ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MACIEJ SZPUNAR

της 30ής Απριλίου 2020 (1)

Υπόθεση C36/20 PPU

Ποινική δίκη

κατά

VL

παρισταμένης της:

Ministerio Fiscal

[αίτηση του Juzgado de Instrucción nº 3 de San Bartolomé de Tirajana
(τρίτου ανακριτή του San Bartolomé de Tirajana, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Πολιτική ασύλου – Διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας – Οδηγία 2013/32/ΕΕ – Άρθρο 6 – Πρόσβαση στη διαδικασία – Άλλες αρχές οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας, αλλά δεν είναι αρμόδιες για την καταχώρισή τους – Έννοια του όρου “άλλες αρχές” – Απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία – Οδηγία 2013/33/ΕΕ – Άρθρο 8 – Κράτηση του αιτούντος – Αρχή της μη επαναπροώθησης»






I.      Εισαγωγή

1.        «Ο ανθρωπισμός είναι, βεβαίως, απαραίτητος για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των προσφύγων. Εκφράζει την έγνοια για τον πλησίον, για την κοινή ζωή […]. Ο ανθρωπισμός, όμως, δεν αρκεί. Εκφράζει μόνο τη θετική όψη της απάντησης στο απάνθρωπο, του οποίου η αρνητική όψη είναι έτοιμη να φανερωθεί πίσω από τις μάσκες, όταν η κοσμιότητα υποχωρεί μπροστά στην αναγκαιότητα. Τα δικαιώματα είναι η θετική όψη των υποχρεώσεων. Οι δεσμεύσεις αυτές στηρίζονται σε χάλκινες βάσεις. Η κατάργησή τους είναι πάντοτε δυνατή, αλλά απαιτείται προς τούτο συλλογική απόφαση» (2).

2.        Θα αναλύσω υπό το πρίσμα αυτό την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

3.        Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε ο Juzgado de Instrucción n° 3 de San Bartolomé de Tirajana (τρίτος ανακριτής του San Bartolomé de Tirajana, Ισπανία) αφορούν, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 26 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (3) καθώς και του άρθρου 17, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ (4).

4.        Η υπό κρίση υπόθεση ανέκυψε στο πλαίσιο απόφασης επαναπροώθησης η οποία εκδόθηκε, ειδικότερα, έναντι υπηκόου του Μάλι ο οποίος υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στο αιτούν δικαιοδοτικό όργανο ενώπιον του οποίου προσήχθη όταν οι αρχές του κράτους μέλους εντόπισαν, κοντά στις ακτές του, το σκάφος επί του οποίου αυτός επέβαινε.

5.        Με αφορμή την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο θα εξετάσει, καταρχάς, για πρώτη φορά, το ζήτημα αν δικαστική αρχή, όπως ο ανακριτής, αρμόδια δυνάμει του εθνικού δικαίου να λαμβάνει απόφαση επί της μεταγωγής υπηκόων τρίτων κρατών σε κέντρο κράτησης, μπορεί να θεωρηθεί «άλλη αρχή» η οποία λαμβάνει ενδεχομένως αιτήσεις διεθνούς προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο θα πρέπει, εν συνεχεία, να κρίνει αν η αρχή αυτή οφείλει να παράσχει στον αιτούντα διεθνή προστασία τις πληροφορίες που πρέπει να γνωρίζει για τον τρόπο κατάθεσης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Τέλος, το Δικαστήριο θα έχει την ευκαιρία να αποφανθεί σε ποιο χρονικό σημείο τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αποκτούν την ιδιότητα αιτούντος διεθνή προστασία και ποιες συνέπειες έχει η κτήση της ιδιότητας αυτής όσον αφορά τις προϋποθέσεις κράτησης.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Διεθνές δίκαιο

6.        Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 (5), της οποίας συμβαλλόμενα μέρη είναι όλα τα κράτη μέλη (6), τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης) και συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο για το καθεστώς των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Πρωτόκολλο).

7.        Στο προοίμιο της Σύμβασης αυτής σημειώνεται ότι καθήκον της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες είναι να επιτηρεί την εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων που διασφαλίζουν την προστασία των προσφύγων. Το άρθρο 35 της Σύμβασης προβλέπει ότι τα κράτη «αναλαμβάνουν να συνεργάζωνται μετά του Υπάτου Αρμοστού των Ηνωμένων Εθνών διά τους πρόσφυγας […] εις την άσκησιν των λειτουργιών αυτού, και ειδικώτερον θα διευκολύνουν το έργον αυτού της επιτηρήσεως της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως».

8.        Κατά το άρθρο 1, Α, της εν λόγω Σύμβασης ο όρος «πρόσφυγας» καλύπτει κάθε πρόσωπο το οποίο, συνεπεία «δεδικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής [ομάδος] ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητα τινά και ευρισκόμενον συνεπεία τοιούτων γεγονότων εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην».

9.        Κατά το άρθρο 3 της ίδιας Σύμβασης, «[τ]α Συμβαλλόμενα Κράτη θα εφαρμόζουν τας διατάξεις της Συμβάσεως ταύτης επί των προσφύγων άνευ διακρίσεως ως προς την φυλήν, την θρησκείαν και την χώραν της καταγωγής αυτών».

10.      Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης της Γενεύης, «[ο]υδεμία Συμβαλλομένη Χώρα θα απελαύνη ή θα επαναπροωθή, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, πρόσφυγας, εις τα σύνορα εδαφών ένθα η ζωή ή ελευθερία αυτών απειλούνται διά λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής [ομάδος] ή πολιτικών πεποιθήσεων».

2.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

11.      Κατά το άρθρο 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα ασύλου»:

«Το δικαίωμα του ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της [Σύμβασης της Γενεύης] και του [Πρωτοκόλλου] και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής οριζόμενες ως “οι Συνθήκες”)».

12.      Το άρθρο 19 του Χάρτη, το οποίο τιτλοφορείται «Προστασία σε περίπτωση απομάκρυνσης, απέλασης και έκδοσης», ορίζει τα εξής:

«1.      Απαγορεύονται οι ομαδικές απελάσεις.

2.      Κανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί, να απελαθεί ή να εκδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση.»

2.      Η οδηγία 2013/32

13.      Το άρθρο 4 της οδηγίας 2013/32, το οποίο επιγράφεται «Υπεύθυνες αρχές», ορίζει στην παράγραφό του 1 τα εξής:

«Για όλες τις διαδικασίες, τα κράτη μέλη ορίζουν αποφαινόμενη αρχή υπεύθυνη για τη δέουσα εξέταση των αιτήσεων βάσει της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχονται στην εν λόγω αρχή τα κατάλληλα μέσα, συμπεριλαμβανομένου επαρκούς και ικανού προσωπικού, για την άσκηση των καθηκόντων της σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.»

14.      Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Πρόσβαση στη διαδικασία», ορίζει τα εξής:

«1.      Όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε αρχή αρμόδια για την καταχώριση των αιτήσεων αυτών δυνάμει του εθνικού δικαίου, η καταχώριση γίνεται το αργότερο τρεις εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης.

Εάν η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβάλλεται σε άλλες αρχές οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν τέτοιες αιτήσεις αλλά δεν είναι αρμόδιες για την καταχώριση δυνάμει του εθνικού δικαίου, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η καταχώριση να γίνεται το αργότερο έξι εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι άλλες αρχές οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας, όπως η αστυνομία, η συνοριοφυλακή, οι υπηρεσίες μετανάστευσης και το προσωπικό κέντρων κράτησης, να διαθέτουν τις σχετικές πληροφορίες και οι υπάλληλοί τους να λαμβάνουν το επίπεδο κατάρτισης που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους και τις οδηγίες ώστε να ενημερώνονται οι αιτούντες σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο υποβολής αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

2.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας να έχει πραγματική δυνατότητα να την καταθέσει το ταχύτερο δυνατό. Όταν ο αιτών δεν καταθέτει την αίτησή του, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν το άρθρο 28 αναλόγως.

3.      Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας να κατατίθενται αυτοπροσώπως και/ή σε καθορισμένο χώρο.

4.      Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 3, θεωρείται ότι έχει κατατεθεί αίτηση διεθνούς προστασίας, όταν οι αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους λαμβάνουν έντυπο το οποίο έχει υποβάλει ο αιτών ή, όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, επίσημη έκθεση.

5.      Όταν μεγάλος αριθμός ταυτόχρονων αιτήσεων διεθνούς προστασίας από υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς καθιστά πολύ δύσκολη στην πράξη την τήρηση της προθεσμίας της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν παράταση της προθεσμίας σε 10 εργάσιμες ημέρες.»

15.      Το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Ενημέρωση και παροχή συμβουλών σε κέντρα κράτησης και στα σημεία διέλευσης των συνόρων», προβλέπει τα εξής:

«1.      Όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς οι οποίοι βρίσκονται σε κέντρα κράτησης ή σημεία διέλευσης συνόρων, συμπεριλαμβανομένων των ζωνών διέλευσης, στα εξωτερικά σύνορα, επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη τούς παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα να το πράξουν. Στα εν λόγω κέντρα κράτησης και σημεία διέλευσης, τα κράτη μέλη παρέχουν δυνατότητα διερμηνείας στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου.

2.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι οργανώσεις και τα πρόσωπα που ενημερώνουν και συμβουλεύουν τους αιτούντες να έχουν πραγματική πρόσβαση στους αιτούντες που βρίσκονται στα σημεία διέλευσης των συνόρων, περιλαμβανομένων των ζωνών διέλευσης, στα εξωτερικά σύνορα. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με την παρουσία τέτοιων οργανώσεων και προσώπων στα εν λόγω σημεία διέλευσης των συνόρων και, συγκεκριμένα, να εξαρτούν την πρόσβαση από συμφωνία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Περιορισμοί στην πρόσβαση αυτή μπορούν να επιβάλλονται μόνο όταν, δυνάμει του εθνικού δικαίου, είναι αντικειμενικά απαραίτητοι για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση του συγκεκριμένου σημείου διέλευσης των συνόρων και εφόσον η πρόσβαση δεν περιορίζεται αυστηρά και δεν καθίσταται αδύνατη.»

16.      Το άρθρο 26 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κράτηση», ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο για το λόγο και μόνο ότι είναι αιτών. Οι λόγοι και οι συνθήκες κράτησης, καθώς και οι εγγυήσεις των οποίων απολαύουν οι αιτούντες που τελούν υπό κράτηση, συνάδουν με την οδηγία [2013/33].

2.      Όταν υποβάλλουν έναν αιτούντα σε κράτηση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ταχείας δικαστικής επανεξέτασης σύμφωνα με την οδηγία [2013/33].»

3.      Η οδηγία 2013/33

17.      Το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/33, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κράτηση», ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο απλώς και μόνο διότι είναι αιτών σύμφωνα με την οδηγία [2013/32].

2.      Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν αιτούντα υπό κράτηση, εάν δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα.

3.      Ο αιτών μπορεί να υποβληθεί σε κράτηση μόνο:

α)      προκειμένου να διαπιστωθεί ή να επαληθευτεί η ταυτότητα ή η υπηκοότητά του,

β)      προκειμένου να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτούντος,

γ)      για να αποφασιστεί, στο πλαίσιο διαδικασίας, το δικαίωμα του αιτούντος για είσοδο στο έδαφος,

δ)      όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών [(7)], προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή και/ή να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι σε θέση να τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο ασκεί αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής,

ε)      όταν απαιτείται για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης,

στ)      σύμφωνα με το άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα [(8)].

Οι λόγοι κράτησης προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.

4.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το εθνικό δίκαιο να προβλέπει κανόνες που αφορούν εναλλακτικές της κράτησης λύσεις, όπως η τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών, η κατάθεση χρηματικής εγγύησης ή η υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος.»

18.      Το άρθρο 9 της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Η κράτηση αιτούντος έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και εφαρμόζεται μόνο για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι που καθορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 3.»

19.      Το άρθρο 17 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Γενικοί κανόνες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής στους αιτούντες όταν [υποβάλλουν] αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας.»

3.      Το ισπανικό δίκαιο

20.      Το ισπανικό νομικό πλαίσιο περιλαμβάνει το άρθρο 58, παράγραφοι 3, 4 και 6, τα άρθρα 61 και 62, καθώς και το άρθρο 64, παράγραφος 5, του Ley Orgánica 4/2000 sobre derechos y libertades de los extranjeros en España y su integración social (οργανικού νόμου 4/2000 περί των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των αλλοδαπών στην Ισπανία και την κοινωνική ένταξή τους), της 11ης Ιανουαρίου 2000 (9), όπως τροποποιήθηκε με τον Ley Orgánica 2/2009 de reforma de la Ley Orgánica 4/2000 (οργανικό νόμο 2/2009 περί τροποποίησης του οργανικού νόμου 4/2000) (10), της 11ης Δεκεμβρίου 2009 (στο εξής: οργανικός νόμος 4/2000).

21.      Το άρθρο 58, παράγραφος 3, του οργανικού νόμου 4/2000 προβλέπει απλουστευμένη διαδικασία για την απομάκρυνση των αλλοδαπών που επιχειρούν να εισέλθουν παρανόμως στην Ισπανία. Το άρθρο 58, παράγραφος 4, του νόμου αυτού ορίζει ότι δεν επιτρέπεται η απομάκρυνση των προσώπων που μνημονεύονται στην παράγραφο 3 για όσο διάστημα ενδεχόμενη αίτηση διεθνούς προστασίας δεν έχει κριθεί απαράδεκτη, το δε άρθρο 58, παράγραφος 6, του εν λόγω νόμου ορίζει ότι, αν η απομάκρυνση δεν είναι δυνατή εντός 72 ωρών, πρέπει να ζητείται, από τις δικαστικές αρχές, η θέση υπό κράτηση των ως άνω προσώπων.

22.      Το άρθρο 61 του οργανικού νόμου 4/2000 προβλέπει τα προσωρινά μέτρα στο πλαίσιο των διαδικασιών απομάκρυνσης. Το άρθρο 62 του νόμου αυτού αφορά την κράτηση και το άρθρο 64, παράγραφος 5, του εν λόγω νόμου προβλέπει την αναστολή των αποφάσεων απομάκρυνσης για όσο διάστημα δεν έχει κριθεί απαράδεκτη η αίτηση διεθνούς προστασίας.

23.      Τα άρθρα 2 και 3 του Ley 12/2009, reguladora del derecho de asilo y de la protección subsidiaria (νόμου 12/2009 περί ρυθμίσεως του δικαιώματος ασύλου και της επικουρικής προστασίας) (11), της 30ής Οκτωβρίου 2009, όπως τροποποιήθηκε με τον Ley 2/2014, de la Acción y del Servicio Exterior del Estado (νόμο 2/2014 περί εξωτερικής δράσης και υπηρεσίας του κράτους) (12), της 25ης Μαρτίου 2014 (στο εξής: νόμος περί ασύλου) ορίζουν, αντιστοίχως, το δικαίωμα ασύλου και το καθεστώς πρόσφυγα. Το άρθρο 5 του νόμου αυτού προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η χορήγηση της επικουρικής προστασίας συνεπάγεται τη μη απομάκρυνση του ενδιαφερόμενου προσώπου, το δε άρθρο 30 του ίδιου νόμου προβλέπει την πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες και στις υπηρεσίες υποδοχής για τους αιτούντες διεθνή προστασία που χρήζουν τέτοιων υπηρεσιών.

III. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

24.      Στις 12 Δεκεμβρίου 2019, η Salvamento Marítimo (ισπανική υπηρεσία θαλάσσιων διασώσεων) εντόπισε κοντά στις ισπανικές αρχές, σε απόσταση περίπου ενός ναυτικού μιλίου νότια της νήσου Γκραν Κανάρια (Ισπανία), σκάφος στο οποίο επέβαιναν 45 υπήκοοι χωρών της υποσαχάριας Αφρικής, περιλαμβανομένου του VL, καθού της κύριας δίκης. Κατόπιν παροχής των πρώτων βοηθειών, παραδόθηκαν στη Brigada Local de Extranjería y Fronteras (τοπική ομάδα συνοριοφυλακής, Ισπανία) του Comisaría de Policía Nacional de Maspalomas (αστυνομικού τμήματος της Maspalomas, Ισπανία).

25.      Στις 13 Δεκεμβρίου 2019, οι εν λόγω υπήκοοι μετήχθησαν στη Jefatura Superior de Policía de Canarias (αστυνομική διεύθυνση των Καναρίων Νήσων, Ισπανία), όπως προκύπτει από την έκθεση κράτησης και ενημέρωσής τους για τα δικαιώματά τους. Την ίδια ημέρα, η Subdelegación del Gobierno en Las Palmas (Αντιπροσωπεία της Ισπανικής Κυβέρνησης στη Las Palmas, Ισπανία) εξέδωσε απόφαση επαναπροώθησης των υπηκόων αυτών, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 3, στοιχείο b, του οργανικού νόμου 4/2000, λόγω απόπειρας παράνομης εισόδου στην Ισπανία. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν δυνατόν να εκτελεστεί εντός της προθεσμίας των 72 ωρών που προβλέπεται στο άρθρο 58, παράγραφος 6, του ως άνω νόμου, υποβλήθηκε στον Juzgado de Instrucción nº 3 de San Bartolomé de Tirajana (τρίτο ανακριτή του San Bartolomé de Tirajana, Ισπανία) αίτημα να τεθούν υπό κράτηση σε κέντρο κράτησης.

26.      Το όργανο αυτό, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενήργησε, εξέδωσε απόφαση στις 14 Δεκεμβρίου 2019, καλώντας τον VL σε απολογία, στην οποία μπορούσε να προβεί, αφού ενημερωνόταν για τα δικαιώματά του, με τη συνδρομή δικηγόρου και διερμηνέα της γλώσσας μπαμπάρα (13) (στο εξής: πρώτη απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2019). Ο VL απολογήθηκε ενώπιον του δικαστή, του γραμματέα του ίδιου δικαστηρίου, υπαλλήλου της γραμματείας του δικαστηρίου, της δικηγόρου του και του διερμηνέα. Την ίδια ημέρα εκπονήθηκε έκθεση, από την οποία προκύπτει ότι, αφού ενημερώθηκε για τα δικαιώματά του, ο VL εκδήλωσε τη πρόθεσή του να ζητήσει διεθνή προστασία. Δήλωσε ότι διατηρούσε φόβους δίωξης λόγω φυλής ή ιδιότητας μέλους κοινωνικής ομάδας, εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατούσε στη χώρα καταγωγής του, το Μάλι, και ότι φοβόταν να επιστρέψει εκεί διότι κινδύνευε να τον σκοτώσουν.

27.      Ο Juzgado de Instrucción nº 3 de San Bartolomé de Tirajana (τρίτος ανακριτής του San Bartolomé de Tirajana), δεδομένου ότι, βάσει του εθνικού δικαίου, δεν είναι η αρμόδια αρχή για την καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας, εξέδωσε την ίδια ημέρα άλλη απόφαση (στο εξής: δεύτερη απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2019), στην οποία επισήμανε ότι η δήλωση του VL ότι επιθυμούσε να ζητήσει διεθνή προστασία διαβιβάστηκε, για λόγους συμμόρφωσης προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, στην επαρχιακή ομάδα συνοριοφυλακής και γνωστοποιήθηκε στην Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες. Με την απόφαση αυτή, το ως άνω όργανο ζήτησε από την Αντιπροσωπεία της Ισπανικής Κυβέρνησης στις Καναρίους Νήσους, από την επαρχιακή ομάδα συνοριοφυλακής και από το Ministerio de Trabajo, Migraciones y Seguridad Social (Υπουργείο Εργασίας, Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ασφάλισης, Ισπανία) να βρεθεί θέση για τον VL σε κέντρο φιλοξενίας για ανθρωπιστικούς λόγους. Στις αρχές αυτές διαβιβάστηκε κατάλογος με τα ονόματα 25 άλλων υπηκόων χωρών της υποσαχάριας Αφρικής οι οποίοι ζήτησαν επίσης διεθνή προστασία υπό τις ίδιες συνθήκες.

28.      Εκ των 26 αυτών προσώπων, 12 τοποθετήθηκαν σε κέντρο φιλοξενίας για ανθρωπιστικούς λόγους και 14, περιλαμβανομένου του VL, τοποθετήθηκαν σε κέντρο κράτησης με τη δεύτερη απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2019. Το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο διευκρινίζει ότι υπάλληλος της επαρχιακής ομάδας συνοριοφυλακής ενημέρωσε τον VL, πριν από τη μεταγωγή του στο κέντρο κράτησης, για την ορισθείσα ημερομηνία της συνέντευξής του σχετικά με την αίτησή του για την παροχή διεθνούς προστασίας.

29.      Η Ministerio fiscal (εισαγγελική αρχή, Ισπανία) άσκησε τότε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαιοδοτικού οργάνου κατά της δεύτερης απόφασης της 14ης Δεκεμβρίου 2019, υποστηρίζοντας ότι ο ανακριτής δεν είναι αρμόδιος ούτε να παραλαμβάνει τις αιτήσεις ασύλου ούτε να αναζητεί λύσεις φιλοξενίας για την πρώτη υποδοχή αιτούντων διεθνή προστασία.

30.      Η δικηγόρος του VL κατέθεσε επίσης αίτηση μεταρρυθμίσεως της ίδιας αυτής απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η κράτηση του VL αντιβαίνει στις διατάξεις των οδηγιών 2013/32 και 2013/33.

IV.    Τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο

31.      Στο πλαίσιο αυτό, με απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2020, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Ιανουαρίου 2020, ο Juzgado de Instrucción nº 3 de San Bartolomé de Tirajana (τρίτος ανακριτής του San Bartolomé de Tirajana) υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας [2013/32] προβλέπει την περίπτωση στην οποία αιτήσεις διεθνούς προστασίας υποβάλλονται σε άλλες αρχές οι οποίες δεν είναι αρμόδιες για την καταχώρισή τους δυνάμει του εθνικού δικαίου και, στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η καταχώριση να πραγματοποιείται το αργότερο έξι εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης.

Έχει η ως άνω διάταξη την έννοια ότι οι ανακριτές που είναι αρμόδιοι να αποφανθούν επί της κράτησης αλλοδαπών, σύμφωνα με το εθνικό ισπανικό δίκαιο, συμπεριλαμβάνονται στις “άλλες αρχές” ενώπιον των οποίων, μολονότι δεν είναι αρμόδιες για την καταχώριση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, μπορούν οι αιτούντες να εκδηλώσουν τη βούλησή τους να υποβάλουν την εν λόγω αίτηση;

2)      Σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι ο ανακριτής αποτελεί τέτοια αρχή, έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας [2013/32] την έννοια ότι ο ανακριτής πρέπει να ενημερώνει τους αιτούντες σχετικά με το πού και το πώς μπορούν να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας και, σε περίπτωση που υποβληθεί τέτοια αίτηση, πρέπει να τη διαβιβάζει στο όργανο που είναι αρμόδιο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, για την καταχώριση και την εξέτασή της, καθώς και στην αρμόδια διοικητική αρχή, προκειμένου να ληφθούν υπέρ του αιτούντος τα μέτρα υποδοχής που προβλέπονται στο άρθρο 17 της οδηγίας [2013/33];

3)      Έχουν το άρθρο 26 της οδηγίας [2013/32] και το άρθρο 8 της οδηγίας [2013/33] την έννοια ότι δεν επιτρέπεται η κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας παρά μόνον εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας [2013/33], για τον λόγο ότι ο αιτών προστατεύεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης από τη στιγμή που προβαίνει στη σχετική δήλωση ενώπιον του ανακριτή;»

V.      Επί της επείγουσας διαδικασίας

32.      Το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο ζήτησε να εξεταστεί η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή με την επείγουσα διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Αιτιολόγησε το αίτημά του υπογραμμίζοντας ότι ο VL βρίσκεται επί του παρόντος σε κέντρο κράτησης και, επομένως, στερείται την ελευθερία του. Εξάλλου, το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο επισήμανε ότι, στις 13 Δεκεμβρίου 2019, εκδόθηκε απόφαση απομάκρυνσης του VL, η οποία μπορεί να εκτελεστεί ανά πάσα στιγμή.

33.      Στις 6 Φεβρουαρίου 2020, το τέταρτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαιοδοτικού οργάνου για εξέταση της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως με την επείγουσα διαδικασία. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης καθώς και η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

34.      Στις 17 Μαρτίου 2020, λόγω της έκτακτης συγκυρίας της πανδημίας του ιού SARS-CoV‑2, ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος του Δικαστηρίου έλαβε την απόφαση να ματαιώσει την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία είχε οριστεί, για την υπό κρίση υπόθεση, στις 23 Μαρτίου 2020. Στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας και κατ’ εξαίρεση, το τέταρτο τμήμα έλαβε την απόφαση να αντικαταστήσει την επ’ ακροατηρίου συζήτηση με ερωτήσεις προς γραπτή απάντηση. Οι διάδικοι καθώς και η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή απάντησαν στις ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο (14).

VI.    Ανάλυση

1.      Επί του παραδεκτού

35.      Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της προδικαστικής παραπομπής στην υπό κρίση υπόθεση. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μοναδική αρμοδιότητα του αιτούντος δικαιοδοτικού οργάνου είναι να εγκρίνει ή να απορρίπτει τη θέση υπό κράτηση υπηκόου τρίτου κράτους με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης επαναπροώθησης. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο ουδόλως σχετίζονται με το αντικείμενο της διαφοράς.

36.      Κατά πάγια νομολογία, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελείς. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβαλλόμενα ερωτήματα (15).

37.      Εν προκειμένω, εκτιμώ ότι τα τρία προδικαστικά ερωτήματα, όπως διατυπώνονται, αφορούν σαφώς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 26 της οδηγίας 2013/32 καθώς και του άρθρου 17, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33. Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο ουδόλως εμποδίζεται, στην υπό κρίση υπόθεση, να εκδώσει απόφαση ερμηνεύοντας τις διατάξεις των οδηγιών 2013/32 και 2013/33. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του καταμερισμού των αρμοδιοτήτων στην εθνική έννομη τάξη. Επομένως, το τεκμήριο λυσιτέλειας της αίτησης προδικαστικής αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση δεν ανατρέπεται από τις αντιρρήσεις που διατύπωσε η Ισπανική Κυβέρνηση. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση είναι παραδεκτή.

2.      Επί της ουσίας

1.      Εισαγωγική παρατήρηση επί της ερμηνείας των οδηγιών 2013/32 και 2013/33

38.      Φρονώ ότι είναι σκόπιμο, προτού εξετάσω τα προδικαστικά ερωτήματα, να υπενθυμίσω εν συντομία το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι οδηγίες 2013/32 και 2013/33.

39.      Πρώτον, επισημαίνεται ότι οι οδηγίες αυτές εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 78, παράγραφος 2, στοιχεία δʹ και στʹ, ΣΛΕΕ. Όπως ορίζει το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου, της επικουρικής προστασίας και της προσωρινής προστασίας, η οποία έχει ως στόχο «να παρέχεται το κατάλληλο καθεστώς σε οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας χρήζει διεθνούς προστασίας και να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης», «πρέπει να συνάδει με τη [Σύμβαση της Γενεύης] και με το [Πρωτόκολλο], καθώς και με άλλες συναφείς [Σ]υμβάσεις».

40.      Δεύτερον, θα ήθελα να υπενθυμίσω επίσης το άρθρο 18 του Χάρτη, το οποίο ορίζει ότι το «δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της [Σύμβασης της Γενεύης] και του [Πρωτοκόλλου] και σύμφωνα με τη Συνθήκη [ΕΕ] και τη Συνθήκη [ΛΕΕ]» (16).

41.      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, μολονότι η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Γενεύης, το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 18 του Χάρτη την υποχρεώνουν παρά ταύτα να τηρεί τους κανόνες της Σύμβασης αυτής (17). Είναι, επομένως, σαφές ότι, δυνάμει των διατάξεων αυτών του πρωτογενούς δικαίου, οι οδηγίες 2013/32 και 2013/33 πρέπει να συνάδουν με τους κανόνες αυτούς (18).

42.      Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 3 καθεμίας από τις δύο αυτές οδηγίες προκύπτει ότι, κατόπιν των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε (19), ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να θεμελιώσει τη θέσπιση του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου στην «πλήρη και συνολική εφαρμογή της [Σ]ύμβασης της Γενεύης», επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή της μη επαναπροώθησης.

43.      Σύμφωνα με μέρος της θεωρίας η αρχή της μη επαναπροώθησης είναι αρχή του διεθνούς εθιμικού δικαίου (20) η οποία έχει ισχύ κανόνα αναγκαστικού δικαίου (21). Η αρχή κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης (22) και καταλέγεται στις αρχές που διαπνέουν το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου (23) προκειμένου να διασφαλίζεται πραγματική πρόσβαση στις κοινές διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης του ομοιόμορφου καθεστώτος ασύλου ή επικουρικής προστασίας (24).

44.      Στην αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2013/32 και στην αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας 2013/33 επισημαίνεται ότι, όσον αφορά τη μεταχείριση των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από υποχρεώσεις που υπέχουν από πράξεις διεθνούς δικαίου στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη (25).

45.      Εξάλλου, στην αιτιολογική σκέψη 60 της οδηγίας 2013/32 και στην αιτιολογική σκέψη 35 της οδηγίας 2013/33 διευκρινίζεται ότι οι οδηγίες αυτές σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, συνάδουν με τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως στον Χάρτη, αποβλέπουν, ειδικότερα, να διασφαλίσουν τον πλήρη σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και να προωθήσουν την εφαρμογή των άρθρων 1, 4, 6, 7, 18, 19, 21, 23, 24 και 47 του Χάρτη, και ότι πρέπει να εφαρμόζονται αναλόγως.

46.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επανειλημμένως ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης κατοχυρώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα βάσει του άρθρου 18 και του άρθρου 19, παράγραφος 2, του Χάρτη (26).

47.      Αυτό είναι, επομένως, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, γενικώς, οι οδηγίες 2013/32 και 2013/33.

2.      Επί της σημασίας του όρου «άλλη αρχή», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32

48.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι δικαστική αρχή, όπως ο ανακριτής, μπορεί να θεωρηθεί «άλλη αρχή» κατά τη διάταξη αυτή.

49.      Συναφώς, μολονότι στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 γίνεται λόγος για «άλλες αρχές», στη διάταξη αυτή δεν διευκρινίζεται ρητώς αν οι δικαστικές αρχές εμπίπτουν στη συγκεκριμένη έννοια.

50.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (27). Επομένως, θα προχωρήσω σε γραμματική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32.

51.      Επισημαίνεται εξαρχής ότι, όσον αφορά την έννοια των «άλλων αρχών» κατά τη διάταξη αυτή, ο VL και η Επιτροπή υποστήριξαν στις γραπτές παρατηρήσεις τους ότι αυτή δεν αποκλείει τις δικαστικές αρχές. Πιο συγκεκριμένα, η Επιτροπή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο γράμμα και στον σκοπό του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32. Από την πλευρά της, η εισαγγελική αρχή ισχυρίζεται ότι, βάσει των αιτιολογικών σκέψεων 22 και 26 της οδηγίας αυτής, μπορεί να γίνει δεκτό ότι δικαστική αρχή η οποία έρχεται πρώτη σε επαφή με τα πρόσωπα που ζητούν διεθνή προστασία αποτελεί «άλλη αρχή», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας (28). Η Ισπανική Κυβέρνηση διαφωνεί με την άποψη αυτή και εκτιμά ότι δικαστική αρχή δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί «άλλη αρχή» κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Κατ’ αυτήν, η θεώρηση του ανακριτή ως «άλλης αρχής» θα επέφερε αλλοίωση του συστήματος διεθνούς προστασίας που προβλέπεται στον οργανικό νόμο 4/2000.

1)      Το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32

52.      Βάσει γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο θεωρεί ότι ο ανακριτής που καλείται να λάβει απόφαση επί της κράτησης, βάσει της ισπανικής νομοθεσίας, είναι «άλλη αρχή» η οποία, καίτοι δεν είναι αρμόδια για την καταχώριση της αίτησης δυνάμει του εθνικού δικαίου, μπορεί κάλλιστα, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, να απευθυνθεί στην αρμόδια αρχή ώστε η καταχώριση να πραγματοποιηθεί το αργότερο έξι εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης.

53.      Η ερμηνεία αυτή είναι a priori εύλογη.

54.      Πρώτον, από την ανάγνωση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι η επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να χρησιμοποιήσει τον όρο «άλλες αρχές» υποδηλώνει καταρχάς τη βούληση να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της «αρμόδια[ς] […] δυνάμει του εθνικού δικαίου» αρχής για την καταχώριση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, «άλλων αρχών» οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν τέτοιες αιτήσεις αλλά δεν είναι αρμόδιες για την καταχώριση δυνάμει του εθνικού δικαίου.

55.      Επομένως, από τη διάταξη αυτή καθίσταται σαφές ότι η αρμόδια αρχή για την καταχώριση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο. Το εθνικό δίκαιο καθορίζει τις διοικητικές διατυπώσεις τόσο για την καταχώριση όσο και για την καταχώριση των αιτήσεων αυτών. Συγκεκριμένα, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, τα κράτη μέλη πρέπει να ορίζουν τις αρμόδιες αρχές για την καταχώριση των αιτήσεων στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας 2013/32 στην εθνική έννομη τάξη.

56.      Αντιθέτως, παρά τα όσα υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, για τον καθορισμό αυτών των «άλλων αρχών» οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ουδόλως παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο και, επομένως, δεν προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ορίσουν αυτές τις «άλλες αρχές». Η διάταξη αυτή περιορίζεται απλώς να ορίσει, στο δεύτερο εδάφιό της, ότι, όταν η αίτηση υποβάλλεται σε αυτές τις «άλλες αρχές», «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η καταχώριση να γίνεται το αργότερο έξι εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης» (29).

57.      Δεύτερον, παρατηρώ ότι η χρήση του όρου «άλλες» στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας δηλώνει την πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να μην προβλέψει numerus clausus για τον προσδιορισμό αυτών των «άλλων αρχών». Συγκεκριμένα, αρχές όπως η αστυνομία, η συνοριοφυλακή, οι υπηρεσίες μετανάστευσης και το προσωπικό κέντρων κράτησης μνημονεύονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας μόνον ενδεικτικώς.

58.      Τρίτον, εκτιμώ ότι η επιλογή του νομοθέτη να χρησιμοποιήσει μια ευρεία διατύπωση, όπως η έκφραση «άλλες αρχές», προκειμένου να καλύψει πλήθος αρχών δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά παραπομπή μόνο σε διοικητικές αρχές, δεδομένου ότι ο όρος αυτός δεν αποκλείει να μπορούν να περιληφθούν στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 και δικαστικές αρχές. Επισημαίνω επ’ αυτού ότι καμία από τις εξετασθείσες γλωσσικές αποδόσεις δεν υποδεικνύει το αντίθετο (30). Επομένως, κατ’ εμέ, από το γράμμα της διάταξης αυτής δεν είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι εξαιρούνται οι δικαστικές αρχές.

59.      Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί, εν συνεχεία, αν το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 καθώς και ο σκοπός και το ιστορικό θέσπισης της διάταξης αυτής επιβεβαιώνουν την ως άνω ερμηνεία.

2)      Το πλαίσιο και ο σκοπός του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32

60.      Η προεκτεθείσα ερμηνεία είναι, κατά την άποψή μου, η μόνη που μπορεί να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την οδηγία 2013/32. Ο σκοπός αυτός, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη της 12, είναι η θέσπιση κοινών διαδικασιών για τη χορήγηση και την ανάκληση της διεθνούς προστασίας στην Ένωση.

61.      Υπενθυμίζεται ότι σκοπός του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 είναι να εξασφαλίσει στα πρόσωπα που προτίθενται να ζητήσουν διεθνή προστασία πραγματική, όσον το δυνατόν ταχύτερη και ευχερέστερη, πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασης, παρέχοντας στα πρόσωπα αυτά τη δυνατότητα να διατυπώσουν τα αιτήματά τους, ήτοι να εκφράσουν την επιθυμία τους να υποβάλουν αίτηση σε οποιαδήποτε εθνική αρχή με την οποία έρχονται πρώτα σε επαφή, ιδίως δε εκείνες που είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο των συνόρων και της μετανάστευσης.

62.      Επομένως, στη διάταξη αυτή αποτυπώνεται η γενική αρχή ότι η πρόσβαση στη διαδικασία πρέπει να είναι εύκολη και γρήγορη. Αυτή η πραγματική, ευχερής και ταχεία πρόσβαση πρέπει να διασφαλίζεται κατά τρόπο όχι θεωρητικό αλλά συγκεκριμένο. Ειδικότερα, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας να έχει πραγματική δυνατότητα να την καταθέσει το ταχύτερο δυνατό» (31). Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας αυτής προκύπτει ειδικότερα ότι «[ε]ίναι προς το συμφέρον τόσο των κρατών μελών όσο και των αιτούντων διεθνή προστασία να λαμβάνεται απόφαση επί των αιτήσεων το συντομότερο δυνατό, με την επιφύλαξη της διεξαγωγής κατάλληλης και πλήρους εξέτασης».

63.      Επομένως, δεν αντιλαμβάνομαι πώς θα μπορούσε να συναχθεί ευλόγως από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 ότι οι δικαστικές αρχές εξαιρούνται από την έννοια των «άλλων αρχών οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας». Τέτοια εξαίρεση καθίσταται ακόμη λιγότερο πιθανή δεδομένου ότι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο, εν προκειμένω, αυτό είναι, εν τοις πράγμασι, η μοναδική αρχή ενώπιον της οποίας υπήκοος τρίτου κράτους έχει την ευκαιρία να ζητήσει διεθνή προστασία προτού μεταχθεί σε κέντρο κράτησης. Επιπλέον, το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο υπογραμμίζει ότι από την έκθεση της θέσης υπό κράτηση της 13ης Δεκεμβρίου 2019 συνάγεται ότι ο VL δεν ενημερώθηκε για το δικαίωμα να ζητήσει την εν λόγω διεθνή προστασία (32). Εν πάση περιπτώσει, υπογραμμίζεται ότι, έστω και αν ο VL είχε ενημερωθεί για το δικαίωμα αυτό κατά την κράτησή του, θα έπρεπε, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της πρόσβασης στη διαδικασία, να έχει ενημερωθεί και να έχει εκφράσει την επιθυμία να ζητήσει την προστασία αυτή παρουσία διερμηνέα γλώσσας την οποία μπορούσε να κατανοήσει. Πάντως, ούτε από την απόφαση περί παραπομπής ούτε από τη δικογραφία στη διάθεση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι συνέβη κάτι τέτοιο εν προκειμένω. Επομένως, τίθεται ευλόγως το ερώτημα αν ο VL είχε κατανοήσει το περιεχόμενο των πληροφοριών αυτών. Επ’ αυτού, στην απάντησή του στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο, ο VL υποστηρίζει ότι, κατά τη θέση υπό κράτηση, έτυχε μόνο της συνδρομής διερμηνέα της γαλλικής γλώσσας, την οποία δεν κατανοεί (33).

64.      Επιπλέον, συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής ότι, σε πολύ ταχείες διαδικασίες, όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, στις οποίες η απόφαση απομάκρυνσης λαμβάνεται εντός 24 ωρών από την άφιξη των ενδιαφερομένων στην Ισπανία και στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι προσάγονται ενώπιον του ανακριτή την επόμενη ημέρα (34), η ακρόαση αυτή, με τη συνδρομή δικηγόρου και διερμηνέα, είναι ο κατάλληλος χρόνος για την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας και ενδεχομένως, αναλόγως των περιστάσεων, όπως επισήμανε το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο, η πρώτη ευκαιρία υποβολής τέτοιας αίτησης (35). Περαιτέρω, το γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει μεταγενέστερα την αίτηση διεθνούς προστασίας στο κέντρο κράτησης δεν είναι βάσιμος λόγος για να θεωρηθεί ότι δεν μπορεί να πράξει κάτι τέτοιο ενώπιον του ανακριτή που είναι αρμόδιος να λάβει απόφαση επί της κράτησής του.

65.      Ως εκ τούτου, είναι σαφές, κατά την άποψή μου, ότι η αναγνώριση σε κράτος μέλος της δυνατότητας να εξαιρέσει από την έννοια των «άλλων αρχών» ορισμένες διοικητικές ή δικαστικές αρχές, και ειδικότερα τους ανακριτές, οι οποίες είναι αρμόδιες δυνάμει του εθνικού δικαίου να λάβουν απόφαση σχετικά με τη μεταγωγή σε κέντρο κράτησης των υπηκόων τρίτων κρατών που βρίσκονται παρανόμως στο έδαφός τους, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, θα αντέβαινε στον σκοπό της οδηγίας 2013/32 και θα καθιστούσε κενό περιεχομένου το άρθρο της 6, παράγραφος 1.

3.      Επί των αναγκαίων πληροφοριών για την κατάθεση της αίτησης διεθνούς προστασίας και της πρόσβασης στις υλικές συνθήκες υποδοχής

66.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 και το άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33 έχουν την έννοια ότι η αρχή που παρέλαβε την αίτηση διεθνούς προστασίας χωρίς όμως να είναι αρμόδια, δυνάμει του εθνικού δικαίου, για να την καταχωρίσει, οφείλει να παράσχει στον αιτούντα τις πληροφορίες σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο κατάθεσης της αίτησης αυτής και να διαβιβάσει τον φάκελο στην αρμόδια για την καταχώριση αρχή ώστε ο αιτών να μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις υλικές συνθήκες υποδοχής.

67.      Στις γραπτές παρατηρήσεις της καθώς και στις απαντήσεις της στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο, η Ισπανική Κυβέρνηση εκθέτει την άποψη ότι η οδηγία 2013/32 δεν υποχρεώνει ένα κράτος μέλος να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη διεθνή προστασία σε όλους τους υπηκόους τρίτων κρατών που φθάνουν στο έδαφός του.

68.      Όσον αφορά, κατά πρώτον, την υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τη διεθνή προστασία, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη της 26, προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι απόκειται στις «άλλες αρχές» που λαμβάνουν ενδεχομένως τέτοιες αιτήσεις, αλλά δεν είναι, δυνάμει του εθνικού δικαίου, αρμόδιες να τις καταχωρίσουν, να παράσχουν στους αιτούντες διεθνή προστασία, μεταξύ άλλων στα σύνορα, και ιδίως στα χωρικά ύδατα (36), τις πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο κατάθεσης της αίτησής τους.

69.      Εν προκειμένω, όπως προεκτέθηκε και όπως όχι μόνον επισήμανε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της αλλά άφησε και το ίδιο το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο να εννοηθεί, οι ανακριτές ενώπιον των οποίων οι εθνικές αρχές ζητούν να τεθούν υπό κράτηση υπήκοοι τρίτων χωρών που βρίσκονται παρανόμως στη χώρα είναι αναμφίβολα αρχές στις οποίες ενδέχεται να υποβληθούν αιτήσεις διεθνούς προστασίας όπως και οι αρχές που μνημονεύονται, ενδεικτικώς, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι μια εθνική αρχή, όπως ο ανακριτής, ενδέχεται να είναι ενίοτε η πρώτη αρχή ή, τουλάχιστον, μια από τις πρώτες αρχές ενώπιον των οποίων ένα πρόσωπο έχει την ευκαιρία να υποβάλει τέτοια αίτηση, αυτή είναι αρχή που οφείλει, δυνάμει της ως άνω διάταξης, να παράσχει τις πληροφορίες για την υποβολή της εν λόγω αίτησης (37).

70.      Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την υποχρέωση διαβίβασης του φακέλου στην αρμόδια για την καταχώριση αρχή, υπενθυμίζεται ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας αυτής, «[δ]εδομένου ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών και οι ανιθαγενείς που έχουν εκφράσει την επιθυμία να αιτηθούν διεθνή προστασία είναι αιτούντες διεθνή προστασία, θα πρέπει να τηρούν τις υποχρεώσεις και να απολαύουν των δικαιωμάτων κατά την [οδηγία 2013/32] και την οδηγία 2013/33 […]. Προς τούτο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταχωρίζουν το γεγονός ότι τα εν λόγω πρόσωπα αποτελούν αιτούντες διεθνή προστασία το ταχύτερο δυνατό» (38).

71.      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι από το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, γενικώς, να καταχωρίζουν κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας την οποία υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ενώπιον των εθνικών αρχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής και, στη συνέχεια, να διασφαλίζουν ότι στους ενδιαφερομένους παρέχεται η συγκεκριμένη δυνατότητα να καταθέσουν την αίτησή τους το συντομότερο δυνατόν (39).

72.      Είναι, επομένως, αυτονόητο ότι η υποχρέωση καταχώρισης αίτησης διεθνούς προστασίας το αργότερο εντός έξι εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης αυτής δεν τηρείται αν οι «άλλες αρχές» που λαμβάνουν ενδεχομένως την αίτηση αυτή δεν μπορούν να την διαβιβάσουν στις αρμόδιες αρχές για την καταχώρισή της. Συνεπώς, θα υπονομευόταν σοβαρά ο ίδιος ο σκοπός της οδηγίας 2013/32 και, ειδικότερα, αυτός που επιδιώκεται από το άρθρο της 6, παράγραφος 1, ήτοι η πραγματική, ευχερής και ταχεία πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας.

73.      Τέλος, όσον αφορά, κατά τρίτον, το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2013/33, στο οποίο παραπέμπει το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο με το ερώτημά του, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε να παρέχονται υλικές συνθήκες υποδοχής στους αιτούντες όταν αυτοί υποβάλλουν αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, ενώ τα θεσπιζόμενα προς τούτο μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν στους αιτούντες επαρκές βιοτικό επίπεδο, το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική τους υγεία (40).

74.      Όπως υπενθύμισα δε στο σημείο 70 των παρουσών προτάσεων, από την αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι οι αιτούντες διεθνή προστασία πρέπει να «να τηρούν τις υποχρεώσεις και να απολαύουν των δικαιωμάτων [όχι μόνο] κατά την [οδηγία 2013/32] [αλλά] και [κατά] την οδηγία 2013/33». Συγκεκριμένα, ο σκοπός που επιδιώκεται από το άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33, ήτοι η πραγματική πρόσβαση των αιτούντων στις υλικές συνθήκες υποδοχής, θα υπονομευόταν επίσης αν η αρχή που παρέλαβε την αίτηση δεν μπορούσε να την διαβιβάσει στις αρμόδιες αρχές προκειμένου να καταχωριστεί (41).

75.      Για το σύνολο των λόγων που προεκτέθηκαν, εκτιμώ ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 και το άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33 έχουν την έννοια ότι η «άλλη αρχή» που λαμβάνει ενδεχομένως την αίτηση διεθνούς προστασίας χωρίς όμως να είναι αρμόδια, δυνάμει του εθνικού δικαίου, για να την καταχωρίσει, οφείλει, αφενός, να παράσχει στον αιτούντα πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο κατάθεσης της αίτησης αυτής και, αφετέρου, να διαβιβάσει τον φάκελο στην αρμόδια για την καταχώριση αρχή ώστε ο αιτών να μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις υλικές συνθήκες υποδοχής.

4.      Επί της κτήσης της ιδιότητας του αιτούντος διεθνή προστασία

76.      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 26 της οδηγίας 2013/32 και το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/33 έχουν την έννοια ότι, από το χρονικό σημείο που ο υπήκοος τρίτου κράτους δηλώνει τη βούλησή του να ζητήσει διεθνή προστασία ενώπιον «άλλης αρχής» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, η θέση υπό κράτηση του αιτούντος επιτρέπεται μόνο για τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33 λόγους, δεδομένου ότι ο αιτών προστατεύεται βάσει της αρχής της μη επαναπροώθησης.

77.      Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να εκτεθούν τα στάδια της αίτησης διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο του καθεστώτος που θεσπίζεται με την οδηγία 2013/32.

1)      Τα στάδια της αίτησης διεθνούς προστασίας: η υποβολή και η κατάθεση

78.      Παρατηρώ ότι, όσον αφορά την αρχική φάση της διαδικασίας χορήγησης διεθνούς προστασίας, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 διακρίνει σαφώς δύο στάδια, ήτοι, αφενός, την υποβολή της αίτησης και, αφετέρου, την κατάθεση αυτής (42). Η υπό κρίση υπόθεση αφορά το πρώτο στάδιο.

1)      Πρώτο στάδιο: η υποβολή της αίτησης

79.      Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας είτε σε αρμόδια αρχή για να την καταχωρίσει είτε σε «άλλη αρχή» που λαμβάνει ενδεχομένως τέτοιες αιτήσεις χωρίς να είναι αρμόδια να τις καταχωρίζει (43).

80.      Στο πλαίσιο του πρώτου αυτού σταδίου, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ενεργειών οι οποίες πρέπει να πραγματοποιηθούν σε δύο διαφορετικούς χρόνους, ήτοι, αφενός, της καθεαυτήν υποβολής από τον υπήκοο τρίτου κράτους της αίτησης διεθνούς προστασίας, ήτοι της έκφρασης της επιθυμίας να ζητήσει τέτοια προστασία, σε αρμόδια αρχή για να την καταχωρίσει ή σε «άλλη αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 και, αφετέρου, της καταχώρισης της αίτησης αυτής από την αρμόδια δυνάμει του εθνικού δικαίου αρχή. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, στην αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας αυτής, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ της έκφρασης της επιθυμίας υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας και της υποχρέωσης της αρμόδιας αρχής να την καταχωρίσει.

81.      Όσον αφορά την πρώτη ενέργεια, ήτοι την υποβολή αίτησης ή την έκφραση της επιθυμίας υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας (44), κατά την αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας 2013/32, «οι υπήκοοι τρίτων χωρών […] που έχουν εκφράσει την επιθυμία να αιτηθούν διεθνή προστασία είναι αιτούντες [τέτοιας προστασίας]» (45). Επομένως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 και η αιτιολογική σκέψη της 27 αποτυπώνουν τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να θεωρείται ότι υποβλήθηκε αίτηση διεθνούς προστασίας σε αρμόδια αρχή ή σε «άλλη αρχή» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εάν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δήλωσε ενώπιον των αρχών αυτών ότι επιθυμεί να ζητήσει διεθνή προστασία.

82.      Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνουν οι προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32. Συγκεκριμένα, βάσει της τροποποιημένης πρότασης της Επιτροπής, «[γ]ια να διασφαλιστεί ότι το πρόσωπο που εκφράζει επιθυμία να ζητήσει διεθνή προστασία έχει πραγματική ευκαιρία να υποβάλει αίτηση, η τροποποιημένη πρόταση βελτιώνει τους κανόνες για τα αρχικά βήματα που πρέπει να γίνουν στη διαδικασία ασύλου» (46). Επιπλέον, από την ερμηνεία της τροποποιημένης αυτής πρότασης προκύπτει ότι η ενέργεια της «υποβολής» αίτησης διεθνούς προστασίας δεν απαιτεί διοικητικές διατυπώσεις (47), καθώς οι εν λόγω διατυπώσεις ολοκληρώνονται με την «κατάθεση» της αίτησης (48).

83.      Όσον αφορά τη δεύτερη ενέργεια, ήτοι την καταχώριση της αίτησης, η αρμόδια δυνάμει του εθνικού δικαίου αρχή υποχρεούται να την πραγματοποιήσει (49) εντός τριών ή έξι εργάσιμων ημερών από την υποβολή της (50). Συναφώς, από την τροποποιημένη πρόταση της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι, για την εγγύηση της πρόσβασης στη διεθνή προστασία, η πρόταση αυτή αποκλείει το ενδεχόμενο σύγχυσης μεταξύ, αφενός, της βασικής πράξης καταχώρισης του προσώπου ως αιτούντος και, αφετέρου, της παραλαβής πλήρους αίτησης ασύλου (κατάθεση). Από την τροποποιημένη πρόταση συνάγεται επίσης ότι η διάκριση αυτή διευκολύνει τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται προς την προτεινόμενη προθεσμία τριών ημερών για την καταχώριση αιτούντος με την ιδιότητα αυτή μετά την έκφραση της επιθυμίας να ζητήσει διεθνή προστασία (51), ήτοι μετά την υποβολή της αίτησής του (52).

2)      Δεύτερο στάδιο: η κατάθεση της αίτησης

84.      Εν συνεχεία, το πρόσωπο που υπέβαλε την αίτηση πρέπει, κατόπιν της καταχώρισής της από την αρμόδια αρχή, να έχει την πραγματική δυνατότητα να καταθέσει την αίτηση αυτή το ταχύτερο δυνατό (άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32) (53).

85.      Όσον αφορά το δεύτερο αυτό στάδιο, από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι «θεωρείται ότι έχει κατατεθεί αίτηση διεθνούς προστασίας, όταν οι αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους λαμβάνουν έντυπο το οποίο έχει υποβάλει ο αιτών ή, όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, επίσημη έκθεση» (54).

86.      Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η δυνατότητα που αναγνωρίζει το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 στα κράτη μέλη προβλέποντας ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, αυτά μπορούν να απαιτούν να κατατίθενται οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας αυτοπροσώπως ή/και σε καθορισμένο χώρο, αφορά μόνο το δεύτερο στάδιο, ήτοι την κατάθεση της αίτησης. Αντιθέτως, τέτοια απαίτηση δεν ισχύει όσον αφορά την υποβολή της αίτησης, είτε ενώπιον των «αρμόδιων αρχών» για την καταχώρισή της είτε ενώπιον «άλλων αρχών» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

87.      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 604/2013 ορίζει επίσης ότι «αίτηση διεθνούς προστασίας θεωρείται υποβληθείσα από τη στιγμή κατά την οποία παραλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους έντυπο που υποβάλλεται από τον αιτούντα ή πρακτικό που έχει καταρτιστεί από τις αρχές» (55). Επομένως, στο πλαίσιο της ερμηνείας της διάταξης εκείνης, το Δικαστήριο έκρινε ότι αίτηση διεθνούς προστασίας λογίζεται υποβληθείσα όταν ένα έγγραφο το οποίο έχει συνταχθεί από δημόσια αρχή και πιστοποιεί ότι υπήκοος τρίτης χώρας ζήτησε διεθνή προστασία περιέρχεται στην αρχή που είναι επιφορτισμένη με την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον προαναφερθέντα κανονισμό και, ενδεχομένως, όταν έχουν περιέλθει στην εν λόγω αρχή μόνον οι κυριότερες πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε ένα τέτοιο έγγραφο, όχι όμως το ίδιο το έγγραφο ή αντίγραφό του (56).

88.      Ανακεφαλαιώνοντας, κατά τη διαδικασία εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να θεσπίσει δύο διαφορετικά στάδια, ήτοι την υποβολή και την κατάθεση της αίτησης. Η υποβολή περιλαμβάνει εξάλλου δύο φάσεις: αυτήν της έκφρασης της επιθυμίας υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας και αυτήν της καταχώρισης της αίτησης. Η καταχώριση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόλις το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εκφράσει την επιθυμία υποβολής αίτησης, αν αυτό συμβεί ενώπιον της αρμόδιας αρχής, ή μεταγενέστερα, αν η αίτηση υποβληθεί ενώπιον «άλλης αρχής» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32.

89.      Υπογραμμίζεται ότι η διάκριση μεταξύ υποβολής και κατάθεσης της αίτησης είναι κρίσιμη προκειμένου να καθοριστεί το ακριβές χρονικό σημείο της αρχικής φάσης χορήγησης διεθνούς προστασίας από το οποίο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει να θεωρείται ότι έχει την ιδιότητα του αιτούντος. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί στις παρατηρήσεις που ακολουθούν.

2)      Χρονικό σημείο από το οποίο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει να θεωρείται ότι έχει την ιδιότητα του αιτούντος

90.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών παρατηρήσεων τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: έχει υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να ζητήσει διεθνή προστασία ενώπιον «άλλης αρχής», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, την ιδιότητα αιτούντος διεθνή προστασία;

91.      Είμαι πεπεισμένος ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική.

92.      Πρώτον, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας οι οποίες υποβάλλονται στο έδαφος των κρατών μελών, μεταξύ άλλων στα σύνορα, και ιδίως στα χωρικά ύδατα. Στο πνεύμα αυτό, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 ορίζει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και στους ανιθαγενείς οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας στο έδαφος κράτους μέλους, μεταξύ άλλων στα σύνορα, και ιδίως στα χωρικά ύδατα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το στοιχείο που καθορίζει το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2013/32 και 2013/33 είναι το γεγονός της «υποβολής» αίτησης διεθνούς προστασίας.

93.      Εξάλλου, το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32 ορίζει την «αίτηση διεθνούς προστασίας» ως την αίτηση παροχής προστασίας από κράτος μέλος που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι αιτείται το καθεστώς πρόσφυγα ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι η οδηγία 2013/32 εφαρμόζεται στις αιτήσεις που εμπίπτουν στον ορισμό αυτό.

94.      Επίσης, το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/32 ορίζει τον «αιτούντα» ως τον υπήκοο τρίτης χώρας ή τον ανιθαγενή που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση. Ανάλογο ορισμό προβλέπει επίσης το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/33.

95.      Επομένως, συντάσσομαι πλήρως με την άποψη της Επιτροπής ότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ένα πρόσωπο αποκτά την ιδιότητα του αιτούντος διεθνή προστασία ή επικουρική προστασία από τη στιγμή που «υποβάλλει» αίτηση διεθνούς προστασίας, ήτοι από τη στιγμή που δηλώνει ενώπιον «αρμόδιας αρχής» ή «άλλης αρχής» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 ότι επιθυμεί να ζητήσει διεθνή προστασία (57).

96.      Δεύτερον, επισημαίνεται, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που προεκτέθηκαν στα σημεία 79 έως 83 των παρουσών προτάσεων, ότι, καίτοι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 καθιερώνει σαφή διάκριση μεταξύ της «υποβολής» της αίτησης, της «καταχώρισης» και της «κατάθεσης» αυτής, το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 2, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας αυτής αφορούν όχι «καταχωρισμένες» ή «κατατεθείσες» αιτήσεις, αλλά «υποβληθείσες» αιτήσεις.

97.      Ως εκ τούτου, ούτε η «καταχώριση» ούτε η «κατάθεση» της αίτησης μπορούν να θεωρηθούν πράξεις οι οποίες παρέχουν την ιδιότητα του αιτούντος. Κανένα στοιχείο που να θεμελιωθεί τέτοια άποψη δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα, ούτε από την οικονομία ή τον σκοπό της οδηγίας 2013/32, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες αυτής. Όπως επισημαίνεται ρητώς στην αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας αυτής, «[δ]εδομένου ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών και οι ανιθαγενείς που έχουν εκφράσει την επιθυμία να αιτηθούν διεθνή προστασία είναι αιτούντες διεθνή προστασία, θα πρέπει να τηρούν τις υποχρεώσεις και να απολαύουν των δικαιωμάτων κατά την οδηγία [αυτή] και την οδηγία 2013/33» (58). Όπως ήδη υπογράμμισα, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 καθίσταται σαφές ότι η καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας εντός προθεσμίας τριών ή έξι εργάσιμων ημερών από την «υποβολή» της είναι υποχρέωση η οποία επιβάλλεται όχι στο πρόσωπο το οποίο «υποβάλλει» την αίτηση, ήτοι, τον «αιτούντα» της προστασίας αυτής, αλλά μόνο στην αρμόδια για την καταχώριση της αίτησης αυτής εθνική αρχή (59).

98.      Τρίτον, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει επίσης ότι η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν σαφώς να διευκολύνει την υποβολή των αιτήσεων διεθνούς προστασίας στα σύνορα των κρατών μελών και, μεταξύ άλλων, στα χωρικά ύδατα, η δε πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασης πρέπει να είναι πραγματική, ευχερής και ταχεία. Επομένως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, γενικώς, να καταχωρίζουν κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας την οποία υποβάλει υπήκοος τρίτης χώρας ενώπιον των εθνικών αρχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής και, εν συνεχεία, να διασφαλίζουν ότι στους ενδιαφερομένους παρέχεται η συγκεκριμένη δυνατότητα να καταθέσουν την αίτησή τους το συντομότερο δυνατό (60).

99.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι υπήκοος τρίτης χώρας έχει την ιδιότητα του αιτούντος διεθνή προστασία από το χρονικό σημείο που εκφράζει την επιθυμία να ζητήσει την προστασία αυτή σε «άλλη αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, όπως, εν προκειμένω, ο ανακριτής που κλήθηκε να λάβει απόφαση επί της θέσης υπό κράτηση. Συγκεκριμένα, διαφορετική ερμηνεία θα υπονόμευε την πραγματική πρόσβαση στη διαδικασία, όπως την εννοεί ο νομοθέτης της Ένωσης στην οδηγία αυτή. Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν το αποτέλεσμα που προβλέπουν οι οδηγίες καθώς και το καθήκον τους, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να λάβουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να διασφαλίσει την εκπλήρωση της ως άνω υποχρέωσης επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων των δικαιοδοτικών αρχών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους (61).

100. Τούτου λεχθέντος, θα εξετάσω εν συνεχεία αν, κατόπιν της υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας ενώπιον «άλλης αρχής» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, η θέση υπό κράτηση του αιτούντος την προστασία αυτή επιτρέπεται μόνο για τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33 λόγους.

3)      Οι συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από την κτήση της ιδιότητας του αιτούντος

101. Στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο κλήθηκε να αποφανθεί επί της θέσης υπό κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό την εκτέλεση απόφασης απομάκρυνσης επειδή η εν λόγω απόφαση δεν μπορούσε να εκτελεστεί εντός της προβλεπόμενης στο εθνικό δίκαιο προθεσμίας 72 ωρών (62). Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου εντός 48 ωρών από την άφιξή του στο ισπανικό έδαφος.

102. Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη της 9, έχει την έννοια ότι «η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, υπό την έννοια της οδηγίας [2005/85/ΕΚ (63)], τούτο δε κατά τη περίοδο μεταξύ της υποβολής [(64)] της εν λόγω αιτήσεως και της εκδόσεως της αποφάσεως πρώτου βαθμού που αποφαίνεται επί της αιτήσεως αυτής ή, ενδεχομένως, της εκβάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της εν λόγω αποφάσεως» (65).

103. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οδηγία 2008/115, όπως και η οδηγία 2005/85 (προϊσχύσασα της οδηγίας 2013/32), «πρέπει να ερμηνεύεται, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 24 της πρώτης οδηγίας και από την αιτιολογική σκέψη 8 [(66)] της δεύτερης, με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τηρουμένων των αρχών που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη» (67), του οποίου το άρθρο 18 κατοχυρώνει το δικαίωμα ασύλου (68) και την αρχή της μη επαναπροώθησης (69).

104. Όσον αφορά, ειδικότερα, τη θέση υπό κράτηση, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η κράτηση ενόψει απομάκρυνσης που διέπεται από την οδηγία 2008/115 και η κράτηση η οποία διατάσσεται κατά αιτούντος άσυλο υπόκεινται σε διαφορετικά νομικά καθεστώτα (70).

105. Δεύτερον, όπως προεκτέθηκε (71), εκτιμώ ότι ένα πρόσωπο αποκτά την ιδιότητα του αιτούντος από το χρονικό σημείο που «υποβάλλει» αίτηση διεθνούς προστασίας. Επομένως, από το χρονικό αυτό σημείο οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να τεθεί υπό κράτηση ο αιτών προστασία διέπονται από τα άρθρα 8 έως 11 της οδηγίας 2013/33.

106. Εν προκειμένω, από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι, ακόμη και αν οι προϋποθέσεις κράτησης του VL έως το χρονικό σημείο «υποβολής» της αίτησης διεθνούς προστασίας ενώπιον του αιτούντος δικαιοδοτικού οργάνου διέπονταν από την οδηγία 2008/115 (72), εν συνεχεία από το χρονικό σημείο της υποβολής αυτής και έπειτα ο αιτών υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 26, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 και του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θέσουν ένα πρόσωπο υπό κράτηση για τον λόγο και μόνον ότι υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

107. Επιπλέον, όπως έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο, οι λοιπές παράγραφοι του άρθρου 8 της οδηγίας 2013/33 εισάγουν σημαντικούς περιορισμούς στην εξουσία που παρέχεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν κράτηση (73). Ειδικότερα, το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής περιέχει εξαντλητική απαρίθμηση των διαφόρων λόγων (74) που μπορούν να δικαιολογήσουν την κράτηση και καθένας από τους λόγους αυτούς ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένη ανάγκη και έχει αυτοτελή χαρακτήρα (75). Επομένως, όταν υφίσταται λόγος ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της εν οδηγίας επιτάσσει η κράτηση αυτή να επιβάλλεται μόνον εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, εφόσον άλλα λιγότερο περιοριστικά μέτρα δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν κατά αποτελεσματικό τρόπο (76).

108. Ειδικότερα, στους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την κράτηση καταλέγεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2013/33, κατά τον οποίο ο αιτών τίθεται υπό κράτηση στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής δυνάμει της οδηγίας 2008/115 προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης, εφόσον το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι σε θέση να τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και, επομένως, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερήσει απλώς ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.

109. Εν προκειμένω, όσον αφορά, κατά πρώτον, τη δυνατότητα πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου, υπογραμμίζεται ότι, καίτοι απόκειται στο αιτούν δικαιοδοτικό όργανο να καθορίσει αν υφίσταται τέτοιος δικαιολογητικός λόγος, το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο αναφέρει εντούτοις σαφώς στην απόφαση περί παραπομπής ότι από την έκθεση της κράτησης, της 13ης Δεκεμβρίου 2019, προκύπτει ότι, προτού προσαχθεί ενώπιόν του, ο VL δεν είχε ενημερωθεί σχετικά με τη δυνατότητα να ζητήσει διεθνή προστασία, διευκρινίζοντας επιπλέον ότι «ο ανακριτής ενώπιον του οποίου προσάγεται υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος ευρίσκεται παρανόμως στην Ισπανία, με σκοπό τη θέση αυτού υπό κράτηση, είναι […] η μοναδική αρχή ενώπιον της οποίας θα μπορέσει να ζητήσει διεθνή προστασία, προτού μεταχθεί στο κέντρο κράτησης» (77).

110. Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την ύπαρξη βάσιμων λόγων να θεωρηθεί ότι ο αιτών υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας προκειμένου απλώς να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής ή απομάκρυνσης, ούτε από την απόφαση περί παραπομπής ούτε από τη δικογραφία στη διάθεση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο εν προκειμένω.

111. Εν πάση περιπτώσει, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι από το γεγονός και μόνον ότι ένας αιτών άσυλο, κατά την υποβολή της αίτησής του, αποτελεί αντικείμενο απόφασης περί επιστροφής ή απομάκρυνσης και έχει τεθεί υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 δεν μπορεί να τεκμαίρεται, χωρίς κατά περίπτωση εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι αυτός υπέβαλε την αίτηση αυτή με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση της απόφασης περί επιστροφής και ότι είναι αντικειμενικώς αναγκαία και αναλογική η διατήρηση του μέτρου της κράτησης (78). Συναφώς, το βάρος απόδειξης φέρουν οι εθνικές αρχές (79).

112. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι ο VL πρέπει να θεωρηθεί αιτών διεθνή προστασία από το χρονικό σημείο υποβολής της αίτησής του στο αιτούν δικαιοδοτικό όργανο ως «άλλη αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, εκτός αν οι ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές αποδείξουν, βάσει εκτίμησης της προσωπικής κατάστασής του, ότι τυγχάνει εφαρμογής οποιοσδήποτε εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33 λόγος, κάτι το οποίο δεν προκύπτει ούτε από την απόφαση περί παραπομπής ούτε από τη δικογραφία στη διάθεση του Δικαστηρίου.

113. Αντιθέτως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο ο ανακριτής έθεσε τον VL υπό κράτηση ήταν η έλλειψη διαθέσιμων θέσεων στα κέντρα υποδοχής. Οφείλω να υπογραμμίσω ότι ο λόγος αυτός δεν προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση υπό κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία για τον λόγο και μόνο ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις στα κέντρα υποδοχής. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του δικαιώματος στην ελευθερία που κατοχυρώνει το άρθρο 6 του Χάρτη και της βαρύτητας της επέμβασης στο δικαίωμα αυτό την οποία συνιστά το μέτρο της κράτησης, οι περιορισμοί της άσκησης του δικαιώματος πρέπει να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (80).

114. Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι το άρθρο 26 της οδηγίας 2013/32 και το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/33 έχουν την έννοια ότι, από το χρονικό σημείο που ο υπήκοος τρίτου κράτους δηλώνει τη βούλησή του να ζητήσει διεθνή προστασία ενώπιον «άλλης αρχής» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, η θέση υπό κράτηση του αιτούντος επιτρέπεται μόνο για τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33 λόγους.

VII. Πρόταση

115. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε ο Juzgado de Instrucción nº 3 de San Bartolomé de Tirajana (τρίτος ανακριτής του San Bartolomé de Tirajana, Ισπανία) ως εξής:

1)      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, έχει την έννοια ότι δικαστική αρχή όπως ο ανακριτής πρέπει να θεωρείται ως «άλλη αρχή» κατά τη διάταξη αυτή.

2)      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 και το άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία, έχουν την έννοια ότι η αρχή που παρέλαβε την αίτηση διεθνούς προστασίας χωρίς όμως να είναι αρμόδια, δυνάμει του εθνικού δικαίου, για να την καταχωρίσει οφείλει να παράσχει στον αιτούντα πληροφορίες σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο κατάθεσης της αίτησης αυτής και να διαβιβάσει τον φάκελο στην αρμόδια για την καταχώριση αρχή ώστε ο αιτών να μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις υλικές συνθήκες υποδοχής.

3)      Το άρθρο 26 της οδηγίας 2013/32 και το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/33 έχουν την έννοια ότι, από το χρονικό σημείο που ο υπήκοος τρίτου κράτους δηλώνει τη βούλησή του να ζητήσει διεθνή προστασία ενώπιον «άλλης αρχής» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, η θέση υπό κράτηση του αιτούντος επιτρέπεται μόνο για τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33 λόγους.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Carlier, J.-Y, «Droit d’asile et des réfugiés. De la protection aux droits», Recueil des cours, Académie de droit international de La Haye, τόμος 332, 2008 (Leiden/Βοστώνη: Martinus Nijhoff Publishers), σ. 9 έως 354, ιδίως σ. 34.


3      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60).


4      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ 2013, L 180, σ. 96).


5      Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954).


6      Αντιθέτως, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης αυτής.


7      ΕΕ 2008, L 348, σ. 98.


8      ΕΕ 2013, L 180, σ. 31.


9      BOE αριθ. 10, της 12ης Ιανουαρίου 2000, σ. 1139.


10      BOE αριθ. 299, της 12ης Δεκεμβρίου 2009, σ. 104986.


11      BOE αριθ. 263, της 31ης Οκτωβρίου 2009, σ. 90860.


12      BOE αριθ. 74, της 26ης Μαρτίου 2014, σ. 26531.


13      Η μπαμπάρα είναι μία από τις εθνικές γλώσσες του Μάλι.


14      Από την απάντηση του VL στις ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο προκύπτει ότι, «αφού υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας στο [αιτούν δικαιοδοτικό όργανο], ο VL μετήχθη στο κέντρο κράτησης του Barranco Seco και απομακρύνθηκε άμεσα στις 9 Ιανουαρίου 2020, χωρίς καν να γνωρίζει αν είχε το δικαίωμα να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στην ισπανική νομοθεσία και στις οδηγίες». Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής της 20ής Ιανουαρίου 2020 συνάγεται σαφώς ότι ο VL στερείται την ελευθερία του και ότι, «πριν από τη μεταγωγή του σε κέντρο κράτησης, υπάλληλος της επαρχιακής ομάδας συνοριοφυλακής εμφανίστηκε στην έδρα των δικαστηρίων του San Bartolomé de Tirajana προκειμένου να ενημερώσει [τον VL], εκτελώντας διαταγή του δικαστηρίου, για την ορισθείσα ημερομηνία της συνέντευξής του σχετικά με την αίτησή του για την παροχή διεθνούς προστασίας».


15      Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2018, Wightman κ.λπ. (C‑621/18, EU:C:2018:999, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


16      Βλ. αιτιολογική σκέψη 60 της οδηγίας 2013/32 και αιτιολογική σκέψη 35 της οδηγίας 2013/33. Πρβλ. σημείο 45 των παρουσών προτάσεων.


17      Βλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) (C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, EU:C:2019:403, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


18      Για τη σχέση μεταξύ του παράγωγου δικαίου για το δικαίωμα ασύλου και του άρθρου 18 του Χάρτη, βλ. den Heijer, M., «Article 18», σε S. Peers, κ.λπ. (επιμ.), The EU Charter of Fundamental Rights. A Commentary, Hart Publishing, Οξφόρδη, 2014, σ. 519 έως 541, ιδίως σημείο 18.41.


19      Βλ. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε, 15 και 16 Οκτωβρίου 1999. Συμπεράσματα της Προεδρίας. Διατίθεται στη διεύθυνση https://www.consilium.europa.eu/media/21052/91400.pdf


20      Στο πλαίσιο της κοινής δήλωσής τους, επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης πενήντα ετών από την υπογραφή της Σύμβασης της Γενεύης, τα συμβαλλόμενα κράτη της Σύμβασης της Γενεύης ή/και του Πρωτοκόλλου, αναγνώρισαν ότι «η αρχή της μη επαναπροώθησης, της οποίας η εφαρμογή κατοχυρώνεται στο διεθνές εθιμικό δίκαιο», βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς συστήματος προστασίας των προσφύγων (Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, doc. HCR/MMSP/2001/09, 16 Ιανουαρίου 2002). Βλ., επίσης, «Rapport de la réunion ministérielle des États parties à la Convention de 1951 et/ou de son protocole de 1967 relatif au statut des réfugiés, du 12 au 13 décembre 2001», HCR/MMSP/2001/10, διατίθεται στη διεύθυνση www.unhcr.org. Σχετικά με την αναγνώριση της αρχής της μη επαναπροώθησης ως αρχής του διεθνούς εθιμικού δικαίου, βλ. Lauterpacht, E., και Bethlehem, D., «The Scope and Content of the Principle of Non-Refoulement», σε E. Feller, κ.λπ. (επιμ.), Refugee Protection in International Law, Cambridge University Press, 2003, σ. 87 έως 177, ιδίως σ. 149 και 163: «[the principle of non-refoulement in customary law] allows of no limitation or exception». Βλ., στο ίδιο πνεύμα, Goodwin-Gill, G.S., και McAdam, J., The Refugee in International Law, 3η έκδ., Oxford University Press, σ. 345 έως 354, ιδίως σ. 347· Mikołajczyk, B., Osoby ubiegające się o status uchodźcy: ich prawa i standardy traktowania, Katowice 2004, σ. 110-117· Łachacz, O., «Zasada non-refoulement w międzynarodowym prawie uchodźczym – zwyczaj międzynarodowy czy też peremptoryjna norma prawa międzynarodowego?», Problemy Współczesnego Prawa Międzynarodowego, Europejskiego i Porównawczego, τόμος XV, A.D. MMXVII, σ. 134-142· Ineli-Ciger, M., και Skordas, A., «Temporary protection», σε R. Wolfrum (επιμ.), Max Planck Encyclopedias of Public International Law [MPIL], ηλεκτρονική έκδοση http://opil.ouplaw.com (τελευταία επικαιροποίηση: Οκτώβριος 2019), σημείο 23: «Today, prevailing scholarly opinion holds that the principle of non-refoulement has become a customary norm». Για άλλη άποψη, βλ. Carlier, J.-Y, όπ.π., σ. 123.


21      Βλ., μεταξύ άλλων, Allain, J., «The Jus Cogens Nature of Non-refoulement», σε F. Picod και S. Van Drooghenbroeck (επιμ.), International Journal of Refugee Law, τόμος 13, 2001, σ. 533 έως 538, και Jaumotte, J., «Article 19. Protection en cas d’éloignement, d’expulsion et d’extradition», Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne. Commentaire article par article, Bruylant, 2018, σ. 445 έως 467, ιδίως σ. 466: «La valeur de norme de jus cogens du principe de non-refoulement, combinée à son caractère absolu, permet donc de considérer que doit être écartée toute norme contraire à ce principe». Βλ., επίσης, «Advisory Opinion on the Extraterritorial Application of Non-Refoulement Obligations under the 1951 Convention relating to the Status of Refugees and its 1967 Protocol», UNHCR, Γενεύη, 26 Ιανουαρίου 2007.


22      Βλ. σημείο 8 των παρουσών προτάσεων. Η αρχή της μη επαναπροώθησης εφαρμόζεται επίσης ως συνιστώσα της απαγόρευσης των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά το άρθρο 3 της Σύμβασης του 1984 κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, «[κ]ανένα Κράτος Μέρος δε[ν] θα απελαύνει, δε[ν] θα επαναπροωθεί (“refouler”), ούτε θα εκδίδει πρόσωπο σε άλλο Κράτος, όπου υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτό το πρόσωπο θα κινδυνεύσει να υποστεί βασανιστήρια» (https://www.e-nomothesia.gr/kat-anthropina-dikaiomata/nomos-1782-1988-phek-116a-3-6-1988.html) (Recueil des traités des Nations unies, A/RES/39/46, της 10ης Δεκεμβρίου 1984).


23      Βλ. άρθρο 28, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32.


24      Βλ. σημείο 65 των παρουσών προτάσεων.


25      Καίτοι η αρχή της μη επαναπροώθησης «δημιουργεί δικαίωμα μη επαναπροώθησης, [το άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης] δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο πρόσφυγας θα μπορούσε, in concreto, να αντιτάξει σε ένα κράτος δικαίωμα χορήγησης ασύλου», βλ. Bodart, S, «Article 18. Droit d’asile», Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne. Commentaire article par article, όπ.π., σ. 415 έως 443, σ. 439. Βλ., επίσης, den Heijer, M., Rijpma, J. και Spijkerboer, T., «Coercion, Prohibition, and Great Expectations: The Continuing Failure of the Common European Asylum Failure», Common Market Law Review, τόμος 53, σ. 607 έως 642, ιδίως σ. 617.


26      Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Gnandi (C‑181/16, EU:C:2018:465, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


27      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck (292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12), και της 26ης Φεβρουαρίου 2019, Rimšēvičs και ΕΚΤ κατά Λεττονίας (C‑202/18 και C‑238/18, EU:C:2019:139, σκέψη 45).


28      Κατά την εισαγγελική αρχή, το αντίθετο δεν συνεπάγεται, εντούτοις, προσβολή των δικαιωμάτων του αιτούντος διεθνή προστασία, διότι ο υπήκοος τρίτου κράτους θα λάβει, στο κέντρο κράτησης, τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να μπορέσει να ζητήσει την προστασία αυτή. Επιπλέον, η εισαγγελική αρχή υποστηρίζει ότι ο ανακριτής πρέπει να μπορεί να αποφαίνεται σχετικά με τη θέση υπό κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2013/32.


29      Η υπογράμμιση δική μου.


30      Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποδόσεις στην ισπανική («otras autoridades»), στη γερμανική («anderen Behörden»), στην αγγλική («other authorities»), στην ιταλική («altre autorità»), στην πολωνική («innych organów»), στην πορτογαλική («outras autoridades») και στη ρουμανική («altor autorități») γλώσσα.


31      Η υπογράμμιση δική μου. Πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, Hasan (C‑360/16, EU:C:2018:35, σκέψη 76).


32      Βλ. σημεία 24 και 26 των παρουσών προτάσεων. Συναφώς, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, «ο VL δεν είχε εκφράσει την επιθυμία να ζητήσει διεθνή προστασία κατά την παροχή των πρώτων βοηθειών για ανθρωπιστικούς λόγους, στις 13 Δεκεμβρίου 2019, στο αστυνομικό τμήμα». Εντούτοις, από την απάντηση της εισαγγελικής αρχής στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο προκύπτει ότι το δικαίωμα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας δεν καταλέγεται στα δικαιώματα σχετικά με τα οποία ενημερώνεται, κατά τη θέση υπό κράτηση, ο υπήκοος τρίτου κράτους ο οποίος βρίσκεται παρανόμως στη χώρα.


33      Αντιθέτως, από την απόφαση περί παραπομπής καθώς και από την έκθεση της απολογίας του VL ενώπιον του ανακριτή, στις 14 Δεκεμβρίου 2019, προκύπτει ότι ο VL ενημερώθηκε, στο πλαίσιο της απολογίας αυτής, παρουσία διερμηνέα της γλώσσας μπαμπάρα, σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2013/32, σχετικά με το δικαίωμά του να ζητήσει διεθνή προστασία και ότι, με τη συνδρομή του διερμηνέα αυτού, εξέφρασε την επιθυμία να ζητήσει την προστασία αυτή.


34      Βλ. σημεία 25 και 26 των παρουσών προτάσεων.


35      Κατ’ εμέ, είναι προφανές ότι, κατά την κράτηση υπηκόων τρίτων κρατών οι οποίοι επιχειρούν να εισέλθουν παρανόμως σε κράτος μέλος, η ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματά τους και τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που μπορούν ενδεχομένως να υποβάλουν στην αρχή αυτή δεν θα είναι αποτελεσματική εάν δεν τους παρέχεται, κατά την κράτησή τους, η συνδρομή διερμηνέα γλώσσας την οποία κατανοούν.


36      Φρονώ ότι είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι από την αιτιολογική αυτή σκέψη προκύπτει επίσης ότι, «[σ]ε περίπτωση που τα εν λόγω πρόσωπα βρίσκονται στα χωρικά ύδατα κράτους μέλους, θα πρέπει να αποβιβάζονται στην ξηρά και η εξέταση των αιτήσεών τους θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία». Πρβλ. Trevisanut, S, «The Principle of Non-Refoulement at Sea and the Effectiveness of Asylum Protection», Max Planck Yearbook of United Nations Law, 2008, σ. 210. Βλ., επίσης, UNHCR και IMO, Rescue at Sea, A guide to Principles and Practice as Applied to Migrants and Refugees, 2015, διατίθεται στη διεύθυνση https://www.unhcr.org.


37      Βλ. υποσημείωση 34 των παρουσών προτάσεων.


38      Η υπογράμμιση δική μου.


39      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, Hasan (C‑360/16, EU:C:2018:35, σκέψη 76).


40      Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2019, Haqbin (C‑233/18, EU:C:2019:956, σκέψη 33). Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2013/33. Στο πλαίσιο της ερμηνείας της οδηγίας 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (ΕΕ 2003, L 31, σ. 18), βλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Saciri κ.λπ. (C‑79/13, EU:C:2014:103, σκέψη 35), και της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Cimade και GISTI (C‑179/11, EU:C:2012:594, σκέψη 42). Τούτου λεχθέντος, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι, «[ω]στόσο, η υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν για την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής στους αιτούντες δεν είναι απόλυτη. Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης της Ένωσης έχει προβλέψει, στο άρθρο 20 το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο III της οδηγίας 2013/33, αμφότερα τιτλοφορούμενα “Περιορισμός ή ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής”, τις περιπτώσεις στις οποίες οι συνθήκες αυτές μπορούν να περιοριστούν ή να ανακληθούν». Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2019, Haqbin (C‑233/18, EU:C:2019:956, σκέψη 35).


41      Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2013/33, «[γ]ια να εξασφαλισθεί η ίση μεταχείριση των αιτούντων στο σύνολο της Ένωσης, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια και τους τύπους διαδικασιών που αφορούν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας, σε όλους τους χώρους και τις εγκαταστάσεις που φιλοξενούν αιτούντες και για όσο διάστημα έχουν τη δυνατότητα παραμονής στο έδαφος των κρατών μελών ως αιτούντες».


42      Συγκεκριμένα, από την τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής προκύπτει ότι η ορολογία του άρθρου 6 της οδηγίας αυτής αποσαφηνίστηκε σε σχέση με εκείνη που είχε χρησιμοποιηθεί στην αρχική πρότασή της, προκειμένου να καθιερωθεί, όσον αφορά την αίτηση διεθνούς προστασίας, «σαφέστερη διάκριση μεταξύ των όρων “υποβολή” και “κατάθεση”». Διευκρινίζεται δε ότι, στην απόδοση της διάταξης στη γαλλική γλώσσα, ο όρος «déposer» αντικαταστάθηκε, στην τελική έκδοση, με τον όρο «introduire». Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, και άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32.


43      Σχετικά με το αν το δικαίωμα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να μπορεί να ασκηθεί χωρίς καθυστέρηση, ακόμη και σε περίπτωση μαζικής άφιξης υπηκόων τρίτων χωρών που επιθυμούν να υποβάλουν τέτοια αίτηση, βλ. υπόθεση C‑808/18, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.


44      Στο κείμενο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 στη γαλλική γλώσσα χρησιμοποιείται το ρήμα «présenter». Άλλες γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούν αντίστοιχους όρους. Βλ., μεταξύ άλλων, τα κείμενα στην ισπανική («formule»), στη γερμανική («stellt»), στην αγγλική («makes»), στην ιταλική («presenti»), στην πολωνική («występuje»), στην πορτογαλική («apresenta») και στη ρουμανική («înaintată») γλώσσα.


45      Η υπογράμμιση δική μου.


46      COM(2011) 319 final, σ. 8. Συναφώς, βλ., επίσης, παράρτημα της πρότασης αυτής, σ. 3: «Σύμφωνα με την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη παρέχουν πραγματική δυνατότητα κατάθεσης αίτησης το συντομότερο δυνατό, παρά τους τυχόν πρακτικούς περιορισμούς σύμφωνα με την παράγραφο 1, σε κάθε πρόσωπο που επιθυμεί να υποβάλει αίτηση». Η υπογράμμιση δική μου.


47      Κατά τη θεωρία, ο λόγος που το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 δεν παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο για την καθεαυτήν υποβολή της είναι ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θεώρησε ότι η ενέργεια της έκφρασης της επιθυμίας υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας «δεν απαιτεί διοικητικές διατυπώσεις». Βλ., μεταξύ άλλων, Vedsted-Hansen, J., «Asylum Procedures Directive 2013/32/EU», σε Hailbronner, K., και Thym, D. (επιμ.), EU Immigration and Asylum Law: A Commentary, 2η έκδ., C.H. Beck/Hart/Nomos, 2016, σ. 1281 έως 1381, ιδίως σ. 1305.


48      COM(2011) 319 final, παράρτημα, σ. 3. Σχετικά με την αντικατάσταση του όρου «déposer» με τον όρο «introduire», στο γαλλικό κείμενο, βλ. υποσημείωση 42 των παρουσών προτάσεων.


49      Ο αντίστοιχος όρος του όρου «enregistrer», ο οποίος χρησιμοποιείται στην απόδοση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 στη γαλλική γλώσσα, χρησιμοποιείται επίσης στις αποδόσεις στην ισπανική («registro»), στη γερμανική («Registrierung»), στην αγγλική («registering»), στην ιταλική («registrare»), στην πολωνική («rejestracja»), στην πορτογαλική («registo») και στη ρουμανική («înregistreze») γλώσσα.


50      Βλ., αντιστοίχως, άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32. Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής, οι προθεσμίες τριών ή έξι ημερών αυξάνονται σε δέκα ημέρες όταν, λόγω του μεγάλου αριθμού ταυτόχρονων αιτήσεων διεθνούς προστασίας από υπηκόους τρίτων χωρών καθίσταται πολύ δύσκολη στην πράξη η τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.


51      COM(2011) 319 final, σ. 8. Βλ. άρθρο 6 της τροποποιημένης πρότασης της Επιτροπής, σ. 28.


52      Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 καταχώριση πρέπει να συσχετιστεί με τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 τα κράτη μέλη να χορηγούν στους αιτούντες διεθνή προστασία, εντός προθεσμίας τριών ημερών από την υποβολή της αίτησης, έγγραφο το οποίο εκδίδεται στο όνομά τους και το οποίο πιστοποιεί, μεταξύ άλλων, ότι πρόκειται για αιτούντες. Επομένως, η καταχώριση η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 διευκολύνει τα κράτη μέλη ως προς την εκπλήρωση της υποχρέωσης χορήγησης της εν λόγω βεβαίωσης εντός της προθεσμίας τριών ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2013/33.


53      Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 χρησιμοποιεί το ρήμα «introduire». Άλλες γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούν αντίστοιχους όρους, βλ., συναφώς, τις αποδόσεις στην ισπανική («presentarla»), στη γερμανική («förmlich zu stellen»), στην αγγλική («to lodge»), στην ιταλική («inoltrarla»), στην πολωνική («złożyć») και στη ρουμανική («a depune») γλώσσα. Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, και άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 2013/32.


54      Επισημαίνεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/32 καθιερώνει παρέκκλιση από τον κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, ήτοι τη δυνατότητα των κρατών μελών να απαιτούν να κατατίθενται οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας αυτοπροσώπως ή/και σε καθορισμένο χώρο.


55      Η υπογράμμιση δική μου.


56      Απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Mengesteab (C‑670/16, EU:C:2017:587, σκέψη 103). Πρέπει να διευκρινίσω, όπως έπραξε και το Δικαστήριο στη σκέψη 101 της απόφασης εκείνης, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/32 και το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 604/2013 εντάσσονται σε δύο διαφορετικές διαδικασίες, καθεμία από τις οποίες έχει τις δικές της απαιτήσεις και υπόκειται, ιδίως όσον αφορά τις προβλεπόμενες προθεσμίες, σε διαφορετικό καθεστώς, όπως προβλέπει το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής.


57      Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας 2013/32.


58      Η υπογράμμιση δική μου.


59      Πρβλ. σημείο 83 των παρουσών προτάσεων.


60      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, Hasan (C‑360/16, EU:C:2018:35, σκέψη 76).


61      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 26), της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ. (C‑397/01 έως C‑403/01, EU:C:2004:584, σκέψη 110), και της 14ης Μαΐου 2019, CCOO (C‑55/18, EU:C:2019:402, σκέψη 68).


62      Βλ. σημείο 26 των παρουσών προτάσεων.


63      Οδηγία του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ 2005, L 326, σ. 13).


64      Επιβάλλεται, ιδίως, η επισήμανση ότι, στο κείμενο στη γαλλική γλώσσα, ο όρος «introduite», ο οποίος χρησιμοποιείται στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85, αντικαταστάθηκε με τον όρο «présentée», στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32. Βλ. σημεία 78 έως 89 των παρουσών προτάσεων.


65      Απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψη 49).


66      Βλ. αιτιολογική σκέψη 60 της οδηγίας 2013/32 και σημείο 45 των παρουσών προτάσεων.


67      Πρβλ. αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2018, C‑181/16, Gnandi (C‑181/16, EU:C:2018:465, σκέψη 51), και της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, C‑175/17, Belastingdienst κατά Toeslagen (Ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης) (C‑175/17, EU:C:2018:776, σκέψη 31).


68      Βλ., επίσης, άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη και σημεία 38 έως 46 των παρουσών προτάσεων.


69      Επί της αρχής της μη επαναπροώθησης, βλ. παρατηρήσεις μου στα σημεία 38 έως 47 των παρουσών προτάσεων.


70      Βλ. όσον αφορά την οδηγία 2005/85, αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 2009, Kadzoev (C‑357/09 PPU, EU:C:2009:741, σκέψη 45), και της 30ής Μαΐου 2013, C‑534/11, Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψη 52). Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 ορίζει ότι η οδηγία αυτή «εφαρμόζεται με την επιφύλαξη διατάξεως ευνοϊκότερης για τους υπηκόους τρίτων χωρών που περιέχεται στο κοινοτικό κεκτημένο περί μετανάστευσης και ασύλου».


71      Βλ. σημεία 90 έως 99 των παρουσών προτάσεων.


72      Βλ. άρθρο 15 της οδηγίας αυτής.


73      Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, K. (C‑18/16, EU:C:2017:680, σκέψη 44).


74      Συγκεκριμένα, καίτοι το άρθρο 8, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 ορίζει ότι οι λόγοι κράτησης προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη, στην περίπτωση που οι διατάξεις ορισμένης οδηγίας τούς αφήνουν περιθώριο εκτίμησης ως προς τον καθορισμό μέτρων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο προσαρμοσμένων στις διάφορες περιπτώσεις που μπορεί να ανακύψουν, οφείλουν, κατά την εφαρμογή των μέτρων αυτών, όχι μόνο να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο με τη συγκεκριμένη οδηγία, αλλά και να μεριμνούν ώστε η ερμηνεία της οδηγίας αυτής να μη συγκρούεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα ή τις λοιπές γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N., C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


75      Αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 59), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, K. (C‑18/16, EU:C:2017:680, σκέψη 42).


76      Αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 61), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, K. (C‑18/16, EU:C:2017:680, σκέψη 44).


77      Βλ. σημεία 63 έως 64 των παρουσών προτάσεων.


78      Απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψη 62).


79      Στο πνεύμα αυτό, βλ. μεταξύ άλλων, Peek, M., και Tsourdi, E., «Asylum Reception Conditions Directive 2013/33/EU», σε EU Immigration and Asylum Law: A Commentary, όπ.π., σ. 1381 έως 1477, ιδίως σ. 1415.


80      Αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 56), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, K. (C‑18/16, EU:C:2017:680, σκέψη 40).