ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 11ης Ιουλίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 53, παράγραφος 2, και άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου – Κρατικές ενισχύσεις – Σύσταση υποθηκών για την εξασφάλιση τραπεζικών δανείων προς αγρότες – Εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ανώτατο όριο ποσού για το οποίο εγγράφεται η υποθήκη – Ανεπαρκής έκθεση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης – Προδήλως απαράδεκτο»

Στην υπόθεση C‑262/19,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Ελλάδα) με απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Μαρτίου 2019, στο πλαίσιο της δίκης

RM,

SN

κατά

Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský και C. G. Fernlund (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: A. Calot Escobar

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του RM και της SN και, αφετέρου, της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ με αντικείμενο αγωγή που άσκησαν οι πρώτοι με αίτημα, πρώτον, να αναγνωριστεί το ποσό των οφειλών τους από σύμβαση ενυπόθηκου δανείου την οποία είχαν συνάψει με την τράπεζα αυτή και, δεύτερον, να υποχρεωθεί η δεύτερη να περιορίσει το ποσό των υποθηκών που έχει εγγράψει επί των ακινήτων τους.

 Το ελληνικό δίκαιο

3        Το άρθρο 70, παράγραφος 1, του νόμου 4235/2014, Διοικητικά μέτρα, διαδικασίες και κυρώσεις στην εφαρμογή της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας στους τομείς των τροφίμων, των ζωοτροφών και της υγείας και προστασίας των ζώων και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, της 11ης Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Αʹ 32/11.2.2014) (στο εξής: νόμος 4235/2014), ορίζει τα εξής:

«Στις υποθήκες ή προσημειώσεις υποθηκών που έχουν εγγραφεί στα οικεία βιβλία υποθηκών και στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο αν έχει εφαρμογή υπέρ της [Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος], η οποία ήδη τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και κατά αγροτών φυσικών προσώπων ή κατά τρίτων αγροτών φυσικών προσώπων επί αγροτικών ακινήτων τους ή αγροτικών παραγωγικών εγκαταστάσεών τους προς εξασφάλιση των πάσης φύσεως απαιτήσεων της [τ]ράπεζας [αυτής], οι οποίες απορρέουν από τα δάνεια –όπως απαιτήσεις από κεφάλαιο, τόκους, τόκους υπερημερίας, περιλαμβανόμενων και των τόκων επί των ληξιπρόθεσμων τόκων και τόκων υπερημερίας, εισφορές, έξοδα ή δαπάνες και λοιπά κονδύλια ως προσδιορίζονται στην οικεία δανειακή σύμβαση– για τη χορήγηση στους αγρότες, φυσικά πρόσωπα, βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων δανείων από την [εν λόγω τράπεζα], τα οποία αφορούν αποκλειστικά την αγροτική δραστηριότητά τους και τελούν υπό υπερημερία, εν όλω ή εν μέρει, το ποσό του δανείου για το οποίο έχει εγγραφεί υποθήκη [ή] προσημείωση υποθήκης περιορίζεται σε ποσοστό εκατόν είκοσι τοις εκατό (120 %) του κεφαλαίου του δανείου, εφόσον το σύνολο των ως άνω πάσης φύσεως απαιτήσεων της [Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος], οι οποίες απορρέουν από το δάνειο, δεν υπερβαίνει (συμπεριλαμβανομένων των ήδη καταβληθέντων ποσών) το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου, ενώ περιορίζεται στο διπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου του δανείου αν το σύνολο αυτών είναι ανώτερο του διπλάσιου, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου και το δάνειο καθίσταται, αν δεν έχει ήδη καταστεί, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό από το χρόνο αυτόν. Σε περίπτωση εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης σε περισσότερα του ενός αγροτικά ακίνητα αγρότη, φυσικού προσώπου, ή τρίτου φυσικού προσώπου, η υποθήκη ή η προσημείωση υποθήκης περιορίζεται από την [τ]ράπεζα [αυτή] στο ακίνητο ή στα ακίνητα που εξασφαλίζουν την απαίτησή της μέχρι τα ως άνω όρια και κατά προτεραιότητα σε αυτό ή αυτά που δεν αποτελούν πρώτη κατοικία ή/και κύρια αποθήκη αγροτοεφοδίων του αγρότη ή τρίτου αυτού.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

4        Ο RM και η SN συνήψαν με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος σύμβαση δανείου ποσού 141 157,01 ευρώ για τη χρηματοδότηση των αγροτικών δραστηριοτήτων τους. Με σύμβαση της 29ης Δεκεμβρίου 2006, αναγνώρισαν ότι οι οφειλές τους προς την ως άνω τράπεζα ανέρχονταν στο ποσό των 423 037,52 ευρώ. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της ως άνω τράπεζας, ο RM και η SN παραχώρησαν υποθήκες στα ακίνητά τους.

5        Κατά τη δημοσίευση του νόμου 4235/2014, η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος τελούσε υπό καθεστώς «ειδικής εκκαθάρισης» και τα δύο ως άνω φυσικά πρόσωπα είχαν ήδη εξοφλήσει μέρος των δανείων τους.

6        Την 1η Οκτωβρίου 2014 ο RM και η SN ζήτησαν από την ως άνω Τράπεζα να περιορίσει το ποσό για το οποίο είχαν εγγραφεί οι υποθήκες, σύμφωνα με το άρθρο 70 του νόμου 4235/2014. Παρά το ότι επανέλαβαν το αίτημά τους, η εναγομένη της κύριας δίκης αρνήθηκε να ανταποκριθεί στο εν λόγω αίτημα.

7        Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο RM και η SN κατέθεσαν την από 18 Απριλίου 2017 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ελλάδα), ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους, κατόπιν πλειόνων καταβολών έναντι, ανερχόταν στο ποσό των 126 616,24 ευρώ και να υποχρεωθεί η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος να περιορίσει τις εγγεγραμμένες υπέρ της υποθήκες επί των ακινήτων τους σε ποσό που αντιστοιχεί στο 120 % της οφειλής αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 70 του νόμου 4235/2014.

8        Δεδομένου ότι το άρθρο 107 ΣΛΕΕ απαγορεύει όλες τις κρατικές παρεμβάσεις οι οποίες, με οποιαδήποτε μορφή, ενδέχεται να ευνοούν άμεσα ή έμμεσα επιχειρήσεις ή πρέπει να θεωρηθούν ως οικονομικό πλεονέκτημα το οποίο δεν θα είχε η δικαιούχος επιχείρηση υπό κανονικές συνθήκες αγοράς, το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του άρθρου 70 του νόμου 4235/2014 με την άνω διάταξη της Συνθήκης ΛΕΕ.

9        Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, ζητώντας να διευκρινιστεί:

«1)      Αν η διάταξη του άρθρου 70 παράγραφος 1 του νόμου 4235/2014 [...] υπάγεται στην έννοια της κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 [ΣΛΕΕ].

2)      Αν η ως άνω διάταξη του άρθρου 70 παράγραφος 1 [...] συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 2 [ΣΛΕΕ].

3)      Αν η ως άνω διάταξη του άρθρου 70 παράγραφος 1 [...] δύναται να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ].»

 Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

10      Κατά το άρθρο 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν μια αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

11      Το άρθρο αυτό πρέπει να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση.

12      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που καθιερώνεται από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η ανάγκη να δοθεί χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης επιτάσσει ο εθνικός δικαστής να ορίζει το πραγματικό και νομικό πλαίσιο των προδικαστικών ερωτημάτων ή, τουλάχιστον, να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, Telemarsicabruzzo κ.λπ., C‑320/90 έως C‑322/90, EU:C:1993:26, σκέψη 6). Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εκθέτει επακριβώς τους λόγους που το οδήγησαν να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και να κρίνει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο. Επομένως, είναι απαραίτητο το εθνικό δικαστήριο να παρέχει έναν ελάχιστο αριθμό διευκρινίσεων όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους επέλεξε τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητεί την ερμηνεία και τη σχέση που υφίσταται, κατά τη γνώμη του, μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί (διάταξη της 4ης Ιουνίου 2015, Argenta Spaarbank, C‑578/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:372, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

13      Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες που περιέχονται στις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα όχι μόνο στο Δικαστήριο να δίνει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διαφύλαξη της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα μέρη (απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, Enirisorse, C‑237/04, EU:C:2006:197, σκέψη 18, και διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Acanfora, C‑181/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:127, σκέψη 13).

14      Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις που αφορούν το περιεχόμενο μιας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως καθορίζονται ρητώς στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας και υπενθυμίζονται στις συστάσεις του Δικαστηρίου προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ 2018, C 257, σ. 1).

15      Περαιτέρω, πρέπει να υπομνησθεί ότι η απαίτηση ακρίβειας ως προς το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο της υποθέσεως έχει ιδιαίτερη σημασία στον τομέα του ανταγωνισμού ο οποίος χαρακτηρίζεται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, Telemarsicabruzzo κ.λπ., C‑320/90 έως C‑322/90, EU:C:1993:26, σκέψη 7· διάταξη της 9ης Απριλίου 2008, RAI, C‑305/07, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:208, σκέψη 18, και διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Φεβρουαρίου 2015, Equitalia Nord, C‑68/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:57, σκέψη 16).

16      Εν προκειμένω, η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προδήλως δεν πληροί την απαίτηση του άρθρου 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το μέτρο που στην αίτηση αυτή δεν εκτίθενται επαρκώς κατά νόμον οι λόγοι που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 107 ΣΛΕΕ και τη συμβατότητα της εθνικής νομοθεσίας με το άρθρο αυτό.

17      Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορούν να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους έκρινε αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο και η σχέση που υφίσταται κατά τη γνώμη του μεταξύ του άρθρου 107 ΣΛΕΕ και της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί.

18      Βεβαίως, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει το πραγματικό πλαίσιο της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί καθώς και το περιεχόμενο της εφαρμοστέας εθνικής διατάξεως. Εντούτοις, όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θα μπορούσε να κρίνει ότι η εθνική νομοθεσία παρέχει πλεονέκτημα, ότι θεσπίζει επιλεκτικό μέτρο, ότι η ενίσχυση προέρχεται από κρατικούς πόρους ή ότι νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει στο Δικαστήριο κανένα πραγματικό στοιχείο βάσει του οποίου να έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει αν το επίμαχο μέτρο μπορεί να χαρακτηριστεί «κρατική ενίσχυση» κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να παράσχει χρήσιμη απάντηση στο ερώτημα αυτό.

19      Περαιτέρω, όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στο μέτρο που ζητείται από το Δικαστήριο να ελέγξει τη συμβατότητα της εικαζόμενης κρατικής ενισχύσεως με το δίκαιο της Ένωσης, υπενθυμίζεται ότι, στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων είναι περιορισμένες (διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Acanfora, C‑181/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:127, σκέψη 20).

20      Πράγματι, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, να επιλαμβάνονται διαφορών στο πλαίσιο των οποίων υποχρεούνται να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν την έννοια της «ενισχύσεως» κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, προκειμένου ιδίως να κρίνουν αν ένα κρατικό μέτρο που ελήφθη χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία προηγουμένου ελέγχου κατά το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ εμπίπτει στην έννοια αυτή (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, Lucchini, C‑119/05, EU:C:2007:434, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αντιθέτως, τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί του αν μια κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά.

21      Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία, η κρίση περί της συμβατότητας μέτρων ενισχύσεων ή καθεστώτος ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ασκείται υπό τον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, Lucchini, C‑119/05, EU:C:2007:434, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Κατά συνέπεια, ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να υποβάλει στο Δικαστήριο ερώτημα ως προς τη συμβατότητα κρατικής ενισχύσεως ή καθεστώτος ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά (απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, Enirisorse, C‑237/04, EU:C:2006:197, σκέψη 23, και διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Acanfora, C‑181/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:127, σκέψη 22).

22      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως απαράδεκτη.

 Επί των δικαστικών εξόδων

23      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) διατάσσει:

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Ελλάδα) με απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2019 είναι προδήλως απαράδεκτη.

Λουξεμβούργο, 11 Ιουλίου 2019.

Ο Γραμματέας

 

Ο Πρόεδρος του ογδόου τμήματος

A. Calot Escobar

 

F. Biltgen


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.