Αναίρεση που άσκησε στις 15 Μαΐου 2019 ο Ralph Pethke κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) στις 5 Μαρτίου 2019 στην υπόθεση T-169/17, Ralph Pethke κατά Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(Υπόθεση C-382/19 P)

Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική

Διάδικοι

Αναιρεσείων: Ralph Pethke (εκπρόσωπος: H. Tettenborn, Rechtsanwalt)

Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Αιτήματα

Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 5ης Μαρτίου 2019, στην υπόθεση T-169/17·

να ακυρώσει την απόφαση PERS-AFFECT-16-134 του εκτελεστικού διευθυντή του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) περί τοποθετήσεως του αναιρεσείοντος σε άλλη θέση και να επιδικάσει στον αναιρεσείοντα αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξ αυτής·

επικουρικώς, να αναιρέσει την απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή-αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως PERS-AFFECT-16-134 του εκτελεστικού διευθυντή του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί τοποθετήσεώς του σε άλλη θέση.

Ο αναιρεσείων προβάλλει τους εξής τρεις λόγους αναιρέσεως:

Παράβαση του άρθρου 7 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) 1 και του άρθρου 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 7 του ΚΥΚ. Ο υποβιβασμός του από τη θέση του προϊσταμένου μονάδας ενός τμήματος σε θέση κύριου διοικητικού υπαλλήλου χωρίς προοπτική προαγωγής και τούτο μάλιστα χωρίς καμία διαδικασία αξιολογήσεως ή πειθαρχική διαδικασία για την προστασία των δικαιωμάτων του δεν συνιστά νόμιμη τοποθέτησή του σε άλλη θέση, αλλά παράνομο υποβιβασμό του. Η τροποποίηση του ΚΥΚ το 2014 κατέστησε δικαιωματικά αναμενόμενη την προοπτική προαγωγής των προϊσταμένων μονάδων πέραν του βαθμού AD 12. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί να αφαιρέσει μονομερώς το δικαίωμα αυτό χωρίς την προηγούμενη τήρηση προσήκουσας διαδικασίας αξιολογήσεως ή πειθαρχικής διαδικασίας. Από το 2014 και εφεξής δεν δύναται, βάσει του νόμου, να θεωρηθεί ότι η θέση του προϊσταμένου μονάδας είναι ισότιμη με τη θέση κύριου διοικητικού υπαλλήλου χωρίς προοπτική προαγωγής.

Το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει, περαιτέρω, στη νομολογία περί τοποθετήσεως σε άλλη θέση βάσει του άρθρου 7 του ΚΥΚ και περί ισοτιμίας των θέσεων, από την οποία όμως αντλεί εσφαλμένα συμπεράσματα.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και σε δικονομικό σφάλμα, διότι δεν αποφάνθηκε πλήρως επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος στηριζόταν σε παράνομο υποβιβασμό του αναιρεσείοντος στις 10.10.2016 χωρίς ταυτόχρονη τοποθέτησή του σε νέα θέση, η οποία πραγματοποιήθηκε μόλις στις 17.10.2016. Για τον λόγο αυτό δεν πρόκειται για νόμιμη τοποθέτηση σε άλλη θέση κατά την έννοια του άρθρου 7 του ΚΥΚ (σκέψεις 49-106 της αποφάσεως).

Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών

Το Γενικό Δικαστήριο δεν στήριξε απλώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν προέκυπταν από τη δικογραφία, αλλά στήριξε επίσης την απόφασή του σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα τα οποία προέκυπταν από τη δικογραφία.

Στην υπό κρίση υπόθεση είναι, επίσης, προφανές ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα. Στο πλαίσιο εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να εκτιμήσει την αξιοπιστία των δηλώσεων του αντιδίκου κατ’ αναίρεση.

Περαιτέρω, η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των ενεργειών του αναιρεσείοντος σε σχέση με την υποχρέωσή του να καταγγείλει προδήλως παράνομα μέτρα στερεί τα άρθρα 21α, παράγραφος 1, και 22 του ΚΥΚ από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.

Εσφαλμένη εκτίμηση των ισχυρισμών περί παραβάσεως του καθήκοντος μέριμνας και περί ηθικής παρενοχλήσεως και παράβαση του άρθρου 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι τα μέτρα που είχε λάβει ο εκτελεστικός διευθυντής μεταξύ της 10.10.2016 και της 17.10.2016 συνιστούσαν ηθική παρενόχληση επί τη βάσει ότι παραβίαζαν το ισχύον δίκαιο. Η παράβαση του καθήκοντος μέριμνας και ο ισχυρισμός περί ηθικής παρενοχλήσεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την παράνομη απόφαση περί απομακρύνσεως του αναιρεσείοντος από τη θέση που κατείχε και τοποθετήσεώς του σε άλλη θέση, η οποία ελήφθη μεταξύ της 10.10.2016 και της 17.10.2016. Αντιθέτως προς τις εκτιμήσεις του Δικαστηρίου, η ηθική παρενόχληση κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 3, του ΚΥΚ δεν προϋποθέτει ορισμένη «δέσμη συμπεριφορών». Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα της παραβάσεως του καθήκοντος μέριμνας με τη μορφή δημόσιας δυσφημήσεως των επαγγελματικών επιδόσεων του αναιρεσείοντος διά της τοποθετήσεώς του σε άλλη θέση.

____________

1     Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108), και τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013 (ΕΕ 2013, L 287, σ. 15).