Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Tribunalul Bucureşti (Ρουμανία) στις 4 Οκτωβρίου 2019 – ITH Comercial Timişoara SRL κατά Agenţia Naţională de Administrare Fiscală - Direcţia Generală Regională a Finanţelor Publice Bucureşti, Agenţia Naţională de Administrare Fiscală – Direcţia Generală Regională a Finanţelor Publice Bucureşti – Administraţia Sector 1 a Finanţelor Publice

(Υπόθεση C-734/19)

Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική

Αιτούν δικαστήριο

Tribunalul Bucureşti

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Προσφεύγουσα: IΤΗ Comercial Timișoara SRL

Καθών: Agenţia Naţională de Administrare Fiscală - Direcţia Generală Regională a Finanţelor Publice Bucureşti, Agenţia Naţională de Administrare Fiscală – Direcţia Generală Regională a Finanţelor Publice Bucureşti – Administraţia Sector 1 a Finanţelor Publice

Προδικαστικά ερωτήματα

1.1.    Μήπως οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας 1 , και ειδικότερα το άρθρο 167 και το άρθρο 168, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας επιτρέπουν ή αποκλείουν την απώλεια του δικαιώματος του υποκειμένου στον φόρο προς έκπτωση του ΦΠΑ επί ορισμένων επενδυτικών δαπανών που αυτός πραγματοποίησε με σκοπό να τις προορίσει για τη διενέργεια φορολογητέας πράξεως, όταν η σχεδιαζόμενη επένδυση εν συνεχεία εγκαταλείφθηκε;

1.2.    Επιτρέπουν ή εμποδίζουν οι αυτές διατάξεις και αρχές να αμφισβητείται, σε περίπτωση εγκαταλείψεως της επενδύσεως, το δικαίωμα προς έκπτωση και υπό περιστάσεις διαφορετικές από εκείνες υπό τις οποίες ο υποκείμενος στον φόρο διέπραξε κατάχρηση ή καταστρατήγηση;

1.3.    Επιτρέπουν ή αποκλείουν οι αυτές διατάξεις και αρχές ερμηνεία υπό την έννοια ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να αμφισβητηθεί το δικαίωμα προς έκπτωση σε περίπτωση εγκαταλείψεως της επενδύσεως περιλαμβάνουν:

1.3.1.         την επακόλουθη επέλευση κινδύνου αδυναμίας υλοποιήσεως της επενδύσεως που είναι γνωστός στον υποκείμενο στον φόρο κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεως των δαπανών επενδύσεως, όπως το γεγονός ότι δημόσια αρχή δεν έχει εγκρίνει χωροταξικό σχέδιο που είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση της εν λόγω επενδύσεως,

1.3.2.         τη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών με την πάροδο του χρόνου, ούτως ώστε η σχεδιαζόμενη επένδυση να απολέσει την αποδοτικότητα που είχε κατά την ημερομηνία έναρξης της;

1.4.    Έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας και οι γενικές αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου την έννοια ότι, σε περίπτωση εγκαταλείψεως της επενδύσεως:

1.4.1.        η κατάχρηση ή καταστρατήγηση που δικαιολογεί την αμφισβήτηση του δικαιώματος προς έκπτωση τεκμαίρεται ή πρέπει να αποδεικνύεται από τις φορολογικές αρχές,

1.4.2.        η κατάχρηση ή καταστρατήγηση δύναται να αποδειχθεί με απλό τεκμήριο ή απαιτούνται αντικειμενικά αποδεικτικά μέσα;

1.5.    Επιτρέπουν ή απαγορεύουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας και οι γενικές αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου, σε περίπτωση εγκαταλείψεως της επενδύσεως, να λαμβάνονται υπόψη η κατάχρηση ή καταστρατήγηση που δικαιολογούν την αμφισβήτηση του δικαιώματος προς έκπτωση, όταν ο υποκείμενος στον φόρο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει αγαθά και υπηρεσίες για τα οποία προέβη σε έκπτωση του ΦΠΑ για οποιονδήποτε σκοπό, και συνεπώς ακόμη και για αμιγώς ιδιωτικούς σκοπούς;

1.6.    Έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας και οι γενικές αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου την έννοια ότι, σε περίπτωση εγκαταλείψεως της επενδύσεως, περιστάσεις μεταγενέστερες της πραγματοποιήσεως των δαπανών από τον υποκείμενο στον φόρο, όπως επί παραδείγματι (i) η επέλευση οικονομικής κρίσεως ή (ii) η επέλευση κινδύνου μη υλοποιήσεως της επενδύσεως ο οποίος υφίσταται κατά την ημερομηνία πραγματοποιήσεως των επενδυτικών δαπανών (επί παραδείγματι, το γεγονός ότι δημόσια αρχή δεν ενέκρινε χωροταξικό σχέδιο αναγκαίο για την υλοποίηση της επενδύσεως) ή (iii) η τροποποίηση των εκτιμήσεων ως προς την αποδοτικότητα της επενδύσεως, αποτελούν συγκυρίες ανεξάρτητες της θελήσεως του υποκειμένου στον φόρο που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της καλής του πίστεως;

1.7.    Έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας και ιδίως το άρθρο 184 και το άρθρο 185, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας την έννοια ότι η εγκατάλειψη της επενδύσεως συνιστά περίπτωση διακανονισμού του ΦΠΑ;

Με άλλα λόγια, όταν η επένδυση εγκαταλείφθηκε εν συνεχεία, λαμβάνει χώρα μέσω του μηχανισμού διακανονισμού του ΦΠΑ η αμφισβήτηση του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ που αφορά ορισμένες επενδυτικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τον υποκείμενο στον φόρο με την πρόθεση να τις διαθέσει για τη διενέργεια φορολογητέας πράξεως;

1.8.    Επιτρέπουν ή απαγορεύουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει, κατά τρόπο περιοριστικό, τη διατήρηση του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ σχετικά με τις επενδύσεις που εγκαταλείφθηκαν αποκλειστικά σε δύο περιπτώσεις, οι οποίες προσδιορίζονται με παραπομπή σε δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου: (i) όταν, υπό περιστάσεις που δεν εξαρτώνται από τη θέλησή του, ο υποκείμενος στον φόρο δεν κάνει ποτέ χρήση των εν λόγω αγαθών/υπηρεσιών για την οικονομική του δραστηριότητα, όπως κρίθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-37/95, Βελγικό Δημόσιο κατά Ghent Coal Terminal NV, καθώς και (ii) σε άλλες περιπτώσεις όπου οι αποκτήσεις αγαθών/υπηρεσιών για τις οποίες ασκήθηκε το δικαίωμα προς έκπτωση δεν χρησιμοποιούνται για την οικονομική δραστηριότητα του υποκειμένου στον φόρο, για αντικειμενικούς λόγους οι οποίοι δεν εξαρτώνται από τη θέλησή του, όπως κρίθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-110/94, Intercommunale voor zeewaterontzilting (INZO) κατά Βελγικού Δημοσίου;

1.9.    Επιτρέπουν ή απαγορεύουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στις φορολογικές αρχές να ανακαλούν εγκρίσεις, οι οποίες περιέχονται σε προγενέστερες εκθέσεις φορολογικού ελέγχου ή σε προγενέστερες αποφάσεις σχετικές με διοικητικές προσφυγές:

1.9.1.        υπό την έννοια ότι ο ιδιώτης απέκτησε αγαθά και υπηρεσίες με σκοπό να τα διαθέσει για τη διενέργεια φορολογητέας πράξεως,

1.9.2.         υπό την έννοια ότι η αναστολή ή η εγκατάλειψη επενδυτικού σχεδίου προκλήθηκε από συγκεκριμένη περίσταση ανεξάρτητη της θελήσεως του υποκειμένου στον φόρο;

2.1.    Επιτρέπουν ή αποκλείουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας και ειδικότερα το άρθρο 28 της οδηγίας αυτής, την εφαρμογή του μηχανισμού της ιδιότητας του παραγγελιοδόχου επίσης εκτός συμβάσεως εντολής χωρίς εκπροσώπηση;

2.2    Έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, ιδίως το άρθρο 28, την έννοια ότι η ιδιότητα του παραγγελιοδόχου υπάρχει όταν υποκείμενος στον φόρο κατασκευάζει ένα κτίριο σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις προϋποθέσεις της δραστηριότητας άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό τη διατήρηση της κυριότητας του κτιρίου και την παροχή του κτιρίου αυτού μόνο σε μίσθωση, όταν αυτό περατωθεί, στο εν λόγω νομικό πρόσωπο;

2.3.    Έχουν οι αυτές διατάξεις την έννοια ότι, στην προαναφερθείσα κατάσταση, ο κατασκευαστής πρέπει να τιμολογεί τις επενδυτικές δαπάνες που αφορούν την ανέγερση του κτιρίου στο νομικό πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να εκμισθώσει το εν λόγω κτίριο, όταν αυτό περατωθεί, και να εισπράττει τον αναλογούντα ΦΠΑ από το νομικό πρόσωπο αυτό;

2.4.    Έχουν οι αυτές διατάξεις την έννοια ότι, στην προαναφερθείσα κατάσταση, ο κατασκευαστής έχει την υποχρέωση να τιμολογεί τις επενδυτικές δαπάνες και να εισπράττει τον αναλογούντα ΦΠΑ όταν παύει οριστικά τις κατασκευαστικές εργασίες εξαιτίας της δραστικής μειώσεως της οικονομικής δραστηριότητας του προσώπου στο οποίο το εν λόγω κτίριο θα έπρεπε να εκμισθωθεί, μείωση η οποία οφείλεται στην επικείμενη αφερεγγυότητα του τελευταίου αυτού προσώπου;

2.5.    Έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας και οι γενικές αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου την έννοια ότι οι φορολογικές αρχές δύνανται να προβαίνουν σε εκ νέου χαρακτηρισμό των πράξεων που διενεργεί ο υποκείμενος στον φόρο, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτει ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο, έστω και αν οι εν λόγω συμβάσεις δεν είναι εικονικές;

2.6.    Επιτρέπουν ή απαγορεύουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, και ιδίως η αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, στις φορολογικές αρχές να ανακαλούν εγκρίσεις του δικαιώματος του υποκειμένου στον φόρο προς έκπτωση του ΦΠΑ, οι οποίες περιλαμβάνονται σε προγενέστερες εκθέσεις φορολογικού ελέγχου ή σε προγενέστερες αποφάσεις επί διοικητικών προσφυγών;

____________

1 Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006 L 347, σ. 1).