χρονολογία κατά την οποία άνοιξαν οι εν λόγω αγορές σύμφωνα με την απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415), οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν βάσει των επίμαχων αποφάσεων δεν μπορούσαν να συνιστούν καθεστώς ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ όταν χορηγήθηκαν για πρώτη φορά.

65      Κατά την προσφεύγουσα, το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων θεσπίστηκε με την απόφαση CR 79-21, της 10ης Ιουλίου 1979, και συμπληρώθηκε εν συνεχεία με την απόφαση CR 80-40, της 10ης Δεκεμβρίου 1980, και ενόσω οι αγορές των δημοσίων μεταφορών δεν ήταν ακόμη ανοικτές στον ανταγωνισμό εντός της Ένωσης. Το καθεστώς αυτό παρατάθηκε χωρίς ουσιώδεις τροποποιήσεις το 1984, το 1994, το 1998 και το 2001.

66      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όπως διαπίστωσε το tribunal administratif de Paris (διοικητικό πρωτοδικείο Παρισιού) στην υπ’ αριθ. 0417015 απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, οι τελικοί δικαιούχοι δραστηριοποιούνταν τόσο στην αγορά των τακτικών επιβατικών μεταφορών όσο και στην αγορά των εκτάκτων επιβατικών μεταφορών. Πλην όμως, η αγορά των εκτάκτων επιβατικών μεταφορών είχε ελευθερωθεί ήδη το 1979. Επομένως, το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων μπορούσε να επηρεάσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών στην αγορά αυτή, ανεξαρτήτως του χρόνου θεσπίσεώς του, εφόσον αυτός χρονολογείται μεταξύ 1979 και 2008.

67      Η Επιτροπή προσθέτει ότι η ημερομηνία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για το άνοιγμα της αγοράς των τακτικών επιβατικών μεταφορών είναι εκείνη της ενάρξεως ισχύος του loi no 93-122, du 29 janvier 1993, relative à la prévention de la corruption et à la transparence de la vie économique et des procédures publiques (νόμου αριθ. 93-122, της 29ης Ιανουαρίου 1993, σχετικά με την πρόληψη της διαφθοράς και τη διαφάνεια της οικονομικής ζωής και των δημόσιων διαδικασιών) (JORF της 30ής Ιανουαρίου 1993, σ. 1588, στο εξής: νόμος Sapin), ο οποίος επέτρεψε σε επενδυτές και σε φορείς εκμεταλλεύσεως να εισέλθουν στη γαλλική αγορά και μετέφερε στη γαλλική έννομη τάξη την οδηγία 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ 1993, L 199, σ. 84).

68      Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι από την απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415), προκύπτει ότι ορισμένα κράτη μέλη άνοιξαν τις αγορές τους στον ανταγωνισμό το 1995 δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να άνοιξε η Γαλλία τη δική της αγορά ήδη από το 1993.

69      Πρέπει να υπενθυμισθεί ότι, κατά τη νομολογία, η έννοια της «εξέλιξης της εσωτερικής αγοράς», στο άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589, μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε μεταβολή του οικονομικού και νομικού πλαισίου στον τομέα τον οποίο αφορά το επίμαχο μέτρο. Μια τέτοια μεταβολή μπορεί να προκύπτει, ειδικότερα, από την ελευθέρωση μιας αρχικώς κλειστής στον ανταγωνισμό αγοράς (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Μαρτίου 2011, Freistaat Sachsen και Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής, T‑443/08 και T‑455/08, EU:T:2011:117, σκέψη 188).

70      Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589, η ημερομηνία της βάσει του δικαίου της Ένωσης ελευθερώσεως μιας δραστηριότητας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, μετά την ημερομηνία αυτή, ένα μέτρο το οποίο δεν συνιστούσε ενίσχυση πριν από την ελευθέρωση αυτή να χαρακτηρισθεί ως υφιστάμενη ενίσχυση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2018, EDF κατά Επιτροπής, T‑747/15, EU:T:2018:6, σκέψη 369).

71      Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ιδίως από την αιτιολογική σκέψη 18, στοιχείο αʹ, και από τις αιτιολογικές σκέψεις 19, 183 και 186, προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων θεσπίστηκε το 1994 και καταργήθηκε το 2008, με συνέπεια ο αρχικός μηχανισμός ενισχύσεων του 1979 να πρέπει να θεωρηθεί χωριστό καθεστώς ενισχύσεων από εκείνο που τέθηκε σε εφαρμογή με την απόφαση CR 34-94 και τις μεταγενέστερες αυτής αποφάσεις.

72      Όσον αφορά το ζήτημα αν το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων πρέπει να χαρακτηρισθεί ως υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων βάσει του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589 ή σύμφωνα με τη νομολογία κατά την οποία ένα καθεστώς ενισχύσεων που συστήνεται σε μια αγορά που ήταν αρχικώς κλειστή στον ανταγωνισμό πρέπει να θεωρηθεί, κατά την ελευθέρωση της αγοράς αυτής, υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων (απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑298/97, T‑312/97, T‑313/97, T‑315/97, T‑600/97 έως T‑607/97, T‑1/98, T‑3/98 έως T‑6/98 και T‑23/98, EU:T:2000:151, σκέψη 143), πρέπει να υπομνησθεί ότι ο νόμος Sapin, με τον οποίο ελευθερώθηκε η αγορά των τακτικών επιβατικών μεταφορών σε ολόκληρη τη Γαλλία με εξαίρεση το Île-de-France, εκδόθηκε το 1993, δηλαδή πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως CR 34-94, και ότι η τελευταία αυτή ημερομηνία συμπίπτει, σύμφωνα με την ανάλυση στην οποία προέβη η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 71 ανωτέρω, με την ημερομηνία θεσπίσεως του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων.

73      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, ορθώς έκρινε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι τελικοί δικαιούχοι μπορούσαν, από το 1994 και έπειτα, να χρησιμοποιούν τον εξοπλισμό που χρηματοδοτήθηκε με τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων σε άλλες, ανοικτές στον ανταγωνισμό, αγορές τακτικών επιβατικών μεταφορών και, κατά συνέπεια, ότι οι εν λόγω ενισχύσεις μπορούσαν να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και συνιστούν νέες ενισχύσεις από την εν λόγω χρονολογία.

74      Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ο νόμος Sapin είναι προγενέστερος κάθε τυπικής ελευθερώσεως, βάσει του δικαίου της Ένωσης, της αγοράς των τακτικών μεταφορών δεν είναι ικανό να ανατρέψει το ως άνω συμπέρασμα. Πράγματι, το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ύπαρξη και μόνον ημερομηνίας ελευθερώσεως, προκύπτουσας από την έναρξη ισχύος ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δεν αρκεί ώστε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να μπορεί ένα μέτρο να χαρακτηρισθεί ως νέα ενίσχυση, εφόσον, βάσει του κριτηρίου της εξελίξεως της αγοράς, μπορεί να αποδειχθεί ότι το μέτρο ελήφθη σε μια αγορά που ήταν ήδη, εν όλω ή εν μέρει, ανοιχτή στον ανταγωνισμό πριν από την ημερομηνία ελευθερώσεως της εν λόγω δραστηριότητας από το δίκαιο της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2018, EDF κατά Επιτροπής, Τ-747/15, EU:T:2018:6, σκέψη 369).

75      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε τον χαρακτηρισμό των επιδοτήσεων που χορηγήθηκαν βάσει των επίμαχων αποφάσεων ως κρατικών ενισχύσεων, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, για την περίοδο 1994‑2008. Επιπλέον, το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι πληρούνταν όλα τα κριτήρια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ για την εν λόγω περίοδο συνάδει με την ανάλυση που περιέχεται στις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, ιδίως, στην υπ’ αριθ. 0417015 απόφαση, της 10ης Ιουλίου 2008, του tribunal administratif de Paris (διοικητικού πρωτοδικείου Παρισιού) και στην υπ’ αριθ. 08PA04753 απόφαση, της 12ης Ιουλίου 2010, του cour administrative d’appel de Paris (διοικητικού εφετείου Παρισιού), που μνημονευθήκαν ειδικότερα στην αιτιολογική σκέψη 226 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

76      Επιπροσθέτως, ακόμη και αν, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα, ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων θεσπίστηκε μόλις το 1994, το σφάλμα αυτό και μόνον δεν είναι δυνατόν να αρκεί ώστε να αναιρεθεί το συμπέρασμα ότι το εν λόγω καθεστώς πρέπει να θεωρηθεί νέο καθεστώς ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, όπως ήδη επισημάνθηκε στη σκέψη 49 ανωτέρω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 226 και 237 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων θεσπίστηκε ήδη το 1979 ή το αργότερο το 1994, σε χρόνο κατά τον οποίο η αγορά των τακτικών επιβατικών μεταφορών εξακολουθούσε να είναι κλειστή στον ανταγωνισμό, οι τελικοί δικαιούχοι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τον εξοπλισμό που χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από την Περιφέρεια στο πλαίσιο ανοικτών στον ανταγωνισμό δραστηριοτήτων έκτακτων μεταφορών.

77      Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο ώστε να αποδείξει ότι η αγορά των εκτάκτων μεταφορών δεν αποτελούσε αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών κατά την περίοδο πριν από τη θέσπιση του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων ή κατά τη θέσπισή του.

78      Επιπλέον, το cour administrative d’appel de Paris (διοικητικό εφετείο Παρισιού) είχε ήδη επισημάνει τη σημασία της αγοράς των έκτακτων επιβατικών μεταφορών στην υπ’ αριθ. 15PA00385 απόφασή του, της 27ης Νοεμβρίου 2015. Επομένως, στηριζόμενη ακριβώς στις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε επηρεάσει, ήδη από τη θέσπισή του, τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και τον ανταγωνισμό, ακόμη και αν είχε συσταθεί το 1979.

79      Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω σκέψεων, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παράβαση του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο v, του κανονισμού 2015/1589 πρέπει να απορριφθεί, όπως και ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2015/1589

80      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, το συμπέρασμα στην αιτιολογική σκέψη 239 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με το οποίο, εφόσον ασκήθηκε μια πρώτη προσφυγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τον Μάιο του 2004, έχουν παραγραφεί μόνον οι αξιώσεις σε σχέση με τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του επίμαχου καθεστώτος ενίσχυσης πριν από τον Μάιο του 1994.

81      Ειδικότερα, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 17 του κανονισμού 2015/1589 καθόσον έκρινε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι την προβλεπόμενη στην εν λόγω διάταξη προθεσμία παραγραφής μπορούσε να διακόψει η εκ μέρους ιδιώτη κατάθεση προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Εκτιμά ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η προθεσμία παραγραφής μπορεί να διακοπεί μόνον με πράξη της Επιτροπής ή κράτους μέλους ενεργούντος κατόπιν αιτήσεως της τελευταίας.

82      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, επιπλέον, ότι η Επιτροπή υπονόμευσε τα δικονομικά δικαιώματα των ενδιαφερομένων μερών και παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον δεν τα ενημέρωσε για την αλλαγή της προθεσμίας παραγραφής που είχε προηγουμένως ορισθεί με την απόφαση της 11ης Μαρτίου 2014 περί κινήσεως της διαδικασίας, η οποία προέβλεπε ότι είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις μόνον σε σχέση με τα προ του 1998 έτη.

83      Η Επιτροπή αναφέρει ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι αλυσιτελής. Φρονεί ότι η εκ μέρους της ανάλυση της παραγραφής, υπό το πρίσμα των εθνικών ενδίκων διαδικασιών, σε σχέση με τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων δεν εμπίπτει στην ερμηνεία του άρθρου 17 του κανονισμού 2015/1589 αλλά σε εκείνη του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

84      Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αποσκοπεί στο να διατηρούν τα εθνικά δικαστήρια την αποκλειστική τους αρμοδιότητα να εγκρίνουν τις ενισχύσεις και την εξουσία τους να τις ανακτούν. Η προθεσμία παραγραφής καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο και μπορεί να διακοπεί με το πρώτο ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων από ανταγωνιστή των τελικών δικαιούχων.

85      Πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2015/1589 ορίζει τον τρόπο υπολογισμού της δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής στην οποία υπόκεινται οι εξουσίες της Επιτροπής όσον αφορά την ανάκτηση ενισχύσεως, ενώ το άρθρο 17, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι «[κ]άθε ενίσχυση της οποίας η περίοδος παραγραφής έχει εκπνεύσει θεωρείται ως υφιστάμενη ενίσχυση». Το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο iv, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι η υφιστάμενη ενίσχυση περιλαμβάνει «κάθε ενίσχυση που θεωρείται ότι είναι υφιστάμενη ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 17».

86      Συναφώς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 238 έως 240 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ζήτημα της παραγραφής σε σχέση με τις επίμαχες ενισχύσεις εξετάσθηκε από την Επιτροπή αποκλειστικά και μόνον προκειμένου να εξακριβωθεί αν το συμπέρασμα που είχε προηγουμένως συναχθεί στην εν λόγω απόφαση, σχετικά με τον χαρακτήρα του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων ως νέου, μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση λόγω της παραγραφής όσον αφορά μέρος των εν λόγω ενισχύσεων. Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 239 της προσβαλλομένης αποφάσεως επιβεβαιώνεται ότι «κάθε ενίσχυση που καταβλήθηκε από την Περιφέρεια μετά τον Μάιο του 1994 πρέπει να θεωρηθεί ως νέα ενίσχυση».

87      Επομένως, το σκεπτικό που εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 239 της προσβαλλομένης αποφάσεως συνδέεται ρητά με την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στην απόφαση αυτή αναφορικά με τον χαρακτήρα του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων ως νέου ή υφιστάμενου, οπότε η Επιτροπή, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται, απέβλεπε, στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, στην εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο iv, του κανονισμού 2015/1589, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 αυτού.

88      Επιπροσθέτως, διαπιστώνεται ότι οι κανόνες περί παραγραφής που προβλέπονται στο άρθρο 17 του κανονισμού 2015/1589 αφορούν αποκλειστικώς τις «εξουσίες της Επιτροπής για ανάκτηση της ενίσχυσης». Η διάταξη αυτή πρέπει, πράγματι, να ερμηνεύεται ως συνέχεια του άρθρου 16, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση ανακτήσεως αποκλειστικώς σε περίπτωση αρνητικής αποφάσεως σχετικά με την παράνομη ενίσχυση, δηλαδή αφού διαπιστώσει ότι η κρίσιμη ενίσχυση δεν είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά.

89      Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι οι κανόνες παραγραφής που προβλέπονται στο άρθρο 17 του κανονισμού 2015/1589, όπως και στο άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο iv, του εν λόγω κανονισμού, δεν εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει τη συμβατότητα των παράνομων ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά μετά τη χορήγησή τους.

90      Ομοίως, η δεκαετής προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού 2015/1589 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως καλύπτουσα την εξουσία των εθνικών αρχών να ανακτούν τόκους για την περίοδο κατά την οποία καταβλήθηκαν παρανόμως οι κρίσιμες ενισχύσεις.

91      Συναφώς, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2015/1589 προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη αποβλέπει στην πλήρη ρύθμιση του ζητήματος της παραγραφής σε περίπτωση αποφάσεως της Επιτροπής για ανάκτηση ενισχύσεων. Η άσκηση προσφυγής ενώπιον εθνικών δικαστηρίων από ανταγωνιστή δεν μπορεί, συνεπώς, να συνιστά «ενέργεια της Επιτροπής ή κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2015/1589.

92      Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν τα εθνικά δικαστήρια είχαν αποφασίσει, όσον αφορά το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων, ότι οι σχετικές με τις βάσει αυτού χορηγηθείσες ενισχύσεις αξιώσεις είχαν παραγραφεί από τον χρόνο ασκήσεως ενώπιόν τους της πρώτης προσφυγής από ανταγωνιστή των τελικών δικαιούχων, η απόφαση αυτή δεν θα ήταν δεσμευτική για την Επιτροπή.

93      Αντιστοίχως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εξουσίες των εθνικών αρχών σχετικά με ενδεχόμενη ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων ή των τόκων για την περίοδο κατά την οποία οι κρίσιμες ενισχύσεις χορηγήθηκαν παρανόμως υπόκεινται μόνον στους εφαρμοστέους από τα εθνικά δικαστήρια κανόνες περί παραγραφής του εθνικού δικαίου.

94      Πράγματι, στις σκέψεις 34 και 35 της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 2006, Transalpine Ölleitung in Österreich (C‑368/04, EU:C:2006:644), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, στον βαθμό που περιλαμβάνει διαδικαστικού περιεχομένου κανόνες που εφαρμόζονται επί όλων των σχετικών με κρατικές ενισχύσεις διοικητικών διαδικασιών που είναι εκκρεμείς ενώπιον της Επιτροπής, ο κανονισμός 2015/1589 κωδικοποιεί και θεμελιώνει την πρακτική της Επιτροπής σχετικά με την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων και δεν περιλαμβάνει καμιά διάταξη σχετικά με τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων, οι οποίες εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις της Συνθήκης, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.

95      Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να ασκήσει τις εξουσίες της ανακτήσεως ως προς τους τελικούς δικαιούχους των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, δεδομένου ότι στο άρθρο 1 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων ήταν συμβατό με την εσωτερική αγορά.

96      Υπενθυμίζεται, αφετέρου, ότι, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι μια ενίσχυση είναι παράνομη, το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να διατάξουν τον δικαιούχο της να καταβάλει τόκους για την περίοδο κατά την οποία οι κρίσιμες ενισχύσεις καταβλήθηκαν παρανόμως (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και ministre de la Culture et de la Communication, C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 51, 52 και 55, και της 16ης Οκτωβρίου 2014, Alpiq RomIndustries και Alpiq RomEnergie κατά Επιτροπής, T‑129/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:895, σκέψη 39). Ωστόσο, ακόμη και αν δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, δεν τους επιβάλλει να ανακτήσουν και την παράνομη ενίσχυση, όταν αυτή είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά. Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 32 ανωτέρω, το εθνικό δικαστήριο έχει ενδεχομένως την εξουσία να διατάξει την ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως αποκλειστικώς και μόνον βάσει του εθνικού δικαίου, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα του οικείου κράτους μέλους να εφαρμόσει εκ νέου την ενίσχυση αυτή αργότερα ή να κάνει δεκτές τις αγωγές αποζημιώσεως για τις ζημίες που προκλήθηκαν εξαιτίας του παράνομου χαρακτήρα της ενισχύσεως (πρβλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και ministre de la Culture et de la Communication, C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 55).

97      Κατά συνέπεια, ακόμη και εάν η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή, στην αιτιολογική σκέψη 239 της προσβαλλομένης αποφάσεως, του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο iv, και του άρθρου 17 του κανονισμού 2015/1589, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι της προσφεύγουσας.

98      Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθεισών σκέψεων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να κριθεί αλυσιτελής, καθότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2015/1589 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, λόγω συμβατότητας του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά.

99      Δεδομένου λοιπόν ότι απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι ακυρώσεως που προβλήθηκαν προς στήριξή της, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

V.      Επί των δικαστικών εξόδων

100    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

101    Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά της.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η organisation professionnelle des transports d’Île de France (Optile) φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και αυτά στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Pelikánová

Valančius

Öberg

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 2019.

(υπογραφές)


Περιεχόμενα



*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.