Αναίρεση που άσκησε στις 2 Ιουλίου 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (ένατο πενταμελές τμήμα) στις 16 Μαΐου 2019 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-836/16 και T-624/17, Δημοκρατία της Πολωνίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

(Υπόθεση C-562/19 P)

Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: K. Herrmann, P. J. Loewenthal)

Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Δημοκρατία της Πολωνίας, Ουγγαρία

Αιτήματα

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει, στο σύνολό της, την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (ένατο πενταμελές τμήμα) της 16ης Μαΐου 2019, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-836/16 και T-624/17, Δημοκρατία της Πολωνίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

να απορρίψει τις προσφυγές που άσκησε η Δημοκρατία της Πολωνίας κατά της Επιτροπής, στη μεν υπόθεση T-836/16 με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C (2016) 5596 τελικό της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2016, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.44351 (2016/C) (πρώην 2016/NN), με την οποία κινήθηκε η επίσημη διαδικασία εξετάσεως σε σχέση με τον φόρο επί του λιανικού εμπορίου και διατάχθηκε η αναστολή της εφαρμογής του, στη δε υπόθεση T-624/17 με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως (ΕΕ) 2018/160 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2017, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.44351 (2016/C) (πρώην 2016/NN) που έθεσε σε εφαρμογή η Πολωνία για τον φόρο επί του λιανικού εμπορίου, και να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα έξοδα της πρωτοβάθμιας και της κατ’ αναίρεση διαδικασίας·

επικουρικώς, στην περίπτωση που οι δύο προσφυγές δεν απορριφθούν στο σύνολό τους, να αναπέμψει τις υποθέσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προς έκδοση νέας αποφάσεως, όσον αφορά εκείνους τους λόγους ακυρώσεως επί των οποίων δεν διατυπώθηκε κρίση πρωτοδίκως, και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας και της κατ’ αναίρεση διαδικασίας έως ότου εκδοθεί η απόφαση που θα περατώνει τη διαδικασία στην υπόθεση.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως.

Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεχόμενο ότι ο πολωνικός φόρος επί του λιανικού εμπορίου δεν έχει επιλεκτικό χαρακτήρα. Η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο οφείλεται στα ακόλουθα:

– Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως διαπίστωσε, στις σκέψεις 63 έως 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη διότι, κατά τον καθορισμό του πλαισίου αναφοράς, δεν έλαβε υπόψη τους προοδευτικούς συντελεστές του πολωνικού φόρου επί του λιανικού εμπορίου. Σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η άποψη επί της οποίας στηρίχθηκε η Επιτροπή στην απόφαση περί περατώσεως της επίσημης διαδικασίας συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον καθορισμό του πλαισίου αναφοράς.

– Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στις σκέψεις 69 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή προσδιόρισε κατά τρόπο εσφαλμένο τον επιδιωκόμενο με τον φόρο επί του λιανικού εμπορίου σκοπό σε σχέση με τον οποίο έπρεπε να εκτιμηθεί η συγκρισιμότητα των επιχειρήσεων. Το Δικαστήριο έχει παγίως κρίνει ότι μόνον ο φορολογικός σκοπός του οικείου μέτρου, τον οποίο έχει ορίσει ως το αντικείμενο ή ως τη γενεσιουργό αιτία του οικείου φόρου, είναι καθοριστικής σημασίας για την εκτίμηση της συγκρισιμότητας των επιχειρήσεων. Άλλοι άρρηκτα συνδεδεμένοι σκοποί, όπως η φοροδοτική ικανότητα, έχουν σημασία μόνο για την εκτίμηση της αντικειμενικής δικαιολογήσεως της άνισης μεταχειρίσεως συγκρίσιμων επιχειρήσεων. Επομένως, η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στο στάδιο της εκτιμήσεως της συγκρισιμότητας των επιχειρήσεων, κατά την οποία ο πολωνικός φόρος επί του λιανικού εμπορίου επιδιώκει –κατά τα εκτιθέμενα– την επίτευξη ενός αναδιανεμητικού σκοπού ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.

– Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στις σκέψεις 79 έως 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνοντας ότι οι προοδευτικοί συντελεστές του φόρου επί του λιανικού εμπορίου δεν ήταν δικαιολογημένοι. Οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, κατά τις οποίες ο φόρος επί του λιανικού εμπορίου δεν συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και εξυπηρετεί την επίτευξη ενός αναδιανεμητικού σκοπού, στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι οι επιχειρήσεις που έχουν υψηλά έσοδα (κύκλο εργασιών) διαθέτουν μεγαλύτερη φοροδοτική ικανότητα από επιχειρήσεις με χαμηλότερα έσοδα (κύκλο εργασιών). Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο αναδιανεμητικός σκοπός, ο οποίος δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον φόρο επί του λιανικού εμπορίου, είναι ικανός να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση των επιχειρήσεων. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο, στηριζόμενο στην εσφαλμένη αυτή υπόθεση, μετέθεσε από το εμπλεκόμενο κράτος μέλος στην Επιτροπή το βάρος να αποδείξει ότι οι προοδευτικοί συντελεστές δικαιολογούνται από τον προβαλλόμενο αναδιανεμητικό σκοπό, με αποτέλεσμα να κληθεί η τελευταία να αποδείξει ότι δεν υφίσταται τέτοιος δικαιολογητικός λόγος.

Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 104 έως 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/1589. Στις σκέψεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη αποφασίζοντας την κίνηση επίσημης διαδικασίας εξετάσεως και διατάσσοντας την αναστολή εφαρμογής του πολωνικού φόρου επί του λιανικού εμπορίου. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται σε ανάλυση της αποφάσεως με την οποία περατώθηκε η επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά το μέρος που εφάρμοσε επί της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως το ίδιο κριτήριο δικαστικού ελέγχου με εκείνο που εφάρμοσε κατά την εξέταση του κύρους της αποφάσεως με την οποία περατώθηκε η διαδικασία αυτή. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε αυστηρότερο κριτήριο ελέγχου όσον αφορά την πρώτη εκ των αποφάσεων αυτών αντί να εξετάσει αν η Επιτροπή προδήλως δεν μπορούσε να διατηρεί αμφιβολίες ως προς τον μη επιλεκτικό χαρακτήρα του επίμαχου φόρου.

____________